ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A. B., Αρ. Υπόθεσης: 2194/21, 13/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2022:71 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2194/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. B. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 13/12/2022 Για τη Δημοκρατία: κα Μ. Μασούρα. Για τον Κατηγορούμενο: κα Σ. Αδάμου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Δίκη εντός δίκης) (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα 15 κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση διατάξεων του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/
- Οι εν λόγω κατηγορίες έχουν ως παραπονούμενους δύο ανήλικους. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε με τη μαρτυρία του Α/Αστ.1202 Κυριάκου Ευγενίου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο Γραφείο Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Κατά την κυρίως εξέταση αυτού και όταν επιχειρήθηκε να κατατεθεί «Γραπτή Συγκατάθεση Συνοδού/Κηδεμόνα Θύματος/Μάρτυρα», η οποία υπογράφτηκε από λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας, στα πλαίσια της διαδικασίας για τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης του ενός εκ των δύο ανήλικων παραπονουμένων, η συνήγορος του κατηγορούμενου ήγειρε την ακόλουθη ένσταση: Η λήψη της εν λόγω συγκατάθεσης έγινε από αναρμόδιο πρόσωπο, δηλαδή από λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας ενώ αρμόδιο προς τούτο πρόσωπο, σύμφωνα με διάταγμα με το οποίο έχει ανατεθεί η αποκλειστική γονική μέριμνα του ανήλικου, είναι η Διευθύντρια των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (στο εξής «οι ΥΚΕ») είτε εξουσιοδοτημένο από αυτήν πρόσωπο. Ενόψει της ένστασης, το Δικαστήριο άκουσε στη συνέχεια τις συνηγόρους των δύο πλευρών. Στα πλαίσια αυτά διαπιστώθηκε ότι το ίδιο θέμα εγείρεται από πλευράς Υπεράσπισης τόσο όσον αφορά τη συγκεκριμένη συγκατάθεση όσο και το έγγραφο «Δήλωση Ανακριτή Προς Συνοδό Πριν την Οπτικογράφηση» που αφορά την ίδια οπτικογραφημένη κατάθεση αλλά και τα ίδια αυτά έγγραφα που αφορούν κάθε μια από τις δύο οπτικογραφημένες καταθέσεις που λήφθηκαν από τον άλλο ανήλικο παραπονούμενο. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι καταδείχθηκε η αναγκαιότητα και διέταξε τη διεξαγωγής δίκης εντός δίκης σε σχέση με το εγειρόμενο θέμα, το οποίο αφορά τα 6 προαναφερόμενα έγγραφα δηλαδή τη «Δήλωση Ανακριτή Προς Συνοδό Πριν την Οπτικογράφηση» και τη «Γραπτή Συγκατάθεση Συνοδού/Κηδεμόνα Θύματος/Μάρτυρα» για κάθε μια από τις 3 οπτικογραφημένες καταθέσεις των ανηλίκων παραπονουμένων ημερ. 21/11/2019, 31/1/2020 και 9/8/
- Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν για τον σκοπό αυτό ως τεκμήρια προς αναγνώριση Α-Στ. Στις 9/11/2022 που είχε ορισθεί η υπόθεση για να διεξαχθεί η δίκη εντός δίκης, η συνήγορος Υπεράσπισης ήγειρε ακόμη ένα λόγο ένστασης στην κατάθεση των εν λόγω τεκμηρίων. Συγκεκριμένα η κα Αδάμου προέβαλε ότι οι συγκαταθέσεις που αφορούν τις οπτικογραφημένες καταθέσεις ημερ. 21/11/2019 και 31/1/2020 (δηλαδή τα τεκμήρια Α-Δ προς αναγνώριση), έπρεπε να δοθούν και από τον πατέρα των ανηλίκων, εφόσον κατά τον χρόνο εκείνο, δεν του είχε αφαιρεθεί η γονική μέριμνα. Αφού το Δικαστήριο άκουσε και πάλι τους εκπροσώπους των δύο πλευρών, αποφάσισε ότι εφόσον ο λόγος αυτός συνδέεται με το ζήτημα της νομιμότητας των συγκαταθέσεων και δηλώσεων για τη λήψη των οπτικογραφημένων καταθέσεων των ανήλικων παραπονουμένων, δηλαδή όχι μόνο με το κατά πόσο η υπογραφή των σχετικών συγκαταθέσεων και δηλώσεων έγινε από κατάλληλα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα - ζήτημα για το οποίο είχε ήδη διαταχθεί η δίκη εντός δίκης - αλλά και με το κατά πόσο θα έπρεπε να δοθεί σχετική συγκατάθεση και δήλωση από τον πατέρα των παραπονουμένων σε σχέση με τις οπτικογραφημένες καταθέσεις τους, ημερ. 21/11/2019 και 31/1/2020, το αίτημα θα έπρεπε να γίνει αποδεκτό για σκοπούς ενιαίας εξέτασης και προς αποφυγή ενδεχομένης νέας παρόμοιας διαδικασίας στο μέλλον και κατατεμαχισμού της υπόθεσης. Συνεπεία των πιο πάνω διατάχθηκε όπως η δίκη εντός δίκης περιλαμβάνει και τον λόγο ένστασης που εγέρθηκε στις 9/11/
- Εδώ να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της δίκης εντός δίκης που ακολούθησε, η συνήγορος Υπεράσπισης περιόρισε την ένσταση της, αναφορικά και με τους δύο λόγους ένστασης, μόνο στις συγκαταθέσεις και δηλώσεις για τη λήψη των οπτικογραφημένων καταθέσεων ημερ. 21/11/2019 και 31/1/2020 (τεκμήρια προς αναγνώριση Α-Δ). Νομική Πτυχή Σύμφωνα με την Κυπριακή Νομολογία, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος, δεν υπάρχει στην Κύπρο δυνατότητα έγκρισης της προσαγωγής ως αποδεικτικού μέσου, μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα. Έτσι μαρτυρία, η οποία λαμβάνεται ή προκύπτει ως αποτέλεσμα της παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου, τα οποία κατοχυρώνονται στο Δεύτερο Μέρος του Συντάγματος, αποκλείεται αυτόματα, άσχετα με την αποδεικτική της αξία και τον σκοπό για τον οποίο λήφθηκε (βλ. Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, Merthodja v. Police
(1987)2 C.L.R. 227, Enotiades ν. Police
(1986)2 C.L.R. 64 και Δημοκρατία ν. Κυπριανίδη κ.ά.
(1994)2 Α.Α.Δ. 37). Σε περίπτωση όμως που η μαρτυρία εξασφαλίζεται όχι κατά παράβαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, αλλά κατά παράβαση Νόμου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια αποδοχής της, υπό κάποιες προϋποθέσεις (βλ. Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186). Το βάρος απόδειξης του εκάστοτε επίδικου θέματος (ή απόρριψης της ένστασης της υπεράσπισης) σε μια δίκη εντός δίκης, παραμένει στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία έχει την υποχρέωση να αποδείξει θετικά και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η μαρτυρία που επιχειρεί να καταθέσει στο Δικαστήριο δεν είναι αποτέλεσμα αντισυνταγματικής, παράνομης ή άλλως πως, επιλήψιμης ενέργειας ή παράλειψης των ανακριτικών αρχών. Όσον δε αφορά τη νομική πτυχή των θεμάτων που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας δίκης εντός δίκης δέον όπως λεχθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 43 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014, όλες οι συνεντεύξεις που λαμβάνονται από παιδί μάρτυρα ή θύμα, στα πλαίσια ποινικής έρευνας αδικημάτων που προβλέπονται από τον εν λόγω Νόμο, οπτικογραφούνται και κατά την εκδίκαση της υπόθεσης θεωρούνται ως ικανή μαρτυρία δυνάμει του περί Αποδείξεως Νόμου. Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου, για την εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου
(1)ισχύουν οι προϋποθέσεις και οι κανόνες που προβλέπονται στον περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμο 95(Ι)/
- Ως προς τις οπτικογραφημένες καταθέσεις, σχετικό είναι το άρθρο 9 του Νόμου 95(Ι)/
- Στο εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου προβλέπεται ότι το Δικαστήριο δε θα αποδέχεται την οπτικογραφημένη κατάθεση ή μέρος της αν, κατά τη γνώμη του, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης, η αποδοχή της δε θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Σύμφωνα δε με την πρόνοια του εδαφίου
(3)(γ) του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο δεν θα αποδέχεται την οπτικογραφημένη κατάθεση δυνάμει του εδαφίου
(1)εκτός αν τηρήθηκαν οι κανόνες λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης που αναφέρονται στο άρθρο 10 του ίδιου Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 10, ανάμεσα στους κανόνες λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης, είναι και να καταγράφεται δήλωση του προσώπου που λαμβάνει την κατάθεση προς το πρόσωπο που δίνει την κατάθεση ότι αυτή θα οπτικογραφηθεί και ότι δυνατό να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο ως μαρτυρία και δήλωση του προσώπου που δίνει την κατάθεση ότι συγκατατίθεται στη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης (εδάφιο δ). Σύμφωνα με την επιφύλαξη που ακολουθεί το εν λόγω εδάφιο, σε περίπτωση ανήλικου προσώπου, τη συγκατάθεση δίνει το πρόσωπο που έχει τη γονική του μέριμνα. Αναφορικά με το ποιο πρόσωπο έχει τη γονική μέριμνα προνοεί ο περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμος 216/90. Σύμφωνα με την υποπαράγραφο (α) του εδαφίου
(1)του άρθρου 5 του εν λόγω Νόμου, η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο («γονική μέριμνα») είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι το ασκούν από κοινού. Σύμφωνα με την υποπαράγραφο (β) του ίδιου εδαφίου, η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του. Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 18 του ίδιου Νόμου, το οποίο φέρει τίτλο «Συνέπειες κακής άσκησης, αφαίρεση γονικής μέριμνας και ανάθεση της σε επίτροπο», αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του τέκνου ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σ' αυτό, το Δικαστήριο, εφόσον το ζητήσει ο άλλος γονέας ή ο Διευθυντής, μπορεί να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο. Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να αφαιρέσει από τον ένα γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας, εν όλω ή εν μέρει, ή να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο ή, αν συντρέχουν και στο πρόσωπο αυτού οι προϋποθέσεις του εδαφίου
(1), να αναθέσει την επιμέλεια του τέκνου εν όλω ή εν μέρει σε Επίτροπο. Εδώ να σημειωθεί ότι παρόμοιο με την παρούσα θέμα εξετάσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Μακρίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 181/2019, ημερ. 7/9/2020. Στην υπόθεση εκείνη τέθηκε θέμα ως προς την αποδοχή της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης εφόσον όσον αφορά τη συγκατάθεση προς λήψη της, τα σχετικά έγγραφα είχαν υπογραφεί όχι από την μητέρα αλλά από κοινωνική λειτουργό. Το πρωτόδικο Δικαστήριο (το Κακουργιοδικείο) είχε αποδεχτεί τις θέσεις της κατηγορούσας αρχής, ότι η μητέρα ήταν ενήμερη για το ότι θα λαμβανόταν οπτικογραφημένη κατάθεση από την κόρη της και είχε συγκατατεθεί προφορικά στο γεγονός αυτό. Η μαρτυρία αυτή είχε παραμείνει αναντίλεκτη. Στη βάση των πιο πάνω το Εφετείο κλήθηκε να απαντήσει στην ερώτηση κατά πόσο η εν λόγω παραβίαση του άρθρου 10(δ) του Νόμου 95(Ι)/2001 θα έπρεπε, υπό τις συνθήκες, να οδηγήσει πρωτόδικα στην απόρριψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της ανήλικης παραπονούμενης. Στα πλαίσια εξέτασης του θέματος, το Εφετείο έκανε αναφορά στο άρθρο 9
(2)του Νόμου 95(Ι)/2001 και στην υπόθεση Parris ανωτέρω. Ως προς την εν λόγω απόφαση επισήμανε ότι το εκεί εγειρόμενο ζήτημα αφορούσε στη δεκτότητα μαρτυρίας που είχε εξασφαλισθεί κατά τρόπο παράνομο και ότι αποφασίσθηκε ότι οι αρχές του αγγλικού κοινοδικαίου που σχετίζονται με τη δεκτότητα μαρτυρίας που εξασφαλίστηκε με τέτοιο τρόπο, τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο, με μόνη επιφύλαξη την εξασφάλιση μαρτυρίας κατά παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων. Εξετάζοντας στη συνέχεια το εν λόγω θέμα το Εφετείο, κατέληξε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ικανοποιήθηκε ουσιαστικά η νομοθετική επιταγή για παροχή της αναγκαίας συγκατάθεσης. Πέραν όμως αυτού, πρόσθεσε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση δυσμενούς επηρεασμού, υπό την πιο πάνω έννοια και με δεδομένη την υπερίσχυση του συμφέροντος της δικαιοσύνης, όπως οι περιστάσεις της υπόθεσης καθόριζαν. Επιπρόσθετα, ανέφερε, το γεγονός ότι η οπτικογραφημένη κατάθεση λήφθηκε υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, δεν αποτελούσε παράγοντα που οδηγούσε σε δυσμενή επηρεασμό του εφεσείοντα, τέτοιο που υπερίσχυε της αποδεικτικής αξίας της μαρτυρίας. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Για σκοπούς της παρούσας δίκης εντός δίκης η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες ενώ η Υπεράσπιση δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η ανακρίτρια της υπόθεσης, Αστ.4875 Χρυστάλλα Ιωάννου, ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η Ανθή Παρή, λειτουργός των ΥΚΕ και ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η Διευθύντρια των ΥΚΕ, Μαρία Κυρατζή. Εδώ να λεχθεί ότι η μαρτυρία της δίκης εντός δίκης προσεγγίζεται ώστε να αποφασισθεί το συγκεκριμένο επίδικο θέμα, έχοντας πάντα κατά νου ότι κατά την αξιολόγηση πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων. Αυτό επιβάλλει περιορισμούς στον σχολιασμό της μαρτυρίας και στη διατύπωση ευρημάτων (βλ. Petri v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 40 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(2012)2 Α.Α.Δ. 370). Παρακολουθήσαμε και τις 3 μάρτυρες που κατέθεσαν και εξετάσαμε με προσοχή τη μαρτυρία έκαστης χωριστά αλλά και σε αντιπαραβολή μεταξύ τους και με την υπόλοιπη σχετική μαρτυρία, πάντα στα πλαίσια των ως άνω αρχών και για τους σκοπούς απόφασης επί των θεμάτων που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και μόνο. Δέον όπως επισημάνουμε ότι έκαστη των μαρτύρων αναφέρθηκε στα γεγονότα που περιβάλλουν τα υπό αναφορά θέματα, με βάση την προσωπική της γνώση και η μαρτυρία τους όσον αφορά τα εν λόγω γεγονότα, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ των άνω η μαρτυρία τους γίνεται δεκτή για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Εκείνο που προκύπτει από τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 είναι ότι οι επίδικες συγκαταθέσεις λήφθηκαν από λειτουργούς των ΥΚΕ, μετά από αναφορά που έφθασε στο Γραφείο της, από το Hope of Children, σύμφωνα με την οποία οι δύο ανήλικοι βρίσκονταν υπό τη φροντίδα - κηδεμονία της Διευθύντριας των ΥΚΕ, κάτι που επιβεβαιώθηκε αργότερα και από τις ΥΚΕ. Σε σχέση δε με τα όσα ρωτήθηκε για την Αίτηση Γονικής Μέριμνας ΧΧ, η Μ.Κ.1 εξήγησε ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη, ώστε να απαντήσει. Γνώριζε δε ότι η ΑΑ είναι η μητέρα των παιδιών και ότι αυτή στην κατάθεση της ανέφερε ότι τα παιδιά τα απέκτησε από σχέση της με τον ΒΒ, ο οποίος έχει αποβιώσει. Δεν γνώριζε, κατά τη λήψη των συγκαταθέσεων την ύπαρξη του Διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου στη Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας, στην Αίτηση ΧΧ, ημερομηνίας 29/6/2017 (τεκμήριο 7 ΔΔ). Περαιτέρω δεν φαίνεται να είχε υπόψη της ούτε το Διάταγμα ημερομηνίας 3/11/2017 (τεκμήριο 8 ΔΔ). Ανέφερε δε ότι δεν ζήτησε από τις λειτουργούς των ΥΚΕ να της παρουσιάσουν οποιαδήποτε εξουσιοδότηση από τη Διευθύντρια τους. Ως είπε, δεν ήταν κάτι που αφορούσε την ίδια αλλά τις εν λόγω λειτουργούς και τη Διευθύντρια τους, εξ ου και παρέπεμψε για το θέμα στην τελευταία. Εξήγησε επίσης ότι από τη στιγμή που της είπαν ότι θα υπέγραφαν γιατί ασκούσαν ρόλο κηδεμόνα, σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση όπου ήταν επείγον να ληφθούν καταθέσεις από παιδιά, δεν αμφισβήτησε τις ΥΚΕ, ούτε το Σπίτι του Παιδιού που συνεννοήθηκαν μεταξύ τους. Για αυτό δεν ζήτησε ούτε πιστοποιητικά γεννήσεως των ανηλίκων. Περαιτέρω υποστήριξε βασικά, ότι για την Αστυνομία, όταν λαμβάνει οπτικογραφημένες καταθέσεις από παιδιά, αρκεί τις σχετικές γραπτές συγκαταθέσεις να δώσει ένα και όχι όλα τα πρόσωπα που έχουν τη γονική μέριμνα. Η Μ.Κ.2 αρχικά ήταν η λειτουργός, η οποία ετοίμασε την ένορκη δήλωση κατά τη μετακίνηση των δύο παιδιών (ανήλικων παραπονουμένων) από τη μητέρα τους και στη συνέχεια από το 2020 είναι ο κηδεμόνας αυτών, μετά που η κηδεμονία τους (γονική μέριμνα) ανατέθηκε στις ΥΚΕ. Κατά τη μαρτυρία της εξήγησε το ιστορικό και τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοση των διαταγμάτων (τεκμήρια 7-9 ΔΔ). Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι, από τα όσα ανέφερε προκύπτει ότι δεν ήταν σε θέση να πει για ποιο λόγο στη σχετική Αίτηση, περιλήφθηκε ως Καθ' ου η Αίτηση 2 ο ΓΓ, αφού ως βασικά είπε δεν είναι νομικός για να γνωρίζει. Το νομικό σκέλος της υπόθεσης είχε αναλάβει η Νομική Υπηρεσία, στην οποία και παρέπεμψε για απαντήσεις. Ήταν κατηγορηματική η μάρτυρας και δεν αμφισβητήθηκε ότι, πριν την αφαίρεση της γονικής μέριμνας των παιδιών και την ανάθεση της στη Διευθύντρια των ΥΚΕ, τη γονική μέριμνα τους ασκούσε πρακτικά καθημερινά μόνο η μητέρα τους, ΑΑ. Ως εξήγησε, ο ΓΓ είναι ο άντρας με τον οποίο σύναψε γάμο το 2002 η ΑΑ και μετά τη σύναψη του γάμου αυτού δηλαδή από την περίοδο του 2002, δεν είναι γνωστός ο τόπος διαμονής του ΓΓ. Δεν εντοπίστηκε η παρουσία του από τις ΥΚΕ και δεν κατέστη δυνατό να έχουν οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του. Απ' ό,τι γνωρίζει η μάρτυρας, αυτός είχε φύγει για την Αγγλία χωρίς να δηλώσει οποιαδήποτε διεύθυνση και από τότε δεν γνωρίζουν που διαμένει. Μετά τον εν λόγω γάμο, το 2003, όταν αποκτήθηκε ο γιος του ΓΓ με τη ΑΑ - δεν πρόκειται για κάποιο από τους δύο παραπονούμενους - η τελευταία πήγε μαζί με το παιδί σε νησί στην Ελλάδα. Εκεί άφησε το παιδί στη μητέρα του ΓΓ. Έκτοτε ο ΓΓ, δεν έχει οποιαδήποτε επαφή με την ΑΑ ή τα παιδιά στην Κύπρο. Εξ όσων γνωρίζει η μάρτυρας, δεν υπήρξε κανένα ενδιαφέρον εκ μέρους του ΓΓ να ενημερωθεί για τους παραπονούμενους. Κατά την παρακολούθηση της οικογένειας της ΑΑ από τις ΥΚΕ δεν έχει διαπιστωθεί ή εντοπισθεί να ασκεί τη γονική μέριμνα οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκτός από την ΑΑ. Περαιτέρω, η μάρτυρας εξήγησε ότι, προς επίδοση των διαταγμάτων έγινε προσπάθεια εντοπισμού του ΓΓ, χωρίς αποτέλεσμα και τελικά η επίδοση έγινε στη μητέρα του στην Ελλάδα. Από την επίδοση των διαταγμάτων, ο ΓΓ δεν επικοινώνησε με τις ΥΚΕ ούτε έγιναν οποιεσδήποτε ενέργειες από αυτόν για να λάβει τη γονική μέριμνα ‑ φροντίδα ή επιμέλεια των παιδιών. Ως ανέφερε η Μ.Κ.2, σύμφωνα με τη ΑΑ, ο βιολογικός πατέρας των δύο παραπονουμένων είναι κάποιος ΒΒ, ο οποίος απεβίωσε. Προς επίρρωση της θέσης της η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήρια 10 και 11 ΔΔ αντίστοιχα, τα πιστοποιητικά γέννησης των δύο παιδιών, όπου δεν αναγράφεται ο πατέρας δηλαδή, ως είπε, είναι «αγνώστου πατρός». Δέχθηκε στην αντεξέταση τα όσα προβλέπουν τα Διατάγματα του Οικογενειακού Δικαστηρίου (τεκμήρια 7-9 ΔΔ) και με ειλικρίνεια ανέφερε ότι νομικά δεν ήταν σε θέση να απαντήσει εάν με τα διατάγματα ο ΓΓ, εναντίον του οποίου το προσωρινό διάταγμα ακυρώθηκε, ασκούσε κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο, τη γονική μέριμνα με τη Διευθύντρια των ΥΚΕ. Η παραδοχή εκ μέρους της μάρτυρος ότι τα δύο παιδιά - παραπονούμενοι γεννήθηκαν μέσα στον γάμο της ΑΑ και του ΓΓ, προφανώς είχε την έννοια ότι αυτό έγινε ενώ ο γάμος βρισκόταν σε ισχύ αφού ως πρόσθεσε και δεν αμφισβητήθηκε, ήταν ένας τυπικός γάμος, όπου δεν υπήρχε σχέση, συμβίωση και συνέργεια των δύο προσώπων, κάτι που ως επανέλαβε, γνώριζε μέσα από τη στενή παρακολούθηση της οικογένειας της ΑΑ. Τέλος όταν ρωτήθηκε η Μ.Κ.2 κατά πόσο γνωρίζει εάν οι λειτουργοί των Υ.Κ.Ε. που έδωσαν τις συγκαταθέσεις για τη λήψη των οπτικογραφημένων καταθέσεων των δύο ανηλίκων ημερ. 21/11/2019 και 31/01/2020, είχαν εξουσιοδότηση να προβούν σε αυτήν τη διαδικασία, απάντησε και δεν αμφισβητήθηκε, ότι όλοι οι λειτουργοί των ΥΚΕ που εκπροσωπούν τη Διευθύντρια των ΥΚΕ είναι άτομα εξουσιοδοτημένα να εκτελούν τα καθήκοντα της τελευταίας γιατί, ως είπε, εκ των πραγμάτων η Διευθύντρια δεν μπορεί μόνη της να ανταποκριθεί σε όλες τις περιπτώσεις που μπορεί να τύχουν διαχείρισης από τις ΥΚΕ. Βάσει αυτού πρόσθεσε, όλοι οι λειτουργοί των ΥΚΕ είναι υποχρεωμένοι, ειδικά όταν έχουν να κάνουν με παιδιά, να προβούν στις ανάλογες ενέργειες άμεσα για να τα προστατεύσουν από σοβαρούς και ηθικούς κινδύνους, όπως έγινε στην προκειμένη από τις συναδέλφους της. Η Μ.Κ.3 αναφέρθηκε στα καθήκοντα και στις αρμοδιότητες τόσο της ίδιας όσο και των λειτουργών των ΥΚΕ καθώς και στα δεδομένα που αφορούν την παρούσα και εξήγησε που στηρίζει τη θέση της ότι οι λειτουργοί των ΥΚΕ που έδωσαν τις επίδικες συγκαταθέσεις ήταν πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ίδια να το πράξουν καθώς και τη θέση της όσον αφορά την άσκηση της γονικής μέριμνας των δύο παραπονούμενων ανηλίκων. Ανέφερε ότι γνωρίζει τους δύο ανήλικους, οι οποίοι τέθηκαν υπό τη νομική της φροντίδα, αρχικά με το προσωρινό διάταγμα τον Ιούνιο του 2017 και αναγνώρισε τα τεκμήρια 7, 8 και 9 ΔΔ, ως τα σχετικά με το θέμα διατάγματα. Εξήγησε δε υπό ποιες συνθήκες αναλαμβάνουν οι ΥΚΕ τη γονική μέριμνα παιδιών και ότι αυτή ασκείται στη συνέχεια μέσω των λειτουργών των ΥΚΕ. Ως ανέφερε, τα καθήκοντα των λειτουργών των ΥΚΕ προβλέπονται από το Σχέδιο Υπηρεσίας τους (το κατέθεσε ως τεκμήριο 12 ΔΔ). Όσον αφορά τη φροντίδα, προστασία, επιμέλεια ή άσκηση οποιωνδήποτε πράξεων από τους λειτουργούς σε σχέση με παιδιά παρέπεμψε στο σημείο (γ) του τεκμηρίου 12 όπου υπό τον τίτλο «Καθήκοντα και Ευθύνες» αναφέρεται ότι «Εκτελεί καθήκοντα που σχετίζονται με την ενίσχυση της κοινωνικής ενσωμάτωσης και της προστασίας ατόμων/οικογενειών και ομάδων και εφαρμόζει τη σχετική με τις αρμοδιότητες των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας νομοθεσία». Ως εξήγησε περαιτέρω, αυτό σημαίνει ότι οι λειτουργοί, όταν εντοπίζουν ότι υπάρχουν ζητήματα που απειλούν με φυσικό και ηθικό κίνδυνο παιδιά, ενεργούν προκειμένου να διασφαλίσουν τη φροντίδα και προστασία τους. Ανέφερε περαιτέρω ότι εκτός από το συγκεκριμένο Σχέδιο Υπηρεσίας ανατίθενται στους λειτουργούς συγκεκριμένα καθήκοντα για συγκεκριμένα προγράμματα και ότι όσον αφορά παιδιά που τίθενται υπό τη φροντίδα των ΥΚΕ, αυτά τυγχάνουν χειρισμού από λειτουργούς που έχουν τοποθετηθεί, με συγκεκριμένη επιστολή με την οποία τους ανατίθενται καθήκοντα, στη Μονάδα για την Οικογένεια και το Παιδί, που υπάρχει σε κάθε Επαρχιακό Γραφείο. Εξήγησε επίσης ότι η τοποθέτηση στη συγκεκριμένη Μονάδα εξουσιοδοτεί ρητά τους λειτουργούς να ασκούν καθήκοντα όσον αφορά τη διαχείριση κάθε παιδιού υπό φροντίδα, κάτι που σημαίνει ότι οι λειτουργοί μεριμνούν για όλες τις ανάγκες των παιδιών που αφορούν θέματα ιατρικά, φοίτησης στο σχολείο, παραπομπής τους σε ειδικούς και άλλα θέματα που αφορούν τη φροντίδα και την καθημερινότητα των παιδιών. Ως επίσης ανέφερε, στην καθημερινότητα των παιδιών συμβαίνουν πολλά γεγονότα για τα οποία εάν δεν υπάρχει ευχέρεια των λειτουργών να πράττουν άμεσα και συγκεκριμένα, οι ΥΚΕ δεν θα μπορούν να ασκήσουν τον ρόλο που έχουν για τη φροντίδα και προστασία των παιδιών. Πρόσθεσε δε ότι υπάρχει και εγχειρίδιο βάσει του οποίου εκπαιδεύονται οι λειτουργοί που τοποθετούνται στη συγκεκριμένη Μονάδα (πρόκειται για το «ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ» - το κατέθεσε ως τεκμήριο 14 ΔΔ). Περαιτέρω η μάρτυρας αναφέρθηκε στο ρόλο του Επαρχιακού Λειτουργού Ευημερίας, που είναι διοικητικά προϊστάμενος για το πρόγραμμα που αφορά παιδιά υπό φροντίδα. Εδώ να λεχθεί ότι στο σημείο 12.3 του ως άνω εγχειριδίου αναφέρεται ότι «Από τη στιγμή που θα αποφασισθεί να τεθεί ένα παιδί κάτω από τη φροντίδα του Δ.Υ.Κ.Ε. ή μόλις εκδοθεί το διάταγμα του Δικαστηρίου, ο Επαρχιακός Λειτουργός Ευημερίας, ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από το Δ.Υ.Κ.Ε., έχει την ευθύνη για τη μεταχείριση του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους ΙΙΙ του Περί Παίδων Νόμου, Κεφ. 352». Αναφορικά με τις Χριστιάνα Γιατρού και Έλενα Ρούσου, η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι πρόκειται για λειτουργούς των ΥΚΕ, οι οποίες έχουν διοριστεί στις 28/2/
- Τα καθήκοντα αυτών είναι να ασχολούνται με προγράμματα, που αφορούν τη φροντίδα και την προστασία παιδιών και ειδικότερα στη Μονάδα για την Οικογένεια και το Παιδί. Η Γιατρού ήταν τοποθετημένη στην εν λόγω Μονάδα από τις 16/10/217 μέχρι τις 16/12/2020 (κατέθεσε ως τεκμήριο 13 ΔΔ την επιστολή ανάθεσης σε αυτή των καθηκόντων της στη Μονάδα) ενώ η Ρούσου ήταν τοποθετημένη στην ίδια Μονάδα από τον Φεβρουάριο του 2009 μέχρι και τον Μάρτιο του
- Ήταν δε κατηγορηματική η Μ.Κ.3 ότι και οι δύο προαναφερόμενες λειτουργοί ήταν εξουσιοδοτημένες να ενεργήσουν εκ μέρους της όσον αφορά τις συγκαταθέσεις ημερομηνίας 21/11/2019 και 31/1/2020 που έδωσαν για να ληφθούν οι δύο οπτικογραφημένες καταθέσεις από τους ανήλικους παραπονούμενους και ότι έπραξαν ορθώς σύμφωνα με τα καθήκοντά και τις αρμοδιότητες τους. Εξήγησε δε προς τούτο ότι δεν δίδονται στους λειτουργούς που είναι τοποθετημένοι στη συγκεκριμένη Μονάδα γραπτές εξουσιοδοτήσεις για κάθε ενέργεια στην οποία προβαίνουν και ότι η εξουσιοδότηση τους να πράττουν για όλες τις ενέργειες που απαιτούνται για τα θέματα των παιδιών προκύπτει από τα όσα προανέφερε, με βάση δηλαδή το Σχέδιο Υπηρεσίας τους, την ανάθεση σε αυτούς καθηκόντων στη συγκεκριμένη Μονάδα, το Εγχειρίδιο Οργάνωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, την εκπαίδευση την οποία λαμβάνουν συνεχώς και την καθοδήγηση και προφορικές οδηγίες που παίρνουν στην πορεία του αλλά και από το ότι ότι διέπονται από τη διοικητική ιεραρχία που υπάρχει. Ως χαρακτηριστικά ανέφερε «Φανταστείτε εάν για κάθε συγκεκριμένη ενέργεια που αφορούσε ένα παιδί θα έπρεπε να παίρνουν συγκεκριμένη και γραπτή εξουσιοδότηση για να προβαίνουν σε ενέργειες, τότε, σε αυτήν την περίπτωση δεν θα μπορούσε να προασπιστεί ούτε το συμφέρον του παιδιού αλλά ούτε και την προστασία του. Τα γεγονότα τα οποία εξελίσσονται στο πλαίσιο προστασίας παιδιού ωσάν κηδεμόνες, στους οποίους είμαστε, απαιτούν αμεσότητα, ευχέρεια, συγκεκριμένες ενέργειες και προώθησή τους τάχιστα». Άλλωστε, ως είπε, δεν υπάρχει πουθενά υποχρέωση της ότι πρέπει να δίδει συγκεκριμένη γραπτή εξουσιοδότηση για κάθε ενέργεια. Διαφώνησε δε σε υποβολή ότι αποτελούσε ρητή διαταγή του Δικαστηρίου, ως προκύπτει από το διάταγμα τεκμήριο 7 ΔΔ, ότι η εξουσιοδότηση στις δύο λειτουργούς έπρεπε να ήταν γραπτή και συγκεκριμένη δηλαδή ειδική εξουσιοδότηση για τη συγκεκριμένη πράξη και είπε βασικά ότι αυτό δεν απαιτείται για να μπορούν να ανταποκρίνονται οι λειτουργοί στις υπηρεσίες που αφορούν και εξυπηρετούν το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού στην καθημερινότητα του. Όταν η κα Αδάμου επέμενε όπως η μάρτυρας παρουσιάσει στο Δικαστήριο αυτές τις εξουσιοδοτήσεις, η Μ.Κ.3 επανέλαβε, ως το εξήγησε πριν, το πλαίσιο από το οποίο απορρέουν οι αρμοδιότητες των λειτουργών για να προβαίνουν σε αυτές τις ενέργειες και ότι η ίδια δεν έχει υποχρέωση να δίδει γραπτή εξουσιοδότηση. Εύλογα, κατά την κρίση μας, διερωτήθηκε «Θέλετε να πείτε για να υποβληθεί ένα παιδί να πάει στο νοσοκομείο ή στο σχολείο, είτε για να πάει να μεταβεί σε κάθε σημαντικό, είτε να έχει επικοινωνία με τους γονείς του, είτε για να πάει να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του, για συγκεκριμένη ανάγκη, πρέπει να έχει εξουσιοδοτημένη εξουσιοδότηση κάθε φορά;». Είπε δε ότι επειδή και η λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων είναι σημαντικό θέμα, όπως και όλα τα υπόλοιπα που αφορούν τα παιδιά υπό φροντίδα είναι σημαντικά για την καθημερινή τους ζωή και όλα προασπίζουν τη φροντίδα και προστασία των παιδιών, ορθά έπραξαν οι συγκεκριμένες λειτουργοί, οι οποίες ήταν πλήρως και ρητά εξουσιοδοτημένες από την ίδια να προβαίνουν σε αυτές τις ενέργειες. Ανέφερε δε ότι εάν οι συγκεκριμένοι λειτουργοί έπρατταν διαφορετικά δεν θα ασκούσαν επαρκώς την αρμοδιότητά τους για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος των παιδιών. Τέλος σε υποβολή ότι τα διατάγματα του Δικαστηρίου είναι ρητά, ότι χρειάζονται εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από την ίδια, κάτι που δεν έχει τηρηθεί, απάντησε ότι όχι μόνο ήταν εξουσιοδοτημένες οι λειτουργοί αλλά εξυπηρέτησαν το συμφέρον των παιδιών με το να συγκατατεθούν στη λήψη των οπτικογραφημένων καταθέσεων και να δώσουν την ευκαιρία σε δύο ανήλικα παιδιά να αναφέρουν ως πρέπει τα όσα είχαν πει στους λειτουργούς. Αναφορικά με τον ΓΓ, η Μ.Κ.3 είπε ότι γνωρίζει ότι το όνομα αυτού αναγράφεται στα διατάγματα τεκμήρια 7, 8 και 9 ΔΔ και εξήγησε ότι πρόκειται για το πρόσωπο που ήταν παντρεμένο με τη μητέρα των ανήλικων παραπονουμένων, το οποίο όμως από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησαν οι ενέργειες για διαχείριση της περίπτωσης τους, δεν ήταν παρών σε οποιαδήποτε καθημερινή ή άλλη έκβασή της. Το πρόσωπο αυτό αναζητήθηκε για να ενημερωθεί και για τα περαιτέρω και δεν εντοπίστηκε. Ως εκ τούτου με την καθοδήγηση της Νομικής Υπηρεσίας, στις 24/10/2017 έγινε σχετική επίδοση στη μητέρα του στην Ελλάδα αλλά μέχρι σήμερα δεν αντέδρασε. Όταν της υποβλήθηκε στην αντεξέταση ότι, με δεδομένο ότι με το διάταγμα τεκμήριο 8 ΔΔ έγινε απόλυτο το προσωρινό διάταγμα τεκμήριο 7 ΔΔ σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση 1, δηλαδή τη μητέρα των ανηλίκων αλλά ακυρώθηκε για τον Καθ' ου η Αίτηση 2 - ΓΓ, ο τελευταίος δηλαδή «ο πατέρας των ανήλικων», ασκούσε μαζί με τη μάρτυρα από κοινού τη γονική μέριμνα των ανήλικων, είπε ότι όπως εξήγησε, το εν λόγω πρόσωπο, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν σε γάμο με τη μητέρα των παιδιών αλλά δεν παρουσιάσθηκε ποτέ ούτε και επέδειξε κανένα ενδιαφέρον για τα παιδιά. Δέχθηκε δε ότι επειδή ήταν σε ισχύ ο γάμος του με τη μητέρα των παιδιών, τεκμαίρεται ότι τα παιδιά είναι δικά του. Εξήγησε δε βασικά ότι ήταν για αυτό το λόγο που ο ΓΓ τέθηκε αρχικά στην Αίτηση ΧΧ ως Καθ' ου η Αίτηση 2 και ότι ακολουθήθηκαν όλες οι διαδικασίες και καθ' υπόδειξη της Νομικής Υπηρεσίας για τον εντοπισμό του και την επίδοση και πρόσθεσε ότι στην πορεία το θέμα έχρηζε περαιτέρω διερεύνησης εφόσον η μητέρα των παιδιών ανέφερε ότι αυτός δεν ήταν ο πατέρας τους και στα πιστοποιητικά γεννήσεως τους φάνηκε ότι ήταν αγνώστου πατρός. Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι η θέση της ότι η ίδια ποτέ δεν άσκησε τη γονική μέριμνα των παιδιών με τον ΓΓ, δεν βασιζόταν στο ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν είχε τέτοιο δικαίωμα με βάση το Νόμο αλλά στο ότι στην πράξη αυτός δεν το άσκησε ποτέ. Για αυτό και, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, το εν λόγω πρόσωπο όχι μόνο δεν συμμετείχε αλλά μέχρι σήμερα είναι άφαντος, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε. Συμπεράσματα Κατ' αρχάς αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι οι επίδικες συγκαταθέσεις και δηλώσεις αναφορικά με τη λήψη των οπτικογραφημένων καταθέσεων των ανήλικων παραπονουμένων δόθηκαν από τις συγκεκριμένες λειτουργούς των ΥΚΕ, στις 21/11/2019 και 31/1/
- Εξετάζοντας στη συνέχεια το θέμα της γονικής μέριμνας των δύο ανηλίκων θα πρέπει να λεχθεί ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και γίνονται δεκτά για σκοπούς και μόνο της παρούσας διαδικασίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Τα δύο παιδιά γεννήθηκαν ενώ ο γάμος της μητέρας τους ΑΑ και του ΓΓ βρισκόταν σε ισχύ. Ο ΓΓ δεν είναι ο βιολογικός τους πατέρας. Στα πιστοποιητικά γεννήσεως τους δεν αναφέρεται πατέρας. Στην Αίτηση ΧΧ του Οικογενειακού Δικαστηρίου, Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας, Αιτήτρια ήταν η Διευθύντρια των ΥΚΕ και Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 ήταν η ΑΑ και ο ΓΓ αντίστοιχα. Στα πλαίσια της εν λόγω Αίτησης, εκδόθηκε στις 29/6/2017, μονομερές προσωρινό διάταγμα με το οποίο αφαιρέθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση η άσκηση της γονικής μέριμνας ανήλικων, μεταξύ των οποίων και των δύο παραπονουμένων και ανατέθηκε «στην Αιτήτρια και/ή σε εξουσιοδοτημένο από αυτήν πρόσωπο ή διαζευκτικά, η επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της Καθ' ης η αίτηση» (βλ. τεκμήριο 7 ΔΔ - η υπογράμμιση του Δικαστηρίου). Στις 3/11/2017 το Οικογενειακό Δικαστήριο κατέστησε το ως άνω διάταγμα απόλυτο σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση 1 ενώ το ακύρωσε σε σχέση με τον Καθ' ου η Αίτηση
- Περαιτέρω εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο ρυθμιζόταν η επικοινωνία της Καθ' ης η Αίτηση 1 με τα ανήλικα τέκνα της. Τα πιο πάνω διατάχθηκε να ισχύουν μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της κυρίως Αίτησης ή νεώτερου διατάγματος του Δικαστηρίου. Καμία εμφάνιση υπήρξε στη διαδικασία για τον Καθ' ου η Αίτηση 2 (βλ. τεκμήριο 8 ΔΔ). Στις 28/7/2021, το Οικογενειακό Δικαστήριο εξέδωσε τελικό διάταγμα στην κυρίως Αίτηση, με το οποίο η άσκηση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων τέκνων της Καθ' ης η Αίτηση 1 (η υπογράμμιση του Δικαστηρίου) ανατέθηκε στην Αιτήτρια καθώς και διάταγμα που ρύθμιζε την επικοινωνία της Καθ' ης η Αίτηση 1 με τα παιδιά της. Καμία εμφάνιση υπήρξε για τον Καθ' ου η Αίτηση 2 (βλ. τεκμήριο 9 ΔΔ). Αποτελεί θέση της Υπεράσπισης βασικά ότι με την έκδοση του διατάγματος τεκμήριο 8 ΔΔ δηλαδή από τις 3/11/2017, τη γονική μέριμνα των ανηλίκων ασκούσε από κοινού η Διευθύντρια των ΥΚΕ και ο ΓΓ. Στηρίζει δε τη θέση της αυτή στο συνδυασμό του ότι τα δύο παιδιά γεννήθηκαν ενώ ο γάμος του ΓΓ με την ΑΑ ήταν σε ισχύ και του ότι αυτός ήταν ο Καθ' ου η Αίτηση 2 στη διαδικασία κατά τον πιο πάνω χρόνο (δηλαδή στις 3/11/2017) που το προσωρινό διάταγμα ημερ. 29/6/2017, που είχε εκδοθεί εναντίον του, ακυρώθηκε. Έχοντας κατά νου ότι δεν αποτελεί έργο του παρόντος Δικαστηρίου η εξέταση και η κρίση αναφορικά με το κατά πόσο ο ΓΓ είναι ο πατέρας των δύο παιδιών με βάση το Νόμο, θα εξετάσουμε το θέμα στα περιορισμένα και μόνο πλαίσια της παρούσας διαδικασίας εφόσον αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη θέση της Υπεράσπισης ότι το πρόσωπο αυτό είχε κατά τους κρίσιμους χρόνους, για τις επίδικες συγκαταθέσεις και δηλώσεις, από κοινού τη γονική μέριμνα με τη Διευθύντρια των ΥΚΕ. Ανεξάρτητα του γεγονότος ότι στα πιστοποιητικά γεννήσεως των ανήλικων δεν αναφέρεται ο ΓΓ ως πατέρας αυτών αλλά και του ότι στα ως άνω αναφερόμενα διατάγματα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, γίνεται αναφορά στα παιδιά ως τέκνα της Καθ' ης η Αίτηση 1 (βλ. υπογραμμίσεις Δικαστηρίου ανωτέρω), το θέμα διέπεται από το Νόμο και συγκεκριμένα, ως αποδέχθηκε και η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, από το άρθρο 6 του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νοµική Υπόσταση) Νόµου 187/
- Σύμφωνα με την εν λόγω πρόνοια το παιδί που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάµου της µητέρας του ή µέσα σε διάστηµα τριακόσιων δύο ηµερών από τη λύση ή την ακύρωσή του, τεκµαίρεται ότι έχει πατέρα το σύζυγο της µητέρας. Είναι, ως έχει αναφερθεί, με δεδομένο ότι οι δύο ανήλικοι παραπονούμενοι γεννήθηκαν ενώ ο γάμος της μητέρας τους και του ΓΓ βρισκόταν σε ισχύ, που η Υπεράσπιση εδράζει τη θέση της στο ως άνω νομικό τεκμήριο. Ενόψει αυτού και για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας και μόνο διαδικασίας θα προχωρήσουμε στην εξέταση του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, θεωρώντας ότι με βάση το Νόμο 216/90 ((βλ. άρθρο 5
(1)(α)), ο ΓΓ ήταν πρόσωπο που είχε δικαίωμα (αλλά και καθήκον) να ασκεί από κοινού τη γονική μέριμνα των δύο ανηλίκων, από κοινού με τη μητέρα αυτών και κατ' επέκταση μετά από την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε και εναντίον του, είχε τέτοιο δικαίωμα από κοινού με τη Διευθύντρια των ΥΚΕ. Αποτελεί βασικά θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ακόμη και σε τέτοια περίπτωση ορθά δόθηκαν οι επίδικες συγκαταθέσεις και δηλώσεις εφόσον ο ΓΓ δεν ασκούσε στην πράξη τη γονική μέριμνα των ανηλίκων. Ως προς τούτο θα πρέπει να λεχθεί κατ' αρχάς ότι το άρθρο 5 του Νόμου 216/90, αναφέρει μεν στο εδάφιο (α) της παραγράφου 1 ότι τη γονική μέριμνα ασκούν από κοινού οι γονείς αλλά στις επόμενες παραγράφους προβλέπει για το τι γίνεται σε περιπτώσεις που ένας εξ αυτών ή και οι δύο αδυνατούν να την ασκήσουν. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 2 προβλέπεται ότι σε περίπτωση θανάτου, κήρυξης σε αφάνεια, ή απουσίας του ενός γονέως, η γονική µέριµνα ασκείται αποκλειστικά από τον άλλο ενώ στην παράγραφο 3 προβλέπεται ότι αυτή ασκείται μόνο από τον ένα γονέα όταν ο άλλος αδυνατεί να την ασκήσει «για πραγµατικούς λόγους ή γιατί είναι ανίκανος ή περιορισµένα ικανός για δικαιοπραξία». Τα πιο πάνω προφανώς ισχύουν κατ' αναλογία και σε περιπτώσεις όπως την υπό κρίση, όπου δηλαδή τη γονική μέριμνα ασκούσε ο ΓΓ από κοινού με τη Διευθύντρια των ΥΚΕ. Με βάση τη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή προκύπτει ότι ο ΓΓ ποτέ δεν άσκησε τη γονική μέριμνα των δύο ανήλικων παραπονουμένων. Αυτός από χρόνο πριν τη γέννηση των δύο παιδιών (αυτά γεννήθηκαν το 2009 και το 2011 αντίστοιχα) και συγκεκριμένα από το 2002 δεν συμβίωνε, ούτε και είχε οποιαδήποτε σχέση με τη μητέρα των παιδιών ενώ είναι άγνωστο ακόμη και μέχρι σήμερα που διαμένει έκτοτε. Ως εκ των άνω προκύπτει ότι ενόψει της μόνιμης απουσίας του ΓΓ, τη γονική μέριμνα των παραπονουμένων, κατά τον χρόνο που μας ενδιαφέρει, εδικαιούτο να ασκήσει και ασκούσε αποκλειστικά η Διευθύντρια των ΥΚΕ. Κατ' επέκταση με δεδομένο ότι δόθηκαν από λειτουργούς των ΥΚΕ, εξουσιοδοτημένες από τη Διευθύντρια των ΥΚΕ (ως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια), κρίνεται ότι ήταν νόμιμες και έγκυρες οι επίδικες συγκαταθέσεις και δηλώσεις. Στο σημείο αυτό δέον όπως γίνει αναφορά και στο άρθρο 8 του Νόμου 216/90, το οποίο επίσης ισχύει κατ' αναλογία σε περιπτώσεις όπως την παρούσα και προβλέπει ότι καθένας από τους γονείς επιχειρεί και µόνος του πράξεις αναφερόµενες στη γονική µέριµνα εφόσον πρόκειται για συνήθεις πράξεις επιµέλειας του τέκνου ή για πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα. Η παρούσα υπόθεση αφορά σοβαρές πράξεις, που κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκαν εις βάρος των δύο ανήλικων παραπονούμενων και ως ανέφερε η Μ.Κ.1 αλλά και ως προκύπτει από τη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, ήταν κατ' επέκταση επείγον να ληφθούν από αυτούς σχετικές οπτικογραφημένες καταθέσεις. Ειρήσθω εν παρόδω το άρθρο 6 του ίδιου Νόμου, καθιερώνει ως γενική ρήτρα την αρχή ότι η γονική μέριμνα πρέπει να ασκείται προς το συμφέρον του τέκνου (ως τέτοιο εννοείται το σωματικό, το υλικό, το πνευματικό, το ψυχικό, το ηθικό και γενικότερα το κάθε είδους συμφέρον - βλ. Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα κ.ά.
(2001)1Γ Α.Α.Δ 1911). Ως εκ των άνω αλλά και του ότι ο ΓΓ απουσίαζε από τη ζωή των ανηλίκων, ήταν καθήκον της Διευθύντριας, ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων να δώσει τις εν λόγω συγκαταθέσεις και δηλώσεις αφού όχι μόνο εδικαιούτο αλλά υποχρεούτο (η άσκηση της γονικής μέριμνας είναι και καθήκον) να πράξει αυτά από μόνη της. Συνεπώς οι εν λόγω συγκαταθέσεις και δηλώσεις κρίνεται ότι ήταν νόμιμες και έγκυρες και για αυτό το λόγο. Αναφορικά δε με το ότι οι συγκαταθέσεις και δηλώσεις για τις δύο οπτικογραφημένες καταθέσεις δόθηκαν από λειτουργούς των ΥΚΕ, αποτελεί, ως προαναφέρθηκε, θέση της Υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι αυτές είχαν σχετική εξουσιοδότηση από τη Διευθύντρια των ΥΚΕ. Η κα Αδάμου στήριξε τη θέση αυτή στο ότι, σύμφωνα με το διάταγμα ημερ. 29/6/2017 (τεκμήριο 7 ΔΔ), η γονική μέριμνα των ανήλικων ανατέθηκε «στην Αιτήτρια και/ή σε εξουσιοδοτημένο από αυτήν πρόσωπο ή διαζευκτικά». Ήταν μάλιστα η θέση της κας Αδάμου ότι, ενόψει της σοβαρότητας του θέματος για το οποίο δόθηκαν οι συγκαταθέσεις και δηλώσεις, οι εξουσιοδοτήσεις για αυτές θα έπρεπε να είναι γραπτές και για το συγκεκριμένο σκοπό. Ως προς το θέμα σχετικός είναι και ο ορισμός που δίδει η ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του Νόμου 216/90, σύμφωνα με τον οποίο «Διευθυντής» σημαίνει το Διευθυντή του Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ή οποιοδήποτε λειτουργό του Τμήματος εξουσιοδοτημένο από αυτόν». Από το πιο πάνω προκύπτει ότι η αναφορά στο διάταγμα τεκμήριο 7 ΔΔ στην Αιτήτρια, η οποία είναι η Διευθύντρια των ΥΚΕ, περιλαμβάνει τόσο την ίδια προσωπικά όσο και οποιοδήποτε λειτουργό του Τμήματος της εξουσιοδοτημένο από αυτήν. Στον ως άνω ορισμό δεν καθορίζεται ο τρόπος με τον οποίο ο λειτουργός εξουσιοδοτείται από τη Διευθύντρια. Ειρήσθω εν παρόδω να λεχθεί ότι ούτε στο διάταγμα τεκμήριο 7 ΔΔ καθορίζεται κάτι τέτοιο. Εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε δε όπως η εξουσιοδότηση αυτή περιβάλλεται συγκεκριμένου τύπου και δη να είναι γραπτή και να παρέχεται για το συγκεκριμένο σκοπό, θα το έπραττε ρητά. Αυτό δεν είναι κατά την κρίση μας τυχαίο, εφόσον ως εξήγησε η Μ.Κ.3 και είναι άλλωστε λογικό, δεν θα ήταν πρακτικά δυνατό οι ΥΚΕ να επιτελούν το σημαντικό κοινωνικό τους έργο εάν, για κάθε ενέργεια των λειτουργών τους και ιδιαίτερα όταν αυτή είναι επείγουσας φύσεως και γίνεται για την προστασία και προς το συμφέρον ανηλίκων, απαιτείτο γραπτή εξουσιοδότηση από τη Διευθύντρια. Αρκεί βέβαια οι ενέργειες αυτές να γίνονται στα πλαίσια των καθηκόντων και εντός των αρμοδιοτήτων των λειτουργών όπως αυτές καθορίζονται από τα όσα ανέφερε κατά τη μαρτυρία της η Μ.Κ.
- Ως εκ των άνω κρίνεται ότι, με δεδομένο ότι τα πρόσωπα που έδωσαν τις επίδικες στην παρούσα συγκαταθέσεις και δηλώσεις ήταν λειτουργοί των ΥΚΕ και έδωσαν αυτές υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες εντός και στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων τους, έδρασαν ως εξουσιοδοτημένα από τη Διευθύντρια των ΥΚΕ πρόσωπα, σε συμφωνία τόσο με το Νόμο 216/90 όσο και με το διάταγμα τεκμήριο 7 ΔΔ και δεν απαιτείτο οποιαδήποτε τυπική και συγκεκριμένη για το σκοπό αυτό εξουσιοδότηση από τη Διευθύντρια των ΥΚΕ. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι οι επίδικες συγκαταθέσεις και δηλώσεις είναι νόμιμες και έγκυρες. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης δέον όπως λεχθεί ότι σε κάθε περίπτωση ακόμη και εάν κρινόταν ότι οι εν λόγω συγκαταθέσεις και δηλώσεις λήφθηκαν κατά παράβαση του Νόμου 95(Ι)/2001, αυτό δεν οδηγεί απαρέγκλιτα στον αποκλεισμό τους ως μαρτυρίας και εξηγούμε. Ως έχει προαναφερθεί στην παράθεση της νομικής πτυχής, εφόσον δεν τίθεται θέμα παραβίασης συνταγματικού δικαιώματος του κατηγορουμένου η μαρτυρία που λαμβάνεται παράνομα δεν αποκλείεται αυτόματα. Το θέμα εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται στη βάση συγκεκριμένων αρχών (βλ. Parris ανωτέρω όπου υιοθετήθηκαν οι αρχές της R v. Sang [1979] 2 All E.R. 1222). Το Δικαστήριο έχει πάντοτε διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να δεχθεί μαρτυρία αν κατά την γνώμη του ο δυσμενής επηρεασμός της υπερισχύει της αποδεικτικής της αξίας. Το γεγονός ότι η μαρτυρία έχει μεγάλη αποδεικτική αξία δεν την καθιστά απαράδεκτη αλλά αντίθετα όσο πιο μεγάλη είναι η αποδεικτική της αξία τόσο πιο δύσκολος καθίσταται ο αποκλεισμός της. Ένα κομμάτι μαρτυρίας, δεν επηρεάζει δυσμενώς τον κατηγορούμενο, επειδή είναι ενοχοποιητικό. Δυσμενής επηρεασμός υπάρχει αν η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας δημιουργεί συνθήκες μη δίκαιης δίκης (βλ. και Μακρίδης ανωτέρω). Αυτό που έχει σημασία είναι κατά πόσο υπάρχει οτιδήποτε είτε στο περιεχόμενο της μαρτυρίας είτε στον τρόπο εξασφάλισης ή χρησιμοποίησης της από την κατηγορούσα αρχή, το οποίο οδηγεί σε δυσμενή συμπεράσματα σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου, δυσανάλογα με την αποδεικτική αξία που θα είχε η μαρτυρία αν δεν συνέτρεχαν οι εν λόγω προϋποθέσεις (βλ. και ΧΧΧ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 253/17, ημερ. 28/2/2019). Στην προκειμένη η δεκτότητα των εν λόγω συγκαταθέσεων και δηλώσεων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δεκτότητα των οπτικογραφημένων καταθέσεων των ανήλικων παραπονουμένων, οι οποίες δόθηκαν σε σχέση με αδικήματα κατά παράβαση του Νόμου 91(Ι)/
- Σύμφωνα με το άρθρο 43
(1)του εν λόγω Νόμου, όταν σε τέτοια αδικήματα μάρτυρας είναι ανήλικος, οι διωκτικές αρχές εξασφαλίζουν ότι όλες οι συνεντεύξεις µε το παιδί µάρτυρα ή θύµα οπτικογραφούνται και ότι, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης θεωρούνται ως ικανή µαρτυρία δυνάµει του περί Αποδείξεως Νόµου. Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου προβλέπει ότι για την εφαρµογή των διατάξεων του εδαφίου
(1)ισχύουν οι προϋποθέσεις και οι κανόνες που προβλέπονται στον Νόµο 95(Ι)/2001. Το άρθρο 9
(1)του Νόμου 95(Ι)/2001 προνοεί ότι το Δικαστήριο δύναται να κάνει δεκτή ως κυρίως εξέταση την οπτικογραφηµένη κατάθεση τέτοιου µάρτυρα ενώ το άρθρο 11 προβλέπει ότι όταν γίνεται αποδεκτή τέτοια κατάθεση, ο µάρτυρας δε θα υπόκειται σε κυρίως εξέταση αναφορικά προς οποιοδήποτε θέµα το οποίο, κατά τη γνώµη του Δικαστηρίου, καλύπτεται από την οπτικογραφηµένη κατάθεση. Από τα πιο πάνω προκύπτει αναμφίβολα ότι οι δύο οπτικογραφημένες καταθέσεις που έδωσαν οι ανήλικοι παραπονούμενοι και αφορούν την παρούσα υπόθεση, αποτελούν μαρτυρία της οποίας η αποδεικτική αξία είναι πολύ μεγάλη. Δεν έχει δε καταδειχθεί ότι, το γεγονός ότι οι εν λόγω συγκαταθέσεις και δηλώσεις δόθηκαν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, έχει επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο - που να υπερισχύει της αποδεικτικής τους αξίας - πόσο μάλλον δυσμενώς, τον κατηγορούμενο είτε στην υπεράσπιση του είτε άλλως πως. Η αποδοχή τους δεν φαίνεται δε να δημιουργεί συνθήκες μη δίκαιης δίκης για τον κατηγορούμενο. Άλλωστε σε κανένα σημείο της διαδικασίας δεν υποστηρίχθηκε κάτι τέτοιο από την Υπεράσπιση. Τέλος δέον όπως επαναληφθεί η καίρια υπόδειξη του Εφετείου στην Μακρίδης ανωτέρω, ότι δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι «οι πρόνοιες που αφορούν στη λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι χρήζουν βοήθειας, δυνάμει του περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου, σκοπό έχουν την προστασία των δικαιωμάτων των προσώπων αυτών, εν προκειμένω των ανηλίκων και τη διαμόρφωση και κατοχύρωση ενός ασφαλούς πλαισίου εμπιστοσύνης και προστασίας του θύματος». Κατάληξη Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω κρίνουμε ότι οι λόγοι ένστασης της Υπεράσπισης δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτή η κατάθεση ως τεκμηρίων, των τεκμηρίων προς αναγνώριση Α - Στ. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο