Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χαραλαμπίδη, Αρ. Υπόθεσης: 1209/18, 31/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου ‑ Παπά, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1209/18 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου εναντίον ΧΧΧ Χαραλαμπίδη Ημερομηνία: 31.03.22 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κα Σ. Σωκράτους Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στην κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (πρώτη κατηγορία) και της δημόσιας εξύβρισης (δεύτερη κατηγορία). Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν λεχθεί αναλυτικά σε προγενέστερο στάδιο, στην τελική απόφαση του Δικαστηρίου σημερινής ημερομηνίας, στην οποία αναφέρθηκε ότι την 1η Ιουλίου του 2017 ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε εναντίον της Παραπονούμενης, YΧΧ Ilieva, από τη Βουλγαρία, η οποία τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλός του, στο περίπτερο που διατηρεί και την εξύβρισε με τη φράση «Μαλακισμένη». Από την επίθεση που δέχθηκε η Παραπονούμενη της προκλήθηκε πραγματική σωματική βλάβη, δηλαδή εκδορά στον αριστερό αγκώνα, όπως διαπίστωσε ο Ιατρός ΧΧΧ Θεοδώρου. Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Η Συνήγορος Υπεράσπισης αγόρευσε προς μετριασμό της ποινής, ανάφερε στο Δικαστήριο τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, τόνισε ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου, έγγαμος και υπεύθυνος της επιχείρησης του περιπτέρου, το οποίο διατηρεί. Επίσης, η κα Σωκράτους, ανάφερε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του, τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα, που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα, στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής και ειδικότερα στην πρώτη κατηγορία που είναι η σοβαρότερη που επισύρεται ποινή φυλάκισης μέχρι και 3 χρόνια. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Τόκκαλος
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 αναφέρθηκαν τα εξής «η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας, πλήττει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς». Ούτε φυσικά και η επίλυση προσωπικών διαφορών με τη χρήση βίας μπορεί να γίνει ανεκτή. Η ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα, θα πρέπει να είναι ανάλογη και με την έκταση της χρήσης βίας, ενώ λαμβάνεται περαιτέρω υπόψη και το κατά πόσο αυτή ασκείται σε δημόσιο χώρο στην παρουσία άλλων προσώπων (βλ. Και Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 και Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 581). Η σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης προκύπτει και από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων και καταδεικνύουν την όλη απαράδεκτη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου έναντι της υπαλλήλου του, της Μ.Κ 2. Σύμφωνα όμως με τα πιο πάνω, δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων, τόσο για τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Προς όφελος λοιπόν του Κατηγορουμένου λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο και εμφαίνεται ότι ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες ως εξετέθησαν από τη συνήγορο Υπεράσπισης, ότι είναι έγγαμος και οικογενειάρχης. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη προς όφελός του, είναι ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων. Ως έχει νομολογηθεί η πάροδος χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος τέτοιου μακρού χρόνου μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο. Περαιτέρω οι προσωπικές συνθήκες ενός Κατηγορουμένου στο διάστημα αυτό, μπορεί να αλλάξουν ριζικά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355) Ως λέχθηκε δε στην Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365, η καθυστέρηση στην καταχώρηση μιας υπόθεσης εναντίον ενός προσώπου και/ή καθυστέρηση στην εκδίκαση της, αποτελούν σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα, ο οποίος, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα, όχι μόνο τη μείωση της ποινής αναφορικά με το είδος αυτής, αλλά και μετατροπή της ποινής που κανονικά θα επιβάλλετο αν δεν υπήρχε η καθυστέρηση. Η έκταση φυσικά της ευθύνης του Κατηγορούμενου στην εν λόγω καθυστέρηση λαμβάνεται επίσης υπόψη στον δέοντα βαθμό. Σε τέτοια περίπτωση αυτός δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Ανεξαρτήτως όμως του ποιος φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης, το γεγονός της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την τιμωρία του παραβάτη τείνει ασφαλώς προς τον μετριασμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267). Φαίνεται ότι στην παρούσα τα αδικήματα διαπράχθηκαν την 1.07.2017, το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 9.03.18 και το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή σχεδόν 5 χρόνια μετά. Τόσο ο χρόνος όσο και οι λοιποί παράγοντες λαμβάνονται λοιπόν σοβαρά υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα κρίνω ότι στην παρούσα δεν ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης του Κατηγορουμένου. Καταληκτικά επιβάλλω σε αυτόν: Στην 1η κατηγορία €400 πρόστιμο Στην 2η κατηγορία €100 πρόστιμο Ως επίσης καλείται να καταβάλει €160, τα έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής. ( Υπ.)............................... Γ. Ιωαννίδου ‑ Παπά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο