Π. Π. κ.α. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης Έφεσης: 67/22i, 16/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Έφεσης: 67/22i Επί της αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις Αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ.224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ.-
- Π. Π.
- Κ. Π. Αιτητών - Εφεσείοντων -Και- Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ Καθ' ων η Αίτηση - Εφεσίβλητοι Ημερομηνία: 16/5/2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές ‑ Εφεσείοντες: κ. Σταύρου Για Καθ' ων η αίτηση ‑ Εφεσίβλητους: κα. Ραφαήλ ΑΠΟΦΑΣΗ H αποστολή ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» στους Αιτητές, ως το μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965) (στο εξής «ο Νόμος») ορίζει, αποτέλεσε το έναυσμα για την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Με αυτή την ειδοποίηση ορίζεται την 24/5/22 πλειστηριασμός των ακινήτων με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φύλλο/Σχέδιο 40/54Ε229, τεμάχιο [ ], μερίδιο 67/75, στην Αραδίππου και με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φύλλο/Σχέδιο 40/54Ε229, τεμάχιο [ ], μερίδιο 67/75, στην Αραδίππου (στο εξής «το Ακίνητα»). Επί της αιτήσεως αξιώνεται: A) Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται ή να παραμερίζεται η ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 2/3/22, με την οποία ήρθε εις γνώση των Αιτητών ότι το ενυπόθηκο χρέος που εξασφαλίζεται από την υποθήκη αρ. Υ871/11 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας έχει από την 19/5/14 καταστεί πληρωτέο και οι Καθ' ων η αίτηση προτίθενται να προχωρήσουν σε πώληση των ενυπόθηκων Ακινήτων στις 24/5/22, αντί του ποσού των €37.034,17 πλέον τόκο €1.867,45, Β) Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται ο σκοπούμενος με την ως άνω ειδοποίηση πλειστηριασμός. Γ) Διάταγμα αναστολής της αποστολής της όποιας περεταίρω επιστολής ή ειδοποίησης ως ο Νόμος ορίζει, λόγω ακυρότητας της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ». Δ) Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η περαιτέρω διαδικασία πλειστηριασμού ως την ορίζει ο Νόμος, ελέω της ακυρότητας της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» Ε) Οποιαδήποτε θεραπεία κρίνει δίκαια το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις Στ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ πλέον έξοδα επίδοσης της παρούσας. Δεν θα καταγράψω όλους τους λόγους ακύρωσης. Αρκεί απλώς να αναφερθεί, και σε τούτο θα εστιάσει το Δικαστήριο, ότι ο κύριος λόγος ακύρωσης που τελικώς προωθήθηκε με τις αγορεύσεις των Αιτητών ήταν αυτός της μη νομότυπης επίδοσης της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ». Ο έτερος λόγος που προώθησαν με την γραπτή τους αγόρευση, ήτοι αυτός της μη αποστολής της ειδοποίησης τύπου Ι στους Αιτητές, αρκεί να αναφερθεί ότι δεν βρίσκει έρεισμα στους λόγους που δικαιολογούν έγερση αίτησης έφεσης στο Νόμο. Δεν μπορεί δηλαδή να ελεγχθεί με την εν προκειμένω αίτηση η διαδικασία του μέρους VIA του Νόμου, στην ολότητα της, αλλά μόνο να εξεταστούν οι περιοριστικά αναφερόμενοι λόγοι που το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου προνοεί. Ακόμα όπως θα φανεί κατωτέρω οι Καθ' ων η αίτηση απέδειξαν επίδοση της ειδοποίησης τύπου «Ι» στους Αιτητές. Το ότι υποστηρίζει ο Αιτητής 1 με ένορκη του δήλωση, εξουσιοδοτημένος και από την Αιτήτρια 2, μητέρα του είναι ότι την 17/3/22 ιδιώτης επιδότης άφησε στο αυτοκίνητο του Αιτητή 1 τις ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ. Τούτη η διαδικασία που ακολουθήθηκε από πλευράς Καθ' ων η αίτηση δεν ήταν νομότυπη, υποστηρίζει, γιατί δεν απεστάλησαν στους Αιτητές μέσω συστημένου ταχυδρομείου οι ειδοποιήσεις. Μια σειρά άλλων ισχυρισμών, ως προς παράνομες χρεώσεις, μη ειδοποίησης όλων των ενδιαφερόμενων μερών, μη πλήρωσης τυπικών προϋποθέσεων του Νόμου ή ακόμα και μη απάντηση στην προσφορά των Αιτητών, δεν προωθήθηκαν μέσω των αγορεύσεων τους Επαναλαμβάνω ότι οι Αιτητές εντρυφήσαν στο ζήτημα της μη νομότυπης επίδοσης, χωρίς να προωθούν άλλους λόγους ακύρωσης που αναφέρονται στην αίτηση τους, πλην αυτού της μη επίδοσης της ειδοποίησης τύπου Ι. Οι Καθ' ων η αίτηση εγείρουν μια σειρά λόγων ένστασης, των οποίων παρέλκει η παράθεση από την στιγμή που τα επίδικα στην παρούσα αίτηση περιορίζονται στο νομότυπο ή μη της επίδοσης της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ». Στην ένορκη δήλωση της κας. Ανδριάνας Παρασκευοπούλου, η οποία υποστηρίζει την ένσταση, περιγράφεται το ιστορικό της διαφοράς των μερών. Κατατέθηκαν ένορκες δηλώσεις επίδοσης των ειδοποιήσεων τύπου «Ι», οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν με αποτέλεσμα να επιλύεται τούτο το ζήτημα, λόγος ακύρωσης, όπως το έθεσαν οι Αιτητές. Ως προς το επίδικο ζήτημα οι Καθ' ων η αίτηση, με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, αναφέρουν ότι η επίδοση μέσω ιδιώτη επιδότη, αποτελεί καλή επίδοση. Δεν προκλήθηκε η όποια βλάβη ή ζημιά των Αιτητών, και μέσω της εν λόγω επίδοσης, επιτεύχθηκε ο σκοπός του να λάβουν γνώση οι Αιτητές. Οι συνήγοροι των μερών κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες θα γίνεται αναφορά όπου θεωρηθεί χρήσιμο. Η διαδικασία πλειστηριασμού ενός ακινήτου περιγράφεται και προδιαγράφεται αναλυτικά στο Μέρος VIA του Ν.9/1965, όπως αυτός τροποποιήθηκε. Σκοπός του νομοθετήματος, όπως προκύπτει και από την Αιτιολογική Έκθεση που κατατέθηκε στη συνεδρία της Βουλής στις 06/09/2014 για την ψήφιση του σχετικού νομοσχεδίου και την ενσωμάτωση του Μέρους VIA στον βασικό Νόμο, είναι η επιτάχυνση των διαδικασιών πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων με διεξαγωγή διαδικασίας που γίνεται εξ' ολοκλήρου από τον ενυπόθηκο δανειστή, χωρίς παρέμβαση από τις κυβερνητικές υπηρεσίες. Η διαδικασία συνοπτικά, σύμφωνα με το Άρθρο 44Β του Νόμου, προβλέπει ότι ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να κινήσει τη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου στην περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη για περίοδο όχι μικρότερη των 120 ημερών. Εάν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, τότε επιδίδει στον οφειλέτη ειδοποίηση τύπου «Θ» για την ύπαρξη υπερημερίας. Η έναρξη της διαδικασίας εκποίησης ξεκινά με την επίδοση στον ενυπόθηκο οφειλέτη, αλλά και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, ειδοποίησης Τύπου Ι, ζητώντας εντός προθεσμίας όχι μικρότερης των 45 ημερών την εξόφληση του χρέους. Μαζί με την εν λόγω Ειδοποίηση «Ι» αποστέλλεται κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και των εξόδων, ενημερώνοντας τον ενυπόθηκο οφειλέτη περί των επικείμενων συνεπειών σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού. Σύμφωνα με το Άρθρο 44Γ
(2), στην περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, ο δανειστής δύναται να επιδώσει δεύτερη ειδοποίηση, ήτοι την ειδοποίηση Τύπου ΙΑ, στην οποία αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. Όπως ευκρινώς προκύπτει από τα ανωτέρω, η ως άνω διαδικασία είναι δραστικότατη και περιορίζει ευθέως το δικαίωμα της περιουσίας ατόμου. Στην βάση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το εν λόγω δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί μόνο με νόμο, ενώ το κράτος έχει την θετική υποχρέωση να προστατεύσει ιδιωτικού δικαίου δικαιώματα των πολιτών (ΕΔΔΑ Immobiliare Saffi v Ιταλίας, 22774/93, 28/7/1999). Στην παρούσα περίπτωση ο ίδιος ο Νόμος που γεννά περιορισμό του δικαιώματος ατόμου στην περιουσία, προβλέπει την καταχώρηση αίτησης έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου ΙΑ μεταξύ άλλων και γιατί η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί (βλ. άρθρο 44 (Γ)
(3)(β)). Αυτό τον λόγο, της μη δέουσας επίδοσης της ειδοποίησης τύπου ΙΑ είναι που προωθούν οι Αιτητές και θα εξετάσει το Δικαστήριο. Οι ερμηνευτικές διατάξεις στο άρθρο 44 ΙΕ ορίζουν την επίδοση με τον εξής τρόπο: ««επίδοση» σημαίνει σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο.» Είναι δηλαδή αυτό το άρθρο που οφείλει να ερμηνεύσει το Δικαστήριο για να καταλήξει αν έλαβε χώρα δέουσα επίδοση, ώστε να επιλύσει το μόνο επί του παρόντος επίδικο ζήτημα. Όπως είναι παγίως νομολογημένο οι νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με το απλό γραμματικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων, εκτός όπου αυτό είναι σε αντίθεση με οποιαδήποτε ρητή πρόθεση ή δηλωμένο σκοπό του νόμου, ή αν αυτό το νόημα θα οδηγούσε σε παράλογο αποτέλεσμα. (Τ. Γεωργιάδης & Υιός Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1991)4 Α.Α.Δ. 1142, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 ΑΑΔ 683, Marabou Floating Restaurant Ltd v. Council of Ministers
(1973)3 C.L.R. 397). Αυτή η αρχή επαναλήφθηκε πρόσφατα στην Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητήριου Κύπρου, Αναθεωρητική Έφεση ΑΡ. 63/15, 7/6/2021, ECLI:CY:AD:2021:C227, όπου τονίστηκε ότι όταν η φρασεολογία νομοθετικής διάταξης είναι καθαρή, τότε αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοια τους . Στην βάση των λέξεων που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 44 ΙΕ, ιδιωτική επίδοση λαμβάνει χώρα σε περίπτωση που δεν είναι εφικτή η επίδοση με συστημένη επιστολή. Η επίδοση δηλαδή, για να λογίζεται τέτοια στη βάση του Νόμου, θα πρέπει να λάβει χώρα με συστημένη επιστολή. Από το λεκτικό του Νόμου προκύπτει ότι απαιτείται έστω η προσπάθεια επίδοσης με συστημένη επιστολή και αν αυτό δεν είναι εφικτό, τότε επιστρατεύεται η ιδιωτική επίδοση. Δεν φαίνεται δηλαδή ο νομοθέτης να έδωσε επιλογή ως προς τον τρόπο επίδοσης, εφόσον δεν καθόρισε διαζευκτικά διαφορετικούς τρόπους επίδοσης. Τουναντίον, επέλεξε να καθορίσει συγκεκριμένη μέθοδο, τρόπο επίδοσης, αυτό της συστημένης επιστολής, ως τον ορθό και ενδεικνυόμενο, και μόνο όταν αυτός είναι ανέφικτος να δύναται να επιδοθεί με ιδιωτική επίδοση. Η ιδιωτική επίδοση, δηλαδή, τέθηκε στο κάδρο της νομότυπης, της δέουσας επίδοσης δυνάμει του νόμου, μόνο ως ύστατη επιλογή αν δεν τελεσφορήσει η ρητώς ενδεικνυόμενη πρώτη, αυτή της συστημένης επιστολής. Διαφωνώ, δε, με τους Καθ' ων η αίτηση ότι αφ' ης στιγμής οι Αιτητές έλαβαν γνώση τότε η επιδοση θεωρείται καλή. Εδώ πρόκειται για μια ειδικά καθορισμένη διαδικασία επίδοσης, και όχι την επίδοση όπως την προβλέπουν οι Θεσμοί ή η νομολογία που τους ερμηνεύει. Η όποια εκεί ερμηνεία αφορά ένα διαφορετικά συνταγμένο κείμενο και μια σειρά άλλων διαδικασιών, οι οποίες δεν μπορούν να δοκιμαστούν αναλογικά με αυτές του Νόμου. Ενός Νόμου που, όπως προεκτέθηκε, επεμβαίνει δραστικά σε περιουσιακά δικαιώματα προσώπων και θέτει πολύ περιορισμένη ευχέρεια επέμβασης του Δικαστηρίου, σε αντίθεση με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Το Δικαστήριο, άλλωστε, δεν κρίνει την πολιτική του Νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη (Βλ. επίσης, Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, Μακεδόνας v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348). Κάτι τέτοιο, η επιλογή της πρακτικά λογικοφανούς λύσης σε αντίθεση με το ρητό και σαφές γράμμα του Νόμου, θα αποτελούσε καίριο πλήγμα στην αρχή της διάκρισης εξουσιών, αφού το Δικαστήριο θα λειτουργούσε σε αντίθεση και ουσιαστικά ακυρώνοντας τον λόγο του Νομοθέτη, για να εξυπηρετήσει την δική του λογική προσέγγιση. Ακόμα δηλαδή και αυτή κάθε αυτή η γνώση των Αιτητών, δεν θα μπορούσε να καταστήσει την επίδοση σύννομη, από την στιγμή που για να κριθεί τέτοια θα έπρεπε να συνάδει με τα όσα επιτάσσει ο Νόμος. Φρονώ, δε, ότι η επιλογή των λέξεων του άρθρου 44 (Γ)
(3)(β), δηλαδή ενός από τους περιοριστικά καθορισμένους λόγους έφεσης, με το λεκτικό δεν έχει δεόντως επιδοθεί, σαφώς παραπέμπει στην διαδικασία επίδοσης, όπως περιγράφεται στο άρθρο 44ΙΕ. Όχι στην με τον όποιο τρόπο λήψη γνώσης του ενυπόθηκου οφειλέτη, για την διαδικασία εναντίον του, αλλά στην επίδοση με τον συγκεκριμένο τρόπο, ήτοι με συστημένη επιστολή και όπου αυτό δεν είναι εφικτό με ιδιωτική επίδοση. Συνεπώς η επιλογή των Καθ' ων η αίτηση να μην επιχειρήσουν καν επίδοση μέσω συστημένης επιστολής, αποτελεί μη δέουσα επίδοση και συνακόλουθα επιτυγχάνει ο λόγος έφεσης όπως τίθεται στο άρθρο 44 (Γ)
(3)(β). Στην βάση των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα ως το Α της αίτησης ημερομηνίας 18/4/2022. Επιδικάζονται επίσης έξοδα ύψους 750 Ευρώ, καταβλητέα αμέσως. Τα υπόλοιπα αιτητικά, δεν μπορούν να επιτύχουν, καθώς το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου δίδει την ευχέρεια ακύρωσης της ειδοποίησης «ΙΑ» και όχι της όλης διαδικασίας ή των όποιων άλλων ειδοποιήσεων. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο