← Κύπρος

Κυπριακή Δημοκρατία - Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών ν. Λ. Ν, Αρ. Υπόθεσης:4755/2020, 27/10/2022

Κυπριακή Δημοκρατία - Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών ν. Λ. Ν, Αρ. Υπόθεσης:4755/2020, 27/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:4755/2020 Κυπριακή Δημοκρατία - Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών εναντίον Λ. Ν Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Ευαγγέλου Για Κατηγορούμενο: κ. Χ. Πουτζιουρής Κατηγορούμενος: (Απών- Ιατρικό Πρόβλημα) ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στη βάση του υπό κρίση κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε την 7.7.2020 αντιμετωπίζει το αδίκημα της «χρήσης σκάφους χωρίς άδεια αλιείας» κατά παράβαση των άρθρων 2,3 και 6 του Περί Αλιείας Νόμου Κεφ. 135, των άρθρων 6 και 11 του περί Εφαρμογής Κοινοτικών Αποφάσεων και Κοινοτικών Νόμων του 2006, Ν. 134(Ι)/2006, του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα και του Περί Αυξήσεως των Χρηματικών Ποινών Νόμου, όπως αυτοί τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της ως άνω κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι: «.περί ή και κατά την 19.4.18 ή/και σε χρόνο προγενέστερο, ή/και σε χρόνο μεταγενέστερο, ή/και σε χρόνο άγνωστο προς την κατηγορούσα αρχή, χρησιμοποιούσε ή και χρησιμοποίησε το σκάφος με αριθμό εγγραφής [ ], με το όνομα [ ], ή/και άλλως ως αλιευτικό στην Μαρίνα Λάρνακας χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση άδειας από τον Διευθυντή του Τμήματος Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών ή/και άλλως πως, ή/και χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, στην κατοχή του οποίου βρέθηκαν αλιευτικά εργαλεία, ή/και άλλως πως. Η κατηγορούσα αρχή προέβηκε σε κατάσχεση των αλιευτικών εργαλείων ή/και άλλως που βρίσκονταν στο προαναφερόμενο σκάφος, ήτοι στο σκάφος με αριθμούς [ ], με το όνομα [ ] ή/και άλλως πώς». Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε ενοχή στην κατηγορία που αντιμετωπίζει με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας, ο κ. Κ. Κ. (ΜΚ1), Επιθεωρητής στο Τμήμα Αλιείας 1ης Τάξης, στο Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιών Ερευνών (εφεξής «ΤΑΘΕ»), της επαρχίας Λάρνακας/ Αμμοχώστου. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, Γραπτή Δήλωση, Έγγραφο Α. Εκεί αναφέρει ότι την 19.4.28 και περί τις 10:50 μετέβηκε έκτακτα με τον συνάδελφο του Χ. Α. στην Μαρίνα Λάρνακας, μετά από οδηγίες του προϊστάμενου τους, Γ. Κ. Τους λέχθηκε εκ μέρους του προϊσταμένου τους ότι, εκεί υπήρχε σκάφος με αριθμούς έγγραφης [ ], με το όνομα [ ], εντός του οποίου υπήρχε παραγάδι. Ερεύνα των προαναφερομένων φανέρωσε του λόγου του αληθές. Από έρευνα που διεξήγαγε στο ΤΑΘΕ διαπιστώθηκε ότι η τελευταία άδεια αλιείας του συγκεκριμένου σκάφους ήταν το έτος 2013 (Τεκμήριο 1). Εντός του σκάφους υπήρχαν δύο μεγάλοι κάλαθοι, ένας χρώματος μπλε και ένας χρώματος μαύρου με μισίνα και αρκετά παγούρια. Οι συνάδελφοι του, Χ. Α. και Α. Π. έμειναν στην αποβάθρα, έξω από το σκάφος, ενώ ο ίδιος μετέβηκε στα γραφεία της μαρίνας Λάρνακας, ενημερώνοντας τον εκεί υπεύθυνο, Χ. Π. τόσο για το αδίκημα καθώς και την πρόθεση των όπως κατάσχουν τα παραγάδια. Επικοινώνησε επίσης με τον κατηγορούμενο στο κινητό του τηλέφωνο ενημερώνοντας τον για το αδίκημα που διέπραξε, ήτοι την χρήση του σκάφους ως αλιευτικό χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει άδεια αλιείας, ζητώντας του μάλιστα όπως μεταβεί στο σημείο ούτως ώστε η κατάσχεση των αλιευτικών οργάνων γίνει στην παρουσία του. Ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι αδυνατούσε να μεταβεί στο σημείο λόγω της εργασίας του, αφού, ως εργολάβος οικοδομών, ήταν σε δουλειά στην περιοχή του Πρωταρά. Μετά την τηλεφωνική τους επικοινωνία, κατά την οποία ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε για το πότε και ποια ώρα όφειλε να περάσει από το ΤΑΘΕ για να κατηγορηθεί, ο ΜΚ1 έβγαλε φωτογραφίες τα παραγάδια ως αυτά ήταν τοποθετημένα εντός του σκάφους. Στον μπλε κάδο υπήρχαν 80 αγκίστρια με τα παραμάλλια τους, και στον μαύρο υπήρχαν παγούρια με μισίνα. Μετρήθηκαν 17 παγούρια χρώματος κόκκινου, 9 χρώματος άσπρου και ένα πορτοκαλί. Το σχετικό φωτογραφικό υλικό κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 στην διαδικασία. Την 27.4.18 ο ιδιοκτήτης του σκάφους, ήτοι ο κατηγορούμενος, μετέβηκε στο γραφείο του ΜΚ1 όπου του δόθηκε έντυπο ενημέρωσης περί του αδικήματος, με αριθμό εντύπου 3948, το οποίο και υπέγραψε. Προχώρησε δε ο κατηγορούμενος και έδωσε κατάθεση σε σχέση με το αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε (Τεκμήριο 3). Στις 23.7.18 η Διευθύντρια του ΤΑΘΕ απέστειλε στον ΜΚ1 αντίγραφο του εντύπου με αριθμό 3948 (μέρος του Τεκμηρίου 3) με επιβαλλόμενη ποινή/πρόστιμο ύψους €500, το οποίο ο Κατηγορούμενος, ως πληροφόρησε τον ΜΚ 1, δεν θα πλήρωνε, επιλέγοντας όπως προχωρήσει η υπόθεση ενώπιον Δικαστηρίου. Ως Τεκμήριο 4 κατατέθηκε η ημερομηνίας 22.8.18 διπλοσυστημένη επιστολή που στάλθηκε στον Κατηγορούμενο, ενώ η κατάθεση του ΜΚ1 σε σχέση με τα ανωτέρω περιγραφόμενα γεγονότα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 στην διαδικασία. Κατόπιν σχετικής ερώτησης της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, επεξήγησε ο ΜΚ1 ως προς τι ακριβώς συνιστούν τα παραγάδια, τα αγκίστρια, οι μισίνες και τα παγούρια καθώς και την χρήση τους. Ανέφερε ότι ο συγκεκριμένος εξοπλισμός χρησιμοποιείται κυρίως από επαγγελματίες ψαράδες οι οποίοι οφείλουν όπως έχουν συγκεκριμένη άδεια. Ο εξοπλισμός δήλωσε ερωτηθείς, βρέθηκε στην πρύμνη του σκάφους, με το περιεχόμενο του να ήταν εμφανές από την θέση που ελλιμενιζόταν, όντας ακάλυπτο και σε κοινή θέα. Αντεξεταζόμενος, απάντησε ότι την ώρα που εντοπίστηκε η παρανομία, ήτοι όταν μετέβηκαν στην μαρίνα, κανένας δεν χρησιμοποιούσε το σκάφος, ή τον αλιευτικό εξοπλισμό, ενώ δεν εντοπίστηκαν ψάρια εντός αυτού. Συμφώνησε ο μάρτυρας με τον κ. Π. ότι δεν έλαβαν οδηγίες ή άδεια από το Δικαστήριο σε σχέση με την κατάσχεση ή περαιτέρω κράτηση των αντικειμένων στις αποθήκες του τμήματος. Ο συνήγορος υπεράσπισης υπέδειξε στον ΜΚ1 το Τεκμήριο 1 όπου καταγράφεται ότι ιδιοκτήτης της βάρκας είναι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, με τον μάρτυρα να απαντά ότι η βάρκα αγοράστηκε κατόπιν ενοικιαγοράς, ως καταγράφεται επί του τεκμηρίου, με δεύτερο στην σειρά ιδιοκτήτη, τον Κατηγορούμενο. Δεύτερος μάρτυρας ο Α. Μ. (ΜΚ2), Αστυφύλακας. υπ' αριθμόν [ ]. Την 19.4.18 ανέφερε, και ενώ βρισκόταν υπό την ιδιότητα του Αστυνομικού στην μαρίνα Λάρνακας, τον εντόπισαν οι λειτουργοί Α. Π. και Κ. Κ. του ΤΑΘΕ ενημερώνοντας τον για την αναγκαιότητα της παρουσίας του ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η κατάσχεση διαφόρων αλιευτικών εργαλείων από το σκάφος που ελλιμενιζόταν την θέση «J» της μαρίνας, ιδιοκτησίας του Κατηγορούμενου. Ο MK1 στην παρουσία του ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον Κατηγορούμενο, ο οποίος του ανέφερε ότι δεν χρησιμοποιεί τον εξοπλισμό για ψάρεμα, απλά βρίσκονταν στο σκάφος του. Οι λειτουργοί φωτογράφησαν τον εξοπλισμό ο οποίος βρισκόταν στην πρύμνη του σκάφους, ενημέρωσαν τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα καθώς και για το γεγονός ότι θα τον καλούσαν σε μεταγενέστερο στάδιο για να κατηγορηθεί γραπτώς. Ο ΜΚ2 κατέθεσε τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2, σε έγχρωμη μορφή, ως Τεκμήριο 6. Η κατάσχεση διήρκησε ένα τέταρτο της ώρας, ήτοι από τις 11:00 μέχρι και τις 11:15 και αφορούσε την κατάσχεση δύο καλάθων (τάσπια) με 26 παγούρια μικρά τυλιγμένα με σχοινί, ένα μεγάλο παγούρι, 80 αγκίστρια και μια χοντρή μισίνα. Η γραπτή του κατάθεση, ως αυτή δόθηκε από μέρους του κατά τον ουσιώδη χρόνο κατατέθηκε στην διαδικασία ως Τεκμήριο 7. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Πουτζιουρή, συμφώνησε ότι ο ίδιος δεν έχει προσωπική γνώση για την παρούσα υπόθεση παρά μόνο, ήταν παρών δια την εκτέλεση της κατάσχεσης. Σκοπός της παρουσίας του, ως ανέφερε ήταν, «για να μην γίνει κάτι άλλο μεμπτό ως έχει, δηλαδή να μην εισέλθει κάποιος στην περιοχή». Ο ίδιος δεν έλεγξε τον αλιευτικό εξοπλισμό, παρά μόνο τον είδε, ενώ επιβεβαίωσε με την σειρά του ότι η βάρκα δεν χρησιμοποιείτο, ούτε υπήρχε κάποιος πάνω σε αυτήν. Γνωρίζει ότι ο ιδιοκτήτης του σκάφους είναι ο κατηγορούμενος γιατί στην μαρίνα και στην Λιμενική υπάρχουν τα στοιχεία των ιδιοκτητών, ούτως ώστε να μπορούν να επικοινωνούν μαζί τους, σε περιπτώσεις όπου παραδείγματος χάριν, υπάρχει κακοκαιρία και αυτοί έχουν αποπλεύσει. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι την 19.4.18 ο ίδιος εργαζόταν στην επαρχία Λεμεσού και δεν ήταν επί του σκάφους. Συμπλήρωσε ότι ποτέ δεν χρησιμοποίησε το σκάφος χωρίς άδεια, γεγονός το οποίο γνωρίζουν στην Λιμενική. Πλήρωνε ανελλιπώς τον ελλιμενισμό του. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι είναι εργολάβος οικοδομών και ότι στον ελεύθερο του χρόνο χρησιμοποιούσε τη βάρκα ως ενασχόληση. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 1, το οποίο εκδόθηκε επ' ονόματι του και αφορά την άδεια αλιείας που κατείχε μέχρι και την 31.12.2013. Σε ερώτηση της συνηγόρου αν κατά την 19.04.2018 είχε σε ισχύ τέτοια άδεια απάντησε αρνητικά, συμπληρώνοντας ότι το σκάφος του είναι χαλασμένο και δεν χρησιμοποιείται εδώ και καιρό. Πλέον, είναι εκτός νερού. Κατά τον επίδικο χρόνο, η μαρίνα Λάρνακας γνώριζε ότι το σκάφος δεν χρησιμοποιείτο, ενώ δεν αρνήθηκε ότι υπήρχε εξοπλισμός στην βάρκα, εμμένοντας στην θέση του, ως αυτή είχε αναφέρει και ανακρινόμενος ότι, «το παραγάδι το είχαμε πάνω στο σκάφος αλλά δεν χρησιμοποιήσαμε το σκάφος για αλιεία» (βλ. Κατάθεση Κατηγορούμενου -Τεκμήριο 3). Προς επίρρωση της θέσης του παρέπεμψε το Δικαστήριο στις σχετικές φωτογραφίες που κατατέθηκαν, (Τεκμήρια 2 και 6) όπου κατά την εισήγηση του φαίνεται ξεκάθαρα ότι το σκάφος παρουσιάζεται ως εγκαταλειμμένο και λερωμένο, ο δε εξοπλισμός, πεπαλαιωμένος και σε αχρησία. Ο μοναδικός λόγος που ο εξοπλισμός βρισκόταν εντός του σκάφους ήταν επειδή δεν υπήρχε αποθηκευτικός χώρος στο σπίτι του, με το σκάφος να αποτελεί ουσιαστικά χώρο αποθήκευσης για τον εξοπλισμό. Με το πέρας της υπόθεσης, αμφότεροι συνήγοροι κάλεσαν με τις αγορεύσεις τους το Δικαστήριο όπως, ερμηνεύσει υπέρ εκάστης πλευράς το μαχητό τεκμήριο αλιείας που δημιουργεί η επιφύλαξη του αρ.3

(6)του Κεφ.135, και αφού αξιολογήσει την ενώπιον του μαρτυρία, καταδικάσει ή αθωώσει αντιστοίχως, τον Κατηγορούμενο. Υπενθυμίζεται ότι η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι αυτή της «χρήσης σκάφους χωρίς άδεια αλιείας» με νομική βάση του κατηγορητηρίου να αποτελούν τα Άρθρα 2, 3, 6 του Κεφ. 135 και Άρθρα 6 και 11 του Νόμου 134/2006. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ, 71 η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη έκαστου συστατικού στοιχείου της κατηγορίας που παρουσιάζει, στην προσπάθειά της να αποσείσει το υψηλό βάρος απόδειξης που της αναλογεί, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Είναι ορθό στο στάδιο αυτό για σκοπούς επεξήγησης της δικαστικής συλλογιστικής που θα ακολουθήσει κατωτέρω όπως παρατεθούν αυτούσιες οι πρόνοιες του Άρθρου 3
(1)
(6)του Κεφ. 135: «3
(1)Κανένα σκάφος δεν χρησιμοποιείται ως αλιευτικό σκάφος, εκτός εάν έχει εκδοθεί άδεια αλιείας αναφορικά µε αυτό δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου. ....
(6)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, η ύπαρξη αλιευτικού εξοπλισμού, πάνω ή µμέσα σε σκάφος, ή συρόμενου από το σκάφος, αποτελεί µμαχητό τεκμήριο ότι το εν λόγω σκάφος χρησιμοποιείται για σκοπούς αλιείας ιχθύων». Αντίστοιχα στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Κεφ. 135, «άδεια αλιείας» σημαίνει την άδεια που χορηγείται δυνάμει των διατάξεων του Νόμου και η οποία επιτρέπει τη χρήση σκάφους για την αλιεία ιχθύων εντός των περιοχών που καθορίζονται σ' αυτή, ενώ αποτελεί προϋπόθεση για εξασφάλιση της, η υποβολή αίτησης, ενώ, «αλιευτικό σκάφος» καθορίζεται ως: «.οποιοδήποτε κατάλληλα εξοπλισμένο σκάφος, εξαιρουμένων των φορτηγών πλοίων, το οποίο χρησιμοποιείται ή δύναται να χρησιμοποιηθεί για την εμπορική εκμετάλλευση ιχθύων, περιλαμβανομένης της αλιείας, αποθήκευσης, µμεταφοράς, διαμετακόμισης ή επεξεργασίας ιχθύων και οποιασδήποτε άλλης σχετικής εργασίας, και το οποίο είναι καταχωρισμένο στο Μητρώο Αλιευτικών σκαφών που διατηρεί ο Διευθυντής». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη των ακόλουθων στοιχείων: α)Την ύπαρξη σκάφους, β) το οποίο ήταν κατάλληλα εξοπλισμένο και γ) έτοιμο να χρησιμοποιηθεί ή χρησιμοποιείτο, δ) για την εμπορική εκμετάλλευση ιχθύων, περιλαμβανομένης και της αλιείας. Τα γεγονότα που συνθέτουν την υπό κρίση υπόθεση, ως αυτά προκύπτουν από την παρατεθειμένη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία είναι στην ουσία τους, παραδεκτά, και ως τέτοια αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, ως ακολούθως. Ο Κατηγορούμενος είναι ιδιοκτήτης του σκάφους με την ονομασία «[ ]», το οποίο κατά την 19.4.18 ελλιμενιζόταν στην μαρίνα Λάρνακας. Στην πρύμνη του σκάφους υπήρχαν δύο κάδοι με παραμάλια, αγκίστρια, παγούρια, μισίνα και δίκτυα. Η άδεια αλιείας του εξέπνευσε την 31.12.13. Είναι ξεκάθαρο δυνάμει του άρθρου 3
(6)του Νόμου ότι η ύπαρξη αλιευτικού εξοπλισμού πάνω σε σκάφος αποτελεί μαχητό τεκμήριο ότι αυτό, ήτοι το σκάφος, χρησιμοποιείται για σκοπούς αλιείας ψαριών. Αποτελεί θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι από τη στιγμή που πάνω στο σκάφος υπήρχε αλιευτικός εξοπλισμός, η υπόθεση έχει ουσιαστικά αποδειχθεί, αφού δεν μπορεί παρά να τεκμαίρεται ότι ο ιδιοκτήτης το χρησιμοποιούσε για επαγγελματική αλιεία, χωρίς άδεια, αφού ως παραδέχτηκε, η ισχύς της είχε λήξει κατά την 31.12.13. Ως καταγράφεται στο Σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β' 'Εκδοση, 2016, σελ. 283: «Εάν η Κατηγορούσα Αρχή βασίζεται επί μαχητού τεκμηρίου και παρουσιάσει εκ πρώτης όψεως μαρτυρία σε σχέση με το βασικό γεγονός, μεταφέρεται στους ώμους της Υπεράσπισης αποδεικτικό βάρος το οποίο μπορεί να αποσεισθεί με την παρουσίαση μαρτυρίας που να δημιουργεί εύλογη αμφιβολία ως προς το ευσταθές της. Αν η υπεράσπιση κατορθώσει να το αποσείσει, το μαχητό τεκμήριο θα θεωρείται ότι ουδέποτε ενεργοποιήθηκε (Παναγιώτου ν Φουρνίδου
(2012)2 Α.Α.Δ 916), με την κατηγορούσα αρχή να βαρύνεται με απόδειξη όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (R v Kay
(1887)16 Cox CC292)» Το εν λόγω τεκμήριο, ως εκ του Νόμου οριζόμενο ως «μαχητό» δύναται συνεπώς να ανατραπεί από τον Κατηγορούμενο. Εφόσον δε, πρόκειται περί ποινικής υπόθεσης, αυτό ανατρέπεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. (βλ. R v Carr Braint
(1943)2 All ER 156 και Ζυπίτης ν Αστυνομία
(2003)2 ΑΑΔ 220.) Προτού το Δικαστήριο προχωρήσει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξέταση του κατά πόσον ο Κατηγορούμενος έχει αποσείσει το βάρος που έχει μετατεθεί στους ώμους του, κρίνεται ορθό όπως απαντηθεί πρωτίστως το επιχείρημα του κυρίου Πουτζιουρή ότι στο νομοθέτημα δεν υπάρχει ερμηνεία ως προς το τι αποτελεί αλιευτικό εξοπλισμό. Εύστοχη χαρακτηρίζει το Δικαστήριο την παραπομπή της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L409/24, ημερομηνίας 30/12/2006 υπό του Κεφαλαίου Ι ‐ Πεδίο Εφαρμογής και Ορισμοί στην οποία και παραπέμπω[1]. Δυνάμει του ορισμού ως προς το τι εστί «παραγάδι» και «αγκίστρια» στο εν λόγω κεφάλαιο, συνάγεται, ότι ο εξοπλισμός που είχε ο Κατηγορούμενος στο σκάφος του, μεταξύ των οποίων αγκίστρια και παραγάδια, αποτελεί αλιευτικό εξοπλισμό εν τι εννοία του Νόμου, Κεφ. 135. Των ως άνω λεχθέντων, επανέρχεται το Δικαστήριο στην εξέταση του κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή απέδειξε, υπό το φως της προσκομισθείσας μαρτυρίας, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο Κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε την βάρκα του ως αλιευτικό σκάφος, και δη, χωρίς την δέουσα άδεια. Αν το έχει επιτύχει αυτό, τότε τίθεται το ερώτημα κατά πόσο ο Κατηγορούμενος, έχει καταφέρει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων να αντικρούσει το μαχητό τεκμήριο που δημιουργείται, ήτοι, ότι χρησιμοποίησε το σκάφος του για εμπορική αλιεία. (βλ. Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 916) Υπενθυμίζεται ότι η εκδοχή του ΜΚ1 ήταν ότι, «μετέβηκε έκτακτα» μετά από «τηλεφωνικές οδηγίες του προϊστάμενου του» στην μαρίνα Λάρνακας γιατί «υπήρχε στο σκάφος με την ονομασία «[ ]» παραγάδι, εκδοχή την οποία η άλλη πλευρά, αποδέχεται, πλην όμως δηλώνει ότι το σκάφος δεν χρησιμοποιείτο ή δεν χρησιμοποιήθηκε για αλιεία. Διεξήλθα τη μαρτυρία και έχω ως γνώμονα μου την ευρεία νομολογία επί του ζητήματος που άπτεται την αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, συμπεριλαμβανομένης και της εν γένει συμπεριφοράς του στο ειδώλιο. Δεν παραγνωρίζονται φυσικά, ως προτάσσει η Νομολογία, τα λεγόμενα ενός μάρτυρα, η εκφορά του λόγου του, οι αντιδράσεις του, η αμεσότητα στις απαντήσεις του, η σαφήνεια ή μη των απαντήσεων του, η αληθοφάνεια αυτών δυνάμει των παρατιθέμενων ενώπιον του Δικαστηρίου δικογράφων, και η ειλικρίνεια του, μεταξύ άλλων (βλ. Ζαβρού ν Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ 447, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273, Λάρκου ν Παναγή
(1996)1 (Α) ΑΑΔ 80, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο οφείλει όπως αξιολογεί την ενώπιον του μαρτυρία συνολικά και όχι αποσπασματικά. Το Δικαστήριο αποτιμά ότι και οι δύο μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής ήσαν μάρτυρες της αλήθειας, με τις θέσεις τους να ανταποκρίνονται και να επιβεβαιώνονται μέσω και των ενώπιον του Δικαστηρίου, κατατεθειμένων Τεκμηρίων. Η μαρτυρία τους κρίνεται αξιόπιστη, με τους μάρτυρες να απαντούν χωρίς περιστροφές στις ερωτήσεις των συνηγόρων. Οι ΜΚ1 και 2, περιέγραψαν στο Δικαστήριο τι είδαν και έπραξαν αντιστοίχως κατά την 19.4.18, αλλά και στις ενέργειες που προέβησαν σε σχέση με την διερεύνηση της υπόθεσης. Σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο, κρίνω ότι η μαρτυρία του διακατέχετο από αμεσότητα και ειλικρίνεια ως προς τα διαδραματισμένα, με τον ίδιο να απαντά άμεσα, χωρίς περιστροφές και χωρίς καμία διάθεση απόκρυψης, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την άμεση παραδοχή του για την ύπαρξη παραγαδιών επί του σκάφους. Η δε θέση του ότι, το σκάφος δεν χρησιμοποιείτο ως αλιευτικό, παρά μόνο ως μέρος για αποθήκευση των εργαλείων, παρέμεινε ίδια και σταθερή, ήτοι από το πρώτο τηλεφώνημα που έλαβε από τον ΜΚ1 την 19.4.18, μέχρι το στάδιο της διερεύνησης, της ανάκρισης, της κατηγορίας του και τέλος, κατά την ζώσα μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ίδιος δεν έχει ανανεώσει την άδεια αλιείας του από το έτος 2013, ότι την 19.4.18 ούτε ο ίδιος ούτε άλλο πρόσωπο ήταν επί του σκάφους, ότι αυτό δεν φαινόταν να είναι έτοιμο να αποπλεύσει αφού δεν υπήρχε κυβερνήτης επί αυτού και ότι δεν υπήρχε αλιεία εντός της βάρκας, οδηγούν το Δικαστήριο στην κατάληξη ότι, η εκδοχή του κατηγορούμενου δεν μπορεί να απορριφθεί ως στερούμενη αληθοφάνειας και λογικού ερείσματος. Σημειώνονται στο στάδιο αυτό και τα ακόλουθα. Η θέση του Κατηγορούμενου ότι η βάρκα δεν χρησιμοποιείτο, παρά το ότι είχε εντός αυτής αλιευτικό εξοπλισμό, ουδόλως διερευνήθηκε από τους αρμόδιους. Θα ανέμενε κανείς, με γνώμονα πάντοτε το υψηλό βάρος απόδειξης που βαραίνει την Κατηγορούσα αρχή όπως προσκόμιζε στο Δικαστήριο προς απόδειξη του λόγου του αληθές, ήτοι ότι η βάρκα χρησιμοποιήθηκε ως αλιευτική χωρίς άδεια, κάποιο σχετικό ημερολόγιο πλοίου ως αυτό τηρείται από την Λιμενική, ή ότι αυτή χρησιμοποιήθηκε ως τέτοια κατά τον επίδικο χρόνο, ή έστω, ημερολόγια του σκάφους του κατηγορούμενου που τηρούνταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ώστε να εξακριβωθεί κατά πόσο υπήρξε αλιευτική δραστηριότητα περί το 2018 ή ακόμη και προγενέστερα, ως του καταλογίζεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Η ύπαρξη του μαχητού τεκμηρίου στον Νόμο αφήνει ανοικτό ουσιαστικά το ενδεχόμενο όπως μια βάρκα ή ένα σκάφος μην χρησιμοποιείται για σκοπούς εμπορικής αλιείας, έστω και αν επί αυτής εντοπιστεί ή ανευρίσκεται αλιευτικός εξοπλισμός. Την θέση συνεπώς του κατηγορούμενου, ήτοι ότι η παρούσα ήταν μία από αυτές τις περιπτώσεις, ως καταγράφεται ανωτέρω, όφειλε όπως διερευνήσει η κατηγορούσα αρχή, ούτως ώστε να αποδείξει την εν λόγω κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ενώπιον του Δικαστηρίου, μη βασιζόμενη αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι επί του σκάφους εντοπίστηκε ο εν λόγω εξοπλισμός. Τα πιο πάνω αποκτούν ιδιαίτερη σημασία από την στιγμή που ο εν λόγω ισχυρισμός του κατηγορούμενου υφίστατο και προβλήθηκε εγκαίρως, και δη από το 2018, όταν ανακρίθηκε αρχικώς, όταν κατηγορήθηκε, όταν του επιβλήθηκε εξώδικο πρόστιμο ενώ, παρέμεινε αμετάβλητος καθ' όλη την διάρκεια της ποινικής διαδικασίας. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με το ότι δεν υπήρξε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο εξοπλισμός φαινόταν να έτοιμος δια χρήση, ή ότι το σκάφος εξήλθε της μαρίνας σε άλλες ημερομηνίες χωρίς άδεια, το ότι δεν βρέθηκε αλιεία εντός του σκάφους ή πρόσωπο επί αυτού κατά τον ουσιώδη χρόνο, με τον Κατηγορούμενο να παραδέχεται ότι δεν ανανέωσε την άδεια αλιείας του από το 2013 επειδή δεν την χρησιμοποιεί για σκοπούς αλιείας, δεν μπορούν παρά να δημιουργούν εύλογη αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου, σε ότι αφορά την διάπραξη του αδικήματος. Υπενθυμίζεται ότι η έκτακτη, ως χαρακτηρίστηκε από τον ΜΚ1, προσέλευση των Λειτουργών του ΤΑΘΕ στην μαρίνα Λάρνακας για εντοπισμό της βάρκας ήταν κατόπιν οδηγιών του προϊσταμένου τους, ο οποίος όμως δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει αυτό ως προς τα γεγονότα που αφορούν το παρόν κατηγορητήριο ή σε ότι αφορά τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση των σχετικών οδηγιών. Το Δικαστήριο, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι το βάρος απόδειξης σε μια ποινική υπόθεση βαραίνει την κατηγορούσα αρχή, καταλήγει, δυνάμει της ενώπιον του προσκομισθείσας μαρτυρίας σε σχέση με την επί του προκειμένου εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, ότι δεν μπορεί να οδηγηθεί με ασφάλεια και στο βαθμό που απαιτείται, στο συμπέρασμα, ότι ο κατηγορούμενος κατά την 19.4.18 ή σε χρόνο προγενέστερο ή μεταγενέστερο, (ως καταγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος) χρησιμοποίησε το σκάφος του ως αλιευτικό, χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση σχετικής άδειας από τον Διευθυντή, αποκλειομένου οποιουδήποτε άλλου λογικού συμπεράσματος και χωρίς να πλανάται τουλάχιστο μια υποβόσκουσα αμφιβολία περί τούτου. (βλ. Alibrahim Muhy Iddin ν. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 47/2014, 29/2/2016, Πατατάρης ν. Αστυνομίας,
(1993)2 Α.Α.Δ. 58). Συνεπεία της πιο πάνω κατάληξης μου, κρίνω ότι, η κατηγορούσα αρχή, απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα, ως αυτό αποδίδεται στον κατηγορούμενο επί του κατηγορητηρίου και επομένως, δεν έχει στοιχειοθετηθεί το μαχητό τεκμήριο του αρ.3
(6)Κεφ.135. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ο κατασχεθείς εξοπλισμός να επιστραφεί στον κατηγορούμενο. Σε ότι αφορά τα έξοδα της υπόθεσης και δη το κατά πόσο ο αθωωθείς κατηγορούμενους δικαιούται σε αυτά, το θέμα μπορεί να άπτεται μεν της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στη βάση των προνοιών των άρθρων 168 και 169 του Κεφ. 155 όμως, η παρούσα υπόθεση έχει καταχωριστεί κατόπιν έγκρισης από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (η εξουσιοδότηση είναι κατατεθειμένη στον φάκελο του Δικαστηρίου) κα έτσι: «Σύμφωνα με τα άρθρα 167, 168 και 169 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155, όπως ερμηνεύθηκαν από τη νομολογία, ούτε τα πρωτόδικα δικαστήρια ούτε το Εφετείο έχει εξουσία να επιδικάζει έξοδα σε αθωωθέντα κατηγορούμενο, πληρωτέα από το Δημόσιο Ταμείο» (βλ. Θωμά Θάσος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 465 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ρουσουνίδου, Ποινική Έφεση Αρ. 38/2020, 10/03/2021). Επομένως, δεν επιδικάζονται έξοδα υπέρ του κατηγορούμενου. (Υπογρ.)............. M. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Επίσημη Εφημερίδα Ευρωπαϊκής Ένωσης L409/24 ημερ. 30.12.06- (ΕΚ) αριθ. 1966/2006 «
(6)«παραγάδι: αλιευτικό εργαλείο που περιλαμβάνει μια κύρια πετονία με πολυάριθμα αγκίστρια στις διακλαδώσεις της οι οποίες έχουν μεταβλητό μήκος και απόσταση μεταξύ τους ανάλογα με το είδος που προορίζονται για να αλιεύσουν..» «
(7)Αγκίστρι: καμπύλο και αιχμηρό κομμάτι χαλύβδινου σύρματος, συνήθως με δόντι.Το συνολικό μήκος του αγκιστριού μετράτε ως το συνολικό μήκος του στελέχους του αγκιστριού από την αιχμή του αγκιστριού η οποία χρησιμεύει για την πρόσδεση της πετονίας..» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.