← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Β. Β., Αρ. Υπόθεσης: 10999/2019, 30/11/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Β. Β., Αρ. Υπόθεσης: 10999/2019, 30/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:B8 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛAΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10999/2019 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν. Β. Β. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Κουμπαρή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Θ. Αναστασιάδης Κατηγορούμενος: Παρών AΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Αφορούν κοινή επίθεση κατά παράβαση του Άρθρου 242 του Κεφ. 154 (πρώτη κατηγορία), και απειλή βιαιοπραγίας κατά παράβαση του Άρθρου 91Γ του Ποινικού Κώδικα (δεύτερη κατηγορία). Τα πρωτογενή γεγονότα, ως καταγράφονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών, είναι ότι ο κατηγορούμενος την 7.03.2019 και ώρα 07:00, στην οδό Ελευθερίας στη Λάρνακα, παρανόμως επιτέθηκε στον παραπονούμενο (πρώτη κατηγορία), ενώ στον ίδιο τόπο και χρόνο με σκοπό την υποκίνηση του παραπονούμενου όπως αποχωρήσει από τον χώρο, τον απείλησε με τη φράση «φύε που δαμέ, να μεν σε κάμω άχρηστο» (δεύτερη κατηγορία). Προς απόδειξη των κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες. Πρώτον, τον παραπονούμενο, ΜΚ1, και δεύτερον, τον Αστυφύλακα 4852, ΜΚ
  2. Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του κατάθεσε ενόρκως. Κατατέθηκαν στη διαδικασία συνολικά τρία

(3)Τεκμήρια. Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής: Ο παραπονούμενος, ΜΚ1, κατάθεσε την κατάθεσή του, ως αυτήν έδωσε στην Αστυνομία σχετικά με το συμβάν, ημερομηνίας 7.3.2019, ως Τεκμήριο
  1. Αναγνώρισε δε τον κατηγορούμενο στο εδώλιο. Στην κατάθεσή του αναφέρει ότι ο ίδιος καθημερινά κατά τις πρωινές ώρες παίρνει τον σκύλο του βόλτα στη γειτονιά που μένει. Την 7.3.2019 και κατά τις 6:40 το πρωί, ενώ περπατούσε με τον σκύλο του στην οδό Ελευθερίας, ο κατηγορούμενος βγαίνοντας από την οικία του, τον πλησίασε εκφράζοντας του παράπονο για το γεγονός ότι ο πρώτος είχε σε χρόνο προγενέστερο της 7.3.19, καταγγείλει τον κατηγορούμενο στην Αστυνομία ότι «του φώναζε». Κατά την συνομιλία τους, ο κατηγορούμενος έβαλε τα χέρια του στο στήθος του παραπονούμενου σπρώχνοντας τον, λέγοντας του: «φύε που δαμέ, να μεν σε κάμω άχρηστο». Ο παραπονούμενος αποτάθηκε στην Αστυνομία ούτως ώστε η τελευταία να προβεί στις απαραίτητες συστάσεις και παρατηρήσεις προς τον κατηγορούμενο για να μην ξανασυμβεί οποιοδήποτε περιστατικό και να του εξηγήσουν επιτέλους, ότι δικαιούται να παίρνει τον σκύλο του βόλτα στον συγκεκριμένο δρόμο, αφού αυτός είναι δημόσιος. Καταθέτοντας ενόρκως δήλωσε, ότι ο κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του στο σημείο του στέρνου, σπρώχνοντας τον προς τα πίσω. Η διάθεση του κατηγορούμενου εκείνην τη στιγμή ήταν, όπως αντιλήφθηκε ο ΜΚ1 ότι: «ήταν να τον λιντσάρει». Ο ίδιος δεν αντέδρασε, παρέμεινε απαθής και συνέχισε τον δρόμο του. Δεν έκανε κάτι για να τον προκαλέσει μετά που τον έσπρωξε, παρά μόνο απάντησε ότι θα περνά από τον εν λόγω δρόμο με τον σκύλο του μέχρι την μέρα που θα πεθάνει. Ο ίδιος φοβήθηκε ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε να τον σκοτώσει, ενώ επειδή το συμβάν έλαβε χώραν τα ξημερώματα, οι φωνές του κατηγορούμενου ακούγονταν τόσο έντονα, που ήταν τρομακτικές. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κατά την ημερομηνία του συμβάντος ήtαν ηλικίας 71 ετών. Είναι γείτονας με τον κατηγορούμενο τα τελευταία περίπου 5 με 10 χρόνια. Συμφώνησε με τον συνήγορο του κατηγορούμενου ότι, αν όχι καθημερινά, σχεδόν επί καθημερινής βάσης, περνά έξω από το σπίτι του κατηγορούμενου, παίρνοντας βόλτα τον σκύλο του, έχοντας καταγγείλει τον κατηγορούμενο και στο παρελθόν επειδή του φώναζε όπως μην περνά από τον εν λόγω χώρο. Δεν ξέρει τον λόγο για τον οποίο ο κατηγορούμενος είναι τόσο θυμωμένος μαζί του και δεν τον αντιλαμβάνεται, αφού, και άλλοι γείτονες παίρνουν τους σκύλους τους βόλτα στην περιοχή και δεν τους κάνει πρόβλημα. Ίσως δήλωσε, ο λόγος που προκάλεσε το συμβάν να ήταν η προηγούμενή καταγγελία του παραπονούμενου στην Αστυνομία. Τον ρώτησε ο συνήγορος υπεράσπισης αν η ενδεχόμενη ενόχληση του κατηγορούμενου ήταν γιατί ο σκύλος του αφόδευε στον χώρο, με τον κατηγορούμενο να απαντά ότι ειδικά έξω από το σπίτι του Βασίλη ούτε ούρησε ποτέ ο σκύλος του ούτε αφόδευσε, ενώ πάντοτε, ακόμα και αν αφόδευε, είχε μέσα στην τσέπη του, σακουλάκι για να μαζέψει τα απορρίμματα. Τον ρώτησε ο συνήγορος υπεράσπισης αν γνωρίζει τον γείτονα, κύριο Τάσο Αναστασίου, με τον παραπονούμενο να απαντά ότι ναι, είναι γείτονας στην περιοχή, αλλά δεν είδε τον Τάσο εκείνην τη μέρα, ούτε και του είπε ο Τάσος ότι ο παραπονούμενος φώναζε πίσω στον Βασίλη. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι στον χώρο ήταν μόνο οι δύο τους, δηλαδή παραπονούμενος και κατηγορούμενος, ενώ αν τους είδαν γείτονες, αυτό δεν μπορεί να το γνωρίζει. Το πόσες φορές συναντήθηκαν στο παρελθόν ή διασταυρώθηκαν οι δρόμοι τους δεν μπορεί να το θυμάται, αλλά σίγουρα δεν τον ξαναείδε παλαιότερα για να του κάνει παρατήρηση. Μπορεί να τον έβλεπε από μακριά, όμως δεν αντάλλαξαν οποιανδήποτε συζήτηση. Αυτές τις δύο φορές που πέρασε, του εξέφρασε παράπονο ο κατηγορούμενος. Τη δε δεύτερη φορά, «ο κατηγορούμενος εμούνταρε τον και ήταν έτοιμος να τον φάει». Σε υποβολή του κυρίου Αναστασιάδη ότι εκείνος πρώτος ξεκίνησε να φωνάζει στον κατηγορούμενο όταν του υπόδειξε να μαζέψει τα περιττώματα του σκύλου του, ο ίδιος το αρνήθηκε, όπως αρνήθηκε την υποβολή ότι ουδέποτε τον άγγιξε ο κατηγορούμενος. Καμία πρόθεση δεν είχε να πλήξει τον Βασίλη ή να πλήξει την υπόστασή του, ενώ ο λόγος που προέβηκε στην εν λόγω καταγγελία ήταν για να σταματήσει να τον ενοχλεί. Η κατάθεσή του, επέμενε, είναι αληθέστατη. Ο ίδιος δεν θυμάται να ήταν παρούσα η σύζυγος του κατηγορούμενου στη σκηνή ή στην περιοχή. Ο λόγος που προώθησε την καταγγελία του είναι γιατί το σπρώξιμο το θεωρεί σοβαρό, ενώ την πρώτη φορά που ο κατηγορούμενος απλά του φώναξε, λέγοντάς του ότι θα του κάνει κακό, δεν το θεώρησε τόσο σοβαρό. ΜΚ2 ο Αστυφύλακας 4852, ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λάρνακας. Κατάθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του, Τεκμήριο
  2. Σε αυτήν αναφέρει ότι την 7.3.2019 και ώρα 7:00 το πρωί ανέλαβε καθήκον για δωδεκάωρη συνεχή υπηρεσία. Περί την 08:20 λήφθηκε καταγγελία από τον παραπονούμενο ότι την ίδια μέρα και περί την 06:40, στην οδό Ελευθερίας στη Λάρνακα, ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε με τα χέρια και τον απείλησε ότι θα του κάνει κακό. Την 5.7.2019 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο του επέδωσε έντυπο δικαιωμάτων. Αφού τον κατηγόρησε γραπτώς αργότερα εντός της μέρας, ο κατηγορούμενος απάντησε: «δεν παραδέχομαι, όλα τα έχω πει στην κατάθεσή μου». Την 15.7.2019 έλαβε κατάθεση από τη σύζυγο του κατηγορούμενου, ενώ την ίδια ημέρα έλαβε κατάθεση και από τον Τάσο Αναστασίου, ο οποίος του ανέφερε ότι δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του περιστατικού και δεν επιθυμούσε να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο. Σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης γιατί μεσολάβησαν 4 μήνες -από το συμβάν- μέχρις ότου ληφθεί κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ο ΜΚ2 απάντησε ότι ενδεχομένως αυτό να οφείλετο στον αυξημένο όγκο εργασίας εκ μέρους της Αστυνομίας ή ακόμη και από μέρους του κατηγορούμενου, ο οποίος είναι ιδιοκτήτης ταχυφαγείου. Ανακρινόμενος ο κατηγορούμενος είχε όντως αναφέρει ότι παρόντες στο περιστατικό ήταν η σύζυγος του και ο κ. Αναστασίου, ενώ σε υποβολή ότι εσφαλμένα κατηγόρησε τον κατηγορούμενο βάσει των Δικαστικών Κανόνων, αφού κανένα άλλο στοιχείο δεν είχε προκύψει πέραν της μαρτυρίας του παραπονούμενου, ο μάρτυρας απάντησε ότι ακόμη και έτσι όφειλε να προχωρήσει την καταγγελία, αφήνοντας το ζήτημα να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Κατέδειξε ο κ. Αναστασιάδης στον ΜΚ2 την κατάθεση του κ. Αναστασίου και το περιεχόμενο της, με τον τελευταίο να αναφέρει ότι ήταν ξύπνιος η ώρα 6:30 το πρωί, αναγνωρίζοντας τις φωνές του Μάριου και του Βασίλη, για να του υποβάλει ότι όφειλε όπως διερευνήσει περαιτέρω το γεγονός, με γνώμονα αυτήν την μαρτυρία, με τον μάρτυρα να απαντά ότι ο κ. Αναστασίου επέμενε ότι δεν θα κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία, με τον ίδιο να αποφασίζει όπως δώσει μαρτυρία ενόρκως. Πέραν της δικής του μαρτυρίας, η Υπεράσπιση κάλεσε ως μάρτυρες την σύζυγο του κατηγορούμενου, αλλά και τον κ. Αναστασιου. Ο Κατηγορούμενος Η εκδοχή του κατηγορούμενου κατά την κυρίως εξέταση του είχε ως εξής: Α. « Η ώρα 6:20 περίπου κατεβαίνω από το σπίτι μου, είδα τον Μάριο μπροστά από το σπίτι μου με τον σκύλο του και ο σκύλος του αφόδευε στο πεζοδρόμιο μου. Η απόσταση του σπιτιού μου με το πεζοδρόμιο είναι 22 σκαλία. Διότι είναι ανώγειος κατοικία. Όπως και να κατέβαινα εγώ περίπου 3-5 μέτρα απόσταση και ενώ τελείωσε ο σκύλος του κ. Μάριου, ο κ. Μάριος προχώρησε να φύγει χωρίς να μαζέψει οτιδήποτε. Εγώ του είπα του κ. Μάριου: « κ. Mάριε πρέπει να πιάνετε τα απόβλητα του σκύλου σας, δεν είμαστε υπόχρεοι να τα μαζεύουμε ή να τα πατάμε», γιατί ήταν πολύ πρωί και δεν βλέπαμε τι είχε κάνει. Ο κ. Mάριος άρχισε να φωνάζει ότι εγώ δεν είμαι αρμόδιος να του πω τι θα κάνει, δεν είμαι αρμόδιος για νομοθεσίες και μου είπε θα δεις τι θα σου κάνω. Εγώ επειδή ήταν και πρωί απέναντι, ξύπνησε ο γείτονας ο Τάσος από τη φωνή, δεν είχα κάποιο άλλο περιστατικό με τη γειτονιά για να συζητούμε, δεν είναι ο τύπος μου να τσακώνομαι με γείτονες, πήγα προς αριστερά προς το αυτοκίνητο να φύγω. Ε. Εκεί που αναφέρεστε ότι που μόλις μας είπατε ότι του είπατε να τα μαζέψει. Σε τι ύφος του το είπατε; Α. Εντάξει, δεν ήταν ύφος ήρεμο. Ας πούμεν είπα του με έντονο τρόπο να τα μαζέψει τα απόβλητα του σκύλου του, αλλά δεν ήταν ένας άνθρωπος να τον απειλήσω ή οτιδήποτε, ήταν έντονος τρόπος. Με έντονο τρόπο του είπα να τα μαζέψει διότι πριν 3 μέρες έτυχε και πάτησα ας πούμε εκείνο το υλικό που βγάζει ο σκύλος». Χαρακτήρισε τον παραπονούμενο ως άτομο ιδιόρρυθμο, γεγονός το οποίο γνωρίζουν όλοι οι γείτονες, εξ' ου και είναι κάπως επιφυλακτικοί μαζί του. Σε ερώτηση του συνηγόρου του κατά πόσον χτύπησε τον παραπονούμενο, απάντησε: Α. Δεν χτύπησα, εγώ είμαι 47 χρονών, δεν χτύπησα άνθρωπο μέχρι σήμερα. Ο κ. Μάριος είναι ηλικιωμένος, να πήγαινα τώρα με τον σωματότυπο μου, να πήγαινα να χτυπήσω εγώ τον κ. Μάριο; Είναι άνθρωπος ηλικιωμένος, είναι σχεδόν στην ηλικία του πατέρα μου. Να πάω να τον χτυπήσω για τον σκύλο ας πούμε; Μέχρι σήμερα δεν χτύπησα άνθρωπο και γνωρίζω ας πούμε ότι η δυναμικότητα μου προς τον κ. Μάριο, μπορούσε να του κάνω κάποια ζημιά. Η απόσταση που μιλούσαμε με τον κ. Μάριο είναι 3-4 μέτρα, δεν πήγα πιο κοντά. Δηλαδή σε καμία περίπτωση δεν ένιωθα ότι θα δείξω ότι κάποιος είμαι στον κ. Μάριο. Δεν ήταν κάτι που μπορούσε που ήθελα να κάνω, απλώς εκείνο που ήθελα: « ε φίλε έκαμε ο σκύλος σου μάζεψε τα, τελείωσε». Τούτο ήταν, δεν χτύπησα κανέναν στη ζωή μου». Διαμένει 16 χρόνια στην γειτονιά, και γνωρίζει ότι ο παραπονούμενος μένει 2 οικόπεδα πιο κάτω σε παράλληλο δρόμο. Συνέχισε αναφέροντας ότι δεν τον απείλησε, ενώ κατά την εκδοχή του, και ο κ. Μάριος φώναζε. Με αυτά τα δεδομένα και επειδή αντιλήφθηκε ότι θα ξυπνούσαν την γειτονιά, έφυγαν με την σύζυγο του για να πάνε στην εργασία τους, μαζί. Aντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μπορεί να έτυχε να δει τον παραπονούμενο στο περίπτερο της γειτονιάς ή με το αυτοκίνητο του, αλλά εν πάση περιπτώσει, λόγω της εργασίας του, οι μόνες μέρες που είναι σπίτι είναι οι Κυριακές. Καμιά φορά δεν προηγήθηκε περιστατικό σε σχέση με το σκύλο του παραπονούμενου. Επανέλαβε την θέση του ότι το σπίτι του έχει 20 περίπου εξωτερικά σκαλιά. Βγαίνοντας από εκεί, είδε στα μέσα του πεζοδρόμιου του, τον σκύλο, ο οποίος είχε μόλις τελειώσει την ανάγκη του πάνω στο πεζοδρόμιο, μαζί με τον παραπονούμενο, ο οποίος στεκόταν κάτω στον δρόμο, να προχωρούν και να φεύγουν από το σημείο. Όταν έκανε την παρατήρηση, ο παραπονούμενος ξεκίνησε να του φωνάζει, απειλώντας τον ότι, «θα δει τι θα του κάνει». Η σύζυγος του ήταν πίσω του. Ρωτήθηκε γιατί στο Τεκμήριο 3 (ανακριτική κατάθεση κατηγορούμενου) αναφέρεται στον παραπονούμενο ως «ο κύριος», με τον κατηγορούμενο να απαντά ότι μέχρι τότε δεν ήξερε το μικρό όνομα του παραπονούμενου. Ο ίδιος τον γνώριζε ως ο «Πύρκος». Επειδή η κατάθεση λήφθηκε κάποιους μήνες αργότερα, είπε στην Αστυνομία ότι, αν υπάρχει συν αντίληψη ότι μιλούν για το ίδιο πρόσωπο, αυτός είναι κάποιας ηλικίας. Ερωτηθείς γιατί δεν ανέφερε στην κατάθεση του το γεγονός ότι ο παραπονούμενος τον είχε απειλήσει, απάντησε ότι για τον ίδιο δεν είχε καμία σημασία αφού δεν θα κινείτο νομικά εναντίον του. Στην υποβολή ότι επιτέθηκε στον παραπονούμενο, ο ίδιος όχι μόνο την αρνήθηκε αλλά συμπλήρωσε ότι, κάθε πρωί που κατεβαίνει για να πάει στην εργασία του τα χέρια του είναι γεμάτα αφού, στο ένα χέρι κρατάει τα λογιστικά και τις παραγγελίες του καταστήματος και στο άλλο κράτα το ταμείο του καταστήματος. Δεν είχε ελεύθερα χέρια για να σπρώξει τον Μάριο, ούτε καμιά ανάγκη είχε για να τον σπρώξει. Αρνήθηκε επίσης στην κατηγορία της απειλής, με μοναδική του αναφορά ως δήλωσε την απαίτηση του όπως ο παραπονούμενος μαζέψει τα απόβλητα του σκύλου του. Δεύτερη μάρτυρας υπεράσπισης (ΜΥ2), η σύζυγος του κατηγορουμένου η μαρτυρία της οποίας κινήθηκε σε πλήρη αρμονία με αυτήν του κατηγορούμενου. Περιγράφοντας τα τεκταινόμενα της 7.319 ανέφερε ότι κατέβαινε την σκάλα με το σύζυγό της για να πάνε στην εργασία τους, όταν είδαν τον παραπονούμενο και το σκύλο του στο πεζοδρόμιο. Ο σκύλος είχε αφοδεύσει. Ο σύζυγος της είπε στον παραπονούμενο ότι όφειλε να μαζέψει τις ακαθαρσίες, μα με τον τελευταίο να φωνάζει ότι ο σύζυγος της δεν είναι αρμόδιος για να του υποδείξει τι θα κάνει, και θα δει τι θα του κάνει. Από τις φωνές ξύπνησε και ο γείτονας. Οι ίδιοι δεν ήταν διατεθειμένοι να συνεχίσουν την συζήτηση και έτσι πήγαν προς το αυτοκίνητό τους για να φύγουν. Η οικία όπου διαμένουν η ίδια και ο σύζυγος της είναι η πατρική οικία της ΜΥ2, ενώ ο παραπονούμενος μένει σε εκείνη την γειτονιά τουλάχιστον 40 χρόνια. Ποτέ δεν είχαν ιδιαίτερες σχέσεις. Όλοι γνωρίζουν στην γειτονιά ότι ο παραπονούμενος αρέσκεται στο να δημιουργεί προβλήματα, καταγγέλλοντας γείτονες του όταν υπάρχουν σταθμευμένα οχήματα επί πεζοδρομίων. Ο σύζυγός της δεν τον χτύπησε αφού οι ίδιοι ήταν πάνω στα σκαλιά όταν αντάλλαξαν τις μεταξύ τους κουβέντες ενώ μετά, έφυγαν. Άντεξεταζόμενη ανέφερε ότι όταν κλήθηκε από την αστυνομία να δώσει κατάθεση δεν της είχε αναφερθεί το περιεχόμενο της καταγγελίας του παραπονούμενου, παρά μόνο ότι υπήρχε καταγγελία εναντίον του συζύγου της. Συμφώνησε ότι ο σύζυγος της είχε μιλήσει με έντονο ύφος, όμως, και ο κ. Μάριος φώναζε, απειλώντας τον Βασίλη. Αναγνώρισε η μάρτυρας το Τεκμήριο 4, το οποίο αφορά την κατάθεση της, διευκρινίζοντας ότι, και άλλες φορές είχε δει τον σκύλο του παραπονούμενου να αφοδεύει, άλλες φορές σε γειτονικό χωράφι, και αλλού, αλλά ποτέ δεν ήρθαν σε επαφή. Αρνήθηκε την θέση ότι η μαρτυρία της αφορά στο να βοηθήσει τον σύζυγο της, αφού, η αλήθεια είναι ότι ο τελευταίος ποτέ δεν έσπρωξε τον παραπονούμενο επειδή δεν τον πλησίασε ποτέ. Τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης (ΜΥ3), ο κ. Τάσος Αναστασίου. Γνωρίζει τον παραπονούμενο εδώ και 46 χρόνια αφού με τα παιδιά του έπαιζαν στην ίδια γειτονιά, εξ΄ου και του είναι δύσκολο όπως μαρτυρήσει στην υπόθεση. Ο λόγος που αποφάσισε να μαρτυρήσει είναι επειδή είναι το «θέμα είναι άδικο», περιγράφοντας τον κατηγορούμενο ως ένα ήσυχο άτομο. Όπως κάθε μέρα, έτσι και την επίδικη μέρα, είχε ξυπνήσει πρωί καθότι είναι οδηγός ταξί. Έπινε τον καφέ του όταν άκουσε φωνές. Αυτές δυνάμωσαν και κατάλαβε ότι ήταν ο παραπονούμενος και φώναζε. Βγήκε στο παράθυρο και είδε τον κ. Μάριο να φωνάζει και να εκβιάζει, χωρίς να μπορεί να θυμηθεί τι ακριβώς είχε ειπωθεί. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο κ. Μάριος έκανε αυτά τα πράγματα, κάνοντας αναφορά στον ιδιόμορφο χαρακτήρα του, έχοντας πάντοτε ένα πρόβλημα στην γειτονιά να τον απασχολεί. Αναγνώρισε την κατάθεση του ως Τεκμήριο
  3. Η αναφορά του ότι δεν είχε γνώση για το συμβάν στην κατάθεση του ήταν γιατί δεν ήθελε να ανακατευτεί αφού, και οι δύο είναι γείτονες του και πρέπει να τα βρουν μεταξύ τους, όμως κι άλλες φορές ο παραπονούμενος φωνάζει, ενώ ακόμη και τον σκύλο του ιδίου, έφτυσε και κατονόμασε. Αντεξεταζόμενος ως προς το που στεκόταν κατά τον επίδικο χρόνο, ο ΜΥ3 ζωγράφισε σχετικό σχεδιάγραμμα το οποίο κατέθεσε στην διαδικασία, ως Τεκμήριο
  4. Όταν βγήκε στο παράθυρο του σπιτιού του (σημείο Α επί του σχεδιαγράμματος), ο κ. Μάριος με τον σκύλο του βρίσκονταν στον απέναντι δρόμο, στην γωνία (σημείο Χ) των οδών Φανερωμένης και Ελευθερίας, απομακρυνόμενος από το σπίτι του κατηγορούμενου (σημείο Β), φωνάζοντας. Νομική Πτυχή/Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχω ως γνώμονά μου τη νομολογία που αφορά στο ζήτημα αξιολόγησης της μαρτυρίας, την οποία έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή, ενώ κατά την αξιολόγησή της δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας έκαστου μάρτυρος, αλλά ως προτάσσει η νομολογία την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της (Μουσταφά ν. Κακουρή
(2002)1 Α.Α.Δ 165). Είναι γεγονός ότι σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, ήτοι, όπου υπάρχουν δύο αντικρουόμενες ουσιαστικά εκδοχές το Δικαστήριο επιζητεί την ανεύρεση άλλης, επί των γεγονότων, αξιόπιστης μαρτυρίας, ενώ ακριβώς επειδή η όλη υπόθεση εδράζεται επί δύο διιστάμενων εκδοχών, το Δικαστήριο παρακολουθεί τους μάρτυρες με ιδιαίτερη προσοχή αφού, η εντύπωση,: «...που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)» - (Cyprus Popular Bank Public Co Ltd - Υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλών Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17
(1)/2013 (Ενεργώντας Μέσω της Ειδικής Διαχειρίστριας της, Άντρης Αντωνιάδου) ν Otis Elevators (Cyprus) Ltd, Πολ. Εφ. 371/2009 ημερ. 16.2.2015, ECLI:CY:AD:2015:A106). Η μαρτυρία του ΜΚ 2, ως φανερώνεται και από τα πρακτικά της διαδικασίας, ήταν τυπικής φύσεως. Η αντεξέταση περιορίστηκε στο ν' αναζητηθούν οι λόγοι καθυστέρησης στην λήψη των σχετικών ανακριτικών καταθέσεων από πλευράς του κατηγορούμενου και των λοιπών μαρτύρων υπεράσπισης, καταθέσεις οι οποίες λήφθηκαν όντως 4 ( ΜΥ1 και ΜΥ2) και 6 μήνες (ΜΥ3), αργότερα. Η μαρτυρία του, αν και δεν τίθεται ζήτημα αξιοπιστίας του, ουδόλως διαφώτισε το Δικαστήριο ως προς τα γεγονότα. Συνεπώς, κανένα συμπέρασμα ή εύρημα δεν μπορεί να εξαχθεί από τη μαρτυρία του σε σχέση με το τι συνέβη κατά την επίδικη ημερομηνία. Η μαρτυρία του ΜΚ1 με προβλημάτισε, τόσον όσον αφορά την συμπεριφορά του πριν αλλά και μετά το συμβάν. Από τη μια επέμενε ότι ο σκύλος του ουδέποτε αφόδευσε στο πεζοδρόμιο μπροστά από το σπίτι του κατηγορούμενου, από την άλλη, ήταν η θέση του ότι αποκάλυπτα και χωρίς λόγο, η ώρα 6:40 το πρωί της 7.3.19 o κατηγορούμενος, αποφάσισε όπως τον σπρώξει και τον απειλήσει, με σκοπό να απωθήσει τον ίδιο από το να περνά από το σπίτι του. Από την μία δήλωνε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο που του επιτέθηκε ο κατηγορούμενος, από την άλλη ανέφερε ότι είναι επειδή τον κατήγγειλε και παλαιότερα στην αστυνομία. Ενώ κτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο αυτός έμεινε ως δήλωσε, απαθής και απλά απομακρύνθηκε από τον χώρο, ενώ: « Αν φέρει μαρτυρία ο Βασίλης ότι αφόδευσε εκεί, ας έπιανε video, ας έφερνε μάρτυρα, τότε να το παραδεχτώ». Αν και ως δήλωσε, φοβήθηκε, και αισθάνθηκε απειλή, απάντησε πίσω στον κατηγορούμενο εμφαντικά, ως επανέλαβε στην διαδικασία πέραν της μίας φοράς ότι,: «ώσπου είναι ζωντανός θα περνά από το σπίτι του». Η προληπτική αναφορά επίσης στην αστυνομική του κατάθεση για το ιστορικό της διαφοράς τους επίσης με προβλημάτισε. Στην κατάθεση του ο παραπονούμενος δηλώνει ότι κατήγγειλε τον κατηγορούμενο και στο παρελθόν επειδή του φώναξε και του είπε ότι θα του κάνει κακό, γεγονός το οποίο ως ανέφερε στην ζώσα μαρτυρία του δεν «το βρήκε σοβαρό», θέση οξύμωρη και αντίθετη με τα πεπραγμένα αφού, αν όντως δεν έκρινε σοβαρό το ζήτημα, δεν θα υπήρχε ανάγκη για καταγγελία στην Αστυνομία. Όταν δε αντεξετάστηκε επί του σημείου τούτου, αναίρεσε τα λεγόμενα του δηλώνοντας ότι: «Δεν μου είπε ότι θα μου κάνει κακό την πρώτη φορά σου λέω». Ας σημειωθεί για σκοπούς πληρότητας ότι ο ΜΚ1 δεν ρωτήθηκε από οιονδήποτε εκ των συνηγόρων αν υπήρχε καταχωρημένη στα βιβλία της Αστυνομίας τέτοια καταγγελία. Ενώ αποδέχτηκε ότι βλέπει και γνωρίζει από τον καθημερινή του ρουτίνα και περίπατο ότι, τα τελευταία 10 χρόνια κάθε μέρα ο Βασίλης και η σύζυγος του η ώρα 6:30 περίπου φεύγουν μαζί για την δουλεία, εκείνη την ημέρα, δεν είδε ούτε την σύζυγο του κατηγορούμενου στον χώρο, ούτε και του έκανε παρατήρηση ο κ. Αναστασίου ο οποίος μπορεί τελικώς, ως αποδέχθηκε, να τους είδε από το παράθυρο. Από την μια δήλωνε ότι είναι περί των 10 χρόνων γείτονες με τον κατηγορούμενο, ότι περνά καθημερινά από το σπίτι του, ότι τον βλέπει που φεύγει για την δουλειά με την σύζυγο του, αλλά κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι τις «δύο φορές που πέρασα ήταν ο Βασίλης και έκαμε μου παράπονο», ενώ ερωτηθείς αναφορικά με τις συναντήσεις του με τον κατηγορούμενο, οι μόνες του αναφορές ήταν ότι ο Βασίλης του έκανε «παράπονο» και «παρατήρηση. Η όλη μαρτυρία του με άφησε σε αμφιβολία αν είναι μάρτυρας της αλήθειας, με μοναδικό αποδεκτό σημείο από την μαρτυρία του να είναι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος του φώναζε με έντονο τρόπο, θέση την οποία και ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξετάζοντας την μαρτυρία του παραπονούμενου παρατηρώ ότι αυτός έκανε αναφορά στα γεγονότα με υπερβολή. Η μαρτυρία του δεν αποτελεί στέρεο έδαφος για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εξετάζοντας την μαρτυρία των ΜΥ1 μέχρι και 3 οφείλω να πω ότι αυτήν την βρήκα πιο πειστική και αξιόπιστη. Ο κατηγορούμενος άφησε το Δικαστήριο με πολύ καλές εντυπώσεις. Παραδέχθηκε αμέσως, και χωρίς περιστροφές στον συνήγορο υπεράσπισης ότι όντως, εκείνη την ημέρα φώναξε στον παραπονούμενο, έντονα, επειδή προηγήθηκε η αδιαφορία του παραπονούμενου όπως περισυλλέξει τις ακαθαρσίες του σκύλου του, γεγονός που προκάλεσε τον εκνευρισμό του. Η ειλικρίνεια του όταν κατέθετε στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν διάχυτη ενώ το Δικαστήριο δεν εντόπισε καμία προσπάθεια εκ μέρους του όπως, είτε να αποκρύψει γεγονότα, είτε τα αλλοιώσει. Ο ίδιος ως ανέφερε, αναγνώρισε ότι ενώπιον του ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος τον οποίον δεν θα έβλαπτε, αναγνωρίζοντας την δυναμική που έχει λόγω της ηλικίας του, σε αντιδιαστολή με του παραπονούμενου, αλλά και του σωματότυπου του. Επιπλέον, παρά την επίμονη αντεξέταση του, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο μάρτυρας δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση με τα όσα ανέφερε ανακρινόμενος στην αστυνομία προ τετραετίας, ενώ αντιθέτως, κάθε απάντηση του ενίσχυε και αντανακλούσε τις αρχικές του θέσεις, όταν αυτός ανακρινόταν, απαντώντας άμεσα στις ερωτήσεις της κατηγορούσας αρχής, χωρίς υπεκφυγές, σε ήρεμο ύφος και απευθυνόμενος πάντοτε προς το Δικαστήριο, με τις απαντήσεις του να είναι λογικοφανείς, συνεκτικές και ανταποκρινόμενες με το περιεχόμενο της κατάθεσης του. Την μαρτυρία του αποδέχεομαι στην ολότητα της ως πλήρως αξιόπιστη. Το ίδιο αξιόπιστη κρίνω και την μαρτυρία της συζύγου του κατηγορούμενου. Σημειώνω ότι τη μαρτυρία αυτή το Δικαστήριο την προσέγγισε με προσοχή, έχοντας ως γνώμονα το γεγονός ότι ενδεχομένως η εν λόγω μαρτυρία να ήταν εμποτισμένη από άλλα κίνητρα, ήτοι η υποβοήθηση του συζύγου της. Οι απαντήσεις όμως της μάρτυρος ήταν άμεσες, πηγαίες και δίδονταν χωρίς κανένα δισταγμό, αντανακλώντας πλήρως τις θέσεις της ως αυτές είχαν τεθεί κατά την λήψη της ανακριτικής της κατάθεσης το 2019. Η όλη στάση της στο εδώλιο ήταν ειλικρινής, ενώ πλήρως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια βρήκα και την θέση της ότι το εν λόγω περιστατικό, δηλαδή τα όσα αποδίδονται στον κατηγορούμενο μέσω των κατηγοριών 1 και 2 δεν έλαβαν χώρα, με την ίδια και τον σύζυγο της να βρίσκονταν σε απόσταση από τον παραπονούμενο όταν ο κατηγορούμενος του έκανε παρατήρηση, με μοναδική επόμενη κίνηση τους, εφόσον ξύπνησε ο γείτονας τους και εξήλθε στο μπαλκόνι, την αποχώρηση τους από τον χώρο, με το αυτοκίνητο τους. Η μαρτυρία του ΜΥ3 γίνεται μεν αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη, όμως ως διαφάνηκε, ο μάρτυρας δεν είδε τι ακριβώς συνέβη. Αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του ότι άκουσε φωνές, και δη αυτές του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου, γεγονός που τον οδήγησε να εξέλθει στο παράθυρο του. Αποδέχομαι επίσης ότι προέβη σε σύσταση στον παραπονούμενο όπως μην φωνάζει, θέση η οποία επιβεβαιώνει τις αναφορές των ΜΥ1 και ΜΥ2 ότι και ο παραπονούμενος φώναζε, ως επίσης και το γεγονός ότι ο παραπονούμενος εκείνη την ώρα, δηλαδή που ο μάρτυρας του έκανε την παρατήρηση, είχε ήδη απομακρυνθεί από το σπίτι του κατηγορούμενου, προχωρώντας προς την Οδό Φανερωμένης. Ως προς το γεγονός ότι ο ίδιος ήρθε τελικώς στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει, ενώ αρχικά είχε πει ότι δεν επιθυμούσε, όντας, μη γνώστης των γεγονότων, το Δικαστήριο δεν αποδίδει αλλότρια κίνητρα σε αυτήν του την απόφαση, αφού, στην μαρτυρία του δεν εντόπισα αλλότρια κίνητρα, αλλά αντίθετα, ειλικρινή κρίνω την θέση του ότι δεν ήθελε να εμπλακεί στην υπόθεση, γιατί οι δύο γείτονες του «έπρεπε να τα βρουν μεταξύ τους». Νομική Πτυχή: Επίθεση διαπράττεται, όταν κατηγορούμενος, παράνομα (unlawfully), προκαλεί σε άλλο πρόσωπο φόβο άσκησης άμεσης βίας (assault) ή όπου ασκεί παράνομα βία σε άλλο πρόσωπο (battery) (βλ. Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574, 579). Το αδίκημα διαπράττεται είτε με πρόθεση ή απερίσκεπτα (βλ. R v. Burstow [1998] AC 147 H.L, R v Venna [1975] 3 All E.R 788.). - 1η κατηγορία. Αντίστοιχα, σύμφωνα με το άρθρο 91 (γ) του Κεφ. 154, απειλή βιοπραγίας (2η κατηγορία) διαπράττεται όταν, «όποιος με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλο ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών ετών». Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που επιτέθηκε (1η κατηγορία) και απείλησε τον παραπονούμενο (2η κατηγορία) συμφώνως των λεπτομερειών που καταγράφονται στις κατηγορίες, ήτοι ότι του επιτέθηκε και τον έσπρωξε και ότι τον απείλησε χρησιμοποιώντας την φράση «φύε που δαμέ να μεν σε κάμω άχρηστο». Σε κάθε ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, ούτε ότι είναι αθώος (βλ. Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563). Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία η αθώωση είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459). Το Δικαστήριο καταλήγει ότι κατά την επίδικη ημερομηνία ο παραπονούμενος περπατούσε τον σκύλο του στην Οδό Ελευθερίας και δη, έξω από το σπίτι του κατηγορούμενου. Ο σκύλος αφόδευσε στο πεζοδρόμιο του κατηγορούμενου και ξεκίνησε να απομακρύνεται από την σκηνή. Ο κατηγορούμενος του φώναξε ότι όφειλε να μην αφήσει εκεί τα περιττώματα αλλά να τα μαζέψει. Ο παραπονούμενος φώναξε πίσω στον κατηγορούμενο, ενώ απομακρυνόταν. Οι φωνές οδήγησαν τον ΜΥ3 όπως εξέλθει στο παράθυρο του και κάνει παρατήρηση στον παραπονούμενο, όπως μην φωνάζει. Η μαρτυρία του παραπονούμενου, επί της οποίας στηρίχθηκε η υπόθεση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω. Δυνάμει τούτου, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σ' αυτή ώστε να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ως προς το τι ακριβώς έγινε κατά τον επίδικο χρόνο και στη συνέχεια σε σχετικά συμπεράσματα. Δεν υπάρχει υπόβαθρο εξαγωγής ασφαλούς συμπεράσματος ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο επιτιθέμενος ή ότι ο παραπονούμενος ένιωσε πραγματικό φόβο. Ως καταγράφηκε στη απόφαση Πετρόπουλος, (ante): « το άρθρο 242 του Νόμου, δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα (unlawfully)». Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία από πλευράς παραπονούμενου, δεν έπεισε ούτε ότι υπήρχε εκδήλωση βίας, ούτε πρόθεση για χρήση βίας από τον κατηγορούμενο, παρά το κοινώς παραδεκτό γεγονός ότι ο τελευταίος του φώναξε σε έντονο ύφος όπως περιμαζεύει τις ακαθαρσίες του σκύλου του, πόσο μάλλον δε, ότι υπήρξε άγγιγμα ή σπρώξιμο από τον κατηγορούμενο προς τον παραπονούμενο. Αυτό, στα πλαίσια του τεκμηρίου της αθωότητας δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνο υπέρ του κατηγορούμενου. Με την απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΚ 1 η απόδειξη των κατηγοριών δεν έχει στοιχειοθετηθεί, αφού με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν προκύπτει κανένα από τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία που να αποδεικνύει στον απαιτούμενο από την νομολογία βαθμό ότι ο κατηγορούμενος εκστόμισε εναντίον του παραπονούμενου την απειλιτική φράση που καταγράφεται στα πρωτογενή γεγονότα της δεύτερης κατηγορίας, ή ότι ο παραπονούμενος αισθάνθηκε όντως τρόμο ή φόβο, ως επίσης και ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε, με οιονδήποτε τρόπο, στον παραπονούμενο (βλ. Χρίστος Βοσκός ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 510). Κρίνοντας την μαρτυρία του παραπονούμενου συνολικά, είναι αβέβαιο αν το συμβάν έγινε όπως το περιγράφει, ενώ η απόρριψη της μαρτυρίας του παραπονούμενου, κρίνει και την έκβαση της υπόθεσης, αφού είναι δεδομένη η αρχή ότι Δικαστήριο, μετά την απόρριψη της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής, δεν μπορεί μέσα από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του. (βλ. ΓΕ ν. Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, 250). Δυνάμει όλων των πιο πάνω, και με γνώμονα ότι η μαρτυρία της Κατηγορύσας Αρχής δεν έχει γίνει αποδεκτή, καταλήγω ότι η διάπραξη των αδικημάτων δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε σχέση και με τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπογρ.)............. M. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.