Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας ν. Α. Κ., Υπόθεση υπ' αρ: 5115/2019, 28/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:B7 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝAΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ: 5115/2019 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή και Α. Κ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28.11.2022 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Γιάλλουρου Για Κατηγορούμενο: κ. Χ. Δημητρίου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Τα γεγονότα που επεσυνέβησαν τον Ιούνιο του 2018, ήτοι η κατ΄ ισχυρισμό κλοπή του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής [ ] από τον κατηγορούμενο οδήγησαν στην καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου. Ο κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, Νόμος 166/
- Ως πρωτογενή γεγονότα καταγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος ότι: «O κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1-30/06/2018 συμπεριλαμβανόμενων, σε ημερομηνία άγνωστη για την Κατηγορούσα Αρχή, στην οδό Ευριπίδου στην Αραδίππου της επαρχίας Λάρνακας, έκλεψε με τέχνασμα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ], αξίας €1.100, περιουσία του Ρ. Φ. από τον Λίβανο». Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες οι οποίοι αντεξετάστηκαν δεόντως από τον συνήγορο υπεράσπισης. Ο Κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε από το Δικαστήριο σε απολογία, έδωσε την δική του εκδοχή, από το εδώλιο του μάρτυρα. Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ο Αστυφύλακας [ ], Ι. Γ. (ΜΚ1). Ο μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήρια 1, 2 και 2A αντίστοιχα, την κατάθεσή του, ημερομηνίας 29.3.2019, την κατάθεση του κατηγορούμενου, ημερομηνίας 3.1.2019 και την γραπτή κατηγορία που πρόσαψε στον τελευταίο. Στη γραπτή του κατάθεση, ο ΜΚ1 αναφέρει ότι την 3.9.2018 και περί ώρα 12:00 καταγγέλθηκε από τον παραπονούμενο, Ρ. Φ. ότι, κατά τον μήνα Ιούνιο του 2018 ο κατηγορούμενος του έκλεψε το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής [ ] από την οικία του στην Αραδίππου. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, τον Ιούνιο του 2018 ο κατηγορούμενος ήρθε σε επαφή μαζί του με σκοπό όπως αγοράσει το εν λόγω όχημα, και προς τούτο, μετέβησαν μαζί στην οικία του πρώτου, ούτως ώστε ο τελευταίος να το επιθεωρήσει. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι θα ήταν διατεθειμένος να το αγοράσει για το ποσό των €1.100, παρακαλώντας τον παραπονούμενο όπως ετοιμάσει και υπογράψει το έντυπο μεταβίβασης του αυτοκινήτου. Ο κ. Φ. ετοίμασε το έγγραφο, και το άφησε αυτό, μαζί με τον τίτλο ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου, στο κατάστημα του, στην Λάρνακα. Λίγες μέρες αργότερα, ο παραπονούμενος διαπίστωσε ότι το όχημα δεν ήταν σταθμευμένο στο σημείο που το ήταν στην οικία του και τότε η σύζυγός του, Αντζέλικα Φρεμ του είπε ότι πέρασε ο Ανδρέας από το κατάστημα, με την ίδια να του παραδίδει τα έγγραφα, νομιζόμενη ότι ήταν εν γνώσει του συζύγου της η επίσκεψη του. Ακολούθως, σε επικοινωνία που είχε ο παραπονούμενος με τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος του ανέφερε ότι είχε το αυτοκίνητο στην κατοχή του και ότι θα του έδινε τα χρήματά του, πράγμα, το οποίο δεν έπραξε ακόμη. Την 3.1.2019 και ώρα 23:15, ο ΜΚ1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για την υπόθεση που διερευνούσε εναντίον του και αφού του επέστησε την προσοχή στον Νόμο ο τελευταίος απάντησε: «Ρε Γ., δεν του το έκλεψα, αφού εσυμφωνήσαμε να το αγοράσω, απλά εν τον επιέρωσα ακόμα». Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 23:30 με 23:50 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης ο Αστυφύλακας κατέγραψε τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις του κατηγορούμενου και αφού ο τελευταίος τις διάβασε, υπόγραψε στο τέλος της κατάθεσης. Τον είχε πληροφορήσει ότι μπορούσε να προβεί σε οποιανδήποτε διόρθωση, αλλαγή ή προσθήκη ήθελε, με τον κατηγορούμενο αποκρίνεται ότι τα όσα καταγράφονται σε αυτήν είναι ορθά, υπογράφοντας το κείμενο. Την ίδια μέρα και ώρα μεταξύ των ωρών 23:55 - 24:00 κατηγόρησε γραπτώς τον Α. Κ. για το αδίκημα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο κατέγραψε και την απάντηση του ήτοι, ότι: «O,τι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο». Η ίδια ήταν και η απάντηση του κατηγορούμενου σε έκαστη ερώτηση που τέθηκε εκ μέρους του ΜΚ1 στα πλαίσια της ανάκρισης του (βλ. Τεκμήριο 2). Αντεξεταζόμενος από τον κ. Δημητρίου ο μάρτυρας απάντησε ότι ο λόγος που παρατηρήθηκε καθυστέρηση στην λήψη κατάθεσης εκ μέρους του παραπονούμενου, ήταν γιατί υπήρχαν άλλες υποθέσεις σε εκκρεμότητα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης, νωρίτερα. Αυτό είχε αντίκτυπο και στο πότε λήφθηκε η κατάθεση του κατηγορούμενου, με τον τελευταίο, παρά τις εκκλήσεις της αστυνομίας, να αμελεί την προσέλευση του στο σταθμό. Σε ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης κατά πόσον ζητήθηκε από τον παραπονούμενο όπως ανευρεθεί το κλεμμένο αυτοκίνητο, ο ΜΚ1 απάντησε θετικά. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας (ΜΚ2) ο παραπονούμενος. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 3 στην διαδικασία την κατάθεσή που έδωσε στην Αστυνομία την 3.10.
- Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στο Δικαστήριο, ως τον Ανδρέα με τον οποίο συνομιλούσε για την αγορά του αυτοκίνητου. Στην κατάθεση του αναφέρει ότι ο ίδιος αποτελεί τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του εν λόγω διπλοκάμπινου, το οποίο δεν χρησιμοποιούσε, αφού αυτό παρουσίαζε μηχανικά προβλήματα από τον Δεκέμβριο του
- Η μηχανή ήταν καμένη και είχε αφαιρεθεί, το δε όχημα σταθμευμένο σε χωράφι πίσω από το σπίτι του, στην Αραδίππου. Περί τις αρχές Ιουνίου 2018, προσήλθε στο μαγαζί του, στην Λάρνακα ένας αλλοδαπός που μιλούσε ελληνικά, με τον οποίο είχε προηγουμένως συμφωνήσει όπως του πωλήσει το αυτοκίνητο για €1.
- Ο αλλοδαπός ανέφερε τελικώς ότι λόγω οικονομικών δυσκολιών, δεν μπορούσε να το αγοράσει, ενώ μαζί με αυτόν ήταν κάποιος Ανδρέας, τον οποίον έβλεπε για πρώτη φορά. Ο Ανδρέας ήταν ψηλός, λεπτός, αλλά δυνατός, με καστανά μακριά μαλλιά. Ο Ανδρέας τον επισκέφθηκε λίγες μέρες αργότερα στο κατάστημα του, μόνος του, ρωτώντας τον αν είχε ακόμη το αυτοκίνητο, και αν ενδιαφερόταν να του το πωλήσει. Ο παραπονούμενος μην έχοντας αποφασίσει αν θα το επιδιόρθωνε τελικά ή αν θα αγόραζε άλλο, ανέφερε ότι δεν θα το πωλούσε. Ο Ανδρέας επισκέφθηκε πολλές φορές τον παραπονούμενο στο κατάστημα του, δηλώνοντας του εντός του μηνός Ιουνίου του 2018 ότι είχε βρει κάποιον που ενδιαφερόταν για να αγοράσει το αυτοκίνητο για το προαναφερθέν ποσό. Ο παραπονούμενος δέχτηκε, επισημαίνοντας την κατάσταση του αυτοκινήτου, καθώς και το γεγονός ότι αυτό ήταν δηλωμένο ως ακινητοποιημένο, με τον Ανδρέα να τον παρακαλεί όπως ετοιμάσει τα έγγραφα και υπογράψει τη μεταβίβαση. Δύο-τρείς μέρες μετά, ο Ανδρέας μετέβηκε στο σπίτι του παραπονούμενου για να φωτογραφίσει το αυτοκίνητο και να δείξει τις φωτογραφίες στον προτιθέμενο αγοραστή. Ο παραπονούμενος είχε ετοιμάσει τα έγγραφα, συμπληρώνοντας τα στοιχεία του ως πωλητής, κρατώντας αυτά στο κατάστημα του, στην Λάρνακα. Είχε αναφέρει στην σύζυγο του ότι είχε μιλήσει με τον Ανδρέα και ότι κάποια στιγμή θα πήγαιναν μαζί στον κοινοτάρχη για να σφραγίσουν τα έγγραφα και να ολοκληρωθεί η πράξη. Σε ημερομηνία που δεν θυμάται, όταν σχόλασε ένα βράδυ, διαπίστωσε περί τις 11:00 μ.μ, ότι το αυτοκίνητο έλειπε από το σπίτι του. Μιλώντας με τον Ανδρέα τηλεφωνικώς, ο τελευταίος του ανέφερε ότι έπιασε το αυτοκίνητο και ότι κρατούσε τα χρήματα, τα οποία θα του έδινε την επομένη. Συνομιλώντας με τη σύζυγο του, του είπε ότι όντως, ο Ανδρέας είχε περάσει από το κατάστημα και η ίδια του έδωσε τα χαρτιά, αφού της ανέφερε ότι ήταν εν γνώση του συζύγου της ο σκοπός της επίσκεψης του. Η θέση του παραπονούμενου στην κατάθεση του ήταν ότι ουδέποτε είπε στον Ανδρέα να πάρει τα χαρτιά ή το αυτοκίνητο. Έκτοτε, ο Ανδρέας δεν τον έχει πληρώσει, ενώ του τηλεφωνούσε συχνά με την πρόφαση ότι θα τον πλήρωνε, αλλά όποτε διευθετούσαν συνάντηση, ο κατηγορούμενος δεν μετέβαινε στα ραντεβού ή δεν απαντούσε το τηλέφωνο. Αυτός ήταν και ο λόγος που άργησε να καταγγείλει το περιστατικό. Στην συμπληρωματική κατάθεση του προς την Αστυνομία, Τεκμήριο 3A, αναφέρει ότι δεν έχει δει τον κατηγορούμενο από την ημέρα που ο τελευταίος πήρε το αυτοκίνητο του, ενώ όταν είχε αρχικά επισκεφθεί το σπίτι του για να βγάλει φωτογραφίες το αυτοκίνητο, ο παραπονούμενος του είχε πει ότι πρώτα θα του δώσει τα χρήματα και μετά θα πάνε για τη μεταβίβαση. Ο Ανδρέας πήρε το αυτοκίνητο μόνος του, χωρίς την έγκριση του, ξεγελώντας και την σύζυγο του, ούτως ώστε να του δώσει το έγγραφο της μεταβίβασης και το κοτσιάνι. Στις τηλεφωνικές του επικοινωνίες του ζήτησε όπως τον πληρώσει, ή, αν δεν έχει τα χρήματα όπως του επιστρέψει το αυτοκίνητο, με τον κατηγορούμενο να μην πράττει κανένα από τα δύο, αφού ως του ανέφερε, το είχε ήδη πωλήσει σε τρίτο πρόσωπο, υποσχόμενος ότι θα του έδιδε τα χρήματα. Με την πάροδο των ημερών, ο παραπονούμενος κατάλαβε ότι του έλεγε ψέματα ο Ανδρέας, και έτσι κατάγγειλε το γεγονός. Αναγνώρισε επί του Τεκμηρίου 4 (Αντίγραφο Εγγράφου Μεταβίβασης) την υπογραφή του στο σημείο «πωλητής», και τα στοιχεία πωλητή, ως ο ίδιος τα είχε συμπληρώσει. Τα λοιπά πεδία τα άφησε κενά, αναμένοντας τον Ανδρέα να περάσει από το κατάστημα του, ως του είχε αναφέρει, για να προχωρήσουν την διαδικασία. Στην ζώσα μαρτυρία του διευκρίνησε ότι ουδέποτε έδωσε τη συγκατάθεσή του για να πάρει ο Ανδρέας το αυτοκίνητο, ούτε άφησε να νοηθεί ότι θα μπορούσε να το πάρει και να τον πληρώσει σε χρόνο μεταγενέστερο. Σε ερώτηση της κας. Γιάλλουρου πότε ήταν που θα έπιανε το αυτοκίνητο κανονικά ο Ανδρέας, ο ΜΚ2 απάντησε ότι αυτό θα συνέβαινε μετά την υπογραφή του Κοινοτάρχη, ενώ θα έπρεπε να προηγηθεί και η ολοκλήρωση της μεταβίβασης και η πληρωμή. Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι εξ' όσων ο ίδιος πιστεύει, ο Ανδρέας πρώτα μετέβηκε στο κατάστημα του, πήρε τα έγγραφα, και ακολούθως πήγε σπίτι του, παίρνοντας το αυτοκίνητο. Ερωτηθείς ως προς το πού ήταν τα κλειδιά του αυτοκινήτου απάντησε ότι μπορεί να ήταν και εντός του αυτοκινήτου. Όταν πήγε στην Αστυνομία για να ζητήσει βοήθεια, αυτό που γνώριζε ήταν αυτό που του είπε ο Ανδρέας, δηλαδή, ότι πώλησε το αυτοκίνητο και είχε τα λεφτά στην κατοχή του για να τον πληρώσει. Δεν ήξερε ούτε που είναι το αυτοκίνητο, ούτε αν το πήρε τρίτο πρόσωπο. Σε ερώτηση αν ζήτησε το αυτοκίνητό του πίσω, απάντησε αρνητικά, όπως ούτε και τα χρήματά του, από την Αστυνομία. Τα χρήματα τα ζήτησε από τον Ανδρέα, ενώ το αυτοκίνητο πώς θα το ζητούσε από τη στιγμή που ο Ανδρέας τον πληροφόρησε ότι το είχε ήδη πωλήσει; Σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης κατά πόσον θα προέβαινε σε καταγγελία αν ο Ανδρέας τον πλήρωνε έγκαιρα, ο ΜΚ2 απάντησε αρνητικά. Υπέβαλε ο κύριος Δημητρίου στον παραπονούμενο ότι είχε συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο όπως ο τελευταίος αγόραζε το αυτοκίνητό έναντι €1.100 και για αυτόν τον λόγο είχε έτοιμο το έγγραφο μεταβίβασης, δηλάδή για να το πιάσει ο Ανδρέας. Συνέχισε υποβάλλοντας ότι ο κατηγορούμενος τον είχε ενημερώσει ότι θα πωλούσε το αυτοκίνητο σε τρίτο πρόσωπο εξ'ου και ο παραπονούμενος άφησε κενό το όνομα του πωλητή. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε τις εισηγήσεις του κ. Δημητρίου, απαντώντας ότι αν ήταν έτσι τα πράγματα τότε, η ολοκλήρωση της πράξης θα ολοκληρωνόταν εντός 2-3 ημερών, γεγονός που δεν έγινε ποτέ. Τελευταία μάρτυς εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, η σύζυγος του παραπονούμενου, ΜΚ3, Α. Κ. Φ. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 5 στην διαδικασία την κατάθεσή της στην Αστυνομία, ημερομηνίας 18.11.
- Εκεί, δήλωσε σύζυγος του Ρόνι Φρεμ με διαμονή την περιοχή Αραδίππου. Διατηρούν με τον σύζυγό της κατάστημα που πουλά Λιβανέζικα φαγητά. Τον Ιούνιο του 2018 ο σύζυγος της, της είχε πεί ότι θα πωλούσε το κόκκινο διπλοκάμπινο του. Ήξερε ότι είχε συμφωνηθεί η τιμή των €1.100 περίπου, και ότι θα το αγόραζε κάποιος Ανδρέας. Ο Ανδρέας είχε μεταβεί στο κατάστημα 2 με 3 φορές. Το περιέγραψε ως ψηλό, μελαχρινό και με μαλλιά σε κότσο. Ερχόταν συνήθως μόνος του και μιλούσε με τον σύζυγο της. Ο τελευταίος είχε κάποια χαρτιά του αυτοκινήτου δίπλα από το ταμείο, μεταξύ των οποίων και τον τίτλο ιδιοκτησίας, ενώ γνώριζε από τα όσα της είπε ο σύζυγος της, ότι θα το αγόραζε ο Ανδρέας, και θα πήγαιναν μαζί σύντομα να κάνουν την μεταβίβαση. Δεν ήξερε κατά πόσο ήταν υπογραμμένο το έγγραφο της μεταβίβασης αφού δεν είχε μελετήσει τα έγγραφα. Ο Ανδρέας τον Ιούνιο του 2018 την επισκέφθηκε στο κατάστημα, και της είπε βιαστικά, όπως του παραδώσει τα χαρτιά του αυτοκινήτου για να πάνε με τον παραπονούμενο να κάνουν την μεταβίβαση. Όντας μόνη της στο κατάστημα, τον πίστεψε και του τα έδωσε. Την επόμενη μέρα, αν θυμάται καλά, την ρώτησε ο σύζυγός της πού ήταν τα χαρτιά του αυτοκινήτου και του ανέφερε τι έγινε, με τον τελευταίο να της δηλώνει ότι δεν έπρεπε να του τα είχε δώσει επειδή έπρεπε πρώτα ο Ανδρέας να του δώσει τα χρήματα. Ξέρει, ως ανέφερε, ότι οι δύο συζήτησαν πολλές φορές μετά το συμβάν, με τον Ανδρέα να του υπόσχεται τα χρήματα, αλλά ποτέ μέχρι την κατάθεση της, δεν του τα έδωσε. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις της κας. Γιάλλουρου, η μάρτυς απάντησε ότι την ημέρα που πήγε ο Ανδρέας στο κατάστημα, εκείνος ήταν βιαστικός, η ίδια μόνη της, και με δεδομένο ότι υπήρχαν πάρα πολλοί πελάτες που ανέμεναν να εξυπηρετηθούν εκείνη την στιγμή, του έδωσε τα έγγραφα χωρίς πολύ σκέψη αφού ως της είχε πεί ο Ανδρέας, θα συναντούσε τον Ρ. Έχοντας τον δει και στο παρελθόν, θεώρησε ότι ήταν εντάξει. Ο Ανδρέας μάλιστα της ανέφερε ότι βιάζεται γιατί θέλουν να πάνε με τον Ρόνυ να ολοκληρώσουν την την μεταβίβαση. Την επόμενη ημέρα, όταν ο σύζυγός της διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν στο σπίτι, την ρώτησε που ήταν τα έγγραφα, με την ίδια να αποκρίνεται ότι τα έδωσε στον Ανδρέα. Παραδεκτά Γεγονότα Μετά την κατάθεση της ΜΚ3 οι συνήγοροι κατέθεσαν κατάλογο παραδεκτών γεγονότων ως Έγγραφο Ο σε σχέση με την μετέπειτα πορεία και πώληση του αυτοκινήτου. Αυτά έχουν ως ακολούθως: · Ο κατηγορούμενος κατά/ή περί το καλοκαίρι του 2018 πώλησε στον T. B. το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ] έναντι του ποσού των €
- · Ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο της πώλησης ανέφερε στον T. B. ότι το αυτοκίνητο είχε μηχανικά προβλήματα και δεν ξεκινούσε. Όταν o T. B. πλήρωσε τον κατηγορούμενο, αυτός κάλεσε πλατφόρμα για να μεταφέρει το αυτοκίνητο στον χώρο του αγοραστή. · Ο κατηγορούμενος παρέδωσε στον T. B. το πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου μαζί με έντυπο μεταβίβασης ιδιοκτησίας μηχανοκίνητων οχημάτων, υπογραμμένο από τον ιδιοκτήτη του οχήματος, ΜΚ
- · Ο κατηγορούμενος ανέφερε στον T. B. ότι το εν λόγω όχημα το αγόρασε από το πρόσωπο που είχε υπογράψει το έντυπο μεταβίβασης στη θέση του πωλητή. · Ο T. B. επιδιόρθωσε το μηχανικό πρόβλημα του αυτοκινήτου και το πώλησε στον Ρ. Α. · Ο Ρ. Α. ακολούθως, στις 23.11.2018, πώλησε το αυτοκίνητο στον Δ. Χ., ο οποίος την ίδια μέρα μετέβηκε στο Γραφείο του Πολίτη και μεταβίβασε επ' ονόματί του το όχημα, χρησιμοποιώντας το έντυπο μεταβίβασης που έφερε την υπογραφή του παραπονούμενου, ΜΚ2, στο σημείο του πωλητή. Μαρτυρία Κατηγορούμενου Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση που προέβαλε ο κατηγορούμενος από το εδώλιο του μάρτυρα. Η θέση του ως καταγράφεται στην σελίδα 2 των πρακτικών ημερ. 7.11.22, ήταν: «Εκάμαμεν μια συμφωνία και έκαμα του και μεταφορές και πράγματα, εκάμαμεν πολλές πράξεις μαζί. Συμφωνήσαμε, έπιασα το πήγα στη γυναίκα του, έδωκε μου τα χαρτιά με υπογραμμένη τη μεταβίβαση και μετά που κάτι συμφωνίες που εκάμαμεν με κάτι σκαλοσιές και με κάτι μεταφορές, είχε μείνει μια διαφορά όχι με το αυτοκίνητο, με κάτι σκαλοσίες και του λέω από μεταφορές δεν έχει καμία σχέση το αυτοκίνητο και ύστερα που 4 μήνες ειδοποιήσαν με να πάω να με κατηγορήσουν ότι έκλεψα το αυτοκίνητο, αφού με το αυτοκίνητο συμφωνήσαμε και έδωκε μου κοτσιάνια και η μεταβίβαση εν υπογεγραμμένη και όλα. Αν του έκλαβε ήταν ύστερα που 4 μήνες να με κατηγορούσασιν; Ήταν σπίτι μου και πήγαν και κατηγορήσαν με σκαλωσίες για τούτα τα πράγματα που δες τες διαφορές που είχαμε, το αυτοκίνητο καμία σχέση με τούτο το πράγμα που με κατηγοράτε. Είχα το 4 μήνες σπίτι μου. Αν το έκλεβα, εν ήταν να έρτουν να το πιαν ύστερα που 4 μήνες;» Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος, ρωτήθηκε εκ νέου από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής κατά πόσον όντως είχε το αυτοκίνητο στο σπίτι του για περίοδο 4 μηνών, με τον ίδιο πότε να απαντά θετικά και πότε ότι δεν θυμάται, δηλώνοντας τελικώς ότι μετά από 2-3 μήνες το πώλησε για εξαρτήματα, αν θυμάται καλά. Επέμενε ο κατηγορούμενος ότι, οι διαφορές του με τον παραπονούμενο αφορούσαν μεταφορές και σκαλωσιές και όχι το αυτοκίνητο, ενώ η αστυνομία ήξερε πολύ καλά που να τον βρει αφού, κάθε μέρα πήγαινε στον κεντρικό σταθμό της αστυνομίας στην Λάρνακα και υπέγραφε. Όταν του υπέδειξε η κα. Γιάλλουρου ότι την υπόθεση διερευνούσε ο αστυνομικός σταθμός Αραδίππου, απάντησε: «Η Αραδίππου δεν μπορούσε να στείλει ένταλμα να με πιάσιν; Γιατί δεν μου φκάλαν ένταλμα για κλοπή; Συλλάβαν με με ένταλμα, ή πήγα μόνος μου;» ενώ στην υποβολή της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι τα όσα ανέφερε περί μεταφορών και σκαλωσιών αφορούν εκ των υστέρων σκέψεις, τις οποίες σήμερα αποφάσισε να προωθήσει, ακολούθησε η πιο κάτω στιχομυθία: «E. Κατηγορούσαν σε ότι έκλεψες αυτοκίνητο και μάλιστα σου ανάφεραν συγκεκριμένα σε πληροφορώ ότι 'διερευνώ.Αραδίππου' (διαβάζω από το Τεκμήριο 2). Θέλεις να πεις οτιδήποτε σε σχέση με αυτό το αδίκημα: A.Γιατί να απαντήσω; Την στιγμή που ένας που κλέβει δεν τον συλλαμβάνετε, κάνει 3-4 μήνες, ήταν σπίτι και ήμουν ελεύθερος και δεν έρχονταν να το πιαν. Δεν είχα λόγο να απαντήσω. Ε. Σου λέω ότι το εύλογο για έναν άνθρωπο ο οποίος δεν έχει σχέση, είναι αλλιώς τα γεγονότα από ότι του τα λένε, ήταν να πει και τη δική του εκδοχή. Αυτή είναι η θέση μου. Α. Ένας άνθρωπος που κλέβει δεν τον συλλαμβάνετε και εν το αυτοκίνητο του σπίτι 3 μήνες και δεν το πιάνετε; Δεν ξέρω. Δεν έχω κάτι άλλο να πω. Εγώ το αυτοκίνητο το αγόρασα με τη συμφωνία που εκάμαμεν, όλα νόμιμα, ήταν σπίτι μου και ούτε ήρτε κανένας πει για κλοπή με τίποτα και πήγα. Αν να μεν κατηγορήσουν δεν θα δώκω κατάθεση, αφού το αυτοκίνητο εν καθαρό δικό μου, με τη συμφωνία που εκάμαμεν, γιατί δεν ήρτε να με συλλάβουν; Γιατί έκλεψα εφόσον και ύστερα που 3 μήνες να με συλλάβουν; Ούτε με συλλάβαν, ούτε ένταλμα. Πήγα μόνος μου». Συμφώνησε ο κατηγορούμενος ότι το αυτοκίνητο το πώλησε στον T. B. όμως δεν θυμόταν ούτε πότε του το πώλησε, ούτε πότε έλαβε χώραν η μεταβίβαση. Το πώλησε στον T. για το ποσό των €1.
- Το αυτοκίνητο δεν ενεγράφη επ' ονόματι του γιατί ο ίδιος ήταν πτωχεύσας, ενώ όταν το πώλησε του Tag δεν ήταν ο πωλητής επί των εγγράφων μεταβίβασης. Ρώτησε επισταμένα η Κατηγορούσα Αρχή ποιο ήταν το περιεχόμενο της συμφωνίας με τον παραπονούμενο. Στην αρχή ο κατηγορούμενος απάντησε ότι η συμφωνία ήταν: «να του δώκω €900 για το αυτοκίνητο και να μου δώκει το αυτοκίνητο και έκαμα του, πήρα του σκαλοσίες, επήρα του μια μεταφορά και εξοφλήσαμε και ύστερα ήθελε ακόμα 22 ζευγάρια σκαλοσίες να του πάρω και πήρα του τες και δεν με πλήρωνε και ύστερα πήγα έπιασα σκαλοσίες από τον Ρ. και πήρα του τα και κάτι πλατφόρμες και είχα μια διαφορά με μια κούρσα που του έκαμα, που πληρώθηκε ο Ρ. και ήταν η διαφορά μας. Δεν είχε καμία σχέση το αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο ήταν συμφωνημένο με μεταφορές και σκαλοσίες. Καμία σχέση με λεφτα». Επανήλθε η κα. Γιάλλουρου ρωτώντας αν την μέρα που συμφώνησαν έδωσε μετρητά στον Ρ. με τον μάρτυρα να απαντά: «Έδωκε μου έδωκα του πολλές πράξεις, έκαμνα μεταφορές όλες που δεν είχε αυτοκίνητο και βαρέλες κουγκριού και πράγματα, του έπαιρνα μεταφορές». Στο τέλος, σε ερώτηση κατά πόσον το αντάλλαγμα για να του δώσει το αυτοκίνητο ο παραπονούμενος ήταν να του κάνει μεταφορές ή εργασίες ύψους €900, ο κατηγορούμενος τοποθετήθηκε ως εξής : «Όχι. Ηρτε και αγόρασε κάτι σκαλοσίες που εμένα και να του δώκω κάποια λεφτά και μου λέει να μου κάνεις μια μεταφορά, κάτι σκαλοσίες που δαμέ στη Χρυσοποίτισα να τες πάρεις και ξοφλήσαμε. Πήγα ένα μιτσή εξοφλήσαμε για το αυτοκίνητο, τούτη ήταν η συμφωνία μας και κουβάλησα του 22 ζευγάρια θεμα θυμούμαι». (βλ. πρακτικά ημερ. 7.11.22 σελ. 9-10) Σημαντική φρονεί το Δικαστήριο και η ακόλουθη τοποθέτηση του κατηγορούμενου σε σχέση με την παραλαβή των εγγράφων από την σύζυγο του παραπονούμενου: «Ε. Εγώ σου λέω ότι λες ψέματα ακριβώς χρησιμοποίησες τούτο το τέχνασμα πήγες στο κατάστημα της γυναίκας του, της είπες ψέματα ότι σε έστειλε ο Ρ. προκειμένου να καταφέρεις να αποστάσεις τη φόρμα μεταβίβασης. Αυτή είναι η θέση μου. Α. Δεν ξέρω αν έχει κάποιον που κλέβει και πάει και πιάνει μεταβίβαση και έχει το αυτοκίνητο 3 μήνες τζιαμέ και δεν έρχονται να τον πιάσειν. Με έπιασε 10 φορές ο αστυνομικός για ποιο λόγο να έρτω γιατί δεν ήρταν να με συλλάβουν, αφού έκλεψα δεν έπιασα σάντουιτς εν αυτοκίνητο που έπιασα. Γιατί δεν μου φκάλαν ένα ένταλμα συλλήψεως αφού έκλεψα και πιάσαν με 15 φορές για ποιο λόγο να έρτω να δώκω κατάθεση, έχω κοτσάνια έντυπα, έχω τα όλα. Εχετε μια διαφορά με κάτι μεταφορές για ποιο λόγο να έρτω για το αυτοκίνητο λαλώ του; Και λες μου τηλεφωνούσαν μου και δεν πήγα και δεν έκαμνα υπόγραφα στον σταθμό στη Λάρνακα και πήγα μόνος μου ούτε ένταλμα δε μου φκάλασιν. Ε. Εγώ σου λέω δεν πήγες μόνος σου σε καλούσαν επανειλημμένα. Α. Ποιος με πήρε; Συλλάβαν με;» Βάρος Απόδειξης/ Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είναι τοις πάσι γνωστό στον νομικό κόσμο ότι το βάρος απόδειξης του συνόλου των λεπτομερειών του αδικήματος όπως αυτές καταγράφονται στο κατηγορητήριο, οφείλει να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η υπεράσπιση, επουδενί δεν φέρει οποιοδήποτε βάρος για απόδειξη της αθωότητας του κατηγορούμενου, ή συμπλήρωσης τυχόν κενών στην μαρτυρία της πρώτης (βλ. Woolmington v DPP 25 Cr. App. R 72, Munteanu v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.459). Με δεδομένη την πιο πάνω αρχή, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Έχω ως γνώμονα μου την ευρεία νομολογία που άπτεται του ζητήματος της αξιολόγησης (βλ. ενδεικτικά Λάρκου ν Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ 80 και Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401), ενώ η εντύπωση «...που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)» - (Cyprus Popular Bank Public Co Ltd - Υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλών Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17
(1)/2013 (Ενεργώντας Μέσω της Ειδικής Διαχειρίστριας της, Άντρης Αντωνιάδου) ν Otis Elevators (Cyprus) Ltd, Πολ. Εφ. 371/2009 ημερ. 16.2.2015, ECLI:CY:AD:2015:A106). Σημειώνεται ότι μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την όλη αξιοπιστία του μάρτυρα (βλ.Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320), με το Δικαστήριο να οφείλει όπως αξιολογεί την ενώπιον του μαρτυρία συνολικά και όχι αποσπασματικά. Το Δικαστήριο αποτιμά ότι και οι τρείς μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής ήσαν μάρτυρες της αλήθειας, με τις θέσεις τους να ανταποκρίνονται και να επιβεβαιώνονται μέσω των ενώπιον του Δικαστηρίου, Τεκμηρίων. Οι μάρτυρες ήσαν ειλικρινείς στις απαντήσεις τους, απαντούσαν με αμεσότητα, χωρίς περιστροφές, ενώ δεν υπήρχε εκ μέρους τους καμία διάθεση υπερβολής ή απόκρυψης στην περιγραφή επί των γεγονότων. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας τους, ως φανερώνεται από τα πρακτικά της διαδικασίας, παρέμεινε αναντίλεκτο. Στην μαρτυρία τους, δεν εντοπίζονται αντιφάσεις, κενά, ή ασάφειες, ενώ αυτή αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Το παρόν στάδιο κρίνεται κατάλληλο για να μνημονευθεί ότι η αντεξέταση της υπεράσπισης επικεντρώθηκε κυρίως επί της καθυστέρησης που παρουσιάστηκε από μέρους του παραπονούμενου, αλλά και των αρχών όπως, ο μεν πρώτος, καταγγείλει το γεγονός και οι δεύτεροι, όπως διερευνήσουν την υπόθεση και λάβουν καταθέσεις έγκαιρα, χωρίς να υποβάλλονται σε οιονδήποτε εξ' αυτών, οι θέσεις που πρόεβαλε ο κατηγορούμενος από το ειδώλιο του μάρτυρα. Σε αντίθεση με την θετική εντύπωση που άφησαν οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος άφησε πολύ πτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν όχι μόνο συγκεχυμένη, αλλά και διάτρητη από αντιφάσεις. Η επιμονή του, ότι το αυτοκίνητο το είχε σπίτι του για περίοδο 3 μηνών μετά που ήλθε στην κατοχή του, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το σημείο 1 των παραδεκτών γεγονότων που κατατέθηκε στην διαδικασία, όπου δηλώνεται ότι εντός του καλοκαιριού 2018, αυτός το πώλησε στον T.. Αντιφάσκουσα κρίνεται επίσης η θέση του ότι πώλησε το αυτοκίνητο στον Tag για €1.200 (ως ανέφερε αντεξεταζόμενος), ενώ στο σημείο 1 των παραδεκτών γεγονότων καταγράφετε ότι η πώληση του στον T. ήταν για €
- Περαιτέρω, ενώ αρχικά είπε ότι θα το αγόραζε από τον παραπονούμενο για €900, στην τελική είπε ότι ξόφλησε την αξία του αυτοκινήτου μέσω των εργασιών και/ή διαφόρων δοσοληψιών που είχε με τον παραπονούμενο, θέση η οποία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αρχική του τοποθέτηση όταν τον πληροφόρησε ο ΜΚ1 για την διερεύνηση του αδικήματος (Βλ. Τεκμήριο 1) όπου και απάντησε, τον Ιανουάριο του 2019, ήτοι 6 μήνες μετά τον Ιούνιο του 2018 ότι, δεν το έκλεψε, απλά ακόμη να δώσει τα χρήματα στον παραπονούμενο. Καμία από τις θέσεις που ανέφερε στην ζώσα του μαρτυρία στο Δικαστήριο σε ότι αφορούσε το περιεχόμενο της συμφωνίας δεν τις ανέφερε ανακρινόμενος, ούτε άδραξε την ευκαιρία ερωτηθείς από την αστυνομία να αναφέρει ότι το αυτοκίνητο βρισκόταν για 3 μήνες (ως ισχυρίστηκε αργότερα), στην κατοχή του, με την θέση του ότι είναι αθώος να βασίζεται στο γεγονός ότι δεν συνελήφθη από τις αρχές, οι οποίες αν πίστευαν ότι είναι ένοχος, όφειλαν να τον συλλάβουν ή να εκδώσουν εναντίον του, ένταλμα σύλληψης. Αν όντως, ως δήλωνε ο κατηγορούμενος, ο παραπονούμενος είχε τηλεφωνήσει στην σύζυγο του κατά τον επίδικο χρόνο, στην παρουσία του κατηγορούμενου, με σκοπό να παραδώσει τα έγγραφα σε αυτόν για να πάνε να «κάνουνε την πράξη», τότε γιατί αυτό δεν πωλήθηκε την ίδια μέρα στον κατηγορούμενο ή, ως διαφάνηκε από τα παραδεκτά γεγονότα, στον τελικό αγοραστή; Προς τι τότε η καταγγελία του παραπονούμενου στην Αστυνομία και η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης; Αν ήταν εις γνώση του παραπονούμενου η άφιξη του κατηγορούμενου και η παραλαβή των εγγράφων, γιατί δεν έχουν μέχρι σήμερα, ήτοι 4 χρόνια μετά το συμβάν, καταβληθεί τα χρήματα στον πρώτο; Η μαρτυρία του ουδόλως διαφώτισε το Δικαστήριο ως προς τα πεπραγμένα, με τον ίδιο να παρουσιάζει θέσεις αόριστες και στερούμενες λογικής, τις οποίες όχι μόνο συνέχεια άλλαζε κατά την διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας, αλλά, παρέλειψε, όπως τις θέσει σε έκαστο εκ των μαρτύρων κατηγορίας που παρουσιάστηκαν. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα δυνάμει της κριθείσας ως αξιόπιστης μαρτυρίας των ΜΚ1- ΜΚ3 και των ενώπιον μου παραδεκτών γεγονότων:
- Το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ] ήταν ιδιοκτησίας του παραπονούμενου. Το αυτοκίνητο ήταν, λόγω μηχανικών προβλημάτων, σταθμευμένο πλησίον της οικίας του παραπονούμενου κατά τον επίδικο χρόνο.
- Ο παραπονούμενος συμφώνησε τελικώς όπως πωλήσει το αυτοκίνητο στον κατηγορούμενο, ο οποίος θα κατέβαλε ποσό το των €1.
- Ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε πέραν της μίας φοράς τον παραπονούμενο για να επιτευχθεί η συμφωνία, και να ελέγξει το αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος είπε στον παραπονούμενο όπως αφαιρέσει τα πράγματα που είχε μέσα και όπως υπογράψει και ετοιμάσει τα έγγραφα μεταβίβασης.
- Ο παραπονούμενος έπραξε τα πιο πάνω, διατηρώντας τα σχετικά έγγραφα του αυτοκινήτου στο κατάστημα του. Η σύζυγος του παραπονούμενου ήταν ενήμερη ότι ο Ανδρέας θα αγόραζε το αυτοκίνητο.
- Ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το κατάστημα του παραπονούμενου στην απουσία του, ζητώντας από την σύζυγο του τελευταίου όπως του παραδώσει τα έγγραφα, δηλώνοντας της ότι τον περίμενε ο Ρ. για να πάνε να ολοκληρώσουν την μεταβίβαση. Η σύζυγος του παραπονούμενου τα έδωσε.
- Ο παραπονούμενος διαπίστωσε τις επόμενες μέρες ότι το αυτοκίνητο του έλειπε από την οικία του. Επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο ο οποίος του είπε ότι το πώλησε σε τρίτο πρόσωπο, ότι έχει τα χρήματα και θα του τα παραδώσει τις αμέσως επόμενες μέρες. Το χρηματικό ποσό των €1.100 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, δεν έχει δοθεί μέχρι σήμερα, στον παραπονούμενο.
- Ο παραπονούμενος έδωσε πίστωση χρόνου στον κατηγορούμενο, πιστεύοντας τον ότι είχε τα χρήματα και θα του τα έδιδε, με αποτέλεσμα να διαρρεύσουν 3 μήνες μέχρι να αποταθεί στην Αστυνομία.
- Ο κατηγορούμενος πώλησε το καλοκαίρι του 2018 το αυτοκίνητο στον T. B. για το ποσό των €600, ο οποίος το πώλησε στον Ρ.Α. ακολούθως, ενώ ο τελευταίος στις 23.11.2018, πώλησε το αυτοκίνητο στον Δ. Χ., πλέον ο τελικός ιδιοκτήτης του οχήματος. (Παραδεκτά γεγονότα). Νομική Πτυχή: Το αδίκημα της κλοπής εδράζεται στα άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα και όπως κωδικοποιείται, αποτελεί κακούργημα. Η ευρεία Νομολογία επί του αδικήματος έχει εύστοχα επαναληφθεί και συνοψισθεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, από την οποία προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: α) η απόκτηση κατοχής και η αποκόμιση πράγματος που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής, β), κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί με πρόθεση να το αποστερήσει μόνιμα από τον ιδιοκτήτη του, γ) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του πράγματος, δ) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί με δόλιο τρόπο και όχι καλόπιστα, ε) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να μην πιστεύει ειλικρινά ότι με την πράξη του ασκεί ή αξιώνει δικό του περιουσιακό δικαίωμα επί του πράγματος, δηλαδή να μην συντρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 8 του Κεφαλαίου 154. Σύμφωνα με το άρθρο 255
(2)του Νόμου, Ο όρος «αποκτά κατοχή» περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή, (
- i)με τέχνασμα, (
- ii)με εκφοβισμό, (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο, (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα, ενώ ο όρος «αποκομίζει» περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως αυτά έχουν καταγραφεί ανωτέρω, δικαιολογούν την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή του αυτοκινήτου, ήτοι ενός αντικειμένου που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής (actus reus - Σημείο (α) των συστατικών στοιχείων, ανωτέρω). Ως αναφέρθηκε στην απόφαση Τίτος κ.α ν Δημοκρατίας
(2000)2Α.Α.Δ. 409, αλλά και στο Σύγγραμμα των Blackstone's Criminal Practice, 2009, σ.484, παράγραφος Β 6-54, υπό τον τίτλο «Custody or Control», η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) της κατοχής συναρτάται με την άμεση κατοχή ή την εξυπακοούμενη κατοχή. Εδώ είναι ουσιαστικά αποδεκτό και παραδεκτό γεγονός, ως αυτό αναδείχθηκε μέσα από την μαρτυρία ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ] περιήλθε στην κατοχή του κατηγορούμενου. Αυτό εξάλλου, παραδέχτηκε και ο ίδιος. Σε κάθε όμως περίπτωση, θα πρέπει απαραιτήτως και ανεξαρτήτως της όποιας μορφής κατοχής να εξεταστεί αν συνυπάρχει και η ένοχη διάνοια (mens rea), ήτοι, γνώση της κατοχής του αντικειμένου (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, Κούκος ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 64). Αυτή, ήταν ουσιαστικά η εισήγηση της υπεράσπισης, ήτοι, ότι η περιστατική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία επί των γεγονότων δεν είναι τέτοια που να μπορεί το Δικαστήριο με ασφάλεια να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ως προς την ύπαρξη της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Είναι γνωστή η αρχή δικαίου της απόδειξης ότι: «το στοιχείο της ένοχης διάνοιας αποδεικνύεται κατά κανόνα συμπερασματικά και από το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας» (βλ. Ζακακιώτης ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ.175 και Φανιέρος ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 104). Η λογική επιτάσσει ότι ένα άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του. Μέσα από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αλλά και των όσων έχει αναφέρει ο κατηγορούμενος στο Δικαστήριο διαπιστώνεται ότι αυτός πήρε το αυτοκίνητο χωρίς την σύμφωνη γνώμη ή συγκατάθεση του παραπονούμενου. Μάλιστα, ο σκοπός της μόνιμης αποστέρησης του παραπονούμενου από το αντικείμενο, διαφαίνεται μέσω της άμεσης, ως ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε στον παραπονούμενο σε τηλεφωνικές τους επικοινοινωνίες, πώλησης αυτού, σε τρίτο πρόσωπο. Οι ισχυρισμοί του ότι η παραλαβή του αυτοκινήτου ήταν νόμιμη και κατόπιν συμφωνίας, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις συνεχώς εναλλασσόμενες θέσεις του ότι, (α) είχε συμφωνήσει όπως το αγοράσει για €900, (β) ότι συμφωνήθηκε όπως κάνει δουλειές και/ή διευκολύνσεις του παραπονούμενου για να «ξοφλήσει» την αξία του και (γ) ότι δεν του το έκλεψε αλλά απλά συνεχίζει να οφείλει τα χρήματα στον παραπονούμενο, (βλ. Τεκμήριο 1), ενώ παραδεκτό είναι το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχει αποδώσει κανένα ποσό χρημάτων αναφορικά με την αξία του. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος μετά που παραδέχτηκε στον παραπονούμενο ότι πήρε το αυτοκίνητο, τον παρέπεμπε από ένα χρονικό διάστημα σε άλλο, υποσχόμενος ότι θα του κατέβαλε το συμφωνηθέν ποσό. Τα περιστατικά της υπόθεσης φανερώνουν το τέχνασμα και/ή καλύτερα τις δόλιες προθέσεις του κατηγορούμενου. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, υπήρχαν κατ' επανάληψη υποσχέσεις για καταβολή των χρημάτων οι οποίες δεν υλοποιήθηκαν. Αυτές οι υποσχέσεις είχαν χρονική διάρκεια 3 μηνών, ήτοι από τον Ιούνιο του 2018 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2018, όταν ο παραπονούμενος αποφάσισε να καταγγείλει το γεγονός στην αστυνομία. Επιπλέον, δεν μπορεί να διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε το όχημα στον παραπονούμενο, ως και η εισήγηση του τελευταίου, αλλά άμεσα, το πώλησε σε τρίτο πρόσωπο για το ποσό των €1.
- Κανένα μέρος των χρημάτων που εισέπραξε από την πώληση δεν απέδωσε τον παραπονούμενο, αφού πρόθεση του δεν ήταν όπως τιμήσει την μεταξύ τους συμφωνία αλλά όπως αποστερήσει μόνιμα το αυτοκίνητο από τον ιδιοκτήτη του, αποκομίζοντας μάλιστα τελικώς, κέρδος. Τέλος, η θέση του κατηγορούμενου ότι η σύζυγος του παραπονούμενου ήταν πλήρως ενήμερη για την παραλαβή από μέρος του, του αυτοκινήτου και της μεταβίβασης προς όφελος του ιδίου, καταρρίπτεται από την πορεία των γεγονότων, ως αυτά παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν υπήρχε ίχνος αλήθειας στις θέσεις του κατηγορούμενου, τότε, η ολοκλήρωση της μεταβίβασης και η καταβολή των χρημάτων, θα γινόταν στην παρουσία του παραπονούμενου, εντός της ίδιας μέρας ή εντός των επόμενων ημερών, γεγονός που δεν έγινε ποτέ. Η παραχώρηση του αυτοκινήτου σε τρίτα πρόσωπα καταδεικνύει την δόλια πρόθεση του κατηγορούμενου όπως ιδιοποιηθεί του οχήματος, κάτι που έγινε τον Ιούνιο του 2018, με διάφορες δικαιολογίες για την σύντομη πληρωμή των χρημάτων, και ταυτοχρόνως, να αποστερηθεί ο παραπονούμενος οριστικώς, του αντικειμένου, πράγμα το οποίο έγινε. Το πιο πάνω πλέγμα γεγονότων δεν οδηγεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου σ' οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα παρά στην δόλια ενέργεια του κατηγορούμενου όπως αποστερήσει οριστικώς το αυτοκίνητο από τον παραπονούμενο, εξ'ου και η με τέχνασμα απόκτηση των εγγράφων μεταβίβασης από την ΜΚ
- Τέλος, η ένοχη σκέψη και δράση του κατηγορούμενου όσον αφορά την κλοπή του αυτοκινήτου διαφαίνεται και από την απέλπιδη προσπάθεια του ενώπιον του Δικαστηρίου όπως απεμπλακεί με κάθε τρόπο από την κλοπή του αυτοκινήτου, στρέφοντας τα πυρά εναντίον των αρχών που δεν τον συνέλαβαν ή δεν τον κατηγόρησαν, νωρίτερα, με το σημείο αυτό να αποδεικνύει ουσιαστικά, κατά τον ισχυρισμό του, την αθωότητα του. Δεν μπορεί παρά να σημειωθεί στο παρόν στάδιο ότι ο κατηγορούμενος δεν προέβαλε καμία από τις θέσεις που παρουσίασε στο Δικαστήριο κατά την ζώσα μαρτυρία του στους μάρτυρες κατηγορίας, με ότι αυτό φυσικά συνεπάγεται νομικά, (βλ. Frederickou Schools Co Ltd v Acuac Inc
(2002)1 A.A.Δ.1527), αφού, ως γνωστόν, στην περίπτωση όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται επί των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, τότε το Δικαστήριο εκλαμβάνει ότι οι θέσεις των εν λόγω μαρτύρων δεν αμφισβητούνται. Δυνάμει όλων των πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1-30.6.2018 συμπεριλαμβανομένων, στην Οδό Ευριπίδου στην Λάρνακα, έκλεψε με τέχνασμα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ] αξίας €1.100 περιουσία του Ρ. Φ. από τον Λίβανο, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Ο κατηγορούμενος συνεπώς κρίνεται ένοχος στην εν λόγω κατηγορία. (Υπογρ.)............. M. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο