Αναφορικά με τον M. C., Αίτηση υπ' αρ: 1/2021, 23/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M.Ναθαναήλ, Ε. Δ. Αίτηση υπ' αρ: 1/2021 Αίτηση Έκδοσης Φυγοδίκου σύμφωνα τον Περί Έκδοσης Φυγοδίκων Νόμο (Ν.97/70) -και- Αναφορικά με τον M. C. Ημερομηνία: 23.12.2022 Eμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα. Μ. Δρυμιώτου εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα Για τον Εκζητούμενο: κ. Α. Πελεκάνος Μεταφραστές: κ. Α.Χατζηφιλίππου, κα.Haixia Li Νιcolaidi Εκζητούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή/ Ιστορικό: Η άφιξη του κ. M.C στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας την 17.2.21 και ώρα 07:00 ενεργοποίησε τις Κυπριακές Αρχές, αφού το όνομα του εντοπίστηκε εντός του ευρετηρίου «FIND» ως αναζητούμενο πρόσωπο με αριθμό ερυθράς αγγελίας Α-912/1-
- Ο κ. M.C αφίχθηκε στον Αερολιμένα Λάρνακας ενώ μετέβαινε σε πτήση με αριθμό ΕΚ109 από το Ντουπάι. Η ερυθρά αγγελία έφερε ημερομηνία έκδοσης την 26.1.21 και ένδειξη «Wanted». Όπως προκύπτει μέσα από τον όρκο της Αστυφύλακος 3624, η ίδια, συνόδευσε τον κ. M.C (εφεξής ο «εκζητούμενος»), στο γραφείο αφίξεων, του Αερολιμένα Λάρνακας, ενώ από εξετάσεις που διενήργησε μαζί με τον Αστυφύλακα με αριθμό 3172 της Interpol, πληροφορήθηκε ότι η Διεθνής Αναζήτηση του συγκεκριμένου προσώπου ήταν σε ισχύ. Την ίδια ημέρα εκδόθηκε, εναντίον του εκζητούμενου, προσωρινό ένταλμα σύλληψης, το οποίο εκτελέστηκε αυθημερόν. Ακολούθησε η εμφάνιση του την επόμενη ημέρα, ήτοι την 18.2.21, για πρώτη φορά, ενώπιον Δικαστηρίου για την υποβολή του αιτήματος έκδοσης του. Με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ζητείται η έκδοση του εκζητούμενου προσώπου στην Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (εφεξής η «ΛΔΚ») με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του σε σχέση με οικονομικής φύσεως αδικήματα, ως καταγράφονται κατωτέρω. Ο εκζητούμενος είναι Κινέζος υπήκοος, γεννηθείς την 28.6.1982, στην πόλη Harbin της επαρχίας Heilongiang της Κίνας και είναι κάτοχος Κινεζικού διαβατηρίου με αριθμό [ ], Διαβατηρίου του Βανουάτου με αριθμό [ ] και Κινεζικής Ταυτότητας με αριθμό [ ]. Έναυσμα της διαδικασίας αποτέλεσε αίτημα των Κινεζικών Αρχών προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας για την έκδοση του. Στις 26.3.21 λήφθηκε η σχετική εξουσιοδότηση (Τεκμήριο 3) της Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας που σηματοδότησε την έναρξη της Δικαστικής διαδικασίας. Η σχετική εξουσιοδότηση συντάχθηκε στη βάση των πληροφοριών που περιέχονται στα έγγραφα έκδοσης και περιγράφει, μεταξύ άλλων, συνοπτικά, τα ακόλουθα γεγονότα. Β. Γεγονότα/ Αδικήματα Ο εκζητούμενος ζητείται με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του στην ΛΔΚ για το αδίκημα της απάτης κατά παράβαση του άρθρου 192 του Κινεζικού Ποινικού Κώδικα, ήτοι της δόλιας χρηματοδότησης, το οποίο κατ΄ισχυρισμόν διέπραξε κατά την περίοδο Μαρτίου 2014 - Αυγούστου
- Καταλογίζεται στον ίδιο ότι έχοντας στόχο την αποκόμιση προσωπικού οφέλους, συνωμότησε με σκοπό την εξαπάτηση 1.300 επενδυτών, πείθοντας αυτούς όπως, μέσω ψευδών παραστάσεων, επενδύσουν σε δήθεν κερδοφόρα επενδυτικά σχέδια εταιρείας η οποία τελούσε υπό τον έλεγχο του και/ή όπως αγοράσουν μετοχές της εταιρείας M.Cn Shun Group που ήταν εισαγμένη στο Χρηματιστήριο του Χονγκ Κόνγκ, αποσπώντας από αυτούς χρηματικά ποσά συνολικού ύψους 6.8 δισεκατομμυρίων κινεζικών Γιουάν (RMB), σε Ευρώ, ποσό ύψους €880.742.323,
- Το εν λόγω ποσό όφειλε, δυνάμει συμφωνίας που είχε υπογραφθεί με την εταιρεία Zhuoxin Wealth (Beijing) Investment Μanagement Co. Ltd όπως επιστρέψει στους επενδυτές. Αντ΄αυτού, διέφυγε με μέρος του προαναφερθέντος ποσού, και συγκεκριμένα με ποσό ύψους 2 Δισεκατομμυρίων κινεζικών Γιουάν (RMB), κατά παράβαση του άρθρου 192 του Ποινικού Κώδικα της Κίνας. Κατά την περίοδο Μαρτίου 2014- Αυγούστου 2019, υπό τις οδηγίες του εκζητούμενου, πωλητές των εταιρειών Zhuoxin Wealth και Zhuoxin Wealth Harbin Branch, οι οποίες δεν είχαν σχετική άδεια από τις αρμόδιες αρχές για την απορρόφηση και λήψη καταθέσεων από το κοινό, διαφήμιζαν παράνομα και ψευδώς στο κοινό τα υποτιθέμενα ως ανωτέρω καταγραφέντα επενδυτικά προγράμματα ως απαλλαγμένα από κινδύνους, και ότι η επένδυση σε αυτά θα απέφερε ψηλό ετήσιο επιτόκιο ύψους 8% με 12%, πείθοντας τους με ψευδείς παραστάσεις όπως επενδύσουν σε αυτές, αποκρύπτοντας τους τις λειτουργικές τους απώλειες ανερχόμενες περίπου σε 57,27 δισεκατομμύρια Γιουάν RMB. Οι επενδυτές προχώρησαν στην κατάθεση χρημάτων σε λογαριασμό της εταιρείας Zhuoxin Wealth ενώ το επιτόκιο σταμάτησε να τους αποδίδεται ή να τους καταβάλλεται χωρίς καμία προειδοποίηση. Παράλληλα, μόνο ένα μικρό μέρος των καταθέσεων επενδύθηκε σε αγροτικά σχέδια (109 εκατομμύρια περίπου Γιουάν). Στις 16.9.19 τα γραφεία της Zhuoxin Wealth εγκαταλείφθηκαν με τον εκζητούμενο και τους εκτελεστικούς συμβούλους της εταιρείας να εξαφανίζονται. Κατά την ίδια περίοδο και λόγω της ανεπαρκούς απορρόφησης επενδύσεων από την εταιρεία «Zhuoxin Agricultural Company» η εταιρεία «Zhuoxin Wealth» υπό τις οδηγίες του προαναφερόμενου προσώπου, και ενώ δεν είχε σχετική άδεια, προέβη σε παράνομη και πλασματική πώληση μετοχών της εταιρείας «M.Cn Shun Group» εξαπατώντας τους επενδυτές μέσω ψευδών παραστάσεων, πείθοντας τους όπως υπογράψουν πλασματικές συμφωνίες αγοράς μετοχών της προαναφερθείσας εταιρείας, και εκδίδοντας σε αυτούς τον Ιανουάριο του 2019 πλαστό Πιστοποιητικό Επιλογής μετοχών της «M.Cn Shun Group». Γ. Προσαγωγή στο Δικαστήριο: Αφού κατατέθηκε η ως άνω σχετική εξουσιοδότηση, το αίτημα της αιτούσας χώρας οδηγήθηκε σε ακρόαση, εφόσον ο κ. M.C έφερε ένσταση στην έκδοση του. Σημειώνω ότι ενώ αρχικώς ο εκζητούμενος είχε τεθεί υπό κράτηση, τελεί από την 24.3.21 ελεύθερος, εφόσον τέθηκαν όροι προς εξασφάλιση της παρουσίας του κατά τη διάρκεια της δίκης του, όρους τους οποίους τηρεί μέχρι και σήμερα. Δ. Μαρτυρία: Η προσαχθείσα μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελείται από περισσότερες από 570 σελίδες πρακτικών, ενώ αυτή αντανακλάται μέσα και από την κατάθεση συνολικά 51 Τεκμηρίων, πλείστα εκ των οποίων αφορούν σε πολυσέλιδες εκθέσεις εμπειρογνωμόνων. Με δεδομένο τον όγκο της προσαχθείσας μαρτυρίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εξαντλητική παράθεση της, δεν κρίνεται σκόπιμη. Τα κυριότερα σημεία όμως αυτής, οφείλουν να αποτυπωθούν ούτως ώστε να αναδειχθούν οι καίριες θέσεις των μαρτύρων σε συνάρτηση, τόσο με τα νομικά σημεία που οφείλει να εξετάσει το Δικαστήριο, αλλά και των υπερασπιστικών γραμμών, που πρόβαλε ο εκζητούμενος για την μη απέλαση του. Δηλώνεται για σκοπούς πληρότητας ότι όλο το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό έχει καθηκόντως μελετηθεί με την μέγιστη προσοχή. Με γνώμονα ότι δεν υπάρχουν στεγανά στην συγγραφή Δικαστικών αποφάσεων, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση της τήρησης των νομικών προϋποθέσεων που θέτει ο Νόμος, αλλά και των εγερθέντων από την υπεράσπιση ζητημάτων, παραθέτοντας εκεί, και αξιολογώντας ταυτόχρονα την προσαχθείσα προς αυτό τον σκοπό, μαρτυρία. Ε. Τα Κριτήρια του Νομοθετήματος - Προϋποθέσεις / Εφαρμοστέο Δίκαιο- Νομική Πτυχή Σημειώνεται ευθύς αμέσως ότι, το αίτημα εδράζεται στον Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο 97/70, όμως, ως ρητώς καταγράφεται και στην σχετική Εξουσιοδότηση, το αίτημα υποβάλλεται δυνάμει της Συμφωνίας Έκδοσης Φυγοδίκων μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ΛΔΚ ημερομηνίας 29.6.2018, ως αυτή έχει κυρωθεί τόσο από την Δημοκρατία με τον Κυρωτικό Νόμο 12(ΙΙΙ)/2019, αλλά και από την ΛΔΚ. Ως έχει καθιερωθεί νομολογιακά, ο Νόμος 97/70, σκοπό έχει να εμποδίσει φυγόδικο, ο οποίος διέπραξε αδίκημα σε μια χώρα, να βρει άσυλο σε άλλη στην οποία καταφεύγει και, έτσι, να αποφύγει τη δίκη ή την έκτιση της ποινής που του έχει ήδη υποβληθεί από την αιτούσα χώρα. Η νομοθεσία αυτή είναι υψίστης σπουδαιότητας για τη δημόσια απονομή της δικαιοσύνης και την εσωτερική ασφάλεια των διαφόρων χωρών (Altieri (Αρ.2)
(1993)1 ΑΑΔ 576). Η διαδικασία έκδοσης βασίζεται στις διεθνείς υποχρεώσεις από τις αμοιβαίες συμφωνίες μεταξύ διαφόρων χωρών, υποχρεώσεις που συνεπάγονται πλήρη ευθύνη και δέσμευση από την κάθε συμβαλλόμενη χώρα (Altieri, ante). Οι συμβάσεις για την έκδοση φυγοδίκων δεν υπόκεινται στους συνήθεις κανόνες ερμηνείας το ημεδαπού δικαίου αλλά επιβάλλεται η φιλελεύθερη ερμηνεία τους για επίτευξη του κοινού, μεταξύ των χωρών, στόχου, ήτοι στην καταπολέμηση του εγκλήματος, σε διεθνή κλίμακα (βλ. Petrov v Διευθυντή Φυλακών
(1996)1Β Α.Α.Δ. 856). Στην υπό εξέταση περίπτωση, η Κυπριακή Δημοκρατία και η ΛΔΚ Δημοκρατία της Κίνας, έχουν υπογράψει την 29.6.18 σχετική συμφωνία στο Πεκίνο η οποία κυρώθηκε μέσω του Νόμου 12(ΙΙΙ)/19 η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 26.12.
- Με βάση λοιπόν όλα τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση με βάση τις διατάξεις του Περί της Συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, (Κυρωτικού) Νόμου, Ν. 12(ΙΙΙ)/2019, ως αυτός αποτελεί βάση της αίτησης και του οποίου οι ειδικές διατάξεις της Διακρατικής Συμφωνίας ρυθμίζουν το ζήτημα έκδοσης ή μη, σε περιπτώσεις Κύπριων και Κινέζων πολιτών. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Συμφωνίας, τόσο το Ελληνικό, όσο και το Κινέζικο και το Αγγλικό κείμενο, αποτελούν αυθεντικά κείμενα, σε δε περίπτωση διαφοράς μεταξύ των κειμένων, υπερισχύει το Αγγλικό κείμενο. Το Δικαστήριο βεβαίως, έχει υπόψιν του κατά την εξέταση του αιτήματος και τις πρόνοιες του Νομοθετήματος υπ' αριθμόν 97/70 ο οποίος ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για την έκδοση των φυγοδίκων. Το Άρθρο 7 του Νόμου 12(ΙΙΙ)/19 καθορίζει την διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε διαδικασία έκδοσης που ζητείται δυνάμει των προνοιών της συγκεκριμένης συμφωνίας, καθώς και τα έγγραφα που πρέπει να υποστηρίζουν το αίτημα. Η διαδικασία περιγράφεται ως ακολούθως: «
- Το αιτούν Μέρος υποβάλλει γραπτό αίτημα έκδοσης που περιλαμβάνει η θα συνοδεύεται από τα ακόλουθα: (α) το όνομα της απούσας αρχής (β) το όνομα, ηλικία, φύλο, εθνικότητα, των αριθμό των εγγράφων για προσδιορισμό του προσώπου, επάγγελμα, κατοικία του εκζητουμένου προσώπου και άλλες πληροφορίες που δύναται να βοηθήσουν στην εξακρίβωση της ταυτότητας και στον εντοπισμό του καθώς, επίσης, όπου είναι δυνατόν, περιγραφή του προσώπου, φωτογραφίες και δακτυλικά αποτυπώματα · (γ) έκθεση των γεγονότων του αδικήματος, συμπεριλαμβανομένων του χρόνου και τόπου διάπραξης, του τρόπου διάπραξης και των αποτελεσμάτων του αδικήματος (δ) το κείμενο των νομικών διατάξεων αναφορικά με την ποινική δικαιοδοσία, την ποινικοποίηση και την ποινή του αδικήματος (ε) το κείμενο των νομικών διατάξεων αναφορικά με την προθεσμία παραγραφής του αδικήματος ή της εκτέλεσης της ποινής
- Επιπρόσθετα των προνοιών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, (α) αίτημα έκδοσης το οποίο υποβάλλεται για σκοπούς ποινικής δίωξης του εκζητουμένου προσώπου συνοδεύεται, επίσης, από αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή του αιτούντος Μέρους, ή (β) αίτημα έκδοσης που υποβάλλεται για σκοπούς εκτέλεσης ποινής που επιβλήθηκε στο εκζητούμενο πρόσωπο συνοδεύεται, επίσης, από αντίγραφο της τελικής απόφασης και από περιγραφή του μέρους της ποινής που τυχόν έχει εκτελεστεί.
- Το γραπτό αίτημα έκδοσης και τα σχετικά έγγραφα που υποβάλλονται από το αιτούν Μέρος σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος Άρθρου φέρουν την επίσημη υπογραφή ή σφραγίδα της αρμόδιας αιτούσας αρχής και συνοδεύονται από μετάφραση στη γλώσσα του Μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση ή από μετάφραση στην αγγλική γλώσσα». Ε
- Μαρτυρία επί Προϋποθέσεων: Προχωρώ στην παράθεση της σχετικής επί των πιο πάνω σημείων μαρτυρίας, με σκοπό την διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται στην προκείμενη περίπτωση οι απαραίτητες προϋποθέσεις, στοιχείο προαπαιτούμενο για την εξέταση του αιτήματος. Η μαρτυρία που δόθηκε εκ μέρους της κρατικής αρχής δια την πλήρωση των ως άνω προϋποθέσεων ήταν, εν συντομία, η ακόλουθη. Η Μ.Α 1 Αστ.3624, Αγγελική Δαγκλή υπηρετεί στο Τ.Α.Ε Λάρνακας και συγκεκριμένα στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων. Ήταν το πρόσωπο που συνέλαβε τον εκζητούμενο στον Αερολιμένα Λάρνακας την 17.2.21 και ώρα 19:
- Παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου την Κατάθεση της, (Τεκμήριο1) αναφορικά με την σύλληψη του εκ εκζητούμενου, ενώ αναγνώρισε και το εκδοθέν Προσωρινό Ένταλμα Σύλληψης η έκδοση του οποίου βασίστηκε επί του όρκου της (Τεκμήριο 1 στην διαδικασία κράτησης). Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι τα αδικήματα για τα οποία αναζητείται ο M.C, ταυτίζονται ή μπορούν να αντικατοπτριστούν μέσω των προνοιών των άρθρων 297 και 298 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, ενώ ερωτηθείσα αν το εκδοθέν ένταλμα εκδόθηκε από την αρμόδια Δικαστική Αρχή της Κίνας, η ΜΑ1 απάντησε ότι στην Ερυθρά Αγγελία καταγράφεται ως: «Arrest Warrant or Judicial Decision Having the Same Effect» με αυτό να εκδίδεται από το «Daolin Bureau Public Security». Από κοινού κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 στην διαδικασία η κατάθεση της Αστυφύλακας 309, Χ. Π., η οποία είχε διενεργήσει την 17.2.21 διαβατηριακό έλεγχο διαπιστώνοντας ότι τα στοιχεία του εκζητούμενου αναγράφονταν εντός του ευρετηρίου «Find» ως αναζητούμενο πρόσωπο, με ημερομηνία έκδοσης την 26.1.21 και την ένδειξη «Wanted». Η Μ.Α 2, Γ. Χ., νομικός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης από το 2011, μαρτύρησε τα ακόλουθα. Η ίδια χειρίζεται κυρίως, ως μέρος των καθηκόντων της τα αιτήματα έκδοσης φυγόδικων. Το Υπουργείο είναι η καθορισθείσα Κεντρική Αρχή της Δημοκρατίας για τον χειρισμό και παραλαβή των εγγράφων, δυνάμει πολυμερών συμβάσεων ή διμερών συμφωνιών. Η ίδια συνέταξε τη σχετική εξουσιοδότηση (Τεκμήριο 3). Κατάθεσε στο Δικαστήριο όλα τα έγγραφα που αφορούν το αίτημα έκδοσης στη Κινεζική γλώσσα, αίτημα το οποίο έχει μεταφραστεί και στην Αγγλική αλλά και στην Ελληνική. Τα εν λόγω έγγραφα απεστάλησαν από την Κίνα, συμπεριλαμβανομένης της καλυπτικής Επιστολής του Υπουργείου Εξωτερικών και της Ρηματικής Διακοίνωσης (Τεκμήριο 4). Στα εν λόγω έγγραφα, περιλαμβάνονται το αίτημα, η φωτογραφία του φυγοδίκου, το έγγραφο με τίτλο «Έγκριση Σύλληψης» ημερομηνίας 17.8.20 και η Ερυθρά Αγγελία. Με βάση τα πιο πάνω, και αφού ικανοποιήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις της Σύμβασης υπό το φως των προνοιών του άρθρου 7, ετοίμασε την σχετική εξουσιοδότηση. Ικανοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει, αν και δεν είναι απαραίτητη στη βάση του άρθρου 7
(1)(γ) της Συμφωνίας και 7
(2)(Β) του Νόμου 97/70 σχετική, «έκθεση γεγονότων», η οποία στην παρούσα, περιλαμβάνει μερικές εκ των καταθέσεων των παραπονούμενων προσώπων. Ικανοποιήθηκε περαιτέρω, ότι το αίτημα υποβλήθηκε από την αρμόδια αρχή της Κίνας, ότι αυτό φέρει σχετική σφραγίδα, ότι και ότι τα εκεί περιγραφόμενα αδικήματα περιλαμβάνονται εντός των αδικημάτων για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση (βλ.αρ. 2
(1)(α) της Συμφωνίας και άρθρα 3 και 5
(1)(Α) και (Γ) του Νόμου 97/70), με τις πράξεις του εκζητούμενου να συνιστούν ποινικό αδίκημα και στα δύο κράτη, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού που ενδεχομένως να έχει αποδοθεί σε αυτά από έκαστο κράτος. Τέλος, βεβαιώθηκε ότι το αδίκημα για το οποίο ζητείται ο εκζητούμενος δεν τιμωρείται με την θανατική ποινή, συμφώνως το άρθρου 3(δ) της Συμφωνίας. Εξέτασε ως ήταν η θέση της ότι, κανένας εκ των υποχρεωτικών ή προαιρετικών λόγων άρνησης της έκδοσης δεν υφίσταται στην παρούσα, λόγοι οι οποίοι διατυπώνονται στα άρθρα 13 και 14 του Νόμου 97/70 και 3 και 4 της Συμφωνίας. Ως Τεκμήρια 5 μέχρι 7 κατέθεσε αλληλογραφία, γραπτή και ηλεκτρονική ως αυτή διαμείφθηκε μεταξύ του Υπουργείου και της Interpol η οποία αφορά στο παρόν αίτημα. Κάθετη ήταν κατά την αντεξέταση της ότι άλλοι παράγοντες πέραν των νομικών ζητημάτων που προκύπτουν, δεν λαμβάνονται υπόψιν κατά την αξιολόγηση του αιτήματος. Παρά την επίπονη αντεξέταση της επί του γενικότερου πολιτικού συστήματος που ακολουθεί η Κίνα, και του κατά πόσον το Υπουργείο όφειλε, όπως προτού εγκρίνει το αίτημα, να ζητήσει διευκρινίσεις σε ότι αφορά τυχόν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην αιτούσα χώρα, η ΜΕ2, δήλωσε, ότι τέτοιες διαβεβαιώσεις θεωρούνται «αυτονόητες» από την στιγμή που η Κυπριακή Δημοκρατία αποφάσισε όπως υπογράψει Διμερή συμφωνία με την αιτούσα χώρα. Το καθήκον του Υπουργείου δήλωσε ρητά, περιορίζεται, ως Κεντρική Αρχή, στην αξιολόγηση του αιτήματος που τίθεται ενώπιον του, με τελικό κριτή σε σχέση με την έκβαση του, το Δικαστήριο. Συμφώνησε με τον κ. Πελεκάνο ότι τα εντάλματα σύλληψης στην Κίνα δεν εκδίδονται από Δικαστική Αρχή, αλλά από την Εισαγγελία, γεγονός το οποίο κοινοποιήθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά την επίσημη επίσκεψη και συνεδρίαση της διαπραγματευτικής ομάδας στο Πεκίνο όταν και υπεγράφετο η μεταξύ των κρατών συμφωνία. Τόνισε η ΜΕ2 ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός ή πρόθεση εκ μέρους των Κινεζικών Αρχών όπως αναλάβουν ευθύνες ή παρουσιαστούν ως Δικαστικές αρχές, ενώ η έκδοση εντάλματος ουδόλως πάσχει απλά και μόνο επειδή εκδόθηκε από την Εισαγγελία της χώρας, με την έκδοση εκ μέρους των Εισαγγελικών Αρχών να παραμένει ένα γεγονός που συμβαίνει και σε περιπτώσεις πλείστων άλλων χωρών. Στην θέση του κ. Πελεκάνου ότι το αίτημα περιέχει αντιφατικές πληροφορίες, ενώ από αυτό λείπουν συγκεκριμένες μαρτυρίες που να δείχνουν ή να υποδεικνύουν τουλάχιστον, την διάπραξη του κατ΄ισχυρισμόν αδικήματος, η μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Συνέχισε απαντώντας σχετικά ότι, δεν ήταν υποχρεωμένη όπως ζητήσει κατάλογο με τα ονόματα των παραπονούμενων προσώπων ή αντίγραφα των ούτω καλούμενων συμφωνιών που αυτοί υπέγραψαν με τις εταιρείες του εκζητούμενου, τονίζοντας, ότι τα ζητήματα αυτά θα απασχολήσουν το αρμόδιο Δικαστήριο που θα εκδικάσει την υπόθεση στην ουσία της, και όχι το παρόν Δικαστήριο. Το γεγονός ότι επιστράφηκε πίσω στους παραπονούμενους, από τις προαναφερθείσες εταιρείες ποσό της τάξεως του 85%, ως ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, δυνάμει του περιεχομένου των Τεκμηρίων 4- σελ. 10 και 11 του Αγγλικού Κειμένου και σελ.13-14 του Ελληνικού Κειμένου, δεν της προκάλεσε την οποιαδήποτε υποψία ότι το αίτημα ενδεχομένως να μην είναι γνήσιο, αφού, τα πιο πάνω, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, επουδενί επηρεάζουν την νομιμότητα του αιτήματος. Το κατά πόσον συντελέστηκε ή όχι, το όποιο ποινικό αδίκημα ανέφερε, θα εξεταστεί στην ΛΔΚ, νοουμένου βέβαια, ότι η αίτηση επιτύχει. Σε σειρά ερωτήσεων που ακολούθησαν σχετικά με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του εκζητούμενου, και την εξάσκηση από μέρους του, του δόγματος του Falun Gong (εφεξής το «FLG»), η ΜΑ2 απάντησε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον ο εκζητούμενος πράγματι ανήκει σε αυτήν την θρησκευτική ομάδα, ή αν το να πρεσβεύει κανείς τα ιδεώδη αυτής απαγορεύεται δια Νόμου στην Κίνα από το 1999, ως ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης. Η μάρτυρας δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει ή να τοποθετηθεί στην θέση της υπεράσπισης ότι, το συγκεκριμένο θρήσκευμα περιλαμβάνεται στον κατάλογο των ετερόδοξων διδασκαλιών, ενώ το να το ασπάζεται κανείς αποτελεί, σύμφωνα με την Κινεζική Κυβέρνηση (Αρ. 300 του Ποινικού Κώδικα της Κίνας), ποινικό αδίκημα το οποίο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι και 7 χρόνια. Σε ερώτηση κατά πόσο ο εκζητούμενος ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με επιπρόσθετες κατηγορίες λόγω των πεποιθήσεων του, έχοντας πλέον αποκαλύψει μέσω του δικηγόρου του, την πεποίθηση του δημοσίως, η ΜΑ 2 δήλωσε ότι αν ο εκζητούμενος κατηγορηθεί ή εκδικαστεί για αδίκημα άλλο, από αυτό δια το οποίο ζητείται με την έκδοση, τότε απαιτείται η έγκριση της αιτούσας χώρας. Συνέχισε ο κ. Πελεκάνος δηλώνοντας ότι, στο μεσοδιάστημα, ήτοι μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης του, ο εκζητούμενος θα υποστεί μετά βεβαιότητας είτε βασανιστήρια ή την ούτω καλούμενη «εξαναγκαστική εξαφάνιση» αφού ως έχει καταγραφεί από την Ομάδα Εργασίας του Ο.Η.Ε και από τον Οργανισμό «Freedom House» αυτή είναι μία διαδεδομένη τακτική που ακολουθεί η Κινεζική Κυβέρνηση σε σχέση με τα μέλη του FLG. Η ΜΑ2 δεν τοποθετήθηκε στα ως άνω, όπως επίσης δεν γνώριζε, ως ήταν η θέση της υπεράσπισης, αν όντως, η αιτούσα χώρα δεν έχει επιτρέψει από το 2006 την είσοδο του Ειδικού Εισηγητή του Ο.Η.Ε (Επιτροπή Κατά των Βασανιστηρίων), με σκοπό την επιθεώρηση του ζητήματος. Παρά την άγνοια της επί των εν λόγω σημείων, συμφώνησε με την υπερασπιστική θέση ότι, τα βασανιστήρια γενικότερα, αποτελούν έγκλημα κατά της ανθρωπότητας με απόλυτη την απαγόρευση τους, χωρίς κανένα περιορισμό. Στην υποβολή ότι δεν διασφαλίζεται στην Κινεζική Νομοθεσία το δικαίωμα στην μη αυτοενοχοποίηση κατά παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 14 του Διεθνές Συμφώνου για Νομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, του άρθρου 10 της Οικουμενικής Διακήρυξης για Ανθρώπινα Δικαιώματα και του άρθρου 67 του Καταστατικού της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, η ΜΑ2, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει περί των Ποινικών διαδικασιών. Ακολούθησε σειρά ερωτήσεων σε σχέση με τις περιόδους κράτησης και τα ποσοστά καταδίκης στα ποινικά Δικαστήρια της Κίνας, με τον κ. Πελεκάνο να υποβάλλει ότι μεταξύ των ετών 2013-2020 το ποσοστό καταδικών έφτασε μέχρι και το 99.4-99.6%, και ότι οι Δικαστές, οι Εισαγγελικές αρχές, τα όργανα δημόσιας ασφάλειας, και οι δικηγόροι δεν μπορούν να είναι ουσιαστικά ανεξάρτητοι φορείς αφού, δηλώνουν υποχρεωτικά, δυνάμει των προνοιών του Συντάγματος της αιτούσας χώρας, υποταγή και πίστη στην ηγεσία του Κουμμουνιστικό Κόμματος, με την μάρτυρα να μην μπορεί να τοποθετηθεί επί των εισηγήσεων του. Μ.Α3, Ανδρέας Κυριακίδης, προϊστάμενος της μονάδας Διεθνούς Συνεργασίας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ανέφερε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ότι, μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Μ.Α 2 και την φανέρωση των υπερασπιστικών γραμμών του εκζητούμενου, ζητήθηκε από την Νομική Υπηρεσία όπως οι Κινεζικές Αρχές προσφέρουν απαντήσεις σε συγκεκριμένα ερωτήματα, τα οποία ετοίμασε η Νομική Υπηρεσία. Την σχετική Έκθεση/ Απάντηση των Κινέζων Εμπειρογνωμόνων κατέθεσε στην Κινεζική Γλώσσα, ως Τεκμήριο 11 με καλυπτική επιστολή ημερομηνίας 7.9.21, ενώ επί αυτής επισυνάπτετο η μετάφραση της στην Αγγλική. Δήλωσε αντεξεταζόμενος ότι, με βάση το τεκμήριο της κανονικότητας και της νομιμότητας, το περιεχόμενο της Έκθεσης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Αντεξετάστηκε εκτενώς ο μάρτυρας επί του περιεχομένου αλλά και συνθηκών που οδήγησαν στην σύναψη της μεταξύ των κρατών Διμερούς Συμφωνίας, με τον ΜΑ3 να απαντά ότι ο ίδιος δεν είναι το αρμόδιο πρόσωπο για να κρίνει τα νομοθετήματά που θεσπίζονται από την Βουλή των Αντιπροσώπων, ούτε εμπίπτει εντός των αρμοδιοτήτων του όπως ζητήσει, ως η εισήγηση του κ. Πελεκάνου ανεξάρτητη εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με το καθεστώς που ισχύει στην αιτούσα χώρα και την εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε αυτήν, προ της εξέτασης του αιτήματος. Υπέδειξε ο συνήγορος υπεράσπισης ότι επί του Αγγλικού Κειμένου του αιτήματος (Τεκμήριο 4, σελ. 8,9 και 15) γίνεται αναφορά σε καταθέσεις που λήφθηκαν την 28.2.21, γεγονός που φανερώνει το μη γνήσιο του αφού η ημερομηνία σύνταξης του είναι προγενέστερη και δη, 19.2.21. Αντίστοιχη θέση προώθησε και σε ότι αφορά στις ημερομηνίες που καταγράφονταν επί των σελίδων 7-9 και 12 του Ελληνικού Κειμένου. Θέση του μάρτυρα ήταν ότι ενδεχομένως να πρόκειται για αστοχία στην μετάφραση, ενώ σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν προσπάθεια ψευδολογίας εκ μέρους της αιτούσας χώρας. Υπέδειξε ο κ. Πελεκάνος, τα Τεκμήρια προς Αναγνώριση Α μέχρι Στ' στον μάρτυρα, που αφορούν Εκθέσεις των Ηνωμένων Εθνών, Δηλώσεις δεόντως υπογεγραμμένες από πλειάδα Ευρωπαϊκών Χωρών απευθυνόμενες προς τα Η.Ε και Παρατηρήσεις Εμπειρογνωμόνων των Η.Ε σε σχέση με τα βασανιστήρια, την διαφύλαξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα και την μη συμμόρφωση της τελευταίας με τις υποχρεώσεις της σύμφωνα με τις Διεθνείς Συμβάσεις, έγγραφα που εκδόθηκαν μεταξύ των ετών 2020-2022, με τον μάρτυρα να απαντά ότι, επί των εν λόγω ζητημάτων η Κρατική αρχή ζήτησε, και έλαβε απαντήσεις από την Αιτούσα Χώρα. Η κα. Μαρία Μούντη, κατέθεσε ως ΜΑ 5 στην διαδικασία προσκομίζοντας και καταθέτοντας ως Τεκμήριο 19 την Ρηματική Διακοίνωση της Κινεζικής Πρεσβείας εκ μέρους της Κινεζικής Κυβέρνησης, ημερομηνίας 20.10.21 η οποία αποτελεί την διαβεβαίωση της αιτούσας χώρας ότι σε περίπτωση έκδοσης, ο εκζητούμενος: «will not be proceeded against or subject to the execution of sentence in China for any offence committed by him before his extradition other than that for which the extradition is granted» καθώς και ότι, «The People's Republic of China guarantees that M.C Chao will not be subject to torture or other cruel, inhuM.Cn or degrading punishments during trial and imprisonment after being extradited». Η μάρτυρας συμφώνησε με την θέση του κ. Πελεκάνου ότι το έγγραφο φαίνεται να ετοιμάστηκε από την Πρεσβεία της Κίνας στην Κύπρο, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την σφραγίδα που υπάρχει επί αυτής, ως επίσης συμφώνησε με την θέση ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου αναφύεται η ανάγκη για παροχή περαιτέρω ή επιπλέον διαβεβαιώσεων με σκοπό την αξιολόγηση τους, και αυτό συμβαίνει συνήθως, ως και η σύσταση των Ηνωμένων Εθνών, σε περιπτώσεις όπου, ενδεχομένως να υπάρχουν υποψίες ή στοιχεία είτε για συστηματική παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην εκάστοτε αιτούσα χώρα ή εξάσκηση βασανιστηρίων. Απέρριψε δε την θέση ότι το εν λόγω έγγραφο, καμία νομική και δεσμευτική ισχύ έχει σε ότι αφορά την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Σε ερώτηση αν υπάρχει μηχανισμός παρακολούθησης περί ουσιαστικής και πρακτικής εφαρμογής των εν λόγω διαβεβαιώσεων στην περίπτωση του εκζητούμενου, νοουμένου ότι αυτός τελικώς εκδοθεί, η απάντηση ήταν ότι δεν γνωρίζει όμως θα μπορούσε να θέσει τον εν λόγω προβληματισμό στους ανωτέρους της. Ε2. Αξιολόγηση ΜΑ1- ΜΑ3 και ΜΑ5: Το Δικαστήριο θα αξιολογήσει πρώτα την προσκομισθείσα μαρτυρία σε συνάρτηση με το κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 7 της Συμφωνίας, η σωρευτική πλήρωση των οποίων αποτελεί προαπαιτούμενο για την ένταξη και εξέταση της παρούσας υπόθεσης εντός του δικαιοδοτικού πλαισίου του Δικαστηρίου. Προσεγγίζοντας το έργο της εξέτασης και αξιολόγησης της μαρτυρίας, έχω κατά νου ότι αυτή γίνεται υπό την αίρεση του περιορισμένου εύρους και σκοπού της παρούσας διαδικασίας. Ο σκοπός είναι μόνο να υποβοηθηθεί το Δικαστήριο, όταν αποφασίζει, κατά πόσο πληρούνται οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας, ώστε να επιτρέπεται η έκδοση του ενώπιον του Δικαστηρίου, προσώπου. Το έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν είναι να αποφασίσει για την ενοχή ή την αθωότητα του εν λόγω ατόμου, ούτε και να αξιολογεί σε βάθος τη μαρτυρία για να καταλήξει σε ευρήματα (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Serge Efimov
(2009)1 Α.Α.Δ. 326). Το δε Δικαστήριο, απλώς τη σχολιάζει (Natalia Konovalova, Πολιτική Έφεση Αρ. 436/2011, 30.9.2015, ECLI:CY:AD:2015:D639). Εξετάζοντας και αξιολογώντας, με βάση τις πιο πάνω παραμέτρους, την μαρτυρία των Μ.Α 1-3 και 5 το Δικαστήριο την αποδέχεται ως αληθή και επομένως την κάνει αποδεκτή. Η μαρτυρία όλων των μαρτύρων δόθηκε ενόρκως και η αξιολόγηση τους έγινε λαμβανομένου υπόψη του περιορισμένου εύρους και σκοπού της παρούσας διαδικασίας. Η μαρτυρία τους κινήθηκε στα πλαίσια των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων τους, ενώ παρά την επίπονη, αλλά στοχευμένη, ομολογουμένως, αντεξέταση τους, δεν κλονίσθηκε, και αυτό επειδή η εμπλοκή των σε ότι αφορά την παρούσα διαδικασία περιορίστηκε ουσιαστικά στην εξέταση του κατά πόσον πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου και της Συμφωνίας για προώθηση της υπό κρίση αίτησης. Το κατά πόσον δε οι ΜΑ2 και ΜΑ3 όφειλαν, ως η εισήγηση του κ. Πελεκάνου, όπως εξετάσουν προ της παρουσίασης του αιτήματος δια έγκριση, με την Υπουργό Δικαιοσύνης, κατά πόσον υφίστατο πράγματι κίνδυνος ή πραγματικό ενδεχόμενο όπως επηρεαστούν τα ανθρώπινα δικαιώματα του εκζητούμενου σε περίπτωση έκδοσης του, δυνάμει των προνοιών των άρθρων 3 και 4 της Σύμβασης, θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατωτέρω, και δη στο Σημείο Ι΄ της παρούσας απόφασης. Η παρουσιασθείσα εκ μέρους της Κρατικής Αρχής μαρτυρία υποστηρίζεται από τα σχετικά έγγραφα που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από την εξουσιοδότηση της Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (Τεκμήριο 3), αλλά και από το Τεκμήριο 4, το αίτημα για έκδοση του εκζητούμενου στη Κίνα, υποβλήθηκε γραπτώς μέσω της διπλωματικής οδού, δηλαδή απεστάλη μέσω του Υπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας της Κίνας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πληρείται συνεπώς η προϋπόθεση του άρθρου 6 της Συμφωνίας. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία έχει διαφανεί ότι, το αίτημα (Τεκμήριο 4) καταγράφει ρητώς το όνομα της αιτούσας αρχής, ενώ στα επισυναπτόμενα σε αυτό έγγραφα, αποτυπώνεται το όνομα, φύλο, εθνικότητα, ηλικία, ενώ γίνεται περιγραφή της επαγγελματικής δραστηριότητας του φυγοδίκου, με το πρόσωπο του να απεικονίζεται σε επίσης επισυναπτόμενη επί του αιτήματος, φωτογραφία. Το αίτημα, είναι μεταφρασμένο από την Κινεζική στην Αγγλική αλλά και στην Ελληνική Γλώσσα, επισυνάπτονται δε αντίγραφα της Κόκκινης Ειδοποίησης, της απόφασης Έγκρισης της Σύλληψης και του Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε στην Κίνα, εναντίον του, ενώ πληρούνται οι προϋποθέσεις ως προς τα σημεία (γ) μέχρι και (ε) του άρθρου 7, αφού στο αίτημα επισυνάπτεται έκθεση των γεγονότων του αδικήματος, συμπεριλαμβανομένων του χρόνου, τρόπου και τόπου διάπραξης των αδικημάτων, των άρθρων που ποινικοποιούν τις συγκεκριμένες πράξεις, και την προθεσμία παραγραφής του αδικήματος. Ε.3 Εισήγηση ότι Eνώπιον του Δικαστηρίου δεν εκκρεμεί Ένταλμα Σύλληψης Υπήρξε εισήγηση από μέρους της Υπεράσπισης ότι, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του ένα έγκυρο Ένταλμα Σύλληψης, δυνάμει του περιεχομένου του Τεκμηρίου 4, αλλά Διάταγμα κράτησης του, γεγονός ανεπίτρεπτο, και συνεπώς δεν έχει εκπληρωθεί η διαδικαστική προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 7
(2)(α) της Σύμβασης. Το εν λόγω άρθρο προνοεί ότι: «το αίτημα έκδοσης ..συνοδεύεται από αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή του αιτούντος κράτους». Προς επίρρωση της εισήγησης της, η υπεράσπιση παρέπεμψε στα Επισυναπτόμενα των συνοδευτικών εγγράφων έκδοσης, με αριθμούς 2 και 3 (Μέρος του Τεκμηρίου 4). Στο Επισυναπτόμενο 2 καταγράφονται τα εξής: «With Reference to your request dated on 13.8.20]..] for approval of the arrest of the suspect M.C Chao, this Procuratorate has reviewed it and considered that M.C Chao is suspected of the crime of fraudulent fund-raising and satisfies the conditions of arrest set forth in Article 81 of the Criminal Procedure Law of the People's Republic of China. Τhis Procuratorate hereby approves your request to arrest the suspect M.C Chao. You shall enforce this decision immediately in accordance with law, and inform this Procuratorate of enforcement details within three days». Ο Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος του 2018 κατατέθηκε στην διαδικασία ως Τεκμήριο 16 από τον ΜΑ4. Παραθέτω τις πρόνοιες του άρθρου, στην Αγγλική Γλώσσα, ως αυτές αποτυπώνονται στο εν λόγω Τεκμήριο. «81. Where there is evidence to prove the facts of a crime and a criminal suspect or defendant may be sentenced to imprisonment or a heavier punishment, if residential confinement is insufficient to prevent any of the following dangers to society, the criminal suspect or defendant shall be arrested:
(1)The criminal suspect of defendant may commit a new crime
(2)There is an actual danger to national security, public security, or social order
(3)The criminal suspect or defendant may destroy or forge evidence, interfere with the testimony of a witness, or make a false confession in collusion;
(4)The criminal suspect or defendant may retaliate against a victim, informant or accuser or
(5)The criminal suspect or defendant attempts to commit suicide or escape In the process of approving or deciding an arrest, the nature and circumstances of the suspected crime, the admission of guilt, and the acceptance of punishment, amongst others, of a criminal suspect or defendant shall be considered as factors of a possible danger to society. Where there is evidence to prove the facts of the crime and a criminal suspect or defendant M.C be sentenced to a fixed-terms imprisonment of 10 years or a heavier punishment or there is evidence to prove the facts of a crime and a criminal suspect or defendant who once committed an intentional crime or has not been identified may be sentenced to imprisonment or a heavier punishment, the criminal suspect or defendant shall be arrested». Παραπέμποντας επίσης στο περιεχόμενο του Επισυναπτόμενου 3, εισηγήθηκε η υπεράσπιση ότι, η διαταγή που καταγράφεται σε αυτήν προσομοιάζει και /ή μπορεί να θεωρηθεί ανάλογη, της διαδικασίας που ακολουθείται στην Δημοκρατία περί διαταγής για κράτηση υπόδικου προσώπου, αφού σε αυτήν εμπεριέχονται, τέτοια, αντίστοιχα στοιχεία. Στο Επισυναπτόμενο 3 καταγράφονται τα εξής: «Pursuant to Article 80[1] of the Criminal Procedure Law of the People's Republic of China, as approved by the People's Procuratorate of Daoli District, this Bureau hereby carries out the arrest of M.C Chao [.] who is suspected of the crime of fraudulent fund-raising and sends him to Detention Center of Daoli District for custody». Μελέτη του περιεχομένου των προαναφερθέντων εγγράφων, σε συνάρτηση με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία (βλ. ειδικότερα μαρτυρία της ΜΑ2, πρακτικά ημερ 17.6.21 σελ.27) φανερώνει ότι η έκδοση των ενταλμάτων σύλληψης στην ΛΔΚ εκδίδεται από την «αρμόδια αρχή του κράτους», η οποία είναι τα όργανα ασφαλείας μαζί με την Εισαγγελία. To γεγονός ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ του τι καθορίζεται στην Δημοκρατία ως «αρμόδια αρχή» με το τι καθορίζεται στην ΛΔΚ ως τέτοια, δεν μπορεί αβίαστα να οδηγήσει σε αποδοχή της θέσης της Υπεράσπισης ότι δεν πληρείται η προϋπόθεση του άρθρου 7
(2)(α) της Συμφωνίας, ειδικότερα από την στιγμή που το παρουσιασθέν ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφο του εντάλματος Σύλληψης, στο Τεκμήριο 4, έχει εκδοθεί από την «αρμόδια» εις την ΛΔΚ, αρχή. Πέραν των ως άνω, παρά το γεγονός ότι η διατύπωση του άρθρου 81 μέχρι την φράση της δεύτερης παραγράφου που τελειώνει σε «danger to society» ενδεχομένως να προσομοιάζει με τις προϋποθέσεις που εξετάσει ένα εθνικό Δικαστήριο στα πλαίσια αιτήματος για κράτηση υπόδικου προσώπου, η δεύτερη παράγραφος του άρθρου, προνοεί για τη σύλληψη ατόμου όταν το αδίκημα που αντιμετωπίζει ενδεχομένως να φέρει ποινή φυλάκισης πέραν των δέκα (10 ετών). Σύμφωνα δε με το άρθρο 192 του Ποινικού Κώδικα της ΛΔΚ, η μέγιστη ποινή που ενδεχομένως επιβληθεί στον εκζητούμενο, σε περίπτωση που αυτός κριθεί ένοχος από Δικαστήριο στην αιτούσα χώρα, είναι η ισόβια κάθειρξη. Ως λέχθηκε στην απόφαση Μελά (Αρ 3)
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ 1199 αλλά προκύπτει σαφώς και από το άρθρο 7
(2)(α) της Συμφωνίας, απαιτείται όπως μαζί με την αίτηση έκδοσης παρουσιαστεί αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης. Από αυτό εξυπακούεται ότι δεν απαιτείται η κατάθεση του αρχικού εντάλματος σύλληψης. Ως δε προκύπτει από τον Δικαστικό Λόγο στην Petrov v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1996)1(Β) Α.Α.Δ 856, η κρίση περί του κατά πόσο ένα έγγραφο αποτελεί το απαιτούμενο από το Νόμο «ένταλμα» θα πρέπει να γίνεται στην βάση του συνόλου του περιεχομένου του, και με ερμηνεία της σχετικής περί Εκδόσεως Νομοθεσίας, υπό το πνεύμα που αναφέρθηκε ανωτέρω, ασχέτως της δομής και του τρόπου σύνταξης του (υπογράμμιση του Δικαστηρίου). Έτσι, στην προαναφερθείσα υπόθεση κρίθηκε ότι, ενόψει του συνολικού περιεχομένου του εγγράφου όπου αναφέρονταν όλα τα αδικήματα τα οποία κατ' ισχυρισμό διέπραξε ο εκζητούμενος και για τα οποία εκκρεμούσαν κατηγορίες εναντίον του, το γεγονός ότι υπήρχε εισήγηση όπως αυτός τεθεί υπό κράτηση για να του επιβληθεί πρόστιμο και να τιμωρηθεί για τη διαφυγή του προς αποφυγή της ποινικής διαδικασίας, δεν επηρέασε την κρίση ότι αυτό, αποτελούσε, το απαιτούμενο ένταλμα σύλληψης. Στην Petrov v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1996)1(Α) Α.Α.Δ 535 αναφέρθηκε ότι, γενικώς τιθέμενοι ισχυρισμοί, οι οποίοι παραμένουν ατεκμηρίωτοι, δεν είναι ικανοί για να ανατρέψουν το τεκμήριο της νομιμότητας του εντάλματος σύλληψης. Στην M.Ckushin (Αρ.2)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ 567, έγινε επανάληψη των πιο πάνω αρχών, με το Δικαστήριο να προσθέτει ότι, ακόμη και ο τίτλος που φέρει ένα τέτοιο έγγραφο δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Ούτε και το λεκτικό του εντάλματος ενέχει ιδιαίτερη σημασία ούτε και είναι απαραίτητο να συνάδει με τον τρόπο που εκδίδονται ανάλογα εντάλματα σύλληψης στην Δημοκρατία (βλ. Sergeevna (Αρ. 1)
(2012)1(Β) Α.Α.Δ 1373). Τέλος, στην Atapina
(2002)1(Β) Α.Α.Δ 1208, επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση σύμφωνα με την οποία, με δεδομένο ότι δεν είχε τεθεί υπό αμφισβήτηση η νομιμότητα και η ισχύς των εγγράφων (περιλαμβανομένου του ότι είχαν εκδοθεί κατά τους τύπους που καθορίζονταν από τη νομοθεσία του Αιτούντος κράτους), τα οποία είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου (ανάμεσα σε αυτά και το ένταλμα σύλληψης), κρίθηκε ότι αυτά πληρούσαν τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο της Σύμβασης. Για τους πιο πάνω λόγους, η εισήγηση της Υπεράσπισης, πίπτει, και συνεπώς απορρίπτεται. E4. Διττό Αξιόποινο Από την πιο πάνω προσκομισθείσα μαρτυρία, έχει καταδειχθεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου και το διττό αξιόποινο των κατ΄ισχυρισμόν πράξεων του εκζητούμενου, συμφώνως του άρθρου 2 της Σύμβασης. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει ότι το κριτήριο, κατά την απόφαση έκδοσης φυγοδίκου, δεν είναι το κατά πόσο το αδίκημα που αναφέρεται στο αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης είναι ουσιαστικά παρόμοιο με αδίκημα του ημεδαπού δικαίου δυνάμει του ημεδαπού νόμου, αλλά ότι η συμπεριφορά του φυγόδικου θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα και με το ημεδαπό δίκαιο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Vyachyslav Shimkevich, Πολ. Εφ. 235/2012, ημερ. 30.3.2017, Hachem
(1991)1 Α.Α.Δ. 723, Petrov
(1996)1 Α.Α.Δ 535). Γνώμονας προσδιοριστικός των αδικημάτων στην Δημοκρατία, αποτελεί η Υπουργική Εξουσιοδότηση, σε συνάρτηση με τα αναφερόμενα και καθοριζόμενα στην αίτηση γεγονότα και το Νόμο του αιτούντος κράτους. Τα αδικήματα που προσδιορίζονται στην εξουσιοδότηση, δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν στα τυπικά τους στοιχεία με εκείνα που αναγράφονται στο ένταλμα σύλληψης. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Konovalova, Πολιτική Έφεση Αρ. 436/2011, ημερ. 30.9.15, επαναλήφθηκε ότι καθοριστικό για την έκδοση φυγοδίκου είναι το δίκαιο της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση σε συσχετισμό με τα αδικήματα που στοιχειοθετεί η μαρτυρία, τηρουμένου του στοιχείου της διπλής εγκληματικότητας, το οποίο είναι πάντα αλληλένδετο με το χρόνο διάπραξης του εγκλήματος. Λέχθηκε επίσης ότι το γεγονός ότι η συμπεριφορά που καταλογίζεται από τις Δικαστικές Αρχές της Αιτούσας χώρας στον εκζητούμενο συνιστά κολάσιμη πράξη κατά το ποινικό δίκαιο αυτής, δεν είναι θέμα που τίθεται προς εξέταση εφόσον εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Δικαστικών Αρχών της αιτούσας χώρας. Ως εκ τούτου, το ότι η εν λόγω συμπεριφορά κατά το δίκαιο της εν λόγω χώρας είναι κολάσιμη θα πρέπει να θεωρείται από το Δικαστήριο δεδομένη. Σύμφωνα με την Υπουργική εξουσιοδότηση (Τεκμήριο 3), η κατ' ισχυρισμό, συμπεριφορά του εκζητούμενου, τιμωρείται ποινικά και στην Δημοκρατία, δυνάμει των προνοιών των άρθρων 255 (ορισμός κλοπής), 262 (ποινή κλοπής) 297 (ορισμός ψευδών παραστάσεων), 298 ( εξασφάλιση αγαθώς με ψευδείς παραστάσεις), 302 (συνομωσία προς καταδολίευση), 333 (καταρτισμός πλαστού εγγράφου), 334 (πρόθεση καταδολίευσης), και 371 (συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, αδικήματα, τα οποία επιφέρουν ποινή φυλάκισης άνω του ενός έτους (Άρθρο 2(α) Νόμου 12 (ΙΙΙ)/19). Ως εκ τούτου, οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου έχουν ικανοποιηθεί. Η μαρτυρία για το ποινικά κολάσιμο των φερόμενων πράξεων του στη αιτούσα χώρα, δεν κρίνεται επί της ουσίας της από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο αντικρίζει το ζήτημα στη βάση του πιθανού τεκμηρίου ενοχής κατ΄ αντιστοιχία με το τι αναμένεται να εξεταστεί στις προανακρίσεις κατά το άρθρο 94 του Κεφ. 155, (βλ. Suray
(2011)1(Α) Α.Α.Δ 453). Η ενοχή ή μη του εκζητούμενου αφορά την αιτούσα χώρα κατά τις εκεί λαμβανόμενες διαδικασίες και το αποδεικτικό δίκαιο. Είναι αυταπόδεικτο από το περιεχόμενο της προαναφερθείσας μαρτυρίας ότι τα φερόμενα ως διαπραχθέντα στην αιτούσα χώρα αδικήματα, τιμωρούνται ποινικώς και στην Δημοκρατία. Στην υπό κρίση υπόθεση, το στοιχείο αυτό συνεπώς, ικανοποιείται. Ε
- Εισήγηση Υπεράσπισης περί μη Ύπαρξης των Αρχών της Αμοιβαίας Αναγνώρισης και Εμπιστοσύνης στην παρούσα Υπόθεση Αποτέλεσε θέση της της Υπεράσπισης κατά το στάδιο των αγορεύσεων ότι από την στιγμή που η αιτούσα χώρα δεν είναι μέλος της ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει με περισσή προσοχή το παρόν αίτημα, αφού εκλείπει ουσιαστικά από την παρούσα υπόθεση το δεδομένο ότι το αιτούν κράτος εκπληρώνει, ότι μπορεί να εκπληρώσει και ότι θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του συμφώνως των προνοιών της Συμφωνίας. Η Κρατική Αρχή συνεπώς, εισηγήθηκε ο κ. Πελεκάνος είχε υποχρέωση, όπως παρουσιάσει ανεξάρτητη εμπειρογνωμοσύνη, αμερόληπτη και αντικειμενική ως προς την γενική κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που επικρατεί στην αιτούσα χώρα, ούτως ώστε να έχει εκπληρώσει η Δημοκρατία το καθήκον της όπως παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα πλήρες και αιτιολογημένο αίτημα, το οποίο να είχε και ως υπόβαθρο του την ύπαρξη του μαχητού τεκμηρίου περί αμοιβαίας αναγνώρισης και εμπιστοσύνης, καταδεικνύοντας ότι οι αντίστοιχες εθνικές έννομες τάξεις της ΛΔΚ είναι σε θέση να παρέχουν ισοδύναμη και αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται σε επίπεδο Ένωσης, ιδίως δε στον Χάρτη. Το εν λόγω επιχείρημα θα εξεταστεί πιο κάτω στην παρούσα απόφαση, και δη στο σημείο Ι αυτής. Σε αυτό το στάδιο, μπορεί να λεχθεί ότι η συνυπογραφή από τα δύο κράτη της Συμφωνίας δείχνει την κατ' αρχή ύπαρξη της αναγκαίας αμοιβαιότητας και εμπιστοσύνης μεταξύ τους. ΣΤ. Υπερασπιστικές Γραμμές Εκζητούμενου. Υπήρξε θέση της υπεράσπισης ότι σε περίπτωση έκδοσης του, ο εκζητούμενος μετά βεβαιότητας θα υποβληθεί σε βασανιστήρια, εξευτελιστική και απάνθρωπη μεταχείριση, δεν θα τύχει δίκαιης δίκης και θα τεθεί υπό αυθαίρετη και παρατεταμένη κράτηση, κατά παράβαση των άρθρων 3,5 και 6 της ΕΣΔΑ, τόσο λόγω της γενικής κατάστασης βίας που υφίσταται στην ΛΔΚ, ως αυτή αποτυπώθηκε στην πρόσφατη Απόφαση του ΕΔΑΔ (βλ. Liu v Poland Προσφυγή υπ΄αρ. 37610/18 ημερ. 6.10.22)- που αφορούσε έκδοση Κινέζου υπηκόου, αλλά και λόγω των προσωπικών του περιστάσεων. Σημειώνεται ότι οι Υπερασπιστικές γραμμές εδράζονται επί των προνοιών του άρθρου 3 της Συμφωνίας και ειδικότερα των υποπαραγράφων (β), (δ) και (θ), οι οποίες προνοούν ως ακολούθως. «Το αίτημα έκδοσης θα απορρίπτεται εάν (α) το Συμβαλλόμενο Μέρος από το οποίο ζητείται η έκδοση κρίνει ότι το αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοση είναι πολιτικό αδίκημα, ή το εν λόγω Συμβαλλόμενο Μέρος έχει παραχωρήσει άσυλο στο πρόσωπο στο οποίο αφορά η αίτηση έκδοσης. Εν τούτοις, αδικήματα τρομοκρατίας ή αδικήματα μη θεωρούμενα ως πολιτικό αδικήματα δυνάμει οποιοσδήποτε σύμβασης στην οποία και τα δύο Συμβαλλόμενα Μέρη είναι συμβαλλόμενα μέρη δεν θα κρίνονται ως πολιτικά αδικήματα - (β) το Συμβαλλόμενο Μέρος από το οποίο ζητείται η έκδοση έχει ουσιαστικούς λόγους να πιστεύει ότι το αίτημα έκδοσης υποβάλλεται για σκοπούς δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω της φυλής, του φύλου, της θρησκείας, της εθνικότητας ή των πολιτικών του πεποιθήσεων, ή ότι η θέση του προσώπου αυτού σε δικαστική διαδικασία θα επηρεαστεί δυσμενώς για σποιονδήποτε από τους λόγους αυτούς (γ) το αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοση συνιστά μόνο στρατιωτικό αδίκημα δ) η έκδοση του εκζητούμενου προσώπου αντίκειται στις θεμελιώδεις αρχές του εφαρμοστέου δικαίου του Συμβαλλόμενου Μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση (ε) το εκζητούμενο πρόσωπο είναι υπήκοος του Συμβαλλόμενου Μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση · (στ) το εκζητούμενο πρόσωπο προστατεύεται απο ασυλία, σύμφωνα με τους νόμους οττσουδήποτε εκ των Συμβαλλομένων Μερών, αναφορικά με τη δίωξη ή την έκτιση της ποινής για οπωσδήποτε λόγο συμπεριλαμβανομένων της παραγραφής ή της απονομής χάριτος (η) το Μέρος σπo το οποίο ζητείται η έκδοση έχει ήδη εκδώσει τελική απόφαση ή έχει παύσει ποινικές διαδικασίες εναντίον του εκζητουμένου προσώπου αναφορικά με το αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοση (θ) υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι να πιστεύεται ότι το εκζητούμενο πρόσωπο θα υποβληθεί σε βασανιστήριο ή άλλη βάναυση, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία στο κράτος που ζητά την έκδοση 0) το αίτημα έκδοσης υποβάλλεται μετά απο απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του προσώπου που εκζητείται στο κράτος το οποίο ζητεί την έκδοση εκτός εάν το τελευταίο δίδει εγγυήσεις ότι το πρόσωπο που εκζητείται θα έχει την ευκαιρία να επανεκδικαστεί η υπόθεση στην παρουσία του. Σημειώνεται ότι το βάρος απόδειξης των θέσεων και ισχυρισμών του εκζητούμενου φέρει αποκλειστικά ο ίδιος, με το επίπεδο απόδειξης τέτοιων ισχυρισμών να μην είναι άλλο από αυτό που ισχύει σε ποινική διαδικασία όταν το βάρος απόδειξης ενός ισχυρισμού το φέρει ο κατηγορούμενος. Και αυτό, όπως είναι γνωστό, αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ώστε σ' ότι αφορά τη διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου να δίνεται περιεχόμενο στην έννοια του όρου «ουσιαστικοί λόγοι» που προνοείται από τα άρθρα 3 (β) και (θ) της Συμφωνίας για τη μη έκδοση του. Στ
- Μαρτυρία Επί των Θέσεων του Εκζητούμενου Έχοντας φανερώσει από την αρχή της διαδικασίας ο εκζητούμενος τις υπερασπιστικές του θέσεις, θέση παραδεκτή από την Κρατική Αρχή (βλ. αγορεύσεις σελ. 31) η τελευταία προσκόμισε μαρτυρία σε σχέση με τις βάσεις του νομικού συστήματος της ΛΔΚ. Προς τούτο ετοιμάστηκε από πενταμελή ομάδα ακαδημαικών ειδικών στην Κινεζική Νομοθεσία, σχετική έκθεση εμπειρογνωμοσύνης (Τεκμήριο 11) δεόντως μεταφρασμένη στην Αγγλική και Ελληνική ως Τεκμήρια 13 Α και Β, η οποία παρουσιάστηκε από τον ΜΑ4, Κινέζο Ακαδημαϊκό. Μαρτυρία ΜΑ4 / Κινέζοι Εμπειρογνώμονες: (Τα ονόματα των Εμπειρογνωμόνων κατόπιν παράκλησης των συνηγόρων δεν θα αποτυπώνονται στην ολότητα τους στα πρακτικά της διαδικασίας και στο κείμενο της απόφασης). Ο Μ.Α 4, H.F, είναι καθηγητής και επιβλέπων διδακτορικών φοιτητών στην Νομική Σχολή του Πανεπιστήμιο του Πεκίνου. Κατέθεσε το Βιογραφικό του Σημείωμα ως Τεκμήριο
- Είναι ο Διευθυντής του Κέντρου Ερευνών του Ρωμαϊκού και Σύγχρονου Αστικού Δικαίου, ενώ μεταξύ άλλων, κατέχει την θέση του Αντιπροέδρου της Κινεζικής Εταιρείας Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, και της Διεθνούς Εταιρείας Ποινικού Δικαίου. Παράλληλα, υπηρετεί ως μέλος την Συμβουλευτικής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων της Ανώτατης Εισαγγελίας του Λαού. Έχει εκδώσει περί των δεκαπέντε
(15)συγγραμμάτων, επί γενικών θεμάτων δικαίου, συμπεριλαμβανομένων και ζητημάτων που άπτονται της έκδοσης φυγόδικων. Έχει επίσης διατελέσει στην θέση του Γενικού Επιθεωρητή και Ανώτερου Συμβούλου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κίνας. Η Έκθεση Εμπειρογνωμοσύνης συνυπογράφεται από τον ΜΑ4 και τέσσερις άλλους καθηγητές συναδέλφους του, όλοι υπό την εποπτεία του, στο Τμήμα Ερευνών του Διεθνούς Ποινικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου με επικεφαλή τον ίδιο. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του ως οι απαντήσεις που έδωσε το συγκεκριμένο σώμα στις ερωτήσεις που τέθηκαν σε αυτούς από την Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας. Οι ερωτήσεις που τέθηκαν από την Nομική Yπηρεσία της Δημοκρατίας αφορούσαν στην επεξήγηση του κατά πόσον η Κίνα αποτελεί ένα ολοκληρωτικό σύστημα, την ποιότητα των ασφαλιστικών δικλείδων που υπάρχουν σε ότι αφορά την διεξαγωγή μίας δίκαιης δίκης στην χώρα, κατά πόσον υφίστανται βασανιστήρια, πώς σχολιάζει η χώρα τις Αποφάσεις και Εκθέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τις ελλείψεις εγγυήσεων περί δίκαιης δίκης, το κάλεσμα που έχει λάβει η χώρα για τροποποίηση των Κινεζικών Νομοθεσιών, κατά πόσον η ποινική δομή της Κίνας βασίζεται στην απόσπαση ομολογιών μέσω βασανιστηρίων, κατά πόσον υπάρχει το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης, αν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στις διπλωματικές εγγυήσεις που δόθηκαν, και πώς, αν καθόλου, επηρεάζει την υπόθεση του εκζητούμενου, το γεγονός ότι ασπάζεται το FLG, ήτοι, αν υφίσταται η πιθανότητα όπως σε περίπτωση καταδίκης του, επιβληθεί αυστηρότερη ποινή. Κλήθηκαν δε να απαντήσουν στο κατά πόσον μέλη της συγκεκριμένης οργάνωσης υποβλήθηκαν σε «αναγκαστική εξαφάνιση» ή σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Τέλος, οι εμπειρογνώμονες ρωτήθηκαν αν όντως, οι συλλήψεις στην χώρα μπορούν να κρατήσουν μέχρι και 37 ημέρες, χωρίς αυτές να έχουν προηγουμένως εγκριθεί από το Δικαστήριο, ή όπως τύχουν επανεξέτασης καθώς αυτή προχωρά. Συνοπτικά αποδιδόμενες οι θέσεις των εμπειρογνωμόνων, είχαν ως ακολούθως. Η Νομοθετική Εξουσία αποτελείται από το Εθνικό Λαϊκό Κογκρέσο και την Μόνιμη Επιτροπή. Το Κρατικό Συμβούλιο έχει τη δύναμη να σχηματίζει Διοικητικούς Κανονισμούς. Τα Λαϊκά Κογκρέσα των επαρχιών των αυτόνομων περιοχών και δήμων έχουν την δυνατότητα, ως αυτή τους δόθηκε από την Κεντρική Κυβέρνηση όπως σχηματίζουν τοπικούς κανονισμούς. Την ίδια δυνατότητα έχουν και οι εθνικές αυτόνομες περιοχές. Το Εθιμικό Δίκαιο είναι η μόνη πηγή δικαίου σε σημείο όπου ζουν εθνικές μειονότητες σε συμπαγείς κοινότητες, η δε Νομολογία δεν είναι πηγή δικαίου αλλά, οι κατευθυντήριες υποθέσεις έχουν την ίδια δεσμευτική ισχύ όπως ένα Νομοθέτημα. Το σύστημα της Κίνας δεν είναι ολοκληρωτικό με την έννοια ότι, το 1999 η έννοια του «κράτος δικαίου» συμπεριλήφθηκε στο Σύνταγμα. Το 2017 η ΛΔΚ καθιέρωσε μία ηγετική κεντρική ομάδα ούτως ώστε να ενισχύσει την ενοποιημένη ηγεσία. Στην Κίνα είναι απαραίτητο όπως όλες οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες της χώρας διεξάγονται σύμφωνα με το Νόμο και δεν πρέπει να καταστρέφονται ή να παρεμποδίζονται από οποιαδήποτε ατομική θέληση. Είναι πολύ σημαντικό όπως, οι κομματικές οργανώσεις και ηγετικά στελέχη όλων των επιπέδων, λαμβάνουν θέση για την υποστήριξη των Δικαστικών οργάνων, ούτως ώστε να ασκούν τις λειτουργίες και τις εξουσίες τους ανεξάρτητα, συμφώνως του Νόμου, χωρίς να επιτρέπεται ο οποιοδήποτε επηρεασμός στις λειτουργίες τους. Πολλά είναι τα άρθρα του Συντάγματος και του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου που κάνουν αναφορά στην προστασία των δικαιωμάτων «των μελών και την τιμωρία εκείνων που παραβιάζουν την ευθύτητα και τη δικαιοσύνη». Το Άρθρο 12 της Ποινικής Δικονομίας αναφέρει ότι «εφόσον γίνει ανάκριση για πρώτη φορά, ή επιβληθούν αναγκαστικά μέτρα από το όργανο έρευνας» τότε, ο ύποπτος έχει δικαίωμα σε δικηγόρο, ενώ αν δεν υπάρχει η οικονομική δυνατότητα, μπορεί να παρασχεθεί νομική βοήθεια, νοουμένου ότι πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις. Σε ποινικές υποθέσεις τα γεγονότα πρέπει να αποδεικνύονται «πέραν εύλογης αμφιβολίας» ενώ, υπάρχουν ρυθμίσεις που προνοούν για την εξαίρεση αποδεικτικών στοιχείων τα οποία συλλέγηκαν «μέσω εκβίασης για την απόσπαση ομολογίας με βασανιστήρια». Ασφαλιστική δικλείδα αποτελεί επίσης το γεγονός ότι, τα τελευταία χρόνια, «η εγγραφή ήχου και βίντεο χρησιμοποιείται ευρέως για τη διαχείριση υποθέσεων, ειδικά σε υποθέσεις με θανατική ποινή». Δεν αποδέχεται η χώρα τα όσα της αποδίδονται από τις Εκθέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας και του Κογκρέσου περί μη εχεγγύων για δίκαιη δίκη. Αυτό γιατί υπάρχουν οι εξής ασφαλιστικές δικλείδες. 1. Η εξουσία της επιθεώρησης, της εποπτείας, των δικηγόρων και η Δικαστική εξουσία, εκτελούνται ανεξάρτητα και περιορίζουν η μία την άλλη. Τα δημόσια όργανα ασφαλείας είναι υπεύθυνα για την επιθεώρηση την κράτηση, την εκτέλεση ποινικών υποθέσεων απομακρυσμένης σύλληψης και πρόωρης ακρόασης. Η εποπτική επιτροπή είναι υπεύθυνη για την εξουσία επιθεώρησης των υποθέσεων. Οι Λαϊκοί Δικαστές είναι υπεύθυνοι για την επιθεώρηση μερικών αυτοεπιθεωρούμενων υποθέσεων και την έγκριση απομακρυσμένων συλλήψεων. Τα Λαϊκά Δικαστήρια είναι υπεύθυνα για τις δίκες. 2. Κατά την δίκη, όλοι οφείλουν συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Συντάγματος και του Νόμου. 3. Κανένας δεν κρίνεται ένοχος εκτός αν κριθεί ως τέτοιος από το Δικαστήριο. 4. Οι δικηγόροι και οι Δικαστές ασκούν ανεξάρτητα τις λειτουργίες τους, όντας ελεύθεροι από παρεμβάσεις από διοικητικά όργανα, κοινωνικούς οργανισμούς και άτομα - Σύνταγμα, άρθρα 131, 136 και άρθρο 5 της Ποινικής Δικονομίας. 5. Το γεγονός ότι οι δικηγόροι ασκούν νομική εποπτεία στις διαδικασίες (Άρθρο 8 της Ποινικής Δικονομίας), υπό την έννοια ότι μπορεί σε περίπτωση μη καταχώρησης υπόθεσης από τα όργανα ασφαλείας όπως καταγγείλει την εν λόγω παράλειψη σε ανώτερη αρχή. 6. Το γεγονός ότι οι Δικαστικές διαδικασίες διεξάγονται δημόσια. Ως προς το κατά πόσον «υπάρχει έλλειψη ορισμού του τι εστί βασανιστήριο στις Κινεζικές Νομοθεσίες, και συγκεκριμένα ότι η πρόκληση ψυχικής δυσφορίας δεν περιλαμβάνεται στις μορφές βασανισμού» ο ΜΑ4 υπενθυμίζει το Δικαστήριο ότι, ως καταγράφεται και στην έκθεση, η παρούσα περίπτωση δεν αφορά την επιβολή της θανατικής ποινής. Συνεχίζει λέγοντας, (βλ. σελ. 7 Τεκμ.13Β): «Είτε η θανατική ποινή είναι βασανιστήριο ή όχι, αποτελεί ένα εξαιρετικά παγκόσμιο αμφιλεγόμενο ζήτημα. Η συζήτηση μας στο παρόν θέμα πρέπει να βασίζεται στον ορισμό ότι το βασανιστήριο αποτελεί μια ενέργεια απόκτησης πληροφοριών ή μιας μαρτυρίας από ένα άτομο με την πρόθεση να προκαλέσει σοβαρό ψυχικό ή σωματικό πόνο, ή ταλαιπωρία. Αυτό το είδος της συμπεριφοράς, μπορεί να ειπωθεί ότι απαγορεύεται ρητά σε όλα τα σημαντικά έγγραφα στην Κίνα».. «Η Κίνα επικύρωσε την Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων των Ηνωμένων Εθνών την 5.9.88. Ως μέλος στη Σύμβαση ενσωμάτωσε τις διατάξεις στο εγχώριο δίκαιο τηρώντας αυτές αυστηρά.Στο άρθρο 8 του Νόμου Περί Έκδοσης της ΛΔΚ ορίζεται ότι αν το άτομο που ζητά την έκδοση υπόκειται ή ενδέχεται να υπόκειται σε βασανιστήρια ή άλλη σκληρή ή απάνθρωπη μεταχείριση» τότε οι αρμόδιες αρχές της χώρας θα αρνηθούν τέτοια έκδοση. Από αυτή την διάταξη και μόνο, ο ορισμός του εγκλήματος του βασανιστηρίου της Κίνας είναι ένα γενικό νομοθετικό μοντέλο, χωρίς να υιοθετεί τον τρόπο απαριθμητής περιγραφής «σωματικού ή ψυχικού» που υιοθετήθηκε στη Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων.» Παρέπεμψε και στο άρθρο 123 του περί Διερμηνείας του Ανωτάτου Λαϊκού Δικαστηρίου περί της Εφαρμογής του Δικαίου της Ποινικής Δικονομίας της ΛΔΚ το οποίο ορίζει ότι: «Oι μαρτυρίες του κατηγορούμενου που συλλέγονται με τις ακόλουθες παράνομες μεθόδους θα πρέπει να εξαιρούνται
(1)οι μαρτυρίες που εκτελούνται ενάντια στη θέληση χρησιμοποιώντας βίαιες μεθόδους, όπως ξυλοδαρμό, παράνομη χρήση περιορισμών ή κακών μέσων σωματικής τιμωρίας που κάνει τον κατηγορούμενο να υποφέρει από δυσβάσταχτο πόνο
(2)οι μαρτυρίες που γίνονται ενάντια στη θέληση των εναγόμενων λόγω ταλαιπωρίας από αβάσταχτο πόνο, που προέρχεται από τη χρήση απειλών, όπως βία ή σοβαρή βλάβη στα έννομα δικαιώματα και συμφέροντα τους και στους στενούς συγγενείς τους, θα πρέπει να εξαιρούνται», ενώ τα άρθρα 66, 67 και 64 των Κανόνων για την Ποινική Διαδικασία και των Κανονισμών για την Εφαρμογή του Νόμου περί Εποπτείας της ΛΔΚ απαγορεύουν αντίστοιχα την χρήση «σωματικής τιμωρίας ή συγκεκαλυμμένης σωματικής τιμωρίας με σκοπό την συλλογή αποδεικτικών στοιχείων». Στην σελ.14 της Έκθεσης καταγράφει τα εξής σημαντικά: «Παρόλο που οι σχετικοί Νόμοι της χώρας μας δεν έχουν θεσπίσει ειδικές διατάξεις σχετικά με συγκεκριμένη συμπεριφορά της εκβίασης ομολογίας με βασανιστήρια, τα σχετικά Δικαστικά επεξηγηματικά έγγραφα το κατέστησαν σαφές. Για παράδειγμα, η Ερμηνεία του Ανωτάτου Λαϊκού Δικαστηρίου για το Δίκαιο της Ποινικής Δικονομίας της ΛΔΚ διευκρινίζει τη χροιά «εκβίαση για απόσπαση ομολογιών με βασανιστήρια και άλλες παράνομες μεθόδους». Η δικαστική ερμηνεία επισημαίνει ότι το έγκλημα εκβίασης για απόσπαση ομολογίας με βασανιστήρια εκδηλώνεται κυρίως σε δύο αντικειμενικές πτυχές: η μία είναι η σωματική τιμωρία και η άλλη είναι η σωματική τιμωρία «μεταμφιεσμένη». Έχουμε ήδη αναλύσει και ερμηνεύσει τους συνειρμούς αυτών των δύο συγκεκριμένων αντικειμενικών συμπεριφορών προηγουμένως. Συγκεκριμένα, η αντικειμενική συμπεριφορά της «σωματικής τιμωρίας» εκδηλώνεται κυρίως στη χρήση βίας κατά υπόπτων και κατηγορούμενων εγκληματιών, συμπεριλαμβανομένων διαφόρων ειδών βίας όπως πλημμύρες, κρεμάσματα και ξυλοδαρμούς, βελόνες και δεσμεύσεις, που θα επιφέρουν ορισμένες σωματικές και ψυχικές βλάβες και πόνο στους υπόπτους και τους κατηγορούμενους για εγκλήματα. Συγκεκριμένα οι τύποι συμπεριφοράς της «μεταμφιεσμένης σωματικής τιμωρίας» περιλαμβάνουν κυρίως, για παράδειγμα, τρόπους όπως το να αφήνουν τους υπόπτους και τους κατηγορούμενους να μένουν ξύπνιοι και να μην ξεκουραστούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, να τους ανακρίνουν με τη μορφή «πολέμου φθοράς» και να τους αφήσουν να στέκονται όρθιοι για μεγάλο χρονικό διάστημα κτλ». Ασφαλιστική δικλείδα αποτελεί κατά τον ίδιο η Ανακοίνωση / Ειδοποίηση που εκδόθηκε από το Ανώτατο Λαϊκό Δικαστήριο, την Ανώτατη Λαϊκή Εισαγγελία και το Υπουργείο Δημόσιας Ασφάλειας την 17.6.2017 ότι τέτοιου είδους ομολογίες θα αποκλείονται από Δικαστικές διαδικασίες. Επιπλέον, οι ομολογίες υπόπτων και κατηγορούμενων που αποσπάστηκαν δυνάμει παράνομων μεθόδων οφείλουν να αποκλείονται από τις ποινικές διαδικασίες, ενώ η διερεύνηση μεγάλων υποθέσεων υπόκειται σε ηχογράφηση και βίντεο (άρθρα 52 και 56 Ποινικής Δικονομίας). Συμφωνεί στην Έκθεση του (σελ. 9 του Ελληνικού Κειμένου, Τεκμ. 13Β) ότι όντως παρά την υπογραφή εκ μέρους της ΛΔΚ της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων, η χώρα διατηρεί την επιφύλαξη της σε ότι αφορά το Άρθρο 20 αυτής, γεγονός το οποίο οδηγεί στην έλλειψη εποπτείας από την Επιτροπή Κατά των Βασανιστηρίων του Συμβουλίου της Ευρώπης, αναφέροντας ότι ο λόγος της επιφύλαξης είναι για να αποφύγουν ως χώρα, εμπλοκή στο αμφιλεγόμενο θέμα του κατά πόσον η θανατική ποινή θεωρείται βασανιστήριο ή όχι. Επιπλέον, η χώρα δικαιούται όπως διατηρεί την εν λόγω επιφύλαξη δυνάμει του άρθρου 28.2 της Σύμβασης. Δηλώνει δε ότι η αιτούσα χώρα είναι πλήρως ενεργή στην τήρηση των υποχρεώσεων της, με την υποβολή σχετικών Εκθέσεων, με την τελευταία να υποβάλλεται το 2013, η οποία ήταν και η 6η στην σειρά έκθεση που υπέβαλλε η χώρα. Παρά δε τις όποιες επικρίσεις, η ΛΔΚ ανέφερε: «διατηρεί εποικοδομητικές επαφές με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα», ενώ, «Από το 1994 η Κίνα έχει προσκαλέσει οκτώ ειδικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων οκτώ των οποίων ο Ειδικός Εισηγητής για την Ελευθερία της Θρησκείας, ή των Θρησκευτικών Πεποιθήσεων, η Ομάδα Εργασίας για την Αυθαίρετη Κράτηση, ο Ειδικός Εισηγητής για Δικαίωμα στην Εκπαίδευση, ο Ειδικός Εισηγητής για τα Βασανιστήρια, ο Ειδικός Εισηγητής για το δικαίωμα στην τροφή, η ομάδα εργασίας για την εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών, ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας για τις επιπτώσεις του ξένου χρέους στα ανθρώπινα δικαιώματα και ο ειδικός εισηγητής για την ακραία φτώχεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα, για να επισκεφθούν την Κίνα για 10 φορές». Ως προς τα ζητήματα κράτησης, καταγράφει στην σελίδα 15 της Έκθεσης ότι, αν όργανο δημόσιας ασφάλειας κρίνει, δυνάμει του άρθρου 91 της Ποινικής Δικονομίας ότι πρέπει να συλλάβει ύποπτο, υποβάλλει στον Λαϊκό Εισαγγελέα αίτημα για έλεγχο και έγκριση εντός 3 ημερών. Αυτή, υπό ειδικές συνθήκες μπορεί να παραταθεί κατά 1 μέχρι και 4 ημέρες. Αν η κράτηση αφορά πρόσωπο το οποίο έχει δράση σε όλη τη χώρα ή αφορά πρόσωπο το οποίο ανήκει σε συμμορίες, ο χρόνος μπορεί να παραταθεί μέχρι και 30 ημέρες. Η Εισαγγελία του Λαϊκού Δικαστηρίου έχει 7 μέρες από την λήψη του αιτήματος για να απαντήσει. Οι Κανονισμοί του Κέντρου Κράτησης, ως αυτοί εγκρίθηκαν το 2012, εγγυώνται τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα των κρατούμενων, οι οποίοι άμεσα ενημερώνονται για τα δικαιώματα τους, ως επίσης και οι οικογένειες τους για την σύλληψη τους. Ο Περί Δικηγόρων Νόμος του 2017, εγγυάται ότι οι κρατούμενοι θα έχουν πρόσβαση σε δικηγόρο της επιλογής τους, μετά την πρώτη ανάκριση τους. Περαιτέρω, ως ορίζει το άρθρο 39 της Ποινικής Δικονομίας: «Οι συνήγοροι υπεράσπισης μπορούν να συναντιόνται και να αλληλογραφούν με υπόπτους και κατηγορούμενους, άλλοι δε υπερασπιστές μπορούν επίσης να αλληλογραφούν και να συναντιόνται με υπόπτους και κατηγορούμενους, με την άδεια των Λαϊκών Δικαστηρίων και των Λαϊκών Εισαγγελιών». Από το 2014 οι ανακρίσεις σε ότι αφορά τις μεγάλες υποθέσεις βιντεογραφούνται, ενώ γίνεται προσπάθεια όπως η ηχογράφηση και βιντεογράφηση επεκταθούν και καλύψουν όλες τις ποινικές υποθέσεις. Τα κέντρα κράτησης και οι οργανισμοί των Φυλακών απαιτούν όπως όλο το προσωπικό λάβει εκπαίδευση για την επιβολή του νόμου και την απαγόρευση των βασανιστηρίων. Πέραν τούτων, οι επιστάτες των φυλακών ή φρουροί, τιμωρούνται με σοβαρές ποινές αν παραδείγματος χάριν κακοποιήσουν ή χτυπήσουν ή κακομεταχειριστούν έναν κρατούμενο, ή ακόμη χειρότερα, αν αυτός, πεθάνει. Στην ερώτηση κατά πόσον η Κίνα γνωρίζει τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του εκζητούμενου, ο ΜA4 απάντησε ότι το άρθρο 36 του Συντάγματος ορίζει ότι όλοι είναι ελεύθεροι όπως διατηρούν τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις, με το κράτος ταυτόχρονα να: «προστατεύει τις κανονικές θρησκευτικές δραστηριότητες». Το άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ότι όποιoς χρησιμοποιεί ή οργανώνει δεισιδαιμονικές αιρέσεις ή μυστικές εταιρείες για να υπονομεύσει την εφαρμογή των κρατικών νόμων και διοικητικών κανονισμών θα καταδικαστεί σε τρία ή επτά χρόνια φυλακή, ή σε χρηματική ποινή ή δήμευση περιουσίας, ενώ, αν οι περιστάσεις είναι ιδιαίτερα σοβαρές ο δράστης θα καταδικαστεί από επτά χρόνια μέχρι και ισόβια. «Επομένως», δηλώνει στην σελ. 24 της Έκθεσης του, «αν το άτομο που ζητείται η έκδοση πιστεύει μόνο σε μια συγκεκριμένη θρησκεία, και δεν διαπράξει τις εγκληματικές πράξεις που καταγράφονται στο άρθρο 300, ήτοι την υπονόμευση της εφαρμογής των εθνικών νόμων και διοικητικών κανονισμών ή την εξαπάτηση άλλων χρησιμοποιώντας δεισιδαιμονία ή απάτη περιουσίας, ή βιασμό ή σοβαρό τραυματισμό ή θάνατο, τότε ο ποινικός Νόμος δεν θα διερευνήσει την ποινική ευθύνη του προσώπου που αναζητείται για αυτό το έγκλημα». Στην ερώτηση κατά πόσον μέλη των συγκεκριμένων οργανώσεων εξαναγκάστηκαν σε εξαφάνιση, ή υποβλήθηκαν σε εξευτελιστική μεταχείριση σε «κέντρα κατάρτισης»/ «Rehabilitation Centers», o μάρτυρας απάντησε ότι αυτά δεν υπάρχουν πλέον στην χώρα, ενώ κανένα πρόσωπο δεν βασανίστηκε σε αυτά. Σκοπός τους ήταν πάντοτε όπως, ειδικά σε περιπτώσεις τρομοκρατίας ή εξτρεμισμού, βρεθεί η αιτία για τις πράξεις ούτως ώστε να ληφθούν ολοκληρωμένα μέτρα για την εξάλειψη του εδάφους αναπαραγωγής. Η εκπαίδευση και η κατάρτιση προωθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά παράλληλα σώζουν ανθρώπους που έχουν προβεί σε εγκληματικές ενέργειες και «έχουν πληγεί από τον θρησκευτικό εξτρεμισμό στον μέγιστο βαθμό». Στις σελίδες 25 και 26 της Έκθεσης του κάνει αναφορά σε δημοσιεύματα διαφόρων εφημερίδων του εξωτερικού, οι οποίες εξαίρουν τα αποτελέσματα αναμόρφωσης των κέντρων αυτών. Τα δημοσιεύματα δεν επισυνάπτονται στην Έκθεση. Τέλος, σε ότι αφορά το ζήτημα των διαβεβαιώσεων που δόθηκαν από την αιτούσα χώρα, και κατά πόσον αυτές μπορούν να εγγυηθούν την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του εκζητούμενου, ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτές βεβαίως και είναι βάσιμες, έγκυρες και αποτελούν διαβεβαιώσεις, ενώ αν το κράτος που εξετάζει το αίτημα έκδοσης ζητήσει την παροχή επιπλέον διαβεβαιώσεων αυτές μπορούν να παρασχεθούν μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών της χώρας, νοουμένου ότι οι εν λόγω δεσμεύσεις που ζητούνται δεν θα βλάψουν την κυριαρχία, την ασφάλεια και τα κοινωνικά δημόσια συμφέροντα της Κίνας. Οι διπλωματικές αναλήψεις δεσμεύσεων είναι νομικά δεσμευτικές για τα αρμόδια Δικαστικά όργανα εφόσον πραγματοποιηθούν. Δεν υπήρξε δήλωσε, ποτέ περίπτωση κατά την οποίαν οι διπλωματικές δεσμεύσεις της Κίνας μην έχουν εκπληρωθεί πλήρως μετά την ανάληψη των. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε με τον κ. Πελεκάνο ότι δυνάμει του Συντάγματος της ΛΔΚ (Κεφ. 1, άρθρο 1): « Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας είναι σοσιαλιστικό κράτος που διοικείται από τη δικτατορία των Λαϊκών Ανθρώπων», όμως, διευκρίνισε, όπως φαίνεται από το άρθρο 2 του Συντάγματος, το Σύνταγμα, ο Ποινικός Νόμος και οι ποινικές διαδικασίες αποφασίζονται από το Κογκρέσο και όχι από το Κουμμουνιστικό Κόμμα (εφεξής «το Κόμμα»), με το Κουμουνιστικό Κόμμα να είναι ένας δημοκρατικός θεσμός, αφού όλη η εξουσία στην Κίνα, απολήγει στους ανθρώπους. Το Κόμμα δεν επιτρέπει σε κανέναν να μην ακολουθεί τον Νόμο, όμως οι Νόμοι έχουν γίνει από το Κογκρέσο των Πολιτών και όχι από το Κόμμα. Εκείνοι που ερμηνεύουν τον Νόμο και το Σύνταγμα, σύμφωνα με τον μάρτυρα, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 67 του Συντάγματος δεν είναι οι Δικαστές, αλλά το Λαϊκό Κογκρέσο το οποίο έχει θεσπίσει αυτούς, με το τελευταίο να αποτελείται από ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων, τα οποία δεν είναι απαραίτητο όπως προέρχονται από τον νομικό κόσμο. Ο ίδιος ,ως εμπειρογνώμονας έχει προβεί στην σύνταξη δύο ποινικών Νομοθετημάτων στην χώρα του, με τίτλους «ο Υποβοηθητικός Νόμος του Ποινικού Δικαίου» και ο «Περί Φυγοδίκων Νόμος εις την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας». Στην υποβολή του κ. Πελεκάνου ότι, σε όλα τα Πανεπιστήμια υπάρχουν Επιτροπές του Κομουνιστικού Κόμματος, δυνάμει του άρθρου 39 του Περί Ανώτατης Εκπαίδευσης Νόμου, και ότι όλοι οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να τηρούν τις αρχές και την πολιτική αυτού, ο μάρτυρας συμφώνησε ότι τέτοιες επιτροπές υπάρχουν μεν, διαφωνώντας ταυτόχρονα ότι αυτές ελέγχουν το προσωπικό ή τους εκπαιδευτικούς. Ο ίδιος για παράδειγμα, ανέφερε, δεν χρειάστηκε την άδεια της επιτροπής αυτής για να έρθει ως εμπειρογνώμονας στην παρούσα υπόθεση. Συνέχισε ο συνήγορος ότι, δυνάμει του άρθρου 12
(2)του Περί Δικαστών Νόμου του 2019 οι Δικαστές οφείλουν πίστη και υποταγή στο Κόμμα, με τον μάρτυρα να απαντά ότι δυνάμει του άρθρου 13 Συντάγματος τα Δικαστήρια είναι ανεξάρτητα και κανένα άτομο ή οργανισμός δεν μπορεί να επέμβει σε αυτά. Δέχθηκε την θέση ότι δυνάμει του άρθρου 9 του Organic Law of the People's Courts 2018, το Ανώτατο Λαϊκό Δικαστήριο έχει υποχρέωση όπως δίνει αναφορά στο Λαϊκό Κογκρέσο και τα Τοπικά Λαϊκά Δικαστήρια στα Τοπικά Κογκρέσα αντίστοιχα, συμπληρώνοντας, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο εποπτεύεται από το Κογκρέσο, με τους Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εκλέγονται/ή να διορίζονται από αυτό. Αντίστοιχα, συμφώνησε ότι, δυνάμει των άρθρων 67
(4)και 67
(6)του Συντάγματος, το Standing Committee του Λαϊκού Εθνικού Κογκρέσου είναι αυτό που ερμηνεύει το Σύνταγμα και την εφαρμογή του, ενώ παράλληλα επιβλέπει και εποπτεύει, το Ανώτατο Δικαστήριο και την Γενική Εισαγγελία. Η ίδια σειρά ερωτήσεων ακολούθησε και σε ότι αφορά τους Εισαγγελείς, και την Αστυνομία, (αρ. 12
(2)του Περί Εισαγγελέων Νόμου και άρθρο 5 του Περί Αστυνομίας Νόμου), ήτοι, ότι κανένα όργανο ή αρχή του κράτος δεν είναι αμερόληπτα, αφού, όλοι οι αρμόδιοι φορείς οφείλουν δυνάμει των προαναφερθέντων προνοιών όπως δηλώνουν πίστη και υποταγή στο Κόμμα, με τον μάρτυρα να απαντά ότι δυνάμει του άρθρου 136 του Συντάγματος οι εισαγγελείς ενεργούν μόνοι τους, ανεξάρτητα. Συμφώνησε με τον κ. Πελεκάνο ότι αν ο οποιοδήποτε Δικαστής θεωρήσει ότι ενώπιον του έχει μια πολύ δύσκολη ή περίπλοκη υπόθεση, (αρ. 37 Organic Law of the People's Courts 2018) υπάρχει η δυνατότητα όπως θέσει γραπτώς ερωτήματα στην Δικαστική Επιτροπή, και να λάβει υπόψιν του τις απαντήσεις της. Στην ερώτηση του συνηγόρου: «γιατί σε όλους τους Νόμους που επακολούθησαν του Συντάγματος σας και ειδικά μετά το 2013 που ανέλαβε την εξουσία ο νυν πρόεδρος σας, υπήρξε η ανάγκη σε πάρα πολλούς και σημαντικούς νόμους να ενσωματωθεί στο προοίμιο η υποταγή και υποστήριξη προς το Κομμουνιστικό Κόμμα», ο μάρτυρας απάντησε: «..το Σύνταγμα το οποίο χρησιμοποιώ εδώ στο Δικαστήριο είναι της έκδοσης του
- Όλο το Σύνταγμα και οι αρχές του δεν έχει σημασία αν είναι του 2013, 2016 ή 2018 ή οτιδήποτε άλλο. Δεν ξέρω γιατί προσπαθείτε να διασυνδέσετε όλα αυτά τα άρθρα με τους κινέζους ηγέτες». Υπέδειξε ο κ. Πελεκάνος στον μάρτυρα το Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ημερομηνίας 16.9.21, Τεκμήριο προς Αναγνώριση Ζ. Έθεσε στον μάρτυρα ότι, σύμφωνα με το έγγραφο,: «H Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας αποτελεί ένα ενιαίο Kουμουνιστικό κράτος το οποίο κυβερνάται από το Κουμμουνιστικό Κόμμα το οποίο δεν συμμερίζεται τις δημοκρατικές αξίες, την ατομική ελευθερία, την ελευθερία του λόγου, και τη θρησκευτική ελευθερία» (σε ελεύθερη μετάφραση). Ο μάρτυρας απέρριψε την εισήγηση, δηλώνοντας ότι το περιεχόμενο του κειμένου αποτελεί μια πολιτική επίθεση στο σύστημα η οποία καμία σχέση δεν έχει με τα νομικά ζητήματα και τους Νόμους της χώρας. Συνέχισε αναφέροντας ότι, αν και μερικές Ευρωπαϊκές χώρες κριτικάρουν την Κινεζική πολιτική, διατηρούν μέχρι και σήμερα, καλές σχέσεις μαζί της σε ότι αφορά τις διαδικασίες φυγοδίκων, παραδίδοντας στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 14, λίστα υποθέσεων και αποφάσεων όπου υπήρξε επιτυχής παράδοση εκζητούμενων προσώπων στην Κίνα, από διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες μεταξύ των οποίων η Eλλάδα, η Ισπανία, η Ιταλία, η Γαλλία, η Αλβανία και η Πορτογαλία. Αντίγραφα των εν λόγω αποφάσεων δεν παραδόθηκαν στο Δικαστήριο. Από το 2014 έχουν επιστραφεί στην Κίνα δήλωσε, περί των 38 φυγάδων σε σχέση με οικονομικά εγκλήματα. Ειδικά στην παρούσα περίπτωση δήλωσε, όπου το έγκλημα είναι οικονομικής και όχι πολιτικής φύσης, δεν θα έπρεπε να υπάρχει κανένας λόγος επηρεασμού της μεταξύ των χωρών συνεργασίας. Ρωτήθηκε ο μάρτυρας ως εμπειρογνώμονας επί του Ποινικού Δικαίου, αλλά και των Νομοθεσιών Περί Φυγοδίκων, κατά πόσον γνωρίζει την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Τσεχίας ημερ. 2.4.20 σύμφωνα με την οποία το αίτημα της Κίνας για έκδοση απορρίφθηκε μεταξύ άλλων για το λόγο ότι το εκζητούμενο πρόσωπο ακολουθούσε το κίνημα του FLG. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι αν και δεν γνωρίζει την εν λόγω απόφαση κανένα άτομο στην Κίνα δεν θα καταδικαστεί απλά και μόνο επειδή ανήκει ή συμμετέχει στη συγκεκριμένη θρησκευτική ομάδα. Στην Κίνα η πιο πάνω οργάνωση δεν είναι εγγεγραμμένη και θεωρείται ως ένας παράνομος οργανισμός. Το άρθρο 300 του Ποινικού Κινεζικού Νόμου το μόνο που δηλώνει είναι ότι αν κάποιος χρησιμοποιήσει τον εν λόγω οργανισμό για να εμποδίσει το έργο του Κινεζικού Νόμου ή ως ασπίδα για να προβεί σε αδικήματα τότε είναι, μόνο, που ποινικοποιείται η συγκεκριμένη πράξη. Το Λαϊκό Κογκρέσο της Κίνας αποφάσισε όπως κηρύξει την οργάνωση ως παράνομη για προστασία των ατόμων. Θέση του κ. Πελεκάνου, με την οποίαν ο ΜΑ4 δεν διαφώνησε ήταν, ότι κατά την 30.10.99 στο 12ο Συνέδριο του «Standing Committee» αποφασίστηκε η κήρυξη και της παρούσας οργάνωσης ως «αιρετική και παράνομη». Δεν διαφώνησε με τη θέση του κ. Πελεκάνου ότι μέλη της FLG μπορεί στο παρελθόν να τέθηκαν υπό κράτηση σε κέντρα κράτησης που η Κυβέρνηση ονόμαζε ως «εκπαιδευτικά κέντρα», ενώ μοναδική επιθυμία της Κυβέρνησης ήταν όπως αυτά τα άτομα επιμορφωθούν, ούτως ώστε να μην προβούν εκ νέου, σε οποιεσδήποτε παράνομες πράξεις. Διαφώνησε ο μάρτυρας ότι όσοι εξασκούν το FLG υπόκεινται σε αυθαίρετη δίωξη, κράτηση, βασανιστήρια και θάνατο δηλώνοντας, ότι πολλοί που έχουν δραπετεύσει από την Κίνα προφασίζονται ότι είναι μέλη της εν λόγω οργάνωσης για να λάβουν προστασία από τις υπόλοιπες χώρες. Σήμερα στην Κίνα, δήλωσε, δεν υπάρχει κανένα τέτοιο αναμορφωτικό κέντρο, παραπέμποντας στην έκθεση του ως προς την ιστορία του οργανισμού δηλώνοντας ότι, ενώ αρχικά αυτός είχε ιδρυθεί με σκοπό την εκγύμναση του μυαλού και του νου, αυτός έγινε τόσο δημοφιλής, λαμβάνοντας τέτοιες διαστάσεις που κατέληξε να είναι μια ουσιαστικά συγκεκαλυμμένη οργάνωση μέσω της οποίας οι ηγέτες του, δρούσαν εγκληματικά. Στη θέση του κ. Πελεκάνου επί της έκθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ημερ. 16.9.21 (Τεκμήριο προς Αναγνώριση Ζ1), περί μαζικής και αυθαίρετης κράτησης μειονοτήτων και θρησκευτικών ομάδων σε θρησκευτικά κέντρα ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν αποδέχεται τις θέσεις αυτές, με το περιεχόμενο του κειμένου να αποτελεί μία επίθεση ενάντια στην πολιτική και στα εσωτερικά θέματα της Κινεζικής Κυβέρνησης το οποίο παραβιάζει την αρχή ότι η μια χώρα δεν πρέπει να επεμβαίνει στα εσωτερικά ζητήματα μίας άλλης. Ο κ. Πελεκάνος διάβασε στον ΜΑ4 απόσπασμα από την Απόφαση του Εφετείου της Πολωνίας ημερ. 4.3.21 σύμφωνα με την οποία: «οι διαβεβαιώσεις των Κινεζικών Αρχών ότι η Κινεζική πλευρά θα βοηθήσει τα μέλη του FLG όπως απαλλαγούν από το λατρευτικό πνεύμα δεν είναι πειστικές δεδομένου ότι το ποινικό τους σύστημα περιλαμβάνει ποινικές κυρώσεις για ομολογητές θρησκείας, διαλογισμό, ή κήρυκες ηθικής φιλοσοφίας χαρακτηρίζοντας τους ως επιβλαβείς δεισιδαίμονες, οι οποίοι θα μπορεί να θεωρηθούν ως θρησκευτικοί ή πνευματικοί ηγέτες κατά τον οποίο σύμφωνα με το κινεζικό δίκαιο επιτρέπεται ακόμα και η ισόβια κάθειρξη και δήμευση περιουσιακών στοιχείων» δεν έγιναν αποδεκτές αφού, «αυτές δεν είναι πειστικές και πρόκειται για μη επαληθεύσιμες δηλώσεις» Την εν λόγω απόφαση και το περιεχόμενο της, δεν ήθελε να σχολιάσει ο μάρτυρας. Κατατέθηκε στη διαδικασία ως Τεκμήριο 16 ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος του 2018 για να γίνει λόγος κατά πόσο δυνάμει των άρθρων 3, 82 και 91 μπορεί να υπάρξει παρατεταμένη κράτηση προσώπου χωρίς την έγκριση και/ή έλεγχο του Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας απάντησε ότι η κράτηση αυτή είναι νόμιμη και μπορεί να κρατήσει μέχρι και τους 5 μήνες και ο έλεγχος της ασκείται από την Εισαγγελία, ενώ δυνάμει του άρθρου 120, ο ύποπτος είναι υποχρεωμένος όπως απαντήσει στις ερωτήσεις των ανακριτών με ειλικρίνεια έχοντας το δικαίωμα άρνησης της ερώτησης αν αυτές δεν είναι σχετικές με την υπόθεση. Συμφώνησε επίσης ότι το δικαίωμα του υπόπτου για συνήγορο υπάρχει μετά που θα διεξαχθεί η πρώτη του ανάκριση. Σε ερωτήσεις του κ. Πελεκάνου ότι η υπόθεση του κ. M.C έχει καταστεί «πολιτικά ευαίσθητη», ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν θα εκφέρει καμία άποψη για την υπόθεση, με τον κ. Πελεκάνο να επιμένει ότι οι λόγοι που την καταστούν πολιτικά ευαίσθητοι είναι: (α) η εκστρατεία που έχει οργανώσει το Κουμμουνιστικό Κόμμα σε σχέση με τις εταιρείες «P2P», (β) γιατί ανήκει στο FLG, (γ) επειδή σε ό,τι αφορά τα οικονομικά αδικήματα η Κίνα έχει εκδώσει αριθμό ερυθρών αγγελιών επιστρατεύοντας διαφόρους μεθόδους πειθούς για την επιστροφή των εκζητουμένων, με την αποστολή πρακτόρων για να τους πείσουν να επιστρέψουν οικειοθελώς και (δ) ότι ο εκζητούμενος λόγω της δημοσιότητας που έχει η υπόθεση θα τον εξαναγκαστεί να προβεί σε τηλεοπτική παραδοχή στο κρατικό κανάλι. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι πριν την επιβολή οποιασδήποτε ποινής από το Δικαστήριο, κανένα μέσο ενημέρωσης δεν μπορεί να πει ότι είναι ένοχος, ότι αν ο εκζητούμενος επιστρέψει οικειοθελώς θα έχει επιείκεια από την Κυβέρνηση, ενώ η υπόθεση δεν έχει καμία σχέση με το άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα της Κίνας. Στη θέση του κ. Πελεκάνου ότι καμία διαβεβαίωση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας δεν μπορεί να εξασφαλίσει την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του εκζητούμενου, ο μάρτυρας απάντησε ότι η χρήση του άρθρου 50 του Περί Φυγοδίκων Νόμου της Κίνας του 2000 διαβεβαιώνει ότι δεν θα επιβληθεί η θανατική ποινή. Από το 2000 και κατά την πάροδο αυτών των 20 και πλέον ετών κανένα άτομο δεν έχει καταδικαστεί σε θάνατο ενώ οι διαβεβαιώσεις της Κινεζικής Κυβέρνησης σε σχέση με την θανατική ποινή έχουν πάρα πολύ καλή φήμη διεθνώς. Το εν λόγω νομοθέτημα (Περί Εκδοσης Φυγοδίκων), το οποίο συνέταξε ο ίδιος ο μάρτυρας ημερ. 28.12.20, κατατέθηκε στην διαδικασία ως Τεκμήριο
- H ΜΥ 1, Δρ. Ε.P είναι καθηγήτρια Νομικής στο Kings College of London και Ερευνήτρια τα τελευταία 15 χρόνια σε σχέση με την Κίνα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τον Νόμο. Κατέχει δίπλωμα στον Κινεζικό Νόμο το οποίο εκδόθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κίνας. Το Βιογραφικό της Σημείωμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 22 στην διαδικασία. Εργάστηκε ως Δικηγόρος για σύντομο διάστημα στην Γερμανία, ενώ το 2003 συμμετείχε σε Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα στο Πεκίνο με την ονομασία «ΕU-China Legal and Judicial Co-Operation Training Prοgramme for European Lawyers», παραμένοντας εκεί και διεξάγοντας έρευνες. Το 2007 εργάστηκε στο Νομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου του Hong Kong όπου μαζί με άλλους ίδρυσε το «Centre For Rights and Justice». Εκεί, έλαβε θέση Λέκτορα το έτος
- Έχει εκδώσει δύο βιβλία το 2014 και το 2018 με τίτλους, «China's HuM.Cn Rights Lawyers: Advocacy and Resistance» και «HuM.Cn Rights in China: A Social Practice in the Shadows of Authoritarianism», έχει επιμεληθεί και επεξεργαστεί δύο ακόμη βιβλία που αφορούν το Κινεζικό Δίκαιο, έχει δημοσιεύσει 23 άρθρα επί ζητημάτων που άπτονται των Κινεζικών Ποινικών Διαδικασιών, ενώ έχει επίσης γράψει αντίστοιχα κεφάλαια επί αυτών των ζητημάτων σε 15 διαφορετικά βιβλία. Υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της την Έκθεση εμπειρογνωμοσύνης σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, ως Τεκμήριο 23 η οποία ετοιμάστηκε από την ίδια με ακόμη δύο συνεργάτες της, επίσης μάρτυρες στην διαδικασία, με την έκθεση να συνοδεύεται από πλειάδα παραπομπών σε Νομικά Άρθρα, δημοσιεύσεις, και Εκθέσεις Ανεξάρτητων Φορέων. Αφού η ίδια και οι συνεργάτες της μελέτησαν την αίτηση έκδοσης που υποβλήθηκε στις Δικαστικές αρχές της Κύπρου, την προσωπική δήλωση του κ. Μα και την έκθεση εμπειρογνωμόνων εκ μέρους της Κίνας, καταλήγουν στο συμπέρασμα η υπόθεση του εκζητουμένου καθίσταται «πολιτικά ευαίσθητη» λόγω δύο κυρίως παραγόντων. Πρώτος παράγοντας η τρέχουσα ισχυρή εκστρατεία καταπολέμησης της δόλιας χρηματοδότησης και της χρηματοδότησης εταιρειών τύπου «P2P». Ο Δεύτερος παράγοντας είναι το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση συγκαταλέγεται ανάμεσα στο ευρύτερο πλαίσιο υποθέσεων της χώρας για τις οποίες ζητείται επίμονα η επιβολή του διεθνούς δικαίου και συνεργασίας με σκοπό την έκδοση προσώπων και την επιβολή ποινών. Το αδίκημα που αντιμετωπίζει ή για το οποίο διερευνάται ο κ. Μα είναι αυτό της δόλιας χρηματοδότησης ( Αρ.192 του Ποινικού Δικαίου ΛΔΚ) το οποίο φέρει φυλάκιση από τρία μέχρι επτά έτη ή αν το εμπλεκόμενο ποσό είναι τεράστιο (ως η παρούσα περίπτωση) ή αν υπάρχει άλλη σοβαρή περίσταση, θα καταδικάζεται σε φυλάκιση τουλάχιστον επτά ετών ή σε ισόβια κάθειρξη και πρόστιμο ή κατάσχεση περιουσίας. Σύμφωνα με την Ερμηνεία του Ανωτάτου Λαϊκού Δικαστηρίου ως προς την εφαρμογή του Νόμου, ποσό πέραν των 5 εκατομμυρίων Γιουάν θεωρείται «εξαιρετικά τεράστιο ποσό». [2] Δεν παραγνωρίζεται ότι στην προσωπική του δήλωση ο εκζητούμενος είχε αναφέρει ότι η ίδρυση της εταιρείας Zhuoxin Wealth (Beijin) Investment M.Cnagement Limited Company έλαβε χώρα «έχοντας υπόψη την κρατική στήριξη για την ανάπτυξη της Βιομηχανίας P2P», η οποία ξαφνικά εξέλιπε, όταν το κράτος αποφάσισε όπως για καλύτερο έλεγχο του τραπεζικού συστήματος εφαρμόσει ελέγχους που αφορούν στην καταπολέμηση της διομότιμης χρηματοδότησης. Σύμφωνα με τον εκζητούμενο, η απότομη αλλαγή στα πολιτικά δρώμενα οδήγησε τους επενδυτές όπως «πανικοβηληθούν και ζητούν την προκαταβολική εξόφληση των κονδυλίων». Αυτή η εκστρατεία ασκεί πίεση στις αρχές για εξασφάλιση επιτυχημένων υποθέσεων επιβολής του Νόμου, και το προπαγανδιστικό αυτό υπόβαθρο καθιστά τέτοιες υποθέσεις, εγγενώς πολιτικά ευαίσθητες. Τα πιο πάνω γεγονότα, οξύνονται όταν αναλογιστεί κανείς την παντελή έλλειψη διαχωρισμού των εξουσιών, ενώ επηρεάζει άμεσα το έργο όλων των εμπλεκόμενων φορέων του Δικαστικού Συστήματος. Ο Νόμος Περί Δικαστών της ΛΔΚ, αναφέρει ότι οι Δικαστές πρέπει να στηρίζουν την «ηγεσία του Κουμμουνιστικού Κόμματος της Κίνας και το Σοσιαλιστικό Σύστημα», ενώ η απόρριψη το 2018, της «εσφαλμένης επιρροής από τη Δύση»: «Συνταγματική Δημοκρατία, Διαχωρισμός Εξουσιών και Ανεξαρτησία του Δικαστικού Σώματος» ως εκφράστηκε από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Λαϊκού Δικαστηρίου,[3] επιβεβαιώνει τον εξαναγκασμό όπως υπάρχει πλήρης σύμπνοια μεταξύ των στόχων του κόμματος και της επιβολής του Νόμου. Αναμένεται δηλαδή ότι, τα νομικά και Δικαστικά αποτελέσματα θα ταυτίζονται με τις πολιτικές προσταγές, ενώ, δεν έχουν εκλείψει οι εκκλήσεις της Ύπατης Αρμοστείας για Ανθρώπινα Δικαιώματα [4] ενώπιον του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ όπως: «(α) διασφαλιστεί ο σεβασμός των δικαιωμάτων όλων των κρατούμενων, σύμφωνα με τα σχετικά μέσα του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα, (β) ακυρωθούν οι διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου που επιτρέπουν την de facto κράτηση σε απομόνωση σε καθορισμένο χώρο, (γ) διασφαλιστεί η ανεξαρτησία της Δικαστικής αρχής, της δίκαιης δίκης και πρόσβασης σε νομική συμβουλή, (δ) διασφαλιστεί η απελευθέρωση όλων των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικηγόρων, και η αποφυγή της δίωξής όσων ασκούν τα δικαιώματα τους ή υπερασπίζονται τα δικαιώματα άλλων». Οι πιο πάνω εκκλήσεις δε, γίνονται κατά την ΜΥ1 γιατί, μπορεί μεν η Κίνα να έχει υπογράψει και επικυρώσει αρκετές διεθνείς συμβάσεις και συνθήκες ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όμως δεν αποτυπώνονται ξεκάθαρα στο Κινεζικό Νομικό σύστημα, ενώ στην πράξη σπάνια εφαρμόζονται από τα Δικαστήρια[5] αφού, για να είναι εφαρμόσιμα, αυτά πρέπει να είναι ενταγμένα στην εθνική Νομοθεσία της χώρας. Υπάρχει σοβαρή περίπτωση όπως, σε περίπτωση έκδοσης του Μ.C υπάρξει παραβίαση των άρθρων 3 και 6 της ΕΣΔΑ (απαγόρευση βασανιστηρίων- δίκαιη δίκη). Μελέτες της ίδιας, αλλά και άλλων εμπειρογνωμόνων και ακαδημαϊκών ως αυτές θα καταγραφούν κατωτέρω, φανερώνουν ότι η αντίληψη της Κινεζικής Κυβέρνησης ως προς τι συνιστά δίκαιη δίκη διαφέρει από τα διεθνή πρότυπα δικαιοσύνης, με τον Νομικό Ποινικό Κώδικα της ΛΔΚ να μην διασφαλίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις της δίκαιης δικής, ενώ οι θεσμικές ρυθμίσεις δεν είναι σχεδιασμένες για την επίτευξη δίκαιης δίκης υπό την έννοια των προτύπων του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (εφεξής «ΔΣΑΠΔ»). Στην παρούσα υπόθεση οι κίνδυνοι παραβίασης των πιο πάνω αρχών υπάρχουν σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Εδώ ο ΜC δεν έχει ακόμη μεταφερθεί στην Εισαγγελία για ποινική δίωξη, αφού δεν έχουν ολοκληρωθεί οι έρευνες. Στην Κίνα, τα Δικαστήρια δεν εμπλέκονται στις προδικαστικές διαδικασίες, οι οποίες τυγχάνουν χειρισμού από την αστυνομία. Όταν η υπόθεση ξεκινήσει, ο ύποπτος ενδέχεται να τεθεί υπό ποινική κράτηση κατά την διακριτική ευχέρεια της διερευνητικής αρχής και/ή μπορεί να συλληφθεί. Στο στάδιο αυτό δεν υπάρχει το δικαίωμα της σιωπής, ενώ υπάρχει περιορισμένη πρόσβαση σε νομική συμβουλή, βρισκόμενος πάντοτε στο έλεος των κρατικών αρχών. Η υπόθεση θα εισέλθει στο στάδιο άσκησης ποινικής δίωξης αν οι ερευνητικές αρχές φτάσουν στο αποδεικτικό πρότυπο που απαιτείται για το κλείσιμο της διερεύνησης ήτοι αυτού των «ξεκάθαρων γεγονότων, και αξιόπιστων και επαρκών αποδεικτικών στοιχείων» [6]. Οι αρχές έχουν τα εργαλεία για να διασφαλίσουν ότι έχουν φτάσει το σχετικό πρότυπο αφού, κατά την διάρκεια των ανακρίσεων, ο κατηγορούμενος οφείλει δια νόμου (άρθρο 120
(1)ΠΔ) όπως προβεί σε αληθείς δηλώσεις και μπορεί να επιλέξει μόνο, όπως αρνηθεί να απαντήσει σε ερωτήσεις που είναι άσχετες με την υπόθεση του. Το ποιες ερωτήσεις όμως μπορούν να θεωρηθούν ως μη σχετικές, δεν ειδικεύονται στον Νόμο, με αποτέλεσμα το θεώρημα του κατά πόσον ο ύποπτος έχει απαντήσει ειλικρινά ή όχι, να παραμένει στα χέρια των αρχών. Δίδεται κατά την μάρτυρα μεγάλη έμφαση στον πρόωρο καθορισμό πραγματικής ενοχής, εξ' ου και εξηγούνται τα μεγάλα ποσοστά καταδίκης (99.94%)[7] αφού όταν οι υποθέσεις φτάσουν στο στάδιο της δίκης θεωρούνται ότι πληρούν τα αποδεικτικά πρότυπα ξεκάθαρων γεγονότων, και αξιόπιστων αποδεικτικών στοιχείων. Ο κ. ΜC δεν θα έχει το δικαίωμα του τεκμηρίου της αθωότητας όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 6
(2)της ΕΣΔΑ ή του άρθρου 14 του ΔΣΑΠΔ αφού σύμφωνα με τα έγγραφα έκδοσης, η υπόθεση δεν έχει μεταφερθεί στα εισαγγελικά όργανα για άσκηση ποινικής δίωξής, με την έρευνα να είναι ακόμη σε εξέλιξη. Η απουσία του τεκμηρίου συνιστά κίνδυνο προκατάληψης στη δίκη, ήτοι ακόμη ένας λόγος για άρνηση έκδοσης του. Ο κ. ΜC θα έχει, αν του δοθεί η δυνατότητα, ευκαιρία να συμβουλευθεί δικηγόρο μετά μόνο την πρώτη του ανάκριση, με τα όργανα δημόσιας ασφάλειας να διατηρούν την εξουσία όπως επιβάλουν ποινική κράτηση μέχρι και 37 ημερών χωρίς να έχει προηγηθεί καμία Δικαστική επίβλεψη[8], ενώ δεν θα διατηρεί το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης. Η Επιτροπή κατά των Βασανιστηρίων έχει προτρέψει την Κίνα όπως μειώσει την μέγιστη αυτή περίοδο κράτησης και διασφαλίσει όπως οι κρατούμενοι προσάγονται ενώπιον Δικαστή εντός χρόνου που συμβαδίζει με τα διεθνή πρότυπα[9], αφού δεν υπάρχει Δικαστική εντολή σύλληψης από Δικαστήριο στην Κίνα. Με βάση το Διεθνές Δίκαιο[10] οι Εισαγγελείς δεν θεωρούνται κατάλληλοι για να αποφασίζουν ως προς την προσωρινή κράτηση αφού σύμφωνα με την Επιτροπή των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, το ζήτημα οφείλει όπως: «περικλείεται στην ίδια την άσκηση της Δικαστικής εξουσίας, αρχή η οποία είναι ανεξάρτητη, αντικειμενική και αμερόληπτη ως προς τα θέματα που αντιμετωπίζονται». Στην περίπτωση της Κίνας, η ομάδα εργασίας για αυθαίρετες κρατήσεις αμφισβήτησε κατά πόσον: «η ιδιότητα των εισαγγελέων όπως διέπεται από την κινεζική νομοθεσία πληρεί την προϋπόθεση της ανεξαρτησίας του εξουσιοδοτημένου λειτουργού να ασκεί δικαστική εργασία κατά την έννοια του άρθρου 9
(3)του ΔΣΑΠΔ».[11] Η αποφυλάκιση με εγγύηση σπάνια εφαρμόζεται ως έχουν δείξει εμπειρικές έρευνες [12] ενώ αν εφαρμοστεί θα εφαρμοστεί σε εξαιρετικά λίγες περιπτώσεις όταν υπερβαίνονται οι δεσμευτικές προθεσμίες των καταναγκαστικών μέτρων προσωρινής κράτησης (Άρθρο 67 του ΝΠΔ), ενώ ο ύποπτος ή κατηγορούμενος ή νομικός εκπρόσωπος ή συγγενής μπορούν να αποταθούν για αποφυλάκιση με εγγύηση (άρθρο 97 ΝΠΔ). Με δεομένη την φύση των κατηγοριών και την πιθανότητα όπως ο εκζητούμενος βρεθεί αντιμέτωπος με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, είναι απίθανο όπως του εξασφαλιστεί αποφυλάκιση με εγγύηση, ενώ σίγουρα δεν θα παραβλεφθεί το γεγονός ότι ο ύποπτος αντιστάθηκε στο αίτημα έκδοσης του. Όλα τα πιο πάνω, εντείνονται μέσω της παραδοχής του κ.ΜC ότι εξασκεί το FLG, παραδοχή στην οποία έχει προβεί μέσω του νομικού του συμβούλου στην διαδικασία. Το FLG περιλαμβάνεται στον κατάλογο των «ετερόδοξων διδασκαλιών» ή «δόγματα του κακού», ενώ το να το χρησιμοποιεί κανείς για να «υπονομεύσει την επιβολή οποιουδήποτε νόμου» επισύρει ποινή φυλάκισης από τρία μέχρι επτά έτη, ενώ αν οι συνθήκες είναι ιδιαίτερα σοβαρές, όπως εδώ, με φυλάκιση πέραν των επτά ετών. Ως μέλος του FG, ο ΜC αντιμετωπίζει τον κίνδυνο εξωνομικής/ ποινικής δίωξης αφού η καταστολή κατά των μελών της εν λόγω θρησκευτικής ομάδας, έχει χαρακτηριστεί ως: «η χειρότερη περίπτωση θρησκευτικής δίωξης από την Πολιτιστική Επανάσταση»[13], με την Κίνα να απορρίπτει την πιθανότητα επίσκεψης του Ειδικού Εισηγητή του ΟΗΕ για θέματα Ελευθερίας της Θρησκείας. Mόνο το 2021 έχουν καταγγελθεί από την Ομάδα Εργασίας του Ο.Η.Ε πενήντα δύο
(52)υποθέσεις βίαιης και ακούσιας εξαφάνισης τέτοιων μελών, με την ομάδα του Ο.Η.Ε να διαβιβάζει αίτημα για επίσκεψη της χώρας από το 2013, χωρίς όμως καμία θετική απάντηση.[14] Το κριτήριο περί «υπονόμευσης της επιβολής του νόμου» που θέτει το άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα χρησιμεύει ως ένας μηχανισμός που λόγω του εξαιρετικά ασαφούς χαρακτήρα του, δεν περιορίζει αποτελεσματικά τα πρόσωπα που μπορεί να αποτελέσουν στόχο. Τίποτα ουσιαστικά, δήλωσε η μάρτυρας, δεν μπορεί να σταματήσει τις αρχές από το να θεωρήσουν ότι η δράση του εκζητουμένου ήταν συγκεκαλλυμένη ή ότι χρησιμοποίησε την άσκηση των θρησκευτικών του πεποιθήσεων για να διαπράξει τα κατ΄ισχυρισμόν αδικήματα. Αποτελεί περαιτέρω θέση της μάρτυρος ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα όπως ο κ. ΜC υποστεί βασανιστήρια με την επιστροφή του στην Κίνα, με αυτά να είναι ευρέως διαδεδομένα, και να λαμβάνουν χώρα στην πράξη, παρά την απαγόρευση τους στο άρθρο 52 του ΝΠΔ. Η χρήση βασανιστηρίων για απόσπαση ομολογιών ή απόκτηση αποδεικτικών στοιχείων απαγορεύεται, όμως, υπάρχει κενό στην Νομοθεσία σε ότι αφορά τον ορισμό των βασανιστηρίων, ή τον ψυχικό βασανισμό, ή τα βασανιστήρια τα οποία δεν αφήνουν σημάδια, γνωστά και ως «λευκά βασανιστήρια». Το εν λόγω κενό, στην Νομοθεσία της Κίνας, αποτελεί παράβαση του άρθρου 1 της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων [15]. Δεν μπορεί, δήλωσε η μάρτυρας σε καμία περίπτωση να αποκλεισθεί ο βασανισμός του εκζητούμενου με σκοπό την απόσπαση ομολογίας, ως γίνεται συνήθως στα στάδια της ποινικής έρευνας, με την πίεση στα όργανα της τάξης για εξιχνίαση και διαλεύκανση των οικονομικών εγκλημάτων να είναι τεράστια. Η Κινεζική Ρυθμιστική Αρχή ήρθε αντιμέτωπη με το δίλημμα μεταξύ της θέσπισης: «σταδιακών μέτρων που διατηρούν ανοικτές τις στρόφιγγές πίστωσης» και της «καταστολής που μειώνει τον μακροχρόνιο κίνδυνο εις βάρος των αποτυχημένων επενδύσεων και της οργής των επενδυτών προς τον υπερβάλλοντα ζήλο των ρυθμιστικών αρχών»[16]. Δεδομένης δε της θέσης του κ. Μα ότι ο ίδιος έχει στο παρελθόν υπάρξει θύμα «λευκών βασανιστηρίων» στην χώρα του, η πιθανότητα αυτή, αυξάνεται με την επιστροφή του, κατακόρυφα. Δήλωσε τέλος, η ΜΥ1 ότι «ενώ σε όλα τα νομικά συστήματα, το δίκαιο και η σταθερότητα θεωρούνται στενά συνδεδεμένα, αν όχι αλληλεξαρτώμενα, η φύση του πολιτικού συστήματος της Κίνας εξαναγκάζει τα νομικά και δικαστικά ιδρύματα σε δευτερεύοντα ρόλο, υποτακτικό στους στόχους του κόμματος» (σελ.10 Έκθεσης- Ελληνική μετάφραση). Η μάρτυρας αντεξετάστηκε εκτενώς από την κα. Δρυμιώτου. Αποτέλεσε θέση της κας. Δρυμιώτου ότι πλείστες άλλες χώρες, Ευρωπαϊκές και μη, συνεχίζουν μέχρι πρόσφατα (2019,) να στέλνουν εκζητούμενους στην Κίνα, ειδικά σε υποθέσεις που αφορούν οικονομικά αδικήματα, με την μάρτυρα να απαντά ότι ορθότερο θα ήταν όπως προτού τύχουν συζήτησης οι εν λόγω υποθέσεις εξεταστεί η Συμφωνία που τηρούν αυτές οι χώρες με την Κίνα, ενώ έκαστη υπόθεση πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά. Σημειώνεται ότι παραδείγματα τέτοιων υποθέσεων, δεν υποδείχθηκαν στην μάρτυρα. Συμφώνησε με την συνήγορο ότι μαρτυρία ή ομολογία η οποία λήφθηκε κατόπιν βασανιστηρίων απαγορεύεται, τονίζοντας όμως ότι η μέθοδος των βασανιστηρίων έχει αλλάξει άρδην, με τα λευκά βασανιστήρια να είναι πλέον ευρέως διαδεδομένα και τους κατηγορούμενους συχνά να αδυνατούν να αποδείξουν πώς, αφού δεν υπάρχουν σημάδια, βασανίστηκαν, ούτως ώστε να αποκλειστεί η παρανόμως ληφθείσα μαρτυρία ή ομολογία τους. Συμφώνησε ότι το άρθρο 36 του Συντάγματος προστατεύει την θρησκευτική ελευθερία, όμως, το ίδιο το άρθρο δηλώνει ότι προστατεύει τις «κανονικές θρησκευτικές πεποιθήσεις», με τον αριθμό των αναγνωρισμένων θρησκειών να είναι περιορισμένος, το δε FLG περιλαμβάνεται στον κατάλογο των «ετερόδοξων διδασκαλιών» ή αλλιώς «δόγματα του κακού (xie jiao)». Απάντησε ερωτηθείσα επί του άρθρου 5 του Συντάγματος της Κίνας (Τεκμήριο 26), ότι η «αρχή της νομιμότητας», δεν εφαρμόζεται στην πράξη, αφού σε αυτήν δεν υπάγεται το Κόμμα, εξ'ου και η λέξη «δικτατορία» στο άρθρο 1 του Συντάγματος. Συνεπώς, δήλωσε η ΜΥ1, οι πολίτες δεν μπορούν να βασιστούν στην προστασία του κράτους για την δική τους προστασία, έναντι του Νόμου. Αμφισβητήθηκε έντονα από την κα. Δρυμιώτου το εύρος των μελετών της μάρτυρος, το φάσμα και η επιλογή των ατόμων από τα οποία έλαβε συνέντευξη, επί των οποίων βάσισε τις εμπειρικές της μελέτες, οι οποίες οδήγησαν με την σειρά τους στην έκδοση αριθμού βιβλιογραφίας, με την μάρτυρας να απαντά ότι μέχρι και το 2019 λάμβανε συνεντεύξεις από δικηγόρους υπεράσπισης, πολίτες, υπόπτους και κατηγορούμενους αφού, «οι μελέτες ποτέ δεν σταματούν», με τις έρευνες και συνεντεύξεις να λαμβάνουν πάντοτε χώρα στην Κίνα, ενώ ως προς το κατά πόσο ακολουθούσε μια μέθοδο επαλήθευσης των όσων της αναφέραν τα πρόσωπα αυτά, η μάρτυρας απάντησε ότι αυτό είναι ιδιαιτέρως δύσκολο, πλην όμως υπήρξαν περιπτώσεις όπου δικηγόροι υπεράσπισης μοιράστηκαν μαζί της εμπιστευτικά έγγραφα, αλληλογραφία, βίντεο και επιστολές που έστειλαν στα αρμόδια Δικαστήρια καταγγέλλοντας ότι οι πελάτες τους υπέστησαν βασανιστήρια προ της δίκης. Η διερεύνηση και έρευνα της δήλωσε, δεν βασίζεται μόνο πάνω σε δικά της συμπεράσματα, αλλά επιβεβαιώνεται μέσω αριθμού άλλων ερευνών, οι οποίες καταγράφονται στην Έκθεση της και στις οποίες παρέπεμψε.. Ερωτηθείσα αν η επιλογή του πολιτεύματος ενός κράτους μπορεί ή οφείλει να αποτελέσει πρόσκομμα στην εφαρμογή διεθνών συμφωνιών, η μάρτυρας απάντησε ότι η φύση του νομικού πολιτικού συστήματος είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το κατά πόσον μια έκδοση μπορεί να εφαρμοστεί, με νόμιμο τρόπο. Παρά το γεγονός δήλωσε, ότι υπάρχει το Λαϊκό Κογκρέσο και οι εκλογές, οι νόμοι και οι τροποποιήσεις των, είναι ήδη προαποφασισμένες ουσιαστικά από το Κόμμα, και έτσι δεν υπάρχει καμία διαφάνεια. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει διάκριση των εξουσιών, επηρεάζει άμεσα το τι σημαίνει «κράτος δικαίου», στην πράξη. Τόνισε εκ νέου η μάρτυς ότι η έλλειψη Δικαστικής ανεξαρτησίας, είναι ηχηρή, ιδιαίτερα σε σοβαρές υποθέσεις αφού, οι Δικαστές όχι μόνο οφείλουν να δηλώνουν υποταγή στο Κόμμα αλλά, και να οδηγούν τις αποφάσεις τους δυνάμει της βούλησης της Κυβέρνησης. Αυτό, δεν αποτελεί ως ανέφερε, μόνο δική της διαπίστωση αλλά, και όλων των Οργανισμών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, των Παγκόσμιών Δικαστικών Δεικτών των Ηνωμένων Εθνών και άλλων. Ακολούθησε σειρά ερωτήσεων, με την συνήγορο της Δημοκρατίας να υποβάλλει στην μάρτυρα ότι λανθασμένα έχει ερμηνεύσει και/ή έχει επιλέξει όπως ερμηνεύσει διάφορα άρθρα των Νόμων της ΛΔΚ, με την μάρτυρα να απαντά ότι καμία παρερμηνεία δεν έχει γίνει επί οποιουδήποτε άρθρου, τονίζοντας ότι η πρακτική που ακολουθείται στη ΛΚΔ από τα πρώιμα στάδια μιας καταγγελίας, ήτοι από το στάδιο της διερεύνησης μέχρι και το στάδιο της έφεσης, όχι μόνο πάσχουν, αλλά απέχουν άρδην από την πραγματικότητα, πραγματικότητα η οποία, ως το έθεσε, επιβεβαιώνεται μέσο τουλάχιστον 119 άλλων άρθρων και εκθέσεων, το περιεχόμενο των οποίων όχι μόνο επιβεβαιώνουν τα ευρήματα της, αλλά, καταγράφονται και στην Έκθεση της. O ΜΥ2, Δρ. M.Β, έδωσε μαρτυρία σε σχέση με το ελλιπές των διαβεβαιώσεων που παρουσίασε η αιτούσα χώρα. Ο ΜΥ2, κατέθεσε το βιογραφικό του σημείωμα ως Τεκμήριο 40. Από το 2019 έχει αποκτήσει την θέση του Senior Lecturer (Αssociate Professor) στο Πανεπιστήμιο Queen M.Cry στο Λονδίνο, ενώ από το 2017 μέχρι και σήμερα κατέχει την θέση του Επισκέπτη Καθηγητή στα Πανεπιστήμια Paris 1 Pantheon-Sorbone και Beijing NorM.Cl University. To 2014 έχει τιμηθεί, λαμβάνοντας το «Scientific Prize Gustave Boel- Sofina Fellowship» από το King Baudouin Foundation ενώ, έχει γνωμοδοτήσει επί Κινεζικο - Ευρωπαικών ζητημάτων κατόπιν οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρώπης, του Υπουργικού Γραφείου του Ηνωμένου Βασιλείου και του Βελγικού Υπουργείου Δικαιοσύνης. Το 2018 του απονεμήθηκε το βραβείο «Jean Monnet Network on EU-China Legal and Judicial Cooperation (EUPLANT), ενώ έχει εκδώσει δύο
(2)βιβλία, με τίτλους, «ΕU-China Strategic Partnership and the Rule of Law: Shaping the Future of the International Legal Order» και «Chinese Perspectives on the International Rule of Law: Law and Politics in the One-Party State» το 2018. Έχει συνυπογράψει είκοσι
(20)άρθρα επί κοινονικοοικονομικών ζητημάτων που αφορούν την αιτούσα χώρα, ενώ έχει γράψει κεφάλαια σε οκτώ
(8)διαφορετικά βιβλία που αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Κίνα, τον «κανόνα δικαίου-rule of law» και τις Κινεζο-Ευρωπαικές σχέσεις. Ο ίδιος έχει συνυπογράψει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 23 μαζί με την ΜΥ1 και την ΜΥ3, (η μαρτυρία της θα ακολουθήσει). Αποτελεί θέση του ως εμπειρογνώμονας ότι, δεδομένων των συστηματικών ζητημάτων που αφορούν το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα στην αιτούσα χώρα, καμία διασφάλιση δεν θα μπορούσε να αποτελέσει δραστικό εργαλείο προστασίας και να εγγυηθεί την τήρηση των Ευρωπαϊκών και διεθνών προτύπων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αποτελεί θέση του η έλλειψη διαχωρισμού του Κόμματος και του Κράτους, η έλλειψη ουσιαστικής αμεροληψίας του Δικαστικού σώματος, η απόρριψη από το ίδιο το κράτος μερικών, εκ των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και ο ευαίσθητος χαρακτήρας της παρούσας, αποτελούν πραγματικότητες οι οποίες δεν μπορούν να διασκεδασθούν μέσω των συγκεκριμένων διπλωματικών εγγυήσεων. Στην Έκθεση του, Τεκμήριο 24 (Μετάφραση στην Ελληνική), αναλύει έκαστην πρόταση του Τεκμηρίου 19, παραπέμποντας ταυτοχρόνως το Δικαστήριο όχι μόνο σε παραδείγματα άλλων χωρών, αλλά και σε Νομολογία άλλων Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων επί του ζητήματος των διαβεβαιώσεων. Η ΛΔΚ ισχυρίζεται, δήλωσε ο ΜΥ2 ότι, ο MC δεν αναζητείται για «πολιτικό αδίκημα», ως άλλωστε αποτελεί προϋπόθεση, στο άρθρο 3(α) του Νόμου 12/2019[17]. Ωστόσο, αναφέρει ο μάρτυρας, έχοντας υπόψη το Κινεζικό πολιτικό και νομικό σύστημα, πάντοτε υπάρχει μια πολιτική διάσταση σε ότι αφορά υποθέσεις υποτιθέμενων οικονομικών εγκλημάτων, και αυτό γιατί, στην ΛΔΚ λειτουργεί ένα σύστημα Κρατικού Καπιταλισμού. Δηλαδή, το Κόμμα /Κράτος αναμένεται να διοικεί όλες τις οικονομικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων και των εταιρειών του εκζητούμενου. Δεν λογίζεται συνεπώς όπως το αίτημα μην εξεταστεί υπό το πρίσμα του πολιτικού συστήματος της αιτούσας χώρας. Ενώ οι αρχές δεν προσδίδουν (φανερά), το οποιοδήποτε πολιτικό κίνητρο στο κατ΄ισχυρισμό αδίκημα, οι περιστάσεις της υπόθεσης υποδεικνύουν ξεκάθαρα μια ανησυχητική πολιτική διάσταση, με την υπόθεση να οφείλει να χαρακτηριστεί ως «πολιτικά ευαίσθητη». Οι παράγοντες που συνεισφέρουν στην πολιτική ευαισθησία της υπόθεσης αυτής περιλαμβάνουν το γεγονός ότι το αίτημα έκδοσης στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί μέρος της: «παγκόσμιας εκστρατείας της Κίνας για επιβολή του νόμου»[18] μιας πολιτικής εκστρατείας στενά συνδεδεμένης με την φήμη της κεντρικής κυβέρνησης, και του προέδρου ΣΙ Τζινπίνγκ. Ως μέρος της εκστρατείας αυτής, η Κίνα χρησιμοποιεί διαφορετικά μέτρα και στρατηγικές για τον επαναπατρισμό εικαζόμενων φυγόδικων, ενίοτε μέσω της πειθούς για επιστροφή, της απέλασης από το κράτος υποδοχής και ενίοτε μέσω εκδόσεων. Επιπρόσθετα, το έγκλημα που υποτίθεται ότι διέπραξε ο κος Μα αποτελεί επίσης το επίκεντρο της συνεχιζόμενης εκστρατείας για καταπολέμηση της δόλιας άντλησης κεφαλαίων και της χρηματοδότησης Ρ2Ρ[19]. Τέλος, κατά την εκτίμηση του ΜΥ2, ο υψηλός αριθμός υποτιθέμενων εναγόντων στην υπόθεση αυτή - και, συνεπώς, των συμβαλλόμενων μερών με καλές διασυνδέσεις και με συμφέρον στην επιτυχή έκδοση - ενισχύει την πίεση που ασκείται στις αρχές δημόσιας ασφάλειας, τις Δικαστικές και τις κρατικές (κομματικές) αρχές για απόδοση δικαιοσύνης, δηλαδή για επιτυχή καταδίκη και επιβολή ποινής. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν έντονες αποδοκιμασίες και κατηγορίες, κάτι το οποίο οι αρχές θα θεωρούσαν επιζήμιο για την πολιτική σταθερότητα. Παρέπεμψε επί του σημείου στην Απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Τσεχικής Δημοκρατίας του 2020, όπου κρίθηκε ότι οι διπλωματικές διασφαλίσεις που υποβλήθηκαν από την ΛΔΚ ως προς την μη επιβολή της θανατικής ποινής, το δικαίωμα απόλυσης υπό όρους, και την αρχή της ειδικότητας, δεν απέκλειαν εντελώς το κίνδυνο κακομεταχείρισης. Το Δικαστήριο εκεί, αναφέρθηκε στην προϋπόθεση: «συνεχούς επαγρύπνησης και εποπτείας από αρμόδιο και ανεξάρτητο προσωπικό» όσον αφορά στον έλεγχο διπλωματικών διασφαλίσεων ως προς τα βασανιστήρια και την κακομεταχείριση. Επ' αυτού το Δικαστήριο εξέφρασε ανησυχίες για το γεγονός ότι η ΛΔΚ δεν διαβεβαίωσε το κράτος στο οποίο απευθυνόταν η αίτηση ότι θα διευθετούνταν προξενικές επισκέψεις χωρίς την παρουσία τρίτων. Το Δικαστήριο κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι το γεγονός και μόνο ότι η Κίνα δεν είχε εμπειρία συμμόρφωσης προς τις εγγυήσεις που παρείχε, σήμαινε ότι ήταν προτιμότερο: «να ήταν πιο προσεκτικοί παρά να αποδεχθούν τις εγγυήσεις αδιαμφισβήτητα, ιδιαίτερα καθώς περαιτέρω εκθέσεις αποκαλύπτουν διάφορες περιπτώσεις παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».[20] Παρά την διακήρυξη ότι κ. ΜC δεν διώκεται για θρησκευτικούς λόγους, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο, όπως ο ίδιος αντιμετωπίσει επιπρόσθετες κατηγορίες για τους δεσμούς του με το FLG, ως ο ίδιος παραδέχθηκε στην προσωπική του δήλωση, αλλά και μέσω του κ. Πελεκάνου, κατά την ακροαματική διαδικασία. H παραδοχή του αυτή, το μόνο που καταφέρνει είναι να ενισχύει τον πολιτικό χαρακτήρα των «κοινότυπων» κατά τα άλλα, κατηγοριών εναντίον του, αφού ως γνωστόν: «οι υποστηρικτές του FLG σε όλη την Κίνα υπόκεινται σε ευρεία επιτήρηση, αυθαίρετη κράτηση, φυλάκιση, και βασανιστήρια, και διατρέχουν υψηλό κίνδυνο εξωδικαστικής εκτέλεσης»[21]. Το πιο πάνω γεγονός, ήτοι η θρησκεία του καθ΄ου η αίτηση, δεν είναι γεγονός που μπορεί να αγνοηθεί, με τον μάρτυρα να παραπέμπει σε απόφαση του Εφετείου της Πολωνίας τον Μάρτιο του 2021, στην υπόθεση LI[22] αναφορικά με παρόμοια διασφάλιση από την ΛΔΚ ότι: «μέλη και υποστηρικτές αυτού του κινήματος φιλοσοφικής και θρησκευτικής φύσης (πνευματικές πρακτικές με στοιχεία Βουδιστικού διαλογισμού και την ηθική φιλοσοφία: αλήθεια, καλοσύνη, υπομονή) δεν τιμωρούνται αυστηρά». Στην απόφαση του, το Δικαστήριο τόνισε ότι το ίδιο το περιεχόμενο του Κινεζικού Ποινικού Νόμου ορίζει διαφορετικά. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στο Άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα της ΛΔΚ, το οποίο ποινικοποιεί την πρακτική των «δογμάτων του κακού» όταν αυτά χρησιμοποιούνται ή οργανώνονται «για να υπονομεύσουν την επιβολή οποιουδήποτε νόμου», τονίζοντας παράλληλα, ότι το Κόμμα-Κράτος και η εγχώρια Νομοθεσία χαρακτηρίζουν ουσιαστικά εξ' ορισμού ότι, τα μέλη του FLG είναι εγκληματίες. Το κριτήριο «υπονόμευσης της επιβολής του νόμου» κατά τον μάρτυρα, χρησιμεύει ως μηχανισμός που παρέχει στις αρχές την ελευθερία να διώκουν κατά το δοκούν, ενώ δεν μπορεί να λησμονηθεί το γεγονός ότι η Κίνα ανέκαθεν απορρίπτει την πιθανότητα επίσκεψης του Ειδικού Εισηγητή του Ο.Η.Ε σε ότι αφορά θέματα ελευθερίας της θρησκείας.[23] Παρά την διασφάλιση ότι τα Κινεζικά Δικαστήρια ασκούν ανεξάρτητες Δικαστικές εξουσίες, σύμφωνα με τον νόμο, χωρίς παρεμβάσεις από οποιαδήποτε κυβερνητική αρχή, κοινωνική οργάνωση ή άτομο, και ότι ο κ. Μα θα λάβει μια δίκαιη δίκη σύμφωνα με τον νόμο, έχοντας το δικαίωμα για υπεράσπιση, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το πρόβλημα της επιβολής των ιδεών του κόμματος και της πολιτικής που θέλει να ακολουθηθούν σε ευαίσθητα πολιτικά υποθέσεις, μέσω οδηγιών ουσιαστικά προς τον Προεδρεύοντα Δικαστή, ενώ η παντελής έλλειψη του προδικαστικού τεκμηρίου της αθωότητας αποτελεί κίνδυνο προκατάληψης κατά τη δίκη. Αναφορικά με τις εγγυήσεις περί δίκαιης δίκης, αυτό περιλαμβάνει το δικαίωμα εκδίκασης από αρμόδιο, αμερόληπτο και ανεξάρτητο Δικαστήριο (άρθρο 14
(1)ΔΣΑΠΔ). Στην Κίνα, το δικαίωμα δίκαιης και δημόσιας ακρόασης, το οποίο επικεντρώνεται στην ίδια τη δίκη, υπονομεύεται από καλά τεκμηριωμένους παράγοντες που κάνουν τους δικαστές (μεμονωμένους και μη), να εξαρτώνται έντονα από άλλες αρχές του Kόμματος-Κράτους. Συνεπώς, οι παράγοντες που καθιερώνουν τη Δικαστική εξάρτηση είναι βαθιά ριζωμένοι στο σύστημα και δεν αποτελούν χαρακτηριστικά που μπορούν να ενεργοποιούνται ή να διακόπτονται κατά περίσταση. Το γεγονός ότι το Κινεζικό Κόμμα-Κράτος αποκηρύσσει μονίμως την αρχή διαχωρισμού των εξουσιών επηρεάζει επίσης άμεσα, το έργο όλων των σχετικών φορέων του δικαστικού σώματος, που περιλαμβάνει Δικαστές, εισαγγελίες, δικηγόρους και την αστυνομία. Το 2017, ο Πρόεδρος του Ανώτατου Λαϊκού Δικαστηρίου απέρριψε ρητά έννοιες όπως «ο διαχωρισμός των εξουσιών και η ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος»[24], ενώ η αρχή ότι το Δικαστικό σύστημα εξαρτάται από το Κόμμα-Κράτος κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το νομικό σύστημα της ΛΔΚ (άρθρο 12 του Περί Δικαστών Νόμου του 2019 της ΛΔΚ). Το Τεκμήριο 19 μπορεί να καταγράφει ότι ο «εκζητούμενος δεν θα υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλους τρόπους σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής τιμωρίας κατά τη διάρκεια της δίκης και της φυλάκισής του μετά την έκδοσή του», όμως η δήλωση αυτή δεν παύει να χαρακτηρίζεται ως «άκρως προβληματική», είτε αυτή δίνεται στο πλαίσιο διπλωματικών διασφαλίσεων ή ως μέρος διεθνών συνθηκών, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα όσα καταγράφηκαν επί του σημείου των βασανιστηρίων στο Τεκμήριο 23. Με δεδομένο συνεπώς το στάδιο στο οποίο ευρίσκεται η υπόθεση του κ. Μα στην αιτούσα χώρα, είναι σχεδόν βέβαιο ποια θα είναι η μοίρα του σε σχέση με τα βασανιστήρια, αφού τα λευκά ή ψυχικά βασανιστήρια δεν περιλαμβάνονται στον ορισμό των βασανιστηρίων στο άρθρο 52 του Ποινικού Κώδικα της χώρας, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τις πρόνοιες του Άρθρου 1 της Σύμβασης Κατά των Βασανιστηρίων. Η Ερμηνευτική Καθοδήγηση που έδωσε το Δικαστικό Σώμα (ως ανέφερε και ο ΜΑ4), δεν επέφερε κατά τον ΜΥ2 οποιαδήποτε αξιοσημείωτη αλλαγή στην πρακτική της ποινικής διαδικασίας, 9 χρόνια μετά την έκδοσή της. Η εν λόγω Δικαστική Ερμηνεία δεν αλλάζει τη θεσμική δυναμική, καθιστώντας δύσκολο, αν όχι αδύνατο στις πλείστες περιπτώσεις, για τα Δικαστήρια να εκδώσουν πορίσματα για βασανιστήρια, όταν τέτοια βασανιστήρια προήλθαν από τα χέρια των ερευνητικών αρχών. Παράλληλα, η αιτούσα χώρα δεν έχει επιτρέψει στον Ειδικό Εισηγητή του ΟΗΕ για τα Βασανιστήρια όπως επισκεφθεί την χώρα από το 2006, παρά τις εκκλήσεις του, ενώ καμία έκθεση δεν έχει υποβληθεί από το 2006, με την χώρα να διατηρεί ακόμη, την επιφύλαξή της προς τη διαδικασία έρευνας δυνάμει του Άρθρου 20 της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων. Κατά την άποψη του ΜΥ2, είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να βασιστεί σε οποιοδήποτε βαθμό στις δοθείσες εγγυήσεις σε σχέση με την προστασία της φυσικής ή της ψυχικής ακεραιότητας του εκζητούμενου. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ2, συμφώνησε με την κα. Δρυμιώτου ότι υπάρχουν περιπτώσεις έκδοσης φυγοδίκων από Ευρωπαϊκές χώρες στην ΛΔΚ, τονίζοντας όμως τρείς
(3)πρόσφατες αποφάσεις, ήτοι της Πορτογαλίας, της Τσεχίας και Πολωνίας με τον εκζητούμενο σε εκάστη εξ' αυτών να μην εκδίδεται στην αιτούσα χώρα, λόγω των αμφιβολιών που διατηρούνταν σε σχέση με την εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπερθεματίζοντας παράλληλα ότι υπάρχει έντονη συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από αριθμό χωρών οι οποίες επιθυμούν όπως αποκηρύξουν και/ή διακόψουν τις Συμφωνίες Έκδοσης τους με την ΛΔΚ, φέροντας ως παράδειγμα την σχετική πρόταση ψηφίσματος που κατέθεσε το Βέλγιο.[25], Τεκμήριο 38 στην διαδικασία. Σε ερώτηση της κας. Δρυμιώτου κατά πόσον η ποινικοποίηση των όποιων παράνομων δράσεων των επιχειρήσεων με την ονομασία «P2P» είναι κάτι το οποίο αντιβαίνει το δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο ΜΥ2 απάντησε ότι η πρακτική των επιχειρήσεων τύπου «P2P» υποστηρίχθηκε σθεναρά από το Κράτος το
- Όταν αποδείχθηκε στην πορεία ότι αυτή ήταν προβληματική, ξεκίνησε η μάχη ενάντια σε αυτές τις επιχειρήσεις υπό το πρόσχημα ότι όφειλε να κρατηθεί η κοινωνική σταθερότητα, εξ' ου και το υπόβαθρο στην μάχη έναντι στις κατ΄ισχυρισμόν παράνομες χρηματοδοτήσεις. Αυτό το υπόβαθρο είναι που κάνει την υπόθεση ουσιαστικά «πολιτικά ευαίσθητη». Η πίεση που ασκείται πάνω στις Κρατικές Αρχές ούτως ώστε να αποφέρουν αποτελέσματα ειδικά σε αυτού του είδους τις υποθέσεις, αυξάνει κατακόρυφα τον κίνδυνο μη τήρησης των στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σ ερωτήσεις της συνηγόρου περί ιεραρχίας του Διεθνούς Δικαίου έναντι του Εθνικού, και δη ότι η Κίνα είναι συμμορφούμενη με τις Διεθνείς υποχρεώσεις της, ο μάρτυρας απάντησε εμφαντικά ότι μετά την υπογραφή της Διμερούς Συμφωνίας μεταξύ Κίνας και Κύπρου, η κατάσταση σε ότι αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα στην χώρα έχει χειροτερέψει, με το κράτος να επεμβαίνει ενεργά ώστε να αποσιωπήσει την κριτική ενάντια στην καταγραφή παραβιάσεων των ανθρώπινων δικαιωμάτων, όχι μόνο σε ότι αφορά τις Διμερείς Συμφωνίες με τρίτες χώρες αλλά, και σε πολλά άλλα διεθνή επίπεδα, όπως για παράδειγμα στο Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών. Από εκεί προκύπτει και ο προβληματισμός διαφόρων χωρών όπως σταματήσουν τις συνεργασίες τους με την ΛΔΚ σε ότι αφορά εκδόσεις φυγοδίκων. ΜΥ3, η Δρ. Α.Κ, η οποία κατέθεσε την Τρίτη στην σειρά Έκθεση Εμπειρογνωμοσύνης ως Τεκμήριο
- Συνυπογράφει την Έκθεση Εμπειρογνωμοσύνης Τεκμήριο 23, μαζί με τους ΜΥ1 και ΜΥ2 η οποία ετοιμάστηκε επίσης με την συνδρομή της. Το βιογραφικό της σημείωμα κατέθεσε ως Τεκμήριο 41 στην διαδικασία. Σύμφωνα με αυτό, η ίδια έχει σπουδάσει στην Κίνα και στην Ταιβάν λαμβάνοντας το πρώτο της πτυχίο στην Νομική, με το Διδακτορικό της να έχει θέμα τις Κινεζικές Σπουδές. Έχει διεξάγει έρευνες στην Κίνα, στην Ενδοχώρα Κίνα και στην Ταιβάν, για αριθμό ετών. Στα πλαίσια των εμπειρικών της ερευνών έχει λάβει συνεντεύξεις από αριθμό ακαδημαϊκών που ασχολούνται με ζητήματα που άπτονται τις ποινικής δικαιοσύνης, ενώ παράλληλα έχει συναντήσει και συνομιλήσει με δικηγόρους υπεράσπισης, Δικαστές, κατηγόρους στην Αστυνομία, με το κύριο πεδίο μελετών της να είναι οι ποινικές διαδικασίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το Διδακτορικό της είχε ως θέμα «το Τεκμήριο της Αθωότητας στην Κίνα» ενώ τώρα εργάζεται ως ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Friedrich Alexander University στην Γερμανία με την έρευνα της να έχει ως θέμα την: «Ακαδημαική Ελευθερία στην Κίνα». Η μαρτυρία της κινήθηκε στα ίδια μήκη κύματος με τους ΜΥ1 και ΜΥ
- Με παραπομπή στο περιεχόμενο της Έκθεσης της, Τεκμήριο 25, ανέπτυξε την νομική θέση ότι στην ΛΔΚ δεν υπάρχει το τεκμήριο της αθωότητας, ούτε ο κανόνας της αναλογικότητας. Παρά την καταγραφή στα Νομοθετήματα της χώρας περί προστασίας των ατομικών ελευθεριών, δεν υπάρχει καμία ασφαλιστική δικλείδα ή εσωτερική επιτήρηση σε ότι αφορά ζητήματα κράτησης. Ο Νόμος δίνει την εξουσία στην αστυνομία να στερήσει από κάποιον την ελευθερία του, χωρίς όμως να υπάρχει εσωτερική επιτήρηση. Το γεγονός ότι ποινικές υποθέσεις διερευνώνται και ύποπτοι κρατούνται κατά το δοκούν, χωρίς να υπάρχει Δικαστηριακή επιτήρηση ή έλεγχος, αποτελεί μεγάλο πρόβλημα, το οποίο οξύνεται λόγω του ότι ο ύποπτος δεν έχει το δικαίωμα όπως συμβουλευθεί δικηγόρο, παρά μόνο μετά την πρώτη του ανάκριση. Στην Κίνα, δεν υπάρχουν ξεκάθαρα χρονικά όρια, πλαίσια και προθεσμίες σε σχέση με την κράτηση υπόπτων. Ως επιμαρτυρείται στην παρούσα περίπτωση η σύλληψη του εκζητούμενου έχει εγκριθεί από την Εισαγγελία, η οποία μπορεί μεν, και συμφώνως των Νόμων την χώρας να αποτελεί «Δικαστική Αρχή», αλλά σε καμία περίπτωση δεν πληροί τα Διεθνή κριτήρια μιας Δικαστικής Αρχής, αφού απουσιάζει το στοιχείο της αμεροληψίας. Αυτή η σύλληψη, αφού εγκριθεί από την Εισαγγελέα, μπορεί να κρατήσει για χρόνια, αφού στην Κίνα δεν υπάρχει η γνωστή διαδικασία «Habeas Corpus». Το μόνο που μπορεί να κάνει ο ύποπτος είναι να ζητήσει αναθεώρηση της κράτησης του, προσκομίζοντας στοιχεία και μαρτυρία ως προς το γιατί αυτή δεν ήταν αναγκαία. Στην περίπτωση του κ. Μα με δεδομένο ότι υπάρχει ήδη το ένταλμά σύλληψης (Τεκμήριο 4), θα μπει αμέσως σε κράτηση, αναμένοντας την δίκη, πριν καν κατηγορηθεί. Αυτή η κράτηση μπορεί να κρατήσει από 2 μέχρι και 7 μήνες, ή μέχρι και την ολοκλήρωση της διερεύνησης, χωρίς να έχει προηγηθεί μέχρι εκείνο το σημείο η καταχώρηση οποιουδήποτε κατηγορητηρίου. Είναι σαφές ότι το Κινεζικό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης έχει σχεδιαστεί για να εξυπηρετεί αυτό που οι αρχές αποκαλούν «εθνικές συνθήκες» παρά τα διεθνή πρότυπα δίκαιης δίκης, ανέφερε η ΜΥ
- Στην πράξη, σημαίνει ότι οι συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα «σπάνια εφαρμόζονται από τα Κινεζικά Δικαστήρια»[26] καθώς είναι πλέον αντιληπτό ότι για να είναι εφαρμόσιμα, πρέπει να είναι ενταγμένα στην εθνική νομοθεσία. Η Κίνα συνέχισε, έχει υπογράψει, αλλά δεν έχει ακόμα επικυρώσει το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ). Η υποχρέωση της ΛΔΚ «να απέχει από ενέργειες που θα κλονίζουν τους στόχους» του ΔΣΑΠΔ σύμφωνα με το άρθρο 18 της Σύμβασης της Βιέννης δεν έχει τηρηθεί, με αποτέλεσμα αρκετοί διεθνείς εμπειρογνώμονες να καλούν την χώρα όπως αποσύρει την υπογραφή της από το ΔΣΑΠΔ.[27] Δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι η Ύπατη Αρμοστής του OHE για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα είχε προτρέψει το 2018 την Ισπανία όπως σταματήσει την διαδικασία έκδοσης 269 προσώπων που είχαν συλληφθεί για υποτιθέμενη εμπλοκή τους σε απάτες τηλεπικοινωνίων, λόγω του κινδύνου που διέτρεχαν όπως υποστούν βασανιστήρια ή άλλη κακομεταχείριση[28]. Η μάρτυρας υπερθεμάτισε το γεγονός ότι υπάρχει παντελής άρνηση της αιτούσας χώρας για διάλογο και/ή παρακολούθηση στο κατά πόσον υπάρχει τήρηση ή εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ενώ αποτελεί θέση του ΜΑ4 ότι την χώρα έχει επισκεφθεί Ειδικός Εισηγητής για την ελευθερία της θρησκείας ή των πεποιθήσεων, καμία επίσκεψη, τόνισε η μάρτυρας, δεν έχει πραγματοποιηθεί από το 1998 - δηλαδή έναν χρόνο πριν από την απαγόρευση «δογμάτων του κακού», ενώ η τελευταία επίσκεψη του Ειδικού Εισηγητή για τα Βασανιστήρια και άλλους τρόπους σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης στην χώρα πραγματοποιήθηκε κατά το μακρινό πλέον,
- Οι συστάσεις για πρόσκληση του Ειδικού Εισηγητή για τα Βασανιστήρια, συμπεριλαμβανομένης της Οικουμενικής Περιοδικής Επανεξέτασης το 2018, δεν έχουν γίνει αποδεκτές από τη ΛΔΚ. Αποτελεί πεποίθηση της δήλωσε, ως και των ΜΥ1 και 2 κατόπιν εκτεταμένων μελετών σχετικά με τη χρήση των βασανιστηρίων στην χώρα, ότι παραμένει ορατός ο κίνδυνος όπως ο εκζητούμενος βασανιστεί, σε περίπτωση έκδοσης του, τόσο κατά το στάδιο της ποινικής έρευνας, αλλά και μεταγενέστερα. Μπορεί μεν το δικαίωμα της «μη αυτοενοχοποίησης» να έχει ενσωματωθεί στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της ΛΔΚ (άρθρα 12, 55, 200) όμως αυτό το δικαίωμα στην πράξη δεν κατοχυρώνεται. Παρά το γεγονός ότι οι όποιες συλλήψεις προσώπων εγκρίνονται από τις Εισαγγελικές αρχές, αυτό, σε καμία περίπτωση δεν ισούνται με το τι λογίζεται ως αποτελεσματικός Δικαστικός έλεγχος, εν τη εννοία του Άρθρου 9 του ΔΣΑΠΔ. Τέλος, ανέφερε η μάρτυρας, είναι αβέβαιο κατά πόσο οι διασφαλίσεις που υποβλήθηκαν στη διακοίνωση της ΛΔΚ την 29.11.21, και ιδιαίτερα η Διασφάλιση 3 έχουν υποβληθεί από την αρμόδια αρχή, και αυτό γιατί δυνάμει του άρθρου 50 του Νόμου Περί Εκδόσεων της ΛΔΚ του 2000, «η διασφάλιση αναφορικά με τον περιορισμό της δίωξης υπόκειται σε απόφαση της Ανώτατης Λαϊκής Εισαγγελίας, και η διασφάλιση αναφορικά με το ύψος της ποινής υπόκειται σε απόφαση του Ανώτατου Λαϊκού Δικαστηρίου». Εγείρονται συνεπώς, δήλωσε, ερωτηματικά με το κατά πόσον οι δηλώσεις του Υπουργείου Εξωτερικών της χώρας, αποτελούν πραγματική δέσμευση επί των κρατικών οργάνων. Συνέχισε, σχολιάζοντας τις διπλωματικές εγγυήσεις σε σχέση με την θρησκεία του εκζητούμενου, δηλώνοντας ότι, παρά την εκεί καταγεγραμμένη θέση ότι, αυτές δεν θα επηρεάσουν την ποινική διαδικασία, αυτές δεν ισοδυναμούν με την εξάλειψη του κινδύνου περί παράνομης κράτησης και βασανιστηρίων του εκζητούμενου. Οι χώροι κράτησης για μέλη του FLG έχουν μεν αλλάξει με την πάροδο του χρόνου, συμπεριλαμβάνοντας πλέον και συνηθισμένα αστυνομικά κέντρα κράτησης (kanshousuo), όμως συνεχίζουν να υπάρχουν τα γνωστά πλέον ως «κέντρα νόμιμης εκπαίδευσης» δηλαδή, ανεπίσημα μέρη κράτησης που συνήθως συντηρούνται από την αστυνομία. Τα κέντρα αυτά δεν έχουν βάση στο Κινεζικό δίκαιο και έχει διατυπωθεί το επιχείρημα ότι το παραβιάζουν γιατί αποτελούν πληρέστερη φυλάκιση[29], ενώ παραμένει ισχυρός ο κίνδυνος περί εξωνομικής και βίαιης εξαφάνισης, ακριβώς επειδή ο εκζητούμενος αποτελεί μέλος του FLG. Αντεξεταζόμενη, διαφώνησε με την κα. Δρυμιώτου, ότι το άρθρο 12 της Ποινικής Δικονομίας επιβεβαιώνει την ύπαρξη του τεκμηρίου της αθωότητας. Το μόνο που δηλώνει είναι, δήλωσε η μάρτυς ότι, «μόνο το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει κάποιον ως ένοχο». Αυτή η καταγραφή όμως, δεν αναφέρεται είτε σε «αθωότητα» του προσώπου ή «ενοχή». Στους Νόμους καμία αναφορά δεν γίνεται σε γνωστούς κατά τον λοιπό κόσμο όρους όπως «δίκαιη δίκη», «κράτος δικαίου» και «δικαίωμα σε σιωπή». Το γεγονός ότι δεν δικαιούται ο ύποπτος σε δικηγόρο πριν την ολοκλήρωση της πρώτης ανάκρισης, σε συνδυασμό με το ότι είναι υποχρεωμένος όπως απαντά ειλικρινά σε όλες τις ερωτήσεις που αφορούν το διερευνώμενο αδίκημα εγείρει πραγματικά ερωτηματικά αν κατά πόσον όντως υπάρχει το δικαίωμα στην σιωπή. Η ίδια, πριν καταλήξει στα ευρήματα της, μελέτησε τα «Provision of the Handling of Detention Necessity Review - Cases by the People's Procuratorates», έχοντας μάλιστα γράψει και κεφάλαιο σε βιβλίο, ενώ το γεγονός ότι πολλές φορές διοργανώνονται «Public Arrest Rallies» όπου ύποπτοι παρουσιάζονται δημόσια, στο ευρύ κοινό φορώντας χειροπέδες για να δίδεται η εντύπωση ότι έχει βρεθεί ο υπαίτιος, αποτελεί επίσης μια σοβαρότατη παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας, αφού οι αρχές παρουσιάζουν τα εν λόγω πρόσωπα ωσάν να είναι ήδη καταδικασθέντες. Συμφώνησε η ΜΥ3 ότι αποτελεί θέμα ακαδημαϊκής συζήτησης κατά πόσον οι Εισαγγελείς είναι κατάλληλοι για να επιβλέπουν την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης, και αυτό γιατί υπάρχουν αντικρουόμενες πρόνοιες στα Νομοθετήματα. Ενώ το άρθρο 5 της Ποινικής Δικονομίας καταγράφει περί της κατ' ισχυρισμόν διάκρισης των εξουσιών, το άρθρο 138 του Συντάγματος, προνοεί ότι οι τοπικοί Εισαγγελείς λογοδοτούν στα όργανα της Κρατικής Εξουσίας, και έτσι, υπονομεύεται η ανεξαρτησία τους. Το ίδιο δε πρόβλημα απάντησε, που υπάρχει με τους Εισαγγελείς, υπάρχει και με την Δικαστική εξουσία, αφού σύμφωνα με το Σύνταγμα, οι Δικαστές είναι υπόλογοι στο Εθνικό Λαϊκό Κογκρέσο και δη στα όργανα Κρατικής Εξουσίας που τα δημιούργησε. Δυνάμει των πιο πάνω δεδομένων, τόνισε η μάρτυρας, και με γνώμονα ότι η υπόθεση του εκζητούμενου φέρει κρατικό ενδιαφέρον, θα υπάρχει αναμφίβολα παρέμβαση από την Κυβέρνηση στην δίκη. Σε ότι αφορά την κράτηση, ο Ποινικής Δικονομίας Νόμος δεν προνοεί ξεκάθαρα χρονικά πλαίσια, παρά μόνο την διασυνδέει με την διάρκεια της ποινικής διερεύνησης. Ερωτηθείσα σχετικά με το άρθρο 58 της Ποινικής Δικονομίας, και τον αποκλεισμό ουσιαστικά παρανόμως ληφθείσας μαρτυρίας, η ΜΥ3 ανέφερε ότι, σε αντίθεση με άλλες χώρες, η υποπαράγραφος 2 του άρθρου μεταθέτει το βάρος στους ώμους του κατηγορούμενου όπως δείξει ότι, η εν λόγω μαρτυρία λήφθηκε παράνομα. ΜΥ4 ο P.D, Διευθυντής της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης «SafeGurard Defenders». Ο P.D, κατέχει πτυχίο στον τομέα «Peace and Conflict Studies» και Μεταπτυχιακό στις Πολιτικές Επιστήμες. Το 2007 εγκαταστάθηκε στην Κίνα και υπήρξε συνιδρυτής το 2009 του «China Action» μαζί με ομάδα δικηγόρων. Ο οργανισμός εξαναγκάστηκε σε κλείσιμο το 2016, και έτσι, ο μάρτυς το 2017, ίδρυσε την πιο πάνω οργάνωση. Σκοπός της οργάνωσης είναι η υποβοήθηση αλλά και στήριξη των δικηγόρων στην Κίνα, ιδιαίτερα αυτών που ασχολούνται με τον ποινικό τομέα, συνεισφέροντας και προωθώντας την επαγγελματική τους κατάρτιση, προσφέροντας οικονομική όπου χρειάζεται στήριξη, ούτως ώστε οι ίδιοι με την σειρά τους να μπορούν να στηρίξουν τους πελάτες τους και τα ανθρώπινα δικαιώματα τους. Ο οργανισμός χρηματοδοτείται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Συνεργάζεται στενά με τον Παγκόσμιο Οργανισμό ενάντια στα Βασανιστήρια, την Διεθνή Αμνηστία, τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα, ενώ προβαίνουν, όταν τους ζητηθεί, σε παρουσιάσεις ενώπιον Πρεσβειών ανά το παγκόσμιο, Κοινοβουλίων και Κογκρέσων. Διάφορες χώρες τις Ευρώπης, Κοινοβουλευτικές Επιτροπές, Κυβερνητικοί Οργανισμοί και τα Ηνωμένα Έθνη συχνά ζητούν από την Οργάνωση γνωματεύσεις σε σχέση με ζητήματα που αφορούν την αιτούσα χώρα και τα ανθρώπινα δικαιώματα, χρησιμοποιώντας και κάνοντας αναφορά σε αυτές με σκοπό την λήψη αποφάσεων. Τέλος, ο ΜΥ4, τιμήθηκε το 2021, λαμβάνοντας το βραβείο «Magnitsky Award for Human Rights», ενώ κλήθηκε ως εμπειρογνώμονας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Σουηδίας σε σχέση με την έκδοση του πιο «περιζήτητου» φυγοδίκου στην Κίνα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 42 την έκθεση εμπειρογνωμοσύνης του. Σε αυτήν αναλύονται μεταξύ άλλων οι μέθοδοι που επιστρατεύονται από την ΛΔΚ για την «οικειοθελή» επιστροφή εκζητούμενων προσώπων. Μια τέτοια μεθοδολογία ακολουθήθηκε και στην παρούσα υπόθεση, ανέφερε, με την χώρα να επιστρατεύει πράκτορες της ούτως ώστε να επισκεφθούν το εκζητούμενο πρόσωπο και να τον πείσουν να επιστρέψει, μη διστάζοντας να προσεγγίσουν και άλλα μέλη της οικογένειας με σκοπό την πειθώ. Το πιο πάνω, καταγράφει το ίδιο το Κινεζικό κράτος στα έγγραφα έκδοσης και δη, στην σελίδα 11 του Τεκμηρίου 4 (Αγγλικό Κείμενο). Αυτό το γεγονός, ήτοι, ότι έχουν ήδη επιδιώξει την επιστροφή του εκζητούμενου όχι μέσω έκδοσης, αλλά μέσω της ανεπίσημης, εξωδικαστικής διαδικασίας «εθελούσιας» επιστροφής, τοποθετεί πλέον τον εκζητουμενο σε μία άκρως επιζήμια κατάσταση. Τα πιο πάνω δεν μπορούν παρά να είναι αλήθεια, αφού, τα επιβεβαιώνει και ο εκζητούμενος, ως γεγονότα που επεσυνέβησαν, καταγράφοντας αυτά στην αρχική του δήλωση ημερ. 6.6.21 ( Μέρος 2,Τεκμήριο 42). Το άρθρο 52 του Περί Εποπτείας Εθνικού Νόμου περιλαμβάνει νομικές διατάξεις για «απαγωγές» στο Εξωτερικό, ενώ το Έγγραφο με τίτλο, «Νομική Ερμηνεία του άρθρου 52 του ΠΕΕΝ», παρέχει τους πρακτικούς όρους για το πώς ξ Εθνική Επιτροπή Εποπτείας («ΕΕΕ») μπορεί να επιτύχει την επιστροφή των φυγοδίκων. Στην Πέμπτη ενότητα του εγγράφου καταγράφονται τα ακόλουθα: «Υπάρχουν δυο κοινοί τρόποι:
(1)απαγωγή, που σημαίνει χρήση των μεθόδων απαγωγής για σύλληψη φυγοδίκων και επιστροφή τους στη χώρα
(2)παγίδευση και σύλληψη, που σημαίνει ότι οι ποινικοί ύποπτοι δελεάζονται στην επικράτεια της χώρας προορισμού, στις ανοικτές θάλασσες, τον διεθνή εναέριο χώρο, ή σε τρίτη χώρα η οποία έχει συνθήκη έκδοσης με την χώρα προορισμού, και μετά προβαίνουν στη σύλληψη ή έκδοση τους». Το γεγονός ότι ο εκζητουμενος έχει αρνηθεί και, ως αποτέλεσμα, ζητείται πλέον μέσω έκδοσης, αυξάνει σημαντικά το επίπεδο της επιζήμιας μεταχείρισης που πρόκειται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση έκδοσης του, αφού έχει δείξει την «περιφρόνηση» του προς τις οδηγίες της Αστυνομίας και του Κόμματος, αναγκάζοντας την χώρα όπως εμπλακεί σε μια παρατεταμένη διαδικασία έκδοσης, κάτι το οποίο δύναται να οδηγήσει: α) σε αποτυχία - (άρα περαιτέρω αρνητικές επιπτώσεις στις συνολικές προσπάθειες της Κίνας για έκδοση, όχι μόνο σε αυτή την περίπτωση