← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Α. Λ., Αρ. Υπ. 2047/2020, 22/12/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Α. Λ., Αρ. Υπ. 2047/2020, 22/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:B33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΧΑΒΙΑΡΑ, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπ. 2047/2020 Μεταξύ: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -και- Α. Λ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 22.12.2022 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κα. Χρυσοστόμου ΑΠΟΦΑΣΗ Το Κατηγορητήριο Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος στις 17.10.2019 περί τις 16:40 μ.μ. στη συμβολή της Λεωφ. Γρ. Διγενή με την οδό Πλούτωνος στη Λάρνακα, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] χωρίς να καταβάλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες. Τον Αστ. 2933 Γ. Γεωργίου (ΜΚ1), τον Θ. Παππά (ΜΚ2) και την Ε. Ζαχαρίου (ΜΚ3). Ο Κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος προέβη σε ανωμοτί δήλωση, η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α στο Δικαστήριο και δεν κάλεσε κάποιο μάρτυρα υπεράσπισης. Ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Ο μάρτυρας κατάθεσε ως τεκμήρια στο Δικαστήριο την κατάθεση του (Τεκμήριο 1), πρόχειρο σχέδιο του ατυχήματος (Τεκμήριο 2), σχεδιάγραμμα της σκηνής του ατυχήματος (Τεκμήριο 3), συμμετρικό σχέδιο σκηνής (Τεκμήριο 4), την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 5), την γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 6), την βεβαίωση πληροφόρησης και παραλαβής έγγραφων δικαιωμάτων του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 7), δέσμη φωτογραφιών από την σκηνή του ατυχήματος (Τεκμήριο 8) και έντυπο ενημέρωσης της Αστυνομίας σε σχέση με τους τραυματισμούς του ΜΚ2 (Τεκμήριο 9) ως επίσης και το έντυπο με τις πληροφορίες του οχήματος [ ] (Τεκμήριο 10). Ο ΜΚ1 με αναφορά στα τεκμήρια εξήγησε τις ενέργειες του στο Δικαστήριο, τα σχέδια που ετοίμασε και πως κατάληξε να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο για την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ανάφερε ο μάρτυρας, περαιτέρω, πως εντόπισε πάνω στην πίσω αριστερή πλευρά του οχήματος του κατηγορούμενου, στο ύψος του ελαστικού, σημάδι από την χειρολαβή της μοτοσυκλέτας του ΜΚ
  1. Προέβη σε μέτρηση του ύψους που εντόπισε το σημάδι στο όχημα του κατηγορούμενου με το ύψος που βρίσκεται το τιμόνι στην μοτοσυκλέτα και αφού προέβη σε σχετική σύγκριση, διαπίστωσε ότι το σημείο είναι το ίδιο. Έτσι κατάληξε και στο σημείο σύγκρουσης των δυο ενεχόμενων οχημάτων. Υπέδειξε στο σχετικό σημάδι στην φωτογραφία 35 (Τεκμήριο 8). Επεξήγησε επίσης ότι έτσι δικαιολογούνται τα διάφορα ίχνη που υπήρχαν στην άσφαλτο μετά την σύγκρουση. Στο σημείο που τοποθέτησε την πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου υπήρχε συνεχής άσπρη γραμμή στο τέρμα της οδός Πλούτωνος. Υπήρχε επίσης σήμα τροχαίας με ένδειξη «STOP» στην ίδια οδό, συνεπώς ο κατηγορούμενος όφειλε να σταματήσει να ελέγξει τον δρόμο και ακολούθως να εισέλθει με ασφάλεια στην Λεωφόρο Γρ. Διγενή. Προτεραιότητα είχαν τα οχήματα που κινούνταν επί της Λεωφόρου. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να αντικρούει τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι ο τελευταίος είχε σταματήσει στο αλτ. Ο ΜΚ1 δεν ήταν στην σκηνή όταν έγινε το ατύχημα. Όταν μετέβηκε εκεί υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση. Έγινε έλεγχος της ορατότητας, παρουσία του κατηγορούμενου, η οποία διαπιστώθηκε να είναι στα 200 μέτρα. Ο έλεγχος έγινε ως προς την πορεία την οποία είχε η μοτοσυκλέτα του ΜΚ
  2. Ακολούθως, ο ΜΚ1 υπόδειξε στις φωτογραφίες 10-13 (Τεκμήριο 8) τα ίχνη που προκλήθηκαν από την τριβή της μοτοσυκλέτας επί του πεζοδρομίου. Εξήγησε ότι στις φωτογραφίες 14 με 21 (Τεκμήριο 8) φαίνονται κηλίδες αίματος οι οποίες προήλθαν από τον ΜΚ
  3. Στην φωτογραφία 37 (Τεκμήριο 8) απεικονίζεται το στροφόμετρο της μοτοσυκλέτας του ΜΚ2 το οποίο φαίνεται να είναι σταματημένο στις 13 χιλιάδες στροφές, γεγονός που, κατά τον μάρτυρα, δείχνει ότι ο ΜΚ2 κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Σίγουρα πάνω του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, το οποίο στην Λεωφ. Γρ. Διγενή είναι 50 ΧΑΩ. Στις φωτογραφίες 26 και 35 (Τεκμήριο 8) υπέδειξε ο ΜΚ1 τις ζημιές στο όχημα του κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέταση του ανάφερε ότι για να προκληθούν αυτού του είδους ζημιές η ταχύτητα με την οποία κινείτο ο ΜΚ2 πρέπει να ήταν μεγαλύτερη των 50 ΧΑΩ. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, πέραν του σημαδιού από την χειρολαβή της μοτοσυκλέτας (φωτογραφία 35 - Τεκμήριο 8), φαίνονται έντονα σκουπίσματα στο πίσω αριστερό ελαστικό το οποίο υποδηλώνει πως ο μπροστά τροχός της μοτοσυκλέτας του ΜΚ2 ήρθε σε επαφή με τον πίσω αριστερό τροχό του οχήματος του κατηγορούμενου. Ακολούθως, η μοτοσυκλέτα σύρθηκε πάνω στο όχημα του κατηγορούμενου μέχρι που ακολούθησαν ξεχωριστές πορείες. Ήταν η κατάληξη του ΜΚ1 ότι το όχημα του κατηγορούμενου εισήλθε εντός της συμβολής και πριν ευθυγραμμιστεί στην πορεία του, ήρθε σε επαφή με το όχημα του η μοτοσυκλέτα του ΜΚ
  4. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι η σύγκρουση έγινε λίγο πριν ευθυγραμμιστεί ο κατηγορούμενος στην πορεία του. Σε σχέση με τη θέση του κατηγορούμενου σύμφωνα με τον ΜΚ2, την οποία σημείωσε με το σημείο «Γ» επί του Τεκμήριου 4, ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι δεν μπορεί να έχει σχέση με την πραγματικότητα αυτό που υπέδειξε ο ΜΚ
  5. Δεν συμφωνεί με τον ΜΚ2 ούτε ως προς το σημείο σύγκρουσης. Ο ΜΚ1 κατάθεσε περαιτέρω ως Τεκμήριο 11 έκθεση του Κρατικού Χημείου σύμφωνα με την οποία ο ΜΚ2 στις 17.10.2019 ήταν θετικός στη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι ο χρόνος αντίδρασης ενός νηφάλιου και υγιέστατου ανθρώπου είναι στα 1.5 με 2.5 δευτερόλεπτα. Συμφώνησε ότι ο χρόνος αυτός επηρεάζεται αν κάποιος οδηγός είναι υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών ουσιών. Ο ΜΚ2 είναι ο παραπονούμενος. Ήταν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας με την οποία έγινε σύγκρουση με το όχημα του κατηγορούμενου. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, δεν έχει μνήμη των όσων διαδραματίστηκαν μετά την σύγκρουση. Υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και εξ όσων του ανάφερε ιατρός, θα έχει συχνούς πονοκεφάλους και κάποια απώλεια μνήμης την οποία έχει ακόμη. Όσα γνωρίζει αναφορικά με το τι έγινε μετά την σύγκρουση τα έμαθε από την Αστυνομία ενώ, το μόνο που θυμάται ήταν ένα «Μπαμ» και μετά ξύπνησε στο νοσοκομείο. Αρνήθηκε ότι προσπερνούσε οχήματα και ότι οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα. Ήταν η θέση του ότι οδηγούσε με ταχύτητα 55-60 ΧΑΩ. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι την τελευταία φορά που είδε το ταχύμετρο της μοτοσυκλέτας ήταν την ώρα γινόταν το ατύχημα, που πατούσε φρένο και έμεινε σταματημένο στα χιλιόμετρα που πήγαινε. Υπήρχε μπροστά του ένα όχημα γκρίζου χρώματος τύπου saloon και πίσω του ήταν η ΜΚ
  6. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 8 απάντησε ότι ήταν σε φάση που δεν καταλάβαινε τι γινόταν. Καταλαβαίνει από τις φωτογραφίες ότι ήταν η μοτοσυκλέτα του και ανάφερε ότι γνωρίζει τον συγκεκριμένο δρόμο επειδή είναι μέσα στη γειτονιά που μένει. Το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου το ξέρει είπε από όσα του ανάφερε η Αστυνομία. Ανάφερε ότι αντιλήφθηκε πρώτη φορά το όχημα του κατηγορούμενου όταν του έκοψε τον δρόμο, συγκεκριμένα στα δυο μέτρα. Στην αντεξέταση του όταν του υποδείχθηκε ότι μέτρησε με τον ΜΚ1 48 μέτρα διαφώνησε και είπε ότι δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Ως είπε, 48 μέτρα πρέπει να είναι από το στρίψιμο μέχρι το «τουμπάρισμα» ή το σημείο που ακινητοποιήθηκε η μοτοσυκλέτα. Η συνήγορος υπεράσπισης, τον παράπεμψε στο Τεκμήριο 12 (κατάθεση ΜΚ2) όπου ο ΜΚ2 ανάφερε ότι ήταν περίπου 48 μέτρα. Ως ήταν η θέση του, τα 48 μέτρα ήταν όταν είδε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου να είναι σταθμευμένο πάνω στο πεζοδρόμιο αλλά ήταν στα δυο μέτρα όταν του έκοψε τον δρόμο. Ερωτώμενος για το που κτύπησε η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε πάνω στο όχημα του Κατηγορούμενου απάντησε ότι δεν έχει ιδέα. Στο Τεκμήριο 12 όμως ανάφερε ότι χτύπησε με το μπροστινό μέρος της στην δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου στο σημείο που βρίσκεται περίπου η πόρτα του οδηγού. Όταν του υποδείχθηκε αυτή η διαφορά είπε ότι έδωσε κατάθεση δυο μήνες μετά λόγω του ότι χρειάστηκε να νοσηλευτεί και έμαθε κάποια πράγματα μετά από την Αστυνομία. Ακολούθως του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 8 και αναίρεσε την θέση του ότι ήταν δεξιά το χτύπημα. Ως ανάφερε, ό,τι θυμόταν τότε είπε. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι είχε κάνει χρήση ναρκωτικών, όχι όμως την ημέρα που έγινε το συμβάν. Σύμφωνα με τον ίδιο είχε κάνει χρήση ναρκωτικών δυο ημέρες προηγουμένως. Αρνήθηκε ότι η χρήση ναρκωτικών δυο ημέρες πριν επηρέαζε την οδήγηση του την κρίσιμη ημέρα. Ως είπε, και ο καλύτερος οδηγός να ήταν, όπως βγήκε μπροστά του ο κατηγορούμενος, δεν θα μπορούσε να αντιδράσει. Συμφώνησε επίσης σε σχετικές ερωτήσεις ότι δεν έχει άδεια οδήγησης. Υποβλήθηκε επίσης στον ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να τον δει γιατί ήταν υπερβολική η ταχύτητα και απάντησε ότι αν τον είδε σημαίνει έχει πρόβλημα στα μάτια του. Η ΜΚ3 υιοθέτησε την κατάθεση της (Τεκμήριο 13) και ανάφερε ότι ενώ κινείτο στην Λεωφ. Γρ. Διγενή την προσπέρασε μια μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού η οποία κινείτο με κανονική ταχύτητα. Δεν είχε κίνηση μπροστά της. Αφού πλησίασε το σημείο που ήταν παλιά η ΣΠΕ Μακράσυκας εξήλθε το όχημα του κατηγορούμενο από την διπλανή πάροδο με πρόθεση να πάει δεξιά προς τον Άγιο Γεώργιο και έκοψε τον δρόμο της μοτοσυκλέτας, που ήταν κοντά του σε απόσταση 5-10 μέτρα. Αντεξεταζόμενη ανάφερε ότι όταν είδε τον κατηγορούμενο που έβγαινε, ήταν πολύ κοντά η μοτοσυκλέτα και κτύπησαν. Δεν θυμάται αν την ώρα που κτύπησαν ο κατηγορούμενος ήταν στο αλτ ή στη μέση του δρόμου ή στην λωρίδα του. Ερωτώμενη αν θυμάται κατά πόσο πρόλαβε ο κατηγορούμενος να ευθυγραμμιστεί στην λωρίδα του απάντησε, όχι, έβγαινε ο κατηγορούμενος και ο ΜΚ2 κτύπησε πάνω στην πόρτα. Δεν πρόλαβε να ευθυγραμμιστεί το όχημα του κατηγορούμενου. Ανάφερε ότι ο ΜΚ2 δεν φορούσε κράνος και έκανε χρήση φρένων προσπαθώντας να σταματήσει αλλά δεν τα κατάφερε και χτύπησε πάνω στην πόρτα του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου. Αντιλήφθηκε ότι ο ΜΚ2 έκανε χρήση φρένων διότι είδε το φως της μοτοσυκλέτας. Δεν θυμάται αν έκανε ο ΜΚ2 χρήση του δείκτη πριν την προσπεράσει διότι ήταν και αυτή αναστατωμένη. Είδε τον κατηγορούμενο σταματημένο στο αλτ και ξεκίνησε. Ο Κατηγορούμενος προέβη σε ανωμοτί δήλωση, με την οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του (Τεκμήριο 5). Αναφέρει τα εξής: «Την ημέρα του ατυχήματος οδηγούσε το όχημα μου στην οδό Πλούτωνος στη Λάρνακα και είχα κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Στο τέρμα της πορείας μου σταμάτησα κανονικά στο αλτ και έλεγξα τον δρόμο. Κοίταξα προς τα δεξιά μου και είδα ότι τα οχήματα που ερχόντουσαν προς το μέρος μου ήταν πολύ μακριά και στην συνέχεια έλεγξα από τα αριστερά μου και μέχρι το σημείο που ήταν ορατό δεν υπήρχε κανένα όχημα ή οποιοδήποτε άλλο όχημα το οποίο να κινείται προς το μέρος μου ή να κινείται προς την πυροσβεστική. Αφού βεβαιώθηκα ότι μπορούσα να εισέλθω στον κύριο δρόμο με ασφάλεια εκκίνησα και ξεκίνησα να κατευθύνομαι δεξιά προς την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Αφού είχα διανύσει κάποια απόσταση από το αλτ άκουσα ένα δυνατό παλάρισμα μοτοσυκλέτας και ακολούθως ένα δυνατό χτύπημα στην αριστερή πλευρά του οχήματος μου και την ίδια ώρα έσπασε και το γυαλί του συνοδηγού. Δεν προέβηκα σε οποιαδήποτε ενέργεια για να αποφύγω την σύγκρουση αφού όταν έλεγξα τον δρόμο ήταν καθαρός και δεν υπήρχε καμία μοτοσυκλέτα στο δρόμο. Από το παλάρισμα που άκουσα και εφόσον ο δρόμος ήταν καθαρός προτού ξεκινήσω να εισέλθω, πιστεύω ότι ο μοτοσικλετιστής πρέπει να οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα για να μην τον είχα εντοπίσει προηγουμένως στον δρόμο όταν έλεγξα, και προφανώς επειδή προσπερνούσε οχήματα δεν ήταν ορατός. Δεν συμφωνώ με τη θέση του μοτοσικλετιστή ότι κινούνταν με χαμηλή ταχύτητα διότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει αφού φαίνεται και από τις μεγάλες ζημιές που είχε το όχημα του. Είναι η θέση μου ότι δεν ήμουν αμελής και δεν ευθύνομαι για το εν λόγω τροχαίο». Νομική Πτυχή Με την άρνηση των Κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων, με αποδεκτή μαρτυρία, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482). Ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Διαφορετική προσέγγιση θα παραβίαζε το τεκμήριο της αθωότητας το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 12
(4)του Συντάγματος (Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, σελίδα 218). Σύμφωνα με το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 : «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Το πιο πάνω άρθρο έχει τύχει εξαντλητικής εξέτασης από τα Δικαστήρια μας και η Νομολογία επί του θέματος είναι πλούσια. Η αμέλεια εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο καθώς και με άλλες συνθήκες που επικρατούν τον δεδομένο χρόνο (βλ. Nicolaides v Economides
(1963)2 CLR 78). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από ένα οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα. Στην Alevtyna Koptyakova v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού, Ποινική Έφεση 86/2017 ημερομηνίας 13.3.2018, επικροτήθηκε η αρχή ότι το κριτήριο εξέτασης της οδικής συμπεριφοράς ενός οδηγού, με βάση το άρθρο 8 του Ν.86/72, είναι αντικειμενικό και όχι υποκειμενικό. Το καθήκον του οδηγού εξετάζεται υπό το πρίσμα των γεγονότων και το μέτρο είναι ο σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και όχι ο τέλειος οδηγός (βλ. Charalambous v Police
(1982)2 CLR 134, Πορτοκαλίδης ν Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68) και οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού (βλ. Σωκράτους ανωτέρω). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετήσει το πιο πάνω αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (βλ. Κωμιάτη ν Πόλιτσου
(2001)1 ΑΑΔ 226, Ζαχαρία ν Καραολή
(2004)1Α ΑΑΔ 72). Η μη αποφυγή της σύγκρουσης δεν συνεπάγεται από μόνη της αμέλεια (βλ. Παπά ν Ναθαναήλ κ.α.
(2000)1(Α) ΑΑΔ 275). Παράλληλη αμέλεια από την πλευρά άλλου εμπλεκόμενου δεν επηρεάζει το ζήτημα της ενοχής αμελούς οδηγού, αν αυτός αποδειχθεί ότι ήταν αμελής (βλ. Triftarides v Police
(1968)2 CLR 140 και Νικολάου ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 748). Αξιολόγηση και Ευρήματα Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, έχοντας εξετάσει και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, έλαβα υπόψη την εικόνα τους στο Δικαστήριο αλλά εξέτασα επίσης την μαρτυρία τους υπό το φως της ανθρώπινης πείρας και συμπεριφοράς, στοιχείο αποφασιστικής σημασίας για να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ 447, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ 401, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 173, Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 816). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την όλη αξιοπιστία του μάρτυρα, την οποία το Δικαστήριο δεν εξετάζει αποσπασματικά (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320). Η πραγματική μαρτυρία σε αυτού του είδους υποθέσεις είναι βαρύνουσας σημασίας. Παρέχει αντικειμενικό οδηγό για τη διαπίστωση της πορείας των γεγονότων για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας και της αξιολόγησης αντικρουόμενων εκδοχών, όσο και της ακρίβειας της μαρτυρίας για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε το ατύχημα και αποτελεί οδηγό για την αξιολόγηση και έλεγχο της μαρτυρίας ως προς λεπτομέρειες σε θέματα και γεγονότα στα οποία οι άμεσα εμπλεκόμενοι οδηγοί ή άλλα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα μπορεί να κάνουν κάποιο λάθος (βλ. Conway v. Ηλία
(2003)1 Α ΑΑΔ 540 και Ιωαννίδου ν. Γιαννή
(1990)1 Β ΑΑΔ 213). Σε περιπτώσεις ατυχημάτων, τα γεγονότα εξελίσσονται σε ελάχιστο χρόνο, ενώ τα οχήματα βρίσκονται σε κίνηση και δεν είναι αναμενόμενο και λογικό να μπορεί κάποιος να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις ή το χρόνο. Σε ζητήματα που αφορούν στον προσδιορισμό μιας κατάστασης πρέπει το Δικαστήριο να καθοδηγείται από την κοινή λογική χωρίς να περιπλέκεται σε αχρείαστες λεπτομέρειες (βλ. Vakanas v Thomas
(1982)1 CLR 530). Αντλώντας καθοδήγηση από την σχετική Νομολογία προχωρώ στην καταγραφή των όσων αποκόμισα από την μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ
  1. Ο ΜΚ1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατάθεσε με σαφήνεια και ευθύτητα σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση τις υπό εξέτασης υπόθεση. Δέχομαι την μαρτυρία του σε σχέση με τις ενέργειες του. Δέχομαι τις μετρήσεις του, την περιγραφή των δρόμων και ορατότητας στο δρόμο με βάση τις συνθήκες που περιέγραψε ο μάρτυρας, του ορίου ταχύτητας και των ευρημάτων του στη σκηνή, στην ολότητα της. Δέχομαι, με βάση τα ευρήματα του στη σκηνή το σημείο σύγκρουσης (σημείο Χ επί του Τεκμήριου 4). Δέχομαι επίσης την θέση του ΜΚ1 ότι το σημείο σύγκρουσης ως το υπέδειξε ο ΜΚ2 δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Σημαντική επίσης ήταν η τοποθέτηση του ΜΚ1 ότι ο χρόνος αντίδρασης ενός οδηγού επηρεάζεται αν έχει κάνει χρήση ουσιών ή αλκοόλης. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος ήταν σταματημένος στο αλτ, ο μάρτυρας συμφώνησε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να τον αντικρούει, συνεπώς γίνεται δεκτός. Άλλωστε και ο ΜΚ2 είχε αναφέρει ότι είδε τον Κατηγορούμενο από απόσταση 48 μέτρων να είναι σταματημένος στο αλτ. Από την μαρτυρία του ΜΚ1 δέχομαι επίσης τα ευρήματα του ως προς τις ζημιές των δυο οχημάτων και το σημείο όπου φαίνεται να κτύπησε η χειρολαβή του τιμονιού της μοτοσυκλέτας του ΜΚ2 με το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου. Η θέση του ΜΚ1 ότι το όχημα του Κατηγορούμενου δεν πρόλαβε να ευθυγραμμιστεί στην πορεία του γίνεται επίσης αποδεκτή. Ο ΜΚ2 δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Στην αντεξέταση του ήταν νευρικός ενώ σε κάποια σημεία ήταν και απότομος. Δεν προσμετρώ εναντίον του αυτές τις αντιδράσεις διότι ενδεχομένως να οφείλονται στο ότι καταθέτοντας επανάφερε στην μνήμη του τους σοβαρούς τραυματισμούς του. Η απώλεια μνήμης την οποία επικαλέστηκε αρκετές φορές, δεν μπορεί να αποκλειστεί ένεκα των τραυματισμών του. Υπέπεσε όμως και σε αντιφάσεις οι οποίες είναι σημαντικές κατά την κρίση μου, όπως ήταν το σημείο σύγκρουσης και η απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο. Συνεπώς δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του, ως προς τα πιο πάνω. Δεν γίνεται αποδεκτή η θέση του Κατηγορούμενου ότι κινείτο περίπου στο όριο του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας εν όψει του ότι ο ΜΚ1 ανάφερε ότι το κλειδωμένο το ταχύμετρο της μοτοσυκλέτας υποδείκνυε ότι η ταχύτητα του ΜΚ2 ήταν μεγάλη. Δεν γίνεται αποδεκτή η θέση του Κατηγορούμενου ότι κτύπησε στο όχημα του κατηγορούμενου στην δεξιά πλευρά του οχήματος. Παρά του ότι αρχικά είπε ότι ήταν αριστερά, αναίρεσε τον ισχυρισμό αυτό στην αντεξέταση του και είπε ότι ήταν δεξιά. Θα επανέλθω όμως στο σημείο αυτό σε κατοπινό στάδιο. Δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του ΜΚ2 ότι δεν προσπερνούσε οχήματα λόγω του ότι η ΜΚ3 ανάφερε ότι ο ΜΚ2 την είχε προσπεράσει, όπως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι η κατανάλωση ναρκωτικών ουσιών δεν επηρεάζει τον χρόνο αντίδρασης ενός οδηγού. Ο ΜΚ2 επέμεινε ότι όταν πλησίασε τον Κατηγορούμενο στα δυο μέτρα, ο τελευταίος του ανάκοψε τον δρόμο. Εκτός του ότι τον είχε δει από πριν σταματημένο τον Κατηγορούμενο, η ΜΚ3 ανάφερε ότι ήταν απόσταση 5-10 μέτρα ο ΜΚ2 από τον Κατηγορούμενο όταν βγήκε ο τελευταίος. Από την μαρτυρία του ΜΚ2 δέχομαι ότι στις 17.10.2019 είδε τον Κατηγορούμενο να είναι σταματημένος στο αλτ από απόσταση 48 μέτρων. Ο ΜΚ1 αναφέρθηκε σε ίχνη στο οδόστρωμα τα οποία τον βοήθησαν να καταλήξει ως προς το σημείο σύγκρουσης. Δεν αναφέρθηκε σε σημάδια που προκλήθηκαν από την χρήση φρένων. Δέχομαι όμως ότι ο ΜΚ2 έκανε χρήση φρένων, κάτι το οποίο υποστηρίζεται και από την μαρτυρία της ΜΚ3, πλην όμως δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία αν η χρήση φρένων ήταν η ενδεδειγμένη από τον ΜΚ2 ή αν ήταν τέτοια ούτως ώστε, πρώτον να αφήσει σημάδι στο οδόστρωμα και δεύτερο να δείχνει ότι η αντίδραση του ΜΚ2 δεν ήταν επηρεασμένη από τις ναρκωτικές ουσίες. Δεν διέλαθε της προσοχής μου ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης. Επομένως, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του ούτε ως προς το πως χειρίζεται τέτοια κατάσταση ένας οδηγός. Παρά του ότι ο μάρτυρας ανάφερε ότι είχε οδηγήσει πολλών ειδών μοτοσυκλέτας, δεν μπορώ να δεχθώ ότι υπό τις περιστάσεις ήταν σε θέση να χειριστεί την κατάσταση στην οποία βρέθηκε. Σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί καθήκον του παρόντος Δικαστηρίου ο επιμερισμός ευθύνης. Η ΜΚ3 κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει όσα γνώριζε. Δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τον ΜΚ2 και τον Κατηγορούμενο συνεπώς δεν μπορεί να της αποδοθεί οποιοδήποτε κίνητρο. Δέχομαι την μαρτυρία της εκτός του ότι ο ΜΚ2 κινείτο με κανονική ταχύτητα για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω. Σημειώνω ότι η ΜΚ3 ανάφερε ότι δεν θυμόταν αν ο κατηγορούμενος ήταν σταματημένος ή στην μέση του δρόμου πλην όμως αυτό με βάση την αποδεκτή ενώπιον μου μαρτυρία δεν επηρεάζει ούτε μεταβάλλει ουσιωδώς τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Εξηγώ. Ως έγινε η περιγραφή από τον ΜΚ1, την μαρτυρία του οποίου έκανα αποδεκτή, κρίνω ότι δεν θα μπορούσε να κτυπήσει με τον τρόπο που κτύπησε η μοτοσυκλέτα στο όχημα του κατηγορούμενου αν είχε ευθυγραμμιστεί το όχημα του τελευταίου. Σε περίπτωση που ήταν πιο κάθετα μέσα στο δρόμο ο κατηγορούμενος, τότε αναμενόταν μια διαφορετική σύγκρουση. Η εκδοχή του ΜΚ1 ότι η σύγκρουση έγινε λίγο πριν ευθυγραμμιστεί ο Κατηγορούμενος εξηγεί γιατί η μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 σύρθηκε για κάποια απόσταση πάνω στο όχημα του κατηγορούμενου, καθώς και γιατί το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου έχει βαθούλωμα, κτύπημα δηλαδή μεγάλο, στην αριστερή πλευρά καθώς και το σημάδι από την χειρολαβή του τιμονιού της μοτοσυκλέτας του ΜΚ
  2. Έτσι εξηγείται και γιατί τα δυο οχήματα λόγω του τρόπου που συγκρούστηκαν ακολούθησαν μετέπειτα διαφορετική πορεία. Ο Κατηγορούμενος ως αναφέρω ανωτέρω προέβη σε ανωμοτί δήλωση, η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α στη διαδικασία. Σε σχέση με το ζήτημα, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε στην Α.Δ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερομηνίας 22.6.2016 τα εξής: «Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1090Ε). » Δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα ως προς το πως θα προσεγγίσει το Δικαστήριο μια τέτοια δήλωση. Η αποδεικτική αξία μιας ανωμοτί δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική και το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων για να καταλήξει ποια βαρύτητα θα αποδώσει, αν θα αποδώσει, στην ανωμοτί δήλωση ενός κατηγορούμενου, αφού την εξετάσει έχοντας υπόψη και τα σημεία των γεγονότων τα οποία δε αμφισβητήθηκαν ή παράμειναν αναντίλεκτα και η εξέταση της να μην γίνει αποσπασματικά (βλ. Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 354, Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερομηνίας 17.5.2018). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, κρίνω ότι μπορεί να αποδοθεί βαρύτητα στην ανωμοτί δήλωση του κατηγορούμενου μόνο ως προς την ήδη αποδεκτή μαρτυρία. Δηλαδή, από το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης δέχομαι μόνο ότι ο κατηγορούμενος σταμάτησε στο αλτ, ότι εισήλθε επί της Λεωφ. Γρ. Διγενή με κατεύθυνση δεξιά και προχώρησε κάποια απόσταση. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε που να συγκρούεται με την κατάθεση του την οποία υιοθέτησε πλην όμως δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτοί οι λοιποί ισχυρισμοί διότι εκτός του ότι δεν δοκιμάστηκαν στην βάσανο της αντεξέτασης, έρχονται σε σύγκρουση και με την ήδη αποδεχθείσα μαρτυρία. Με δεδομένα τα πιο πάνω, η θέση του Κατηγορούμενου ότι δεν είδε κανένα άλλο όχημα δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή λόγω της μαρτυρίας της ΜΚ3 η οποία είδε τον ΜΚ2 να την προσπερνά και όταν αυτός ήταν σε απόσταση 5-10 μέτρων από τον κατηγορούμενο, ο κατηγορούμενος εισήλθε εντός του δρόμου. Υπενθυμίζεται ότι το κριτήριο δεν είναι ο τέλειος οδηγός (βλ. Σωκράτους ανωτέρω). Υπό τις περιστάσεις, το όχημα του κατηγορούμενου δεν είχε ευθυγραμμιστεί στην πορεία του. Η σύγκρουση έγινε σύμφωνα με τον ΜΚ1 λίγο πριν ευθυγραμμιστεί. Και η ΜΚ3 ανάφερε ότι «δεν πρόλαβε να ισιώσει», αλλά δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία κατά πόσο είχε προλάβει να αναπτύξει ταχύτητα και ποια ταχύτητα. Από την άλλη, ο ΜΚ2 κινείτο με μεγάλη ταχύτητα, χωρίς να έχει προσδιοριστεί ποια ήταν αυτή, και είχε προσπεράσει άλλο όχημα (αυτό της ΜΚ3) πριν πλησιάσει τον κατηγορούμενο στα 5-10 μέτρα. Υπήρχε δηλαδή κάποια σχετική απόσταση. Ο ΜΚ1 καθόρισε τον χρόνο αντίδρασης στα 1,5 με 2,5 δευτερόλεπτα. Δεδομένου του ότι ο ΜΚ2 εντόπισε τον κατηγορούμενο από απόσταση 48 μέτρων, ακόμη και αν εισήλθε ο κατηγορούμενος στον δρόμο όταν η απόσταση πλέον μεταξύ τους ήταν 5-10 μέτρα τότε λογικά θα είχε κάποιο χρόνο ο ΜΚ2 να αντιδράσει. Σημειώνεται ότι αυτήν την απόσταση καθορίζει η ΜΚ3 ως πολύ κοντά στον κατηγορούμενο. Με τα ίδια δεδομένα η απόσταση αυτή επέτρεπε στον κατηγορούμενο να αντιληφθεί την παρουσία του ΜΚ2 στον δρόμο. Θα συμφωνήσω με την συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι η ταχύτητα είναι παράγοντας ο οποίος μπορεί να διακόψει την αλυσίδα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης και του ατυχήματος. Στην παρούσα περίπτωση όμως, δεν υπάρχει ακριβής καθορισμός της ταχύτητας με την οποία κινείτο ο ΜΚ2. Η μόνη ένδειξη ότι αυτή ήταν άνω του επιτρεπόμενου ορίου είναι η μαρτυρία του ΜΚ1. Με δεδομένο ότι υπήρξε απόσταση μεταξύ των δυο και ο κατηγορούμενος είχε σταματήσει στο αλτ, ο ΜΚ2 όφειλε να γινόταν αντιληπτός στον τελευταίο. Δεν υπήρχε ούτε περιορισμένη ορατότητα. Η συνήγορος του κατηγορούμενου παράπεμψε το Δικαστήριο επίσης σε Νομολογία Αμερικάνικων Δικαστηρίων σύμφωνα με την οποία η προτεραιότητα που έχει κάποιος οδηγός στον δρόμο δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον να είναι σε επιφυλακή για οχήματα που εισέρχονται στο δρόμο από παρόδους ή διασταυρώσεις. Σε κάθε περίπτωση, η ημεδαπή Νομολογία έχει ήδη καταδείξει ότι ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν Κατσούρη
(1975)1 CLR 188). Παράληψη αντίληψης του προφανούς, συνιστά αμέλεια. Κατάληξη Με βάση τις πιο πάνω αρχές και γεγονότα, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της στο βαθμό που απαιτείται. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)..................................... Λ. Χαβιαράς, Προσ Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.