ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Λ. Λ., Αρ. Υπόθεσης: 7717/18, 3/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου , Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7717/18 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ -ν- Λ. Λ. Ημερομηνία: 3/2/2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Άννα Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σωτήρης Γεωργίου Ο Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Σκιαγράφηση της υπόθεσης και η προσαχθείσα μαρτυρία Ο κατηγορούμενος («Κ») αντιμετωπίζει μια κατηγορία κατά παράβαση των Άρθρων 21 και 243 του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη. Με βάση τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου του καταλογίζεται ότι στις 31/07/2017, λίγο πριν τις 1:00 το πρωί στην περιοχή Μακένζυ, επιτέθηκε παράνομα στον Π. Τ. και προκάλεσε σε αυτόν πραγματική σωματική βλάβη. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν δυο μάρτυρες, ο παραπονούμενος Π. Τ. (ΜΚ1) και ο Αστυφύλακας 590 Μ. Ανδρέου (ΜΚ2). Όταν ο K κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κατάθεσε ως μάρτυρας Υπεράσπισης ο Α. Κ. (ΜΥ1). Ο παραπονούμενος ανάφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε ένα παιδί ηλικίας 13 μηνών με τη Μ. Κ. («η Μ.»). Η σχέση τους είχε διασαλευτεί και η Μ. δεν του επέτρεπε επικοινωνία με το παιδί του. Σε ότι αφορά τα επίδικα ανέφερε ότι στις 30/07/17 μετέβηκε μαζί με τον αδελφό του και την κοπέλα του αδελφού του στο club Lush στο Μακένζυ. Εκεί βρισκόταν και η Μ. με έναν άντρα που ήταν άγνωστος σε εκείνον κατά τον χρόνο που έδινε την κατάθεση στην Αστυνομία, τον οποίο και περιέγραψε ως ηλικίας 30 - 35 χρονών με κοντά μαύρα μαλλιά ελαφρύ γένι ύψους 1,
- Ως μάρτυρας ανέφερε ενώ βρίσκονταν στον χώρο του club, ήρθε από πίσω ένας άνδρας, τον έπιασε από τον λαιμό κάνοντάς του κεφαλοκλείδωμα και τον κτυπούσε με το άλλο του χέρι στο κεφάλι λέγοντάς του να κάτσει ήσυχος. Το εν λόγω πρόσωπο δεν κατάφερε ουδέποτε να τον δει, αλλά κατά τον χρόνο που αυτός τον κτυπούσε, ήρθε το πρόσωπο που προηγουμένως είχε εντοπίσει να με τη Μ. και με το χέρι του τον κτύπησε στο κεφάλι. Ακολούθως, ένα τρίτο πρόσωπο, τον κτύπησε επίσης στο κεφάλι και τον τράβηξε από τη φανέλα με σκοπό να τον απομακρύνει από τον χώρο. Ο ίδιος σε αντίσταση σε αυτές τις ενέργειες προσπάθησε να κρατηθεί από τα τραπεζάκια και ενώ σερνόταν από το τρίτο αυτό πρόσωπο, το άτομο που είχε εντοπίσει να στέκεται με τη Μ. ήρθε κοντά του και άρχισε να του δίνει γροθιές στο πρόσωπο και κλοτσιές στο υπόλοιπό του σώμα. Ο ίδιος τότε σε άμυνα πήρε εμβρυακή στάση και ένιωθε να του επιτίθονται και άλλα πρόσωπα χωρίς να μπορούσε να τα δει. Ακολούθως, τον οδήγησαν έξω από τον χώρο και συνέχισαν να τον κτυπούν και όταν επενέβησαν τρίτα πρόσωπα κατάφερε να φύγει και να πάρει τηλέφωνο την Αστυνομία. Έδωσε κατάθεση (Τεκμήριο 2) το ίδιο βράδυ στον αστυνομικό, όπου ανέφερε την υποψία του ότι η επίθεση αποτελούσε προϊόν υποκίνησης της πρώην συντρόφου του Μ. Ο παραπονούμενος εξετάστηκε το ίδιο βράδυ από το Τμήμα Ατυχημάτων Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, όπου και διαπιστώθηκε ότι έφερε πολλαπλές εκδορές δεξιά στον αγκώνα και ώμο. Ακολούθησε συμπληρωματική κατάθεση του ίδιου, Τεκμήριο 3, ημερομηνίας 02/08/2017, όπου ανέφερε στην Αστυνομία ότι πριν ξεκινήσει το επεισόδιο, η Μ. υπέδειξε με το δάκτυλό της τον ίδιο στον άντρα που στέκονταν δίπλα της. Στις 02/08/2017 στο γραφείο του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Λάρνακας, ο παραπονούμενος αναγνώρισε στην παρουσία του Αστυφύλακα 590 το ένα από τα πρόσωπα που τον κτύπησαν το οποίο και υπέδειξε στον Αστυφύλακα
- Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκαν στον μάρτυρα δύο θέσεις. Η κυριότερη θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι το παράπονο και η καταγγελία του ΜΚ1 έχει ως μοναδικό στόχο και σκοπό να πλήξει την πρώην σύντροφό του ούτως ώστε να επιτύχει καλύτερες διεκδικήσεις σε σχέση με τη φροντίδα και επικοινωνία με το ανήλικο παιδί τους. Ο μάρτυρας αν και αναφέρθηκε στις διαδικασίες που τυγχάνουν χειρισμού από το Οικογενειακό Δικαστήριο, επέμεινε ότι ο λόγος που προχώρησε με την καταγγελία ήταν γνήσιος. H δεύτερη θέση της Υπεράσπισης που υπεβλήθηκε στον ΜΚ1 ήταν σε συσχέτιση με την απόσυρση του παραπόνου του αδελφού του για το ίδιο περιστατικό. H ενέργεια του αδελφού του Κ να αποσύρει το παράπονό του, σύμφωνα με την Υπεράσπιση, καταδείκνυε ότι το όλο συμβάν ήταν πλέγμα της φαντασίας του ΜΚ
- Η θέση του ΜΚ1 επί τούτου ήταν ότι το παράπονο έχει αποσυρθεί από την πλευρά του αδελφού του ένεκα του φόβου που είχε δημιουργηθεί σε εκείνον μετά από απειλές που δέκτηκε, λόγω της εμπλοκής εγκληματικού στοιχείου της υπόθεσης τον οποίο κατονόμασε ως τον «Μ.». Ο Μ.Κ 2 ο Αστυφύλακας Ανδρέου, κατάγραψε στο Τεκμήριο 7 τις ενέργειες που έκανε σε σχέση με την διερεύνηση της υπόθεσης τις οποίες επανέλαβε και ενόρκως. Συγκεκριμένα, ως εξήγησε αρχικώς έλαβε καταθέσεις τόσο από τον ΜΚ1 όσο και από τον Π. Τ., αδελφό του παραπονούμενου στην παρούσα. Έπειτα αναφέρθηκε στις ενέργειες που έγιναν εν σχέση με την παραπομπή του ΜΚ1 στις Πρώτες Βοήθειες, τις εξετάσεις που έγιναν για έλεγχο του χώρου οι οποίες απέβησαν άκαρπες όπου ενημερώθηκε από τον υπεύθυνο του club, αφού δεν υπήρχε κλειστό κύκλωμα με βίντεο στον χώρο για να καταγράφει εντός του υποστατικού και ακολούθως της αναγνώρισης που έγινε του Κ στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λάρνακας, μετά από γραπτή συγκατάθεση του Κ. Ο Κ, αφού κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ήταν η θέση του ότι κατά την εν λόγω περίοδο που ο παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι συνέβηκε η επίθεση κατά του προσώπου του, η σχέση του με την πρώην συμβία του παραπονούμενου Μ., ήταν σε πολύ αρχικά στάδια αφού ήταν απλά γνωστοί που γυμνάζονταν στον ίδιο αθλητικό χώρο. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι το μόνο που είχαν ανταλλάξει μέχρι το επίδικο συμβάν ήταν τους αριθμούς τηλεφώνων τους. Χαρακτηριστική η αναφορά του «ούτε για προσωπικά μιλήσαμε ούτε για κάτι περισσότερο». Ήταν μάλιστα η θέση του ότι το συμβάν με την άδικη κατηγορία από τον πρώην σύντροφο της Μ., ήταν η αφορμή για την ανάπτυξη μιας ουσιαστικής σχέσης μεταξύ τους και ότι ακόμα είναι ζευγάρι που στόχο έχει να παντρευτεί. Ήταν μάλιστα η θέση του ότι τον παραπονούμενο δεν τον είχε γνωρίσει μέχρι τα όσα εξελίχθηκαν μετά την καταγγελία. Ο δεύτερος άξονας της μαρτυρίας του ήταν ότι το ουσιώδες βράδυ ο ίδιος βρισκόταν σε αγώνα ΜΜΑ (Mixed Martial Arts) όπου μάλιστα ηττήθηκε και ήταν σε πολύ κακή κατάσταση τόσο ψυχολογικά αλλά κυρίως σωματικά ούτως ώστε να μην μπορεί να ακολουθήσει πρόγραμμα εξόδου το βράδυ. Συγκεκριμένα ήταν η θέση του ότι μετά το πέρας του αγώνα του, είχε λάβει οδηγίες από τον προπονητή του να πάει σπίτι για να ξεκουραστεί και να περιποιηθεί τις πληγές του οι οποίες κατά τον ίδιο ήταν εμφανείς. Κατά την αντεξέταση προέκυψε ότι ο υπό αναφορά αγώνας που είχε εκείνο το βράδυ τελείωσε πριν τις 9:00μμ και ότι ο ίδιος παρέμεινε στον χώρο μέχρι τα μεσάνυχτα για να παρακολουθήσει από τις κερκίδες και άλλους αγώνες, αφού επρόκειτο για μεγάλο τουρνουά ΜΜΑ (Mixed Martial Arts). Μάλιστα, ο Κ επικαλέστηκε ότι η Αστυνομία είχε επιβεβαιώσει τις αναφορές για την παρουσία του στους εν λόγω αγώνες μέσω τηλεφώνου στον διαιτητή και στον προπονητή του. Ο ΜΥ1, Α. Κ., ήταν ο αντίπαλος του Κ στον υπό αναφορά αγώνα που έγινε το επίδικο βράδυ, επιβεβαίωσε ότι ο ίδιος ήταν νικητής και ο Κ ο ηττημένος του εν λόγω αγώνα. Ήταν αναφορά του ΜΥ1 ότι ο αγώνας τελείωσε στις 8:30 το βράδυ και παρουσίασε μάλιστα και φωτογραφία που υποδεικνύει τον ίδιο με τον Κ στον εν λόγω αγώνα. Ανέφερε ότι η οικογένειά του ήταν εκ των διοργανωτών και εντόπισε τον Κ ότι παρέμεινε στον χώρο για να παρακολουθήσει και τους λοιπούς αγώνες. Μάλιστα, σε συγκεκριμένη ερώτηση στο σημείο της αντεξέτασης, επέμενε ο μάρτυρας ότι αποκλείεται να είχε φύγει πριν τις 11: 00 το βράδυ χρησιμοποιώντας ως συσχέτιση τον χρόνο, όπου ο ίδιος και η οικογένειά του είχε αποχωρίσει από τον χώρο διεξαγωγής των αγώνων. Μετά το πέρας της μαρτυρίας η σκυτάλη παραδόθηκε στους συνηγόρους για να θέσουν τις θέσεις τους. Αμφότεροι το έπραξαν με επάρκεια και πληρότητα. Έθεσαν τις θέσεις τους, οι οποίες ως αναμενόταν ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες. Η πλευρά της Υπεράσπισης εισηγούμενη ότι η υπόθεση στηρίζεται αποκλειστικά στην αξιοπιστία του ΜΚ1, καλεί το Δικαστήριο όπως τον κηρύξει αναξιόπιστο με αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας του. Θεωρεί ότι η αντιπαραβολή της μαρτυρίας των δύο μαρτύρων, παραπονούμενου και Κ, καταδεικνύει ότι ο Κ είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ο παραπονούμενους όχι. Στον αντίποδα, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής διαπιστώνει ως μη λογική τη θέση της Υπεράσπισης σε ό,τι αφορά το κίνητρο για την καταγγελία του Κ από τον παραπονούμενο. Εντοπίζει αυτή την ελλείψη λογικής κυρίως στην αναφορά του Κ εν σχέση με την ημερομηνία έναρξης της σχέσης του με τη Μαρία. Σε ότι αφορά την προσθήκη του Άρθρου 21, επικαλείται την υπόθεση Σπύρος Πουτζιουρής ν. Δημοκρατίας.[1] Αξιολόγηση Εξέτασα την μαρτυρία των μαρτύρων με ιδιαίτερη προσοχή. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας.[2] Δεν είναι κάθε αντίφαση που οδηγεί στην απόρριψη μαρτυρίας.[3] Για να κριθεί μια μαρτυρία ως αναξιόπιστη οι αντιφάσεις πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής και να δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση.[4] Οι αντιφάσεις θα πρέπει να είναι ουσιώδεις δηλ. τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη και άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο.[5] Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μία μαρτυρία, η οποία κατά τα άλλα είναι πειστική. Αντίθετα τέτοιες αντιφάσεις δείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τί θα κατέθεταν. [6] Οι αντιφάσεις θα πρέπει δε να αξιολογούνται μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας.[7] Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή Ο παραπονούμενος άφησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν προκύπτει σε καμία περίπτωση μελετώντας τη μαρτυρία του, η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι το όλο συμβάν αποτελεί δημιούργημα της φαντασίας του προς εξυπηρέτηση του σκοπού που του καταλογίζεται από την Υπεράσπιση εν σχέση με τις διαφορές που είχε με την πρώην συμβία του. Ομολογουμένως ο παραπονούμενος εκφράστηκε στο εδώλιο με έναν ιδιαίτερο τρόπο ο οποίος διαφάνηκε να τον χαρακτηρίζει γενικότερα. Παρά ταύτα, αξιολογώντας τη μαρτυρία του δεν μπορώ να περιοριστώ στην ιδιαιτερότητα της έκφρασής του αλλά στην ουσία των αναφορών του, οι οποίες αφενός έπεισαν, αφετέρου κρίνω ότι επιβεβαιώθηκαν. Για να υιοθετηθεί η εισήγηση της Υπεράσπισης περί εσκεμμένης ανάμειξης του K σε ένα επεισόδιο ούτως ώστε να πετύχει καλύτερες διεκδικήσεις με αναφορά στο ανήλικο παιδί του, θα πρέπει να αποδοθούν στον παραπονούμενο δυνατότητες πρόβλεψης του μέλλοντος. Υπάρχει ως θέση της Υπεράσπισης ότι ο Κ και η Μ. δημιούργησαν δεσμό με αφορμή το επίδικο περιστατικό και ότι προηγουμένως ήσαν δύο φίλοι. Μάλιστα, σε συγκεκριμένη ερώτηση της αντεξέτασης, ο Κ ο οποίος έδωσε ένορκη μαρτυρία ανέφερε ότι κανείς δεν θα μπορούσε βλέποντας τον ίδιο και τη Μ. μαζί να αντιληφθεί ότι πρόκειται περί ζευγαριού κατά τον ουσιώδη προς το περιστατικό χρόνο αφού ως χαρακτηριστικά ανέφερε ήταν το επίδικο περιστατικό που τους έφερε κοντά και πρόκειται να νυμφευθούν. Αυτή όμως η εισήγηση δεν μπορεί να εξυπηρετήσει την Υπεράσπιση. Ο παραπονούμενος θα έπρεπε να μπορεί να προβλέψει ότι ο Κ θα ήταν το πρόσωπο που θα δημιουργούσε σχέση με την πρώην συμβία του και θα ήταν το πρόσωπο του οποίου αν προωθούσε εναντίον του παράπονο θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τις θέσεις του στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποδοθεί στον παραπονούμενο, παρά την εξαιρετική εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο, η δυνατότητα να μπορούσε να προβλέψει το μέλλον. Σε ό,τι δε αφορά τις εξηγήσεις που δόθηκαν από τον μάρτυρα για τα της απόσυρσης του παραπόνου του αδελφού του, αυτές κρίνονται ως λογικές αλλά και λογικοφανείς και σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να δεχτώ την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι η απόσυρση του παραπόνου του αδελφού του παραπονούμενου μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο περί κατασκευασμένης ιστορίας. Ούτε έχω αντιληφθεί πως η απόσυρση παραπόνου ενός τρίτου προσώπου, ακόμα και εάν πρόκειται για τον αδελφό του παραπονούμενου, μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία του παραπονούμενου.Οι αναφορές του γίνονται αποδεκτές στην ολότητά τους. Σε ό,τι δε αφορά το ζήτημα που εγείρει κατά το στάδιο των αγορεύσεων η Υπεράσπιση ότι αποδοχή των αναφορών του παραπονούμενου θα οδηγούσε και στο συμπέρασμα ότι ο ίδιος ξυλοκοπήθηκε άγρια κάτι που δεν επιβεβαιώνεται από το ιατρικό πιστοποιητικό, δεν αποτέλεσε σε καμία περίπτωση αντικείμενο της αντεξέτασης του παραπονούμενου από τον Συνήγορο Υπεράσπισης. Μια τέτοια αναφορά που σκοπό έχει να πλήξει την αξιοπιστία του μάρτυρα, πρέπει πρωτίστως να τίθεται σ' αυτόν για να την σχολιάσει και όχι να παραμένει μετέωρη στο στάδιο των αγορεύσεων προς δημιουργία εντυπώσεων. Περαιτέρω πρέπει να τονίσω ότι ο ΜΚ1 ουδεμία αντεξέτασης έτυχε σχετικά με τις αναφορές του κατά την μαρτυρία του ενόρκως ότι του ξυλοδαρμού του προηγήθηκαν συγκεκριμένες απειλές αλλά και «προειδοποιήσεις». Ήταν μάλιστα αναφορές που έγιναν στο στάδιο της αντεξέτασης που ο ΜΚ1 ανέφερε ότι απειλήθηκε τόσο ο ίδιος ευθέως όσο και μέσω τρίτων προσώπων από την Μ. Τόνισε δε ότι οι εν λόγω απειλές έγιναν πιο έντονες τον Ιούλιο 2017 όταν θα εκδιδόταν το προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας με το παιδί. Επιπλέον ανέφερε ότι το απόγευμα της 30/7/21(το απόγευμα δηλαδή που προηγήθηκε του ξυλοδαρμού) είχε απειληθεί από την Μ. όταν του παρέδωσε το παιδί. Το πλέγμα των απειλών στο οποίο αναφέρθηκε ο ΜΚ1 ήταν ότι «Η Μ. δεν είναι πλέον μόνη της και να προσέχω εκεί που πηγαίνω». Αυτές οι αναφορές του ΜΚ1 έμειναν αναντίλεκτες, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση η οποία αναπαύθηκε στην προώθηση της θέσης ότι ο Κ απομπλέκεται από το όλο περιστατικό λόγω της αναφοράς του ότι ουδεμία σχέση διατηρούσε με την Μ. τότε. Τέλος σε ότι αφορά το ζήτημα αναγνώρισης του Κ από τον παραπονούμενο, ο τελευταίος ανέφερε ενόρκως ότι τον είδε το επίδικο βράδυ να είναι στον ίδιο χώρο με την Μαρία και ότι η Μ. τον υπέδειξε με το δάκτυλό της. Μετέπειτα ανέφερε ότι τους εντόπισε να διακινούνται μαζί με αμάξι και έτσι κατάφερε να εντοπίσει τον Κ και να τον αναφέρει στην Αστυνομία. Δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα στάδιο η συγκεκριμένη αναφορά του παραπονούμενου ότι το άτομο που τον κτύπησε το επίδικο βράδυ ήταν το ίδιο με το άτομο που εντόπισε 2 μέρες αργότερα να είναι στο αμάξι με την Μ. και το άτομο που εν τέλει αναγνώρισε τόσο στον Αστυνομικό σταθμό όσο και στο Δικαστήριο. Άλλωστε, αποτελεί παραδεκτό ενώπιο του Δικαστηρίου γεγονός ότι ο Κ αν και πληροφορήθηκε για τα δικαιώματα του αρνήθηκε να συμμετάσχει σε αναγνωριστική παράταξη (Τεκμήριο 9). Είναι επομένως προφανές, ότι, ενόψει της άρνησής του, δεν ήταν πρακτικά εφικτή η διεξαγωγή της, καθώς και ότι για την παράλειψη αυτή δεν ευθύνεται, ούτε η αστυνομία, ούτε ο παραπονούμενος. Κατά συνέπεια, υπό το φως αυτών των δεδομένων, δεν τίθεται θέμα αποκλεισμού της αναγνώρισής του από τον παραπονούμενου στο Δικαστήριο, ζήτημα για το οποίο επαναλαμβάνω δεν αντεξετάστηκε. Παρα ταύτα από την στιγμή που η βάση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής εξαρτάται ουσιαστικά από την αναγνωριστική μαρτυρία, το Δικαστήριο οφείλει να ακολουθήσει τα βήματα που περιγράφονται στη Γενικός Εισαγγελέας v. Ιωάννου[8], στην οποία, με αναφορά στην Turnbull[9] αποσαφηνίζεται ότι : «Κατ' αρχή θα πρέπει να επισημάνουμε ότι θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull, εγείρεται μόνο όταν η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου εξαρτάται, αποκλειστικά ή ουσιαστικά, από την αναγνωριστική μαρτυρία και η ορθότητα της εν λόγω μαρτυρίας αμφισβητείται από την υπεράσπιση................................................................................................................... Η υποστηρικτική μαρτυρία σε θέματα αναγνώρισης υπόπτων πρέπει να έχει προέλευση ανεξάρτητη από το μάρτυρα, τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να υποστηρίξει και ταυτόχρονα να τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους. Δεν εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών της Turnbull και κατ' επέκταση θέμα αναζήτησης υποστηρικτικής μαρτυρίας, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να δεχθεί ως αληθή και να στηριχθεί σ' αυτήν, την εκδοχή του μάρτυρα ότι όντως είδε το δράστη. Σε μια τέτοια περίπτωση το θέμα τελειώνει εκεί. Σε περίπτωση όμως, που ο μάρτυς, όντως είδε το δράστη και το ζητούμενο είναι η ορθότητα της αναγνώρισης του υπόπτου στο πρόσωπο του δράστη, τότε και μόνο τότε, εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull. Κοντολογίς, το θέμα είναι αποκλειστικά θέμα ποιότητας της αναγνωριστικής μαρτυρίας. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι ικανοποιητική σε βαθμό που το δικαστήριο αισθάνεται ασφαλές να στηριχθεί σ' αυτή χωρίς υποστηρικτική μαρτυρία, τότε δεν συντρέχει λόγος αναζήτησης τέτοιας μαρτυρίας. Αν όμως η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης είναι φτωχή, τότε το δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο, εφόσον άλλωστε, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εδράζεται αποκλειστικά ή ουσιαστικά επί της αναγνωριστικής μαρτυρίας, εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία, όχι κατ' ανάγκη αναγνωριστικής φύσης, η οποία τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους (βλ. Younnas
(2012)ENCA CRIM. 2022, στην οποία υιοθετήθηκαν πλήρως οι αρχές της Turnbull).Επομένως, δεν τίθεται θέμα υποχρέωσης ή μη του εκδικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου να αναζητήσει υποστηρικτική μαρτυρία, εφόσον, ούτως ή άλλως, τέτοια μαρτυρία, υπόκειται στη βάσανο της αξιολόγησης αφού αυτή αποτελεί μέρος του συνόλου της μαρτυρίας που κρίθηκε αξιόπιστη. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Turnbull είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο οι σχετικές αρχές πρέπει να τυγχάνουν χειρισμού και το όλο θέμα να προσεγγίζεται:"All these matters go to the quality of the identification evidence. If the quality is good and remains good at the close the accused's case, the danger of a mistaken identification is lessened; but the poorer the quality, the greater the danger. In our judgment when the quality is good, as for example when the identification is made after a long period of observation, or in satisfactory conditions by a relative, a neighbour, a close friend, a workmate and the like, the jury can safely be left to assess the value of the identifying evidence even though there is no other evidence to support it; provided always, however, that an adequate warning has been given about the special need for caution. Were the Courts to adjudge otherwise, affronts to justice would frequently occur ......... When, in the judgment of the trial judge, the quality of the identifying evidence is poor, as for example when it depends solely on a fleeting glance or on a longer observation made in difficult conditions, the situation is very different. The judge should then withdraw the case from the jury and direct an acquittal unless there is other evidence which goes to support the correctness of the identification. This may be corroboration in the sense lawyers use that word; but it need not be so if its effect is to make the jury sure that there has been no mistaken identification .. The trial judge should identify to the jury the evidence which he adjudges is capable of supporting the evidence of identification. If there is any evidence or circumstances which the jury might think was supporting when it did not have this quality, the judge should say so."». (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Έχοντας πάντα κατά νου την αναγκαία αυτοπροειδοποίηση για τον προσεχτικό τρόπο προσέγγισης του ζητήματος της αναγνώρισης και της σημασίας που αυτή μπορεί να έχει στην καταδίκη κάποιου προσώπου, λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης και την σημασία που αυτή η αναγνώριση έχει καταλήγω χωρίς δισταγμό ότι η αναγνώριση του Κ από τον παραπονούμενο είναι τέτοιας ποιότητας που επιτρέπει στο Δικαστήριο να στηριχτεί πάνω σε αυτή για να καταδικάσει τον Κ. Συνοψίζοντας, τόσο τα αναφερόμενα του παραπονούμενου όσο και η σταθερότητα των απαντήσεών και θέσεων του κατά την αντεξέταση, ειδικά με αναφορά στις θέσεις του περί του επίδικου περιστατικού, κατέδειξαν την ειλικρινή στάση του στο εδώλιο του μάρτυρα. Αυτός κρίνεται ως μάρτυρας της αλήθειας και τα όσα ανέφερε αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ2 ομοίως άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η ουσία της μαρτυρίας του έγκειται στην αναφορά του εν σχέση με το παράπονο που υπέβαλε το βράδυ του περιστατικού τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο αδελφός του και κατά πόσο ο Κ είχε εμπλοκή με άλλο πρόσωπο που απασχολούσε την Αστυνομία, ήτοι τον Μ. Γ., γνωστό ως «Μ.». Η μαρτυρία αυτού του μάρτυρα παρέμεινε αναντίλεκτη αφού δεν υποβλήθηκαν οποιεσδήποτε ερωτήσεις από την Υπεράσπιση και συνεπώς τόσο οι αναφορές του εν σχέση με τις γνώσεις του αλλά όσο και οι ενέργειές του στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης, δεν χωρούν αμφισβήτησης. Αυτός κρίνεται ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία από πλευράς της Υπεράσπισης Ο Κ από την άλλη δεν έπεισε με τις αναφορές του. Τα όσα ενόρκως ανέφερε στο Δικαστήριο αποτελούν κατά την κρίση μου εκ των υστέρων σκέψεις. Αρχικά, επαναλαμβάνω τις διαπιστώσεις που καταγράφηκαν πιο πάνω στα πλαίσια αξιολόγησης του παραπονούμενου. Ο Κ ανέφερε ότι τον ουσιώδη χρόνο δεν διατηρούσε οποιονδήποτε δεσμό με τη Μ. Αυτό όμως καταρρίπτει και την εισήγησή του ότι ο σκοπός της καταγγελίας του ήταν να πληγεί η Μ. στα μάτια του Δικαστή που θα εκδίκαζε την υπόθεση για το ανήλικο τέκνο του παραπονούμενου και της Μ. στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Είναι χωρίς δισταγμό που καταλήγω ότι οι αναφορές του Κ επί τούτου μοναδικό στόχο και σκοπό είχαν την απαλλαγή του. Έχοντας ως μέριμνα και έγνοια την προστασία του από οποιανδήποτε ποινική ευθύνη με δεδομένη τη μαρτυρία του παραπονούμενου, ότι δηλαδή εντόπισε τη Μ. να τον υποδεικνύει πριν το επεισόδιο του ξυλοδαρμού του, εισήγαγε αυτήν τη θέση για να καταδείξει ότι δεν υπήρχε περιθώριο ενέργειάς του με αυτόν τον τρόπο. Περαιτέρω διαπιστώνω ότι ο Κ φρόντισε να αναφέρει στο Δικαστήριο με έναν εποικοδομητικά ασαφή τρόπο πού βρισκόταν εκείνο το βράδυ. Ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του άφησε να νοηθεί ότι ήτο απασχολημένος σε αγώνες MMA κατά τον ουσιώδη του επεισοδίου χρόνο ή κατά το ελάχιστο δίχως να εξακριβώσει το χρονικό πλαίσιο, κατά την αντεξέταση προέκυψε ότι ο υπό αναφορά αγώνας ήταν διάρκειας κάτω των 10 λεπτών και τελείωσε πριν τις 21:00 το βράδυ, ώρες πριν δηλαδή την εξέλιξη του επίδικου συμβάντος. Πέραν τούτου, κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι ήταν τόσο βαριά τραυματισμένος από τον εν λόγω αγώνα που δεν θα μπορούσε να μεταβεί πουθενά εκείνο το βράδυ παρά μόνο στην οικία του για περίθαλψη. Ακολούθως όμως, ανέφερε ότι παρέμεινε εντός του αθλητικού χώρου για μακράν περίοδο (περί των 3 επιπρόσθετων ωρών) παρακολουθώντας άλλους αγώνες. Συνεπώς, και εδώ ελέγχεται η μαρτυρία του Κ. Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι η μαρτυρία του αποτελούσε ένα μείγμα θέσεων και τοποθετήσεων κατά το δοκούν για να μπορέσει να απαλλαγεί των ευθυνών του δημιουργώντας στην πορεία μια αλυσίδα ψεύδους το οποίο αποκαλύφθηκε στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας. Δηλαδή, αναφέροντας αναληθώς το πότε προέκυψε η σχέση του με τη Μ., επιβεβαίωσε στην ουσία την έλλειψη του κίνητρου που ο ίδιος απέδωσε στην πλευρά του παραπονούμενου για την καταγγελία του, κατά δεύτερο αναφερόμενος στην παρουσία του σε άλλον χώρο όταν χρονικά αποκαλύφθηκε ότι δεν εξυπηρετείτο το άλλοθι που ήθελε να προβάλει, τοποθετεί τον εαυτό του στις κερκίδες των αγώνων για ώρες μετά τον δικό του αγώνα, αναιρώντας την θέση του ότι οι τραυματισμοί του δεν του επέτρεπαν να μεταβεί πουθενά το εν λόγω βράδυ εκτός από την οικία του. Χαρακτηριστικά ανέφερε στο αρχικό στάδιο τη αντεξέτασης του ότι: (παρατίθεται αυτολεξεί) Ε: Στις 31/07/17, εγώ σου λέω ότι ήσουν στο club bar Lush στο Μακένζυ Α: Τη συγκεκριμένη μέρα είχα αγώνα box και περίπου πήγα η ώρα 12:00 τη νύχτα στο σπίτι. Ήμουν τόσο κουρασμένος αλλά και κτυπημένος γιατί έχασα τον αγώνα που πραγματικά μετα δυσκολίας πήγα στο σπίτι μου και το μόνο που θυμούμαι που έκανα που πήγα σπίτι μου και το μόνο που θυμούμαι που έκανα που πήγα σπίτι με προέτρεψε ο προπονητής μου να γεμώσω μια κούπα πάγο και να βάλω την κεφαλή μου μέσα από τα πολλά χτυπήματα που είχα. Είναι χωρίς δισταγμό που καταλήγω ότι, η εκδοχή του Κ βρίθει αντιφάσεων και δεν έχω καμία αμφιβολία στο μυαλό μου ότι ο ίδιος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Η εκδοχή του απορρίπτεται στην ολότητά της. Το ίδιο ισχύει και για τον ΜΥ
- Ήταν φανερό ότι η παρουσία του στο Δικαστήριο έγινε κατά αποκλειστικότητα για εξυπηρέτηση των σκοπών της Υπεράσπισης, τους οποίους όμως δεν εξυπηρέτησε. Οι αναφορές του ιδίου στόχο είχαν να τοποθετήσουν τον Κ στον χώρο των αγώνων μέχρι αργά το βράδυ. Αφενός δεν πείθει η αναφορά του ότι θυμόταν συγκεκριμένα τον παραπονούμενο να είναι στους αγώνες μέχρι αργά το βράδυ. Ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε για πρώτη φορά στο συμβάν αυτό στο Δικαστήριο, αφού δεν έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, εν έτη 2021, πέραν των 41/2 ετών μετά το συμβάν. Κατά την αντεξέταση του δε κατέρριψε τις αναφορές του Κ ότι αυτός ήταν τόσο τραυματισμένος που δεν μπορούσε να συνεχίσει την πορεία του μετά το πέρας του αγώνα με τον ΜΥ
- Άλλωστε στην τελευταία ερώτηση της αντεξέτασης κατά πόσο ο Κ ήταν αρκετά καλά για να παρακολουθήσει τους αγώνες που ακολούθησαν ανέφερε χωρίς δισταγμό πως ήταν. Σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να στηριχθώ στις αναφορές του προς εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων. Συνακόλουθα, τα όσα ανέφερε δεν γίνονται αποδεχτά. Ευρήματα Κατά ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 31/07/2017 ο παραπονούμενος Π. Τ. μαζί με τον αδελφό του και μια γυναίκα, μετέβηκαν στην περιοχή Μακένζι στη Λάρνακα στο νυχτερινό κέντρο με την ονομασία «Lush». Στον ίδιο χώρο βρισκόταν και η Μ. Κ. με την οποία ο παραπονούμενος είχε αποκτήσει μετά από σχέση παιδί εκτός γάμου ηλικίας 13 μηνών κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η Μ. σε κάποια στιγμή υπέδειξε τον παραπονούμενο στον Κ ο οποίος ήταν στον ίδιο χώρο μαζί της. Ακολούθως, ένας άνδρας, τον οποίο ο παραπονούμενος ουδέποτε είδε τον έπιασε από τον λαιμό κάνοντάς του κεφαλοκλείδωμα και τον χτυπούσε με το άλλο χέρι στο κεφάλι λέγοντάς του να κάτσει ήσυχος. Κατά τον χρόνο που αυτός ο άνδρας τον κτυπούσε, ήρθε ο Κ κοντά του και με το χέρι του τον κτύπησε στο κεφάλι. Ακολούθως, ένα τρίτο πρόσωπο, τον κτύπησε επίσης στο κεφάλι και τον τράβηξε από τη φανέλα με σκοπό να τον απομακρύνει από τον χώρο. Ο ίδιος σε αντίσταση σε αυτές τις ενέργειες προσπάθησε να κρατηθεί από τα τραπεζάκια και ενώ σερνόταν ο Κ ήρθε κοντά του και άρχισε να του δίνει γροθιές στο πρόσωπο και κλοτσιές στο υπόλοιπό του σώμα. Ο παραπονούμενος πήρε εμβρυακή στάση και ένιωθε να του επιτίθονται και άλλα πρόσωπα χωρίς να μπορούσε να τα δει. Ακολούθως, τον οδήγησαν έξω από τον χώρο και συνέχισαν να τον κτυπούν και όταν επενέβησαν τρίτα πρόσωπα κατάφερε να φύγει και να πάρει τηλέφωνο την Αστυνομία. Εξετάστηκε το ίδιο βράδυ στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας όταν και διαπιστώθηκε ότι έφερε πολλαπλές εκδορές δεξιά σε αγκώνα και ώμο με έντονη κεφαλαλγία (Τεκμήριο 5) και ακολούθως την ίδια μέρα, μετά τις 15:00 τ, μετά από επεισόδια εμετών και άλγος στη νεφρική χώρα εξετάστηκε εκ νέου όπου και επιβεβαιώθηκαν οι εκδορές δεξιά στον αγκώνα και διαπιστώθηκαν και εκδορές στην μετωπιαία χώρα (Τεκμήριο 11). Έκανε αργότερα το παράπονό του στην Αστυνομία μαζί με τον αδελφό του και στις 02/08/17 αναγνώρισε τον Κ στην παρουσία του Αστυφύλακα 590 M. Ανδρέου ως ένα από τα πρόσωπα που τον χτύπησαν. Νομική Πτυχή Αν και αποτελεί βασική νομική γνώση να λεχθεί ότι το βάρος απόδειξης της κατηγορίας το φέρει η κατηγορούσα αρχή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του Κ. Ο Κ δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε.[10] Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία η αθώωση είναι μονόδρομος.[11] Το αδίκημα που ο Κ αντιμετωπίζει στηρίζεται στα άρθρα 243[12] και 21[13]. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που το άρθρο 243 δημιουργεί είναι δυο : η επίθεση, κατά το άρθρο 242 του ποινικού κώδικα, αποτέλεσμα της οποίας είναι η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης .Το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα στοιχειοθετείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα. Στην υπόθεση R. v. Vienna[14] τέθηκαν οι νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης, δε χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας[15] το άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης, με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας, χωρίς νομικό έρεισμα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί και χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο.[16] Όταν, ως αποτέλεσμα της επίθεσης - υπό την έννοια όσων αναφέρονται πιο πάνω - προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη στοιχειοθετείται το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης , κατά το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα. Στο σύγγραμμα Russel on Crime[17] αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ορισμός της πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ σημειώνεται ότι αυτή μπορεί να σημαίνει εσωτερικές ή εξωτερικές κακώσεις. Ωστόσο, στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας[18] αναφέρεται ότι μια επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα, ήταν αρκετά για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα αποτελεί επίσης, όπως προαναφέρθηκε, νομική βάση στήριξης της κατηγορίας. Η Κατηγορούσα Αρχή ισχυρίζεται ότι οι ο Κ ήταν ένας εκ των τριών ατόμων που επιτέθηκαν στον παραπονούμενο έχοντας διαμορφώσει κοινό σκοπό προς τούτο, ήτοι την πρόκληση σωματικής βλάβης στον ΜΚ1 και υπέχει ευθύνη με βάση το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα. Στην υπόθεση Γεώργιος Νικολάου ν. Δημοκρατίας[19], καθορίζεται η διαφορά του άρθρου 21 από το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα καθώς και ποιες είναι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου
- Ο Χ" Χαμπής, Δ., αναφέρει στις σελίδες 493-494: "Διαφέρει δε και από το άρθρο 20 κατά το ότι εκείνο καθορίζει την κοινή ευθύνη προσώπων που συμμετέχουν στη διάπραξη συγκεκριμένου αδικήματος. Η παρανομία της πράξης που συναρτάται προς την κοινή επιδίωξη του άρθρου 21, σε αντίθεση με το άρθρο 20, αναφέρεται όχι στο συγκεκριμένο αδίκημα, όπως στην περίπτωση του άρθρου 20, ή στην οποιαδήποτε συγκεκριμένη ενέργεια, αντικριζόμενη αφ΄ εαυτής και μεμονωμένα, που γίνεται στα πλαίσια της πραγμάτωσης του επιδιωκόμενου σκοπού και συνιστά το εξεταζόμενο αδίκημα, αλλά στον ίδιο τον επιδιωκόμενο σκοπό. Το κρινόμενο δεν είναι λοιπόν αν ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι ο ίδιος ποινικό αδίκημα (έστω και αν είναι, όπως θα ήταν η παράνομη σύλληψη του Σπύρου), αλλά αν το εξεταζόμενο αδίκημα, την κοινή ευθύνη για το οποίο καθορίζει το άρθρο 21, προέκυψε ως πιθανή συνέπεια στα πλαίσια της πραγμάτωσης του κοινού παράνομου σκοπού. Εδώ ο κοινός επιδιωκόμενος σκοπός ήταν η σύλληψη του Σπύρου , που καθίστατο παράνομος ως εκ του ότι οι εφεσείοντες ομολογουμένως δεν είχαν δικαίωμα να τον συλλάβουν ως λαθροκυνηγούντα. Η παρανομία της κοινής αυτής επιδίωξης καθιστούσε υπεύθυνους και τους δύο για κάθε επί μέρους ενέργεια τους στα πλαίσια της πραγμάτωσης της και εφ΄ όσον η εν λόγω ενέργεια δεν εξήρχετο των πλαισίων της επιδίωξης του παράνομου κοινού σκοπού. Η νομολογία δείχνει καθαρά ότι, εφ΄ όσον το τελικό αποτέλεσμα είναι στα πλαίσια εκείνα ως πιθανή συνέπεια, φέρουν ευθύνη όλοι οι συμμετέχοντες στον κοινό σκοπό παρά το ότι η πράξη αυτή καθ΄ αυτή που συνιστά το αδίκημα έγινε μόνο από τον ένα. (ίδε Πουτζιουρης, ανωτέρω, Rossides v, Republic
(1983)2 CLR 391). Mάλιστα η αγγλική νομολογία επεκτείνει την αρχή αυτή και σε ασυνήθεις συνέπειες της εκτέλεσης του κοινού σκοπού, εφ΄ όσον βέβαια συνεχίζουν να είναι στα πλαίσια του κοινού σκοπού και δεν συνιστούν συνέπειες υπέρβασης του (οπότε και η αιτιατή σχέση θα διερρηγνύετο) - R. v. Anderson and Morris
(1966)2 Αll. Ε.R. 644.» Η πιο πάνω περικοπή αναφέρεται και στην υπόθεση Σπύρος Πουτζιουρής. ν. Δημοκρατίας[20]. Από μελέτη της εν λόγω εξάγονται οι πιο κάτω γενικές αρχές:
- Η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να αποδείξει όχι μόνο ότι καθένας από τους κατηγορούμενους είχε τον ίδιο σκοπό με τους συγκατηγορούμενους του, αλλά ότι ο σκοπός αυτός ήταν κοινός μεταξύ τους,
- Δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση η ύπαρξη προκατασκευασμένου σχεδίου. Μπορεί να δημιουργηθεί κοινός σκοπός ακόμα και σε περιπτώσεις ξαφνικής συμπλοκής
- Πότε είναι δυνατόν στην κάθε περίπτωση να εξαχθεί με την απαιτούμενη βεβαιότητα η ύπαρξη συγκεκριμένου σκοπού μεταξύ συγκατηγορούμενων προσώπων, είναι θέμα πραγματικό το οποίο εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης Όταν κάποιος από τους συγκατηγορούμενους υπερβαίνει τα όρια του κοινού σκοπού σε βαθμό μη αναμενόμενο, τότε δεν μπορούν να θεωρηθούν όλοι υπόλογοι. Πολύ πρόσφατα στην υπόθεση Χατζηξενοφώντος ν. Αστυνομίας[21] το Εφετείο επιβεβαιωσε τις αρχές της υπόθεσης Πουτζουρής με αναφορά και σε αγγλική νομολογία[22] Από την άλλη όμως, καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο δεν έχει την υποχρέωση να προβαίνει σε εικασίες ως προς το ποίος ήταν ο συμφωνημένος βαθμός χρήσης βίας στα πλαίσια του επιδιωκόμενου κοινού σκοπού. Τα άτομα που επιλέγουν να λάβουν μέρος σε τέτοιου είδους εγκλήματα, πρέπει να αντιληφθούν ότι κινδυνεύουν να υποστούν όλες τις συνέπειες που οι πράξεις τους θα επιφέρουν. Στην Ιωάννης Μιχαήλ Πεύκος ν. Δημοκρατίας[23] λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Ordinary good sense, concerned with public safety, and the suppression of crime, would clearly, I think, have it that way; the Common Law, originating in good common sense, has it that way; and our codified law in the form of sections 20 and 21 of the Criminal Code, emanating from the Common Law, provides that each of such persons is deemed to have committed the offence, actually committed by his mate. Persons choosing to take part in crimes such as the subject matter of this case, must realize that they draw upon them all the risks which may result from such expeditions. And they should further know, that the law in such matters, does not require the Court to enter into speculations, as to what exactly was the agreed violence; or as to where the violence for the one crime ended, and that for the other crime commenced." Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, προκύπτει αβίαστα ότι οι ενέργειες των τριών προσώπων έναντι στον παραπονούμενο ως ανωτέρω στα ευρήματα του Δικαστηρίου περιγράφονται αποτελούν την από κοινού επιδίωξη του παράνομου σκοπού της επίθεσης στον παραπονούμενο. Συγκεκριμένα η ενέργεια του πρώτου άνδρα να κάμνει κεφαλοκλείδωμα στον παραπονούμενο και να τον χτυπήσει με το άλλο χέρι στο κεφάλι ακολουθούμενη από την ενέργεια του Κ να τον κτυπήσει με το χέρι του στο κεφάλι και στην συνέχεια την ενέργεια του τρίτου άνδρα να τον κτυπήσει στο κεφάλι και να τον τραβήξει από τη φανέλα με σκοπό να τον απομακρύνει από τον χώρο σε συνδυασμό με την εκ νέου επέμβαση του Κ να τον γρονθοκοπήσει στο πρόσωπο και να τον λακτίσει στο υπόλοιπό του σώμα καταδεικνύουν κοινή πρόθεση των τριών αυτών ατόμων για την επιδίωξη από κοινού του παράνομου σκοπού της επίθεσης του παραπονούμενου. Οι πιο πάνω ενέργειες των τριών ατόμων αποτελούν εκ προθέσεως άσκηση βίας εκ μέρους τους εναντίον του παραπονούμενου, η οποία ασκήθηκε παράνομα και προφανώς, χωρίς τη συγκατάθεση του τελευταίου. Οι δε πολλαπλές εκδορές δεξιά σε αγκώνα και ώμο που εντοπίστηκαν από τον ιατρό που εξέτασε τον παραπονούμενο αμέσως μετά του περιστατικού αποτελούν πραγματική σωματική βλάβη. Με δεδομένο ότι δεν έχει υποστηριχθεί πως αυτές είτε προϋπήρχαν είτε προήλθαν οποτεδήποτε μετά το επίδικο περιστατικό είναι φανερό, ότι αποτελούν απότοκο της επίθεσης που είχε δεχθεί ο ΜΚ1 από τους τρεις άνδρες. Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία καταδεικνύει ότι ικανοποιούνται οι προυποθέσεις για να κριθεί ένοχος ο Κ κατ' εφαρμογή του Άρθρου 21 του Ποινικού Κώδικα ως ένα από τα πρόσωπα που επιτέθηκαν και ξυλοκόπησαν τον παραπονούμενο το επίδικο βράδυ. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως έχουν προκύψει από την αξιόπιστη μαρτυρία καταδεικνύουν ότι ο Κ συμμετείχε σε μια συντονισμένη ενέργεια με δύο άλλα πρόσωπα οι οποίοι επιτέθηκαν και χτύπησαν τον παραπονούμενο. Ως έχω προαναφέρει δεν απαιτείται η απόδειξη ύπαρξης προκατασκευασμένου σχεδίου. Εν προκειμένω ο κοινός σκοπός είναι έκδηλος από τις περιγραφόμενες ενέργειες των τριών ατόμων.[24] Τα χτυπήματα και λακτίσματα που ο παραπονούμενος δέκτηκε από τα τρία άτομα που του επιτέθηκαν με την σειρά οδήγησαν στον τραυματισμό του. Το αναπόφευκτο και μοναδικό συμπέρασμα που είναι λογικά δυνατό να εξαχθεί από τη αξιοπιστη μαρτυρία αυτή είναι ότι ο τραυματισμός του παραπονούμενου ήταν πιθανή συνέπεια της από κοινού επιδίωξης των τριών προσώπων που επιτέθηκαν στον παραπονούμενο. Από την δε ενωπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία δεν προκύπτει ότι σε οποιοδήποτε στάδιο ότι ο Κ αποσύρθηκε από την συμμετοχή του στην επίθεση κατά του παραπονούμενου. Συνακόλουθα ικανοποιούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που ο Κ αντιμετωπίζει και αυτός κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......................................... Ε.Ευθυμιου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]
(1992)2ΑΑΔ σελίδα 309. [2] Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, 172, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, 1061 [3] Αγαθοκλέους κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 316, 323 [4] Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη, Πολ. Έφεση 195/2009, 30/5/2014, ECLI:CY:AD:2014:A361 [5] Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, 401 [6] Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 143, 155 και Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689 [7] Νικολαϊδης v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 645, 654 [8]
(2013)2 Α.Α.Δ 601 [9] [1976] 63 Cr. App. Rep. 132, [10] Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ismail, Π.Ε. 228/15-245/15, 248/15-255/15, 17/10/2016, σελ. 33-34 και Crown Court Bench Book, Directing the Jury, Judicial Studies Board, 2010, σελ. 16 [11] Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, 172, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, 1061 [12] Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» [13] Αν δύο ή περισσότεροι διαμορφώσουν κοινή πρόθεση για την επιδίωξη από κοινού κάποιου παράνομου σκοπού και κατά την επιδίωξη του σκοπού αυτού διαπραχτεί ποινικό αδίκημα τέτοιας φύσης, ώστε η διάπραξή του να ήταν πιθανή συνεπεία της επιδίωξης του πιο πάνω σκοπού, ο κάθε ένας από αυτούς, θεωρείται ότι διέπραξε το ποινικό αδίκημα. [14]
(1975)3 All E.R. 788 [15]
(2003)2 Α.Α.Δ. 574, [16] . R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445] και Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1280. [17] σελ. 629 [18]
(1985)2 Α.Α.Δ. 56 [19]
(2000), 2 ΑΑΔ 482 [20]
(1990), 2 ΑΑΔ 309 [21] Ποιν.Εφεση 26/20, ημερομηνίας 6/10/21 [22]R. v. Anderson & Morris [1966] 2 All E.R. 644 R. v. Powell
(1999)1 A.C.1, R v. Smith
(1962), Crim. L.R. 43. [23]
(1961), 2 ΑΑΔ 340 [24] Γεώργιος Γιαννή Ρωσσίδης ν. Δημοκρατίας
(1983), 2 ΑΑΔ 391 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο