← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 6931/20, 21/3/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 6931/20, 21/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου , Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6931/20 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ -ν- ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ Ημερομηνία: 21/3/2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Κουμπαρή Για την Κατηγορούμενη: κ. Θεοδώρου Η Κατηγορούμενη παρούσα AΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο και η προσαχθείσα μαρτυρία Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του Άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα. Καταλογίζεται στην κατηγορούμενη ότι στις 14/07/20 στις 14:30 το μεσημέρι στην οδό Βασίλη Αυγερινού στη Λάρνακα, εξύβρισε τη Μαρία Χρυσάνθου («η παραπονούμενη») με τη φράση «πουτάνα», (πρώτη κατηγορία). Περαιτέρω, καταλογίζεται στην κατηγορούμενη ότι στις 16/07/20 στην οδό Σόλωνα Μιχαηλίδη στη Λάρνακα και πάλι εξύβρισε την παραπονούμενη με τη φράση «πουτάνα». Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση στα πλαίσια της οποίας κατέθεσε μόνο η παραπονούμενη και όταν κλήθηκε σε απολογία κατέθεσε ενόρκως και η κατηγορούμενη. Η παραπονούμενη (ΜΚ1) ανέφερε στο Δικαστήριο ότι από το 2018 ήταν δέκτης βρισιών και απειλών από την κατηγορούμενη οι οποίες εκκίνησαν μετά από καταγγελία που έκανε στο ΤΑΕ Λάρνακας εναντίον του πατέρα της. Ήταν προσεκτική η μάρτυς να μην αναφερθεί στο περιεχόμενο εκείνης της καταγγελίας κατά την ένορκη της μαρτυρία, αρκέστηκε στο να επισημάνει ότι η ποινική υπόθεση εναντίον του πατέρα της κατηγορούμενης εκκρεμεί. Αναφέρθηκε δε συγκεκριμένα σε δύο περιστατικά, το πρώτο στις 14/07/20 η ώρα 14:30 όταν ενώ επέστρεφε από το διάλειμμα πίσω στην εργασία της, σε κάποιο σημείο του δρόμου το αυτοκίνητό της με το αυτοκίνητο που οδηγούσε η κατηγορούμενη συναντήθηκαν στη διασταύρωση και ενώ η κατηγορούμενη πέρασε με το αυτοκίνητό της δίπλα από την ίδια, την έβρισε με τη φράση «πουτάνα» και έφυγε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δύο μέρες αργότερα, ενώ καθόταν έξω στη βεράντα του σπιτιού της, η κατηγορούμενη βρισκόταν εντός του οχήματός της και πέρασε έξω από το σπίτι της ελαττώνοντας ταχύτητα και αφού άνοιξε το παράθυρο του οδηγού απευθύνθηκε προς το μέρος της και της φώναξε «πουτάνα». Ακολούθως κατευθύνθηκε στο σπίτι της η κατηγορούμενη το οποίο όπως εξήγησε η παραπονούμενη είναι σχεδόν απέναντι από το δικό της. Κατά την αντεξέταση η ΜΚ1 επανέλαβε τις συνθήκες των δύο επεισοδίων και αρνήθηκε τη θέση της Υπεράσπισης ότι η καταγγελία έγινε εκδικητικά. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης, εστιάστηκε στην αληθοφάνεια της εκδοχής της ΜΚ1 με έμφαση στο πρώτο περιστατικό υποβάλλοντας στη μάρτυρα ότι σε καλοκαιρινή περίοδο θα ήταν αδύνατον για την ίδια ακόμα και να βρίζετο να άκουγε το τι θα της έλεγε η κατηγορούμενη η οποία βρισκόταν στο όχημά της σύμφωνα με τις αναφορές της ίδιας της παραπονούμενης. Η κατηγορούμενη ως προανέφερα επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Αναφέρθηκε στην καταγγελία που η παραπονούμενη έκανε εναντίον του πατέρα της δίδοντας η ίδια περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με αυτήν εξηγώντας ότι ο πατέρας της είχε συνάψει ερωτικό δεσμό με την παραπονούμενη και όταν επέλεξε την οικογένειά του από την παραπονούμενη, η ίδια προσπαθούσε να τους εκδικηθεί. Ήταν η θέση της ότι στις 14/07/20 δεν βρισκόταν στην οδό Βασίλειου Αυγερινού και ότι στις 16/07 όντως πέρασε μπροστά από την οικία της παραπονούμενης αφού είναι ο δρόμος για να μεταβεί στη δική της οικία αλλά δεν αναφέρθηκε καθόλου στην ίδια και δεν την εξύβρισε. Αξιολόγηση Είναι γνωστό τοις πάσι ότι το βάρος απόδειξης της κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του Κ. Ο Κ δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε.[1] Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία η αθώωση είναι μονόδρομος.[2] Εξέτασα την μαρτυρία των μαρτύρων με ιδιαίτερη προσοχή. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας.[3] Δεν είναι κάθε αντίφαση που οδηγεί στην απόρριψη μαρτυρίας.[4] Για να κριθεί μια μαρτυρία ως αναξιόπιστη οι αντιφάσεις πρεπει να είναι ουσιαστικής μορφής και να δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση.[5] Οι αντιφάσεις θα πρέπει να είναι ουσιώδεις δηλ. τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη και άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο.[6] Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μία μαρτυρία, η οποία κατά τα άλλα είναι πειστική. Αντίθετα τέτοιες αντιφάσεις δείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τί θα κατέθεταν. [7]Οι αντιφάσεις θα πρέπει δε να αξιολογούνται μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας.[8] Χωρίς περιστροφή καταλήγω ότι η ΜΚ1 ήταν μάρτυρας της αλήθειας ενώ η εκδοχή της κατηγορούμενης απορρίπτεται συλλήβδην. Η ΜΚ1 ήταν συνεπής και σταθερή στις θέσεις και απαντήσεις της καθ' όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης. Θετική δε εντύπωση προκάλεσε στο Δικαστήριο η επιλογή της να μην αναφερθεί καθόλου στο ζήτημα της καταγγελίας που η ίδια έκανε στον πατέρα της κατηγορούμενης η οποία ενίσχυε σοβαρά τη θέση της για τους λόγους που η κατηγορούμενη την εξύβρισε και μάλιστα με τη συγκεκριμένη λέξη και το όλο ζήτημα αναφέρθηκε από την ίδια την κατηγορούμενη στο Δικαστήριο. Διέκρινα δε μια εμφανή κούραση και απόγνωση της παραπονούμενης στο εδώλιο του μάρτυρα σε ό,τι αφορούσε τη θέση της ότι είναι δέκτης συχνών και καθημερινών ύβρεων από την κατηγορούμενη. Αυτή της η θέση ήταν τόσο πηγαία που έδωσε στο Δικαστήριο την εικόνα ότι η προσέγγιση στο όλο θέμα της παραπονούμενης και η καταγγελία των επίδικων περιστατικών, ήταν μια απέλπιδα προσπάθεια για να απαλλαγεί απ' αυτού του είδους τις συμπεριφορές. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η παραπονούμενη ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Ο τρόπος και η στάση της στο εδώλιο του μάρτυρα κατέδειξαν ότι η καταγγελία της στηρίχθηκε σε πραγματικά γεγονότα αλλά και ότι η ίδια δεν είχε οποιονδήποτε αλλότριο σκοπό προωθώντας αυτήν την υπόθεση. Όπως διαφάνηκε τόσο από τη λακωνική αναφορά της ίδιας όσο και από τις αναφορές μετέπειτα της κατηγορούμενης ενόρκως, η καταγγελία από την παραπονούμενη εναντίον του πατέρα της κατηγορούμενης έγινε το 2018 και αρκετό καιρό πριν την καταγγελία του επίδικου περιστατικού ενώ δε με τα όσα μετά η κατηγορούμενη διευκρίνισε ενόρκως, δεν προκύπτει κίνητρο εκδίκησης της κατηγορούμενης από την παραπονούμενη. Η κατηγορούμενη άφησε τη χειρότερη εντύπωση στο Δικαστήριο. Η στάση της στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν άβολη, δεν απηύθυνε ποτέ το βλέμμα της στο Δικαστήριο ενώσω έδιδε ένορκη μαρτυρία και κατά την αντεξέταση κοίταζε με αγωνία προς το πλευρό του Συνηγόρου Υπεράσπισης ο οποίος όμως δεν έδωσε κανένα δικαίωμα στην κατηγορούμενη προς αυτήν την κατεύθυνση. Η δε έντονη θέση της ότι ο πατέρας της προτίμησε τη δική του οικογένεια έναντι της παραπονούμενης, τόσο ο τρόπος με τον οποίο λέχθηκε όσο και η χροιά του ύφους και της στάσης της, καταδείκνυαν μια φανερή εμπάθεια στο πρόσωπο της παραπονούμενης και επιβεβαίωσαν τα όσα η παραπονούμενη είχε προηγουμένως περιγράψει σε σχέση με τη στάση της κατηγορούμενης έναντι της ίδιας. Αν και κατηγόρησε ευθέως την παραπονούμενη για κίνητρο εκδίκησης προς το προσωπό της, αναφορά η οποία δεν έπεισε, το μόνο κίνητρο που μπορεί να εντοπισθεί από τις αναφορές της ίδιας της κατηγορούμενης, είναι κίνητρο εκδίκησης της κατηγορούμενης προς την παραπονούμενη αφού ήταν φανερό από τη μαρτυρία της ότι την κατηγορούσε για τη διασάλευση των οικογενειακών της σχέσεων. Χωρίς δισταγμό απορρίπτω τα όσα έχει αναφέρει ενώπιον του Δικαστηρίου και συνακόλουθα η μαρτυρία της κρίνεται ως αναξιόπιστη. Ευρήματα Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και αποδεχόμενη και στηριζόμενη πλήρως στη μαρτυρία της μοναδικής Μάρτυρος Κατηγορίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 14/07/20 η ώρα 14:30, ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στο όχημά της με αριθμούς εγγραφής [ ] και κινείτο στην οδό Βασίλειου Αυγερινού κατευθυνόμενη προς το ύψος της διασταύρωσης που υπάρχει στην εν λόγω οδό, η κατηγορούμενη η οποία επέβαινε στο δικό της όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ],ενώ πέρασε από δίπλα της ελάττωσε ταχύτητα, την αποκάλεσε «πουτάνα» και ακολούθως έφυγε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Επιπρόσθετα, στις 16/07/20 περί τις 21:00, ενώ η παραπονούμενη καθόταν στη βεράντα του σπιτιού της, η κατηγορούμενη η οποία επέβαινε στο αυτοκίνητό της με αριθμούς εγγραφής [ ] ,περνώντας έξω από την οικία της ελάττωσε ταχύτητα, άνοιξε το παράθυρο του οδηγού, έστριψε το κεφάλι της προς το μέρος της παραπονούμενης και την αποκάλεσε «πουτάνα». Νομική πτυχή και Συμπεράσματα Αμφότερες οι κατηγορίες καταλογίζουν στην κατηγορούμενη το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης το οποίο διέπεται από το άρθρο 99 του Κεφ.154.[9] Από το λεκτικό του άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα (α)Ο Κ να εξυβρίσει άλλο πρόσωπο (β) σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο (γ) με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Σε ότι αφορά τον «δημόσιο χώρο»[10] έννοια του όρου καθορίζεται αφενός στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ.154 αφετέρου έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας [11]. Στην υπόθεση Αχιλλέως v. Αστυνομίας[12] αποφασίστηκε ότι το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Επίσης, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει υποδείξει[13] πως το κριτήριο είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί. Περαιτέρω, είναι αποδεκτό ότι δεν χρειάζεται μαρτυρία ειδικού από την Κατηγορούσα Αρχή για να ερμηνεύσει την υβριστική φράση, δεδομένου ότι ο παραπονούμενος κατάλαβε τι του λέχθηκε και θεώρησε την φράση υβριστική. Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Bolster ν.Αστυνομίας[14], η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Ο Ποινικός Κώδικας δεν καθορίζει τι ακριβώς αποτελεί εξύβριση και έχει κριθεί ως ζήτημα πραγματικό και ως τέτοιο που είναι αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο που χρησιμοποιείται είναι αντικειμενικό. Όπως ειπώθηκε στην αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens[15] "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it." Έλαβα υπόψη μου σε ό,τι αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της εξύβρισης και τα λεχθέντα στην προαναφερθείσα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Έχοντας υπ' όψιν μου τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία, αδιαμφισβήτητα η λέξη «πουτάνα» [16] που η κατηγορούμενη σε δυο περιπτώσεις εκστόμισε προς την παραπονούμενη ήταν υβριστική[17] και χυδαία καθότι, υποβιβάζει και μειώνει την αξιοπρέπεια του προσώπου στο οποίο απευθύνεται και αναμφίβολα το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται ενδέχεται να αντιδράσει στο άκουσμα της αναφοράς επιθετικά. Δεν είναι αναγκαίο ως άλλωστε ανωτέρω αναφέρεται να αποδειχθεί ότι πράγματι το εν λόγω πρόσωπο επιτέθηκε προς τον κατηγορούμενο το οποίο εκστόμισε την υβριστική λέξη, αρκεί μόνο να αποδειχθεί το ενδεχόμενο τέτοιας αντίδρασης προς το οποίο και ικανοποιούμαι. Συνακόλουθα, δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι πράγματι άτομα τα οποία βρίσκονταν άκουσαν την εν λόγω αναφορά αλλά το μόνο που αρκεί να αποδειχθεί είναι ότι υπήρχε η δυνατότητα να την ακούσουν. Σε ότι δε αφορά το νομοθετικό προαπαιτούμενο, αυτή η αναφορά να έγινε σε δημόσιο χώρο αυτό ικανοποιείται για αμφότερα τα περιστατικά. Κατά το πρώτο περιστατικό η κατηγορούμενη και η παραπονούμενη βρίσκονταν εντός δημόσιου δρόμου και συγκεκριμένα στην οδό Βασίλειου Αυγερινού και στη δεύτερη περίπτωση σε εξωτερική βεράντα επί της οδού Σόλωνα Μιχαηλίδη. Κατά την δε πρώτη περίπτωση, η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία καταδεικνύει ότι τον ουσιώδη χρόνο υπήρχαν πολλά οχήματα που κινούνταν στην υπό αναφορά οδό αφού εκτεταμένα αντεξετάστηκε η ΜΚ1 σε σχέση με την τροχαία κίνηση που υπήρχε στον εν λόγω δρόμο. Υπό αυτές τις συνθήκες θεωρώ ότι η λέξη που εκστόμισε η κατηγορούμενη προς τη ΜΚ1 έγινε σε δημόσιο χώρο και υπήρχε δυνατότητα αυτή να ακουστεί από πρόσωπα που βρίσκονταν εντός του δημόσιου δρόμου όπως οδηγοί άλλων οχημάτων και πεζοί. Κατά τη δε δεύτερη περίπτωση ικανοποιούμαι ότι η εκστόμιση της εν λόγω φράσης έγινε ενώσω η παραπονούμενη βρισκόταν στη βεράντα του σπιτιού της παρακείμενα του δημοσίου δρόμου στην παρουσία άλλων ατόμων και ως εκ τούτου υπήρχε αναμφίβολα η δυνατότητα να ακουστεί τόσο από τους παρακείμενους στον εν λόγω χώρο όσο και από άλλα άτομα που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Σε ό,τι δε αφορά τις θέσεις που ακροθιγώς έθιξε η Υπεράσπιση για το πρώτο περιστατικό ότι δηλαδή το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει ότι ικανοποιούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αφού ακόμα και αν καταλήξει στο γεγονός ότι η εν λόγω φράση εκστομίστηκε, αυτό έγινε ενώσω η κατηγορούμενη βρισκόταν εντός του οχήματός της το οποίο δεν αποτελεί δημόσιο χώρο, θέση που κυρίως προέκυψε κατά την αντεξέταση της ΜΚ1, θα αρκεστώ να αναφέρω ότι δεν συμφωνώ αφού τα οχήματα δεν ήταν απομονωμένα αλλά βρίσκονταν εντός δημόσιου δρόμου. Οι δε τοποθετήσεις της Υπεράσπισης ότι σε σχέση πάλι με το πρώτο περιστατικό ότι το Δικαστήριο πρέπει να καταλήξει ότι λειτουργούσαν τα κλιματιστικά του αυτοκινήτου λόγω της ώρας και της ημέρας (14/07-ώρα 14:30) και ως εκ τούτου να καταλήξει ότι τα παράθυρα των οχημάτων ήταν κλειστά επίσης δεν μπορώ να συμφωνήσω. Δεν υπάρχει δικαστική γνώση ότι τα παράθυρα των αυτοκινήτων τις καλοκαιρινές μέρες είναι πάντα ερμητικά κλειστά ούτε το πιο πάνω επιχείρημα μπορεί να τεθεί ως θέση λογικής. Σε κάθε περίπτωση, παρατηρώ ότι η ίδια η κατηγορούμενη προωθεί τη θέση ότι δεν βρισκόταν ποτέ στην εν λόγω οδό κατά το πρώτο περιστατικό, συνεπώς η πιο πάνω αναφορά δεν συνάδει με την γραμμή της Υπεράσπισης. Ως εκ τούτου ικανοποιούμαι ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία αμφοτέρων των κατηγοριών που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει. Η κατηγορουμένη κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1 και 2. ( Υπ.) Ε. Ευθυμίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ismail, Π.Ε. 228/15-245/15, 248/15-255/15, 17/10/2016, σελ. 33-34 και Crown Court Bench Book, Directing the Jury, Judicial Studies Board, 2010, σελ. 16 [2] Mustafa ν. Κακουρή κ.α.

(2002)1 ΑΑΔ 165, 172, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, 1061 [3] Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, 172, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, 1061 [4] Αγαθοκλέους κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 316, 323 [5] Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη, Πολ. Έφεση 195/2009, 30/5/2014, ECLI:CY:AD:2014:A361 [6] Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, 401 [7] Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 143, 155 και Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689 [8] Νικολαϊδης v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 645, 654 [9] "Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές." [10] «δημόσιο χώρο» ή «δημόσιο υποστατικό» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Σύμφωνα δε με το ίδιο άρθρο, «δημόσια διάβαση» καλύπτει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό. [11]
(2010)2 Α.Α.Δ. 493 [12]
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 [13] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 Α.Α.Δ.503 [14]
(1997)2 ΑΑΔ 89 [15]
(1972)2 ALL ER 1297 [16] Από το λατινικό putta που σημαίνει διεφθαρμενη, σάπια. Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη Δ' Έκδοση: 1. (λαική αναφορά, αποφεύγεται σε τυπικές μορφές επικοινωνίας)-πόρνη (γενικότερα- υβριστικό) για γυναίκα [17] Πανομοιότυπη έκφραση κρίθηκε ως τέτοια από το Εφετείο στην υπόθεση Κωστας Κωνσταντινου -ν- Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 754 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.