Σ.Ε.Δ.Ι.Π.Ε.Σ ν. Αναστάσιος και/ή Τάσος Αναστασίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8753/20, 3/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου , Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8753/20 Σ.Ε.Δ.Ι.Π.Ε.Σ (ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ) -ν- 1.Αναστάσιος και/ή Τάσος Αναστασίου 2.Δήμητρα Αναστασίου 3 Μαΐου 2022 Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Κωστάρης για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Χαραλάμπους Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 (στο εξής θα αναφέρονται από κοινού ως Κατηγορούμενοι ή ως Κ1 και Κ2) επιδιώκουν τον παραμερισμό του κατηγορητηρίου. Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού τρεις κατηγορίες. Συγκεκριμένα, καταλογίζεται στους Κατηγορούμενους παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη κατά παράβαση του Άρθρου 281 του Ποινικού Κώδικα, συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση των Άρθρων 372 και 373 του Ποινικού Κώδικα, συναυτουργία κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά επιδίωξη κοινού σκοπού κατά παράβαση των Άρθρων 21 και 281 του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα καταλογίζεται στους Κατηγορουμένους ότι κατά ή περί το έτος 2019 και μέχρι την καταχώρηση του Κατηγορητηρίου, παράνομα κατέχουν και χρησιμοποιούν το τεμάχιο με αριθμό εγγραφής [ ] στην τοποθεσία Κακκαριστός στον Δήμο Στροβόλου χωρίς τη συγκατάθεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη, ότι συνωμότησαν μεταξύ τους για να διαπράξουν το πλημμέλημα της κατοχής του πιο πάνω ακινήτου χωρίς τη συγκατάθεση του νόμιμου ιδιοκτήτη μειώνοντας την αξία περιουσίας και αποτρέποντας την ελεύθερη και νόμιμη διάθεση της περιουσίας από τον ιδιοκτήτη. Επιπρόσθετα η Κ2 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 4 και
- Της καταλογίζεται εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του Άρθρου 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα και κλοπή χρηματικού ποσού κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Αγορεύοντας για παραμερισμό του Κατηγορητηρίου, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορούμενων θίγει σειρά από ζητήματα καλώντας το Δικαστήριο να απαλλάξει τους Κατηγορούμενους από αυτό το στάδιο. Αρχικά θέτει ότι το Κεφ.154 δεν συμπεριλαμβάνει το ποινικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης παραπέμποντας στην αναφορά του εν λόγω αδικήματος στο πλαίσιο του Κεφ. 148 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και συγκεκριμένα στο Άρθρο
- Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά το Άρθρο 281, θεωρεί ότι δεν μπορεί να εφαρμόζεται στην παρούσα αφού αναφέρεται σε γη εγγεγραμμένη επ' ονόματι άλλου προσώπου και όχι σε οποιοδήποτε άλλου είδους ακίνητη περιουσία. Αναφέρει ότι αποτελεί στα πλαίσια της υπόθεσης παραδεκτό γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι διαμένουν σε μέρος του ακινήτου που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης και ότι ήταν νόμιμοι ιδιοκτήτες και κάτοχοι πολύ πριν την απόκτησή του από την παραπονούμενη εταιρεία μετά από διαδικασία εκποίησης. Περαιτέρω θίγει ότι η Κ2 δεν γνώριζε μέχρι της επίδοσης του Κατηγορητηρίου σε σχέση με οποιανδήποτε αξίωση της παραπονούμενης εταιρείας περί οποιουδήποτε ποσού. Συνακόλουθα θεωρεί ο ευπαίδευτος συνήγορος ότι η διαφορά που προκύπτει είναι καθαρά αστικής φύσεως. Είναι περαιτέρω θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου ότι το δικαίωμα ιδιώτη να καταχωρήσει ιδιωτική ποινική υπόθεση δεν είναι απόλυτο ούτε και ανεξέλεγκτο. Αναφέρει ότι στην παρούσα περίπτωση η παραπονούμενη εταιρεία δεν προέβη σε παράπονο ή καταγγελία στην Αστυνομία με σκοπό η Αστυνομία να διερευνήσει τα ισχυριζόμενα αδικήματα δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στο αδίκημα της 5ης κατηγορίας που αφορά την ισχυριζόμενη κλοπή ζητώντας από το Δικαστήριο να προσμετρήσει την ανεπανόρθωτη ζημιά στη φήμη και αξιοπρέπεια της Κ
- Αναφερόμενος δε στα γεγονότα της υπόθεσης, δηλώνει ότι κατά το χρονικό διάστημα εκποίησης του ακινήτου, η παραπονούμενη εταιρεία γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι δεν το αποκτούσε με ελεύθερη κατοχή και ότι οι Κατηγορούμενοι ήταν οι κάτοχοί του. Περαιτέρω θίγει ότι δεν υπάρχει κατά τόπο αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ότι έχουν δοθεί ελλιπείς λεπτομέρειες αναφορικά με τις κατηγορίες 4 και 5, παράγοντες που θεωρεί ότι μπορούν να οδηγήσουν σε απόρριψη του Κατηγορητηρίου ως καταχρηστικό και καταπιεστικό. Σε απάντηση των θέσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής θέτει ότι στο στάδιο που βρίσκεται η υπόθεση, ήτοι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, και το Δικαστήριο χωρίς να έχει ακούσει μαρτυρία, δεν μπορεί να αποφανθεί σε σχέση με τους ισχυρισμούς που παρατίθενται από την Υπεράσπιση αφού προϋποθέτουν την αποδοχή δεδομένων που θέτει η πλευρά της Υπεράσπισης στο πλαίσιο των αγορεύσεών τους. Είναι η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου ότι τέτοια ζητήματα εάν εγερθούν κατά την ακροαματική διαδικασία θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε τέτοια συμπεράσματα στο πλαίσιο εκδίκασης της υπόθεσης. Θέτει δε ευθέως ο κ. Κωστάρης ότι η δραστική διαταγή που επιζητεί η Υπεράσπιση δεν είναι επιτρεπτή σ' αυτό το προδικαστικό στάδιο ζητώντας από το Δικαστήριο να απορρίψει την εισήγηση της Υπεράσπισης. Αίτημα για παραμερισμό κατηγορητηρίου ή κατηγορίας αυτού, μπορεί να εγερθεί και στην περίπτωση που το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο σε ότι αφορά συγκεκριμένη κατηγορία του, πάσχει στην όψη του. π. χ. λόγω διπλότητας ή πολλαπλότητας, ή επειδή οι λεπτομέρειες του αδικήματος δεν αποκαλύπτουν αδίκημα γνωστό στο δίκαιο. Κατά την εξέταση ενός τέτοιου αιτήματος, το Δικαστήριο δεν έχει ευχέρεια εξέτασης μαρτυρίας και περιορίζεται στο να αποφασίσει το ζήτημα στην βάση του τι το ίδιο το κατηγορητήριο αποκαλύπτει[1]. Σε ότι αφορά την παράμετρο του ελαττωματικού κατηγορητήριου είναι γεγονός ότι η Υπεράσπιση επιδιώκει τον παραμερισμό του κατηγορητηρίου Δικαστηρίου χωρίς να έχει καθοριστεί πλαίσιο αποδεκτών γεγονότων που να μπορούσαν να καταστήσουν την εξέταση τέτοιου αιτήματος εφικτή. Προς αυτή την κατεύθυνση επιθυμεί το Δικαστήριο να πάρει ως δεδομένα στοιχεία και γεγονότα που παραθέτει, ζητήματα τα οποία μόνο στα πλαίσια της μαρτυρίας θα μπορούν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Επί παραδείγματι, το ιδιοκτησιακό και κατοχικό καθεστώς του επίδικου τεμαχίου, η διαδικασία που έγινε για να περάσει αυτό στα χέρια της παραπονούμενης εταιρείας στα οποία γίνεται αναφορά στην αγόρευση της Υπεράσπισης, δεν υπάρχουν ως γεγονότα ή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνακόλουθα, θεωρώ ότι το όλο εγχείρημα της Υπεράσπισης είναι έκθετο σε απόρριψη αφού δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα δεδομένα εκείνα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην εξέταση της αίτησης για παραμερισμό του κατηγορητηρίου. Στρέφομαι τώρα στο ζήτημα του άρθρου
- Το άρθρο 281 του Κεφ.154 διαβάζεται ως εξής: «281.-
(1)Όποιος κατέχει, καλλιεργεί, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο- (α) γη εγγεγραμμένη επί ονόματι άλλου (β) γη, σχετικά με την οποία κατατέθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο σύμβαση πώλησης, δυνάμει των διατάξεων του περί Πωλήσεως Γαιών (Ειδική Εκτέλεσις) Νόμου, από τον αγοραστή αυτής, χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη ή των κληρονόμων του ή του αγοραστή από τους κληρονόμους του, ανάλογα με την περίπτωση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Αξίζει να αναφερθεί ότι κατά το χρόνο που θεσπίστηκε, το εν λόγω αδίκημα περιορίζετο αποκλειστικά στην παράνομη καλλιέργεια γης. Ακολούθως όμως με τον τροποποιητικό Ν 44/72 το αδίκημα τροποποιήθηκε και επεκτάθηκε και στην άνευ συγκαταθέσεως κατοχή και καθ΄ οιονδήποτε τρόπο «χρήση της γης». Το υπό κρίση αδίκημα επομένως, από το 1972 μέχρι και σήμερα, σε αντίθεση με το αδίκημα της «παράνομης επέμβασης» του αρ.280 το οποίο «...προστατεύει .... τον κάτοχο της περιουσίας...» (βλ.Κυριάκου Μάριος ν. Αστυνομίας, [2]), επενεργεί ούτως ώστε να προστατέψει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του «εγγεγραμμένου κυρίου» περιουσίας, από πάσης φύσεως ενέργειες τρίτων σε σχέση με την κατοχή, καλλιέργεια, νομή η χρήση της περιουσίας του (Βλ. Μουστάκα Κυριακή Μ. ν. Αστυνομίας[3]). Είναι γεγονός ότι ενώ το κατηγορητήριο αναφέρεται σε παράνομη επέμβαση, επικαλείται το άρθρο 281 του Ποινικού Κώδικα. Παρά ταύτα, χωρίς να υπάρχει το υπόβαθρο των γεγονότων ή έστω συμφωνηθέντα είναι αδύνατο για το Δικαστηριο να καταλήξει σε σχέση με το αίτημα της Υπεράσπισης. Βασίζουν δε οι Κατηγορούμενοι το αίτημα τους για παραμερισμό επικαλούμενοι κατάχρηση της διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold, Magistrates' Courts Criminal Practice, 2004-2005,[4]: «The court will refuse to allow the prosecution to proceed where it considers that the prosecution amounts to an abuse of the process of the court and is oppressive and vexatious. The question is whether in the circumstances it is possible for the particular defendant to have a fair trial.». Πρέπει να σημειώνω ότι, γενικά, το ζήτημα της κατάχρησης διαδικασίας, αποφασίζεται από το Δικαστήριο, μετά από εξέταση σχετικής προς τούτο μαρτυρίας, κατά τη δίκη[5]. Στην προκείμενη περίπτωση, οι ισχυρισμοί των Κατηγορουμένων, ως προκύπτει από την τοποθέτηση του συνηγόρου για τον Κατήγορο, είναι αμφισβητούμενοι και άρα, δεν υπάρχει παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου το ζήτημα θα μπορούσε να αποφασιστεί.[6] Όπως άλλωστε ελέχθη και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μάρκου ν Παπαγεωργίου[7], δια του έντιμου Δ. Δ. Δ. Παμπαλλή, «δεν είναι επιθυμητό να κατατεμαχίζεται η ποινική διαδικασία και να διεξάγονται "ενδιάμεσες δίκες", επί διαδικαστικών θεμάτων, όπως η παρούσα, όταν αυτά μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της δίκης, έτσι ώστε να μην δαπανάται δικαστικός χρόνος». Σε ότι αφορά τα ζητήματα που εγείρονται για έλλειψη δικαιοδοσίας παραπέμπω στον Περι Δικαστηρίων (Προσωριναι Διατάξεις) Νόμο του 1974 Ν.43/74, και για τον επηρεασμό των δικαιωμάτων των Κατηγορουμένων, στην υπόθεση Μάρκου ν Παπαγεωργίου [8]. Τα λοιπά ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια των αγορεύσεων σε σχέση με το δικαίωμα ιδιώτη σε καταχώρηση ποινικής υπόθεσης και την στοιχειοθέτηση του δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του ως προαπαιτούμενο παρατηρώ ότι αυτά εγείρονται με ασάφεια και γενικότητα και δεν μπορούν να απαντηθούν από το Δικαστήριο. Σε ότι αφορά και την θέση της Υπεράσπισης περί ελλειπών λεπτομερειών αναφορικά με τις κατηγορίες 4 και 5 η αγόρευση καταπιάνεται με την εξέταση των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων εργασία που επιφυλάσσεται στο στάδιο εξέτασης αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Ως εκ τούτων, το αίτημά της Υπεράσπισης για παραμερισμό του κατηγορητηρίου είναι έκθετο σε απόρριψη και απορρίπτεται. Τα έξοδα ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής και εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2 αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως συμφώνως του Περί Ιδιωτικών Ποινικών Υποθέσεων και Εφέσεων (Δικηγορική Αμοιβή) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2004 (3/2004). ( Υπ.) ........ Ε. Ευθυμίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Γαβριηλίδης ν Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα
(2002)2 Α.Α.Δ. 251. και Blackstone's Criminal Practice, 2004, στις παραγράφους D10.39 και D10.23 και Archbold, 2005, στις παραγράφους από 1-236 μέχρι 1-241 [2]
(2007)2 Α.Α.Δ. 354 [3]
(2007)2 Α.Α.Δ. 209 [4] στην παράγραφο 19-88 [5] Blackstone's Criminal Practise, 2004, στην παράγραφο D7.5 στην σελίδα 1232 και Archbold, Magistrates' Courts Criminal Practice, 2004-2005, στην παράγραφο 19-90). [6] Γαβριηλίδης ν Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα
(2002)2 Α.Α.Δ. 251). [7] Ποινική Έφεση Αρ. 58/2016, 16/03/2017 [8] Ποινική Έφεση Αρ. 58/2016, 16/03/2017 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο