← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΕΤΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 10964/19, 12/1/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΕΤΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 10964/19, 12/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου , Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10964/19 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ -ν- ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΕΤΡΟΥ Ημερομηνία: 12/01/2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Κουμπαρή Για την Κατηγορούμενη: κ. Νικηφόρου Κατηγορούμενος παρών AΠΟΦΑΣΗ Σκιαγράφηση της υπόθεσης και η προσκομισθείσα μαρτυρία Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες, όλες κατά παράβαση του περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου του 2003, (στο εξής "ο Νόμος"). Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι περί τις 14/12/18 στην Πύλα είχε στην κατοχή του απαγορευμένα μέσα σύλληψης άγριων πτηνών και συγκεκριμένα τρία δίκτυα (πρώτη κατηγορία) τα οποία χρησιμοποίησε (δεύτερη κατηγορία) και συνακόλουθα είχε στην κατοχή του άγρια πτηνά, 13 τσίχλες. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση στα πλαίσια της οποίας κατέθεσαν από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής τρεις μάρτυρες και συγκεκριμένα η Αστυφύλακας 1918 Π. Πάρπα, ο γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου Πύλας Σταύρος Σταύρου και ο Λοχίας 1012 Μιχαλάκης Παυλίδης. Όταν κλήθηκε σε απολογία, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως αλλά δεν κλήθηκαν μάρτυρες υπεράσπισης. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, τα μέρη αγόρευσαν γραπτώς, κατ' επιλογή τους, παραθέτοντας ο καθένας την επιχειρηματολογία του. Αμφότεροι το έπραξαν με επάρκεια και πληρότητα καταλήγοντας, ως αναμένετο, σε εκ διαμέτρου αντίθετες εισηγήσεις. Αναφορά στην επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων θα γίνει όπου κρίνεται απαραίτητο. Η ΜΚ1 ήταν το άτομο που ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης και στην οποία παραδόθηκαν τα δίκτυα παγίδευσης και η συσκευή μίμησις φόνων πουλιών από τον Λοχία 1012 στον Σταθμό Ορόκλινης. Ακολούθως η μάρτυρας εξέδωσε το εξώδικο, Τεκμήριο 3, και προέβη σε ενέργειες για να διαπιστώσει κατά πόσο η συσκευή μίμησης φωνών πουλιών βρισκόταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Ο ΜΚ2, γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου, υιοθέτησε την κατάθεσή του που έδωσε στην Αστυνομία, Τεκμήριο 4, με την οποία αναφέρει ότι το τεμάχιο εντός του οποίου ανευρέθηκαν τα παράνομα μέσα σύλληψης υπ' αριθμό 367 είναι στην κατοχή του Κ αλλά η ιδιοκτησία ανήκει στον πατέρα του Κ. Κατά την ένορκή του δε μαρτυρία ανέφερε ότι το εν λόγω τεμάχιο είναι περιφραγμένο και εντός αυτού βρίσκεται το εργοστάσιο του κατηγορουμένου το οποίο χειρίζεται αποκλειστικά ο Κ. Στην αντεξέταση αποδέκτηκε ότι δεν έχει ποτέ εισέλθει εντός του τεμαχίου και δεν γνωρίζει εάν η περίφραξη είναι ενιαία ή όχι. Αποδέκτηκε δε ότι γνώριζε ότι εντός του τεμαχίου διέμεναν αλλοδαποί εργαζόμενοι στο εργοστάσιο αλλά δεν μπορούσε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Ο ΜΚ3, Λοχίας 1012 Μιχάλης Παυλίδης, κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε ως υπεύθυνος του κλιμακίου πάταξης λαθροθηρίας στη ΜΜΑΔ. Τα απαγορευμένα μέσα σύλληψης αλλά και το θήραμα τα εντόπισε κατόπιν πληροφορίας που έλαβε για συγκεκριμένο τεμάχιο όπου και μετέβηκε αναγνωρίζοντάς το ως το τεμάχιο

  1. Ήταν η θέση του ότι ο χώρος δεν ήταν προσβάσιμος, ήταν κλειδωμένος και περιφραγμένος με μεταλλικό πλέγμα ύψους σχεδόν δύο μέτρων και σειρές από συρματόπλεγμα αγκαθωτό. Ανέφερε ότι ο χώρος ήταν χωρισμένος με ενδιάμεση περίφραξη σε Βόρειο και Νότιο μέρος. Στη νότια πλευρά υπήρχε ένα κάγκελο μεγάλο με κλειδαριά και ένα μικρό κάγκελο στη βόρεια πλευρά το οποίο οδηγούσε σε άλλον περιφραγμένο χώρο όπου βρισκόταν το εργοστάσιο. Εντός δε του περιφραγμένου χώρου του νότιου κομματιού που ήταν στημένα τα δίκτυα, υπήρχαν δέντρα και ένα υποστατικό. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι σε περιμετρικό έλεγχο που πραγματοποίησε ο ίδιος στον χώρο και στην περίφραξη, δεν υπήρχε κανένα σημείο από το οποίο θα μπορούσε να εισέλθει άτομο ενώ ήταν αδύνατον να δρασκελισθεί η περίφραξη από άνθρωπο. Αντεξεταζόμενος δεν αποδέχθηκε τις εισηγήσεις της Υπεράσπισης ότι υπήρχε απρόσκοπτη πρόσβαση στο τεμάχιο, θέση την οποία είχε εκφράσει προηγουμένως ο ΜΚ2, ενώ μέρος της αντεξέτασης εστιάστηκε στις έρευνες του ΜΚ3 εν σχέσει με τη διαπίστωση της ιδιοκτησίας του τεμαχίου. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι όταν εντόπισε το θήραμα, το οποό και ελευθέρωσε, απενεργοποίησε την συσκευή μίμησης φωνών πουλιών η οποία βρισκόταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως. Πρώτιστο μέλημά του ήταν η αναφορά ότι το τεμάχιο ήταν του πατέρα του Ανθία Πέτρου ο οποίος του μεταβίβασε ένα μερίδιο το οποίο ο ίδιος καθόρισε στα 5/
  2. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε δε στη μαρτυρία του ότι πρόσβαση στο εν λόγω τεμάχιο έχουν άλλα συγγενικά του πρόσωπα, οι υπάλληλοι της εταιρείας ΒΙΟΜΑΡ ενώ ανέφερε ότι υπάρχουν στη βόρεια πλευρά του τεμαχίου τρία σπίτια τα οποία κατοικούνταν από υπαλλήλους της εταιρείας. Ήταν δε η θέση του ότι τόσο ο πατέρας του όσο η γυναίκα του κατηγορουμένου, οι αδελφές του και οι σύζυγοί τους αλλά και οι υπάλληλοι που διαμένουν εντός του τεμαχίου ως και ο υπεύθυνος επιστάτης του εργοστασίου είναι κλειδοκράτορες και δικαιούνται να εισέρχονται εντός του τεμαχίου. Αξιολόγηση Εξέτασα την μαρτυρία των μαρτύρων με ιδιαίτερη προσοχή. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας.[1] Δεν είναι κάθε αντίφαση που οδηγεί στην απόρριψη μαρτυρίας.[2] Για να κριθεί μια μαρτυρία ως αναξιόπιστη οι αντιφάσεις πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής και να δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση.[3] Οι αντιφάσεις θα πρέπει να είναι ουσιώδεις δηλ. τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη και άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο.[4] Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μία μαρτυρία, η οποία κατά τα άλλα είναι πειστική. Αντίθετα τέτοιες αντιφάσεις δείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τί θα κατέθεταν. [5] Οι αντιφάσεις θα πρέπει δε να αξιολογούνται μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας.[6] Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία ως ο λόγος στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας [7], αυτή συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας.» Η ΜΚ1 άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο σε ό,τι αφορά τις αναφορές της ενόρκως. Παρά ταύτα, δεν μπορεί παρά να σχολιαστεί το περιορισμένο εύρος των ενεργειών της σε σχέση με την εξακρίβωση τόσο του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ακινήτου όσο και του ζητήματος ελέγχου του ακινήτου όπου βρέθηκαν τα παράνομα μέσα και το θήραμα. Η μάρτυς έλαβε κατάθεση από τον γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου ο οποίος της ανέφερε ότι το ακίνητο ανήκει στον πατέρα του Κ αλλά το διαχειρίζεται ο Κ. Αφ'ης στιγμής είχε στην διάθεση της την μαρτυρία του λοχία της ΜΜΑΔ εν σχέση με τον χώρο και είχε ενημέρωση για τις διάφορες περιφράξεις εντός του ακινήτου αλλά και την ύπαρξη πέραν του εργοστασίου του Κ τουλάχιστον ενός υποστατικού όφειλε περισσότερη διερεύνηση του ζητήματος. Σε ό,τι αφορά τον ΜΚ2 ο οποίος μεταξύ άλλων έδωσε μαρτυρία εν σχέσει με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του τεμαχίου αλλά και σε σχέση με την διαχείριση και κατοχή του χωρίς δισταγμό καταλήγω ότι δεν έπεισε. Σε καμία περίπτωση δεν φάνηκε να γνωρίζει συγκεκριμένα το εύρος διαχείρισης του τεμαχίου από τον Κ. Επιπρόσθετα σε αυτή την διαπίστωση κατέστει σαφές κατά την αντεξέταση του ότι δεν είχε καθόλου αντίληψη του χώρου μέσα από την περίφραξη του. Σε συγκεκριμένη ερώτηση της αντεξέτασης ανέφερε ότι υπάρχει απρόσκοπτη πρόσβαση στο τεμάχιο, ερχόμενος σε σύγκρουση με τη μαρτυρία του ΜΚ3 στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω. Συνεπώς σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι οι αναφορές του σε σχέση με την κατοχή ή διαχείριση του υποστατικού στηρίζονται σε προσωπική του γνώση. Ούτε στις αναφορές του σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς κατά τον ουσιώδη χρόνο φάνηκε να είναι βέβαιος. Συγκεκριμένα είπε ότι μπορεί να είχε γίνει αλλαγή στο Κτηματολόγιο αλλά στα βιβλία της κοινότητας να μην μεταφέρθηκε αμέσως αφού συνήθως ενημερώνονται κάθε Μάρτιο. Συνεπώς δεν μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί στην μαρτυρία του ΜΚ2 προς εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Ο ΜΚ3 άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν θεωρώ με κανέναν τρόπο ότι η αντεξέταση έπληξε τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε ενόρκως. Παρά ταύτα, από τη μαρτυρία του προέκυψαν στοιχεία τα οποία είναι η θέση μου ότι πλήττουν τον πυρήνα υπόθεσης της Αστυνομίας. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το όλο τεμάχιο ήταν περιφραγμένο με μεταλλικό πλέγμα ύψους 180 εκατοστών και δύο σειρές συρματόπλεγμα αγκαθωτό. Υπήρχαν δύο είσοδοι για το τεμάχιο, μια στη νότια πλευρά και η άλλη στη βόρεια πλευρά. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι το εργοστάσιο ήταν περιορισμένο εντός ξεχωριστού περιφραγμένου χώρου αλλά και ο χώρος εντός του οποίου ανευρέθηκαν τα απαγορευμένα μέσα σύλληψης και το θήραμα είχε υποστατικό το οποίο σε συγκεκριμένη ερώτηση της αντεξέτασης φαίνεται ότι δεν ερεύνησε εάν κατοικείτο. Ο δε μάρτυρας ανέφερε ότι στον χώρο που ήταν στημένα τα δίκτυα και η μηχανή αναπαραγωγής μίμησις φωνών πουλιών, υπήρχαν αρκετά δέντρα και ένα υποστατικό. Δεν διατηρώ καμία αμφιβολία σε ότι αφορά την μαρτυρία του σε σχέση με τις ενέργειές του στον χώρο όπου ανευρέθησαν τα παράνομα μέσα και το θήραμα. Παρά ταύτα ήταν ξεκάθαρο ότι ο ΜΚ3 ενήργησε με την πεποίθηση ότι ο χώρος άνηκε στον Κ και ως εκ τούτου περιόρισε τις ενεργειές του στον ενδελεχή έλεγχο της περίφραξης του τεμαχίου. Συνεπώς αν και ο μάρτυρας κρίνεται ως πλήρως αξιόπιστος η μαρτυρία του κατά την κρίση μου δεν εξυπηρετεί την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Οι αναφορές του Κ σε σχέση τόσο με το ιδιοκτησιακό καθεστώς αλλά και το καθεστως ελέγχου του ακινήτου. Αμφότερες οι αναφορές του αλλά και, οι θέσεις του ότι πρόσβαση στο εν λόγω ακίνητο έχουν και άλλα μέλη της οικογένειάς του και ότι υπάρχουν υποστατικά στο ακίνητο στα οποία κατοικούν άτομα, στην ουσία παρέμειναν αναντίλεκτες. Γι'αυτό ευθύνεται και η πλημμελής έρευνα της Αστυνομίας. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων προκύπτουν για την πρώτη κατηγορία στο Άρθρο 45 του Νόμου, για τη δεύτερη κατηγορία στο Άρθρο 44 του Νόμου και για την τρίτη κατηγορία στο Άρθρο
  3. 2 του Νόμου τα οποία ορίζουν ως ακολούθως: 44.-

(1)Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 11, 12, 17 και 18, κανένα πρόσωπο δεν πυροβολεί, φονεύει, συλλαμβάνει, καταδιώκει, παρενοχλεί ή παραπλανεί οποιοδήποτε θήραμα με τη χρήση: (α) Δικτύων, ξοβεργών, αγκίστρων, θηλιών, συρματοθηλιών, σιδηροπαγίδων, παγίδων με σιαγόνες, ηλεκτρονικών συσκευών που προκαλούν θανάτωση ή αναισθησία και οποιωνδήποτε άλλων παρόμοιων παγίδων ή παραπλανητικών μέσων και μεθόδων· .
(4)Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου είναι ένοχο αδικήματος. 45.-
(1)Κανένα πρόσωπο δεν εισάγει, κατασκευάζει ή κατέχει τα μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(1)του άρθρου 44, εξαιρουμένων των αγκίστρων για σκοπούς ψαρέματος, και στις παραγράφους (γ), (δ), (ζ), (η) και (θ) του ίδιου εδαφίου καθώς και στις παραγράφους (α), (β), (δ), (στ)(i), (η), (θ) και (ι) του εδαφίου
(2)του άρθρου 11, εξαιρουμένων των προβολέων, των τεχνητών φωτεινών πηγών και καθρεφτών, εκτός αν είναι κάτοχος ειδικής άδειας εισαγωγής που εκδίδεται από τον υπουργό: Νοείται ότι, η κατοχή των πιο πάνω απαγορεύεται, όταν αυτά είναι σε κατάσταση που είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν.
(2)Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου
(1)είναι ένοχο αδικήματος. 8.-
(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των άρθρων 9 και 12, ο υπουργός λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο με σκοπό τη θέσπιση ενός γενικού καθεστώτος προστασίας όλων των ειδών άγριων πτηνών.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), απαγορεύεται: (α) Η εκ προθέσεως θανάτωση και/ή σύλληψη άγριων πτηνών με οποιοδήποτε τρόπο· (β) η εκ προθέσεως καταστροφή και/ή βλάβη των φωλιών και/ή των αυγών και/ή η αφαίρεση φωλιών άγριων πτηνών· (γ) η εκ προθέσεως ενόχληση άγριων πτηνών, ιδιαίτερα κατά την περίοδο αναπαραγωγής και κατά την περίοδο εξάρτησης των νεοσσών από τους γονείς· (δ) η συλλογή των αυγών άγριων πτηνών στη φύση και η κατοχή τους, έστω και κενών· (ε) η κατοχή άγριων πτηνών, των οποίων απαγορεύεται η θήρα και η σύλληψη.
(3)Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου
(2)είναι ένοχο αδικήματος. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία δεν αμφισβητείται ότι τα δίκτυα βρίσκονταν στον χώρο όπου εντοπίστηκαν από την Αστυνομία ούτε και αμφισβητείται ότι είχαν θήραμα και συγκεκριμένα 13 τσίχλες. Ομοίως δεν αμφισβητείται ότι αυτές είναι άγρια πτηνά η θήρα και η σύλληψη των οποίων απαγορεύεται. Συνακόλουθα το μόνο που η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει είναι ότι ο Κ κατείχε τα δίκτυα που στο Δικαστήριο παρουσιάστηκαν χωρίς να είναι κάτοχος άδειας και επί τουτου βασίζεται και όλη η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Είναι εμφανές λοιπόν ότι για να στοιχειοθετηθούν τα αδικήματα των πρώτων δύο κατηγοριών απαιτείται η απόδειξη «κατοχής». Σύμφωνα με το άρθρο 4 του ΠΚ ο όρος «κατοχή», ορίζεται ως ακολούθως: «"κατοχή" - (α) "να κατέχει" ή "να έχει στην κατοχή" περιλαμβάνει όχι μόνο το να έχει στη δική του προσωπική κατοχή, αλλ' επίσης και το να έχει σε γνώση του ότι είναι στην πραγματική κατοχή ή τη φύλαξη οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή το να φυλάγει σε οποιοδήποτε χώρο (είτε αυτός ανήκει στον ίδιο ή κατέχεται από αυτό είτε όχι) για χρήση ή όφελος του ίδιου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, (β) σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, αν ένας ή περισσότερα από αυτά έχουν κάποιο πράγμα υπό τη φύλαξη ή στην κατοχή τους σε γνώση και με τη συγκατάθεση των υπολοίπων, το πράγμα αυτό θεωρείται ότι βρίσκεται υπό τη φύλαξη και την κατοχή καθενός και όλων αυτών των προσώπων. Είναι φανερό από την παρουσίαση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ότι στηρίζεται στο Άρθρο
  1. 2 του Νόμου αφού έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι ο χώρος ήτο περιφραγμένος και το οποίο άρθρο δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι την ευθύνη για τη διάπραξη αδικημάτων την φέρει ο ιδιοκτήτης ή το πρόσωπο που έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο ή τη διαχείριση του περιφραγμένου χώρου. Το ζήτημα αντλεί νομικό ενδιαφέρον, κατά πόσο δηλαδή η επίκληση του Άρθρου
  2. 2 μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Επικουρικά να αναφερθεί ότι το Άρθρο 72 δεν περιλαμβάνεται στις εκθέσεις αδικημάτων. Παρά ταύτα, ουδέν κώλυμα προκύπτει στην επίκλησή του αφού αποτελεί ερμηνευτικό Άρθρο για αδικήματα που αναφέρονται στον Νόμο. Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η οποία είναι και παραδεχτή από την πλευρά της Υπεράσπισης, είναι ότι το τεμάχιο εντός του οποίου διαπράχθηκαν τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα είναι χώρος πλήρως περιφραγμένος. Στην υπόθεση Χαμάλη Ανδρέας v. Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου[8], ορίστηκε και καθορίστηκε η έννοια του περιφραγμένου χώρου ως έννοια σε αντιδιαστολή προς τον ανοικτό χώρο. Εκεί μάλιστα το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση ότι μικρά ανοίγματα σε περίφραξη δεν είναι ικανά για σκοπούς της ερμηνείας του συγκεκριμένου άρθρου να μετατρέψουν τον χώρο σε μη περιφραγμένο. Εν προκειμένω το ζήτημα δεν τυγχάνει αμφισβήτησης. Συνεπώς, το ουσιώδες σε ό,τι αφορά την επίκληση του Άρθρου
  3. 2 του Νόμου ικανοποιείται. Με αυτά τα δεδομένα εναπόκειται στον Κ να δείξει ότι έλαβε κάθε λογικό μέτρο και προφύλαξη για παρεμπόδιση της διάπραξης του αδικήματος. Είναι σαφές όμως ότι πριν απαιτηθεί από τον Κ κάτι τέτοιο, το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί σε σχέση με τη σύνδεση του Κ με τον εν λόγω περιφραγμένο χώρο είτε ως ιδιοκτήτη, είτε ως διαχειριστή. Εν προκειμένω η Αστυνομία καταλήγει ότι ο Κ με τη μαρτυρία του ΜΚ3 είναι ιδιοκτήτης του τεμαχίου. Αυτή η διαπίστωση έρχεται σε αντίθεση με την αναφορά του ΜΚ2, ότι ιδιοκτήτης του τεμαχίου κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο πατέρας του Κ. Το ζήτημα της ιδιοκτησίας μπορούσε να αποδειχθεί με πολύ απλό τρόπο στο Δικαστήριο. Ο ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητική επί τουτου μαρτυρία. Ούτε μπορεί η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής να βασιστεί στην επίκληση του άρθρου 72 του Νόμου επειδή ο Κ, κατά δική του παραδοχή ενόρκως ήταν εξ'αδιαιρετου ιδιοκτήτης αφού αυτή η αναφορά δεν ανταποκρίνεται στον ουσιώδη χρόνο. Στρέφομαι τώρα στο ζήτημα της κατοχής. Κατά πόσο δηλαδή μπορεί η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής να βασιστεί στην επίκληση του άρθρου 72 του Νόμου επειδή ο Κ ήταν κάτοχος ή/ και διαχειριστής του ακινήτου. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι ο Κ είναι ο διαχειριστής του εργοστασίου που βρίσκεται στο Βόρειο τμήμα του ακινήτου και ότι το θήραμα και τα παράνομα μέσα σύλληψης εντοπίστηκαν στο Νότιο τμήμα. Προκύπτει δε από την ενώπιόν του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι ο ΜΚ3 εντόπισε το θήραμα και τα παράνομα μέσα σύλληψης σε ξέχωρο περιφραγμένο χώρο όπου υπήρχε και μια οικία. Κατά αποδοχή δε του ΜΚ3 η εν λόγω οικία δεν ερευνήθηκε για σκοπούς διαπίστωσης εν κατοικείται γιατί θεωρήθηκε ότι ανήκε στον Κ ο οποίος είχε τα κλειδιά και εισήλθε εντός αυτής κατά τον χρόνο της έρευνας. Συνοψίζοντας, με βάση την πιο πάνω μαρτυρία, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε θετικό συμπέρασμα σε ό,τι αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι τον Δεκέμβριο του
  4. Ούτε υπάρχει τέτοια ικανοποιητική και αξιόπιστη μαρτυρία επί της οποίας μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο σε σχέση με την κατοχή ή τον έλεγχο ή την διαχείριση ή ευθύνη του του περιφραγμένου χώρου του ακινήτου ανήκε στον Κ. Συνακόλουθα δεν υπάρχει τρόπος να καταλήξει το Δικαστήριο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κ είχε την πραγματική κατοχή των παράνομων μέσων και του θηράματος. Αυτό είναι και το μόνο που εν προκειμένω απαιτείται αφού τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 3 στοιχειοθετούνται με μόνο στοιχείο την απλή απόδειξη της κατοχής, για την μεν πρώτη κατηγορία των απαγορευμένων μέσων για την δε δεύτερη κατηγορία του θηράματος. Η νομολογιακή προσέγγιση ως αδικήματα αυστηρής ευθύνης κρίθηκε στην υπόθεση Στέλιος Κιτρομηλίδης ν. Αστυνομίας [9]Σύμφωνα με το λεκτικό του άρθρου αρκεί η απλή απόδειξη της κατοχής χωρις να χρειάζεται απόδειξη της γνώσης της κατοχής. Αποτυχία απόδειξης της 1ης κατηγορίας που αφορά την κατοχή συμπαρασύρει και την 2η κατηγορία με την οποία καταλογίζεται στον Κ η χρήση. Η Αστυνομία αφενός στηριζόμενη στη μαρτυρία του γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου ικανοποιήθηκε ότι πληρείται το απαιτούμενο υπό τας περιστάσεις εν σχέσει με την ευθύνη της διαχείρισης του τεμαχίου. Όμως στην παρούσα υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής (ΜΚ2) ότι εντός του τεμαχίου λειτουργεί εργοστάσιο και σε αυτό τον χώρο κινούνταν κατά τον ουσιώδη χρόνο αρκετά άτομα. Υπάρχει και πάλι από την μαρτυρία ΜΚ3 ότι εντός του χώρου υπάρχει τουλάχιστον ένα υποστατικό στην νότια πλευρά. Ο δε ΜΚ2 ανέφερε ότι εντός του υποστατικού υπάρχουν χώροι όπου διέμεναν και διαμένουν ξένοι εργάτες του εργοστασίου. Συνεπώς η μαρτυρία καταδεικνύει ότι δεν μπορεί το Δικαστήριο να οδηγηθεί με ασφάλεια στο συμπέρασμα της κατοχής των παράνομων μέσων και του θηράματος από τον Κ. Η πληροφόρηση του ΜΚ3 περι της ιδιοκτησίας του τεμαχίου, την οποία θεωρούσε απόλυτη για το πρόσωπο του Κ τον οδήγησε σε ένα φάσμα συμπερασμάτων και αρκέστηκε μόνο στον ενδελεχή έλεγχο της περίφραξης (προς ικανοποίηση του άρθρου 72). Τα κενά που παρουσιάζονται στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν μπορούν να ικανοποιήσουν το βάρος απόδειξης που βρίσκεται στους ώμου της, ότι ο Κ είναι ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα, η αθώωση του Κ αποτελεί μονόδρομο. Κατάληξη Ο Κ αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1,2 και
  5. ( Υπ.) Ε. Ευθυμίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, 172, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, 1061 [2] Αγαθοκλέους κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 316, 323 [3] Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη, Πολ. Έφεση 195/2009, 30/5/2014, ECLI:CY:AD:2014:A361 [4] Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, 401 [5] Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 143, 155 και Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689 [6] Νικολαϊδης v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 645, 654 [7] (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: [8]
(2010), 2 Α.Α.Δ 329 [9]
(2009)2 ΑΑΔ 162 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.