ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΛΟΥΚΑΣ ΛΟΥΚΑ, Αρ. Υπόθεσης: 7717/18, 3/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου , Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7717/18 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ -ν- ΛΟΥΚΑΣ ΛΟΥΚΑ Ημερομηνία: 3/3/2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Άννα Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σωτήρης Γεωργίου Ο Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος («Κ») έχει βρεθεί ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε μια κατηγορία για πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν διατυπωθεί στην απόφαση ημερομηνίας 03/02/22 και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Εν συντομία να αναφέρω ότι το Δικαστήριο αποδεχόμενο τη μαρτυρία του παραπονούμενου, ΜΚ1 Παναγιώτη Τοφή, δέχθηκε ότι τα ξημερώματα της 31/07/2017, ο Κ μαζί με άλλα πρόσωπα χτύπησαν τον Παναγιώτη Τοφή στην περιοχή Μακένζι στη Λάρνακα ενώ βρισκόταν στο νυχτερινό κέντρο με την ονομασία Lush προκαλώντας σ' αυτόν πραγματική σωματική βλάβη και συγκεκριμένα εκδορές στη μετωπιαία χώρα και στον αγκώνα. Να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος είναι πλέον (ως αναφέρθηκε στο στάδιο αγόρευσης για μετριασμό της ποινής) νυμφευμένος από την 20/2/22 με την πρώην συμβία του παραπονούμενου με την οποία ο τελευταίος απόκτησε ένα παιδί. Αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος που τον εκπροσωπεί, ζητά από το Δικαστήριο την εξάντληση της επιείκειάς του στο πρόσωπο του Κ αφού θεωρεί ότι τόσο οι προσωπικές του περιστάσεις όσο και γενικότερα η προσέγγιση της Νομολογίας αυτό επιτάσσει. Αναφέρει στην αγόρευσή του ότι ο Κ κατάγεται από τη Λάρνακα και είναι 34 ετών, άτομο λευκού ποινικού μητρώου ο οποίος εργάζεται ως υπάλληλος στο Δασονομείο χωρίς να έχει σταθερά εισοδήματα. Είναι η θέση του Συνηγόρου ότι ο Κ βίωσε δύσκολες περιστάσεις με την οικογένειά του αφού ο πατέρας του εδώ και 12 χρόνια πάσχει με σοβαρή μορφή Αλτσχάιμερ και ο ίδιος, πέραν της δικής του επιβίωσης, φροντίζει να βοηθά τη μητέρα του και τις δύο νεαρότερες αδελφές του. Εξηγεί ο συνήγορος ότι ο Κ έχει αποδεχθεί το ανήλικο παιδί της συζύγου του (το παιδί δηλαδή το οποίο απέκτησε με τον παραπονούμενο) ως δικό του συμπεριφερόμενος απέναντί του ως ο βιολογικός του πατέρας σε ό,τι αφορά τόσο την οικονομική του στήριξη όσο και τη συναισθηματική του. Αυτό το ξεκίνημα του νέου κεφαλαίου στη ζωή του, θεωρεί ο συνήγορος ότι είναι καθοριστικό για την επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα υπόθεση αφού ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης θα έχει καταστροφικές συνέπειες τόσο στον ίδιο όσο και στους οικείους του αλλά και στα εξαρτώμενα από αυτόν πρόσωπα και ως αποτέλεσμα αυτής θα είναι και η απώλεια της εργασίας του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος δε αναφέρεται σε Νομολογία στην οποία παρατηρεί ότι η προσέγγιση του Εφετείου για τέτοια αδικήματα εφαρμόζοντας σε κάθε περίπτωση τους μετριαστικούς παράγοντες που προσμετρούν για την ποινή ενός Κ, είναι συνήθως η επιβολή ποινής προστίμου ειδικά σε άτομα με λευκό ποινικό μητρώο. Συγκεκριμένα, ο συνήγορος αναφέρεται στην υπόθεση, Αστυνομία v. Καλλιτσιώνη[1] , όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή προστίμου €2.000 που επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα για πανομοιότυπα αδικήματα με παρόμοιους τραυματισμούς με την παρούσα. Περαιτέρω αναφέρεται στην Γενικός Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. Χαράλαμπου Ττίγκη [2] όπου και πάλι επικυρώθηκε ποινή προστίμου €2.000 μετά από ακροαματική διαδικασία αλλά και την Yeates ν. Αστυνομίας [3] όπου το Ανώτατο Δικαστήριο παραμέρισε ποινή φυλάκισης δυο μηνών για πανομοιότυπο αδίκημα αντικαθιστώντας την με ποινή προστίμου ύψους €300. Έμφαση δε ο ευπαίδευτος συνήγορος δίνει στο ζήτημα της αναστολής τυχόν επιβληθείσας ποινής φυλάκισης με αναφορά και πάλι σε Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επαναλαμβάνοντας ότι μια άμεση ποινή φυλάκισης θα έχει τρομερές και δυσανάλογες συνέπειες τόσο στον ίδιο τον Κ όσο και στους οικείους του με αναφορά στην υπόθεση M. Θ. V. Αστυνομίας [4]. Τέλος, στη γραπτή του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος αναφέρει τα εξής «Είναι προσωπική επιθυμία του κατηγορουμένου όπως σας μεταφέρω τη μεταμέλεια και την απολογία του για το αδίκημα το οποίο διέπραξε, ένα αδίκημα το οποίο δεν τον χαρακτηρίζει ούτε σαν άνθρωπο αλλά ούτε και σαν χαρακτήρα αφού παρόμοια συμπεριφορά δεν έχει να επιδείξει στο παρελθόν» και στην κατακλείδα του «Το λευκό ποινικό του μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του, οι προσωπικές και οικονομικές του περιστάσεις και η απολογία του έστω και σ' αυτό το στάδιο, φρονώ ότι μου δίνουν το δικαίωμα να ζητήσω με ταπεινότητα τη μέγιστη δυνατή επιείκειά σας». Τα αδίκημα της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Το αδίκημα είναι στη φύση του σοβαρό. Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας, πλήττει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του.[5] Η ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα θα πρέπει να είναι ανάλογη και με την έκταση της χρήσης βίας, τα μέσα που χρησιμοποιούνται, τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται, το προβλεπτό αυτών και τις επιπτώσεις τους στο θύμα[6]. Περαιτέρω λαμβάνεται υπόψη και το κατά πόσο αυτή ασκείται σε δημόσιο χώρο στην παρουσία άλλων προσώπων εφόσον κάτι τέτοιο αποτελεί απαράδεκτη κοινωνική συμπεριφορά. Πρόκειται για συμπεριφορά, η οποία δεν επιφέρει μόνο σωματικό τραυματισμό αλλά και βάναυσο τραυματισμό της προσωπικότητας του θύματος. Επίδειξη ισχύος σε δημόσιο χώρο συνιστά μορφή αντιπαράθεσης προς το νόμο, που δεν γίνεται ανεκτή.[7] Η ύπαρξη ή έλλειψη προσχεδιασμού είναι επίσης στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγοντας αντίστοιχα Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια περιστατικά με τη δέουσα σοβαρότητα και αυστηρότητα σε μια προσπάθεια να διαβιβάσουν το μήνυμα στους παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και δεν έχουν χώρο στην κυπριακή κοινωνία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου [8] το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος: "Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς." Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας.[9] Πέραν τούτου αδικήματα ως αυτό διαπράττονται με ανησυχητική σοβαρότητα. Σε πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ε.Γ. ν. Αστυνομίας[10] λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κρίνουμε όμως αναγκαίο να υποδείξουμε, υπό μορφή γενικότερης παρατήρησης, ότι τα αδικήματα αυτής της φύσης, τα οποία διαπράττονται με απαράδεκτα μεγάλη συχνότητα και τα οποία ενέχουν το στοιχείο της αυθαιρεσίας, της αυτοδικίας και της βίαιης επιθετικότητας έναντι συνανθρώπου, η οποία συνιστά παράλληλα βάναυση προσβολή της προσωπικότητας του, θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά και αποτρεπτικά, ιδιαίτερα όταν δεν ακολουθεί έμπρακτη μεταμέλεια.» Σύμφωνα όμως με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας:[11] «Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194].» Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα[12]. Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη.[13] Ελαφρυντικά προς όφελος του Κ λαμβάνω υπόψιν τις προσωπικές του περιστάσεις όπως αυτές έχουν αναφερθεί από τον συνήγορο που τον εκπροσωπεί και συγκεκριμένα στον ρόλο που αυτός έχει τόσο στην οικογένεια του τόσο με την νέα του σύζυγό και το παιδί της όσο και στην διευρυμένη πατρική του οικογένειά. Έμφαση δε δίνω στο λευκό του ποινικό μητρώο. Σε ότι όμως αφορά τις επιπτώσεις στην εργασία του δεν έχει τεκμηριωθεί ενώπιον μου ότι μπορεί να υπάρξουν επιπτώσεις στον Κ από την επιβολή ποινής στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης στην εργασία του. Οι αναφορές περί τούτου ήταν γενικόλογες. Δεν έχει παρουσιαστεί κάποιο στοιχείο ενώπιον μου σε σχέση με τον δυσμενή επηρεασμό της εργασίας του Κ σε περίπτωση επιβολής σε αυτόν ποινή φυλάκισης. Δεν έχει τεθεί το σχέδιο υπηρεσίες ή οι κανονισμοί που διέπουν την σύμβαση εργασίας του παρά μόνο ότι αυτή είναι μερικής απασχόλησης σε καθήκοντα Δασονόμου χωρίς σταθερά εισοδήματα. Συνεπώς αυτό το στοιχείο δεν μπορεί αν προσμετρήσει με τον τρόπο που η Υπεράσπισης επιθυμεί και με αναφορά στις υποθέσεις Zac and others ν. Αστυνομίας [14] και Yeates ν. Αστυνομίας[15]. Επιπλέον, δεν μπορώ παρα να εντοπίσω ότι έχει διαρρεύσει αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα. Είναι γνωστό ότι η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κ και ακολούθως η εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του κατηγορουμένου που κατοχυρώνεται συνταγματικά μέσω του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, το οποίο ταυτίζεται με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης που η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με το Νόμο 39/62. Σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του Κ από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2) [16] υποδείκτηκε ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται στο φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και τη δίκαιη δίκη. Τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής και ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση [17] το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο στον κατηγορούμενο. Ωστόσο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου[18] τονίστηκε ότι η συμβολή κατηγορουμένου στην καθυστέρηση μετρά εναντίον του. Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι το αδίκημα διαπράχθηκε τον Ιούλιο 2017 και κατηγορητήριο καταχωρήθηκε 1 χρόνο αργότερα, συνεπώς παρατηρείται κάποια καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης. Ακολούθως όμως στην καθυστέρηση συνυπεύθυνος είναι και ο Κ. Ήταν σε μια περίπτωση απών κατά ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για Ακρόαση και ο ΜΚ1 ήταν παρών στο Δικαστήριο, αργότερα σε διαφωνία με τον δικηγόρο του ζήτησε χρόνο για να αποσυρθεί ο δικηγόρος του και έπειτα όρισε νέο συνήγορο ενώ σε 3 διαφορετικές περιπτώσεις το Δικαστήριο δεν μπορούσε να επιληφθεί της υπόθεσης ένεκα έλλειψης δικαστικού χρόνου. Εν πάσει όμως περιπτώσει, παρά τα πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου γεγονός ότι καλούμαι σήμερα να επιβάλω στον κατηγορούμενο ποινή μετά πάροδο σχεδόν 5 ετών από την διάπραξη του αδικήματος και 4 ετών από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου.[19] Οι δε προσωπικές του περιστάσεις ως έχουν εκτεθεί με επιμέλεια από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης και αφορούν τον παρόντα χρόνο, καταδεικνύουν χωρίς αμφιβολία ότι εν τω μεταξύ η κατάσταση του Κ έχει αλλάξει σε μικρό όμως βαθμό κυρίως στην προσωπική του ζωή αφού πλέον ο δεσμός του με την πρώην συμβία του παραπονούμενου έχει επισημοποιηθεί. Στον αντίποδα όμως διαπιστώνω ότι τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας επίθεσης είναι επιβαρυντικά για τον Κ. Εν προκειμένω, ο παραπονούμενος δέχθηκε απρόκλητη επίθεση από τρία άτομα σε δημόσιο χώρο διασκέδασης ανάμεσα σε άτομα της ίδιας ηλικιακής ομάδας με τον παραπονούμενο αποτέλεσμα της οποίας, πέραν των βλαβών που υπέστη στο σώμα του, ήταν και η καταρράκωση της αξιοπρέπειάς του ως νεαρού άνδρα. Πέραν τούτου, η όλη επίθεση ήτο άναδρη αφού τρεις άνδρες επιτέθηκαν σε ένα. Αυτό το πλαίσιο των γεγονότων, έχοντας υπ' όψιν τη μεταξύ του Κ και της πρώην συμβίας του παραπονούμενου σχέση, προσδίδει ιδιαίτερα επιβαρυντικό χαρακτήρα στην επίθεση ο οποίος κατά τη δική μου κρίση δεν θεραπεύεται με την ενώπιον του Δικαστηρίου απολογία πόσω δε μάλλον μετά την έκδοση καταδικαστικής απόφασης. Τολμώ δε να πω ότι αυτή η απολογία ήρθε πολύ αργά και περιορίστηκε μόνο στο Δικαστήριο χωρίς ίχνος αναφοράς κατά πόσο ο Κ φρόντισε ή μερίμνησε ούτως ώστε να απολογηθεί στο θύμα του. Οι δε υποθέσεις στις οποίες με έχει παραπέμψει ο κύριος Γεωργίου, ως καθοδήγηση να πω ότι δεν υποστηρίζουν ακριβώς την θέση του σε σχέση με την καταλληλότερη σε αδικήματα όπως αυτό ποινή. Συγκεκριμένα στα πλαίσια των συνεκδικαζόμενων εφέσεων και συγκεκριμένα της Αστυνομία ν. Ηροδότου[20] κρίθηκε ότι η ποινή προστίμου των €2.000 σε ό,τι αφορούσε τον τρόπο που ο εφεσίβλητος (σωματοφύλακας νυχτερινού κέντρου) ενήργησε κατά τον ξυλοδαρμό του προσώπου τον οποίο περιγράφει το Εφετείο ως βάναυσο[21], κρίθηκε ότι η ποινή προστίμου ήταν έκδηλα ανεπαρκής και αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης 3 μηνών την οποία μετά από προβληματισμό, ως το Εφετείο αναφέρει, ανέστειλε καθότι είχε παρέλθει μεγάλος χρόνος από τη διάπραξη του αδικήματος. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, κρίνω μόνη κατάλληλη υπό τας περιστάσεις είναι η ποινή φυλάκισης. Εχει αποδοθεί η δέουσα βαρύτητα σε όλους τους προαναφερθέντες παράγοντες που συνηγορούν ελαφρυντικά για τον Κ αλλά, κατά την κρίση μου, δεν είναι τέτοιας έκτασης για να επηρεάσουν το είδος της ποινής ούτως ώστε να επιβληθεί η προτεινόμενη από την Υπεράσπιση ποινή προστίμου, μπορούν όμως να επηρεάσουν το εύρος της ειδικά οι παράγοντες που αφορούν το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και τη σημασία που έχει η παρουσία του στον πυρήνα τόσο της πατρικής του οικογένειας όσο και της νέας του οικογένειας αλλά και τον χρόνο που έχει διαρρεύσει. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κ ποινή φυλάκισης 45 ημερών στην πρώτη κατηγορία. Το Δικαστήριο, αποφασίζοντας ως προς το κατά πόσον ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής, θεωρεί εκ νέου τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και αποδίδει «διπλή βαρύτητα» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του για την αναστολή ή όχι της ποινής.[22] Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εξετάζοντας το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής φυλάκισης δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής.[23] Βασικό είναι πάντοτε το ερώτημα κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή πρέπει οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία, και «κατά την εξέταση του ζητήματος σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής».[24] Λαμβάνοντας υπόψην μου όλα τα πιο πάνω και έχοντας περαιτέρω κατά νου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του περί της Υφ΄ όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως Εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, τη σχετική νομολογία [25] και λαμβάνοντας συναφώς υπόψη μου τους μετριαστικούς παράγοντες που προσμετρούν υπέρ του Κ και συνυπολογίζοντας εκ δευτέρου όλους τους προαναφερθέντες παράγοντες, θεωρώ πως τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της ποινής στην προκειμένη περίπτωση ούτε και θα αντικατόπτριζε τη σοβαρότητα του αδικήματος.[26] Θα έστελνε δε κατά την κρίση μου λανθασμένα μηνύματα σε άλλους επίδοξους παραβάτες. Ως εκ τούτου η ποινή φυλάκισης θα είναι άμεση. Τα έξοδα ύψους 60 να καταβληθούν από την Δημοκρατία αφού ως θέμα αρχής δεν καταβάλλονται έξοδα από Κ στον οποίο έχει επιβληθεί άμεση ποινη φυλάκισης. (Υπ.) .......................................... Ε.Ευθυμίου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ποινική Έφεση 269/18, ημερομηνίας 27/11/19 [2] Ποινική Έφεση 171/10 ημερομηνίας 25/01/13 [3] Ποινική Έφεση 72/12 [4]
(2005), 2 Α.Α.Δ 174 [5] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 ΑΑΔ 95 [6] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Evans
(2005)2 ΑΑΔ 639, Σακαρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342 [7] Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 327 και Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 581 [8]
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 [9]
(2004)2 Α.Α.Δ. 504 [10] Ποιν. Εφ. 221/2017, ημερ. 15.10.19 [11]
(1995)2 Α.Α.Δ. 135 [12] Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ
(2009)2 ΑΑΔ 298 [13] Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 [14]
(1990)2 ΑΑΔ 6 [15] Ποινική Έφεση 72/12 [16]
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 [17]
(2000)2 Α.Α.Δ. 252 [18]
(2004)2 Α.Α.Δ. 223 [19]Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223 [20] Ποινική Έφεση 273/2018,ημεομηνίας 27/11/2019 [21] Αυτούσια η επίμαχη περικοπή: «Στην υπό κρίση περίπτωση, ως ήταν εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο Εφεσίβλητος, σωματοφύλακας στο κέντρο, ενεπλάκη τη στιγμή που ο ΜΚ1 έσπρωξε τον Χρίστου - γκαρσόνι. Άρπαξε από πίσω τον ΜΚ1, τον έριξε στο έδαφος «.. κτυπώντας τον και κλωτσώντας τον σε όλο του το σώμα καθώς τον έσερνε στο πάτωμα.». Ο ΜΚ1, λόγω της επίθεσης, υπέστη μώλωπες και κόψιμο πίσω από τον λωβό του δεξιού αυτιού.. Τα γεγονότα που περιέβαλλαν την έκνομη συμπεριφορά του Εφεσίβλητου είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Ο Εφεσίβλητος, σωματοφύλακας, επιτέθηκε εναντίον προσώπου, μεσήλικα, με βάναυσο τρόπο, επιφέροντάς του κτυπήματα και κλωτσώντας το εν λόγω πρόσωπο κατ΄ επανάληψη και παρά το γεγονός ότι το θύμα δεν είχε τη δυνατότητα να αντιδράσει ανάλογα και να αμυνθεί. Αποτέλεσμα των ενεργειών του Εφεσίβλητου ήταν οι τραυματισμοί του θύματος, ευτυχώς ελαφριάς μορφής, αλλά και η ταπείνωση και ο εξευτελισμός της ανθρώπινης φύσης του. Η χρηματική ποινή που επιβλήθηκε είναι έκδηλα ανεπαρκής, δεν αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα του αδικήματος και στερείται βεβαίως του αποτρεπτικού χαρακτήρα που απαιτείται για την προστασία του κοινού. Αρμόζουσα είναι η στερητική της ελευθερίας ποινή.» [22] Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930. [23] Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 11/16, ημερ. 17.10.16, Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449, Κωνσταντίνου Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 27/16, ημερ. 19.7.16, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583. [24] Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930. [25] Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 11/16, ημερ. 17.10.16, Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449, Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 27/16, ημερ. 19.7.16, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Κυπρίζογλου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17 κ.α., ημερ. 15.12.17 και Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποιν. Έφ. 277/18, ημερ. 10.5.19. [26] Ιωσήφ, ανωτέρω, Μιλτιάδους, ανωτέρω. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο