← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑ, Αρ. Υπόθεσης: 12581/19, 22/7/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑ, Αρ. Υπόθεσης: 12581/19, 22/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:B56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12581/19 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ -ν- ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑ Κατηγορουμένου 22 Ιουλίου 2022 Για Κατηγορούσα Αρχή :κ. Ε. Κουμπαρή Για κατηγορούμενο: κ.Π. Ζαπούνης Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Σκιαγράφηση της Υπόθεσης και η Προσκομισθείσα Μαρτυρία Ο κατηγορούμενος («Κ») αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Με την πρώτη του καταλογίζονται απερίσκεπτές και αμελείς πράξεις κατά παράβαση του Άρθρου 236Α του Ποινικού Κώδικα και με την δεύτερη αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση κατά παράβαση των Άρθρων

  1. 1, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/
  2. Αυτό που συγκεκριμένα καταλογίζεται στον Κ, είναι ότι στις 16/02/2019 περί στις 09:30 στη λεωφόρο Αυστραλίας στην Αραδίππου, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] με αλόγιστο και βεβιασμένο τρόπο με αποτέλεσμα να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του Μιχάλη Ανδρέου. Στον ίδιο τόπο και χρόνο, του καταλογίζεται ότι οδηγούσε το ίδιο όχημα αλόγιστα και επικίνδυνα για το κοινό. Η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση στα πλαίσια της οποίας έδωσαν μαρτυρία 4 άτομα από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής ενώ όταν ο Κ κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και κάλεσε έναν μάρτυρα Υπεράσπισης. ΜΚ1, ο Μιχάλης Ανδρέου, ανέφερε ότι στις 16/02/19 ενώ αναχωρούσε από την οικία του με το όχημά του, παρατήρησε ότι έξω από το σπίτι του γείτονά του Δημήτρη Μαύρη (με τον οποίο είναι κουμπάροι) ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο του δεσμού της πρώην γυναίκας του. Ως εξήγησε φωτογράφισε το αυτοκίνητο που βρισκόταν έξω από το σπίτι και συνέχισε την πορεία του. Ενώ προσέγγιζε τη λεωφόρο που οδηγεί στο ΓΣΖ με κατεύθυνση προς το ΓΣΖ, αντιλήφθηκε ότι το όχημα που είχε προηγουμένως φωτογραφίσει τον καταδίωκε. Το άτομο αυτό εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και του έκανε σήμα με τα χέρια του για να σταματήσει. Όταν ο ίδιος δεν ανταποκρίθηκε, σταμάτησε το όχημά του απότομα μπροστά του και αναγκάστηκε να κινηθεί με όπισθεν για να μπορέσει να συνεχίσει την πορεία του. Τότε θεωρώντας ότι έπρεπε να αναζητήσει βοήθεια, κινήθηκε στη λεωφόρο Αυστραλίας προς τα γραφεία της Τροχαίας. Όταν εισήλθε στην οδό Αυστραλίας, ο Κ τον προσπέρασε από την αριστερή λωρίδα εισερχόμενος λοξώς απότομα προς τη δεξιά λωρίδα που ο ΜΚ1 κινείτο με αποτέλεσμα ο τελευταίος να του χτυπήσει στο πίσω δεξί μέρος του οχήματός του και ακολούθως στη δεξιά πλευρά. Το αυτοκίνητο του Κ τότε κινήθηκε αριστερά μετά από το χτύπημα και πέρασε πάνω από το πεζοδρόμιο για να ακινητοποιηθεί μεταξύ της χωμάτινης νησίδας και του δρόμου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο λόγος που είχε φωτογραφίσει το όχημα του Κ έξω από το σπίτι του κουμπάρου του, ήταν γιατί γνώριζε ότι το διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου που είχε εκδοθεί δεν επέτρεπε την είσοδο σε τρίτο άτομο ή συμβίο και είχε αναλάβει την πρωτοβουλία για να βοηθήσει τον κουμπάρο του κάθε φορά που στην αντίληψή του ερχόταν η παρουσία κάποιου ατόμου στην οικία. Ακολούθησε η ΜΚ2, Αστυφύλακας Μαρία Αντωνίου, η οποία υπηρετεί στην Τροχαία Λάρνακας και μετέβηκε στον χώρο που έγινε το ατύχημα στις 16/02/19 και ακολούθως έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κ την οποία μαζί με τη δική της κατάθεση παρέδωσε στο Δικαστήριο. ΜΚ3 κλήθηκε ο Λοχίας 2981 Μιχάλης Σκούλλος, άτομο που υπηρετεί στον κλάδο εξέτασης και αναπαράστασης τροχαίων συγκρούσεων στην Τροχαία Αρχηγείου. Ο μάρτυρας ετοίμασε έκθεση, σχεδιαγράφημα ατυχήματος και σχεδιαγράφημα συμπεριφοράς οχημάτων τα οποία κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκμήρια 4 - 6). Εξήγησε ότι επισκέφθηκε τη σκηνή του ατυχήματος μετά τη σύγκρουση και αποτύπωσε τα ίχνη ελαστικών που εντόπισε και κομμάτια από τον προφυλακτήρα τα οποία κατέγραψε στο Τεκμήριο 5 χρησιμοποιώντας συγκεκριμένο σταθερό σημείο. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι με βάση τα ευρήματά του στη σκηνή του ατυχήματος, η συμπεριφορά των οχημάτων από το σημείο της πρώτης επαφής μέχρι και την απεμπλοκή ήταν συγκεκριμένη. Ως εξήγησε,ενεπλάκηκε στην διευρεύνηση από τον ανακριτή της υπόθεσης, οποίος είχε δύο διαφορετικές εκδοχές, μια από τον Κ και μια από τον ΜΚ1 σε σχέση με τον τρόπο που τα οχήματα συγκρούστηκαν μεταξύ τους και γι' αυτόν τον λόγο είχε κληθεί ο ίδιος για να προβεί σε έρευνα και να απαντήσει στο ερώτημα. Τα ευρήματα του ΜΚ3 το οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι το όχημα KUJ285 (που οδηγούσε ο Κ) ήταν μπροστά και το όχημα MYN962 (που οδηγούσε ο ΜΚ1) πίσω κατά τον ουσιώδη χρόνο της πρώτης μεταξύ τους επαφής. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι πέραν των ερευνών του στον χώρο, είχε θέσει ενώπιόν του τις ζημιές των δύο οχημάτων αλλά και τις τελικές τους θέσεις ούτως ώστε να μπορέσει να καταλήξει σε αυτά τα συμπεράσματα. Μάλιστα διευκρίνισε ότι λίγες λεπτομέρειες είχε λάβει σε σχέση με τις εκδοχές των εμπλεκομένων ούτως ώστε να μην δύναται να επηρεαστεί. Ο μάρτυρας ήταν σαφής ότι οι ζημιές των οχημάτων δεν υποστήριζαν την εκδοχή του Κ. Μάλιστα, χρησιμοποιώντας αυτοκίνητα παιχνίδια αναπαράστησε στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο έγινε το ατύχημα απορρίπτοντας τη θέση της Υπεράσπισης που ο Κ έδωσε στην Αστυνομία. Κατά την αντεξέτασή του δε, επισήμανε σε διάφορους χρόνους ότι δεν υπήρξε πλευρική σύγκρουση των οχημάτων και ο ίδιος κατέληξε στα συμπεράσματά του σε σχέση με την πρώτη επαφή των οχημάτων έχοντας απόλυτα πεισθεί σε σχέση με τα ευρήματά του επιμένοντας ότι η σύγκρουση ήταν μπροστά ‑ πίσω με τις γωνίες των οχημάτων και όχι πλευρικά ως η θέση του Κ στην ανακριτική του κατάθεση. Προέκυψε από την αντεξέταση του ΜΚ3 ότι η κύρια θέση της Υπεράσπισης την οποία υποστήριξε ενθέρμως, ήταν ότι κατά την πρώτη επαφή των οχημάτων αυτά ήταν στην πλευρά της πορείας που κινείτο ο Κ και όχι της πορείας που κινείτο ο παραπονούμενος. Ακολούθησε η μαρτυρία του ΜΚ4, Αστυφύλακα 2581 Ηλία Γιουσελλή, ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 τη δική του κατάθεση στην οποία αναφέρεται στις ενέργειες που έκανε όταν κατέφτασε στη σκηνή της σύγκρουσης και εντόπισε τον Κ και τον παραπονούμενο. Ως εξήγησε, αφού εντόπισε στη σκηνή τα οχήματα στην τελική τους θέση, κατέγραψε τις ζημιές των δύο οχημάτων και ακολούθως έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον ΜΚ1 την ίδια μέρα, ο οποίος μετά την κατάθεση προέβηκε σε υποδείξεις σκηνών. Ακολούθως ο μάρτυρας, ως εξήγησε, κατηγόρησε τον Κ για τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει με το παρόν Κατηγορητήριο. Περαιτέρω ο μάρτυρας κατέθεσε το Τεκμήριο 9, πρόχειρο σχεδιαγράφημα που ετοιμάστηκε από τον ίδιο, στο οποίο υποδεικνύεται με την ένδειξη Χ το σημείο που έγινε η σύγκρουση, επαφής δηλαδή των οχημάτων. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε ενδελεχώς κυρίως επί του σχεδιαγράμματος για το οποίο υποβλήθηκαν διάφορες θέσεις όπως επί παραδέιγματι ότι αυτό δεν είχε προσυπογραφεί από τους δύο οδηγούς ότι οι μετρήσεις, δεν είχαν γίνει επί κλίμακας και το σχέδιο ήταν ελλειπές. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι η Αστυνομία κατέληξε ότι δεν επρόκειτο περί τροχαίου ατυχήματος και ότι η σύγκρουση ήταν αποτέλεσμα σκόπιμης ενέργειας εξού και δεν προχώρησε στη διερεύνηση του συμβάντος ως ένα ατύχημα. Εξήγησε πολλάκις ότι το μέλημά του ήταν να διευκρινίσει με ποιον τρόπο έγινε η πρώτη επαφή των οχημάτων αφού είχε ενώπιόν του τον ισχυρισμό του Κ ότι ο ΜΚ1 κινήθηκε προς αυτόν και τον χτύπησε πλευρικά και τον ισχυρισμό του ΜΚ1 ότι ο Κ μπήκε μπροστά του λοξώς απότομα και ακολούθησε η σύγκρουση. Μάλιστα η Υπεράσπιση επέμενε κατά την αντεξέταση ότι η εμπλοκή του ΜΚ3 από τον ΜΚ4 ήταν για να υποδείξει το σημείο σύγκρουσης ούτως ώστε να γνωρίζει η Αστυνομία ποιον θα κατάγγελλε με τον μάρτυρα να επιμένει σε διάφορες περιπτώσεις ότι ο λόγος που ενεπλάκη ο Λοχίας Σκούλλος (ΜΚ3) ήταν για να υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο ήρθαν σε επαφή τα αυτοκίνητα. Ακολούθησε η κατάθεση του Κ ο οποίος εξήγησε στο Δικαστήριο ότι τη συγκεκριμένη μέρα βρισκόταν σε σπίτι συναδέλφου του με την οποία διδάσκει μαθήματα Πρώτων Βοηθειών αφιλοκερδώς σε οικογένειες. Είχε μεταβεί στην οικία της το πρωί για να την παραλάβει και εντόπισε ότι υπήρχαν κάποιες διορθώσεις στην παρουσίαση που θα έκαναν εκείνην τη μέρα και έτσι παρέμεινε στην οικία της για να γίνουν οι απαραίτητες διορθώσεις. Εκείνη εντόπισε τον ΜΚ1 να φωτογραφίζει το όχημά του που ήταν σταθμευμένο έξω από το σπίτι της συναδέλφου του και μετά από αυτήν την ενημέρωση ο ίδιος αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Ήταν η θέση του ότι όταν ελάττωσε ταχύτητα το προπορευόμενό του όχημα, αυτός κατάφερε να μπει δίπλα του και άνοιξε το παράθυρο για να δει ποιος είναι. Εκείνη τη στιγμή, σύμφωνα με το μάρτυρα, ο ΜΚ1 γύρισε το βλέμμα του προς εκείνον, χτύπησε στο δεξί πίσω μέρος του αυτοκινήτου του και το αυτοκίνητό του έπιασε μια πορεία τριβής με αποτέλεσμα ο ίδιος να καταλήξει ως ανέφερε πάνω στον όχτο. Επέμενε δε σθεναρά ότι ουδέποτε ξέφυγε από το όριο ταχύτητας. Ως κατά την αντεξέταση ανέφερε μετατέθηκε στην Υπηρεσία Ασθενοφόρων μετά από ειδική εκπαίδευση που έτυχε αφού προηγουμένως εργαζόταν στο Νοσοκομείο Λάρνακας ως νοσηλευτής. Ανέφερε ότι ο λόγος που η κίνηση του ΜΚ1 να τον φωτογραφήσει τον ανησύχησε αφού λόγω της εργασίας του στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών για περίοδο πέραν των 20 ετών ως υπεύθυνος βάρδιας, γνώρισε όλων των ειδών χαρακτήρες και δέχτηκε πολλές φορές απειλή για τη ζωή και την περιουσία του. Επέμενε τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση ότι βρισκόταν σταθερά 80 μέτρα πίσω από το όχημα του παραπονούμενου και ήταν και η θέση του ότι από τη στιγμή που ήταν εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας δεν τίθεται ζήτημα αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης. Ως ΜΥ1 κατέθεσε ο Ιάκωβος Ανδρέου. Αυτός ανέφερε ότι την επίδικη μέρα και ενώ βρισκόταν στον παράδρομο που έγινε το ατύχημα με το σκυλάκι του, εντόπισε δύο αυτοκίνητα τα οποία βρίσκονταν στη δεξιά λωρίδα να κινούνταν με κανονικές ταχύτητες τα οποία, ως ανέφερε παρακολούθησε μέχρι την μεταξύ τους σύγκρουση. Κατά την αντεξέταση ρωτήθηκε συγκεκριμένες λεπτομέρειες σε σχέση με το ατύχημα που είδε ενώ του υποδείχθηκαν εικόνες από τα δύο οχήματα ζητώντας του να τις αναγνωρίσει, ενέργειες που αδυνατούσε να πράξει. Αξιολόγηση Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι ένα πολυσχιδές έργο. Το Δικαστήριο οφείλει να προβεί στην αξιολόγηση αντιπαραβάλλοντας και διερευνώντας τα επίδικα γεγονότα με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα, αλλά να λάβει υπόψιν όλες τις σχετικές και νομικές αποδεκτές παραμέτρους αξιολόγησης. Η δε αποτίμηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνει με βάση την κρίση του Δικαστηρίου για το αξιόπιστο αυτής και όχι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Έχοντας υπόψιν τις σχετικές επί του θέματος νομικές αρχές[1], προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Για σκοπούς συνοχής της αξιολόγησης και επειδή αυτό εξυπηρετεί καλύτερα την παρούσα υπόθεση, θα προβώ πρώτα στην αξιολόγηση των ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ4, ακολούθως στην αξιολόγηση του ΜΚ1 και τέλος στην αξιολόγηση του Κ και του ΜΥ
  3. Σε ό,τι αφορά την ΜΚ2, αυτή έλαβε την ανακριτική κατάθεση από τον Κ.Η ίδια ανέφερε ότι δεν έκανε άλλες ενέργειες στην υπόθεση και συνεπώς η μαρτυρία της δεν χρήζει αξιολόγησης. Στρέφομαι τώρα στον ΜΚ
  4. Με προβλημάτισε ιδιαίτερα ο τρόπος προσέγγισης της αντεξέτασης του ΜΚ3 και αυτό γιατί σε ουσιώδεις τοποθετήσεις του ΜΚ3 κατά την αντεξέταση, η θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι συμφωνούσε. Θα αναφέρω κάποια από τα παραδείγματα: E. Ναι, ρωτώ σας σύμφωνα με τούτα που μας είπατε, για να σπάσει το trafficator και όχι το φανάρι, η σύγκρουση ήταν πλαϊνή. Συμφωνείτε ή διαφωνείτε; A. Όχι, διαφωνώ και αυτή είναι και η ουσία της κατάθεσης την οποία παρουσιάζω στο Δικαστήριο. Τις ζημιές ενός οχήματος πρέπει να τις αντιπαραβάλεις... πρέπει να έρχονται σε συνάρτηση με τις ζημιές και του άλλου εμπλεκόμενου αυτοκινήτου και για να γίνω πιο παραστατικός Εντιμοτάτη, αν θέλετε θα χρησιμοποιήσω δύο μικρά αυτοκινητάκια, να ευχαριστήσουμε τον γιο μου που μου τα έδωσε, στο δεξί χέρι με κόκκινο χρώμα είναι ένα ομοίωμα αυτοκινήτου το οποίο θα αφορά το αυτοκίνητο [ ] το Β, στο αριστερό μου χέρι είναι ένα πράσινο ομοίωμα αυτοκινήτου και αφορά το άλλο εμπλεκόμενο αυτοκίνητο. Αυτό που λέω εγώ, σύμφωνα με τα ευρήματά μου, η επαφή των δύο οχημάτων κατά την πρώτη επαφή τους ήταν αυτή (Ο μάρτυρας χρησιμοποιεί τα αυτοκίνητα για να δείξει). Δηλαδή Εντιμοτάτη αυτό που λέω ήταν η αριστερή άκρη του MYN, μπροστινή άκρη, με την πίσω δεξιά άκρη του αυτοκινήτου KUJ. Αν υπήρχε πλευρική σύγκρουση, δηλαδή το όχημα να πήγαινε αριστερά και να χτυπούσε στο αυτοκίνητο, θα είχαμε διαφορετικά χτυπήματα, διαφορετική συμπεριφορά των λαμαρινών των οχημάτων αλλά και των ίδιων των αυτοκινήτων και παραστατικά σας το δείχνω, αν έρχετουν αριστερά το κόκκινο όχημα και του χτυπούσε, το πράσινο όχημα θα αναμέναμε να είχε αυτήν την πορεία, να γυρίσει προς τα δεξιά και έχοντας και τα δύο οχήματα την ίδια κατεύθυνση, θα αναμέναμε να είχαν και δεύτερη επαφή με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου [ ] πλευρικά με το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, αυτό που λέμε εμείς και φαίνεται πολύ χαρακτηριστικά στις ζημιές του οχήματος, Εντιμοτάτη, αν χτυπούσαν πλευρικά, τότε το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου δεν θα έπρεπε να είχε ζημιά, δεν θα ήταν εκτεθειμένο στο αυτοκίνητο του... συγγνώμη, στο αυτοκίνητο του μάρτυρα, του άλλου οδηγού του Μιχάλη Ανδρέου και δεν θα είχε ζημιά και όμως έχει ζημιά στο πίσω μέρος του η οποία ζημιά είναι κάθετη. E. Συμφωνούμε. Αυτό θέλουμε να μας πεις, ότι υπήρχε χτύπημα στο αριστερό μπροστινό μέρος του Β προς το πισινό δεξιό μέρος του Α. A. Αυτό λέμε. E. Τούτο θέλουμε. A. Ναι αλλά δεν είναι πλευρική σύγκρουση, είναι σύγκρουση μπροστά ‑ πίσω. Δεν ξέρω αν γίνομαι κατανοητός. Kαι ακολούθως: A. Κατ' ανάγκη δεν έπρεπε να γίνει αυτό το πράγμα και αν θα μπορούσε η σύγκρουση να ήταν λίγο πιο αριστερά, ένα παράδειγμα είπα να βοηθήσω το Δικαστήριο ότι ήταν στη μέση, αλλά αν συμφωνείτε με τα ευρήματά μου‑‑ E. Συμφωνούμε με τα ευρήματά σας αλλά δεν συμφωνούμε πού έγινε η πρώτη επαφή. Συμφωνούμε 100% ότι έτσι έγινε όμως στην κατεύθυνση του κατηγορουμένου διότι κύριε μάρτυρα, σύμφωνα με την κινηματική και των πιθανοτήτων, από την πρώτη επαφή και τα γδαρσίματα των τριών μέτρων σχεδόν, αν πιάσουμε το πλάτος
  5. 5 και τα 2/3 είναι γδαρσίματα, είναι φυσικό επακόλουθο ακριβώς όπως μας είπατε, τρίφτηκε 3 μέτρα, η απόσταση ήταν 2 μέτρα και ακούμπησε στις λίνιες. Βάσει τούτου που μας είπατε, έπρεπε να μην τριφτούν 3 μέτρα, να τριφτεί 50 εκατοστά, να ακουμπήσει στις λίνιες και να μετακινηθεί πιο αριστερά ακριβώς όσο το είπατε εσείς. A. Εντιμοτάτη, η θέση μου για τη μέση του δρόμου αφορούσε την πιθανότητα του αυτοκινήτου του μάρτυρα 1 να χτυπήσει στις λίνιες. Αυτό το ερώτημα είχα απαντήσει. Κατά πλάτος της δεξιάς λωρίδας που ήταν η σύγκρουση, είχα δηλώσει και προηγουμένως ότι δεν ήμουν σε θέση να πω με ακρίβεια, το είχα δηλώσει και προηγουμένως στη δεξιά λωρίδα, όμως ερχόμενος στους όρους εντολής μου, υπήρχε διαφορετικός ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο, ότι ήταν πλευρική η σύγκρουση. Εγώ εκείνο το συμπέρασμα... εκείνην τη θέση ήρθα να εξετάσω. Τώρα μου λέτε κάτι άλλο. Δεν μπορώ να πω σε ποιαν πλευρά της δεξιάς λωρίδας έγινε η επαφή. Με αυτόν τον τρόπο η Υπεράσπιση διαφοροποιήθηκε από την θέση του Κ στην ανακριτική του κατάθεση σε σχέση με το πως έγινε η σύγκρουση επικεντρώνοντας στο που έγινε η σύγκρουση. Αυτή η θέση ουδέποτε υπεβλήθηκε στον ΜΚ1, αποτελεί νέο στοιχείο και δημιουργεί αταξία της Υπερασπιστικής Γραμμής. Ανεξαρτήτως όμως της αστάθειας των θέσεων της Υπεράσπισης η τοποθέτηση του Λοχία, άτομο με πολύπειρη εξειδίκευση στην αναπαράσταση ατυχημάτων, ότι η σύγκρουση των οχημάτων έγινε με τον τρόπο που περιέγραψε στην Αστυνομία ο ΜΚ1, δηλαδή ότι κατά τον χρόνο της πρώτης επαφής των οχημάτων, μπροστά βρισκόταν το αυτοκίνητο του Κ ήταν ξεκάθαρη. Ο Λοχίας Σκούλλος έδωσε επαρκείς και αξιόπιστες εξηγήσεις σε σχέση με τα ευρήματα και την κατάληξή του που πήγαζαν από την αναπαράσταση της συμπεριφοράς των οχημάτων σε συνάρτηση με τις ζημιές που υπέστηκαν και τις τελικές τους θέσεις. Να αναφέρω ότι ούτε οι ζημιές των οχημάτων αλλά ούτε και οι τελικές τους θέσεις αμφισβητούνται από οποιανδήποτε πλευρά. Η δε επιμονή της Υπεράσπισης σε σχέση με το ακριβές σημείο σύγκρουσης στην δεξιά λωρίδα δεν κλόνισε την μαρτυρία του Λοχία Σκούλλου. Καταλήγω ότι η αντεξέταση του ΜΚ3 δεν έπληξε την ουσία των αναφορών του ούτε τα ευρήματά του όπως αυτά διατυπώνονται στην έκθεση που αυτός ετοίμασε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Ο μάρτυρας κρίνεται ως πλήρως αξιόπιστος Ο ΜΚ4 ήταν το άτομο που προσήλθε πρώτος στη σκηνή που επεσυνέβη η σύγκρουση και ήταν το πρόσωπο που έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον ΜΚ1 στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Στα πλαίσια δε του ανακριτικού έργου, στις 27/05/19 κατηγόρησε τον Κ για τα αδικήματα που με το παρόν Κατηγορητήριο αντιμετωπίζει. Οι τοποθετήσεις που υποβλήθηκαν και συγκεκριμένα οι αναφορές της Υπεράσπισης σε σχέση με τις ενέργειες του ΜΚ4 σε ό,τι αφορούσε την ετοιμασία πρόχειρου σχεδιαγραφήματος αλλά και το γεγονός ότι αυτό υπογράφηκε από τα εμπλεκόμενα μέρη, ουδόλως πλήττουν τη μαρτυρία του. Ήταν πολλές οι φορές κατά την Ακροαματική Διαδικασία που υποδείχθηκε στην Υπεράσπιση ότι η περίπτωση δεν αφορά αμελή οδήγηση. Ούτε και οι όποιες αναφορές ότι προηγουμένως είχε θέσει τον Κ υπό σύλληψη, θέση που σε κάθε περίπτωση δεν αντικατοπτρίζεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, μπορούν να πλήξουν την μαρτυρία του. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τα Άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 155 και ειδικότερα το Άρθρο 5(α), οποιοσδήποτε ανακριτής δύναται να λάβει κατάθεση από πρόσωπο σε χρόνο και χώρο που ο ίδιος θα καθορίσει ενημερώνοντας το πρόσωπο αυτό προς τούτο. Συνεπώς δεν αντιλαμβάνομαι πού η Υπεράσπιση βρίσκει μεμπτές τις ενέργειες του ΜΚ
  6. Στρέφομαι τώρα στον ΜΚ
  7. Ο μάρτυρας άφησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν καθαρό ότι οι αναφορές του από την πρώτη στιγμή στην Αστυνομία μέχρι και το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας ήταν σταθερές και σε αυτές παρέμεινε συνεπής καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Πρέπει να πω ότι στη μακρά αντεξέταση του ΜΚ1, η Υπεράσπιση εστιάστηκε στον λόγο που αυτός προχώρησε να φωτογραφίσει το όχημα του Κ εκεί που το εντόπισε, έξω δηλαδή από την οικία της κουμπάρας του, υποβάλλοντας μάλιστα ότι η αντίδραση του Κ, να τον καταδιώξει, ήταν φυσιολογική. Μάλιστα οι υποβολές της Υπεράσπισης εστιάστηκαν σχεδόν εξ ολοκλήρου σε εκείνο το σημείο, δηλαδή τη λογική αντίδραση από πλευράς του Κ να τον καταδιώξει για να μάθει την ταυτότητα του φωτογράφου του οχήματός του. Σε κανένα στάδιο δεν υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι η σύγκρουση έγινε με διαφορετικό τρόπο ούτε υποβλήθηκε η εκδοχή του Κ στον ΜΚ1 για να τοποθετηθεί επ' αυτής, ότι δηλαδή αυτός έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και μπήκε στην πορεία του χτυπώντας τον στο πλευρό. Η μοναδική υποβολή που έγινε στον ΜΚ1 ήταν η ακόλουθη: E. Εγώ σου υποβάλλω ότι ουδέποτε ανέκοψε σου την πορεία αλλά εσείς χτυπήσατε για να τον αποφύγετε. Αναμενόταν από τον Συνήγορο Υπεράσπισης να θέσει στον μάρτυρα τη θέση που η Υπεράσπιση αργότερα προώθησε κυρίως σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία του ΜΚ3 αλλά και διά μέσου της μαρτυρίας του Κ για το πώς έγινε η σύγκρουση των οχημάτων. Η πορεία της αντεξέτασης όχι μόνο δεν έπληξε τη μαρτυρία του ΜΚ1 αλλά ενίσχυσε τις αρχικές του τοποθετήσεις και κατέδειξε τη σταθερότητα και συνέπεια του μάρτυρα στην αρχική του θέση στην Αστυνομία. Στρέφομαι τώρα στο πρόσωπο του Κ. Οφείλω να αναφέρω ευθύς εξ' αρχής ότι η εμφάνισή του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν απογοητευτική. Αρχικά, ο Κ παρουσιάστηκε ως γνώστης των πάντων. Μας είπε ότι είναι σπουδαίος, ανέφερε ότι αντιλαμβάνεται από νοσηλευτική, κινητική και άλλα. Έβρισκε με κάθε τρόπο την ευκαιρία να καταδείξει στο Δικαστήριο πόσο σημαντικό πρόσωπο είναι και το αξιοσημείωτο έργο που επιτελεί και έχει επιτελέσει. Μάλιστα, πριν την έναρξη της κατάθεσής του, εισηγήθηκε μέσω του Συνηγόρου του ότι ήταν απαραίτητη η παρουσία του στην Ουκρανία ως επικεφαλής της ομάδας Γιατρών του Κόσμου με την αποστολή της ομάδας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Χαρακτηριστική όμως της υπερβολής και της ανάγκης του να παρουσιαστεί ως σημαντικό πρόσωπο, είναι η απάντηση στην απλή ερώτηση της αντεξέτασης να αναφέρει που εργάζεται (αυτούσια η περικοπή): E. Εργάζεστε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας; A. Εργαζόμουν μέχρι το 2019 στο Νοσοκομείο Λάρνακας... 2020, συγγνώμη, και κατόπιν κάποιας ειδικής εκπαίδευσης που έκανα, μετατέθηκα στην Υπηρεσία Ασθενοφόρων όπου είμαι επικεφαλής δύο σταθμών στη Λάρνακα, της μονάδας αεροπορικών επιχειρήσεων της Αστυνομίας, είμαι αρχηγός της ομάδας, είμαι υπεύθυνος του σταθμού της κόκκινης ομάδας, είναι ομάδες οι οποίες περιοδεύουμε από Σταθμό σε Σταθμό, υπάρχουν 4 σταθμοί στην επαρχία Λάρνακας και ανά μήνα καλύφκουμε κάθε Σταθμό. Είμαι υπεύθυνος της ομάδας τζιείνης. Επίσης είμαι αρχηγός της ομάδας Heart που είναι για επικίνδυνες αποστολές και διασώσεις εξού και η αποστολή στην Ουκρανία. Επίσης είμαι αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Πληρωμάτων Ασθενοφόρων Κύπρου και ο Πρόεδρος της Επιτροπής Προδιαγραφών της Υπηρεσίας Ασθενοφόρων. Δικαστήριο (προς κατηγορούμενο): Πού εργάζεστε δεν καταλάβαμε. Κατηγορούμενος: Στην Υπηρεσία Ασθενοφόρων τώρα. Προσπάθησε δε να τονίσει το έργο του σε ό,τι αφορούσε τις αγαθοεργίες του δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση ότι κατά την επίδικη μέρα αυτός μαζί με τη συνάδελφό του (αναφερόμενος στην κουμπάρα του ΜΚ1), παρέδιδαν αφιλοκερδώς σε οικογένειες μαθήματα Πρώτων Βοηθειών και μάλιστα ήταν πολλές οι φορές που επανέλαβε ότι η βασική του έγνοια ακόμα και μετά το ατύχημα ήταν η διεξαγωγή αυτών των μαθημάτων για να μην ακυρωθούν και να ταλαιπωρηθούν οι εκπαιδευόμενοί του. Προηγουμένως φρόντισε να τονίσει (ενώ δε ρωτήθηκε επι τούτου) ότι η συμβολή του σε αυτά τα μαθήματα ήταν λόγω της ψυχραιμίας του. E. Και ενημερώσατε όλες τις οικογένειες; A. Όχι, δεν κατάφερα να ενημερώσω εγώ γιατί δεν είχα μαζί μου τη λίστα με τα τηλέφωνά τους, διαχειριζόταν η συνάδελφός μου γιατί η συνάδελφός μου τούτη ασχολείται με έγκυους και όταν ήρθε να δουλέψει στις Πρώτες Βοήθειες να κάνει την πρακτική της γιατί σπουδάζει νοσηλεύτρια, έτυχε ένα περιστατικό με ένα μωρό που μας έφεραν σχεδόν νεκρό και ούλλοι πάγωσαν‑‑ E. Επί του θέματος, να μην ξεφεύγουμε. A. Να σας πω πώς ξεκίνησε η συνεργασία μας. Όταν ούλλοι πάγωσαν, βγήκα εγώ έξω, έπιασα το μωρό, έκανα κάποιες τεχνικές, ανάνηψα το μωρό και η κοπέλα βλέποντας πόσο ψύχραιμα χειρίστηκα το περιστατικό, ρώτησε με αν θέλω να διδάσκω Πρώτες Βοήθειες σε οικογένειες για παιδιά και βρέφη. E. Η ερώτησή μου ήταν άλλη όμως. Εσείς δεν πήρατε τηλέφωνο τις οικογένειες; Στην ιδία βάση, ενώ ανέφερε ότι μετά το ατύχημα ήταν πολύ χτυπημένος, ήταν σε κατάσταση σοκ και ιδιαίτερα ανάστατος, φρόντισε να επισημάνει ότι η μοναδική του έγνοια ήταν η διεξαγωγή των μαθημάτων που ήταν προγραμματισμένα για οικογένειες με βρέφη αφιλοκερδούς παράδοσης Πρώτων Βοηθειών θέτοντας τα πρώτα σε σειρά προτεραιότητας των σκέψεων του ακόμα και πριν τα παιδιά του. E. Στην κατάθεσή σας 10 γραμμές πριν το τέλος την οποία δώσατε την ίδια μέρα του επίδικου συμβάντος, αναφέρατε ότι δεν θυμάμαι επακριβώς να σας αναφέρω τη διαδρομή που ακολουθήσαμε. A. Μάλιστα. Μόλις είχα εμπλακεί σε ένα τροχαίο ατύχημα το οποίο παρ' ολίγο να μου στοιχίσει τη ζωή μου. Ήμουν πανικοβλημένος, δεν μπορούσα να θυμηθώ. Νομίζω αυτό συμβαίνει σε οποιονδήποτε δεχτεί μια κρίσιμη κατάσταση. E. Στην κατάθεση που δώσατε η ώρα 12:50, δηλαδή είχε περάσει κάποιος χρόνος; A. Ναι. E. Δεν μπορούσατε να θυμηθείτε εκείνην τη μέρα τη διαδρομή που είχατε ακολουθήσει; A. Όχι, ειλικρινά σας μιλώ. Η έννοια μου ήταν πώς θα ενημέρωνα τις οικογένειες που έπρεπε να πάω να διδάξω, η έννοια μου ήταν τα μωρά μου συνέχεια, στο αυτοκίνητό μου. Οικονομικά τη συγκεκριμένη περίοδο ακόμα και σήμερα είμαι σε άθλια οικονομική κατάσταση λόγω και του διαζυγίου που προήλθε λόγω των συγκεκριμένων περιστατικών. Οι έννοιες μου ήταν άλλες από το να θυμηθώ τη διαδρομή. Μετά η διαδρομή ήταν φως φανάρι, από το σπίτι της δεν έχει άλλον δρόμο να πάεις. Ήταν από το σπίτι της παράλληλος η λεωφόρος Βεργίνας, αναγκαστικά πάεις στη λεωφόρο Βεργίνας και βγαίνεις στη λεωφόρο Βεργίνας. Ήταν λυπηρό να παρακολουθώ τον Κ προσπαθώντας να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Τολμώ δε να πω ότι ούτε καν ο ίδιος πίστευε αυτά που έλεγε και αυτό ήταν διάχυτο τόσο στην όψη του όσο και στην αμηχανία του στο εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν ξεκάθαρο ότι οι αναφορές του ήταν προσπάθεια να απαλλαγεί από τις συνέπειες των πράξεών του. Περαιτέρω επί του ουσιώδους σημείου του πώς έγινε η σύγκρουση, κατά την αντεξέταση αποδέχθηκε ότι αυτός τον ουσιώδη χρόνο της πρώτης επαφής των δύο οχημάτων βρισκόταν μπροστά από το αυτοκίνητο του Κ, ανατρέποντας δηλαδή την κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Τεκμήριο 3), στην οποία επέμενε ότι η σύγκρουση έγινε όταν το όχημα του και το όχημα του ΜΚ1 βρίσκονταν δίπλα το ένα στο άλλο. Στην καίρια ερώτηση της αντεξέτασης επί τούτου, και αφού είχε ακούσει τη μαρτυρία από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, αναθεώρησε την αρχική του θέση ότι ο ΜΚ1 έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και συγκρούστηκε πλευρικά στην ουσία με το δικό του όχημα και προσπάθησε να τοποθετήσει το όχημά του σε σημείο που τον βόλευε καλύτερα δηλαδή ολίγον πλευρικώς και ολίγον προπορευόμενος, θέση που ειρήσθω εν παρόδω ουδέποτε τέθηκε και στον ΜΚ3 για να σχολιάσει. (Η ακόλουθη περικοπή είναι σχετική): E. Πώς βρεθήκατε εσείς πιο μπροστά που το αυτοκίνητό του; A. Δεν ήμουν τελείως πιο μπροστά. Λέμε πήγαινε ένα αυτοκίνητο με 50 χιλιόμετρα, ελαττώνει, τούντο αυτοκίνητο ελαττώνει με 50 χιλιόμετρα και κερδίζει έδαφος. Πήγα δίπλα του, τούτος ελαττώνοντας αναγκαστικά εμείνισκε πίσω μου και ήρθε το αυτοκίνητο και ήβρε με. Γύρισε εθώρεν με και βλέποντάς με ήρθε το αυτοκίνητο και ήβρε με. Υπάρχουν τα Τεκμήρια, οι φωτογραφίες. Αν δείτε τις ζημιές του αυτοκινήτου μου θα καταλάβετε. Εάν όπως λέει ο παραπονούμενος... σπούδασα και εγώ κινηματική‑‑ Είναι χωρίς δισταγμό που καταλήγω ότι ο Κ δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας και η μαρτυρία του απορρίπτεται στην ολότητά της. Εξίσου απογοητευτική ήταν και η παρουσία του ΜΥ1 στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατα την κυρίως εξέτασή ανέφερε: A. Όταν κόντεψαν προς το roundabout εγώ προσπάθησα να δω ποιος ήταν μέσα σ' αυτό το αυτοκίνητο που έκανε flash, είδα το αυτοκίνητο που ήταν πίσω, ήταν και τα δύο ψηλά αυτοκίνητα, να πάει στην αριστερή πλευρά και πήγε στην αριστερή λωρίδα, ήταν και τα δύο στη δεξιά με διαφορά μεταξύ τους 50‑ 100 μέτρα. Ο πισινός που έκανε flash πήγε στην αριστερή λωρίδα και ήταν και τα δύο δίπλα ‑ δίπλα σε μια φάση. Το αυτοκίνητο που ήταν δεξιά παρέκκλινε της πορείας του, έστριψε δεν ξέρω απότομα και χτύπησε με το μπροστινό μέρος στο πισινό του άλλου. Αυτή η απάντηση ικανοποίησε την Υπεράσπιση η οποία δεν προχώρησε σε οποιεσδήποτε διευκρινιστικές ερωτήσεις. Μελετώντας όμως την απάντηση του μάρτυρα, αδυνατώ να αντιληφθώ τι ακριβώς περιέγραψε αφού οι αναφορές του είναι συγκεχυμένες. Αρχικά τοποθετεί τα οχήματα στην αριστερή, ταυτοχρόνως και στην δεξιά λωρίδα, μετά δίπλα ‑ δίπλα. Είναι μια μαρτυρία που εμπεριέχει πολλά στοιχεία και είναι αδύνατον να αντιληφθώ τι ήθελε να πει ο μάρτυρας ή τι ακριβώς είδε. Σε καμία περίπτωση η μαρτυρία του ΜΥ1 συγκεχυμένη και άτακτη δεν μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων. Ευρήματα Έχοντας υπ' όψιν την πιο πάνω αξιόπιστη μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Αρχικά να αναφέρω ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο Κ ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου [ ] και ο ΜΚ1 οδηγός του αυτοκινήτου [ ]. Τα οχήματα αυτά συγκρούστηκαν στη λεωφόρο Αυστραλίας στην Αραδίππου στις 16/2/19 ημέρα Σάββατο περί τις 10:00 το πρωί. Ο ΜΚ1 φεύγοντας από την οικία του το Σάββατο 16/2/19 στην Αραδίππου, εντόπισε έξω από την οικία του γείτονα και κουμπάρου του το αυτοκίνητο του Κ το οποίο και φωτογράφισε συνεχίζοντας την πορεία του. Σε κάποια στιγμή στη συμβολή της οδού Βεργίνας με τη λεωφόρο που οδηγεί στο ΓΣΖ, αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο που φωτογράφισε να τον ακολουθεί. Αυτός συνέχισε την πορεία του και εντόπισε τον οδηγό του αυτοκινήτου που φωτογράφισε να εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να του κάνει σήμα με τα χέρια του να σταματήσει. Προσπερνώντας τον δε ο Κ, εισήλθε στη λωρίδα του και σταμάτησε απότομα το όχημά του μπροστά του. Ο ΜΚ1 κινήθηκε με την όπισθεν και εισήλθε στον περιμετρικό δρόμο και ακολούθως στη λεωφόρο Φανερωμένης με τον οδηγό του αυτοκινήτου που φωτογράφισε να συνεχίζει να τον ακολουθεί. Εισερχόμενος επί της οδού Αυστραλίας, ο ΜΚ1 βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς τον κυκλικό κόμβο Τσιακκιλερού. Μετά στη συμβολή με τη λεωφόρο Ομήρου, ο Κ τον προσπέρασε από την αριστερή λωρίδα και εισήλθε απότομα προς τη δεξιά λωρίδα με αποτέλεσμα να χτυπήσει το όχημα του ΜΚ1 στο πίσω δεξί μέρος του οχήματος του Κ και ακολούθως στη δεξιά πλευρά. Νομική Πτυχή 1η κατηγορία Το άρθρο 236 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, εμπεριέχει το αδίκημα των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων και προνοεί τα ακόλουθα: «
  8. Όποιος, µε τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αµελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόµενο να προκαλέσει σωµατική βλάβη σε άλλο— (α) οδηγεί όχηµα ή ιππεύει σε οποιαδήποτε δηµόσια διάβαση· ή ... είναι ένοχος πλημμελήματος». Στην απόφαση Χρήστος Μαυρομμάτης v Αστυνομίας [2] έγινε εκτενής ανασκόπηση της μέχρι τότε νομολογίας επί του θέματος της ποινικής αμέλειας . Αναφορικά με το άρθρο 236 του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι αποκλείει ως εκ της διατυπώσεως του την υπαίτιο αμέλεια. Ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται εξικνείται μόνο στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη. Η αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 236 είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη (civil negligence) ή την ποινική ευθύνη του άρθρου 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/
  9. Η πιο κάτω περικοπή είναι σχετική: «...παρά το γεγονός ότι το άρθρο 236 ανήκει σε ενότητα άρθρων τα οποία φέρουν τον τίτλο "Εγκληματική Αλόγιστη Συμπεριφορά και Αμέλεια" (Criminal Negligence & Recklessness) και τον πλαγιότιτλο «Αλόγιστες και Αμελείς Πράξεις" (Reckless & Negligent Acts στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο) εντούτοις από το περιεχόμενο του δεν προκύπτει ότι απαιτείται αλόγιστη συμπεριφορά για απόδειξη οιουδήποτε των αδικημάτων που προβλέπονται από το άρθρο.» Το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας είναι αντικειμενικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι του τέλειου οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί τον δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Από την ακόλουθη περικοπή του συγγράμματος Archbold Criminal Practice[3], προκύπτει ότι η εξέταση κατά πόσο κάποιος οδηγούσε με αλόγιστο, βεβιασμένο ή αμελή τρόπο είναι θέμα των περιβάλλουσων συνθηκών: «Whether a person was driving carelessly raises only a question of fact. If the defendant was not exercising the degree of care and attention that a reasonable competent and prudent driver would exercise in the circumstances, he should be convicted. If the circumstances show that his conduct was not inconsistent with that of a reasonably prudent driver he should be acquitted.» Στην απόφαση R v. Lawrence [4], ο Λόρδος Diplock αναφερόμενος και επεξηγώντας τι απαιτείται όταν γίνεται επίκληση αλόγιστης συμπεριφοράς, συγκεκριμένα αλόγιστης οδήγησης, ανέφερε τα ακόλουθα σημαντικά: «Recklessness on the part of the doer of an act does presuppose that there is something in the circumstances that would have drawn the attention of an ordinary prudent individual to the possibility that his act was capable of causing the kind of serious harmful consequences that the section which creates the offence was intended to prevent, and that the risk of those harmful consequences occurring was not so slight that an ordinary prudent individual would feel justified in treating them as negligible. It is only when this is so that the doer of the act is acting "recklessly" if, before doing the act, he either fails to give any thought to the possibility of there being any such risk or, having recognised that there was such risk, he nevertheless goes on to do it. In my view, an appropriate instruction to the jury on what is meant by driving recklessly would be that they must be satisfied of two things: first, that the defendant was in fact driving the vehicle in such a manner as to create an obvious and serious risk of causing physical injury to some other person who might happen to be using the road or of doing substantial damage to property; and, second, that in driving in that manner the defendant did so without having given any thought to the possibility of there being any such risk or, having recognised that there was some risk involved, had none the less gone on to take it. It is for the jury to decide whether the risk created by the manner in which the vehicle was being driven was both obvious and serious and, in deciding this, they may apply the standard of the ordinary prudent motorist as represented by themselves. If satisfied that an obvious and serious risk was created by the manner of the defendant's driving, the jury are entitled to infer that he was in one or other of the states of mind required to constitute the offence and will probably do so; but regard must be given to any explanation he gives as to his state of mind which may displace the inference.». 2η κατηγορία Η επικίνδυνη οδήγηση καθίσταται αδίκημα δυνάμει του άρθρου 7 του Ν. 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «7.-

(1)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τα 2562 ευρώ ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Το λεκτικό του εν λόγω άρθρου προσομοιάζει με αυτό του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπου χρησιμοποιούνται επίσης οι όροι, αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα. Άντλησα επομένως καθοδήγηση από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη[5] ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος [6]. Για να καταδειχθεί επικίνδυνη οδήγηση, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού[7]. Η λέξη «επικίνδυνη» σημαίνει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Αφορά κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή σοβαρής ζημιάς σε περιουσία σε αντίθεση με την απλή αμέλεια η οποία δυνατόν να προκαλέσει ενόχληση ή έλλειψη προσοχής με μικρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ζημιάς σε περιουσία. Σχετική επί τούτου είναι η αναφορά στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences,[8] 'In this connection 'dangerous' refers to a danger either of personal injury or of serious damage to property. The actus reus of a charge under s.
  2. is now driving in a manner that falls below what would be expected of a careful and competent driver. This may merely cause annoyance or show lack of consideration, with little risk of injury or serious damage.' Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και την αξιολόγηση της όπως την κατέγραψα πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα: Οι ενέργειες του Κ σε δυο περιπτώσεις κατά την διάρκεια της πορείας καταδίωξης του ΜΚ1 ήταν αμελείς και απερίσκεπτες. Η πρώτη τέτοια ενέργεια ήταν η ανακοπή της πορείας του ΜΚ1 όταν εισερχόμενος στην πορεία του σταμάτησε απότομα μπροστά του. Εκεί δεν υπήρξε σύγκρουση και ο ΜΚ1 χρησιμοποιώντας την όπισθεν απομακρύνθηκε. Η δε ενέργειά του Κ να προσπεράσει τον ΜΚ1 από την αριστερή λωρίδα και να εισέλθει λοξώς απότομα προς τη δεξιά λωρίδα εγκυμονούσε, όπως θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί και ο ίδιος σοβαρούς κινδύνους για τον επιβαίνοντα του οχήματος την πορεία του οποίου προσπάθησε να ανακόψει και ασφαλώς έθετε σε κίνδυνο ακόμα και τη ζωή του. Η πιο πάνω οδική συμπεριφορά του Κ δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως απερίσκεπτη υπό την έννοια της βεβιασμένης, πρόχειρης και σπασμωδικής κίνησης αλλά και ταυτόχρονα αμελούς οδήγησης. Περαιτέρω η μαρτυρία καταδεικνύει ότι η πρόκληση της σύγκρουσης δεν ήταν αποτέλεσμα ατυχών περιστατικών. Το αντίθετο μάλιστα, ο Κ για λόγους, που προσπάθησε μεν να δικαιολογήσει, ακολούθησε για κάποια απόσταση το όχημα του ΜΚ1, με μοναδικό στόχο και σκοπό να τον ανακόψει. Στην προσπάθεια του αυτή επιχείρησε 2 φορές να εισέλθει μπροστά στο όχημα του ΜΚ
  3. Κατά την δεύτερη προσπάθεια η ενέργειά του είχε ως αποτέλεσμα να χτυπήσει το όχημα του ΜΚ1 στο πίσω δεξί μέρος του οχήματος του Κ και ακολούθως στη δεξιά πλευρά. Κατά την άποψη μου με βάσει τα πιο πάνω δεδομένα η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας ότι δηλαδή η πρόκληση της σύγκρουσης οφειλόταν αποκλειστικά σε απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις του Κ. Συνακόλουθα ο Κ κρίνεται ένοχος στην κατηγορία
  4. Σε ότι αφορά την επικίνδυνη οδήγηση που του καταλογίζεται, η ενέργεια του Κ, ως τα ευρήματα πιο πάνω διατυπώνεται, δηλαδή, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, είναι μια αντικειμενικά ιδωμένη, επικίνδυνη κατάσταση από εσκεμμένη ενέργεια του Κ και αποτελεί συγγραμματική έννοια της επικίνδυνης οδήγησης η οποία σε καμία περίπτωση δεν περιορίζεται ως η εισήγηση της Υπεράσπισης στην τήρηση του ορίου ταχύτητας. Συνακόλουθα η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης κατηγορίας στην οποία ο Κ κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Υπ).............................................. Ε. Ευθυμίου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 676, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Χατζηπαύλου v. Κυριάκου κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 236 [2]
(1996)2 Α.Α.Δ. 69 [3] Έκδοση 2002, στην παρά. 32-52 [4] [1982] AC 510 [5]Στη Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69, σελ. 74 -75, οι έννοιες αλόγιστη και απερίσκεπτη ταυτίστηκαν με τον όρο «recklessness» ως αυτός είχε ερμηνευθεί στην τότε ισχύουσα Αγγλική Νομολογία (Βλ. R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και τη διαφοροποίηση που επήλθε με την R. v. G [2004] 1 AC 1034 και τα s. 1 και 2A του Road Traffic Act 1988 όπως τροποποιήθηκε από το Road Traffic Act 1991). [6] Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, 230 [7] . Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, 238, Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, 124-125, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 και την R. v. Gosney
(1971)2 Q.Β. 674 [8] 25th ed, 2011, παρ. 5.44, σελ. 423 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.