← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Α., Υπόθεση Αρ.: 4944/2022, 18/10/2022

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Α., Υπόθεση Αρ.: 4944/2022, 18/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2022:7 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 4944/2022 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v Α.Α. Κατηγορουμένου Ημερ.: 18 Οκτωβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ν. Κέκκος. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Α. Χρίστου και Μ. Καζάκος. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στην κατηγορία πράξεων που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (Κατηγορία 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, ο κατηγορούμενος στις 26.5.2022 με σκοπό την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης πυροβόλησε με όπλο δύο φορές τον υιό του προκαλώντας σε αυτόν βαριά σωματική βλάβη και θλαστικά τραύματα σε μέρη του σώματος του. Οι κατηγορίες για απόπειρα φόνου (κατηγορία 1) και πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης (κατηγορία 2) ανεστάλησαν και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε σε σχέση με αυτές. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή και με τα οποία συμφώνησε ο συνήγορος του κατηγορουμένου, είναι τα ακόλουθα: «Στις 26/05/2022 και περί ώρα 1945 λήφθηκε πληροφορία στο ΤΑΕ Λάρνακας από τον Αστυνομικό Σταθμό [.] ότι ο κατηγορούμενος μετέβηκε στον Αστ. Σταθμό [.] και τους ανάφερε ότι πυροβόλησε με κυνηγετικό όπλο τον γιο του [.], 44 ετών, ΜΚ-1 στο κατηγορητήριο. Ο κατηγορούμενος είναι συνταξιούχος και πατέρας έξι ενήλικων παιδιών και διέμενε στα [.] μαζί με τη σύζυγο του και τους τρεις γιους του. Από την διερεύνηση της υπόθεσης προέκυψε ότι λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένεια ο κατηγορούμενος ερχόταν συχνά σε έντονες συζητήσεις με τους γιούς του, καθώς και με την σύζυγο του. Αιτία της συγκρουσιακής αυτής σχέσης ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι τα τρία παιδιά που διέμεναν μαζί του δεν συνείσφεραν στα έξοδα της οικογένειας. Από την άλλη τα τρία παιδιά εξέφραζαν παράπονα ότι ο κατηγορούμενος ήταν τσιγκούνης και δεν ψώνιζε αρκετά τρόφιμα για το σπίτι. Συγκεκριμένα στις 26/05/2022 πριν λάβει χώρα το επίδικο γεγονός το θύμα ΜΚ-1 εισήλθε στην κουζίνα του σπιτιού όπου η μητέρα του, [.], ΜΚ-3, μαγείρευε και παραπονέθηκε σ' αυτήν ότι ετοίμαζε ξανά το ίδιο φαγητό. Η ΜΚ-3 ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι ο ΜΚ-1 είχε παραπονεθεί για το φαγητό και εισηγήθηκε στον κατηγορούμενο να μεταβεί στο καφενείο για να αποφευχθεί τυχόν εκ νέου ένταση μεταξύ τους. Ο κατηγορούμενος αντί αυτού βγήκε στην αυλή και το θύμα ΜΚ-1 μόλις τον είδε του είπε ότι θα πήγαινε στο καφενείο του χωριού για να αναφέρει στους συγχωριανούς τους ότι ο κατηγορούμενος (πατέρας του) δεν αγοράζει τρόφιμα για το σπίτι και ότι άδικα κατηγορεί τον ίδιο και τα άλλα αδέλφια του ότι αυτοί δεν συνεισφέρουν στα έξοδα της οικογένειας. Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος εισήλθε στο σπίτι και πήρε το κυνηγετικό του όπλο και φόρεσε την ζώνη κυνηγιού που ήταν γεμάτη με φυσίγγια. Η ΜΚ-3 όταν είδε τον κατηγορούμενο να κρατάει το κυνηγετικό όπλο αντιλαμβανόμενη τις προθέσεις του προσπάθησε να τον αποτρέψει αλλά αυτός την έσπρωξε και βγήκε στην αυλή και πυροβόλησε το θύμα δυο φορές από απόσταση 3,5 μέτρων. Μετά την ρήξη των πυροβολισμών ο [.], ΜΚ-2, δεύτερος γιος του κατηγορούμενου παρενέβηκε και κτύπησε τον κατηγορούμενο με φτυάρι στο κεφάλι για να τον αφοπλίσει. Στη συνέχεια το θύμα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου οι θεράποντες ιατροί διαπίστωσαν ότι το θύμα λόγω των πυροβολισμών που δέχτηκε υπέστη ατελή μη βιώσιμο ακρωτηριασμό δεξιού άνω άκρου άνωθεν του αγκώνα, έφερε τραύματα με έλλειμα δέρματος και ρακοποίηση μυϊκών ιστών και άλλων μαλακών μορίων, τόσο στην έξω επιφάνεια του αντιβραχίου και του αγκώνα, όσο και στην έσσω επιφάνεια του βραχιονίου, το χέρι του παρουσίαζε ελαττωμένη τριχοειδική επαναιμάτωση, περιφερικότερα του αγκώνα, παρουσίαζε κλινικά σοβαρές διαταραχές αισθητικότητας, περιφερικότερα του αγκώνα, προκλήθηκε ανοικτό τραύμα και διαπιστώθηκαν συντριπτικά κατάγματα βραχιώνιου υπερδιακονδύλιων αγκώνα και κεντρικού τριτημορίου κερκίδας. Στη θεληματική του κατάθεση, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την διάπραξη του αδικήματος. Ο κατηγορούμενος όπως έχει αναφερθεί μετά την διάπραξη του αδικήματος είχε μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό [.] όπου παραδόθηκε και παραδέχθηκε ότι πυροβόλησε τον γιο του. Λόγω εμφανών τραυμάτων στο κεφάλι του κατηγορουμένου, που προκλήθηκαν από τον ΜΚ-2 ο οποίος τον είχε κτυπήσει με φτυάρι στο κεφάλι για να τον αφοπλίσει, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου έτυχε νοσηλείας. Στις 27/05/2022 ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και την ίδια ημέρα παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος και εκδόθηκε διάταγμα κράτησης του για περίοδο 8 ημερών. Μετά τη διάπραξη του αδικήματος η σκηνή που έλαβε χώρα το συμβάν αποκλείστηκε από την Αστυνομία για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης. Μέλη του ΥΠΕΓΕ που έφτασαν στην σκηνή εντόπισαν συναρμολογημένο κυνηγετικό όπλο, δυο κενά φυσίγγια και ένα πλήρες φυσίγγιο ενώ σημάδια σε αντικείμενα καθόριζαν τη θέση του θύματος καθώς και την κατεύθυνση των πυροβολισμών. Στις 31/05/2022 το θύμα σε συμπληρωματική κατάθεση που προέβηκε ανάφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε παράπονο, απαίτηση από τον πατέρα του αφού τον αγαπά και πιστεύει ότι ήταν μια πράξη που έκανε εν βρασμώ ψυχής και δεν ήθελε ο πατέρας του "να πεθάνει στη φυλακή".» Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου, ετοίμασε γραπτή αγόρευση για μετριασμό της ποινής του. Υιοθέτησε επίσης την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου έχουν ως ακολούθως. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 69 ετών. Κατάγεται από τη Λάρνακα και διαμένει σε χωριό της Επαρχίας Λάρνακας. Ο πατέρας του εργάστηκε ως λιμενεργάτης και η μητέρα του ήταν οικοκυρά. Και οι δύο απεβίωσαν προ επταετίας σε ηλικία 87 και 84 έτη αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος κατάγεται από πολυμελή οικογένεια. Τρία από τα αδέλφια του κατοικούν στο ίδιο χωριό με τον κατηγορούμενο και άλλα δύο στην Λάρνακα. Πολυμελής είναι και η οικογένεια που δημιούργησε με τη σύζυγο του, ηλικίας 70 ετών, αποκτώντας έξι παιδιά. Η ίδια εργάστηκε στο παρελθόν σε εργοστάσιο στη συνέχεια όμως παρέμεινε στο σπίτι ως οικοκυρά. Όλα τα παιδιά τους είναι ενήλικες. Τρείς υιοί διαμένουν μαζί τους. Οι δύο είναι άνεργοι. Το θύμα, ηλικίας 45 ετών, εργάζεται ως οικοδόμος με εισόδημα περί τα €500 την εβδομάδα. Οι δύο θυγατέρες του εργάζονται ως καθαρίστριες. Είναι διαζευγμένες και ζουν με τα παιδιά τους στο ίδιο χωρίο με την υπόλοιπη οικογένεια. Ο τελευταίος υιός στη σειρά, εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος και διαμένει σε χωριό της Επαρχίας Λευκωσίας. Ο κατηγορούμενος έχει επτά εγγόνια. Η μια θυγατέρα του απέκτησε παιδί μόλις πρόσφατα. Ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος δημοτικού σχολείου. Εργάστηκε από μικρή ηλικία ως συγκολλητής. Το 1974 υπηρέτησε τη θητεία του στην Εθνική Φρουρά σε μονάδα Τεθωρακισμένων. Υπηρέτησε ως έφεδρος κατά τη διάρκεια της Τουρκικής Εισβολής. Συνέχισε να εργάζεται ως συγκολλητής σε ιδιωτική εταιρεία μέχρι το 2012, οπότε και απολύθηκε λόγω πλεονασμού. Σήμερα λαμβάνει σύνταξη ύψους €1.297. Η σύζυγος του λαμβάνει σύνταξη ύψους €340. Ο συνήγορος Υπεράσπισης ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος, λόγω οικονομικών δυσκολιών, αναγκάστηκε να δουλέψει από ηλικία 14 ετών. Ακολουθώντας τις αρχές του πατέρα του δούλευε σκληρά για να ικανοποιήσει τις ανάγκες της οικογένειας του. Όταν απολύθηκε δεν κατάφερε να εξεύρει άλλη εργασία και ως αποτέλεσμα αναγκάστηκε να δεχθεί οικονομική βοήθεια από τους συγχωριανούς του. Είχε εκτιμήσει τη βοήθεια που του δόθηκε και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να το ανταποδώσει. Χαίρει εκτίμησης στο χωριό. Περί των 190 κατοίκων ενυπογράφως πιστοποιούν τα ακόλουθα αναφορικά με τον χαρακτήρα και το πρόσωπο του κατηγορούμενου (Έγγραφο Α): «Με τη παρούσα βεβαίωση εμείς οι κάτωθι υπογεγραμμένοι κάτοικοι του χωρίου [.] της Επαρχίας Λάρνακας φέρουμε εις γνώσιν σας πως, ο [κατηγορούμενος], συγχωριανός μας αποτελεί ένα πρόσωπο άμεμπτου ηθικής και χαρακτήρα, ουδέποτε απασχόλησε την αστυνομία ή/και την Κοινότητα μας. Είναι ένα πρόσωπο πολύ αγαπητό σε όλους και πάντοτε είναι πρόθυμος να βοηθήσει οποιονδήποτε για οτιδήποτε χρειαστεί. Όσον αφορά αυτό το τραγικό συμβάν, αναφέρουμε πως γνωρίζαμε αυτές τις τραγικές καταστάσεις που συνέβαιναν και μας στενοχωρεί ιδιαίτερα που αυτός ο άνθρωπος βρίσκεται σε αυτή τη δυσμενή Θέση.» Το οικογενειακό περιβάλλον του περιγράφηκε από τον ίδιο στην έκθεση ως «νοσηρό». Οι σχέσεις του με τη σύζυγο του είναι διασαλευμένες για αρκετά χρόνια, λόγω δικής του απιστίας. Μεταξύ τους υπήρχαν συχνοί διαπληκτισμοί και σκηνές ζηλοτυπίας. Της αποδίδει ψυχολογική βία. Στους διαπληκτισμούς εμπλέκονταν και οι υιοί τους, ιδιαίτερα όταν η διαφορά αφορούσε οικονομικά θέματα. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην έκθεση, «η κατάσταση φαίνεται να είχε κλιμακωθεί το τελευταίο διάστημα, με αποτέλεσμα τα γεγονότα που οδήγησαν τον κατηγορούμενο στη σημερινή του κατάσταση». Ο κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου, αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Πέραν των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τα ακόλουθα:

(1)Επρόκειτο «για μια ιδιάζουσα περίπτωση, και συγκεκριμένα, για μια οικογενειακή τραγωδία, αφού, ο [κατηγορούμενος], ευρισκόμενος σε κατάσταση ab irato, σε μια στιγμή θολότητος, μη σκεπτόμενος ορθολογιστικά, πυροβόλησε τον υιό του Λ., τραυματίζοντάς τον στο χέρι, σε μια στιγμή συναισθηματικής φόρτισης, λόγω της συμπεριφοράς του Παραπονουμένου.» Οι περιστάσεις διάπραξεις ήταν τέτοιες που καθιστούν την πιθανότητα επαναδιάπραξης τέτοιου αδικήματος απομακρυσμένη.
(2)Η αναγκαιότητα εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί παρά τη σοβαρότητα του αδικήματος ή την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής.
(3)Η παραδοχή του κατηγορούμενου έγινε αμέσως, αρχικά στην αστυνομία, με την οποία συνεργάστηκε, και ακολούθως ενώπιον του Δικαστηρίου. Η στάση του δεικνύει ειλικρινή μεταμέλεια και υπεύθυνη ανάληψη ευθύνης για το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε. Εξοικονόμησε χρόνο του Δικαστηρίου η οποία δικαιολογεί σημαντική έκπτωση στο εύρος της ποινής.
(4)Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, καλού χαρακτήρα και με πρότερο έντιμο βίο. Αυτό θα πρέπει να συναρτάται με την μεγάλη ηλικία του.
(5)Τις επιπτώσεις που θα έχει στην οικογένεια του πολυετής ποινή φυλάκισης, αφού ήταν αυτός που εξασφάλιζε τα απαραίτητα για την οικογένεια του.
(6)Η απουσία μόνιμων καταλοίπων ή βλάβης στο θύμα και η εξομάλυνση των σχέσεων του κατηγορούμενου με το θύμα αλλά και με όλη την οικογένεια. Το αδίκημα της διενέργειας πράξεων που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του Άρθρου 228 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δια βίου. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και τη σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο αδίκημα και κατ' επέκταση τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi v Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, 250). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Η επιβολή της ποινής αποτελεί έργο λεπτό και δύσκολο. Απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Στην Πισκόπου v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, υποδείχθηκε ότι (σελ. 351 - 352): «Το έγκλημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο εφεσείων, είναι από τα πλέον σοβαρά που στοιχειοθετεί ο Ποινικός Κώδικας. Το Άρθρο 228, ΚΕΦ. 154, ποινικοποιεί σοβαρές πράξεις βίας, επαγόμενες δυσμενείς συνέπειες για το θύμα και πράξεις βίας, δυνάμενες, λόγω των επιθετικών μέσων (όπλων), που χρησιμοποιούνται, μεταξύ των οποίων και το μαχαίρι, (Άρθρο 228(β)), να επιφέρουν σοβαρά πλήγματα στη σωματική ακεραιότητα και υγεία του θύματος. Στην Δημοκρατία v Λαζαρή, Ποινική Έφεση 25/2021, 8.3.2021 (με αναφορά στις Παρούτη v Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 446 και Σεργίου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 172/2015, 13.3.2018), επισημάνθηκε ότι το αδίκημα το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 228(α) δεν υστερεί από απόψεως σοβαρότητας από το αδίκημα της απόπειρας φόνου (άρθρο 214 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154). Και για τα δύο αδικήματα, ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης δια βίου. Τα δύο εξίσου σοβαρά αδικήματα, διαφέρουν στα συστατικά τους στοιχεία και κυρίως στη πρόθεση. Για το μεν αδίκημα της απόπειρας φόνου απαιτείται ειδική πρόθεση θανάτωσης ενώ για το αδίκημα του άρθρου 228(α) ειδική πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Σύμφωνα με τις αγγλικές κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες είναι καθοδηγητικές, το αδίκημα κατηγοριοποιείται σε τρείς κατηγορίες σοβαρότητας, αναλόγως της σοβαρότητας των περιστάσεων, αναλόγως της ποινικής ευθύνης και της σοβαρότητας της σωματικής βλάβης. Παράγοντες που αυξάνουν την ποινική ευθύνη (culpability) είναι, μεταξύ άλλων, ο προσχεδιασμός, η χρήση επιθετικού όπλου, η πρόθεση πρόκλησης μεγαλύτερης σωματικής βλάβης από αυτή που εν τέλει προκλήθηκε, η στοχοποίηση ευάλωτου προσώπου ή στοχοποίηση του λόγω φυλής, φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, ο ηγετικός ρόλος σε ομάδα προσώπων. Η ποινική ευθύνη μειώνεται σε περιπτώσεις υπέρμετρης αυτοάμυνας, απουσίας προσχεδιασμού, ύπαρξης πρόκλησης ή ψυχικής διαταραχής. Ως προς την βλάβη προς το θύμα, προσμετρούν επιβαρυντικά το παρατεταμένο της επίθεσης και αν το θύμα ήταν ευάλωτο. Η σοβαρότητα του τραυματισμού επίσης είναι καθοριστικής σημασίας (βλ. Blackstone's Criminal Practice, Rules & Guidelines (OUP, Oxford 2019), Part 11, Assault, Definitive Guideline, σελ. 539 - 549 σε σχέση με το ανάλογο αδίκημα του Causing Grievous Bodily Harm with Intent to Cause Grievous Bodily Harm, Offences Against the Person Act 1861, s. 18). Η Κυπριακή νομολογία κινείται ουσιαστικά στις ίδιες παραμέτρους. Η χρήση βίας, γενικά, κατά συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας, πλήττει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v Τόκκαλος
(2001)2 ΑΑΔ 95). Η ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα θα πρέπει να είναι ανάλογη και με την έκταση της χρήσης βίας (βλ. Urgur v Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 189), των μέσων που χρησιμοποιούνται (βλ. Cristinel v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 742), των σωματικών βλαβών που προκαλούνται, το προβλεπτό αυτών και τις επιπτώσεις τους στο θύμα (βλ. Cristinel, ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας v Evans
(2005)2 ΑΑΔ 639, Σακαρίδης κ.α. v Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272 και Πισκόπου, ανωτέρω), αν και η ύπαρξη ή μη καταλοίπων στο θύμα δεν είναι πάντα καθοριστική στη σοβαρότητα του αδικήματος (βλ. Λαζαρή, ανωτέρω). Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο η επίθεση έγινε σε δημόσιο χώρο, στην παρουσία άλλων προσώπων εφόσον κάτι τέτοιο αποτελεί απαράδεκτη κοινωνική συμπεριφορά. Πρόκειται για συμπεριφορά, η οποία δεν επιφέρει μόνο σωματικό τραυματισμό αλλά και βάναυσο τραυματισμό της προσωπικότητας του θύματος. Επίδειξη ισχύος σε δημόσιο χώρο συνιστά μορφή αντιπαράθεσης προς το νόμο, που δεν γίνεται ανεκτή (βλ. Cristinel, ανωτέρω, Ιωάννου v Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 327 και Ευθυμίου v Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 581). Στην Λαζαρή, ανωτέρω, κρίθηκε ως επιβαρυντικός παράγων ότι το έγκλημα διαπράχθηκε ενόσω το θύμα βρισκόταν στην ίδια του την κατοικία, «το καταφύγιο και το άσυλο κάθε ανθρώπου». Η σοβαρότητα της βίας είναι αυτόδηλη όταν αυτή ασκείται κατά μελών της ίδιας οικογένειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v Γεωργίου
(2002)2 ΑΑΔ 464). Η ύπαρξη ή απουσία προσχεδιασμού είναι επίσης στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγων αντίστοιχα (βλ. Αχτάρ κ.α. v Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397). Αν ο κατηγορούμενος ενήργησε με ομάδα προσώπων θεωρείται επιβαρυντικός παράγων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v Σενέκκη
(2012)2 ΑΑΔ 285). Η πρόκληση θεωρείται μετριαστικός παράγων (βλ. Ioja v Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 624 και Χ'' Πέτρου v Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 468) και σε κάποιες περιπτώσεις και η έντονη συναισθηματική φόρτιση του κατηγορούμενου (Ιωσήφ v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930). Τυχόν ψυχολογικά προβλήματα του κατηγορουμένου συνυπολογίζονται, δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθιστούν επιτακτική τέτοια φυλάκιση (βλ. Cristinel, ανωτέρω και Α-G v Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93). Προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις παρέχουν απλώς μια ένδειξη σε σχέση με την επιβληθησομένη ποινή, και τούτο γιατί τα γεγονότα των υποθέσεων δεν ταυτίζονται απόλυτα. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στο πλαίσιο των δικών της γεγονότων και ιδιαιτεροτήτων (βλ. Λαζαρή, ανωτέρω, με αναφορά στις Χαραλάμπους v Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1, Μιχαήλ v Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ, 123, Σάμπη v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 100 και Bezanidis κ.α. v Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 785). Στην Selmani v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/2013 και 236/2013, 5/10/2016, αναφέρθηκε όμως ότι η «παραπομπή πρωτοδίκως σε δικαστικό προηγούμενο, ιδίως στις περιπτώσεις που επιβάλλεται ποινή στερητική της ελευθερίας και μάλιστα μακροχρόνια, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα και εξαλείφει την οποιαδήποτε υπόνοια για αυθαιρεσία ή τυχόν αίσθημα αδικίας του καταδικασθέντα.». Στην Πισκόπου, ανωτέρω επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών σε κατηγορούμενο ηλικίας 48 ετών που μαχαίρωσε τον ερωμένο της θυγατέρας του γιατί δεν ενέκρινε την επιθυμία τους να παντρευτούν. Είχε προηγηθεί συζήτηση και συμπλοκή. Στο θύμα είχε προκληθεί τετραπληγία. Λήφθηκε υπόψη ότι είχε λευκό ποινικό μητρώο, ότι παραδέχτηκε αμέσως τη διάπραξη του εγκλήματος στην αστυνομία και στη συνέχεια, στο Δικαστήριο. Υπήρχε, έστω απομακρυσμένα, πρόκληση. Προσμέτρησε επίσης ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός ή προμελέτη του εγκλήματος. Όλα έγιναν στην έξαψη της στιγμής και κάτω από την συναισθηματική φόρτιση από τα γεγονότα των αμέσως προηγούμενων ημερών. Στην Γενικός Εισαγγελέας v Ιωάννου
(1999)2 ΑΑΔ 603, ο κατηγορούμενος μετέβη, έχοντας εντός του αυτοκινήτου του έμφορτο κυνηγετικό όπλο, στο προαύλιο της οικίας των συμπεθερικών του. Αφού πήρε στα χέρια του το εν λόγω όπλο, πυροβόλησε δύο φορές (διαδοχικά) από μικρή απόσταση προς το μέρος όπου βρίσκονταν τα συμπεθερικά του και ο υιός τους, ο οποίος ήταν νυμφευμένος με τη θυγατέρα του. Από τα πυρά του, πλήγηκαν και οι τρεις στόχοι των εγκληματικών του πράξεων. Η συμπεθέρα τραυματίστηκε θανάσιμα, ενώ ο σύζυγος της και ο υιός τους σοβαρά. Ο μεν σύζυγος έχασε το αριστερό και ο υιός το δεξιό μάτι. Οι ποινές φυλάκισης των 4 ετών που επιβλήθηκαν από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού, αυξήθηκαν σε 8 χρόνια. Στην Χ" Πέτρου, ανωτέρω, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών στον κατηγορούμενο ο οποίος μαχαίρωσε φρουρό ασφαλείας νυκτερινού κέντρου ο οποίος τον είχε απομακρύνει από το εν λόγω κέντρο. Ο κατηγορούμενος είχε επιστρέψει 25, περίπου, λεπτά μετά την απομάκρυνση του και κτύπησε το θύμα στο στήθος. Το Κακουργιοδικείο αποδέχτηκε ότι, τη νύκτα του επεισοδίου, ο εφεσείων μετέφερε το μαχαίρι για δική του προστασία. Δεν δέχθηκε, όμως, ότι η μεταφορά τέτοιου είδους μαχαιριού είναι ακίνδυνη και εξέφρασε την απορία του τι το χρειαζόταν ένας νέος, όπως ο κατηγορούμενος. Μάρτυρες, που είδαν το περιστατικό, καταδίωξαν τον κατηγορούμενο και τον ακινητοποίησαν, σε απόσταση περίπου 150 μέτρων, μέχρι που έφτασε στο μέρος η Αστυνομία και τον συνέλαβε. Ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο και κρατήθηκε στην Εντατική Μονάδα της Χειρουργικής Κλινικής. Από εξετάσεις, διαπιστώθηκε ότι έφερε κάταγμα της πλευράς στο σημείο εισόδου και κάκωση του παρεγχύματος του πνεύμονα, τα οποία, τελικά, δεν του άφησαν μόνιμες βλάβες. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβληθείσα ποινή δεν ήταν έκδηλα υπερβολική, αφού βρήκε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε κατάσταση μέθης και ούτε υπήρχε πρόκληση από τον παραπονούμενο με την εκδίωξή του από το κέντρο, ως ήταν η εισήγηση του κατηγορούμενου. Στην Γενικός Εισαγγελέας v Ανδρέου
(2008)2 ΑΑΔ 207, ο Εφεσίβλητος περιέλουσε την παραπονούμενη με βενζίνη και αφού την καταδίωξε την πυρπόλησε με τον αναπτήρα του. Πρωτόδικα του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών, την οποία το Εφετείο αύξησε σε 9 έτη. Στην Λαζαρή, ανωτέρω, ο κατηγορούμενος, ηλικίας 24 περίπου ετών κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, πυροβόλησε, γυναίκα με την οποία διατηρούσε δεσμό και η οποία δεν επιθυμούσε πλέον να διατηρήσουν τη σχέση τους, καθ΄ ον χρόνο αυτή βρισκόταν σε βεράντα της οικίας της, δύο φορές, με κυνηγετικό όπλο, από απόσταση 6 - 7 μέτρων, προκαλώντας της πολλαπλά τραύματα από τα σκάγια των φυσιγγίων. Το έμφορτο κυνηγετικό όπλο το είχε μεταφέρει, μη αποσυναρμολογημένο, εντός του αυτοκινήτου του με το οποίο μετέβη απρόσκλητα στην αυλή της οικίας του θύματος κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Αν και δεν υπήρχαν μόνιμα κατάλοιπα το θύμα θα έπρεπε να υποβληθεί σε νέα εγχείρηση για αφαίρεση των σφαιριδίων. Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των 2 ½ ετών αυξήθηκε κατ' έφεση στα 7 έτη. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Λαζαρή, ανωτέρω, με αναφορά στις ποινές που είχαν επιβληθεί σε παλαιότερες υποθέσεις επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Να σημειώσουμε ακόμη ότι οι πιο πάνω υποθέσεις κρίθηκαν χρόνια πριν. Δυστυχώς, χρόνια μετά, αδικήματα που στρέφονται εναντίον της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου, όχι μόνον δεν παρουσιάζουν κάμψη αλλά συνεχίζουν να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, κάτι που δικαιολογεί την επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών». Ως εκ τούτου αναμένεται πλέον πιο αυστηρή προσέγγιση στις υποθέσεις αυτού του είδους και αυστηρότερες ποινές από αυτές που επιβλήθηκαν στις Πέτρου v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 800, Παρούτη, ανωτέρω, Urgur, ανωτέρω, Ιωσήφ, ανωτέρω και Ιon v Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 146 Στην προκειμένη περίπτωση προσμετρούν ως επιβαρυντικοί παράγοντες ότι το επεισόδιο ήταν κατά μέλους της οικογένειας, δηλαδή τον υιό του, μπροστά από άλλα μέλη της οικογένειας στην κατοικία τους. Ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε κυνηγετικό όπλο και πυροβόλησε δύο φορές οπότε και τον ακινητοποίησε ο άλλος του υιός. Αντιλαμβανόμαστε ότι υπήρχαν προβλήματα στην οικογένεια λόγω οικονομικών προβλημάτων και διαφορών, και ότι υπήρχε κακό κλίμα μεταξύ του ιδίου και των υπολοίπων μελών. Η αφορμή όμως ήταν ασήμαντη και η καταφυγή στη χρήση όπλου δεν μπορεί ποτέ να δικαιολογηθεί. Το γεγονός ότι φαίνεται να έχουν αποκατασταθεί σε κάποιο βαθμό οι σχέσεις της οικογένειας και ότι το θύμα συγχώρεσε τον θύτη έχει τη σημασία του, δεν μπορούν όμως αυτά να επενεργήσουν σημαντικά στο ύψος της ποινής που θα επιβληθεί λόγω της έξαρσης των αδικημάτων αυτής της φύσεως που παρατηρείται. Η καταφυγή στη βία και μάλιστα ένοπλης για την επίλυση ενδοοικογενειακών διαφορών δεν μπορεί να γίνει ανεκτή και οι ποινές θα πρέπει να είναι αποτρεπτικές και να αντικατοπτρίζουν τα σημερινά κοινωνικά δεδομένα. Ως προς τους τραυματισμούς του θύματος, η μη ύπαρξη μόνιμων καταλοίπων δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι θα χρειαστεί νέα εγχείρηση, ενώ η χρήση όπλου από μόνη της καθιστά εύλογα προβλεπτό τον κίνδυνο πρόκλησης σοβαρών τραυματισμών ακόμη και θάνατο. Τούτων λεχθέντων, δεν παραγνωρίζουμε ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε κάτω από συναισθηματική φόρτιση. Λάβαμε επίσης υπόψη μας ότι η στάση του κατηγορούμενου ήταν θετική και συνεργάστηκε με τις αρχές. Λάβαμε επίσης υπόψη μας την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο η οποία, με βάση πάγια νομολογία, πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή», διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (βλ. Χαρτούπαλλος v Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/18, 27.11.2019). Ειδικότερα, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, αποφεύχθηκε η παρουσίαση μαρτύρων στο Δικαστήριο που ήταν αυτόπτες μάρτυρες ενός ιδιαίτερα τραυματικού περιστατικού. Τέλος λάβαμε υπόψη μας το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και τον πρότερο έντιμο βίο του σε συνάρτηση με την ηλικία του, έχοντας κατά νουν πως, απώτερος σκοπός, είναι να δοθεί η ευκαιρία να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του έξω από τους τοίχους της φυλακής (βλ. Pittas v The Police
(1968)2 CLR 137 και Ιωαννίδης v Αστυνομίας
(1975)12 JSC 1934, όπου οι κατηγορούμενοι ήταν ηλικίας 68 ετών στη πρώτη υπόθεση και 70 ετών στην δεύτερη), αλλά και τις επιπτώσεις που θα έχει μια πολύχρονη ποινή φυλάκισης στον ίδιο αλλά και στην οικογένεια του (βλ. R v Kayani and Solliman
(2011)EWCA Crim 2871 και R v Bishop
(2011)EWCA Crim 1446). Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς παράγοντες με την επιμέτρηση της ποινής, εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο στην Κατηγορία 3, ποινή φυλάκισης 5 ετών. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που κατηγορούμενος βρίσκεται σε προφυλάκιση. (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.