← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Augustine Victor κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3758/22, 19/10/2022

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Augustine Victor κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3758/22, 19/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2022:8 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ / ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση Κακουργιοδικείου : Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3758/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.

  1. Augustine Victor
  2. Johnson Christian Gayflor
  3. Maggie Mercy Gotogbo Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Κούτσοφτας με κα Σολωμού για Γενικό Εισαγγελέα Για τον κατηγορούμενο 1: Η κα Δ. Κυριάκου Κατηγορούμενος 1: παρών. Π Ο Ι Ν Η ( Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1) Ο κατηγορούμενος 1 αρχικά αντιμετώπιζε μαζί με τους κατηγορούμενους 2 και 3 συνολικά 9 κατηγορίες. Κατά τη δικάσιμο, ημερομηνίας 5.10.2022, αναστάληκαν οι κατηγορίες για τους κατηγορούμενους 2 και 3 στο σύνολό τους και οι κατηγορούμενοι 2 και 3 απαλλάχθηκαν από τις εναντίον τους κατηγορίες. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1 αναστάληκαν όλες οι κατηγορίες που αντιμετώπιζε, πλην των κατηγοριών 2, 3 και
  4. Έτσι, κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στις κατηγορίες 2 και 3, οι οποίες αφορά το αδίκημα της υποβοήθηση παράνομης εισόδου προσώπων υπηκόων τρίτης χώρας στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατά παράβαση των άρθρων 19Α

(1), 19Β
(1), 19Γ
(1)και 19ΣΤ του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ. 105 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 καθώς επίσης και στην κατηγορία 7, η οποία αφορά το αδίκημα της απόπειρας νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2,3,4(ιιι), 5 και 7 του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 και των άρθρων 366, 367 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και με τα οποία συμφώνησε η συνήγορος του κατηγορουμένου, εξετέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή και είναι τα ακόλουθα: «Ο 1ος κατηγορούμενος είναι ο Augustine Victor. Κατάγεται από τη Λιβερία και είναι 24 ετών. Αφίχθηκε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές μέσω του παράνομου αεροδρομίου της Τύμβου σε άγνωστο χρόνο και υπέβαλε αίτηση ασύλου, η οποία ακόμα εκκρεμεί. Η παρούσα υπόθεση αφορά την αποκόμιση οικονομικού οφέλους με την συμμετοχή του κατηγορούμενου στην υποβοήθηση παράνομης εισόδου προσώπων υπηκόων τρίτης χώρας από τις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, στις ελεύθερες περιοχές. Ο κατηγορούμενος όπως προκύπτει από τις εξετάσεις που έγιναν πέρασε στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας παράνομα. Αφού πέρασε στις ελεύθερες περιοχές, προέβηκε σε αγορά αυτοκινήτου, οχήματος για το χρηματικό ποσό των 800 ευρώ. Την 01/04/22 και περί ώρα 1920 ενώ μέλη της αστυνομίας (ΟΠΕ - Ειδικών Καθηκόντων Πύλας), βρίσκονταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στο χωρίο Πύλα της Επαρχίας Λάρνακας, πρόσεξαν στην περιοχή Περγάμου, ένα ύποπτο όχημα, τύπου διπλοκάμπινου, χρώματος άσπρου, μάρκας TOYOTA να βρίσκεται σε χωματόδρομο του χωρίου Πέργαμος και κατευθυνόταν προς το χωρίο Πύλας. Αμέσως, έθεσαν το εν λόγω αυτοκίνητο υπό διακριτική παρακολούθηση αφού υπήρχαν πληροφορίες στην Αστυνομία ότι θα διακινούνταν παράνομα λαθρομετανάστες. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής, σταμάτησε το εν λόγω αυτοκίνητο και αφού εξήλθαν δύο πρόσωπα από αυτό, ακολούθως τράπηκε σε φυγή, προς το χωρίο Πέργαμος. Στην συνέχεια έθεσαν υπό παρακολούθηση τα δύο πρόσωπα όπου περί ώρα 2200 της ίδιας ημέρας τους προσέγγισε , ένα αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KKL794, μάρκας OPEL ASTRA, χρώματος μαύρου. Από το εν λόγω όχημα κατέβηκαν τρία πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο οδηγός, Augustine Victor, κατηγορούμενος. Αμέσως ο κατηγορούμενος πήρε τις αποσκευές των δύο προσώπων και τις τοποθέτησε στο καπό του εν λόγω αυτοκινήτου. Στην συνέχεια αφού επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε αντιλήφθηκε ότι τον ακολουθούσε ένα αυτοκίνητο με αποτέλεσμα αντί να κατευθυνθεί από την διαδρομή που είχε έρθει στο μέρος, άλλαξε πορεία και κατευθύνθηκε προς το χωρίο Πέργαμος. Τα μέλη της αστυνομίας συνέχισαν να παρακολουθούν το πιο πάνω όχημα , το οποίο σε κάποια φάση εισήλθε σε χώρο της Δημοκρατίας και συγκεκριμένα στη Λεωφ. Γρίβα Διγενή του χωρίου Πύλας και ο αμέσως με το υπηρεσιακό όχημα άναψαν τους φάρους και με την χρήση αστυνομικής σειρήνας, κάλεσαν το εν λόγω όχημα να σταματήσει. Αντί αυτού ο κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα προσπαθώντας να διαφύγει τον έλεγχο και σε απόσταση 700-800 μέτρων, ακολούθως έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να χτυπήσει το αριστερό ελαστικό του οχήματος στο πεζοδρόμιο και να ακινητοποιηθεί. Ακολούθως μέλος της αστυνομίας τον πλησίασε στο παράθυρο του οδηγού και του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και αυτός απάντησε « Ok i' m sorry, I' not a transporter». Στην συνέχεια του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε « sir I know them from my country. I just came to pick them up. I'm not a transporter». Στην συνέχεια, όλοι οι επιβαίνοντες μεταφέρθηκαν στον Αστ. σταθμό Ορόκλινης για εξακρίβωση των στοιχείων τους. Όσον αφορά τα πρόσωπα που παραλήφθηκαν από το μέρος, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για τους
  2. Daniel Alfred Anderson, αρ. διαβ. [ ], Ημ. Γεν. 20/11/1996 και
  3. Alvin Victor, αρ. διαβ. [ ], Ημ. Γεν. 06/09/1997, αμφότεροι από Λιβερία μάρτυρες κατηγορίας 1 και 2 επί του κατηγορητηρίου. Την ίδια ημέρα λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Daniel Alfred Anderson, όπου ανάφερε ότι αφίχθηκε στην Κύπρο μέσω του παράνομου αεροδρομίου της Τύμβου, την 03/04/2021 και διέμενε μέχρι και την 01/04/22 σε μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές. Την 01/04/2022 μαζί με τον Alvin Victor, συμφώνησαν με άγνωστο πρόσωπο έναντι του χρηματικού ποσού των €700 να τους μεταφέρουν στο χωριό Πύλας με σκοπό να τους παραλάβει ο κατηγορούμενος και να τους μεταφέρει στο κέντρο φιλοξενίας, Πουρνάρα. Για την μεταφορά τους θα πλήρωναν στον κατηγορούμενο το κόστος της καυσίμων . Την ίδια ημέρα, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Alvin Victor όπου ανάφερε ότι αφίχθηκε στην Κύπρο μέσω του παράνομου αεροδρομίου της Τύμβου την 18/03/2022 και διέμενε μέχρι και σήμερα σε μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές. Την 01/04/2022 μαζί με τον Daniel Alfred Anderson, συμφώνησαν με άγνωστο πρόσωπο έναντι του συνολικού ποσού των €700 να τους μεταφέρουν στο χωριό Πύλας με σκοπό να τους παραλάβει ο κατηγορούμενος και να τους μεταφέρει στο κέντρο φιλοξενίας, Πουρνάρα. Για την μεταφορά τους θα πλήρωναν στον κατηγορούμενο το κόστος της βενζίνης. Περεταίρω ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι ξάδελφος του. Επιπλέον ανάφερε ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία την περασμένη Τρίτη με τον κατηγορούμενο δηλαδή στις 29/03/22 όπου τον ενημέρωσε ότι αναμένεται να αφιχθεί στην Κύπρο ελεγχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας μαζί με ακόμα ένα πρόσωπο και θα του έδιναν το χρηματικό ποσό των 100 δολαρίων για τα καύσιμα του αυτοκινήτου του με σκοπό να τους μεταφέρει για άσυλο. Την 02/04/22 εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου καθώς άλλων δύο προσώπων. Την ίδια ημέρα δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης συνελήφθη ο κατηγορούμενος και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο , αυτός απάντησε «I am not a transporter». Την ίδια ημέρα στον Αστ. σταθμό Ορόκλινης κατά την διάρκεια σωματικής έρευνας που διενεργήθηκε στον Alvin Victor εντοπίστηκε στην κατοχή του ένα χαρτονόμισμα των 100 δολαρίων με αύξων αριθμό LK70165480E-τεκμ.
  4. Επίσης εντοπίστηκε στην κατοχή του ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung S9-τεκμ.
  5. Στην συνέχεια διενεργήθηκε έρευνα όπου εντοπίστηκε στην κατοχή του κατηγορουμένου, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας TECNO CAMON 12 PRO MODEL Tecno CC9 με άγνωστο αριθμό κλήσης με κάρτα sim με στοιχεία [ ] με αριθμούς imei [ ] και [ ] και 2)κινητό τηλέφωνο μάρκας Huawei aρ κλήσης [ ] imei 1 [ ] imei 2 [ ]. -τεκμ.
  6. Την 02/04/22, ο κατηγορούμενος με τα άλλα 2 πρόσωπα τα οποία επέβαιναν επί του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος πριν παραλάβει τους ΜΚ1 και 2, παρουσιάστηκαν ενώπιον του επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας όπου εναντίον τους εξασφαλίστηκε Διάταγμα προσωποκράτησης για περίοδο 6 ημερών Την ίδια ημέρα στο ΤΑΕ Λάρνακας λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο ο οποίος απολογήθηκε λόγω του ότι δεν γνώριζε ότι το να παραλάβεις πρόσωπο το οποίο εισέρχεται από μη ελεγχόμενη περιοχή είναι αδίκημα.» Ο κατηγορούμενος 1 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η συνήγορος του κατηγορουμένου 1, αφού υιοθέτησε την κοινωνικο - οικονομική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ζήτησε όπως ληφθούν υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου
  7. Από την έκθεση του γραφείου ευημερίας, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 24 ετών, κατάγεται από τη Λιβερία έχει ένα αδελφό ενώ οι γονείς του απεβίωσαν όταν ο ίδιος βρισκόταν σε νεαρή ηλικία. Με την αποφοίτηση του από το Λύκειο ασχολήθηκε με γεωργικές εργασίες. Τον Αύγουστο του 2021 ήρθε στην Κύπρο, μαζί με τη συμβία του, προς αναζήτηση καλύτερης ζωής. Ως προς τις συνθήκες διάπραξης ανέφερε ότι τα πρόσωπα που μετέφερε ήταν συγγενείς και ομοχώριοι του και δεν γνώριζε ότι ήταν παράνομο. Επιπρόσθετα, η συνήγορος του έδωσε έμφαση στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου 1, τη συνεργασία του και την παραδοχή του. Τέλος εξέφρασε τη μεταμέλεια του κατηγορουμένου 1 και ζήτησε τη μέγιστη δυνατή επιείκεια του Δικαστηρίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος 1 αντικατοπτρίζεται κατ' αρχήν από τις προβλεπόμενες ποινές. Συγκεκριμένα το αδίκημα των κατηγοριών 2 και 3, προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 15 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €100.000 ή και τις δύο ποινές, ενώ το αδίκημα της κατηγορίας 7 προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 2 έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες, ή και τις δύο αυτές ποινές. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και την σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο αδίκημα και κατ' επέκταση τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, 250). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Στην υπό κρίση περίπτωση, σοβαρότερα είναι τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3, σε σχέση με τα οποία ο νομοθέτης προέβλεψε την ποινή φυλάκισης 15 ετών ή πρόστιμο €100.000 ή και οι δύο ποινές. Μέσω των πιο πάνω προβλεπόμενων ποινών προσδίδεται από τον Νόμο ιδιαίτερη σοβαρότητα στα εν λόγω αδικήματα, αφού το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι η ίδια η κοινωνία. Περαιτέρω, μέσα από τις λεπτομέρειες του κατηγορητήριου, αποδίδεται στον κατηγορούμενο 1 ότι τον επίδικο χρόνο, ενώ γνώριζε πως ο ανεφοδιασμός του οχήματός του αποτελούσε έσοδο από παράνομη δραστηριότητα, αποπειράθηκε να το αποκτήσει και να το χρησιμοποιήσει. Προκύπτει, συνεπώς, ότι αποδίδεται στον κατηγορούμενο , ότι αποπειράθηκε να τελέσει το αδίκημα που ποινικοποιείται στο άρθρο 4(α) του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007, και το οποίο συνιστά κακούργημα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 367 του Κεφ. 154, η απόπειρα διάπραξης κακουργήματος, τιμωρείται ως πλημμέλημα. Εφόσον δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον Ν. 188(i)/2007 η ποινή καθορίζεται από τη γενική ποινή για τα πλημμελήματα, που προβλέπεται στο άρθρο 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ήτοι σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 2 έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες, ή και τις δύο αυτές ποινές. Για σκοπούς επιμέτρησης, λοιπόν, εκκινούμε από την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, η οποία ως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166. Η επιβολή της ποινής αποτελεί έργο λεπτό και δύσκολο. Απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Εξετάσαμε με προσοχή όλα όσα συνθέτουν την παρούσα υπόθεση συμπεριλαμβανομένων και των εισηγήσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής και της ευπαίδευτης συνηγόρου του κατηγορουμένου 1, σε σχέση με τον μετριασμό της ποινής. Στην υπόθεση Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 231, η οποία αφορούσε παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία λέχθηκαν τα εξής: «Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Η συχνότητα, με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσης, και οι αρνητικές επιπτώσεις στο κοινωνικό σύνολο συνοψίζονται περιεκτικά στο απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου. Mohamed και Άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 που δόθηκε από το Νικήτα Δ.:- «Δυστυχώς το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσείοντες διαπράττεται τελευταία με εντεινόμενη συχνότητα. Ο πρωτόδικος δικαστής, εκφράζοντας τη βαθιά ανησυχία του για το φαινόμενο, το χαρακτήρισε ως επιδημία. Δε θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι από την άποψη αυτή η Κύπρος βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες ήδη εκδηλώθηκαν και επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Η Κύπρος είναι χώρα φιλόξενη και ανεκτική. Ιστορικά υπήρξε και εξακολουθεί να είναι κόμβος συγκοινωνιακός, οικονομικός και πολιτιστικός. Όμως κάθε κράτος διατηρεί το δικαίωμα μη αποδοχής αλλοδαπών (βλέπε ανάπτυξη του καθηγητή J.G. Starke 'Introduction to International Law', 10η έκδοση στη σελ. 748 και επ.), το οποίο παραβιάζεται με διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων.» Βέβαια, από τότε που εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, η Δημοκρατία έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα πλαίσια της οποίας ανέλαβε και ανάλογες ευθύνες σε σχέση με την μετανάστευση, οι οποίες όμως διέπονται από συγκεκριμένη νομοθεσία και την οποία πρέπει να ακολουθούν όσοι επιθυμούν, τη νόμιμη διαμονή τους στο έδαφος της Δημοκρατίας. Μάλιστα, ενόψει των μεγάλων μεταναστευτικών ροών, είτε αυτές προέρχονται από εμπόλεμες χώρες, είτε από οικονομική δυσπραγία, οι οποίες κατά το πλείστο διοχετεύονται μέσω Τουρκίας στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας και από εκεί στις ελεύθερες περιοχές, η Δημοκρατία επωμίστηκε και συνεχίζει να επωμίζεται με αυξητική τάση, δυσβάστακτο οικονομικό και άλλο βάρος, αναλογικά με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω και του μικρού μεγέθους της και δη συρρικνωμένου κατά σχεδόν 40% ένεκα της τουρκικής κατοχής, αλλά και του μικρού πληθυσμού της και μικρών εσωτερικών πόρων. Το φαινόμενο της οργανωμένης διακίνησης παράνομων μεταναστών, είτε πρόκειται για εμπλοκή διαφόρων προσώπων από διαφορετικές χώρες, είτε για εμπλοκή ενός μόνο προσώπου που έρχεται σε απευθείας συνεννόηση με όσους επιθυμούν να μεταναστεύσουν και αφήνεται σε αυτούς ο τρόπος πως θα φθάσουν στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας, από όπου αναλαμβάνει ο εγχώριος διακινητής τη μεταφορά τους από ευαίσθητα και μη δεόντως διαφυλαγμένα σημεία στη γραμμή αντιπαράθεσης ή της νεκρής ζώνης, όχι μόνο δεν υποχωρεί αλλά αναπτύσσεται και εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς, όπως διαπιστώνεται από τις καταχωρήσεις τέτοιων ποινικών υποθέσεων ενώπιον μας και έχει καταστεί γάγγραινα (η διακίνηση) για τον τόπο. Ως προς τη δυνατότητα άντλησης σχετικής Δικαστικής γνώσης, μέσω της αναφοράς στον αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που εκδικάζει κάποιο δικαστήριο, παραπέμπουμε στην απόφαση Καρανίκκη ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118 και στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη το Δίκαιο της Απόδειξης, Β έκδοση, σελ. 269. Τα αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, είτε πρόκειται για μια καλοστημένη και στυγνή αισχροκερδοσκοπική παράνομη διεθνική επιχείρηση εκμετάλλευσης απελπισμένων ανθρώπων που έχουν ονειρευθεί μια καλύτερη ζωή, είτε πρόκειται για ενέργειες ενός ατόμου που έρχεται σε άμεση συνεννόηση με γνωστά ή φιλικά ή συγγενικά πρόσωπα που αναλαμβάνουν οι ίδιοι την διακίνηση τους μέχρι τις κατεχόμενες περιοχές και ο εγχώριος διακινητής αναλαμβάνει να τους μεταφέρει στις ελεύθερες περιοχές από κρυφά μη δεόντως επιτηρημένα σημεία, ή τους παραλαμβάνει στις ελεύθερες περιοχές, έναντι έστω μικρότερου κέρδους, έστω και αν στο κέρδος συμπεριλαμβάνεται η στέγαση, η κατανάλωση καυσίμων του οχήματος μεταφοράς, η σίτιση και η διακίνηση, έχουν δύο κοινούς παρονομαστές. Πρώτος είναι το κέρδος, έστω και μικρότερο του εγχώριου διακινητή και δεύτερος η επιβάρυνση της Δημοκρατίας, όχι μόνο με οικονομικό κόστος, αλλά και της υποβόσκουσας υπονόμευσης της δημόσιας ασφάλειας της κοινωνίας και της Δημοκρατίας, αφού, συνήθως, οι παράνομοι μετανάστες καθίστανται αόρατος περιθωριακός πληθυσμός με δυσμενείς επιπτώσεις στην πολιτιστική, κοινωνική, εργασιακή και οικονομική ευημερία της χώρας, και τις προεκτάσεις αυτών σε άλλους τομείς με άμεσο αντίκτυπο στο νόμιμο πληθυσμό της Δημοκρατίας (βλ. Deveci v. Αστυνομία
(2009)2 ΑΑΔ 80). Στην υπόθεση Ghouneym v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 99/2016, ημερομηνίας 27.6.2016, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η απαξίωση ενέργειας που αφορά υποβοήθηση τρίτων προσώπων για διέλευση από το έδαφος της Δημοκρατίας άμεσα σχετίζεται με την ανάγκη διαφύλαξης της δημόσιας ασφάλειας, ενός αγαθού ιδιαίτερα πολύτιμου που εν πολλοίς συναρτάται με την ίδια την ύπαρξη του κράτους, εξ΄ ου και η αυστηρή προνοούμενη ποινή των 8 ετών φυλάκισης» Τα Δικαστήρια οφείλουν μπροστά σε αυτό το ανησυχητικό και ολοένα αυξανόμενο φαινόμενο της οργανωμένης ή μη διακίνησης, χωρίς ενδείξεις κάμψης, ως θεματοφύλακες των νόμων, οι οποίοι νόμοι σκοπούν στην προστασία των νομιμόφρονων πολιτών της κοινωνίας και του ίδιου του κράτους, να ανακόψουν την οποιαδήποτε μορφή τέτοιας παράνομης δράσης με την επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που ο νομοθέτης με το Ν.46(Ι)/2021 ημερομηνίας 9.4.2021 αύξησε την ποινή φυλάκισης από 8 σε 15 έτη και από €34.172 σε €100.000 την χρηματική ποινή. Η εξατομίκευση βέβαια της ποινής δεν ατονεί, αλλά από την άλλη μεριά δεν μπορεί να εξασθενήσει ή να εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία του κοινωνικού συνόλου και της δημόσιας ασφάλειας εκεί όπου εντοπίζεται σοβαρό πρόβλημα. Η στάθμιση, γενικά, η οποία χρειάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή όπου είναι αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, περιγράφεται με πληρότητα στις υποθέσεις, Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Gholi ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 30, Jovanovic v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 635, Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575 και Θεολόγου ν. Αστυνομίας
(2014)2Β ΑΑΔ 800. Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285, η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Ειδικότερα στην υπόθεση Al Jibouri & Άλλοι ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 143 με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία αναφέρθηκαν τα εξής στη σελίδα 145: «Όταν τα αδικήματα διαπράττονται τόσο συχνά όπως αυτό, τα Δικαστήρια επιβάλλουν ποινές που όχι μόνο τιμωρούν αλλά ταυτόχρονα αποτρέπουν άλλους να διαπράττουν αυτά τα αδικήματα∙ και όταν υπεισέρχεται ο παράγων της αποτροπής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων που στηρίζονται στη θεωρία της εξατομίκευσης της ποινής μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα». Ειδικότερα, σε υποθέσεις διακίνησης παράνομων μεταναστών οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες ήσσονος σημασίας στην επιμέτρηση της ποινής, αφού συνήθως, πυρήνας της έκνομης συμπεριφοράς είναι αυτές, ή το εύκολο, αλλά αισχρό κέρδος από την εκμετάλλευση εξαθλιωμένων ανθρώπων που είτε πωλούν τις περιουσίες τους, είτε ακόμη καθίστανται υποχείρια των διακινητών, οι οποίοι τους χρησιμοποιούν για άλλες παράνομες πράξεις. Επομένως, όσο σοβαρές κι αν είναι οι επιπτώσεις σε ένα κατηγορούμενο και στην οικογένεια του, υπερισχύει η αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου. Προέχει η καταστολή τέτοιων αδικημάτων ώστε να παραμένει αλώβητη η παρεχόμενη προστασία της κοινωνίας και η δημόσια ασφάλεια. Στην υπόθεση Ghouneym v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 99/2016, ημερ. 27.6.2016, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Όσο και να αντιλαμβανόμαστε τα προβλήματα που δημιουργούνται στην οικογένεια του εφεσείοντα και στον ίδιο δεν θεωρούμε ότι υπάρχει δυνατότητα επέμβασης μας αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο ισόρροπα και αιτιολογημένα έλαβε υπόψη τόσο τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα σε συνδυασμό με την παραδοχή του, το λευκό του μητρώο, όσο και ιδιαίτερα το γεγονός ότι δεν είχε οποιονδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη του αδικήματος. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ότι εάν απουσίαζαν αυτά τα στοιχεία, η ποινή θα ήταν αυστηρότερη, ενόψει της ανάγκης να διαφυλαχθεί το αγαθό της δημόσιας ασφάλειας από πράξεις που σκοπόν έχουν να εξαπατήσουν τις αρχές με εγγενείς κινδύνους ως προς τη κοινωνική και οικονομική ευημερία του τόπου». Στην υπόθεση Tabrizi Abolfaze v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα είχε φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα». Στην υπόθεση Deveci ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 80 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών για το αδίκημα του άρθρου 19Α, όταν η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης ήταν μέχρι 8 έτη και η ποινή προστίμου €34.172 ή και οι δύο ποινές, ενώ λέχθηκαν και τα κατωτέρω: «Tο πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά καθοδηγήθηκε, τόσο σε σχέση με τη σοβαρότητα του αδικήματος με αναφορά στην ποινή των οκτώ ετών που πρόσφατα προέβλεψε ο νομοθέτης, όσο και στη συχνότητα που παρατηρείται στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων και τις επιπτώσεις από αυτά. Συμφωνούμε πως, σε περιπτώσεις αυτής της φύσης, επιβάλλεται να έχει η ποινή το στοιχείο της αποτροπής. Συνυπολογίζουμε τη μεγάλη δυσκολία εξιχνίασης όπως και η παρούσα περίπτωση, στην οποία μετά από πληροφορία, χρειάστηκε να αναληφθεί επιχείρηση ανακοπής. Μετά, το Δικαστήριο μπορεί να επέμβει εφόσον διαπιστώσει πως, ανεξάρτητα από την μη ύπαρξη σφάλματος αρχής, η ποινή είναι εκδήλως υπερβολική. Έχουμε και εμείς εξετάσει το σύνολο των δεδομένων, περιλαμβανομένων των προσωπικών περιστάσεων του εφεσείοντα. Η ποινή ήταν, βέβαια, αυστηρή, αλλά δεν είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε πως ήταν εκδήλως υπερβολική για την περίπτωση διάπραξης τέτοιας φύσης αδικήματος, προφανώς, μετά από οργάνωση και έναντι χρηματικής αμοιβής.» (βλ. επίσης Στρουθιάς ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2015, ημερομηνίας 7.7.2015). Τέλος σε σχέση με το αδίκημα της έβδομης κατηγορίας, ήτοι της απόπειρας διάπραξης αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες έχουμε υπόψη το πλαίσιο ποινής σε σχέση με την απόπειρα και ότι τιμωρείται ελαφρύτερα από την τέλεση του αδικήματος της νομιμοποίησης. Ως προς την έκταση της ποινής, κρίνουμε ότι μπορούμε να λάβουμε καθοδήγηση ως προς τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής για το αδίκημα της νομιμοποίησης. Προς τούτο αντλούμε καθοδήγηση από τις Αγγλικές Κατευθυντήριες γραμμές για αδικήματα με βάση το Proceeds of Crime Act 2002 (βλ. Archbold 2020, Sentencing Guidelines, §22-35, σελ. 373 - 375). Σύμφωνα με τις πιο πάνω κατευθυντήριες οδηγίες λαμβάνονται υπ' όψιν κατά την επιβολή της ποινής ως προς τον καθορισμό της σοβαρότητας αριθμός παραμέτρων. Η ανάληψη πρωταγωνιστικού ρόλου από τον κατηγορούμενο, η εμπλοκή άλλων μέσω κατάχρησης θέσης ή άσκησης επιρροής, η κατάχρηση θέσης, ο λεπτομερής σχεδιασμός και οργάνωση αλλά και η εγκληματική συμπεριφορά για παρατεταμένο χρονικό διάστημα καθιστούν τις περιστάσεις διάπραξης πολύ σοβαρές. Αντίθετα, αν ο κατηγορούμενος ήταν καθοδηγούμενος με περιορισμένα καθήκοντα, ή η εμπλοκή του ήταν λόγω εκφοβισμού ή εκμετάλλευσης, χωρίς ιδιαίτερο προσωπικό όφελος, ή αν έδρασε με πολύ λίγο ή καθόλου προγραμματισμό και περιορισμένη επίγνωση της έκτασης της εγκληματικής δραστηριότητας, η υπαιτιότητα (culpability) του κατηγορούμενου καθίσταται λιγότερο σοβαρή. Το ύψος του ποσού είναι επίσης σχετικό στον καθορισμό της προκληθείσας βλάβης (harm). Εξετάσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλα όσα συνθέτουν την παρούσα υπόθεση Τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3 που διέπραξε ο κατηγορούμενος 1 κρίνουμε ότι είναι σοβαρότερα από το αδίκημα της κατηγορίας 7 και γενικότερα με βάση τη νομολογία που παρατέθηκε ανωτέρω, μπορούν να καταταχθούν ως σοβαρά αδικήματα. Σε ό,τι αφορά τις περιστάσεις προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 θα μετέφερε μετανάστες, οι οποίοι εισήλθαν στο έδαφος της Κύπρου μέσω του παράνομου αεροδρομίου της Τύμβου. Ο κατηγορούμενος 1 θα τους παραλάμβανε από το χωρίο Πύλα και θα τους μετέφερε στο κέντρο φιλοξενίας «Πουρνάρα». Για τις υπηρεσίες του θα λάμβανε ως αντίτιμο το ποσό των 100 δολαρίων, ως κόστος για τα καύσιμα. Περαιτέρω, από τα ενώπιον μας γεγονότα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1, όταν κλήθηκε από τους επί καθήκοντι αστυνομικούς να σταματήσει, ανέπτυξε ταχύτητα και ακολούθως έχασε τον έλεγχο του οχήματος του με αποτέλεσμα να κτυπήσει στο πεζοδρόμιο και να ακινητοποιηθεί. Από τα πιο πάνω προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν ενήργησε με σκοπό απλώς να βοηθήσει πρόσωπα που βρίσκονται στην ίδια θέση με την θέση που βρέθηκε ο ίδιος στο παρελθόν, ως εισηγήθηκε η συνήγορος του. Αντίθετα προκύπτει ότι κατηγορούμενος 1 ενήργησε ως κρίκος για την υποβοήθηση εισόδου μεταναστών, οι οποίοι εισήλθαν αρχικά στο έδαφος της Δημοκρατίας από μη ελεγχόμενες από αυτή περιοχές και θα λάμβανε συγκεκριμένο συμφωνηθέν χρηματικό ποσό. Το εάν αυτό θα αξιοποιείτο για την αγορά καυσίμων δεν συνεπάγεται ότι δεν θα λάμβανε οικονομικό όφελος. Επιπροσθέτως, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου προώθησε την άγνοια του Νόμου από μέρους του κατηγορούμενου 1, ως μετριαστικό στοιχείο. Όπως σημειώνεται στο σύγγραμμα του Γ.Μ.Πική Sentencing in Cyprus, 2nd , σελ.72, η άγνοια του Νόμου αν και δεν συνιστά υπεράσπιση, μπορεί να ληφθεί υπόψιν ως μετριαστικός παράγοντας. Ως προς την βαρύτητα που μπορεί να δοθεί σε κάθε υπόθεση, λαμβάνονται υπόψη διάφορα κριτήρια, όπως οι ευκαιρίες που είχε ο κατηγορούμενος να καταστεί κοινωνός του Νόμου ή η περίοδος ισχύος του. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα, όταν η άγνοια δεν προέκυψε από αδιαφορία του κατηγορουμένου ως προς την ύπαρξη του Νόμου. Στην υπό κρίση υπόθεση, ως προκύπτει από τα ενώπιον μας γεγονότα, ο κατηγορούμενος 1 εισήλθε στη Δημοκρατία με τον ίδιο τρόπο που εισήλθαν τα πρόσωπα που υποβοήθησε. Επομένως, είχε την ευκαιρία να γνωρίζει τα όρια της νόμιμης μετανάστευσης, αφού υπήρξε στην ίδια θέση στο παρελθόν. Περαιτέρω, η ενέργεια του να προσπαθήσει να διαφύγει αντί να σταματήσει δεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε συνείδηση της πράξης του έστω και εάν δεν γνώριζε την ακριβή νομική κατηγοριοποίηση της πράξης του. Υπό το φως των πιο πάνω, καταλήγουμε ότι δεν μπορεί να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στον εν λόγω μετριαστικό παράγοντα. Επιπλέον, η συνήγορος του κατηγορουμένου 1 έδωσε έμφαση στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου. Έχει επανειλημμένα λεχθεί, μέσα από τη νομολογία, ότι δεν πρέπει να δίδεται υπέρμετρη βαρύτητα σε οικονομικές ή άλλες δυσκολίες οι οποίες ενδεχομένως να συνέτειναν στο να διαπράξει ένας κατηγορούμενος το αδίκημα. Λαμβάνουμε επίσης υπ' όψιν την παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο η οποία, με βάση πάγια νομολογία, πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή» (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 208/18, ημερ. 27.11.2019), διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Το πώς αντικρίζονται τα διάφορα στοιχεία σε κάθε υπόθεση, εξαρτάται από τις λεπτομέρειες που τα συνθέτουν (βλ. Chafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Σε περίπτωση κατά την οποία η σύλληψη διενεργείται επ΄ αυτοφώρω, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η σημασία της παραδοχής αμβλύνεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου
(2001)2 ΑΑΔ 438 και Κατσαπάου v. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 388). Δεν παραγνωρίζουμε όμως και τα όσα λέχθηκαν αναφορικά με αυτή την πτυχή στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:B88, όπου υποδείχθηκε ότι «. η παραδοχή ενός κατηγορουμένου, ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος, είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως απτό στοιχείο μεταμέλειας.». Στην υπό κρίση υπόθεση παρόλο που υπήρξε αυτόφωρη σύλληψη, εντούτοις η παραδοχή του κατηγορούμενου 1, η οποία δηλώθηκε σε πρώιμο στάδιο της υπόθεσης, λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του, καθότι εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Λαμβάνουμε ακόμη υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο και ότι δεν υπήρξε παρόμοια παράνομη συμπεριφορά στο παρελθόν από τον κατηγορούμενο 1, καθώς επίσης και την απολογία και μεταμέλεια του. Επιπροσθέτως, λαμβάνουμε υπόψη το σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων του ως αυτά καταγράφονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, καθώς και ό,τι σχετικό προς τον μετριασμό λέχθηκε από την συνήγορο του. Στον αντίποδα, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι τα επίδικα αδικήματα είχαν ως αποτέλεσμα την αποκόμιση οικονομικού οφέλους, έστω μικρού, από τη διακίνηση προσώπων και περιέχουν το στοιχείο της εκμετάλλευσης ανθρώπων. Επίσης, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι τέτοιες συμπεριφορές, πέραν από την εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου και της ελπίδας για καλύτερη ζωή, περιέχουν το στοιχείο της οργανωμένης δράσης με σκοπό να παρακαμφθεί ο Νόμος και επιφέρουν, ως η νομολογία έχει αναγνωρίσει, προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. {βλ., Tabrizi Abolfaze ( ανωτέρω)}. Τέλος ως προς το αδίκημα της 7ης κατηγορίας λαμβάνουμε υπόψη ότι το ποσό που κατείχε ήταν σχετικά μικρό. Υπό το φως των πιο πάνω και σύμφωνα με την νομολογία που έχει παρατεθεί ανωτέρω, αναδύεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στον κατηγορούμενο, τόσο σωρευτικά όσο και μεμονωμένα μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής. Καταληκτικά θα πρέπει να λεχθεί πως σε μια σοβαρή υπόθεση όπως είναι η παρούσα, με πρόδηλη την αναγκαιότητα αποτροπής, δεν μπορεί να αποφευχθεί η επιβολή ποινής φυλάκισης, όσο και να λάβει υπόψη κανείς υπόψη τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας σχετικά με τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες περιστάσεις του κατηγορουμένου 1, καθώς και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντες, εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο 1τις ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην Κατηγορία 3: ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην Κατηγορία 7 : ποινή φυλάκισης 6 μηνών, Οι ποινές να συντρέχουν. ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ Το Δικαστήριο ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε θα εξετάσει το θέμα αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.» Χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327, καθώς και από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην υπόθεση Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αφού αναφέρθηκε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, αναφέρθηκε ότι το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στις υποθέσεις Αργυρίδης κ.ά v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449, Γεωργίου κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 27/16 ημερομηνίας 19.7.16, Παπαπαντελή v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/16, ημερομηνίας 17.10.16, Αστυνομία ν. Μιλτιάδους Ποινική Έφεση Αρ. 277/2018, ημερομηνίας 10.5.2019, Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποινική Έφεση Αρ. 92/2017 (σχ. Με 93/2017), ημερομηνίας 19.7.2019 και Achraf v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 156/2021 και 157/2021, ημερομηνίας 15.4.2022. Στην υπό κρίση υπόθεση, είναι έκδηλο ότι τα αδικήματα για τα οποία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Για σκοπούς εξέτασης του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης λαμβάνουμε υπόψη: α) τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, οι οποίες περιέχουν το στοιχείο της οργανωμένης δράσης με σκοπό να παρακαμφθεί ο Νόμος και το ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε κίνητρο την χρηματική αμοιβή, έστω μικρή. β) Μπορεί ο κατηγορούμενος 1 να είναι λευκού ποινικού μητρώου, όμως αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να κάμψει ούτε να παρακάμψει το στοιχείο της αποτροπής σε τέτοιου είδους αδικήματα οποία καλπάζουν και αυξάνονται με ανησυχητικούς ρυθμούς ως διαπιστώνεται από τις ενώπιον μας υποθέσεις. Συνεπώς, η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης αυτών δεν επιτρέπουν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Επιπλέον, οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν στον κατηγορούμενο όπως, το λευκό του ποινικό μητρώο και οι προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται και η αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας, τυχόν αναστολή των ποινών φυλάκισης, ενόψει της διαπιστωθείσας αναγκαιότητας επιβολής αποτρεπτικών ποινών, των συνθηκών διάπραξης των επίδικων αδικημάτων και των συνέπειων που τέτοια αδικήματα επιφέρουν, θα εξέπεμπε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας και δη τέτοιων αδικημάτων. Συνεπώς οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης να εκτελεστούν αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ155, η ποινή φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε προφυλάκιση. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν.Α.Π Γεωργιάδης Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.