ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A.T κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2401/22, 15/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:B59 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ / ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση Κακουργιοδικείου : Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2401/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. 1. A.T 2. A.T Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Δημοσθένους για Γενικό Εισαγγελέα Για τον κατηγορούμενο 1 : Η κα Δ. Κυριάκου Για τον κατηγορούμενο 2 : O κ. Θ. Γιούπας Κατηγορούμενοι: παρόντες. Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι αρχικά αντιμετώπιζαν συνολικά επτά
(7)κατηγορίες, δηλώνοντας παραδοχή στις κατηγορίες 1, 2, υπόλοιπες αναστάληκαν με αποτέλεσμα οι κατηγορούμενοι να απαλλαχθούν από αυτές. Έτσι, κρίθηκαν ένοχοι, κατόπιν δικής τους παραδοχής, στις κατηγορίες 1 και 2. Η κατηγορία 1 αφορά είσοδο στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας απαγορευμένου μετανάστη, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(α)(στ)(ι)(κ)(λ)(μ)
(2)και 19
(2)του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ. 105 και του άρθρου 5
(1)
(3)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των άρθρων 2 και 3 του Περί της Χωρικής Θάλασσας Νόμου (Ν.45/1964), καθώς και των κανονισμών 5 και 6 της ΚΔΠ 242/
- Η κατηγορία 2 αφορά το αδίκημα της μεταφοράς προσώπων δια της υδάτινης οδού με υπερφορτωμένο σκάφος κατά παράβαση των άρθρων 20 και 240 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και με τα οποία συμφώνησαν οι συνήγοροι του κατηγορουμένων, εξετέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή και παρατίθενται αυτούσια κατωτέρω: «Στις 24/07/22 γύρω στις 19:10, το σύστημα ραδιοεπισήμανσης του ναυτικού σταθμού Παραλιμνίου αναγνώρισε ύποπτο θαλάσσιο στόχο να πλέει νοτιοανατολικά του Κάβο Γκρέκο, εντός χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας. Προς το σημείο απέπλευσε άκατος της Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας για εντοπισμό και έλεγχο του στόχου. Εντοπίστηκε ξύλινη ψαρόβαρκα 8 περίπου μέτρων να πλέει πράγματι εντός χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας κατευθυνόμενη προς τις Κυπριακές ακτές. Πάνω σε αυτή επέβαιναν 58 άτομα, εννέα εκ των οποίων ήταν ανήλικα παιδιά. Το σκάφος ήταν εμφανώς υπερφορτωμένο αφού κάθε σπιθαμή της επιφάνειας του σκάφους ήτοι του χώρου καταστρώματος, του πρυμνιού μέρους, του χώρου πηδαλιουχίας, της καμπίνας διακυβέρνησης, ακόμα και της κουπαστής ήταν κατειλημμένα από τους στρυμωγμένους επιβάτες που για να χωρέσουν αναγκάζονταν σε κάποιες περιπτώσεις να εκθέτουν μέλη του σώματός τους (κυρίως τα πόδια τους) εκτός της επιφάνειας της βάρκας, τα οποία αιωρούνταν πάνω από τη θάλασσα. Η κατάσταση αυτή επηρέαζε δυσμενώς την πλεύση και την ευστάθεια της βάρκας η οποία μετά δυσκολίας αντιστεκόταν στις προκληθείσες, από την υπερφόρτωση και την θαλασσοταραχή που επικρατούσε, κεκλιμένες κλίσεις, επανερχόμενη πολύ αργά και οριακά σε οριζόντια θέση. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το τμήμα εμπορικής ναυτιλίας Κύπρου, ο ανώτατος αριθμός επιβατών που θα μπορούσε να επιβιβαστεί με ασφάλεια σε σκάφος ιδίων τεχνικών χαρακτηριστικών, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να ξεπερνά τους οκτώ ενήλικες. Τέτοιο δε σκάφος θεωρείται άκρως επικίνδυνο να διενεργήσει υπεράκτια ταξίδια ακόμα και εάν σε αυτό επιβαίνει ο προβλεπόμενος αριθμός επιβατών. Η κατάσταση κρίθηκε επικίνδυνη για την ασφάλεια των επιβαινόντων, καθότι λόγω της υπερφόρτωσης και των άσχημων καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν, η ψαρόβαρκα κατακλυζόταν από θαλάσσιο νερό το οποίο μάταια προσπαθούσαν με κουβάδες να αδειάσουν οι επιβαίνοντες. Ως εκ τούτου, το πλήρωμα της αστυνομικής ακάτου σε συντονισμό με το ΚΣΕΔ, προχώρησε στην διάσωση των 58 αυτών επιβαινόντων προσώπων επιβιβάζοντάς τα με μεγάλη δυσκολία στην αστυνομική άκατο και μεταφέροντας τα στην Μαρίνα Αγίας Νάπας. Σημειώνεται ότι κατά την ρυμούλκηση της ψαρόβαρκας προς την στεριά, αυτή βυθίστηκε λόγω της μεγάλης ποσότητας θαλάσσιου ύδατος που ήδη είχε εισρεύσει εντός αυτής. Κατά την αποβίβαση των πιο πάνω προσώπων στην στεριά, μέλος της Υ.Α.&Μ. ήλεγξε το καθεστώς τους και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για 46 ενήλικες άνδρες, 3 γυναίκες και 9 ανήλικα παιδιά όλοι από την Συρία. Ήταν στο σύνολό τους απαγορευμένοι μετανάστες σύμφωνα με τον Νόμο, αφού δεν είχαν στην κατοχή τους θεωρημένο διαβατήριο από τις Αρχές της Δημοκρατίας και άδεια μετανάστευσης χορηγούμενη από τις Αρχές της Δημοκρατίας. Εναντίον των κατ/νων, οι οποίοι όπως διεφάνη, ήταν οι πηδαλιούχοι της ψαρόβαρκας από το Ταρτούς της Συρίας προς την Κύπρο, εξασφαλίστηκαν εντάλματα σύλληψης. Στις 25/07/22 συνελήφθηκε ο 1ος κατ/νος ο οποίος τέθηκε υπό κράτηση. Οδηγήθηκε ενώπιον του Επ. Δικαστηρίου Αμμοχώστου στις 26/07/22 και εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα προφυλάκισης 7 ημερών. Ο 2ος κατ/νος συνελήφθηκε στις 27/07/2022 και την επόμενη ημέρα οδηγήθηκε ενώπιον του Επ. Δικαστηρίου Αμμοχώστου το οποίο εξέδωσε διάταγμα προφυλάκισης του για 5 ημέρες. Ανακρινόμενος από την Αστυνομία ο 1ος κατ/νος, ανέφερε ότι είναι ψαράς και ως εκ τούτου είναι καταρτισμένος στην πλοήγηση θαλάσσιων σκαφών και στην διενέργεια μακρινών ταξιδιών. Στη Συρία δέχτηκε και αποδέχτηκε πρόταση από τους διοργανωτές του ταξιδιού (οι οποίοι παρέμειναν στη Συρία) να πλοηγήσει την βάρκα με προορισμό την Κύπρο. Ως αντάλλαγμα δεν θα κατέβαλλε το αντίτιμο των 2.500 δολαρίων που αντιστοιχούσε στο κόμιστρο του ταξιδιού. Μαζί με τον 2ο κατ/νο, που τον κατονόμασε ως συνεργό του, επιθεώρησαν την βάρκα και έκριναν ότι ήταν κατάλληλη για το ταξίδι. Τους έδωσαν τις συντεταγμένες και μαζί με τον 2ο κατ/νο κάθισαν στο πηδάλιο με προορισμό την Κύπρο. Το ταξίδι διήρκησε σχεδόν 24 ώρες. Όταν η ψαρόβαρκα εντοπίστηκε από τις Κυπριακές αρχές κρύφτηκαν για να μην αποκαλυφθεί ο ρόλος τους. Γνώριζαν εξ αρχής την επικινδυνότητα του ταξιδιού λόγω της υπερφόρτωσης του σκάφους. Ανακρινόμενος ο 2ος κατ/νος ανάφερε ότι κατέβαλε μόνο 500 δολάρια ως κόμιστρο αντί 2.500 που ήταν το πραγματικό κόστος του ταξιδιού. Απέφυγε όμως να απαντήσει για ποιο λόγο επωφελήθηκε αυτής της σοβαρής έκπτωσης δηλώνοντας ότι ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με τη οργάνωση του ταξιδιού. Καταθέσεις λήφθηκαν επίσης από έξι άλλους επιβαίνοντες στην βάρκα. Πρόκειται για τους ΜΚ 10 μέχρι
- Όλοι δήλωσαν ότι ο καθένας ξεχωριστά πλήρωσε στους διοργανωτές του ταξιδιού το ποσό των 2.500 δολαρίων για να τους επιτραπεί να ταξιδέψουν από τη Συρία προς την Κύπρο. Οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν οι εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες ενός εκάστου εκ των κατηγορουμένων. Σε αυτή αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος 1 κατάγεται από τη Σύρια, είναι ηλικίας 41 ετών και έχει άλλα 7 μικρότερα αδέλφια. Είναι νυμφευμένος και πατέρας μιας ανήλικης θυγατέρας. Ο πατέρας του ήταν ψαράς και η μητέρα του απασχολείτο σε αγροτικές εργασίες. Ο κατηγορούμενος 1 ουδέποτε φοίτησε σε σχολείο και εργαζόταν από μικρή ηλικία ως ψαράς. Κατά διαστήματα αναλάμβανε και άλλες χειρωνακτικές εργασίες. Παρουσιάζει εκ γενετής αναπηρία στον δεξιό ώμο. Ο κατηγορούμενος 2 κατάγεται επίσης από τη Σύρια, είναι ηλικίας 27 ετών και είναι το μεσαίο παιδί πενταμελούς οικογενείας. Ο κατηγορούμενος 2, εργάζεται ως οδηγός ταξί ενώ αναλάμβανε και κάποιες χειρωνακτικές εργασίες με σκοπό να αυξήσει το εισόδημα του. Είναι το μόνο μέλος της οικογενείας του με σταθερά εισοδήματα, αφού ο πατέρας του, ο οποίος ασχολείται με αγοραπωλησίες αυτοκινήτων, δεν έχει σταθερά εισοδήματα και η μητέρα του καθώς και οι δυο αδελφές του ασχολούνται με τα οικιακά. Ο κατηγορούμενος 2 είναι νυμφευμένος και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου. Προς μετριασμό της ποινής των κατηγορουμένων αγόρευσαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους. Η κα Διονυσίου εκ μέρους του κατηγορούμενου 1, αφού υιοθέτησε την κοινωνικο - οικονομική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ζήτησε όπως ληφθούν υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου
- Τόνισε ότι ο κατηγορούμενος 1 ήλθε στην Κύπρο για μια καλύτερη ζωή και οδήγησε τη «βάρκα σωτηρίας», ως την χαρακτήρισε. Επιπρόσθετα, η συνήγορος του κατηγορούμενου 1 έδωσε έμφαση στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, τη συνεργασία του και την παραδοχή του, η οποία δεικνύει έμπρακτη μεταμέλεια. Τέλος εξέφρασε τη μεταμέλεια του κατηγορουμένου και ζήτησε τη μέγιστη δυνατή επιείκεια του Δικαστηρίου. Ο κ. Γίουπας εκ μέρους του κατηγορούμενου 2, υιοθέτησε την κοινωνικο - οικονομική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ζήτησε όπως ληφθούν υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου
- Ανέφερε, επίσης, ότι ο κατηγορούμενος 2 ήλθε στην Κύπρο προς αναζήτηση καλύτερης ζωής. Τόνισε την άμεση του παραδοχή και το λευκό του ποινικό μητρώο. Εξέφρασε, τέλος, την απολογία του κατηγορούμενου 2 και ζήτησε τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξαν οι κατηγορούμενοι αντικατοπτρίζεται κατ' αρχήν από τις προβλεπόμενες ποινές. Συγκεκριμένα το αδίκημα της κατηγόριας 2 προβλέπει ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δώδεκα έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις € 100.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Το αδίκημα της κατηγορίας 1, προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €50.000 ή και τις δύο ποινές. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και την σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο αδίκημα και κατ' επέκταση τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, 250). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Στην υπό κρίση περίπτωση, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά, αφού προβλέπονται ποινές φυλάκισης που κυμαίνονται από 10 με 12 έτη και χρηματικές ποινές ύψους €50.000 και €100.000. Για σκοπούς επιμέτρησης, λοιπόν, εκκινούμε από την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, η οποία ως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166. Η επιβολή της ποινής αποτελεί έργο λεπτό και δύσκολο. Απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Εξετάσαμε με προσοχή όλα όσα συνθέτουν την παρούσα υπόθεση συμπεριλαμβανομένων και των εισηγήσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής και των ευπαίδευτων συνηγόρων των κατηγορουμένων, σε σχέση με τον μετριασμό της ποινής. Μέσα από τις λεπτομέρειες του κατηγορητήριου αλλά και των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μας, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι, ενώ ήταν απαγορευμένοι μετανάστες, πλοήγησαν μια προφανώς υπερφορτωμένη βάρκα στην οποία επέβαιναν, πέραν των ιδίων, άλλα 56 πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και 9 ανήλικα παιδιά. Όλοι οι επιβαίνοντες ήταν απαγορευμένοι μετανάστες. Η πιο πάνω βάρκα εντοπίστηκε να πλέει στα χωρικά ύδατα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η κατάσταση της βάρκας κρίθηκε επικίνδυνη, καθότι μεταξύ άλλων έμπαζε νερά. Σημειώνεται ότι κατά τη ρυμούλκηση της, αυτή βυθίστηκε λόγω της μεγάλης ποσότητας θαλάσσιου ύδατος που ήδη είχε εισρεύσει σε αυτή. Από τα ενώπιόν μας γεγονότα, εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι ενέργειες του κατηγορούμενων περιείχαν το στοιχείο της οργανωμένης δράσης, ώστε να κατορθώσουν οι ίδιοι αλλά και ακόμα 56 πρόσωπα, απαγορευμένοι μετανάστες, να εισέλθουν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επομένως, είναι προφανές ότι στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχει το στοιχείο της οργανωμένης δράσης, ώστε να παρακαμφθεί ο Νόμος. Το στίγμα της ποινικής αντιμετώπισης των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη μετανάστευση έχει δοθεί στην υπόθεση Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 231, η οποία αφορούσε παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Η συχνότητα, με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσης, και οι αρνητικές επιπτώσεις στο κοινωνικό σύνολο συνοψίζονται περιεκτικά στο απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου. Mohamed και Άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 που δόθηκε από το Νικήτα Δ.:- «Δυστυχώς το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσείοντες διαπράττεται τελευταία με εντεινόμενη συχνότητα. Ο πρωτόδικος δικαστής, εκφράζοντας τη βαθιά ανησυχία του για το φαινόμενο, το χαρακτήρισε ως επιδημία. Δε θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι από την άποψη αυτή η Κύπρος βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες ήδη εκδηλώθηκαν και επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Η Κύπρος είναι χώρα φιλόξενη και ανεκτική. Ιστορικά υπήρξε και εξακολουθεί να είναι κόμβος συγκοινωνιακός, οικονομικός και πολιτιστικός. Όμως κάθε κράτος διατηρεί το δικαίωμα μη αποδοχής αλλοδαπών (βλέπε ανάπτυξη του καθηγητή J.G. Starke 'Introduction to International Law', 10η έκδοση στη σελ. 748 και επ.), το οποίο παραβιάζεται με διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων.» Βέβαια, από τότε που εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, η Δημοκρατία έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα πλαίσια της οποίας ανέλαβε και ανάλογες ευθύνες σε σχέση με την μετανάστευση, οι οποίες όμως διέπονται από συγκεκριμένη νομοθεσία και την οποία πρέπει να ακολουθούν όσοι επιθυμούν, τη νόμιμη διαμονή τους στο έδαφος της Δημοκρατίας. Μάλιστα, ενόψει των μεγάλων μεταναστευτικών ροών, είτε αυτές προέρχονται από εμπόλεμες χώρες, είτε από οικονομική δυσπραγία, η Δημοκρατία επωμίστηκε και συνεχίζει να επωμίζεται με αυξητική τάση, δυσβάστακτο οικονομικό και άλλο βάρος, αναλογικά με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω και του μικρού μεγέθους της και δη συρρικνωμένου κατά σχεδόν 40% ένεκα της τουρκικής κατοχής, αλλά και του μικρού πληθυσμού της και μικρών εσωτερικών πόρων. Περαιτέρω, σχετική είναι η υπόθεση Tabrizi Abolfaze v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα είχε φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα». Σχετικές, επίσης, είναι οι υποθέσεις Deveci ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 80 και Στρουθιάς ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2015, ημερομηνίας 7.7.2015. Το φαινόμενο της παράτυπης μετανάστευσης και της μεταφοράς προσώπων δια θαλάσσης προς την Κύπρο, όχι μόνο δεν υποχωρεί αλλά αναπτύσσεται και εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς, όπως διαπιστώνεται από τις καταχωρήσεις τέτοιων ποινικών υποθέσεων ενώπιον μας. Ως προς τη δυνατότητα άντλησης σχετικής Δικαστικής γνώσης, μέσω της αναφοράς στον αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που εκδικάζει κάποιο δικαστήριο, παραπέμπουμε στην απόφαση Καρανίκκη ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118 και στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη το Δίκαιο της Απόδειξης, Β έκδοση, σελ. 269. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που ο νομοθέτης με τον Ν.46(Ι)/2021, ημερομηνίας 9.4.2021, αύξησε την προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης για το αδίκημα της κατηγορίας 1 από ποινή φυλάκισης 3 ετών σε ποινή φυλάκισης 10 ετών και τη χρηματική ποινή από Λ.Κ 1.000 και Λ.Κ. 5.000 αντίστοιχα σε €50.000 και στα δύο αδικήματα. Επίσης, το αδίκημα της κατηγορίας 2, με τον Ν. 45(I)/2021, από πλημμέλημα, κατέστη κακούργημα τιμωρούμενο με φυλάκιση μέχρι 12 έτη ή με χρηματική ποινή μέχρι € 100.000 ή και τις δύο ποινές. Οι δύο πιο πάνω πρόσφατες τροποποιήσεις αντανακλούν ακριβώς την αυξημένη σοβαρότητα που ο νομοθέτης ήθελε να προσδώσει στα υπό εξέταση αδικήματα. Έχοντας, λοιπόν, υπόψη τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, τις συνθήκες διάπραξης αλλά και τη νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω, καταλήγουμε ότι αναδύεται, κατ' αρχήν, η ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού και αυστηρού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση βέβαια της ποινής δεν ατονεί, αλλά από την άλλη μεριά δεν μπορεί να εξασθενήσει ή να εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία του κοινωνικού συνόλου και της δημόσιας ασφάλειας εκεί όπου εντοπίζεται σοβαρό πρόβλημα. Η στάθμιση, γενικά, η οποία χρειάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή όπου είναι αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, περιγράφεται με πληρότητα στις υποθέσεις, Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Gholi ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 30, Jovanovic v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 635, Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575 και Θεολόγου ν. Αστυνομίας
(2014)2Β ΑΑΔ 800. Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285, η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Ειδικότερα στην υπόθεση Al Jibouri & Άλλοι ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 143 με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία αναφέρθηκαν τα εξής στη σελίδα 145: «Όταν τα αδικήματα διαπράττονται τόσο συχνά όπως αυτό, τα Δικαστήρια επιβάλλουν ποινές που όχι μόνο τιμωρούν αλλά ταυτόχρονα αποτρέπουν άλλους να διαπράττουν αυτά τα αδικήματα∙ και όταν υπεισέρχεται ο παράγων της αποτροπής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων που στηρίζονται στη θεωρία της εξατομίκευσης της ποινής μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα». Στην υπόθεση Ghouneym v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 99/2016, ημερ. 27.6.2016, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Όσο και να αντιλαμβανόμαστε τα προβλήματα που δημιουργούνται στην οικογένεια του εφεσείοντα και στον ίδιο δεν θεωρούμε ότι υπάρχει δυνατότητα επέμβασης μας αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο ισόρροπα και αιτιολογημένα έλαβε υπόψη τόσο τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα σε συνδυασμό με την παραδοχή του, το λευκό του μητρώο, όσο και ιδιαίτερα το γεγονός ότι δεν είχε οποιονδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη του αδικήματος. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ότι εάν απουσίαζαν αυτά τα στοιχεία, η ποινή θα ήταν αυστηρότερη, ενόψει της ανάγκης να διαφυλαχθεί το αγαθό της δημόσιας ασφάλειας από πράξεις που σκοπόν έχουν να εξαπατήσουν τις αρχές με εγγενείς κινδύνους ως προς τη κοινωνική και οικονομική ευημερία του τόπου». Στην υπόθεση Lapachi v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 235/2020, ημερομηνίας 25.11.2021, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 24 μηνών για το αδίκημα της εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας απαγορευμένου μετανάστη. Μάλιστα τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης ανέτρεχαν σε χρόνο πριν την τροποποίηση του Νόμου, όταν η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή ήταν τα 3 έτη και όχι τα 10 που είναι σήμερα. Εξετάσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλα όσα συνθέτουν την παρούσα υπόθεση. Μέσα από τα γεγονότα προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν τα πρόσωπα που πλοηγούσαν την βάρκα στην οποία επέβαιναν μόνο απαγορευμένοι μετανάστες και γνώριζαν ευθύς εξ αρχής την επικινδυνότητα του ταξιδιού. Προκύπτει, επίσης, ότι όλοι οι επιβαίνοντες, πλην των ιδίων, κατέβαλαν το ποσό των 2.500 δολαρίων για το ταξίδι. Αντιθέτως ο κατηγορούμενος 1 ουδέν ποσό κατέβαλε ενώ ο κατηγορούμενος 2 κατέβαλε το ποσό των 500 δολαρίων. Εξάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είχαν οικονομικό όφελος από το ταξίδι των απαγορευμένων μεταναστών από τη Συρία προς την Κύπρο. Επομένως, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι ήταν μέρη της αλυσίδας της οργανωμένης προσπάθειας παράκαμψης του Νόμου και ενήργησαν αποκομίζοντας οικονομικό όφελος. Πέραν της διάστασης της οργανωμένης προσπάθειας παράκαμψης του Νόμου, αναδύεται και ένα επιπλέον ιδιαίτερα ανησυχητικό στοιχείο. Συγκεκριμένα, προκύπτει ότι ο αριθμός των ατόμων που θα μπορούσαν να επιβιβαστούν στο εν λόγω σκάφος δεν μπορούσε να υπερβαίνει τα οκτώ. Εντούτοις επέβαιναν σε αυτό 58 άτομα. Επομένως, το σκάφος με το οποίο θα παρακαμπτόταν ο Νόμος, ήταν υπερφορτωμένο. Μάλιστα ήταν σε τέτοιο βαθμό υπερφορτωμένο που επηρεάζετο δυσμενώς η πλεύση και η ευστάθεια του, ώστε μετά δυσκολίας ανταποκρινόταν στις προκληθείσες από την υπερφόρτωση και τη θαλασσοταραχή συνθήκες που επικρατούσαν. Ταυτόχρονα, κατά το στάδιο που έσπευσε η αστυνομική άκατος, στο σημείο που έπλεε το σκάφος, αυτό κατακλυζόταν από θαλασσινό νερό, το οποίο μάταια προσπαθούσαν να αδειάσουν με κουβάδες οι επιβαίνοντες. Αποκορύφωμα όλων των πιο πάνω ήταν το γεγονός πως, αφού διασώθηκαν οι 58 επιβαίνοντες, το σκάφος βυθίστηκε λόγω του θαλασσινού νερού που ήδη εισέρρευσε σε αυτό. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος που διέτρεχαν οι επιβαίνοντες στο επίδικο σκάφος δεν ήταν μόνο θεωρητικός. Επομένως, από καθαρή τύχη σώθηκαν οι επιβαίνοντες στο επίδικο σκάφος και δεν προστέθηκαν στον μακρύ κατάλογο των προσώπων που έχασαν τη ζωή τους στη Μεσόγειο. Ο ρεαλιστικός κίνδυνος απώλειας ανθρώπινων ζώων, ο οποίος από καθαρή τύχη αποφεύχθηκε, ήταν εις γνώση των κατηγορούμενων, αφού οι τελευταίοι γνώριζαν ευθύς εξ αρχής για την επικινδυνότητα του εν λόγω ταξιδιού. Έτσι, το γεγονός ότι ανέλαβαν τον κίνδυνο έχοντας μάλιστα και κέρδος, έστω μικρό, από την εν λόγω δραστηριότητα επενεργεί επιβαρυντικά στην επιμέτρηση της ποινής. Σαφώς δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου, η επισήμανση της συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 ότι και αυτός διέτρεξε τον ίδιο κίνδυνο με τους υπόλοιπους επιβαίνοντες. Όμως, αυτός γνώριζε για το ρίσκο που αναλάμβανε και αποκόμισε οικονομικό όφελος από την ανάληψη του. Αντιθέτως η «βάρκα σωτηρίας», ως την χαρακτήρισε η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου 1, κινδύνευσε να καταστεί μοιραία βάρκα για τους υπόλοιπους επιβαίνοντες οι οποίοι δεν προκύπτει να είχαν γνώση των κινδύνων και κατέβαλαν κόμιστρο για το ταξίδι προς αναζήτηση καλύτερης ζωής. Επιπλέον, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων έδωσαν έμφαση στις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων. Η νομολογία έχει κατ' επανάληψη υποδείξει ότι σε αδικήματα, για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι ήσσονος σημασίας. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Παναγιώτου ν. Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540. Λαμβάνουμε επίσης υπ' όψιν την παραδοχή των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο η οποία, με βάση πάγια νομολογία, πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή» (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 208/18, ημερ. 27.11.2019), διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Το πώς αντικρίζονται τα διάφορα στοιχεία σε κάθε υπόθεση, εξαρτάται από τις λεπτομέρειες που τα συνθέτουν (βλ. Chafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Σε περίπτωση κατά την οποία η σύλληψη διενεργείται επ΄ αυτοφώρω, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η σημασία της παραδοχής αμβλύνεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου
(2001)2 ΑΑΔ 438 και Κατσαπάου v. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 388). Δεν παραγνωρίζουμε όμως και τα όσα λέχθηκαν αναφορικά με αυτή την πτυχή στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021, όπου υποδείχθηκε ότι «. η παραδοχή ενός κατηγορουμένου, ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος, είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως απτό στοιχείο μεταμέλειας.». Στην υπό κρίση υπόθεση παρόλο που η πρώτη αντίδραση των κατηγορούμενων ήταν να κρυφτούν, ώστε να μην αποκαλυφθεί ο ρόλος τους, εντούτοις η άμεση παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του, καθότι εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Λαμβάνουμε ακόμη υπόψη το λευκό τους ποινικό μητρώο και ότι δεν υπήρξε παρόμοια παράνομη συμπεριφορά στο παρελθόν από τους κατηγορούμενους 1 και 2, καθώς επίσης και την απολογία και μεταμέλεια τους. Επιπροσθέτως, λαμβάνουμε υπόψη το σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων τους ως αυτά καταγράφονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, καθώς και ό,τι σχετικό προς τον μετριασμό λέχθηκε από τους συνήγορους του. Επιπλέον, ως προς τον κατηγορούμενο 1, λαμβάνουμε υπόψη μας την εκ γενετής αναπηρία που παρουσιάζει στον δεξιό του ώμο, το οποίο στοιχείο λαμβάνεται υπόψη ως προς την έκταση της ποινής. Στον αντίποδα, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι τα επίδικα αδικήματα είχαν ως αποτέλεσμα την αποκόμιση οφέλους, από τη μεταφορά απαγορευμένων μεταναστών δια θαλάσσης με ανασφαλές σκάφος και περιέχουν το στοιχείο της οργανωμένης δράσης με σκοπό να παρακαμφθεί ο Νόμος και επιφέρουν, ως η νομολογία έχει αναγνωρίσει, προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. {βλ., Tabrizi Abolfaze ( ανωτέρω)}. Επιπροσθέτως, ως προς το αδίκημα της 2ης κατηγορίας λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη ότι οι κατηγορούμενοι με την επιλογή τους να μεταφέρουν 56 πρόσωπα με υπερφορτωμένο σκάφος έθεσαν σε πραγματικό κίνδυνο τις ζωές ανθρώπων που το μόνο που προσδοκούσαν ήταν την ευκαιρία να αναζητήσουν μια καλύτερη ζωή. Υπό το φως των πιο πάνω και σύμφωνα με την νομολογία που έχει παρατεθεί ανωτέρω, αναδύεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Περαιτέρω, ένεκα των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στους κατηγορούμενους, τόσο σωρευτικά όσο και μεμονωμένα, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής. Καταληκτικά θα πρέπει να λεχθεί πως σε μια σοβαρή υπόθεση όπως είναι η παρούσα, με πρόδηλη την αναγκαιότητα αποτροπής, δεν μπορεί να αποφευχθεί η επιβολή ποινής φυλάκισης, όσο και να λάβει υπόψη κανείς υπόψη τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας σχετικά με τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες περιστάσεις των κατηγορουμένων, καθώς και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Τέλος, ως προς τη συνολική ποινική μεταχείριση των κατηγορουμένων 1 και 2 λαμβάνουμε υπόψη τον ρόλο ενός εκάστου στην τέλεση των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι. Ως είναι καλά θεμελιωμένο, στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής λαμβάνεται υπόψη και ο βαθμός συμμετοχής και ο ρόλος εκάστου κατηγορουμένου στη τέλεση των αδικημάτων. Σχετικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις Hassan v. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 356, στην Κάττος ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 195 και στη Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 67. Στην υπό κρίση υπόθεση ο κατηγορούμενος 1, ήταν ένας εκ των δύο πλοηγών του επίδικου σκάφους, ο οποίος δέχθηκε και αποδέχθηκε πρόταση από τους διοργανωτές του ταξιδιού να πλοηγήσει τη βάρκα προς την Κύπρο και δεν θα κατέβαλε το αντίτιμο των 2.500 δολαρίων για τη δική του συμμετοχή στο ταξίδι. Ο δε κατηγορούμενος 2 ήταν ο έτερος οδηγός του σκάφους, ο οποίος όμως κατέβαλε κάποιο αντίτιμο έστω μικρό και δεν προκύπτει να είχε απευθείας επαφή με τους διοργανωτές του ταξιδιού. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι επιθεώρησαν το σκάφος και γνώριζαν για την επικινδυνότητα του. Από τα πιο πάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 1 έχοντας άμεση επαφή και εμπλοκή με τους διοργανωτές και μη καταβάλλοντας οποιοδήποτε αντίτιμο είχε πιο ενεργό ρόλο στην όλη δια θαλάσσης μεταφορά, από τον κατηγορούμενο 2, καθώς επίσης και μεγαλύτερο οικονομικό όφελος. Στη βάση των ανωτέρω, αν και θα δικαιολογείτο η επιβολή αυστηρότερης ποινής στον κατηγορούμενο 1, εντούτοις η εκ γενετής σωματική του αναπηρία, επενεργεί μετριαστικά με τέτοιο τρόπο, ώστε στο τέλος να δικαιολογείται η επιβολή ταυτόσημης ποινής και στους δυο κατηγορουμένους. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντες, εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλουμε στους κατηγορούμενους 1 και 2 τις ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 1 : ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών. Στην Κατηγορία 2 : ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών. Οι ποινές να συντρέχουν. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ155, η ποινή φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι βρίσκονται σε προφυλάκιση. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν.Α.Π Γεωργιάδης Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο