ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Α κ.α., Υπόθεση Αρ.: 10052/22, 12/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2022:12 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 10052/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v.
- Α.Α
- Β.Β Κατηγορουμένων Ημερ.: 12 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κ. A. Αναστασίου Για τον Κατηγορούμενο 2: O κ. Χ. Δημητρίου Κατηγορούμενοι 1 και 2, παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού τρείς κατηγορίες. Συγκεκριμένα κατηγορούνται για το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια κατά παράβαση των άρθρων 2,4
(4)δ του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, ΚΕΦ. 54 και του άρθρου 20 του Κεφ. 154 (1η κατηγορία), για το αδίκημα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α, κατά παράβαση των άρθρων 2,4
(1)και 51 καθώς και του Πρώτου Παραρτήματος του Περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων όπλων Νόμου 113
(1)/2004, όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του ΚΕΦ. 154 (2η κατηγορία) και για το αδίκημα της κατοχής και μεταφοράς πυρομαχικών πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α, κατά παράβαση των άρθρων 2,4
(1), 6
(1)και 51, καθώς και Πρώτου Παραρτήματος του Περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων όπλων Νόμου 113
(1)/2004 όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Κεφ.154 (3η κατηγορία). Σύμφωνα δε με το Κατηγορητήριο οι Κατηγορούμενοι στις 26.10.2021 κατείχαν και μετέφεραν ένα πυροβόλο όπλο Κατηγορίας Α και εννέα πλήρη φυσίγγια πυροβόλου όπλου με την εκρηκτική τους ύλη. Ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε την 2η κατηγορία ενώ δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες 1 και
- Ο Κατηγορούμενος 2 δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες. Έτσι, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση για τις κατηγορίες 1 και 3 ως προς τον Κατηγορούμενο 1 και για όλες τις κατηγορίες ως προς τον Κατηγορούμενο
- Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έγκειται στο ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 στις 26.10.2021 κατείχαν και μετέφεραν ένα αυτόματο πυροβόλο όπλο και εννέα
(9)φυσίγγια πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α, μαζί με την εκρηκτική τους ύλη. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Η πλευρά του Κατηγορουμένου 1, σε αρμονία με το ότι παραδέχθηκε τη κατηγορία περί μεταφοράς πυροβόλου όπλου, αμφισβήτησε μόνο το ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε γνώση περί της ύπαρξης των εννέα
(9)φυσιγγίων. Η πλευρά του Κατηγορούμενου 2 αμφισβήτησε την εμπλοκή του τελευταίου στην υπόθεση. ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ, Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν τρεις συνολικά μάρτυρες. Συγκεκριμένα, ως ΜΚ1 κατέθεσε ο Λοχ. 349 Π. Αβραμίδης, ως ΜΚ 2 η αστυφύλακας Β. Σαουρή και ως ΜΚ3 ο Δ.Δ. Παράλληλα, στην παρούσα υπόθεση δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα και ταυτόχρονα κατατέθηκε σειρά τεκμηρίων από κοινού χωρίς αμφισβήτηση. Επειδή, εκ των κατατεθειμένων τεκμηρίων μόνο ένα κατατέθηκε με ρητή δήλωση ότι κατατίθεται για την αλήθεια του περιεχομένου του, θα προχωρήσουμε πρώτα με την παράθεση των παραδεκτών γεγονότων και ακολούθως με την καταγραφή των Τεκμήριων που έχουν κατατεθεί από κοινού. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν τα ακολούθα γεγονότα ως παραδεκτά, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: «Στις 26.10.2022 και περί ώρα 23:50 οι Αρχιαστυφ.299 K. Κυριάκου, Αστυφ.1155 Μ. Στεφάνου και Αστυφ.4115 Β. Σαουρή μετέβηκαν στον χώρο στάθμευσης του υποστατικού Moments Hall όπου βρισκόταν σταθμευμένο, με ξεκινημένη την μηχανή, το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής { }και ο 1ος κατηγορούμενος καθόταν στην θέση του οδηγού. Σε έρευνα που ακολούθησε στο αυτοκίνητο, περί τις 00:05 της 27.10.22, εντοπίστηκε στο καπό του πιο πάνω αυτοκινήτου ένα σεντόνι μέσα στο οποίο υπήρχε τυλιγμένο νάιλον μπλε πλαστικό σακούλι και πάνω σε αυτό κολλημένο με κολλητική ταινία κίτρινο σακούλι. Μέσα στο μπλε σακούλι υπήρχε ένα αυτόματο πυροβόλο όπλο, G3 A4 με αριθμό 7061190, χωρίς φλωγοκρύπτη (sic), σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση και εννέα πλήρη χρησιμοποιήσιμα φυσίγγια διαμετρήματος 7,62, κατάλληλα για το αυτόματο πυροβόλο όπλο G3 A4. Tα φυσίγγια ήταν τυλιγμένα μέσα σε διαφανή νάιλον μεμβράνη. Μέσα στο κίτρινο σακούλι υπήρχε μια κενή γεμιστήρα κατάλληλη για το πυροβόλο όπλο G3 A4, τυλιγμένη σε διαφανή νάιλον μεμβράνη.» Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι, γεγονός που δηλώνεται ως παραδεκτό αποτελεί όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο σε ουσιαστικό δεδομένο. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις, Ανδρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498 και Ihab Im Sbaih v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 188/2014, ημερομηνίας 17.7.
- Συνεπώς, εκλαμβάνουμε ως ουσιαστικά δεδομένα τα παραδεκτά γεγονότα και προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα. ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΠΟΥ ΚΑΤΑΤΕΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ Επιπλέον, κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στο στάδιο που δηλώθηκαν και παραδεκτά γεγονότα κατατέθηκαν τα ακόλουθα Τεκμήρια, τα οποία εντάχθηκαν στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού προς αξιολόγηση: Ως Τεκμήριο 1 κατατέθηκε δέσμη εκ 18 φωτογραφιών αποτελούμενη από φωτογραφίες τις οποίες έλαβε ο Αστ.2702 στις 27.10.21 στην σκηνή εντοπισμού των τεκμηρίων στο αυτοκίνητο αρ. εγγραφής { }. Ως Τεκμήριο 2 κατατέθηκε δέσμη εκ 19 φωτογραφιών αποτελούμενη από φωτογραφίες των τεκμηρίων (όπλο, γεμιστήρα και φυσίγγια) τις οποίες έλαβε ο Αστ.1766 Κ. Μουττάς στις 27.10.21 στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας. Ως Τεκμήριο 3 κατατέθηκε δέσμη εκ 30 φωτογραφιών αποτελούμενη από φωτογραφίες υποδείξεων σκηνών τις οποίες έλαβε ο Αστ.1766 Κ. Μουττάς στις 27.10.
- Ως Τεκμήριο 4 κατατέθηκε η κατάθεση του Αστ.1779 Φλώρου Ηλία, με τη δήλωση των συνηγόρων ότι γίνεται δεκτή για την αλήθεια του περιεχομένου της. Ως Τεκμήρια 5, 6 και 7 κατατέθηκαν οι καταθέσεις του Κατηγορούμενου 1 ημερομηνίας 27.10.201, 31.10.2021 και 1.11.2021 αντίστοιχα. Ως Τεκμήριο 8 κατατέθηκε η κατάθεση του Κατηγορουμένου 2, ημερομηνίας 6.11.
- Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω θα προχωρούμε με συνοπτική παράθεση της υπόλοιπης μαρτυρίας και με την και αξιολόγηση αυτής. ΑΡΧΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ Η αξιολόγηση όλων των μαρτύρων έγινε σύμφωνα με τις πάγιες και διαχρονικές αρχές όπως καθιερώθηκαν από τη νομολογία, την οποία παραθέτουμε πιο κάτω. Στην Πελεκάνου v Πελεκάνου
(1999)1Β ΑΑΔ 1273 στις σελ. 1280 - 1281 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.» Στην Ομήρου v Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 530: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Μέρος μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, δεν μπορεί να απορρίπτεται χωρίς την παροχή αιτιολογίας με μέτρο κρίσης το συμπέρασμα για την αξιοπιστία άλλου μάρτυρα το οποίο - συμπέρασμα - ήταν το αποτέλεσμα της έντονης πεποίθησης του Δικαστηρίου ότι ο τελευταίος είπε την αλήθεια». Στην Ευαγγέλου v Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 371, ειπώθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 378: «Είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε πρόσφατα (δες: Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 A.A.Δ. 71) πως η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και στο περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Η αρχή αυτή έχει μεγαλύτερη δύναμη στην ποινική δίκη όπου η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σε αντίθεση με την πολιτική δίκη στην οποία ο ενάγων αποδεικνύει την υπόθεση του στο ισοζύγιο της πιθανότητας να έχει δίκαιο στην αξίωση του.» Πρέπει να αναφερθεί ότι η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο (βλ. υπόθεση Παύλου v Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68, 72 - 73). Μικρές διαφορές στη μαρτυρία είναι φυσικό να υπάρχουν (βλ. Πέτρου κ.α. v Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 76, 82 και Χ"Δημητρίου v Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 104, 118). Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Παπακόκκινου κ.α. v Κουρέα κ.α.
(2002)1Γ ΑΑΔ 1833, 1846 - 1847) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Η αποδοχή μέρους μαρτυρίας και η απόρριψη άλλου, ενός μάρτυρα, δεν αποτελεί διάβημα μεμπτό ή αντινομικό. Απεναντίας, το δικαίωμα ανάγεται στην ευχέρεια αξιολόγησης της μαρτυρίας και της δυνατότητας ορθής αποτίμησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο (βλ. Georghiades v The Police
(1985)2 CLR 56, 63, Kades v Nikolaou and Another
(1986)1 CLR 212, 216, Agapiou v Panayiotou
(1988)1 CLR 257, 263, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207, 213, Καρεκλά v Κλεάνθους
(1997)1Β ΑΑΔ 1199, 1202, Ιωάννου v Κουννίδη
(1998)1Γ ΑΑΔ 1215, 1224, Mustafa v Κακούρη κ.ά
(2002)1Α ΑΑΔ 165, 173 και Αντωνίου v Χρίστου
(2006)1Β ΑΑΔ 888, 895). Μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στον Δικαστήριο (βλ. Κουδουνάρης v Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320, 322, Ξυδιάς v Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 217, 227 και Γιαννίδης v Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 143, 155) και δεν αναμένεται ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα πρέπει να συνάδει απόλυτα με την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων. Οι διαφορές στη μαρτυρία είναι αναπόφευκτες (βλ. Τυμπιώτης v Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612, 629). Για να κριθεί ένας μάρτυρας αναξιόπιστος θα πρέπει η μαρτυρία του να είναι τέτοια που να δημιουργεί ρήγμα στην υπόθεση και να είναι ουσιαστικής μορφής που να πλήττει καίρια την αξιοπιστία του ή να φανερώνει διάθεση να ψευσθεί. Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνει τη μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Ομήρου v Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98, 101, Χριστοδούλου v Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 449, 452, Νικολάου v Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, 408 και Δημητρίου v Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 326, 349). Η ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Στην υπό κρίση υπόθεση δόθηκε μαρτυρία σε σχέση με τις ανακριτικές ενέργειες που έλαβαν χωρά και με τα γεγονότα που άπτονταν της μεταφοράς της μπλε νάιλον σακούλας στην οποία εντοπίστηκε το πυροβόλο όπλο και τα εννέα φυσίγγια. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΠΟΥ ΕΛΑΒΑΝ ΧΩΡΑ Σε σχέση με τις ανακριτικές ενέργειες που έλαβαν χώρα προς διαλεύκανση της υπόθεσης σχετική είναι η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ
- Επίσης σχετική είναι η κατάθεση του Αστ1779 Φ. Ηλία, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4, με τη δήλωση των συνηγόρων ότι γίνεται δεκτή για την αλήθεια του περιεχομένου της. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεση του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτή αναφέρεται στις ανακριτικές του ενέργειες. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο 9 έντυπο υποδείξεων σκηνών. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 1 δήλωσε ότι ήταν ο επικεφαλής της ανακριτικής ομάδας. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 2 αναφέρθηκε στο εάν παρακολουθείται από κάμερες ασφαλείας η οικία όπου διαμένει ο Κατηγορούμενος
- Δήλωσε σχετικά ότι η εν λόγω οικία φρουρείται από αστυνομικούς. Τέλος ανέφερε ότι η εν λόγω οικία περιλαμβάνετο στις υποδείξεις σκηνών. Ως προς τις ανακριτικές ενέργειες που έλαβαν χώρα μαρτυρία έδωσε και η ΜΚ
- Η ΜΚ 2 υιοθέτησε τη κατάθεση της, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Σε αυτή αναφέρεται στις συνθήκες εντοπισμού του Κατηγορούμενου 1 καθώς και στην σύλληψη και ανάκριση του. Επίσης αναγνώρισε και περιέγραψε τις φωτογραφίες 1 και 3 του Τεκμηρίου
- Δήλωσε ότι κατά τον χρόνο που συνελήφθη ο Κατηγορούμενος 1 στον χώρο στάθμευσης του υποστατικού Moments Hall, η ίδια τον ανέκρινε προφορικά, αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο. Κατά την προφορική του ανάκριση ο Κατηγορούμενος 1 δέχθηκε ότι τρεις μέρες πριν τη σύλληψη του συναντήθηκε με τον ΜΚ3 και του υποδείχθηκε το σπίτι που θα γινόταν η εγκληματική ενέργεια, δηλαδή θα πυρπολείτο το όχημα που βρισκόταν σταθμευμένο έξω και θα πυροβολούσαν στην οικία. Ανακρινόμενος, επίσης, δήλωσε ότι μπορεί να υποδείξει την εν λόγω οικία, πράγμα που έπραξε στις 27.10.2021 στο πλαίσιο της διαδικασίας υπόδειξης σκηνών. Κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 1 αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της προφορικής ανάκρισης του Κατηγορουμένου 1, κατά το στάδιο της σύλληψης. Επίσης, δέχθηκε ότι η ίδια ακούμπησε το όπλο που ανευρέθηκε. Κατά την αντεξέταση της, από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 2, με αναφορά στη φωτογραφία 9 του Τεκμηρίου 1 δήλωσε ότι η ίδια είδε το όπλο τυλιγμένο σε σεντόνι. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΗ ΤΗΣ ΜΠΛΕ ΝΑΙΛΟΝ ΣΑΚΟΥΛΑΣ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΕΝΤΟΠΙΣΤΗΚΑΝ ΤΟ ΠΥΡΟΒΟΛΟ ΟΠΛΟ ΚΑΙ ΤΑ ΕΝΝΕΑ ΦΥΣΙΓΓΙΑ Σε σχέση με τα πιο πάνω, μαρτυρία έδωσε ο ΜΚ
- Ο ΜΚ3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τις καταθέσεις του ημερομηνίας 13.11.2021 και 14.11.2021 αντίστοιχα. Οι εν λόγω καταθέσεις σημειώθηκαν ως Έγγραφα Γ
(1)και Γ
(2)αντίστοιχα. Στην κατάθεση του Έγγραφο Γ
(1)αναφέρεται στις ενέργειες που ό ίδιος προέβη κατόπιν οδηγιών του Κατηγορουμένου 2, όπως το ότι σε κάποιο στάδιο μετάφερε τον Κατηγορούμενο 1 να δει την κατοικία επί της οδού { }. Επίσης, αναφέρθηκε στα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν την 26η.10.2021, και σχετίζονταν με τη λήψη οδηγιών από τον Κατηγορούμενο 2 για τον εντοπισμό και παραλαβή της μπλε νάιλον σακούλας, εντός της οποίας αργότερα υποψιάστηκε ότι περιέχετο ένα όπλο. Μόλις το παρέλαβε επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο 2, μέσω της εφαρμογής «what's up» για να τον καθοδηγήσει να φύγει από αλλά δρόμο. Σε ερώτηση προς τον Κατηγορούμενο 2 για το περιεχόμενο της σακούλας, ο τελευταίος του υπέδειξε να μην ρωτά πολλά. Όταν ο ΜΚ3 ανέφερε στον Κατηγορούμενο 2 ότι θα του έφερνε την σακούλα που παρέλαβε, ο τελευταίος του απάντησε τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: «ρε μα είσαι κουτός έχει μαϊμού μεστον εγκέφαλο?» Ακολούθως ο Κατηγορούμενος 2 ενημέρωσε τον ΜΚ3 ότι θα τον έπαιρνε κάποιος τηλέφωνο. Ακολούθως έλαβε τηλεφώνημα από τον Κατηγορούμενο 1 και διευθέτησαν την συνάντηση στον χώρο στάθμευσης της φρουταρίας Eurofresh στην Αραδίππου. Στην κατάθεση του Έγγραφο Γ
(2)αναφέρθηκε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στα γεγονότα που προηγήθηκαν της υπόδειξης της κατοικίας επί της οδού { } από τον ίδιο προς τον Κατηγορούμενο
- Συγκεκριμένα δήλωσε ότι περίπου 5 μέρες πριν δώσει το νάιλον σακούλι στον Κατηγορούμενο 1, συναντήθηκε με τον Κατηγορούμενο 2 στα φούτσαλ του Αγίου Γεωργίου. Σε κάποιο στάδιο ο Κατηγορούμενος 2 του ανέφερε τα ακόλουθα «ρε πόψε εν να θέλω να βρεθείς με έναν κοπελούι στο πάρκινγκ της Ανόρθωσης». Το βράδυ της ίδιας ημέρας μετέβη στον χώρο στάθμευσης της Ανόρθωσης, επειδή ο Κατηγορούμενος 2 του το ζήτησε με απειλητικό ύφος. Ακολούθως αναφέρθηκε και στο σύνολο των ενεργειών του κατά την 26η.10.
- Ειδικότερα, περιέγραψε με λεπτομέρεια τις οδηγίες του Κατηγορούμενου 2, ο οποίος τον καθοδηγούσε με πλήρη ακρίβεια στο σημείο που βρισκόταν το σακούλι. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 1 δέχθηκε ότι αντιμετωπίζει και ο ίδιος κατηγορίες ως προς τα γεγονότα που εξιστορεί στις καταθέσεις του και αναφέρθηκε στους λόγους για τους οποίους δεν έχει παραδεχθεί. Επίσης αναφέρθηκε στα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τη συνάντηση του με τον Κατηγορούμενο 1 στον χώρο στάθμευσης της φρουταρίας Eurofresh στην Αραδίππου. Δήλωσε τέλος ότι ο ίδιος δεν υποψιάστηκε οτιδήποτε για την ύπαρξη σφαιρών. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 2 κατατέθηκε το κατηγορητήριο που ο μάρτυρας αντιμετωπίζει στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 10561/21 του Ε/Δ Λάρνακος, ως Τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε ότι ευθύς εξ αρχής η πρόθεση του ήταν να παραδεχθεί τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Υποβλήθηκε στον ΜΚ3 ότι κατά τον χρόνο που ήταν στο όχημα με τον Κατηγορούμενο 1, για να του υποδείξει την κατοικία, επί της οδού { }, ο Κατηγορούμενος 2 δεν επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του. Στην πιο πάνω υποβολή ο ΜΚ3 δήλωσε ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν δίπλα του. Αναφέρθηκε, επίσης, στο στάδιο που έδωσε τη δεύτερη του κατάθεση και διευκρίνισε ότι την έδωσε κατά τον χρόνο που τελούσε υπό κράτηση στα κρατητήρια Αθηένου. Διευκρίνισε ότι ο ίδιος παρέλαβε μια μπλε νάιλον σακούλα την οποία παρέδωσε χωρίς να τοποθετήσει οτιδήποτε σε αυτή ή να την τυλίξει σε κάποιο σεντόνι. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, στους λόγους που τον ώθησαν να πιστεύει ότι η μπλε νάιλον σακούλα περιείχε κυνηγετικό όπλο. Δήλωσε δε ότι δεν γνώριζε πως σε αυτή περιέχετο στρατιωτικό τυφέκιο και φυσίγγια. Επιπλέον, δέχθηκε ότι δεν συνεννοήθηκε με τον Κατηγορούμενο 2, ώστε να τον βοηθήσει να διαπράξει κάποιο αδίκημα. Επιπροσθέτως, αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες έδωσε την πρώτη του κατάθεση προσδιορίζοντας ότι την έδωσε κατά τον χρόνο που τελούσε υπό κράτηση. Εξετάσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία που παρατέθηκε ενώπιον μας και την οποία συνοψίσαμε πιο πάνω, έχοντας πάντα υπόψη ότι η αξιολόγηση λαμβάνει χώρα επί σημείων που αφορούν τα επίδικα θέματα και μόνο. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή, Ποινική Έφεση αρ. 287/2015, ημερομηνίας 11.5.
- Συνακόλουθα, θα προχωρήσουμε με αξιολόγηση της μαρτυρίας μόνο επί των σημείων που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και δεν καλύπτονται από τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΠΟΥ ΕΛΑΒΑΝ ΧΩΡΑ Ο ΜΚ1 ήταν ο επικεφαλής της ανακριτικής ομάδας και η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί. Πέραν από το ότι επί της ουσίας η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί, οι θέσεις του ως προς το ότι έλαβαν χώρα υποδείξεις σκηνών συνάδουν με το Τεκμήριο
- Συνεπώς, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του. Η μαρτυρία της ΜΚ2 ήταν σταθερή, πειστική και επί της ουσίας δεν έχει αμφισβητηθεί. Επιπλέον, η θέση της ότι η μπλε νάιλον σακούλα που εντοπίστηκε στο όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 1, ήταν τυλιγμένη με σεντόνι συνάδει με τα ενώπιον μας παραδεκτά γεγονότα. Περαιτέρω, οι αναφορές της περί το ότι ανέκρινε προφορικά τον Κατηγορούμενο 1, αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο δεν έχουν αμφισβητηθεί. Περαιτέρω δεν έχουν αμφισβητηθεί οι αναφορές της ως προς το περιεχόμενο των απαντήσεων του Κατηγορουμένου
- Για τους πιο πάνω λόγους αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της ΜΚ
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΠΛΟΚΗ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ 2 Ερχόμενοι τώρα στον ΜΚ3, λόγω της συμμετοχής του στη διάπραξη των αδικημάτων, κρίνουμε αυτόν ως μάρτυρα συνεργό και ως εκ τούτου εξετάσαμε τη μαρτυρία του υπό το πρίσμα των αρχών που παραθέτουμε κατωτέρω, ως προς την αξιολόγηση μαρτυρίας συνεργού. Ως η νομολογία υποδεικνύει έναυσμα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας συνεργού είναι η αποτίμηση της αξιοπιστίας του, ενώ δεδομένη είναι η δυνατότητα αποδοχής της μαρτυρίας του συνεργού χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας. Σχετικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 176/2016, ημερομηνίας 23.11.2018 και Γεωργίου κ.ά ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 38/2019, 50/2019, ημερομηνίας 20.1.
- Περαιτέρω, ως έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Αλεξάνδρου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 152/2017, ημερομηνίας 20.6.2022: «Επανερχόμαστε στα όσα ισχύουν για την αξιολόγηση μαρτυρίας συναυτουργού. Ουκ ολίγες φορές έχει λεχθεί ότι η μαρτυρία ενός σπιλωμένου μάρτυρα ή ακόμη και ενός μάρτυρα καταδίκου δεν σημαίνει εκ προοιμίου ότι αυτή είναι προϊόν ψεύδους ή ανειλικρίνειας (Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας
(2015)2(Α) ΑΑΔ, 161 και Έλλη Κρασοπούλη Σκορδέλλη κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 101/13 (σχ. με 102/13, 103/13 και 104/13), απόφαση ημερ. 6.6.2016). Μάλιστα δεν είναι λίγες οι φορές που η μαρτυρία συναυτουργού έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο παρόλο που στη μαρτυρία του υπήρχαν αδυναμίες (Γερμανός κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ, 525 και Χριστόδουλος Χριστοδούλου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 210/14 (σχ. με 211/14), απόφαση ημερ. 19.7.2017). Και τούτο, γιατί κριτής των αδυναμιών είναι το Πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να δει και να παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Να επαναλάβουμε πως το Κακουργιοδικείο καταγράφει στην απόφαση του, αφού έθεσε ενώπιον του το είδος, την ποιότητα, το εύρος, τη δύναμη και την πειστικότητα της μαρτυρίας του Μ.Κ. 7 (την οποία είχε προηγουμένως παραθέσει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια) και αφού προειδοποίησε τον εαυτό του για τους κινδύνους αποδοχής της μαρτυρίας του χωρίς ενίσχυση, πως μπορούσε να βασιστεί, με απόλυτη ασφάλεια, στη μαρτυρία του και χωρίς αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Η αυτοκαθοδήγηση στην οποία προέβη το Κακουργιοδικείο είναι ορθή (Petrosyan v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ, 90). Το Κακουργιοδικείο βεβαίως έψαξε να εντοπίσει, και εντόπισε, ενισχυτική μαρτυρία, χωρίς αυτό να σημαίνει πως είχε οποιεσδήποτε αμφιβολίες σε σχέση με την δύναμη ή την πειστικότητα της μαρτυρίας του Μ.Κ. 7. Όπως λέχθηκε στη Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ, 221, «. Η θέση ότι μπορούσε να το πράξει αυτό χωρίς ενισχυτική μαρτυρία είναι βέβαια ορθή. Ταυτόχρονα όμως και εκ του περισσού προχώρησε να εντοπίσει ενισχυτική μαρτυρία, πρακτική η οποία έχει εξηγηθεί και στις υποθέσεις Καϊλής ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ, 251 και Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ, 766. Τέτοια πρόσθετη ενισχυτική μαρτυρία δεν συνεπάγεται την ύπαρξη εγγενών ή ενδόμυχων αμφιβολιών ως προς την ενοχή στη σκέψη του Δικαστηρίου». Το Κακουργιοδικείο προσέγγισε ορθά τη μαρτυρία του Μ.Κ. 7 καθοδηγούμενο από τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας συναυτουργού. Προειδοποίησε τον εαυτό του για τους κινδύνους που ενέχει η αποδοχή της μαρτυρίας του λόγω της ανάμειξης του στο έγκλημα και κατέληξε ότι ο Μ.Κ. 7 είπε την αλήθεια. Δεν βρίσκουμε ότι έχει προβληθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος για να παραμεριστεί αυτό το εύρημα του (Καύκαρος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ, 51)». Στο σύγγραμμα, Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές (2η έκδοση Hippasus Publishing, Λευκωσία 2016) στις σελ. 540 - 541, συνοψίζονται οι εν λόγω αρχές αξιολόγησης μαρτυρίας συνεργού ως ακολούθως: «Ο ευρύτερος καθορισμός των αρχών που διέπουν την αποδοχή μαρτυρίας σύνεργού έγινε στην Zacharia v. The Republic
(1962)CLR 52, από την οποία προκύπτει ότι: (
- i)Όταν το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία μάρτυρα που μπορεί να είναι ή να μην είναι συνεργός, οφείλει πρώτα να αποφασίζει αν ο μάρτυς είναι συνεργός. (
- ii)Όταν ο μάρτυς είναι προφανώς συνεργός ή το Δικαστήριο τον θεωρεί ως τέτοιο, το επόμενο ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο, αξιολογώντας την αξιοπιστία του, το Δικαστήριο είναι ή δεν είναι διατεθειμένο να βασιστεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση για σκοπούς καταδίκης. Σχετικώς με αυτό, το Δικαστήριο έχει νομική υποχρέωση να αυτοϋπενθυμίζεται ότι ένας συνεργός είναι σπιλωμένος μάρτυς του οποίου η μαρτυρία μπορεί να επηρεάζεται από τη σχέση του με το έγκλημα και ότι, επομένως, είναι επικίνδυνο να βασιστεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση. (iii) Όταν, παρά μια τέτοια αυτοπροειδοποίηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να δεχθεί τη μαρτυρία του συγκεκριμένου τούτου σύνεργού και αισθάνεται ότι μπορεί με σιγουριά να βασιστεί σε αυτή χωρίς ενίσχυση για σκοπούς καταδίκης, έχει από τον νόμο δικαίωμα να το πράξει νοουμένου ότι η υπόθεση δεν ανήκει στην κατηγορία των περιπτώσεων όπου η ενίσχυση απαιτείται από τον ίδιο τον νόμο, ανεξαρτήτως από τη συμμετοχή του μάρτυρα στο έγκλημα. (
- iv)Αν το Δικαστήριο αισθάνεται ότι δεν θα ήταν διατεθειμένο να βασιστεί στη μαρτυρία συνεργού χωρίς άλλο στήριγμα, αναζητεί ενίσχυση από ανεξάρτητη μαρτυρία (ξεχωριστή από τη μαρτυρία άλλου συνεργού η οποία όχι μόνο να στηρίζει την εκδοχή του σύνεργού σχετικώς με τη διάπραξη του αδικήματος αλλά και να συνδέει ή να τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα.» Σχετική είναι επίσης η Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας, (ανωτέρω): «Η ορθή προσέγγιση του θέματος είναι διαφορετική από αυτό που το Κακουργιοδικείο κατέγραψε ως απορρέουσα από τη νομολογία. Όπως υποδεικνύουν οι πιο πάνω αυθεντίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η δυνατότητα αποδοχής της μαρτυρίας συνεργού χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας είναι δεδομένη. Από την οδηγούσα αυθεντία στην Davies v. D.P.P.
(1954)AC 378, αναγνωρίστηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων ότι όπου συνεργός δίδει μαρτυρία υπέρ της κατηγορούσας αρχής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να προειδοποιήσει τους ενόρκους ότι παρά το γεγονός ότι είναι δυνατή η καταδίκη στη βάση της μαρτυρίας αυτής είναι επικίνδυνο να χωρήσει τέτοια καταδίκη χωρίς ενίσχυση. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα των Roberts και Zuckerman: "Criminal Evidence", σελ. 480-482, η ανάγκη για την προειδοποίηση στις περιπτώσεις συνεργών σε αντίθεση με τις υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων ή της μαρτυρίας παιδιών, δεν βασίζεται σε στερεότυπα τεκμήρια αναξιοπιστίας. Η ανάγκη για προειδοποίηση στηρίζεται στο γεγονός ότι ένας συνεργός πιθανόν να επιθυμεί να αποενοχοποιήσει τον εαυτό του ή να επιδιώκει να τύχει ευνοϊκότερης μεταχείρισης από την κατηγορούσα αρχή βοηθώντας την να καταδικάσει άλλους συμμετέχοντες στο αδίκημα και σε αυτή την προσπάθεια δυνατό να υπερβάλλει ως προς την ευθύνη των υπολοίπων ή ακόμη και να εμπλέξει αθώα μέρη. Είναι εύκολο για τον συνεργό που είναι γνώστης των γεγονότων του εγκλήματος να κατασκευάσει μαρτυρία για την ανάμειξη άλλων προσώπων που θα είναι δύσκολο να αποδειχθεί μη πειστική. Και βεβαίως ένας συνεργός είναι εκ προοιμίου και με ομολογία δική του εγκληματίας, ούτως ώστε η αξιοπιστία του είναι, κατ΄ ελάχιστον, ανοικτή σε αμφισβήτηση. Παρουσιάζεται έτσι ότι η έννοια του συνεργού στο ποινικό δίκαιο έχει αποδειχθεί προβληματική και έχει δώσει την αφορμή για την ανάγκη ενίσχυσης εξ αιτίας του γεγονότος ότι η συνέργεια αναπτύχθηκε με σκοπό την απόδοση ποινικής ευθύνης παρά για σκοπούς αποδεικτικής αξίας. Η ορθή λοιπόν αντιμετώπιση της μαρτυρίας συνεργού θα πρέπει να έχει έναυσμα την καθ΄ αυτό αποτίμηση του αξιόπιστου ή μη της μαρτυρίας του. Εάν ο συνεργός κρίνεται κατά βάση ως αξιόπιστος μάρτυρας από το Δικαστήριο, ή, τους ενόρκους στην Αγγλία, τότε τυχόν στοιχεία άλλης μαρτυρίας που τείνουν να ενισχύσουν το αξιόπιστο μπορούν να αναζητηθούν, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο. Είναι λάθος, όμως, να κρίνεται το αξιόπιστο της μαρτυρίας ενός συνεργού είτε στη βάση ενισχυτικής μαρτυρίας είτε ως σφαιρική αντιμετώπιση του θέματος». (βλ. επίσης Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.α. ν Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 658) Υπό το πιο πάνω πρίσμα εξετάσαμε τη μαρτυρία του ΜΚ3 με ιδιαίτερη προσοχή, επιμέλεια, επιφυλακτικότητα, καχυποψία, υπενθυμίζοντας συνεχώς τους εαυτούς μας ότι πρόκειται για ένα σπιλωμένο μάρτυρα του οποίου η μαρτυρία μπορεί να επηρεάζεται από τη σχέση του με το έγκλημα και υπενθυμίζοντας και προειδοποιώντας εαυτούς συνεχώς κατά την διαδικασία της αξιολόγησης του ότι ως συνεργός πιθανόν να επιθυμεί να απενοχοποιήσει τον εαυτό του, έστω και αν είπε ότι θα παραδεχθεί τις ίδιες κατηγορίες που αντιμετωπίζει σε άλλο ξεχωριστό κατηγορητήριο ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, ή να επιδιώκει να τύχει ευνοϊκότερης μεταχείρισης από την Κατηγορούσα Αρχή, βοηθώντας την να καταδικάσει τους άλλους συμμετέχοντες στα αδικήματα. Συνολικά, ο ΜΚ3 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του επί των ουσιωδών γεγονότων δεν έχει αμφισβητηθεί. Συγκεκριμένα ο βασικός του ισχυρισμός ότι, κατόπιν οδηγιών του Κατηγορουμένου 2, μετέβη σε συγκεκριμένο χωράφι για να παραλάβει μια νάιλον σακούλα δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Επίσης, δεν υποβλήθηκε στον μάρτυρα οποιαδήποτε θέση της υπεράσπισης ως προς τον πιο πάνω ισχυρισμό, ώστε ο μάρτυρας να έχει τη δυνατότητα να τοποθετηθεί. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527 και η σχετικά πρόσφατη απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Έχουμε βέβαια υπόψη μας ότι όπως λέχθηκε στην απόφαση Προδρόμου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, «ο εν λόγω κανόνας έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής στις πολιτικές παρά στις ποινικές υποθέσεις». Παρά ταύτα και στο πλαίσιο των ποινικών υποθέσεων τυχόν παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους σημείου έχει κριθεί ότι αφήνει αλώβητη τη σχετική μαρτυρία του μάρτυρα επί του συγκεκριμένου σημείου. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση Παπαεπιφανείου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 16/2021, ημερομηνίας 19.10.2021. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η Υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ
- Συνεπώς, ο ισχυρισμός του ΜΚ3 ότι, κατόπιν οδηγιών του Κατηγορουμένου 2, παρέλαβε την μπλε νάιλον σακούλα έμεινε αλώβητη και ως εκ τούτου γίνεται δεκτή. Παράλληλα, η αναφορά του ως προς το ότι κατά τον χρόνο που εντόπισε την μπλε νάιλον σακούλα ρώτησε τον Κατηγορούμενο 2 για το περιεχόμενο της και ο τελευταίος τον προέτρεψε να μην ρωτά πολλά δεν έχει αμφισβητηθεί. Επιπροσθέτως, η αναφορά του πως, όταν εξέφρασε την πρόθεση να παραδώσει τη μπλε νάιλον σακούλα στο σπίτι του Κατηγορουμένου 2, ο τελευταίος αντέδρασε αρνητικά με χαρακτηριστικό τρόπο δεν έχει αμφισβητηθεί. Επίσης, η αναφορά του ότι την μπλε νάιλον σακούλα που παρέλαβε την παρέδωσε στον Κατηγορούμενο 1 και ότι αυτή τοποθετήθηκε στο καπό του οχήματος του τελευταίου δεν έχει αμφισβητηθεί. Το γεγονός ότι η πιο πάνω συνάντηση έγινε στον χώρο στάθμευσης της φρουταρίας «Eurofresh» στην Αραδίππου επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί. Όλες οι πιο πάνω αναφορές άπτονταν ουσιωδών σημείων της μαρτυρίας του ΜΚ3 και η μη αντεξέταση επ' αυτών, έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας, αφήνει τη σχετική μαρτυρία αλώβητη. Συνακόλουθα, προβαίνουμε και για τα πιο πάνω σε αντίστοιχα ευρήματα. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν ανέφερε πως η μπλε νάιλον σακούλα τυλίχθηκε σε σεντόνι δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του, αφού σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα εντός του καπό του οχήματος του Κατηγορουμένου βρέθηκε μια μπλε νάιλον σακούλα. Υπενθυμίζεται ότι τα γεγονότα που δηλώνονται ως παραδεκτά και εγκρίνονται από το Δικαστήριο, ανάγονται σε δεδομένα. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Αντρέα κ.ά ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Επομένως το εάν ο ίδιος παρέδωσε τη μπλε νάιλον σακούλα τυλιγμένη σε σεντόνι ή όχι δεν μεταβάλει το γεγονός ότι την παρέδωσε στον Κατηγορούμενο 1 και ότι αυτή τοποθετήθηκε στο καπό του. Ούτε μπορεί να επηρεάσει τη συνολική του αξιοπιστία, αφού η εκδοχή του, ως τέθηκε ενώπιον μας, συνάδει με τον πυρήνα των γεγονότων που δηλώθηκαν παραδεκτά και ως εκ τούτου συνιστούν δεδομένα ενώπιον μας. Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι ο ΜΚ3 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιες ακριβώς κατηγορίες αντιμετωπίζει ο ίδιος, δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του. Η φύση και η έκταση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει κάποιος κατηγορούμενος είναι νομικό ζήτημα και ο μάρτυρας ήταν μάρτυρας γεγονότων, χωρίς νομική κατάρτιση. Διαπιστώνουμε ότι ο μάρτυρας έδωσε με ειλικρίνεια και σταθερότητα τη θέση του ότι έχει διωχθεί για την εμπλοκή του στα γεγονότα και ότι θα παραδεχθεί. Το πως τα εν λόγω γεγονότα αξιολογούνται νομικά και το τι κατηγορίες δυνατόν θεμελιώνουν αποτελεί νομικό ζήτημα. Έτσι, η άγνοια του για τον νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων που θα παραδεχθεί και για τις νομικές διαδικασίες δεν μπορεί να θεμελιώσει αναξιοπιστία. Ούτε το γεγονός ότι σε κάποιο στάδιο, κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 2, δήλωσε ότι δεν γνώριζε ότι η επίδικη σακούλα περιείχε στρατιωτικό τυφέκιο κλονίζει την αξιοπιστία του, αφού δήλωσε ότι μόλις την παρέλαβε αντιλήφθηκε ότι περιείχε κάποιου είδους όπλο και συγκεκριμένα υπέθεσε ότι περιείχε κυνηγετικό όπλο. Το γεγονός ότι δήλωσε πως, κατά τον χρόνο που παραλάμβανε την μπλε νάιλον σακούλα, δεν γνώριζε τι αυτή περιείχε δεν αντιφάσκει με τη δήλωση του ότι προτίθεται να παραδεχτεί τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει με βάση το κατηγορητήριο Τεκμήριο
- Αντίθετα μέσα από το σύνολο των απαντήσεων του επί του συγκεκριμένου σημείου αναδύεται η εικόνα του ειλικρινούς μάρτυρα, ο οποίος δήλωσε ευθαρσώς το πότε αντιλήφθηκε ότι θα μετέφερε όπλο. Επιπροσθέτως, μέσα από τη μαρτυρία του δεν εξάγεται οποιοδήποτε κίνητρο του ΜΚ3, ώστε να κατασκευάσει εκδοχή εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και
- Αντίθετα ο ΜΚ3, ως φαίνεται και από το κατηγορητήριο, Τεκμήριο 10, ενώπιον Ποινικού Επαρχιακού Δικαστηρίου, αντιμετωπίζει τις ίδιες ακριβώς κατηγορίες με τους κατηγορουμένους στην παρούσα και μέσα από τη μαρτυρία του εμπλέκει και τον εαυτό του στα γεγονότα που συνιστούν τη βάση για την καταχώρηση των επίδικων κατηγοριών. Υπό το φως των πιο πάνω δεν προκύπτει ότι ο ΜΚ3 είχε οποιοδήποτε συμφέρον ή κίνητρο. Το γεγονός και μόνο ότι δεν αντιμετωπίζει τις ίδιες κατηγορίες ενώπιον κακουργιοδικείου δεν μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξη κινήτρου, ώστε να κατασκευάσει εκδοχή εναντίον των Κατηγορούμενων. Περαιτέρω, η μαρτυρία του ως προς τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν κατά τον χρόνο που μετέφερε τον Κατηγορούμενο 1 στην οικία επί της οδού { }, παρέμεινε σταθερή και πειστική. Εν πάση περιπτώσει το γεγονός ότι ο ΜΚ3, μερικές μέρες πριν τα επίδικα γεγονότα, παρέλαβε τον Κατηγορούμενο 1 από το στάδιο της Ανόρθωσης και του υπέδειξε την οικία στην οδό { }, δεν έχει αμφισβητηθεί και συνάδει με τις καταθέσεις του ίδιου του Κατηγορουμένου
- Επίσης, η θέση του ΜΚ3 ότι μετέβη στο χώρο στάθμευσης του σταδίου της Ανόρθωσης κατόπιν οδηγιών του Κατηγορουμένου 2, ο οποίος μάλιστα του απευθύνθηκε με απειλητικό ύφος, δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Το μόνο που υποβλήθηκε στον ΜΚ3 ήταν η θέση ότι κατά τον χρόνο που ο ΜΚ3 ήταν στο όχημα με τον Κατηγορούμενο 1, για να του υποδείξει την κατοικία, ο Κατηγορούμενος 2 δεν επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του. Στην πιο πάνω υποβολή η απάντηση του ΜΚ3 ήταν σαφής και θετική. Περαιτέρω η απάντηση του στην ερώτηση του, εάν άκουγε τη σχετική συνομιλία ο Κατηγορούμενος 1, δεν δεικνύει αναξιοπιστία, αφού ο ΜΚ3 απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος 1 καθόταν δίπλα του. Η πιο πάνω απάντηση δεν οδηγεί σε κρίση περί αναξιοπιστίας ως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 2, αφού ο ΜΚ3 δεν θα μπορούσε να απαντήσει εκ μέρους του Κατηγορουμένου 1 για το τι ο τελευταίος άκουγε. Αντίθετα ο ΜΚ3 κατέθεσε αυτό που γνώριζε, ήτοι το ότι ο Κατηγορούμενος 1 καθόταν δίπλα του. Συνολικά, λοιπόν, καταλήγουμε ότι οι βασικοί ισχυρισμοί του ΜΚ3, ότι ενεργούσε κατόπιν οδηγιών του Κατηγορουμένου 2 και στο πλαίσιο αυτών υπέδειξε στον Κατηγορούμενο 1 την οικία επί της οδού { }, ότι παρέλαβε τη μπλε νάιλον σακούλα, με το περιεχόμενο της και την παρέδωσε στον Κατηγορούμενο 1 στο χώρο στάθμευσης της πρώην φρουταρίας «Eurofresh», δεν έχουν αμφισβητηθεί και ούτε έχει υποβληθεί οποιαδήποτε αντίθετη εκδοχή στον μάρτυρα. Τα πιο πάνω, ως έχει υποδειχθεί ανωτέρω, αφήνουν αλώβητη την βασική του εκδοχή. Επιπλέον, τα όσα υποδείχθηκαν από τη Υπεράσπιση ως τρωτά σημεία και έχουν εξεταστεί ανωτέρω, έχουν κριθεί ότι δεν μπορούν να επηρεάσουν την αξιοπιστία της εκδοχής του. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου και αυτοπροειδοποιούμενοι για τους κινδύνους αποδοχής της μαρτυρίας του χωρίς ενίσχυση, κρίνουμε ότι η ποιότητα, η πειστικότητα και το αδιαμφισβήτητο των βασικών του ισχυρισμών, επιτρέπουν στο Δικαστήριο με ασφάλεια να βασιστεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ 1 ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΟΦΟΡΙΚΩΝ ΠΑΡΑΔΟΧΩΝ ΤΟΥ Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω οι Κατηγορούμενοι, όταν κλήθηκαν σε απολογία τήρησαν το δικαίωμα σιωπής. Παρά ταύτα είναι κατατεθειμένες στο Δικαστήριο τρεις γραπτές καταθέσεις του Κατηγορούμενου 1, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5, 6 και 7, καθώς και μία κατάθεση του Κατηγορουμένου 2, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Παράλληλα κατά τον χρόνο που συνελήφθη ο Κατηγορούμενος 1 ανακρινόμενος από την ΜΚ2, προέβη προφορικώς σε παραδοχές. Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάξει οποιοδήποτε εύρημα ένοχης από τη σιωπή των Κατηγορουμένων, μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο των γραπτών τους καταθέσεων, οι οποίες βρίσκονται κατατεθειμένες ενώπιον του. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, όπου υιοθετήθηκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης R v. Duncan, 73 Cr. App. R. 359. Στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Εξηγήθηκε παράλληλα ότι το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 693, Άθως Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 96/2016, 100/2016 και 101/16, ημερομηνίας 17.11.2017 και Σταματίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 163/2018, ημερομηνίας 11.
- Επιπρόσθετα, σε σχέση με τις προφορικές παραδοχές του Κατηγορουμένου 1 προς τη ΜΚ2 έχουμε υπόψη μας την αρχή ότι ακόμα και η εκούσια ομολογία πρέπει να υποβάλλεται στη βάσανο της σύγκρισης της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό και την επισήμανση των στοιχείων ενοχής του κατηγορούμενου που υποστηρίζουν την αυθεντικότητα της ομολογίας. Σχετικά παραπέμπουμε στην πρόσφατη απόφαση F. L. H. ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 4/2020, ημερομηνίας 31.1.2022 και στην απόφαση Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας (Αρ.1)
(2012)2 ΑΑΔ 370, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Είναι στοιχειώδες πως και τη θεληματική ομολογία το Δικαστήριο την αξιολογεί ... Παγίως, λοιπόν, τα Δικαστήρια εξετάζουν την ομολογία σε συσχετισμό προς την υπόλοιπη μαρτυρία και ανάλογα με τη φύση και την ποιότητα της ως ενοχοποιητικής ή αναιρετικής, αναλόγως. Απαντούν στον κρίσιμο προβληματισμό ως προς το αν αυτή είναι αληθής και αν, εν τέλει, όπως είναι η πεμπτουσία του συστήματός μας, η ενοχή του κατηγορουμένου αποδεικνύεται, από την κατηγορούσα αρχή, πέραν από κάθε λογική αμφιβολία». Έχουμε, όμως, πάντα υπόψη μας ότι τυχόν παραδοχές ενός εκ των κατηγορούμενων, στην περίπτωση που δεν καταθέσει ενόρκως, δεν συνιστούν μαρτυρία εναντίον του άλλου. Σχετικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις Νεάρχου ν Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 38, Αριστοφάνους ν Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 450, Άθως Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Petrov v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 162/20, ημερομηνίας 8.6.
- Σε σχέση λοιπόν με τις ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου 1 που συνιστούν παραδοχές και έγιναν προς τη ΜΚ2 σημειώνουμε ότι η αναφορά του ότι του υπεδείχθη συγκεκριμένη οικία από τον ΜΚ3, την οποία μπορούσε να υποδείξει, επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του ΜΚ3 αλλά και από το Τεκμήριο 9, έντυπο υποδείξεων σκηνών, όπου όντως ο Κατηγορούμενος 1 υπέδειξε τη συγκεκριμένη οικία. Περαιτέρω η αναφορά του ότι γνώριζε πως θα γίνει εγκληματική ενέργεια στην εν λόγω οικία συνάδει και με το περιεχόμενο της κατάθεσης του ιδίου, Τεκμήριο 6, που έδωσε μεταγενέστερα. Επομένως, οι πιο πάνω δηλώσεις του Κατηγορουμένου 1 γίνονται αποδεκτές. Περαιτέρω, στις καταθέσεις του ο Κατηγορούμενος 1, προβαίνει σε σειρά παραδοχών και δηλώσεων εναντία στο συμφέρον του αναφορικά με τα γεγονότα που άπτονται της κατηγορίας 2 την οποία όμως έχει ήδη παραδεχθεί. Πέραν από τα γεγονότα που συνθέτουν παραδοχή στην κατηγορία 2 προβαίνει και σε αναφορές που σχετίζονται με τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν πριν την παραλαβή από αυτόν του επίδικου πυροβόλου όπλου στον χώρο στάθμευσης της πρώην φρουταρίας «Eurofresh» στην Αραδίππου. Ιδίως στην κατάθεση του Τεκμήριο 5 ρητά δηλώνει ότι μετέβη στον χώρο στάθμευσης της πρώην φρουταρίας «Eurofresh», για να παραλάβει ένα όπλο. Οι επί μέρους θέσεις που προβάλλει στις καταθέσεις του περί το ότι επικοινώνησε μαζί του ο ΜΚ3 για να διευθετηθεί η συνάντηση δεν έχουν υποβληθεί από την Υπεράσπιση προς τον ΜΚ
- Συνεπώς, δεν μπορεί το Δικαστήριο να βασισθεί αποκλειστικά στις σχετικές αναφορές του Κατηγορούμενου 1, χωρίς αυτές προηγουμένως να τεθούν στη βάσανο της αντεξέτασης, και να τους δώσει τέτοια βαρύτητα, ώστε να εξάξει σχετικά ευρήματα. Ο Κατηγορούμενος 2 στην κατάθεση του Τεκμήριο 8 τήρησε το δικαίωμα σιωπής και ως εκ τούτου δεν υφίστανται οποιεσδήποτε αναφορές που να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αξιολόγησης. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση προχωρούμε με τη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Ο Κατηγορούμενος 2 συνδέεται επί σειρά ετών με φιλική σχέση με τον ΜΚ
- Σε κάποιο στάδιο, μερικές ημέρες πριν τις 26.10.2021, ο Κατηγορούμενος 2 ζήτησε από τον ΜΚ3 να συναντηθεί με τον Κατηγορούμενο 1 στο χώρο στάθμευσης του γηπέδου της Ανόρθωσης. Όταν συναντήθηκε ο Κατηγορούμενος 1 εισήλθε στο όχημα του ΜΚ3 και ο Κατηγορούμενος 2 καθοδηγούσε τον ΜΚ3 μέσω της εφαρμογής «whats up», ώστε να κατευθυνθεί στην οδό { } και να υποδείξει συγκεκριμένη κατοικία επί της εν λόγω οδού. Ο Κατηγορούμενος 1 γνώριζε ότι θα γινόταν εγκληματική ενέργεια εναντίον της εν λόγω οικίας. Στις 26.10.2021 περί τις 21:00, ο Κατηγορούμενος 2 κάλεσε τηλεφωνικώς τον ΜΚ3 και τον ενημέρωσε ότι θα χρειαστεί να παραλάβει κάτι εκ μέρους του. Ακολούθως μεσώ της εφαρμογής «whats up» ο Κατηγορούμενος 2 καθοδήγησε τον ΜΚ3 να μεταβεί σε χωράφι στην περιοχή Κελλιών και να παραλάβει ένα μπλε νάιλον σακούλι. Όταν ο ΜΚ3 υποψιάστηκε ότι στο εν λόγω σακούλι υπήρχε όπλο ρώτησε τον Κατηγορούμενο 2 για το περιεχόμενο του, αλλά ο τελευταίος τον προέτρεψε να μην ρωτά. Τότε ο ΜΚ3 ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο 2 για την πρόθεση του να παραδώσει το μπλε νάιλον σακούλι στην οικία του Κατηγορουμένου
- Ο Κατηγορούμενος 2 αντέδρασε αρνητικά και ενημέρωσε τον ΜΚ3, ότι θα τον καλέσει κάποιο τρίτο πρόσωπο. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος 1 κάλεσε τον ΜΚ3 και συνεννοήθηκαν να συναντηθούν στον χώρο στάθμευσης της πρώην φρουταρίας «Eurofresh» στην Αραδίππου. Όντως ο ΜΚ3 μετέβη στο εν λόγω σημείο και παρέδωσε την μπλε νάιλον σακούλα, εντός της οποίας υπήρχε το επίδικο όπλο, στον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος την παρέλαβε και την τοποθέτησε στο πορτ παγκάζ του οχήματος του. Ακολούθως, κατόπιν πληροφορίας για πιθανή μεταφορά πυροβόλου όπλου από όχημα, η Μ.Κ.2 μαζί με άλλους αστυφύλακες εντόπισε το όχημα του κατηγορούμενου 1 στον χώρο στάθμευσης του υποστατικού Moments Hall. Ο Κατηγορούμενος 1 βρισκόταν μόνος εντός του οχήματος του έχοντας ξεκινημένη τη μηχανή και αναμμένα τα φώτα. Σε έρευνα που ακολούθησε στο αυτοκίνητο, περί τις 00:05 της 27.10.21, εντοπίστηκε στο καπό του πιο πάνω αυτοκινήτου ένα σεντόνι μέσα στο οποίο υπήρχε τυλιγμένο νάιλον μπλε πλαστικό σακούλι και πάνω σε αυτό κολλημένο με κολλητική ταινία κίτρινο σακούλι. Μέσα στο μπλε σακούλι υπήρχε ένα αυτόματο πυροβόλο όπλο, G3 A4 με αριθμό 7061190, χωρίς φλωγοκρύπτη (sic), σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση και εννέα πλήρη χρησιμοποιήσιμα φυσίγγια διαμετρήματος 7,62, κατάλληλα για το αυτόματο πυροβόλο όπλο G3 A
- Tα φυσίγγια ήταν τυλιγμένα μέσα σε διαφανή νάιλον μεμβράνη. Μέσα στο κίτρινο σακούλι υπήρχε μια κενή γεμιστήρα κατάλληλη για το πυροβόλο όπλο G3 A4, τυλιγμένη σε διαφανή νάιλον μεμβράνη. Στις 27.10.2021 ο Κατηγορούμενος 1 προέβη, στο πλαίσιο υποδείξεων σκηνών, σε υπόδειξη της κατοικίας επί της οδού { }, όπου θα γινόταν η εγκληματική ενέργεια. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Όπως εξηγείται στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22, 46, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Το βάρος απόδειξης σε ποινική δίκη βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής και εναπόκειται σ΄ αυτή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 401, 404). Επίσης έχει να αποδείξει την κατηγορία και κάθε στοιχείο που τη βαρύνει και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσων εύλογες κι αν είναι (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, 365 - 366). Ίδια ήταν η προσέγγιση και στις υποθέσεις, Παφίτη ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102, 124 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 482, 489. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος δεν φέρει κανένα απολύτως βάρος να αποδείξει την αθωότητα του (βλ. Αρέστης ν. Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 504, 511). Στην υπόθεση Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459, 476, λέχθηκε ότι στο σύστημα δικαίου που ακολουθείται στην Κύπρο, συχνά λησμονείται άμεσα ή έμμεσα ότι η υπεράσπιση δεν έχει να αποδείξει τίποτε. Είναι απόλυτα θεμιτό για την υπεράσπιση να αφήνει τη δίκη να εξελίσσεται και να οικοδομεί επί των λαθών, ανακριβειών και κενών της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Δεν οφείλει να ερωτήσει οτιδήποτε, ούτε να εξηγήσει οτιδήποτε. Ακόμα και μετά την αξιολόγηση και τα ευρήματα του δικαστηρίου αν παραμένει με μια υποβόσκουσα αμφιβολία η αθώωση είναι αναπόφευκτη. Όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 1, 2 ΚΑΙ 3 Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ Κοινό στοιχείο και των τριών κατηγοριών επί του κατηγορητηρίου είναι το στοιχείο της κατοχής. Ως προς το τι χρειάζεται να αποδειχθεί, ώστε να στοιχειοθετηθεί το συστατικό στοιχείο της κατοχής, προβλήθηκαν αντίθετες εισηγήσεις από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Κατηγορούσας Αρχής και του Κατηγορούμενου 1. Επομένως, θα πρέπει να εξεταστεί η εμβέλεια του όρου κατοχή για σκοπούς των υπό εξέταση ποινικών αδικημάτων. Ως προς την έννοια του όρου κατοχή για σκοπούς του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου ΚΕΦ . 54, σχετικό είναι το άρθρο 4 εδάφιο
(5)παράγραφος (α) του Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «5) Για τους σκοπούς του εδαφίου
(4)- (α) "έχει στην κατοχή του" περιλαμβάνει όχι μόνο το να έχει στη δική του προσωπική κατοχή, αλλά επίσης και να έχει εν γνώσει του στην πραγματική κατοχή ή φύλαξη οποιουδήποτε άλλου προσώπου, ή να έχει οτιδήποτε σε οποιοδήποτε τόπο (είτε που ανήκει σε ή κατέχεται από κάποιο ή όχι) για τη χρήση ή το όφελος κάποιου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και αν υπάρχουν δύο ή περισσότερα πρόσωπα και οποιοδήποτε ή περισσότερα από αυτά με τη γνώση και συναίνεση των υπολοίπων έχει ή έχουν οτιδήποτε στη φύλαξή του ή φύλαξή τους ή κατοχή, αυτό θεωρείται και εκλαμβάνεται ότι βρίσκεται στη φύλαξη και κατοχή καθενός και όλων αυτών·» Οι κατηγορίες 2 και 3 εδράζονται στο άρθρο 20 του ΚΕΦ.154 και στον περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμο, Ν. 113
(1)2004, ο οποίος με το άρθρο 54 αυτού κατήργησε τον προγενέστερο Ν.38/1974 ως είχε τροποποιηθεί. Ο εν λόγω Νόμος, όπως και ο προγενέστερος του Ν. 38/1974, δεν παρέχει ορισμό του όρου κατοχή. Όμως η νομολογία, ερμηνεύοντας τις πρόνοιες του προγενέστερου Ν.38/1974, προσδιόρισε την έκταση του όρου κατοχή για σκοπούς του Νόμου. Συγκεκριμένα στην απόφαση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 409, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν είναι διαφορετική η αντιμετώπιση του θέματος από την κυπριακή δικαιοσύνη. Η έννοια της κατοχής είναι αρκετά ευρεία για να καλύψει τις περιπτώσεις φύλαξης οπλισμού σε υποστατικό τρίτου εφόσον ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχο του. Η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για να στηρίξει καταδίκη. Είναι μέσα σε αυτό το πνεύμα που αποφασίστηκε και η υπόθεση Mixis v. Republic
(1962)C.L.R. 111. Ο εφεσείων, του οποίου η καταδίκη για κατοχή πιστολιού επικυρώθηκε, το φύλαγε στο σπίτι τρίτου προσώπου: Βλ. επίσης Chronias v. Police
(1962)C.L.R. 304. » Η πιο πάνω αυθεντία έχει ερμηνεύσει νομοθέτημα με ταυτόσημο, επί του ζητούμενου στην παρούσα περιεχομένου. Συνεπώς, κρίνουμε ότι ο λόγος της είναι καθοδηγητικός και δεσμευτικός για την ερμηνεία του Νόμου 113
(1)2004. Συνακόλουθα, καταλήγουμε ότι η έννοια του όρου κατοχή για σκοπούς του Ν. 113(Ι) 2004 είναι η έννοια που έχει προσδώσει στον όρο η απόφαση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Συνάγεται, λοιπόν, ότι η έννοια του όρου κατοχή για σκοπούς των επίδικων κατηγοριών, δεν περιορίζεται στη φυσική κατοχή αλλά εκτείνεται και στην κατοχή μέσω άλλου προσώπου. Η βασική διαφορά μεταξύ του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής και του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου 1 ήταν στο κατά πόσο το γεγονός και μόνο ότι ανευρέθηκαν στη μπλε νάιλον σακούλα και τα εννέα
(9)φυσίγγια επαρκεί για την θεμελίωση του στοιχείου της κατοχής αυτών ή απαιτείται να υπάρχει μαρτυρία που να θεμελιώνει ότι ο Κατηγορούμενος 1 γνώριζε περί της ύπαρξής των φυσιγγίων. Επί του προκείμενου ο κ. Αντωνίου με παραπομπή σε αγγλική νομολογία και στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2018, παράγραφοι Β.19.32 και Β.12.43, καθώς και στην απόφαση Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 123/2015, ημερομηνίας 10.9.2018, εισηγήθηκε ότι αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι κατείχε κάτι και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι γνώριζε ότι το σακούλι περιείχε πυροβόλο όπλο ή φυσίγγια. Στον αντίποδα, ο κ. Αναστασίου διέκρινε την υπό κρίση υπόθεση από τα όσα κρίθηκαν στην απόφαση Γρηγορίου (ανωτέρω) και εισηγήθηκε ότι στην παρούσα δεν υφίσταται ίχνος μαρτυρίας ότι ο Κατηγορούμενος 1 είδε τα φυσίγγια. Ως προς την έννοια της κατοχής θεμελιακή είναι η απόφαση Oueiss v. Republic
(1987)2 C.L.R. 49, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Possession imports, as the trial Court correctly directed itself, knowledge of the content and a degree of control over the prohibited substance. » Σε ελεύθερη μετάφραση: « Η κατοχή εξυπακούει, ως το εκδίκασαν Δικαστήριο ορθά καθοδηγήθηκε, γνώση του περιεχομένου και κάποιο βαθμό ελέγχου επί της απαγορευμένης ουσίας» Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 211, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 289 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, 74, λέχθηκε, με αναφορά στην R. v. Boyesen [1982] 2 All ER 161 ότι: «η κατοχή εξυπακούει φυσικό έλεγχο του αντικείμενου, μαζί με γνώση του κατηγορούμενου ότι το έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του. Δυνατόν κάποιος να κατέχει κάποιο αντικείμενο χωρίς να γνωρίζει ή να αντιλαμβάνεται τη φύση του, αλλά δεν το κατέχει υπό τη νομική έννοια, εκτός κι αν γνωρίζει ότι το έχει.» Συνεπώς προς στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου της κατοχής πρέπει να αποδειχθούν και τα δύο πιο πάνω στοιχεία. Στην υπό κρίση υπόθεση το ουσιώδες που πρέπει να απαντηθεί είναι η έκταση της απαιτούμενης γνώσης. Δηλαδή αναδύεται η ανάγκη να αποφασιστεί το κατά πόσο, για τη θεμελίωση της κατοχής, επαρκεί τυχόν γνώση του Κατηγορουμένου 1 ότι το γεγονός πως παρέλαβε μια συσκευασία, η οποία περιέχει πυροβόλο όπλο, επαρκεί για να θεμελιώσει κατοχή και των φυσιγγίων που υπήρχαν εντός αυτής. Σύμφωνα με το Αγγλικό δίκαιο (βλ. Firearms Act 1968) το αδίκημα της κατοχής πυροβόλου όπλου και/ή εκρηκτικών υλών είναι αυστηρής ευθύνης. Στην ουσία του το αδίκημα αφορά αδίκημα άδειας (licencing offence) την οποία είτε έχει ή δεν έχει κάποιος. Ο σκοπός ή λόγος κατοχής δεν εξετάζεται παρά μόνο στα πλαίσια επιβολής ποινής ή στα πλαίσια εξέτασης άλλου αδικήματος. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2022/ Part B Offences/ Section Section B12 Offences Relating to Weapons (LexisNexis - Ηλεκτρονική Έκδοση) αναφέρονται τα ακόλουθα στην παρ. Β.12.45: «The offences contrary to the FA 1968, ss. 1, 3, 5 and 19 (see B12.36, B12.75 and B12.110), are strict liability offences (Deyemi [2007] EWCA Crim 2060, [2008] 1 Cr App R 25
(345)and Warner v Metropolitan Police Commissioner [1969] 2 AC 256: see B19.28). The offences should not be described as ones of 'absolute' liability (Gregory [2011] EWCA Crim 1712; see the commentary to Deyemi [2008] Crim LR 327, and consider Zahid [2010] EWCA Crim 2158, noting Williams [2012] EWCA Crim 2162, [2013] 2 All ER 787 and Tinarwo [2014] EWCA Crim 1409). No mens rea is required except insofar as it is necessary to establish that D was in possession of the article (or, had it 'with him', as the case may be: see Howells [1977] QB 614 and Jenkins v DPP [2020] EWHC 1307 (Admin), [2020] 2 Cr App R 21
(336)). There is no distinction between cases where D believes that the contents of a container (e.g., a bag) were something innocent as opposed to not knowing what the contents were (Zahid). Thus, for the purpose of s. 1, D need know only that he is in possession of something which is, in fact, a firearm (or ammunition: see Amos [1999] EWCA Crim J0629; Pommell [1995] 2 Cr App R 607). D need not know that the thing in question was a firearm (Hussain [1981] 2 All ER 287, followed in Vann [1996] Crim LR 52).» (Έμφασις δική μας) Σε ελεύθερη μετάφραση: «Τα αδικήματα σε σχέση με τον νόμο περί πυροβόλων όπλων του 1968, άρθρα 1,3,5 και 19 (see B12.36, B12.75 and B12.110) είναι αυστηρής ευθύνης (Deyemi [2007] EWCA Crim 2060, [2008] 1 Cr App R 25
(345)and Warner v Metropolitan Police Commissioner [1969] 2 AC 256: see B19.28). Τα αδικήματα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως 'απόλυτης' ευθύνης (Gregory [2011] EWCA Crim 1712; Βλέπε τον σχολιασμό στην Deyemi [2008] Crim LR 327, and consider Zahid [2010] EWCA Crim 2158, noting Williams [2012] EWCA Crim 2162, [2013] 2 All ER 787 and Tinarwo [2014] EWCA Crim 1409). Δεν απαιτείται ένοχη διάνοια εκτός στον βαθμό που χρειάζεται για να θεμελιωθεί ότι ο Κ είχε στην κατοχή του το αντικείμενο (ή ότι το είχε μαζί του ανάλογα με την περίπτωση βλ. Howells [1977] QB 614 and Jenkins v DPP [2020] EWHC 1307 (Admin), [2020] 2 Cr App R 21
(336)). Δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων που ο Κ πιστεύει ότι το περιεχόμενο ενός κουτίου είναι κάτι αθώο σε αντίθεση με το να μην γνωρίζει το τι περιέχει (Zahid). Έτσι, για σκοπούς του άρθρου 1 ο Κ χρειάζεται να γνωρίζει μόνο ότι κατέχει κάτι το οποίο είναι στην πραγματικότητα πυροβόλο ( ή πυρομαχικό βλ. Amos [1999] EWCA Crim J0629; Pommell [1995] 2 Cr App R 607). Ο Κ δεν χρειάζεται να γνωρίζει ότι το υπό συζήτηση αντικείμενο ήταν στην πραγματικότητα πυροβόλο. (Hussain [1981] 2 All ER 287, followed in Vann [1996] Crim LR 52).» Στην R v Cremin [2007] EWCA Crim 666 (CA) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «[9] As is by now well settled it would have been no defence to the offence for which she was charged, under s 1 of the Firearms Act 1968, for her to say she was unaware that the box contained ammunition. Provided the prosecution could make the jury sure that she knew there was something in the box and provided she had such measure of control as to indicate possession, she would be guilty of possession of ammunition in the box.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «
(9)Ως είναι μέχρι σήμερα καλά αποκρυσταλλωμένο δεν θα θεμελίωνε υπεράσπιση στο αδίκημα στο οποίο κατηγορήθηκε υπό το άρθρο 1 του περί Πυροβόλων Νόμου, για την ίδια να ισχυρίζετο ότι δεν γνώριζε πως το κουτί περιείχε εκρηκτικά. Δεδομένου ότι η Κατηγορούσα Αρχή μπορούσε να πείσει τους ενόρκους ότι γνώριζε πως κάτι υπήρχε στο κουτί και δεδομένου ότι είχε τέτοιο έλεγχο στο κουτί ώστε να θεμελιώνει κατοχή, θα βρισκόταν ένοχη στην κατηγορία της κατοχής των πυρομαχικών που βρίσκονταν στο κουτί.» Στην R v Zahid [2010] EWCA Crim 2158 (CA) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «[20] We can see no real distinction between the position of the Defendant in Waller who said he did not know what was in the bag but thought it was a crowbar and the position of the Appellant here who says that he thought the bag in question contained bolts or screws. If there is a distinction, it is a very fine one and certainly does not justify a completely different approach in this case from the strict approach taken in Waller and all the other cases.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «
(20)Δεν μπορούμε να δούμε κάποια πραγματική διάκριση μεταξύ της θέσης του Κατηγορουμένου στην υπόθεση Waller, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε τι βρίσκονταν εντός της τσάντας, αλλά νόμιζε ότι περιείχε ένα λοστό και της θέσης του εφεσείοντα στην παρούσα όπου ισχυρίζεται ότι νόμιζε πως στην τσάντα βρίσκονταν μπουλόνια και βίδες. Εάν υπάρχει διάκριση είναι πολύ λεπτή και σίγουρα δεν δικαιολογεί μια πλήρως διαφορετική προσέγγιση από την αυστηρή προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Waller και σε όλες τις υπόλοιπες υποθέσεις.» Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι για τη θεμελίωση της κατοχής, με βάση τις αγγλικές αυθεντίες, απαιτείται γνώση της ύπαρξης του αντικειμένου όχι όμως κατ' ανάγκη γνώση της φύσης του ή αν είναι σε πακέτο του περιεχομένου του. Ο κ. Αντωνίου θεμελίωσε το επιχείρημα του και στα όσα έχουν κριθεί στην απόφαση Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Στην εν λόγω απόφαση παρατίθεται απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2018 παρ. Β.19.32, όπου καταγράφεται η θέση πώς, αφ' ης στιγμής κάποιο πρόσωπο όντως γνωρίζει ότι κατέχει απαγορευμένη ουσία δεν είναι αναγκαίο να γνωρίζει τη φύση της. Ταυτόχρονα, όμως, το Εφετείο με παραπομπή στις αποφάσεις Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256 και στη Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, ρητά υπέδειξε η κατοχή περιλαμβάνει «ταυτόσημη γνώση της φύσεως του αντικειμένου που αποτελεί αντικείμενο της κατοχής.» Εξάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι η απόφαση Γρηγορίου (ανωτέρω) δεν έχει καταργήσει την υποχρέωση απόδειξης της γνώσης της φύσεως του αντικειμένου. Επίσης, κατά την κρίση μας, μέσα από το σύνολο των όσων κριθεί στην απόφαση Γρηγορίου (ανωτέρω) δεν προκύπτει ότι μέσω αυτής καθιερώνεται αρχή ότι για την κατοχή κάποιου αντικειμένου επαρκεί η γνώση ότι κατέχεται κάτι παράνομο γενικά. Ιδιαίτερα διαφωτιστική επί του εξεταζόμενου θέματος είναι η απόφαση Kαΐμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 662, όπου το Εφετείο με αναφορά στη νομική ανάλυση του Κακουργιοδικείου σε σχέση με την ερμηνεία του όρου κατοχή για σκοπούς του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, ανέφερε τα ακόλουθα: «Η τοποθέτηση του Κακουργιοδικείου στη βάση του σκεπτικού της υπόθεσης Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211 το κατεύθυνε στη διαπίστωση ότι "για να αποδειχθεί κατοχή χρειάζεται απόδειξη γνώσης της φυσικής κατοχής ενός αντικειμένου αλλά και γνώσης του είδους του αντικειμένου.... Σε καμμιά περίπτωση το βάρος της απόδειξης της γνώσης δεν παρακάμπτεται, μειώνεται ή πολύ περισσότερο μετατοπίζεται στους ώμους του Κατηγορουμένου" (σελίδες 15-16). Και ότι, αναφορικά με το άρθρο 4
(5)
(9), "... ο νομοθέτης με την απόδειξη της φυσικής κατοχής δεν θέλησε να δημιουργήσει και τεκμήριο ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το είχε στην κατοχή του" (σ. 16).» Από την πιο πάνω απόφαση εξάγεται το συμπέρασμα ότι για την απόδειξη της κατοχής απαιτείται απόδειξη της γνώσης της φύσης του αντικειμένου. Παρατηρούμε ως εκ τούτου κάποια διαφοροποίηση της Κυπριακής Νομολογίας από την Αγγλική. Στην υπό κρίση υπόθεση το αντικείμενο που αφορά η κατοχή δεν είναι ενιαίο. Η κατοχή του πυροβόλου όπλου αποτελεί το αντικείμενο της δεύτερης κατηγορίας και η κατοχή των φυσιγγίων είναι το αντικείμενο των κατηγοριών 1 και 3. Επίσης, πρόκειται για διαφορετικά υλικά αντικείμενα. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις τυχόν αποδοχή της προσέγγισης του κ. Αντωνίου θα είχε ως αποτέλεσμα η γνώση για την κατοχή του αντικειμένου της δεύτερης κατηγορίας να επαρκούσε από μόνη της για τη θεμελίωση κατοχής των αντικειμένων που αφορούν οι άλλες δυο κατηγορίες, οι οποίες αφορούν διαφορετικό υλικό αντικείμενο. Υπό το φως των πιο πάνω, καταλήγουμε ότι για τη θεμελίωση της κατοχής, ως η διαχρονική νομολογία επιτάσσει { βλ. Oueiss v. Republic (ανωτέρω) και Kαΐμης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)}, απαιτείται και ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου της κατοχής. Στο πιο πάνω πλαίσιο η γνώση ότι κάποιος κατηγορούμενος κατέχει πυροβόλο όπλο δεν επαρκεί για να θεμελιώσει κατοχή και φυσιγγίων που εντοπίζονται ανεξάρτητα από αυτό. Υπό το πιο πάνω πρίσμα, οι αρχές που υιοθετεί η απόφαση Γρηγορίου (ανωτέρω), θα ήταν σχετικές στην περίπτωση που κάποιο πρόσωπο γνωρίζει ότι κατέχει πυροβόλο όπλο αλλά δεν γνωρίζει το συγκεκριμένο είδος πυροβόλου όπλου. Υπό το πιο πάνω πρίσμα θα εξετάσουμε το κατά πόσο έκαστος εκ των κατηγορουμένων είχε στην κατοχή του τα αντικείμενα που αφορούν οι επίδικες κατηγορίες. ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας εδράζεται στο άρθρο 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Πρόσωπο το οποίο - ................... (δ) μεταφέρει ή έχει στην κατοχή του· ................. oοποιαδήποτε εκρηκτική ύλη χωρίς να είναι κάτοχος άδειας ή έγκρισης (το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει ο ίδιος), είναι ένοχο αδικήματος, και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και στις δύο αυτές ποινές. Οποιαδήποτε εκρηκτική ύλη σχετικά με την οποία υπάρχουν εύλογες υποψίες ότι διαπράχθηκε αδίκημα με βάση τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, δύναται να κατάσχεται από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών και να καταστρέφεται, από αυτό με τη συγκατάθεση του προσώπου που θεωρείται ύποπτο για τη διάπραξη του αδικήματος ή να δημεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12Α. Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω νόμου εκρηκτική ύλη: «σημαίvει πυρίτιδα όπλoυ, vιτρoγλυκερίvη, δυvαμίτιδα, βαμβακoπυρίτιδα, εκρηκτική πυρίτιδα, βρovτώδη υδράργυρo ή άλλα μέταλλα, έγχρωμες φλόγες και κάθε άλλη ύλη, είτε παρόμoια με εκείvα πoυ αvαφέρθηκαv πιo πάvω ή όχι, τα oπoία χρησιμoπoιoύvται ή κατασκευάζovται με σκoπό vα παράγoυv πρακτικό απoτέλεσμα με έκρηξη ή πυρoτεχvικό απoτέλεσμα, και περιλαμβάvει φωτειvά σήματα oμίχλης, πυρoτεχvήματα, θρυαλλίδες, ρoυκέττες, καψύλια, πυρoκρoτήρες, φυσίγγια, πυρoμαχικά κάθε περιγραφής, και κάθε πρoσαρμoγή ή παρασκεύασμα με oπoιαδήπoτε εκρηκτική ύλη όπως καθoρίστηκε πιo πάvω.» Προκύπτει συνεπώς ότι τα φυσίγγια εμπίπτουν στην έννοια της εκρηκτικής ύλης. Επίσης, δεν έχει τεθεί μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενοι είχαν οποιαδήποτε άδεια για την κατοχή των ανευρεθέντων φυσιγγίων. Το επόμενο ερώτημα που αναδύεται είναι το κατά πόσο έχει αποδειχθεί η κατοχή υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί ανωτέρω, ήτοι το εάν οι κατηγορούμενοι είχαν γνώση της φύσης του αντικειμένου της κατοχής. Η δε γνώση του εκάστοτε κατηγορουμένου ανάγεται στην πνευματική του λειτουργία και ως εκ τούτου μπορεί να στοιχειοθετηθεί τόσο με άμεση μαρτυρία όσο και με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις Youssef v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Ιωάννου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Φανιέρος v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 104. Ιδίως δε το ζήτημα της γνώσης κατά κανόνα συνάγεται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706. Ως έχει πλειστάκις επεξηγηθεί στη νομολογία «τα σκόρπια μέρη της μπορεί να αποκτήσουν τέτοια συνεκτικότητα που να εδραιώσουν, με ακαταμάχητη πειστικότητα, την καταδίκη για ένα έγκλημα». Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 687 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Είναι καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη μόνο όταν η ενοχή αναδύεται ως το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τα γεγονότα που αποδείχθηκαν. Θεμελιακές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Fournides v. The Republic
(1986)2 CLR 73 και Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ
- Στα γεγονότα της παρούσας τα φυσίγγια ανευρεθήκαν στη μπλε νάιλον σακούλα που εντοπίστηκε στο όχημα του Κατηγορουμένου
- Η εν λόγω σακούλα περισυνελλέγει από τον ΜΚ3, κατόπιν οδηγιών του Κατηγορουμένου 2, και παραδόθηκε στον Κατηγορούμενο 1 και πάλι κατόπιν οδηγιών και συντονισμού από τον Κατηγορούμενο
- Ο Κατηγορούμενος 1 γνώριζε απλώς ότι θα μετέφερε ένα πυροβόλο όπλο. Ο ΜΚ3 είχε υποψιαστεί ότι η εν λόγω σακούλα περιείχε όπλο. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε τη φυσική κατοχή των φυσιγγίων αλλά γνώριζε μόνο ότι θα μετέφερε ένα όπλο. Γνώριζε επίσης ότι θα γινόταν εγκληματική ενέργεια σε συγκεκριμένη οικία. Τα πιο πάνω περιστατικά δεν έχουν τη δυναμική, ώστε να θεμελιώσουν με ακαταμάχητη πειστικότητα τη γνώση ότι εντός της σακούλας υπήρχαν και φυσίγγια. Αντίθετα ο Κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που καθοδήγησε τον ΜΚ3 για να υποδείξει στον Κατηγορούμενο 1 συγκεκριμένη οικία, όπου θα γινόταν εγκληματική ενέργεια. Επίσης, έδωσε οδηγίες και καθοδήγησε με απόλυτη ακρίβεια και λεπτομέρεια τον ΜΚ3 ως προς τον χώρο που βρισκόταν η πλαστική σακούλα. Επίσης, όταν ο ΜΚ3 εξεδήλωσε την πρόθεση να του παραδώσει την επίδικη σακούλα ο ίδιος αντέδρασε με χαρακτηριστικό τρόπο αρνητικά. Ταυτόχρονα με δικό του συντονισμό ο Κατηγορούμενος 1 επικοινώνησε με τον ΜΚ3, ώστε να διευθετηθεί η παράδοση της επίδικης σακούλας. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι ο Κατηγορούμενος 2 είχε τον πλήρη συντονισμό και έλεγχο των ενεργειών του ΜΚ3 και του Κατηγορουμένου
- Ιδιαίτερη σημασία εκλαμβάνει το γεγονός ότι γνώριζε για την ακριβή τοποθεσία της συγκεκριμένης μπλε νάιλον σακούλας. Το εν λόγω γεγονός συνιστά ισχυρή ένδειξη περί της γνώσης του Κατηγορουμένου 2 ως προς το περιεχόμενο του αντικειμένου. Το πιο πάνω γεγονός ορώμενο σε συνδυασμό με το ότι αντέδρασε αρνητικά στο να παραδοθεί στον ίδιο η συγκεκριμένη σακούλα οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι γνώριζε και για το περιεχόμενο της. Προκύπτει, συνεπώς, ότι ο Κατηγορούμενος 2 είχε κατοχή του περιεχομένου της μπλε νάιλον σακούλας μέσω τρίτων και ότι γνώριζε το περιεχόμενο της και ως εκ τούτου τη φύση των αντικειμένων που αυτή περιείχε. Στη βάση των ανωτέρω ο Κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία 1, ενώ ο Κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στην κατηγορία
- ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Σε σχέση με την κατηγορία 2 ο Κατηγορούμενος 1 δήλωσε παραδοχή. Επομένως, επίδικο είναι το κατά πόσο έχει αποδειχθεί η ενοχή του Κατηγορουμένου
- Η κατηγορία 2 εδράζεται στο άρθρο 4
(1)του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου του 2004 (113(I)/2004), το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «4.-
(1)Με την επιφύλαξη των εδαφίων
(2),
(3)και (3Α) του παρόντος άρθρου, του εδαφίου
(1)του άρθρου 5 και του εδαφίου
(2)του άρθρου 37, απαγορεύεται η εισαγωγή, εξαγωγή, απόκτηση, κατοχή ή μεταφορά πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών των Κατηγοριών Α, Β και Γ, εκτός από την Κατηγορία Γ8, και οποιουδήποτε πυροβόλου όπλου που δεν διαθέτει στοιχεία που επιτρέπουν τον προσδιορισμό του σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 11 της Κοινοτικής Οδηγίας 91/477/ΕΟΚ.» Στην υπό κρίση υπόθεση σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα το όπλο που ανευρέθη στην μπλε νάιλον σακούλα ήταν αυτόματο πυροβόλο όπλο. Σύμφωνα με το Πρώτο Παράρτημα του Νόμου τα αυτόματα πυροβόλα όπλα εμπίπτουν στην κατηγορία των πυροβόλων όπλων κατηγορίας Α. Περαιτέρω μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος 2 είχε την κατοχή μέσω τρίτου την μπλε νάιλον σακούλας εντός της οποίας υπήρχε το επίδικο πυροβόλο όπλο. Επίσης ο Κατηγορούμενος 2 δεν είχε άδεια κατοχής του. Επίσης, ως έχουμε καταλήξει ανωτέρω είχε γνώση περί του περιεχομένου της επίδικης σακούλας. Συνακόλουθα, κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 2. ΤΡΙΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας θεμελιώνεται στο άρθρο 4
(1)του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου του 2004 (113(I)/2004), το οποίο έχει παρατεθεί ανωτέρω. Επιπρόσθετα, στηρίζεται και στο άρθρο 6
(1)του πιο πάνω Νόμου, το οποίο ορίζει ότι: «Η απόκτηση και κατοχή πυρομαχικών από πρόσωπο που δεν κατέχει άδεια κατοχής υπόκειται στο καθεστώς που ισχύει για τα πυροβόλα όπλα για τα οποία προορίζονται.» Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι τα εννέα φυσίγγια που ανευρεθήκαν στην μπλε νάιλον σακούλα ήταν κατάλληλα για το αυτόματο πυροβόλο όπλο του τύπου της δεύτερης κατηγορίας (πιο πάνω). Προκύπτει συνεπώς ότι τα φυσίγγια που ανευρέθηκαν ήταν φυσίγγια για πυροβόλο όπλο κατηγορίας Α. Επίσης οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν είχαν άδεια κατοχής τους. Σε σχέση με το στοιχείο της γνώσης υιοθετούμε τα όσα αναφέραμε ανωτέρω για την 1η κατηγορία προς αποφυγή επαναλήψεων. Έτσι με βάση τα ευρήματα μας ο Κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία 3 ενώ ο Κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος σε αυτή. Εν κατακλείδι ο Κατηγορούμενος 1 αθωώνεται στις κατηγορίες 1 και 3 που δεν παραδέχθηκε και ο Κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1, 2 και 3 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο