ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ω.Ω., Υπόθεση Αρ.: 2921/21, 16/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2022:13 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Σ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Ν.Α.Π. Γεωργιάδη, Α.Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 2921/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν Ω.Ω. Κατηγορουμένου ___________________________________________________________ Ημερομηνία: 16 Ιουνίου, 2022. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Μ. Κουτσόφτας για τον Γενικό Εισαγγελέα. Για τον Κατηγορούμενο: Η κα Ι. Ιωάννου με την κα Κ. Σοφοκλέους. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΕΞΑΓΕΤΑΙ ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ Α ΤΟ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟ Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αντιμετωπίζει συνολικά είκοσι έξι
(26)κατηγορίες. Οκτώ
(8)κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6
(4)(α), 7 του Περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014, Ν.91
(1)/2014. Συγκεκριμένα, σε άγνωστη για την Κατηγορούσα Αρχή ημερομηνία, κατά τον Δεκέμβριο του 2020 (Κατηγορία 1), τον Ιανουάριο του 2021 (Κατηγορία 2), τον Φεβρουάριο του 2021 (Κατηγορία 3), τον Μάρτιο του 2021 (Κατηγορία 4), τον Απρίλιο του 2021 (Κατηγορία 5), τον Μάιο του 2021 (Κατηγορία 6), τον Ιούνιο του 2021 (Κατηγορία 7) και τον Ιούλιο του 2021 (Κατηγορία 8), σε συγκεκριμένο χωριό και επαρχία, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί, δηλαδή κακοποίησε σεξουαλικά την ανήλικη εγγονή του, παραπονούμενη, γεννηθείσα στις 24.12.2009, διά πρωκτικής συνουσίας, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε πάνω σ΄ αυτήν. Οκτώ
(8)αντίστοιχες κατηγορίες βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (Κατηγορίες 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15 και 16), ήτοι κατά τον ίδιο τόπο και κατά τους ίδιους χρόνους που αναφέρονται στις Κατηγορίες 1-8, περιλαμβανομένων, ήλθε σε παράνομη συνουσία με την ίδια ανήλικη εγγονή του, χωρίς την θέληση της. Τέσσερεις
(4)κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6
(4)(α), 7 του ίδιου Νόμου (Ν.91
(1)/2014). Συγκεκριμένα, σε άγνωστη για την Κατηγορούσα Αρχή ημερομηνία, κατά ή περί τα τέλη του 2020 μέχρι τον Ιούλιο 2021, στο ίδιο συγκεκριμένο χωριό και επαρχία, κακοποίησε σεξουαλικά την ίδια ανήλικη εγγονή του, δηλαδή την ανάγκαζε να αγγίζει το πέος του και να τον αυνανίζει (Κατηγορία 17), έγλειψε τον πρωκτό της και τα γεννητικά της όργανα (Κατηγορία 18), παράνομα και άσεμνα της επιτέθηκε προβαίνοντας σε πρωκτολειχία (Κατηγορία 19) και έγλειψε ερωτικά το αυτί της (Κατηγορία 20), καταχρώμενος σε όλες τις περιπτώσεις, τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε πάνω σ΄ αυτήν. Τέσσερεις
(4)αντίστοιχες κατηγορίες για άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)
(2)(α) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Ν.119
(1)/2000 και του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ήτοι κατά τον ίδιο τόπο και κατά τους ίδιους χρόνους που αναφέρονται στις κατηγορίες 17-20, περιλαμβανομένων, κακοποίησε σεξουαλικά την ίδια ανήλικη εγγονή του, δηλαδή την ανάγκαζε να αγγίζει το πέος του και να τον αυνανίζει (Κατηγορία 21), έγλειψε τον πρωκτό της και τα γεννητικά της όργανα (Κατηγορία 22), προέβη σε πρωκτολειχία (Κατηγορία 23) και έγλειψε ερωτικά το αυτί της (Κατηγορία 24). Μία κατηγορία για αιμομιξία κατά παράβαση του άρθρου 147 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, ήτοι σε άγνωστη για την Κατηγορούσα Αρχή ημερομηνία, κατά ή περί τα τέλη του 2020 μέχρι τον Ιούλιο 2021 στο ίδιο χωριό και επαρχία, εν γνώση του ήλθε σε συνουσία με την ίδια ανήλικη εγγονή του (Κατηγορία 25). Τέλος, μία κατηγορία για επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)
(4)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Ν.119(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.212(Ι)/2004, ήτοι σε άγνωστη για την Κατηγορούσα Αρχή ημερομηνία, κατά ή περί τα τέλη του 2020 μέχρι τον Ιούλιο 2021, στο ίδιο χωριό και επαρχία, επιτέθηκε και κτύπησε την ίδια ανήλικη εγγονή του, με αποτέλεσμα να της προκαλέσει πραγματική σωματική βλάβη (Κατηγορία 26). Β Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα Δεκεμβρίου 2020 και Ιουλίου 2021 προέβη σε βάρος της εγγονής του, παραπονούμενης, στις ως άνω έκνομες πράξεις όταν έμενε λίγες ώρες μαζί του κάποιες ημέρες της εβδομάδας στο σπίτι του στο χωριό όπου κατοικούσε. Γ Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Η Υπεράσπιση προβάλλει ότι ο κατηγορούμενος δεν προέβη σε καμιά πράξη από αυτές που του καταλογίζονται στο κατηγορητήριο και η παραπονούμενη δεν λέει την αλήθεια. Δ ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν συνολικά 11 μάρτυρες κατηγορίας. Ο Αστ. Κωνσταντίνου, (Μ.Κ.1), ο οποίος χειρίστηκε στις 17.8.2021 το σύστημα οπτικογράφησης της κατάθεσης της παραπονούμενης, η Αστ. Πίτρη (Μ.Κ.2), η οποία έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση από την παραπονούμενη, η παραπονούμενη (Μ.Κ.3), η θεία της Α.Α. (Μ.Κ.4), η οποία στο περίπτερο της Μ.Κ.8, μετά που της τηλεφώνησε η τελευταία, η παραπονούμενη της ανέφερε τι της έκανε ο κατηγορούμενος, η εκπαιδευτική σχολική ψυχολόγος Αθανασίου (Μ.Κ.5), η οποία κατόπιν αιτήματος της μητέρας της παραπονούμενης στις 30.7.2020, εξαιτίας του ότι η παραπονούμενη δεν ήθελε να πηγαίνει στις προκαθορισμένες επισκέψεις με τον πατέρα της, έκλαιγε, κρυβόταν και δήλωνε έντονα την άρνηση της χωρίς να δηλώνει το λόγο, την παρακολούθησε σε 5 πέντε ημερομηνίες από 3.9.2020 έως 22.10.2020, η κλινική ψυχολόγος Χατζηθωμά (Μ.Κ.6), η οποία προέβη σε ψυχολογική αξιολόγηση της παραπονούμενης μετά την αποκάλυψη, ο ιατροδικαστής Ορθοδόξου (Μ.Κ.7), η θεία της Β.Β. (Μ.Κ.8), η οποία ήταν ένα από τα πρόσωπα που άκουσε από την παραπονούμενη τα όσα καταλογίζει στον κατηγορούμενο ότι της έκανε, η Γ.Γ. (Μ.Κ.9), μητέρα της παραπονούμενης, στην οποία αποκάλυψε ότι ο κατηγορούμενος της έβγαζε τα ρούχα της και την «πείραζε», η Αρχ./Αστ. 622 (Μ.Κ.10), η οποία κατόπιν τηλεφωνήματος της Μ.Κ.8 επισκέφθηκε την οικία της τελευταίας στις 14.8.2021, όπου συνάντησε την παραπονούμενη και στην παρουσία μόνο αυτής, η παραπονούμενη επανέλαβε τι της έκανε ο κατηγορούμενος και ο παιδίατρος Δρ. Δ.Δ. (Μ.Κ.11), η μαρτυρία του οποίου περιορίζεται στο τι εισηγήθηκε στη μητέρα της παραπονούμενης να κάνει, θεωρώντας ότι ήταν κάποια πάθηση, όταν του ανέφερε ότι η παραπονούμενη είχε ενόχληση στον πρωκτό. Οι μάρτυρες κατηγορίας υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών τους καταθέσεων που έδωσαν στην αστυνομία, οι οποίες κατατέθηκαν στη διαδικασία ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους. Ε ΤΕΚΜΗΡΙΑ Κατατέθηκαν είκοσι-τρία
(23)τεκμήρια, αναφορά στα οποία θα γίνει εκεί και όπου χρειάζεται. ΣΤ ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Οι καταθέσεις της Γεωργιάδη, λειτουργού στο «Σπίτι του Παιδιού», Τεκμήριο 20 και της Ε.Ε., αδελφής του κατηγορούμενου, Τεκμήριο 23, έγιναν παραδεκτά γεγονότα και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Γι΄ αυτές γίνεται σχετική αναφορά στο μέρος που γίνεται η παράθεση και η αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ζ ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Μετά που το Δικαστήριο βρήκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του και επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, κάλεσε δύο
(2)μάρτυρες υπεράσπισης (Μ.Υ.), η μαρτυρία των οποίων θα παρατεθεί και θα αξιολογηθεί στη συνέχεια, σε άλλο μέρος της απόφασης. Πρόκειται για ένα γείτονα του, Μ.Υ.1 και τον γαμπρό του, Μ.Υ.2, οι οποίοι αναφέρθηκαν στο πως συμπεριφερόταν η παραπονούμενη όταν επισκεπτόταν τον κατηγορούμενο. H ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής στην αγόρευση του, αφού πρώτα προέβη σε μια επιγραμματική αναφορά στα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα, όπως και σε μια πολύ συνοπτική αναφορά στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ακολούθως προέβη σε περίληψη των γεγονότων της υπόθεσης. Στη συνέχεια, αφού καταγράφει και αναλύει, πάλι συνοπτικά αλλά περιεκτικά τη μαρτυρία τόσο της Κατηγορούσας Αρχής όσο και της Υπεράσπισης, κάλεσε το Δικαστήριο στη βάση της μαρτυρίας των Μ.Κ., τους οποίους ζήτησε από το Δικαστήριο να κρίνει αξιόπιστους και δη την παραπονούμενη, όπως κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο, αφού πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Η συνήγορος του κατηγορούμενου στην πολυσέλιδη αγόρευση της, αφού πρώτα κάνει αναφορά στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, στη συνέχεια προβάλλει ότι το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα, την οποία εξήγησε με διεξοδική αναφορά στη νομολογία, την οποία όμως δεν χρειάζεται να καταγράψουμε τώρα, αφού το Δικαστήριο θα ασχοληθεί επισταμένα με το θέμα πολλαπλότητας στη συνέχεια σε άλλο μέρος της απόφασης. Ακολούθως, αφού σχολίασε μια προς μία τη μαρτυρία των Μ.Κ. και για κάθε μια από αυτές εισηγήθηκε ότι παρουσίαζε και κάποια αδυναμία και δη των Μ.Κ.1, 2, 3, 4, 6, 8, 9 και 10, ζήτησε από το Δικαστήριο όπως μη τις κάνει αποδεκτές. Ενώ από την άλλη για τους Μ.Υ.1 και 2 εισηγήθηκε, ως αντιλαμβανόμαστε, το αντίθετο. Για τις σχετικές εισηγήσεις για τον κάθε Μ.Κ. θα γίνει αναφορά στη συνέχεια στο μέρος της αξιολόγησης της μαρτυρίας των Μ.Κ. όπου παρατίθενται και αξιολογείται η μαρτυρία του κάθε Μ.Κ., αλλά και του Μ.Υ. Για όλες τις εισηγήσεις της επικαλέσθηκε σχετική νομολογία. Κατέληξε, με ειδική αναφορά στη μαρτυρία της παραπονούμενης, ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών που αντιμετωπίζει και δη ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θ ΑΡΧΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ Η αξιολόγηση όλων των μαρτύρων θα γίνει σύμφωνα με τις πάγιες και διαχρονικές αρχές όπως καθιερώθηκαν από τη νομολογία την οποία παραθέτουμε πιο κάτω. Στην υπόθεση Πελεκάνου ν. Πελεκάνου
(1999)1ΑΑΔ 1273, 1280, 1281 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου υ. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191». Στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 και δη στη σελίδα 530 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Μέρος μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, δεν μπορεί να απορρίπτεται χωρίς την παροχή αιτιολογίας με μέτρο κρίσης το συμπέρασμα για την αξιοπιστία άλλου μάρτυρα το οποίο - συμπέρασμα - ήταν το αποτέλεσμα της έντονης πεποίθησης του Δικαστηρίου ότι ο τελευταίος είπε την αλήθεια». Στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 371, αφού γίνεται αναφορά στην υπόθεση Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71, ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος του και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και στο περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Η αρχή αυτή έχει μεγαλύτερη δύναμη στην ποινική δίκη όπου η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Πρέπει να αναφερθεί ότι η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο (βλ. υπόθεση Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68). Μικρές διαφορές στη μαρτυρία είναι φυσικό να υπάρχουν (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 76 και Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 104, 118). Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά. ν. Σάκη Ν. Κουρέα κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 1833) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Η αποδοχή μέρους μαρτυρίας και η απόρριψη άλλου, ενός μάρτυρα, δεν αποτελεί διάβημα μεμπτό ή αντινομικό. Απεναντίας, το δικαίωμα ανάγεται στην ευχέρεια αξιολόγησης της μαρτυρίας και της δυνατότητας ορθής αποτίμησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο (βλ. Georghiades v. The Police
(1985)2 CLR 56, Kades v. Nikolaou and Another
(1986)1 CLR 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 CLR 257, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207, Καρεκλά ν. Κλεάνθους
(1997)1 ΑΑΔ 1199 και Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1988)1 ΑΑΔ 1215, Mustafa v. Κακούρη κ.ά
(2001)1 ΑΑΔ 165 και Αντωνίου (Μεσίτης) ν. Χρίστου
(2006)1 ΑΑΔ 888). Μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στον Δικαστήριο (βλ. Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320, 322, Ξυδίας ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 217 και Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 143, 155) και δεν αναμένεται ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα πρέπει να συνάδει απόλυτα με την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων. Οι διαφορές στη μαρτυρία είναι αναπόφευκτες (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612). Για να κριθεί ένας μάρτυρας αναξιόπιστος θα πρέπει η μαρτυρία του να είναι τέτοια που να δημιουργεί ρήγμα στην υπόθεση και να είναι ουσιαστικής μορφής που να πλήττει καίρια την αξιοπιστία του ή να φανερώνει διάθεση να ψευσθεί. Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνει τη μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Ομήρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98, Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 449, Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390 και Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 326). Ι ΕΞ ΑΚΟΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η εξ ακοής μαρτυρία διέπεται από τα άρθρα 23, 24, 25, 26 και 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. Η πιο συνηθισμένη μορφή εξ' ακοής μαρτυρίας, σε απλό επίπεδο γιατί, αναλόγως της περίπτωσης μπορεί να υπαχθεί σε κάποια από τις εξαιρέσεις του κανόνα, είναι εκείνη της επανάληψης των λεχθέντων προσώπου που δεν κατέθεσε και περί των οποίων ο μάρτυρας που τα επαναλαμβάνει δεν έχει πρωτογενή γνώση (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης & Νικόλας Σάντης, Β Έκδοση, σελίδα 291). Τέτοια μαρτυρία δεν απορρίπτεται εκ μόνου του λόγου ότι είναι εξ ακοής, βλ. Σταύρου κ.α. ν. Ττοουλουδιού κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 1239, ούτε και γίνεται αυτόματα αποδεκτή για το αληθές του περιεχομένου της. Η βαρύτητα που θα προσδοθεί, εξαρτάται από τους παράγοντες που προσδιορίζονται, όχι περιοριστικά, στο άρθρο 27
(1)και
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου
(2006)2 ΑΑΔ 217 και υπό το φως των λεχθέντων σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως η υπόθεση Γιαπάτος ν. Σάββα κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 324, Ανδρέου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 152, Κολάνη ν. Ταμπούρα
(2010)1 ΑΑΔ 1108 και Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, Πολιτική Έφεση Αρ. 6/2011, ημερομηνίας 15.7.2016, ECLI:CY:AD:2016:A364. Κατά την αξιολόγηση το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης καθώς και, κυρίως θα λέγαμε, κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό να κληθεί το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση του γεγονότος να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ο χρόνος που διέρρευσε μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στα οποία αναφέρεται, ποιο βαθμό εξ ακοής μαρτυρίας είναι, το πρόσωπο που μεταφέρει την αρχική δήλωση, αν μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι, αν αυτός που το μεταφέρει έχει κίνητρο να παραποιήσει την αρχική δήλωση και αν υπό τις περιστάσεις που προσάγεται φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της. Το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση της βαρύτητας είτε η εξ ακοής μαρτυρία προέρχεται από προφορική μαρτυρία, βλ. Γεωργίου ν. Στυλιανού
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 70, είτε από γραπτή μαρτυρία, βλ. Μόνος κ.α. ν. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2000)1 (Β) ΑΑΔ 1002 και Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 339. Επίσης λαμβάνεται υπόψη αν θα μπορούσε, η πλευρά που προσκόμισε τη προφορική μαρτυρία, να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε, βλ. Δημητρίου ν. Νικολάου
(2012)1 ΑΑΔ 2714, Περικλέους ν. Μιχαήλ κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 2420, Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 17 και Κολάνη, ανωτέρω. Αναλόγως της περίπτωσης μπορεί να μην γίνει αποδεκτή, βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 ΑΑΔ 217, ή να γίνει αποδεκτή. Στην υπόθεση Assad ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 164/2016, ημερομηνίας 6.12.2017 λέχθηκαν τα εξής: «H αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, γίνεται, προσεκτικά, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία (Δέστε Πολιτική Έφεση αρ. 6/2011, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ v. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου, ημερ. 15.7.2016 και Ανδρέου κ.α. v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 152). Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεση και, ιδιαίτερα, το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί, ως μάρτυρας στη διαδικασία, το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα (όπως στην παρούσα υπόθεση), το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επ' ακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση, κτλ. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27
(2)του Κεφ. 9, δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί, σύμφωνα με τη Νομολογία μας. Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το Δικαστήριο, είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική είτε από γραπτή μαρτυρία (Δέστε Γεωργίου v. Στυλιανού
(2009)1 Α.Α.Δ. 70 και Μονός κ.α. v. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1002). Το άρθρο 27
(3)του Κεφ. 9 προνοεί ότι, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Πέραν των προαναφερομένων, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης (Δέστε Ηλιάδη και Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320 - 331)». Κατ' αρχάς το μέρος της μαρτυρίας των Μ.Κ. 4, 8, 9 και 10, η οποία συνίσταται στο τι δήλωσε σε καθένα από αυτούς η παραπονούμενη, πρόκειται για μαρτυρία η οποία αφορά δηλώσεις της παραπονούμενης σε αυτούς, η οποία μπορεί να τύχει χρήσης μόνο για απόδειξη της αλήθειας αυτού που δηλώθηκε, ως κατωτέρω εξηγείται, ενώ στο βαθμό που αυτή σχετίζεται με αυτοενισχυτικές δηλώσεις της παραπονούμενης δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία, δηλαδή της αυτοενίσχυσης. Η τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 που έχει καταστήσει τις εξ ακοής δηλώσεις αποδεκτή μαρτυρία, δεν έχει επηρεάσει τον κανόνα ότι οι αυτοενισχυτικές δηλώσεις δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία. Αυτές οι δηλώσεις το μόνο που κάνουν είναι να υποδηλώνουν την εμμονή του προσώπου που τις κάνει στην εκδοχή του (βλ. R v. Roberts [1942] 1 All E.R. 187 και Ζησιμίδης ν. Republic
(1982)2 CLR 382, 418). Σύμφωνα δε με το άρθρο 30
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 είναι αποδεκτή μόνο προς απόδειξη της αλήθειας αυτού που δηλώθηκε, όχι προς ενίσχυση της αξιοπιστίας της παραπονούμενης, άρθρο 30
(2)του Κεφ. 9. Επίσης το μέρος της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων που ανέφεραν τι άκουσαν ή τι τους είπε κάποιος, δηλαδή δεν έχουν πρωτογενή γνώση, όπως στην περίπτωση της Μ.Κ.10, η οποία ανέφερε τι είπαν συγκεκριμένα πρόσωπα στις καταθέσεις τους στην αστυνομία, τα οποία πρόσωπα αναφέραμε στη σελίδα 6 της απόφασης, αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, η αξιολόγηση και η βαρύτητα που θα προσδοθεί σε αυτές θα διαφανεί στη συνέχεια. Όμως στο άρθρο 21 του Ν.91
(1)/2014, υπό τον τίτλο «ενισχυτική μαρτυρία και άμεση καταγγελία αποδεκτή ως μαρτυρία» στο εδάφιο
(2), αναφέρεται ότι χωρίς να επηρεάζονται οι διατάξεις του άρθρου 10 του περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ. 9, καταγγελία η οποία γίνεται από θύμα αδικήματος που προβλέπεται στο Ν.91(Ι)/2014 προς
(1)οποιοδήποτε αστυνομικό,
(2)λειτουργό κοινωνικών υπηρεσιών,
(3)ψυχολόγο,
(4)ψυχίατρο ή γιατρό άλλης ειδικότητας που εξετάζει το θύμα,
(5)εκπαιδευτικό,
(6)μέλος μη κυβερνητικού οργανισμού που παρέχει συνδρομή και στήριξη σε θύματα,
(7)ή μέλος του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του θύματος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του, αποτελεί ικανή μαρτυρία. Παρόμοια πρόνοια εντοπίζεται και στο άρθρο 14 του Ν.119(Ι)/2000 στην οποία αντί «ικανή μαρτυρία» αναφέρεται μόνο «μαρτυρία». Επίσης στο εδάφιο
(3)προβλέπεται ότι μαρτυρία θύματος που δίδεται σε εμπειρογνώμονα αποτελεί ικανή μαρτυρία. Δεν υπάρχει ερμηνεία του όρου «εντός εύλογου χρόνου» στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Ν.91(Ι)/2014. Όμως εξάγεται από την αναφορά «χωρίς να επηρεάζονται οι διατάξεις του άρθρου 10 του περί Αποδείξεως Νόμου» και του τίτλου του άρθρου 21 που αναφέρεται σε «άμεση καταγγελία» ότι αυτή πρέπει να έχει κάποια εγγύτητα χρόνου με τη διάπραξη του αδικήματος, κάπως περισσότερη από αυτή που έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία για το άμεσο παράπονο. Η δε αναφορά σε «ικανή μαρτυρία» τόσο στο εδάφιο
(2)όσο και στο εδάφιο
(3)του άρθρου 21 του Ν.91(Ι)/2014 πρέπει να ερμηνευθεί ότι έχει την έννοια της αποδεκτής μαρτυρίας όπως αναφέρεται και στον τίτλο του άρθρου
- Αυτή η προσέγγιση υποστηρίζεται και εξάγεται από την υπόθεση Ρ. ν. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 253/2017, ημερομηνίας 28.2.
- Μια άλλη ειδική ρύθμιση αποδεικτικού δικαίου εντοπίζεται στα άρθρα 16 και 17 του Ν.119(Ι)/2000, στο οποίον μεν άρθρο 16 προνοείται ότι το Δικαστήριο δύναται να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο με μόνη την κατάθεση του θύματος, εφόσον δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία και στο άρθρο 17
(1)προβλέπεται ότι αν κατά τη διάρκεια εξέτασης ανήλικου προσώπου από ψυχίατρο ή ψυχολόγο για σκοπούς αξιολόγησης ή ψυχοθεραπείας γίνει αναφορά από τον ανήλικο ότι υπέστη κακοποίηση από οποιοδήποτε πρόσωπο, η μαρτυρία του ψυχιάτρου ή ψυχολόγου δύναται να γίνει αποδεκτή στο Δικαστήριο κατ΄ εξαίρεση του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας. Το άρθρο 17 έτυχε εξέτασης και ερμηνείας στην υπόθεση Ε.Α. ν. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Βεβαίως, διαφορετικό είναι το ζήτημα μαρτυρίας ψυχιάτρου ή ψυχολόγου με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 17 του περί της Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000, Ν.119(Ι)/2000, σύμφωνα με τις οποίες αν κατά τη διάρκεια εξέτασης ανηλίκου προσώπου από ψυχίατρο ή ψυχολόγο για σκοπούς αξιολόγησης ή ψυχοθεραπείας γίνει αναφορά από τον ανήλικο ότι υπέστη κακοποίηση, η μαρτυρία του ψυχίατρου ή ψυχολόγου δύναται να γίνει αποδεκτή στο δικαστήριο, κατ΄ εξαίρεση του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας. Δεν πρόκειται για μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης, αλλά για μεταφορά του παραπόνου του παιδιού. Στην πραγματικότητα η πρόνοια αυτή αποτελεί και εξαίρεση στον κανόνα που αποκλείει «αυτοεξυπηρετικές» δηλώσεις (self-serving statements), ανεξάρτητα από το ζήτημα της εξ ακοής μαρτυρίας». Όμως στο εδάφιο
(2)προνοείται ότι το Δικαστήριο δεν καταδικάζει οποιοδήποτε πρόσωπο με βάση μόνο τη μαρτυρία που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)πιο πάνω, εκτός αν η μαρτυρία αυτή ενισχύεται σε ουσιώδη σημεία από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία που μπορεί να περιλαμβάνει μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Οι πιο πάνω πρόνοιες των άρθρων 14, 16 και 17 του Ν.119(Ι)/2000 επήλθαν με τον τροποποιητικό Νόμο 212(Ι)/
- Ο Νόμος 91(Ι)/2014 κατάργησε τον περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας Θυμάτων Νόμο 87(Ι)/2007 όπως είχε τροποποιηθεί με νόμο του 2012, στον οποίο υπήρχε παρόμοια διάταξη στο άρθρο 4, με αυτή του άρθρου 21 του Ν.91(Ι)/
- Οι πρόνοιες των άρθρων 14, 16 και 17 του Ν.119(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε αναφέρονται γενικά σε θύματα (ανήλικα και ενήλικα). Η πρόνοια του άρθρου 21
(1)του Ν.91(Ι)/2014 αναφέρεται στα παιδιά. Όμως το άρθρο 9 του περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ.9, προνοεί ότι για την απόδειξη οποιουδήποτε αδικήματος δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού. Δηλαδή, από τη στιγμή που αναφέρεται «για την απόδειξη οποιουδήποτε αδικήματος», συμπεριλαμβάνει και τα αδικήματα που αναφέρονται στο Ν.91(Ι)/2014, αφού στο άρθρο 21
(1)του Ν.91(Ι)/2014, αν και αναφέρεται «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα νόμο δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία», ουσιαστικά επαναλαμβάνει την πρόνοια του άρθρου 9 του ΚΕΦ. 9, η οποία επήλθε με το Ν.14(Ι)/2009, η οποία είναι πιο διευρυμένη, αφού συμπεριλαμβάνει και το μη απαραίτητο της αυτοπροειδοποίησης. Πέραν από αυτή τη διαφορά, η μόνη άλλη διαφορά είναι η χρήση της φράσης «δεν απαιτείται» στο άρθρο 21
(1)του Ν.91(Ι)/2014 και της φράσης «δεν είναι απαραίτητη» στο άρθρο 9 του ΚΕΦ.
- Ουσιαστικά όμως οι δύο ως άνω φράσεις στις αναφερθείσες διατάξεις των δύο ως άνω νομοθετημάτων έχουν το ίδιο νόημα. Επομένως όταν πρόκειται για μάρτυρα που είναι παιδί δεν τίθεται θέμα σύγκρουσης των ως άνω αποδεικτικών κανόνων και ούτε τίθεται θέμα διατήρησης σε ισχύ του κανόνα πρακτικής για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας και αυτοπροειδοποίησης για αδικήματα βασιζόμενα στον Ποινικό Κώδικα και εκ τούτου καταστρατήγησης της πολιτικής και του σκοπού του συγκεκριμένου νόμου για να γίνει σχετική επισήμανση από το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει έχουμε κατά νου τα όσα αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Ε.Α. ν. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019, την υπόθεση Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 147/2016, 148/2016, ημερομηνίας 20.11.2019, την υπόθεση Α.Μ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 133/2019, ημερομηνίας 17.6.2021 και ΧΧΧ ν. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 177/2017, ημερομηνίας 20.12.
- Κ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΑ Όσον αφορά τη μαρτυρία της Μ.Κ.6 και της Μ.Κ.5 δεν αμφισβητήθηκαν τα προσόντα τους και ότι αυτές είναι εμπειρογνώμονες στην ειδικότητά τους. Παρόλα αυτά, αφού εξετάσαμε το επάγγελμα, την εκπαίδευση, τα προσόντα, τις γνώσεις και την πείρα τους και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας, κρίνουμε ότι αυτές είναι εμπειρογνώμονες στην ειδικότητα που έχει κάθε μία από αυτές (βλ. υπόθεση Christakis Evangelou a.a. ν. Stavros G. Ambizas a.a.
(1982)1 CLR 41, Θεοσκέπαστη Φαρμ κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 AAΔ 984, Ελένη Τσαγγάρη Δημητρίου ν. Ανδριανής Κυριάκου Εγγλέζου κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 1285, R.Κ.Β. Leathergoods Limited ν. Βιργινίας Ευάγγελου Αγγελίδη
(2004)1 ΑΑΔ 1071 και Μαρία Στεφάνου Παπαχριστοφόρου ν. Τάκη Κυριάκου Καπνίση κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 244. Επομένως, η μαρτυρία τους θα τύχει αξιολόγησης με βάση τις αρχές προσέγγισης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Κατ' εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει τη γνώμη του σε θέματα της ειδικότητας του (βλ. υποθέσεις Vassiliko Cement Works Ltd ν. Stavrou
(1978)1 CLR 389 και Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746). Σ' αυτή την περίπτωση, ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να δυνηθεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση επί των γεγονότων (βλ. Davie ν. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Anastassiades ν. The Republic
(1977)2 CLR 97, Philippou ν. Odysseos
(1989)1 CLR 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ, ανωτέρω, Yiannis N. Erimoudis Estates Limited κ.ά. ν. Χριστοδουλίδου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 926, Νεοφύτου ν. Ανδρέου κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 692). Δεν επιτρέπεται ένας εμπειρογνώμονας - παιδοψυχίατρος να προχωρεί πέραν του σκοπού για τον οποίο κλητεύθηκε να δώσει μαρτυρία και να εκφράζει την πεποίθηση του ότι το παιδί έλεγε την αλήθεια και πως ο κατηγορούμενος έκανε σε βάρος του παιδιού όσα το παιδί εναντίον του ανάφερε. Αλλά το Δικαστήριο οφείλει να μην επιτρέψει να δοθεί τέτοια μαρτυρία και να καταγράψει στο πρακτικό του Δικαστηρίου την απόρριψη τέτοιας μαρτυρίας. (βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390, 405). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2017, ημερ. 2.5.2018 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πριν εγκαταλείψουμε το ζήτημα, θεωρούμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε ότι, το καθήκον κάθε εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση. (Βλ. Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd. κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814 και Cybarco Ltd. v. Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ.2013). Δεν είναι ο ρόλος του πραγματογνώμονα να καταθέτει ή να σχολιάζει επί της αξιοπιστίας ενός συγκεκριμένου μάρτυρα. Το βαρύ και δύσκολο καθήκον της κρίσης της αξιοπιστίας και της τελικής ετυμηγορίας, περιλαμβανομένης της διατύπωσης ευρημάτων, βαραίνει τους δικαστές και όχι οποιοδήποτε άλλο.» Λ Η ΠΑΡΑΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Αν και δεν χρειάζεται να καταγράφεται το σύνολο της μαρτυρίας και η αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της, G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδόπουλου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 88, 92, εντούτοις επειδή στην αγόρευση της η συνήγορος υπεράσπισης έθεσε πληθώρα επισημάνσεων που τις ανήγαγε σε αντιφάσεις και/ή διαφοροποιήσεις ή ουσιώδεις παραλείψεις, κρίνουμε ορθότερο να καταγράψουμε όσον το δυνατό το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας για να μην δημιουργηθεί η παραμικρή αμφιβολία ότι εξετάσαμε την μαρτυρία στο σύνολο της. Είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε και να παρακολουθήσουμε όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που έδιναν τη μαρτυρία τους, από το εδώλιο του μάρτυρα, ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια τους, την ευθύτητά τους, την ακεραιότητά τους, τη σαφήνειά τους, το συμφέρον τους στην υπόθεση, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και προβήκαμε στη διεργασία αξιολόγησής τους, κοσκινίζοντας, συγκρίνοντας, συσχετίζοντας και αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία τους, τόσο με όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας ξεχωριστά, όσο και στο σύνολο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων. Λ
(1)ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Η παραπονούμενη γεννήθηκε στις 24.12.2009, κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου της Μ.Κ.9, (παντρεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 2009), η οποία, αμέσως μετά τη γέννηση της παραπονούμενης, χώρισε με τον πατέρα της. Έκτοτε η Μ.Κ.9 διέμενε μαζί με την παραπονούμενη, ασκώντας την κηδεμονία της παραπονούμενης δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, στο σπίτι των γονέων της, σε συγκεκριμένο χωριό, άλλο από αυτό που διέμενε ο κατηγορούμενος, μέχρι που η Μ.Κ.9 ξαναπαντρεύτηκε το 2017 και διέμενε μαζί με τον νέο σύζυγο της στο συγκεκριμένο χωριό που έγιναν τα επίδικα γεγονότα. Ο πατέρας της παραπονούμενης δεν είχε επαφή μαζί της μέχρι που η παραπονούμενη έφτασε σε μια συγκεκριμένη ηλικία, αν και είχε το δικαίωμα να έχει επαφή μαζί της κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Κατόπιν διαμεσολάβησης συγκεκριμένου ιερέα, ο πατέρας της παραπονούμενης, και ενίοτε ο κατηγορούμενος, παραλάμβανε την παραπονούμενη από την Μ.Κ.9 και, αν και δεν προβλεπόταν στο διάταγμα επικοινωνίας, την μετέφερε στο χωριό όπου διέμενε, όπου όμως, αντί να είναι μαζί του εκείνες τις λίγες ώρες, ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο, ο οποίος διέμενε σε άλλο σπίτι, δίπλα από το σπίτι του πατέρα της παραπονούμενης. Λ
(2)Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ Στις 14.8.2021, μετά από την επιστροφή της παραπονούμενης, της Μ.Κ.9 και των γονέων της, από βόλτα με το αυτοκίνητο του πατέρα της Μ.Κ.9 σε διπλανό Δήμο από αυτόν που διέμενε η Μ.Κ.8, στο περίπτερο της Μ.Κ.8, στο Δήμο όπου διέμενε η παραπονούμενη, καθ΄ ον χρόνο συνοδευόταν από την Μ.Κ.9 για να μεταβεί στην τουαλέτα του περιπτέρου, αποκάλυψε ότι ο κατηγορούμενος της έβγαζε τα ρούχα της και την «πείραζε». Γι΄ αυτό το θέμα, δηλαδή της αποκάλυψης στο περίπτερο, η οποία όλοι συμφωνούν ότι έγινε στο συγκεκριμένο χώρο, κατά την συνήγορο υπεράσπισης υπάρχει διαφορετική περιγραφή των γεγονότων μεταξύ των Μ.Κ. 8 και 9, με αυτή της παραπονούμενης, ως προς το ποιος ή ποιοι ήταν μπροστά όταν γινόταν η αποκάλυψη από την παραπονούμενη και τι είπε σε κάθε μια από αυτές, όπως και διαφορετικές αναφορές για άλλα, επιμέρους, θέματα, μεταξύ των οποίων αν η παραπονούμενη μεταφέρετο καθημερινά ή μερικές ημέρες της εβδομάδας στο σπίτι του κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου αξίζει να παραθέσουμε και να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία αυτών των Μ.Κ., αλλά και των άλλων Μ.Κ. οι οποίοι ενεπλάκησαν στην υπόθεση μετά την αποκάλυψη της παραπονούμενης και την καταγγελία που έγινε από την Μ.Κ.8 στην Αστυνομία και στη συνέχεια της Μ.Κ.9 και της παραπονούμενης στο αρμόδιο τμήμα της Αστυνομίας. Λ
(3)Η ΠΑΡΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΗΣ Μ.Κ.8 Να σημειώσουμε ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.8, όπως και των Μ.Κ.4 και 9, αφού πρώτα παρατίθεται η κάθε μια χωριστά, η αξιολόγηση της θα γίνει σε σύμπλεξη και των τριών. Η Μ.Κ.8 (η κατάθεση της σημειώνεται ως Έγγραφο Ζ), θεία της παραπονούμενης (αδελφή της μητέρας της), αναφέρθηκε στις σχέσεις των γονέων της παραπονούμενης, στον χωρισμό τους, στα προβλήματα υγείας της Μ.Κ.9 (έπασχε από επιλόχειο κατάθλιψη), στο μεγάλωμα της παραπονούμενης από την ίδια, την αδελφή της Μ.Κ.4 και τους εκ μητρός παππούδες της, Ζ.Ζ. και Η.Η. Οι γονείς της παραπονούμενης, όπως είπε, παντρεύτηκαν τον Σεπτέμβριο του 2010 και χώρισαν τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, λίγες μέρες μετά την γέννηση της. Προφανώς η Μ.Κ.8 θα εννοούσε το 2009 και όχι το 2010 ότι παντρεύτηκαν η μητέρα και ο πατέρας της παραπονούμενης, αφού η παραπονούμενη γεννήθηκε στις 24.12.
- Η Μ.Κ.9 υπέφερε τότε και για κάποιο χρονικό διάστημα με επιλόχειο κατάθλιψη, η οποία κατάθλιψη άφησε τα σημάδια της τα οποία παρατηρούνται μέχρι σήμερα. Ο πατέρας της παραπονούμενης, ουσιαστικά, ήταν απών από την ζωή και το μεγάλωμα της. Ενώ το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα επικοινωνίας ώστε ο πατέρας της παραπονούμενης να έχει επαφή μαζί της στην παρουσία, είτε της μητέρας του, είτε του πατέρα του, στο σπίτι της αδελφής τους Θ.Θ., ο πατέρας της δεν την έβλεπε «ιδιαίτερα». Ποτέ δεν πήγε είτε με τον ένα γονιό του, είτε με τον άλλο για να την δουν. Δεν πλήρωνε επίσης την διατροφή που επιδίκασε το Δικαστήριο και αυτό δημιουργούσε προβλήματα. Πριν από δύο χρόνια περίπου (από την ημέρα που έδωσε την κατάθεση της στις 17.8.2021, δηλαδή περί το καλοκαίρι του 2019), συγκεκριμένος ιερέας, ο οποίος βοήθησε πολύ τον πατέρα της παραπονούμενης και οικονομικά και με άλλους τρόπους, μεσολάβησε ώστε αυτός να «βλέπει» την παραπονούμενη. Ο πατέρας της την έπαιρνε μαζί του για λίγες ώρες, είτε στο σπίτι του, είτε στα σπίτια φιλικών του προσώπων. Απ΄ ό,τι τους έλεγε η παραπονούμενη, την έπαιρνε στον παππού της, τον κατηγορούμενο, στην γιαγιά την Ι.Ι. και σε κάποια Κ.Κ. Κάποιες φορές, η παραπονούμενη έκλαιγε και δεν ήθελε να πάει με τον πατέρα της. Μια βδομάδα, περίπου, προτού η ίδια δώσει την κατάθεση της (την έδωσε στις 17.8.2021), η παραπονούμενη ήθελε να κοιμηθεί στο σπίτι της. Όταν ξάπλωσαν να κοιμηθούν, η παραπονούμενη ήθελε να της πει κάτι («φάνηκε κάτι να την απασχολούσε»), η ίδια όμως την προέτρεψε να κοιμηθεί, χωρίς να την αφήσει να της μιλήσει. Την άλλη ημέρα η παραπονούμενη φαινόταν προβληματισμένη, αλλά η ίδια δεν της έδωσε σημασία. Στις 14.8.2021, το απόγευμα (γύρω στις 19:15), ενώ βρισκόταν στο περίπτερο που διατηρεί στο Δήμο όπου διαμένει, ήρθαν οι γονείς της, μαζί με την παραπονούμενη και την Μ.Κ.
- Μόλις η παραπονούμενη κατέβηκε από το αυτοκίνητο, μπήκε στο περίπτερο και κατευθύνθηκε προς τις τουαλέτες. Προτού φθάσει στις τουαλέτες, σταμάτησε, γύρισε προς το μέρος της μητέρας της (Μ.Κ.9) και στην παρουσία όλων, είπε «Άμα ο [κατηγορούμενος] πειράζει με». Η Μ.Κ.9 σοκαρίστηκε και πάγωσε. Η παραπονούμενη συνέχισε και είπε «φκάλει τζαι τα ρούχα του τζαι πειράζει με». Οδήγησε την παραπονούμενη και την Μ.Κ.9 δίπλα στο σπίτι της, όπου η παραπονούμενη συνέχισε να τους λέει, τι της συνέβηκε. Είπε πως ο κατηγορούμενος της έβγαζε τα ρούχα της, έβγαζε και τα δικά του και «έπαιζε» με το «κωλί» της. Πως της είπε ότι δεν θα πειράξει το «πουττί» της, γιατί θα της το πειράξει άλλος άντρας. Πως την ανάγκαζε να κάνει το χέρι της πάνω-κάτω (η παραπονούμενη έδειξε με το χέρι της την χειρονομία) και το «πουλλί» του έβγαζε υγρά. Πως της είπε να μην πει τίποτα σε κανένα και πως τούτο ήταν το μυστικό τους. Επίσης πως κλείδωνε την πόρτα του σπιτιού για να μην ακούσουν οι γείτονες. Αμέσως ενημέρωσε την αστυνομία και προέβη σε καταγγελία. Ήρθαν δύο αστυνομικοί, ένας άνδρας και μία γυναίκα. Η ίδια πέρασε έξω από το δωμάτιο και η παραπονούμενη εξιστόρησε στην αστυνομικό «εκείνα που είχε να πει». Δύο μέρες μετά, στις 16.8.2021, η παραπονούμενη παραπονέθηκε ότι πονούσε τον πισινό της. Η ίδια είδε ότι στην περιοχή υπήρχε κοκκίνισμα («ήταν σηκωμένο όπως την καντιλούα») και της έβαλε κρέμα όπως τους συνέστησε ο παιδίατρος. Μετά την αποκάλυψη των γεγονότων, δεν άφηνε ούτε και αφήνει την παραπονούμενη να μιλήσει για τα συμβάντα, επειδή η ίδια «δεν τα αντέχει». Η παραπονούμενη της είπε και για το περιστατικό που καθόταν στον καναπέ, δεν δέχθηκε να «της κάμει την πράξη» ο παππούς της, ο οποίος «εκούντησε την» με το μαξιλάρι, πρήστηκαν τα χείλη της και η παραπονούμενη τους είπε πως κτύπησε «πάνω στην πόρτα». Απέρριψε τη θέση της Υπεράσπισης, πως είναι η Μ.Κ.9 που της είπε «επείραξε την [παραπονούμενη] ο [κατηγορούμενος]» και όχι η ίδια η παραπονούμενη. Επέμενε στη θέση πως η παραπονούμενη δεν πρόλαβε να πάει στην τουαλέτα («ήταν ενδιάμεσα του διαδρόμου, έξω από τα ψυγεία, στα νερά τζιαμέ») όταν «είπε τούτο το πράγμα», η ίδια ήταν 3 μέτρα πιο μακριά και η Μ.Κ.9 «έπιασε την κεφαλή της και άρκεψε κλάμα». Η συνήγορος του κατηγορούμενου στη γραπτή της αγόρευση της εισηγήθηκε ότι τα όσα ανέφερε η μάρτυρας ότι γνώριζε σε σχέση με τα επίδικα θέματα, τα πληροφορήθηκε από την Μ.Κ.9 και όχι όπως ανέφερε στη μαρτυρία της ότι άκουσε την παραπονούμενη να τα αναφέρει στην Μ.Κ.9 όταν βρίσκονταν έξω από τις τουαλέτες. Μάλιστα η μαρτυρία της αυτή είναι σε αντίφαση με την μαρτυρία της Μ.Κ.9, η οποία, κατά την συνήγορο υπεράσπισης, της ανέφερε ότι αυτή είπε στην Μ.Κ.8 και στους γονείς της τα όσα της ανέφερε η παραπονούμενη. Αυτή η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης δεν ευσταθεί αφού σύμφωνα με τα πρακτικά του Δικαστηρίου δεν είπε κάτι τέτοιο η Μ.Κ.
- Γενικά, κατά την συνήγορο υπεράσπισης, η Μ.Κ.8 αναφέρθηκε σε άσχετα γεγονότα σε μια προσπάθεια να επηρεάσει αρνητικά το Δικαστήριο σε βάρος του κατηγορούμενου και της οικογένειας του. Λ
(4)Η ΠΑΡΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΗΣ Μ.Κ.4 Η Μ.Κ.4 (η κατάθεση της σημειώνεται ως Έγγραφο Γ), θεία (αδελφή της μητέρας της) και νονά της παραπονούμενης, αναφέρθηκε στο ιστορικό της γέννησης της παραπονούμενης, στον χωρισμό των γονιών της, στις δυσκολίες που αντιμετώπισε η μητέρα της παραπονούμενης (Μ.Κ.9) και στο μεγάλωμα της, αφού για αρκετά χρόνια υπέφερε από επιλόχεια κατάθλιψη. Η ίδια μαζί με την αδελφή τους Μ.Κ.8 και τους γονείς τους, βοήθησαν στο μεγάλωμα της παραπονούμενης γι΄ αυτό και η σχέση της μαζί της είναι πολύ στενή. Μάλιστα, η παραπονούμενη μετά τα γεγονότα, μένει μαζί της στο Δήμο όπου διαμένει. Ο πατέρας της παραπονούμενης και η οικογένεια του ήταν απούσα από την ζωή της, από τότε που η παραπονούμενη ήταν μωρό. Μετά την αποκάλυψη των γεγονότων, ο πατέρας της παραπονούμενης διατείνετο ότι όλα είναι ψέματα, ότι «έβαλαν το μωρό πάνω» και ότι ήθελαν να κάμουν κακό στον πατέρα του. Γι΄ αυτό και τους απειλούσε λεκτικά. Στις 14.8.2021, το απόγευμα (η ώρα 19:35 περίπου) της τηλεφώνησε η αδελφή της, η Μ.Κ.8, αναστατωμένη και της είπε ότι την παραπονούμενη την «πειράζει» ο κατηγορούμενος. Αμέσως πήγε στο περίπτερο που διατηρεί η Μ.Κ.
- Εκεί ήταν η Μ.Κ.9, η παραπονούμενη και οι παππούδες της, Η.Η. και Ζ.Ζ. Με την παραπονούμενη πήγαν στο γραφείο του περιπτέρου για να μιλήσουν μόνες τους. Η παραπονούμενη, κλαίγοντας της είπε πως την «πείραζε» ο κατηγορούμενος χωρίς η ίδια να το θέλει. Όταν την ρώτησε τι εννοούσε με αυτό, η παραπονούμενη της είπε πως με «εκείνο που έχουν τα αγόρια» την άγγιζε πίσω στο «κωλί» της, η ίδια ένοιωθε πόνο, την έβαζε να το αγγίζει, την έβαζε να γονατίσει στο κρεβάτι βάζοντας της μαξιλάρι κάτω από τα χέρια της και της έφτυνε στο «κωλί» της. Της έλεγε «θα κάνουμε τα ωραία μας τωρά» και ότι αυτό ήταν το μυστικό τους. Της έλεγε επίσης να μην πει τίποτα σε κανένα επειδή θα είχαν φασαρίες. Ακόμη της έλεγε πως δεν είχε σκοπό να πειράξει το «πουττί» της ώσπου να βρει άντρα, επειδή τούτο «εν δουλειά του άντρα» που θα βρει. Μια μέρα ενώ ήταν στο σαλόνι, μετά που έφυγε ο πατέρας της, ο κατηγορούμενος της είπε «τώρα εν να κάμουμε τα ωραία μας». Η παραπονούμενη του φώναζε ότι δεν ήθελε και τότε ο κατηγορούμενος την αγκάλιασε, της έγλειψε το αυτί της, η παραπονούμενη του είπε «είσαι βλάκας τζαι ηλίθιος», και ο κατηγορούμενος την έσπρωξε και κτύπησε τα χείλη της. Τότε της έβαλε πάγο, κλείδωσε την πόρτα και την έβαλε να γονατίσει στον καναπέ. Την άγγιζε και της έφτυνε στο «κωλί» της και η παραπονούμενη ένοιωθε πόνο. Η παραπονούμενη, της είπε επίσης ότι ο κατηγορούμενος την έβαζε να του κρατά το «πράμα του αγοριού» και αυτό έβγαζε υγρό. Όταν την ρώτησε πότε ξεκίνησε «όλο αυτό», η παραπονούμενη της είπε πως είχε λίγο καιρό, αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει τον χρόνο. Όταν την ρώτησε γιατί δε το είπε πιο νωρίς, απάντησε πως φοβόταν. Όσα η μάρτυρας ανέφερε στην κατάθεση της (Έγγραφο Γ) είναι όσα της είπε η παραπονούμενη το απόγευμα της 14.8.
- Την κατάθεση της την έδωσε 2 ημέρες μετά, στις 17.8.
- Μετά που έδωσε την κατάθεση της, η παραπονούμενη της είπε και άλλα πράγματα («της ερχόντουσαν αναλαμπές»), όπως ότι πήγαιναν με τα σκυλιά περίπατο και μέσα στο αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος πείραζε το «πουττί» της, όταν ήταν στο σπίτι και η παραπονούμενη φώναζε επειδή δεν ήθελε να της κάμει όσα της έκαμνε, ο κατηγορούμενος της έλεγε «θα σου βάλω σαπούνι στο στόμα», μία φορά που φώναζε ήρθε ένας γείτονας ο Κ.Κ. και είπε «γιατί φωνάζετε του μωρού»), ο κατηγορούμενος απάντησε «κάμνει πελλάρες» και είπε στην παραπονούμενη «θα σου βάλω το σαπούνι στο στόμα για να σταματήσεις να φωνάζεις». Για την Μ.Κ.4, η δικηγόρος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι πρόκειται για τυπική μάρτυρα, η οποία δεν γνώριζε τίποτε σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Τα όσα ανέφερε στην κατάθεση της στην αστυνομία και όσα προφορικά ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου τα πληροφορήθηκε από την παραπονούμενη και τα άλλα συγγενικά της πρόσωπα. Σε οτιδήποτε αφορά την επαφή της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο την τοποθέτησε 5-6 μήνες πριν την ημερομηνία λήψης της κατάθεσης της, δηλαδή τον Μάρτιο του
- Την δε αποκάλυψη την τοποθέτησε χρονικά, 3 μήνες μετά που ο κατηγορούμενος είχε επαφή με την παραπονούμενη, στοιχείο που δημιουργεί ανακολουθία και αμφιβολία ως προς το χρόνο της κατ΄ ισχυρισμό διάπραξης των αδικημάτων. Ως προς το πως έμαθε τα γεγονότα υπάρχουν αντιφάσεις μεταξύ της κατάθεσης της στην αστυνομία και της προφορικής μαρτυρίας της ενώπιον του Δικαστηρίου, στοιχείο που επηρεάζει ουσιωδώς την αξιοπιστία της και την βαρύτητα που πρέπει να δοθεί στην εξ ακοής μαρτυρία της. Τέλος η αναφορά της στην αντεξέταση ότι η παραπονούμενη όταν ήταν ηλικίας 8 ετών διέμενε μαζί με την μητέρα της, Μ.Κ.9, και τον νέο σύντροφο της και τη μαρτυρία ότι η παραπονούμενη υπέστη σεξουαλική κακοποίηση όταν ήταν 8 ετών, τότε δημιουργείται αμφιβολία, σε σχέση με τα γεγονότα που περιέγραψε, η οποία οδηγεί αυτά να έγιναν όταν η παραπονούμενη ήταν 8 ετών, εννοώντας από άλλο πρόσωπο. Λ
(5)Η ΠΑΡΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΗΣ Μ.Κ.9 Η Μ.Κ.9 (η κατάθεση της σημειώνεται ως Έγγραφο Η), μητέρα της παραπονούμενης, επιβεβαίωσε τα όσα οι αδελφές της, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.8, αντίστοιχα, κατέθεσαν αναφορικά με τις προσωπικές της περιστάσεις. Ότι, δηλαδή, η παραπονούμενη γεννήθηκε στις 24.12.2009, χρόνο κατά τον οποίο χώρισε με τον πατέρα της. Μετά τον χωρισμό της έμενε με την παραπονούμενη στο σπίτι και χωριό των γονιών της. Το 2017, παντρεύτηκε τον πατριό της παραπονούμενης, όταν αυτή ήταν περίπου 8 ετών και έμεναν όλοι μαζί στο χωριό του πατριού της. Οι σχέσεις της παραπονούμενης με τον πατριό της και τους γονείς του (Λ.Λ. και Μ.Μ.) ήταν πολύ καλές. Απέρριψε την θέση της Υπεράσπισης, πως η παραπονούμενη εξέφραζε «δυσάρεστα συναισθήματα» για τον Λ.Λ. και πως έλεγε ότι δεν τον αγαπά. Παρόλο που υπήρχε διάταγμα επικοινωνίας του πατέρα της παραπονούμενης με αυτήν, τούτο δεν ετηρείτο αφού η ίδια διατηρούσε καλές σχέσεις μαζί του. Τόσο ο πατέρας της παραπονούμενης, όσο και ο πατέρας του, κατηγορούμενος, έρχονταν και έπαιρναν την παραπονούμενη στο χωριό όπου διέμεναν και οι δύο, σε χωριστά μεν σπίτια αλλά δίπλα - δίπλα. Η παραπονούμενη πήγαινε στον παππού της, κατηγορούμενο, σχεδόν όλες τις ημέρες της εβδομάδας. Ποτέ δεν διανυκτέρευσε είτε στον πατέρα της, είτε οπουδήποτε αλλού. Μέσα στο καλοκαίρι («που έκλεισαν τα σχολεία») η παραπονούμενη έκλαιγε και δεν ήθελε να πηγαίνει στον πατέρα της και στον παππού της, κατηγορούμενο. Πήγαινε με τα παρακάλια («Παρακαλούσαμεν την να πάει με το κλάμα»). Η τελευταία φορά που πήγε στον πατέρα της και στον παππού της, κατηγορούμενο, ήταν στα μέσα Ιουλίου 2021. Από καιρό η παραπονούμενη παραπονιόταν ότι πονούσε τον «κώλο» της και η ίδια μίλησε με τον παιδίατρο της Μ.Κ.11, ο οποίος της είπε ότι πιθανόν να είναι μόλυνση. Τον Μάιο του 2021, την πήρε και την εξέτασε και της είπε ότι έκανε «σκουλουκούθκια» από τις σοκολάτες που έτρωγε. Μέχρι και το Σάββατο 14.8.2021, η παραπονούμενη δεν ανέφερε «κανένα λόγο γιατί πονούσε». Το απόγευμα του Σαββάτου 14.8.2021, μαζί με τους γονείς της και την παραπονούμενη πήγαν περίπατο σε διπλανό Δήμο με το αυτοκίνητο. Γύρω στις 18:00-19:00 η ώρα, πήγαν στο περίπτερο της αδελφής της, Μ.Κ.8, στον Δήμο όπου διαμένει. Μόλις κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, η παραπονούμενη ήθελε να πάει στην τουαλέτα. Την ρώτησε εάν ήθελε να πάει μαζί της και απάντησε «ναι». Προτού φθάσουν στην τουαλέτα, η παραπονούμενη «έπιασε το κλάμα» και της είπε «όι να με δέρεις, ο [κατηγορούμενος] που πήενα τσιηκάτω έβαλλε με τζαι έφκαλα τα ρούχα μου». Η ίδια άρχισε να κλαίει, πήγε στους γονείς της και τους είπε πως η παραπονούμενη της είπε ότι «την πείραζε ο [κατηγορούμενος]». Την παραπονούμενη την έπιασε η αδελφή της, η Μ.Κ.8 και την πήρε δίπλα στο σπίτι της και κάθισαν στο σαλόνι. Πήγε και η ίδια. Η παραπονούμενη τους είπε ότι ο κατηγορούμενος έβαλλε το χέρι του και έτριβε το «πουττούι» της, έφτυνε στον «κώλο» της, την έβαλλε να «του την πιάνει» εννοώντας το γεννητικό του όργανο, της «τον έβαλλε από πίσω», έβαζε δηλαδή το γεννητικό του όργανο στον πρωκτό της και της είπε ότι «από μπροστά θα το κάνει που εν να έβρει άντρα». Η παραπονούμενη, σύμφωνα με τα όσα τους είπε, έλεγε στον κατηγορούμενο ότι τον αγαπά, αλλά δεν ήθελε να της κάμνει έτσι πράγματα. Ένα με δύο μήνες προηγουμένως, η παραπονούμενη είχε κτύπημα στα χείλη και ενώ της είπε ότι κτύπησε μόνη της καθώς έπαιζε, εκείνη την ώρα τους είπε ότι την κτύπησε ο κατηγορούμενος με το χέρι του, επειδή τον είχε νευριάσει. Απέρριψε τη θέση της Υπεράσπισης ότι η παραπονούμενη αναφερόμενη στον παππού της, κατηγορούμενο, τους είπε μόνο «έβαλε με και έφκαλα τα ρούχα μου». Η παραπονούμενη τους ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την «επείραζε» υπονοώντας σεξουαλικά. Τούτο, δεν ήταν η δική της ερμηνεία στα λεχθέντα της παραπονούμενης, αλλά τα όσα είπε η ίδια η παραπονούμενη. Στη συνέχεια ήρθε η αδελφή τους. η Μ.Κ.4 με τον σύζυγο της. Η Μ.Κ.4 «έπιασε» την παραπονούμενη και πήγαν πίσω στην αποθήκη του περιπτέρου για να μιλήσουν και μετά πήγε και ο σύζυγος της. Η Μ.Κ.8 τηλεφώνησε στην Αστυνομία, ήρθε η αστυνομικός, η Μ.Κ.10, μαζί με ένα άλλο αστυνομικό και η παραπονούμενη είπε στην αστυνομικό «τι της είχε συμβεί». Η παραπονούμενη συνεχώς μιλά για το θέμα («το συναφέρνει συνέχεια, δεν το ξεχάνει») η ίδια όμως της αλλάζει κουβέντα, «για να μην το θυμάται το μωρό, γιατί έμεινε του φόβος, φοβάται πολλά». Η συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση της, εισηγήθηκε ότι πηγή γνώσης της Μ.Κ.9 για τα επίδικα γεγονότα είναι η παραπονούμενη και ως εκ τούτου είναι εξ ακοής μαρτυρία η δική της μαρτυρία. Στη συνέχεια ανέφερε ότι η παραπονούμενη προέβη σε αποκάλυψη των κατ΄ ισχυρισμόν γεγονότων διάπραξης των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, όταν ήταν εντός της τουαλέτας και πληροφόρησε περί τούτου, όταν βγήκε από την τουαλέτα, την Μ.Κ.8 και τους γονείς της. Επεσήμανε ότι η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι η παραπονούμενη πήγαινε στον κατηγορούμενο σχεδόν όλη την εβδομάδα και επομένως δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς το χρονικό πλαίσιο των επίδικων γεγονότων. Τέλος ανέφερε ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.9 δεν έχει οποιαδήποτε ουσιαστική χρησιμότητα. Λ
(6)Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΩΝ Μ.Κ.3, ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗ, 4, 8 ΚΑΙ 9 ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΥ ΚΑΙ ΣΕ ΠΟΙΟΝ Ή ΠΟΙΟΥΣ ΠΡΟΕΒΗ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗΣ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ Η ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ. Δεν μπορούμε να συμμεριστούμε τη θέση της συνηγόρου υπεράσπισης περί διαφορετικής περιγραφής των γεγονότων από τους Μ.Κ.3, 4, 8 και 9, που έλαβαν χώρα κατά την αποκάλυψη της παραπονούμενης, Μ.Κ.3, προς την Μ.Κ.9 στο περίπτερο, ότι ο κατηγορούμενος έβγαζε τα ρούχα της και την «πείραζε» και ποιοι ήταν μπροστά κατά την αποκάλυψη, που οδηγεί στην αναξιοπιστία τους. Απεναντίας, η ουσία είναι ότι η αποκάλυψη έγινε στις 14.8.2021 περίπου η ώρα 19:15 από την παραπονούμενη, στον χώρο του περιπτέρου, στη μητέρα της Μ.Κ.9, καθ΄ ον χρόνο η Μ.Κ.9 την συνόδευε προς την τουαλέτα, πριν εισέλθει στην τουαλέτα και την αποκάλυψη την άκουσε η Μ.Κ.8, η οποία βρισκόταν κάποια μέτρα μακριά, είτε αυτά ήταν τρία
(3)ή έξι
(6)- επτά
(7)μέτρα. Η υποβολή της συνηγόρου υπεράσπισης στην Μ.Κ.8 ότι δεν ήταν στην παρουσία όλων που προέβη η παραπονούμενη στην αποκάλυψη, όπως είπε στην κατάθεση της, δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στο περιεχόμενο της κατάθεσης της, αφού όπως φαίνεται από την κατάθεση της ανέφερε «Στις 14.8.2021 .. [η παραπονούμενη]... Οι γονείς μου μόλις το άκουσαν αναστατώθηκαν». Η αναφορά της Μ.Κ.9 ότι η αυτή έκανε την αποκάλυψη στους γονείς της, ενώ η Μ.Κ.8 δεν το ανέφερε αυτό, αλλά είπε τα πιο πάνω στην κατάθεση της και στην αντεξέταση της «ότι ήμασταν η μάνα μου, ο πατέρας μου, αγκαλιάζει την [παραπονούμενη], προχώρησε προς τα έξω του περιπτέρου», πρώτα απ΄ όλα δεν σημαίνει ότι ήταν όλοι μαζί στο ίδιο σημείο, αλλά ότι ήταν όλοι στο χώρο του περιπτέρου και επίσης πρέπει να αντικρισθεί, από τη μια, ότι όλοι βρίσκονταν στο περίπτερο, το οποίο εκ της φύσεως του δεν είναι όπως μια κατοικία με πολλά δωμάτια, αλλά ουσιαστικά είναι ένας ενιαίος χώρος και από την άλλη ότι αμέσως το έμαθε όλη η οικογένεια, μεταξύ των οποίων και η Μ.Κ.4, η οποία μετέβη στον τόπο όπου ήταν η παραπονούμενη και η τελευταία της είπε σε κατ΄ ιδίαν συνάντηση, τι της έκανε ο κατηγορούμενος. Βέβαια, δεν μας διαφεύγει ότι η παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι πρώτα το είπε στη μητέρα της (Μ.Κ.9) όταν ήταν μέσα στην τουαλέτα, μετά στην Μ.Κ.8, ύστερα στη γιαγιά της και ακολούθως στον παππού της. Θεωρούμε ότι η Μ.Κ.8, η οποία ανέφερε στη γραμμή 23 της πρώτης σελίδας της κατάθεσης της, Έγγραφο Ζ, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, όπως και στην αντεξέταση της, ότι πριν εισέλθει η παραπονούμενη στις τουαλέτες σταμάτησε και γύρισε προς την Μ.Κ.9 και προέβη στην αποκάλυψη και η Μ.Κ.9, η οποία στις γραμμές 18 και 19 της πρώτης σελίδας της κατάθεσης της, Έγγραφο Η, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε «πριν φθάσουμε στην τουαλέτα..» και στη γραμμή 16 της σελίδας 21 των πρακτικών ημερομηνίας 2.3.2022 «και σαν πηγαίναμε toilet σταμάτησε .» και στη γραμμή 5 της σελίδας 22 των ίδιων πρακτικών «έξω από την τουαλέτα.», επί αυτού του σημείου μπορούσαν να θυμηθούν καλύτερα, ενόψει του γεγονότος ότι η παραπονούμενη ήθελε να πάει στην τουαλέτα και προφανώς θεώρησε ότι πήγε, ενώ οι Μ.Κ.8 και 9 τοποθέτησαν με σιγουριά και σταθερά τόσο τον εαυτό τους όσο και την παραπονούμενη στο χώρο πριν την είσοδο της τουαλέτας. Όμως, είτε ήταν στην τουαλέτα, είτε ήταν πριν εισέλθει στην τουαλέτα που η παραπονούμενη προέβη στην αποκάλυψη στην Μ.Κ.9, η ουσία είναι ότι ήταν κατ΄ εκείνο το χρόνο και σε εκείνο τον τόπο που προέβη στην αποκάλυψη και αυτά που είπε στην Μ.Κ.9, τα άκουσε και η Μ.Κ.8, η οποία βρισκόταν μερικά μέτρα μακριά. Αλλά και να μην τα άκουσε η Μ.Κ.8, και μόνο της τα είπε η παραπονούμενη, αυτό έγινε αμέσως στο περίπτερο και στη συνέχεια στο σπίτι της Μ.Κ.8, η οποία κάλεσε την αστυνομία. Ή, έστω, διαφορετική αφήγηση ή αντίληψη των γεγονότων από τις Μ.Κ.8 και 9, από αυτή της παραπονούμενης, σε σχέση με το αν ήταν εντός ή εκτός της τουαλέτας του περιπτέρου όταν η παραπονούμενη προέβη στην αποκάλυψη και αν άκουσε ή όχι η Μ.Κ.8, αλλά της τα είπε και αυτής στον ίδιο χώρο του περιπτέρου, και ακολούθως στο σπίτι της Μ.Κ.8, ουδόλως επηρεάζει την αξιοπιστία είτε των Μ.Κ.8 και 9, είτε της παραπονούμενης, αλλά απεναντίας καταδεικνύουν απουσία προσχεδιασμού και ενδυναμώνουν την αξιοπιστία τους, αφού όπως και να έχουν τα πράγματα, η αποκάλυψη έγινε στον συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, με αποτέλεσμα, αφού η Μ.Κ.8 οδήγησε την παραπονούμενη στο σπίτι της, που είναι ακριβώς δίπλα από το περίπτερο, και της επανέλαβε αυτά που της είπε στο περίπτερο, η Μ.Κ.8 πήρε τηλέφωνο την Αστυνομία, στην οποία έκανε τη σχετική καταγγελία, όπου μετά από λίγο η παραπονούμενη επανέλαβε στην Μ.Κ.10 τι της έκανε ο κατηγορούμενος. Η Μ.Κ.4 ανέφερε όσα της είπε η Μ.Κ.8 στο τηλέφωνο όταν την ενημέρωσε για την αποκάλυψη που έκανε η παραπονούμενη στην Μ.Κ.9 και σε αυτήν. Ακολούθως, αφού πήγε στο περίπτερο, η παραπονούμενη ανέφερε και σε αυτήν τι της έκανε ο κατηγορούμενος, όπως και στο σύζυγο της στη συνέχεια, ενώ κάποια πράγματα της τα είπε μετά που έδωσε κατάθεση. Σημειώνουμε, γιατί είναι σημαντικό για τη θέση που προώθησε η Υπεράσπιση σε σχέση με αυτή της Κατηγορούσας Αρχής, ως προς το πότε άρχισε ο πατέρας της παραπονούμενης και ο κατηγορούμενος να έρχονται σε επαφή με την παραπονούμενη, ότι κατά την αντεξέταση της η συνήγορος του κατηγορουμένου της υπέβαλε ως θέση της Υπεράσπισης ότι η παραπονούμενη κακοποιείτο σεξουαλικά από την ηλικία των 8 ετών. Ως εκ τούτου αποδεχόμαστε τη μαρτυρία των Μ.Κ.8, 9 και της παραπονούμενης, ότι η τελευταία προέβη στις Μ.Κ.8 και 9 στις 14.8.2021 περίπου η ώρα 19:15 στο περίπτερο σε αποκάλυψη τι της έκανε ο κατηγορούμενος και ακολούθως μετά από λίγο στο ίδιο περίπτερο στην Μ.Κ.4. Λ
(7)Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΛΟΙΠΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΩΝ Μ.Κ.4, 8 ΚΑΙ 9 Ως προς την Μ.Κ.8, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι οι αναφορές της για τις σχέσεις των γονέων της παραπονούμενης και της τελευταίας με τους γονείς του πατέρα της, καθώς και για τις σχέσεις των δύο οικογενειών, αλλά και τις σχέσεις της παραπονούμενης με τους γονείς του νέου συζύγου της Μ.Κ.9, ειπώθηκαν με σκοπό να επηρεάσει το Δικαστήριο αρνητικά. Απεναντίας, οι αναφορές της στο φάσμα όλων αυτών των σχέσεων, έδωσαν ευρεία εικόνα των σχέσεων και καταστάσεων που επικρατούσαν μεταξύ αυτών και δη της παραπονούμενης μαζί τους, έτσι που το Δικαστήριο να μπορεί να εκτιμήσει τούτα στο πλαίσιο των επίδικων γεγονότων για να μην αφήνονται σκιές και ερωτήματα. Σημειώνουμε ότι η Μ.Κ.8 ήταν ειλικρινής, ευθύς και σαφής όπου ήταν σίγουρη για αυτά που έλεγε και δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες να κλονίζουν το αξιόπιστο της μαρτυρίας της. Μάλιστα σε ελάχιστες, μικρές διαφορές, ασυνέπειες και αντιφάσεις σε επουσιώδεις θέματα, μεταξύ της μαρτυρίας της και των Μ.Κ.4 και 9, όπως και αυτών με την Μ.Κ.8, ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και καταδεικνύουν ότι δεν υπήρχε προσχεδιασμός και συνεννόηση της μαρτυρίας τους στην εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο. Ως προς την υπόλοιπη μαρτυρία της δεν υπήρχε εισήγηση ότι δεν είπε την αλήθεια. Ενόψει των πιο πάνω κρίνουμε αξιόπιστη την Μ.Κ.8 και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της, όπως την εξηγήσαμε πιο πάνω. Η Μ.Κ.4, θεία και νονά της παραπονούμενης, δεν ήταν τυπική μάρτυρας, όπως την χαρακτήρισε η συνήγορος του κατηγορούμενου. Ήταν ένα από τα πρόσωπα της οικογένειας της Μ.Κ.9, μαζί με την Μ.Κ.8, η οποία, (Μ.Κ.4), για δύο
(2)χρόνια είχε μαζί της την παραπονούμενη ήτοι περίπου στην ηλικία των 4-6 ετών, ενώ είχε συνεχή επαφή με την παραπονούμενη περίπου από την ηλικία των 10 ετών και μετά και ως εκ τούτου γνώριζε καλά την παραπονούμενη. Ως προς τα επίδικα γεγονότα, ασφαλώς οι αναφορές της για το ό,τι της είπε η παραπονούμενη πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία. Δεν συμμεριζόμαστε τη θέση της συνηγόρου υπεράσπισης, ότι λόγω των δικών της επισημάνσεων, ως άνω, που εκ της μαρτυρίας της Μ.Κ.4 δεν ευσταθούν, είτε οδηγούν σε αμφιβολίες για το χρόνο επαφής του κατηγορούμενου με την παραπονούμενη ή για τον χρόνο των επίδικων γεγονότων στη βάση των οποίων συντάχθηκε το κατηγορητήριο. Άλλωστε η θέση της Υπεράσπισης, η οποία υποβλήθηκε στην Μ.Κ.4, ήταν ότι η σεξουαλική κακοποίηση της παραπονούμενης άρχισε όταν η παραπονούμενη ήταν 8 ετών, με σκοπό βέβαια να καταδείξει ότι αφού στο κατηγορητήριο αναφέρεται ως χρόνος έναρξης της κακοποίησης της παραπονούμενης ο Δεκέμβριος του 2020, η σεξουαλική κακοποίηση έγινε από άλλο πρόσωπο, πριν. Όμως και η Μ.Κ.8 ανέφερε ότι άρχισε να έχει επαφή με τον πατέρα της η παραπονούμενη, ο οποίος την έπαιρνε μεταξύ άλλων προσώπων και στον κατηγορούμενο, μετά που παντρεύτηκε τον νέο σύζυγο της το 2017, δηλαδή περίπου όταν η παραπονούμενη ήταν 8½ ετών, αφού όπως ανέφερε στην δια ζώσης κυρίως εξέταση της, 3½ χρόνια προηγουμένως περίπου, κατόπιν «επέμβασης» συγκεκριμένου ιερέα δέχθηκαν και «έπιανε» την παραπονούμενη ο πατέρας της. Συνεπώς δεν μπορεί να βρει έρεισμα η σχετική θέση της Υπεράσπισης. Η Μ.Κ.4, ήταν ειλικρινής και ευθύς και δεν περιέπεσε σε τέτοιες αντιφάσεις που να δημιουργείται ρήγμα στην αξιοπιστία της. Ως εκ τούτου κρίνεται αξιόπιστη και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της. Η Μ.Κ.9, μητέρα της παραπονούμενης, αν και περιέπεσε σε κάποιες μικρές αντιφάσεις και ασυνέπειες, αυτές δεν αποδυναμώνουν την αξιοπιστία της, ούτε δημιουργούν αρνητική εικόνα στο πρόσωπο της, αλλά, έχοντας υπόψη την προτέρα κατάσταση της (επιλόχεια κατάθλιψη), η οποία σε δύσκολες καταστάσεις της επανέρχεται η κατάθλιψη και δημιουργεί πρόβλημα στην ορθή διαχείριση τους, μπορεί όταν βρίσκεται σε πίεση και σοκ, όπως ήταν η αποκάλυψη, να μην θυμάται με ακρίβεια κάποια στοιχεία. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι δεν λέει την αλήθεια. Έτσι αν και κατά την αντεξέταση της επέμενε ότι η παραπονούμενη της ανέφερε τη λέξη «σεξουαλική», αυτή η λέξη δεν αναφέρθηκε από την παραπονούμενη, η οποία δεν γνώριζε τι σημαίνει όπως διαφάνηκε κατά την αντεξέταση της, αλλά η Μ.Κ.9 εξέφρασε την αντίληψη της με αυτή τη λέξη γι΄ αυτά που της ανέφερε η παραπονούμενη. Γενικά ομιλούντες, ήταν ειλικρινής και προσπάθησε να μεταφέρει στο Δικαστήριο όσο καλύτερα μπορούσε τα όσα γνώριζε γύρω από την υπόθεση. Δεν διαπιστώσαμε ότι ήλθε στο Δικαστήριο για να μην πει την αλήθεια. Ως εκ των πιο πάνω, η Μ.Κ.9 κρίνεται αξιόπιστη και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της ως την εξηγήσαμε πιο πάνω. Λ
(8)Η ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ Λ
(8)(Ι) Η ΠΑΡΑΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΗΣ Μ.Κ.10 Η Μ.Κ.10, Α/Αστ. 622 (η κατάθεση της σημειώνεται ως Έγγραφο Θ), υπηρετούσε στο ΤΑΕ της επαρχίας του χωριού που διαδραματίστηκαν τα επίδικα γεγονότα. Στις 14.8.2021 και περί ώρα 19:15, έλαβε τηλεφώνημα στο τμήμα από την Μ.Κ.8, η οποία της ανέφερε πως συγγενικό της κοριτσάκι, το οποίο βρισκόταν μαζί της, ήταν θύμα σεξουαλικής κακοποίησης. Διευκρίνισε πως στο τηλέφωνο, η Μ.Κ.8 ήταν πολύ ταραγμένη και χαρακτηριστικά της είπε «κάτι συμβαίνει με ένα μωρό δικό μου». Ήθελε να της αναφέρει πολλά πράγματα, αλλά η ίδια, επειδή αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για σεξουαλική κακοποίηση δεν την άφησε, λέγοντας της ότι ήταν καλύτερα να τα πουν από κοντά. Η ώρα 19:30, μαζί με τον Α/Λοχ. 2606 μετέβηκαν στην οικία της Μ.Κ.8, όπου η τελευταία της είπε πως λίγα λεπτά προηγουμένως την επισκέφθηκε στο περίπτερο που διατηρεί, η παραπονούμενη, κόρη της αδελφής της Μ.Κ.9, και της ανέφερε με συγκεκριμένες φράσεις πως δέχεται σεξουαλική κακοποίηση από τον κατηγορούμενο. Τόσο η παραπονούμενη όσο και η Μ.Κ.8 ήταν σε κατάσταση σοκ. Λόγω ακριβώς αυτής της κατάστασης της Μ.Κ.8 («ήταν πάρα πολύ ταραγμένη»), η οποία απ΄ ότι αντιλήφθηκε δεν ήταν καν σε θέση να συζητήσει με το «μωρό» ώστε να ξεκαθαρίσει τι ακριβώς συνέβαινε, εάν, δηλαδή, «υπήρχε όντως βιασμός» ή ήταν μόνο κάποια αγγίγματα, «είδε» η ίδια την παραπονούμενη. Κάθισαν μόνες τους στο σαλόνι της οικίας της Μ.Κ.8. Η παραπονούμενη της ανέφερε πως όταν επισκεπτόταν τον κατηγορούμενο στο σπίτι του, την περιόριζε στο σπίτι κλειδώνοντας την πόρτα, την φιλούσε στο αυτί, την άγγιζε στα γεννητικά της όργανα και της ζητούσε να κρατεί και να χαϊδεύει το γεννητικό του όργανο μέχρι «να βγάλει υγρά». Ακόμη πως «προσπαθούσε» να βάλει το γεννητικό του όργανο στα οπίσθια της προκαλώντας της πόνο. Από τα λεγόμενα της ανήλικης και απ΄ όσα της έδειχνε, αντιλήφθηκε ότι «έγινε η πράξη», δηλαδή, ο παππούς έβαλε το γεννητικό του όργανο στα οπίσθια της, επειδή η ανήλικη έλεγε συνεχώς «μου προκαλούσε πόνο και εγώ πονούσα και εγώ αντιστεκόμουν αλλά αυτός επέμενε και έβαζε τα γεννητικά του όργανα στα οπίσθια μου». Απέρριψε τη θέση της Υπεράσπισης πως τα προαναφερθέντα, τα οποία κατέγραψε και στην κατάθεση της (Έγγραφο Θ), ήταν δικά της συμπεράσματα και όχι αναφορές της παραπονούμενης. Ήταν κάθετη πως στην κατάθεση της ανέφερε λέξεις και φράσεις που χρησιμοποίησε η ίδια η παραπονούμενη. Εκείνο που δεν μπόρεσε να καταγράψει είναι τις κινήσεις και τις χειρονομίες της. Το «προσπαθούσε» ήταν λέξη που χρησιμοποίησε η παραπονούμενη, η οποία, δείχνοντας κιόλας, ανέφερε πως ο παππούς της είπε «το μπροστά να το αφήσεις για τον φίλο σου, το πίσω είναι εντάξει, δεν πειράζει». Από την φράση αυτή κατάλαβε ότι «έγινε η πράξη», ότι έγινε, δηλαδή, διείσδυση. Κληθείσα από την συνήγορο Υπεράσπισης να αναφέρει, τι της «έδειχνε», η ανήλικη, η μάρτυρας είπε τα εξής: «Κάποια φάση μου έδειχνε ότι της κρατούσε το στόμα, ότι την πίεζε κάτω στον καναπέ και μου έδειχνε ότι της κρατούσε τα χέρια, μου έδειχνε για το όργανο του ότι έβαζε σάλια πάνω και προσπαθούσε, η λέξη που χρησιμοποίησε ήταν προσπαθούσε να μου το βάζει στα οπίσθια και μου έδειχνε που, και μου προκαλούσε πόνο και εγώ φώναζα και εγώ έκλαιγα, αυτές ήταν». Περαιτέρω, η παραπονούμενη της είπε, πως όταν της προκαλούσε πόνο, αυτή αντιστεκόταν και έλεγε «παππού όχι, μην μου το κάνεις αυτό. Εγώ σε αγαπώ αλλά δεν θέλω να μου το κάνεις αυτό». Η παραπονούμενη της ανέφερε «πολλά», αλλά η ίδια στην κατάθεση της (Έγγραφο Θ) έγραψε συνοπτικά «κάποια» που θεώρησε τα πιο σημαντικά, αφού περισσότερες λεπτομέρειες θα εδίδοντο στην οπτικογραφημένη συνέντευξη της παραπονούμενης. Τα όσα της ανέφερε η παραπονούμενη, δεν τα συζήτησε ούτε με τη μητέρα της, η οποία ήταν σε «χειρότερη κατάσταση» απ΄ ότι η Μ.Κ.8, ούτε με την τελευταία. Τις παρότρυνε μόνο να ηρεμήσουν, γιατί ήταν πάρα πολύ αναστατωμένες και τους είπε πως το ζήτημα θα το χειρίζοντο οι ειδικοί και οι ίδιες θα ενημερώνοντο από το Αρχηγείο Αστυνομίας. Κατέγραψε μόνο τα στοιχεία της μητέρας, του συμβίου της και της Μ.Κ.8, ώστε να ετοιμάσει το σχετικό έντυπο προς ενημέρωση του Αρχηγείου. Η ίδια, αν και έχει εκπαιδευτεί σε θέματα σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων (είναι επιμελητής, διορισμένη από το Υπουργείο για να χειρίζεται ανήλικους και ειδικευμένη στο να λαμβάνει οπτικογραφημένες καταθέσεις) δεν ήταν η εξετάστρια της υπόθεσης αλλά η πρώτη, από πλευράς Αστυνομίας, που έλαβε την πρώτη αναφορά για την διερεύνηση της υπόθεσης, το «πρώτο παράπονο», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Την ίδια ημέρα (14.8.2021), συμπλήρωσε ειδικό έντυπο, στο οποίο κατέγραψε λεπτομέρειες του περιστατικού, τα στοιχεία του θύματος και του πληροφοριοδότη, και το απέστειλε με φαξ στην ειδική ανακριτική ομάδα. Πέραν τούτου, δεν είχε καμμιά εμπλοκή στην υπόθεση ούτε γνωρίζει τι προέκυψε μετά. Η συνήγορος του κατηγορούμενου, προέβαλε τη θέση ότι η Μ.Κ.10 ανέφερε ότι έλαβε πρώτο παράπονο, προκειμένου, ως εξάγεται από την ανάπτυξη της θέσης της, να πείσει το Δικαστήριο για την νομική έννοια του όρου, στοιχείο που δείχνει εμπάθεια σε βάρος του κατηγορούμενου. Αυτή η εισήγηση δεν έχει πραγματικό έρεισμα, πρώτον, γιατί το Δικαστήριο θα αποφασίσει αν εμπίπτει στην έννοια του όρου «πρώτο παράπονο» για αποδεικτικούς σκοπούς, που δεν εμπίπτει στην έννοια του πρώτου παράπονου του άρθρου 10 του ΚΕΦ.9 και δεύτερον η ίδια η Μ.Κ.10 εξήγησε στη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτή έλαβε την πρώτη αναφορά ως μέλος της αστυνομίας από την οικογένεια. Η σημασία της μαρτυρίας της έγκειται στο ότι έγινε παράπονο από την παραπονούμενη σε σχέση με τον κατηγορούμενο. Ακολούθως, εισηγήθηκε ότι δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας γιατί δεν απαντούσε ξεκάθαρα, προέβαινε σε υπεκφυγές και δεν ήταν σταθερή στις απαντήσεις της, ενώ πρόσθεσε πράγματα που δεν κατέγραψε στην κατάθεση της. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους αυτή η εισήγηση. Απεναντίας η Μ.Κ.10 ήταν σταθερή και σαφής στις απαντήσεις της, χωρίς υπεκφυγές και με προσήλωση στην αλήθεια. Η αναφορά και κάποιων άλλων λεχθέντων από την παραπονούμενη σε αυτή, τα οποία δεν κατέγραψε στη γραπτή κατάθεση της, όπως και κάποιων κινήσεων ή υποδείξεων που έκανε η παραπονούμενη με τα χέρια της προκειμένου να καθορίσει τι της έκανε ο κατηγορούμενος όταν είπε τη λέξη «προσπαθούσε», από τις οποίες υποδείξεις μαζί με τα λεγόμενα της κατάλαβε η Μ.Κ.10 ότι ο κατηγορούμενος διείσδυσε το πέος του στον πρωκτό της παραπονούμενης, είναι αναμενόμενο. Εξήγησε μάλιστα η Μ.Κ.10 ότι κατέγραψε τα ουσιώδη. Όταν ρωτήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες και στοιχεία. Ουδόλως ρίχνουν σκιά ή αποτελούν μελανό στίγμα στη μαρτυρία της, η οποία διέπετο από ειλικρίνεια και σαφήνεια. Η Μ.Κ.10 κρίνεται αξιόπιστη και οι ενέργειες της ευρήματα του Δικαστηρίου. Λ
(8)
(2)Η ΠΑΡΑΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ Μ.Κ.1 Ο Μ.Κ.1, (Αστυφύλακας), (η κατάθεση του σημειώνεται ως Έγγραφο Α), τοποθετημένος στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων του Αρχηγείου Αστυνομίας, χειρίστηκε στις 17.8.2021 το σύστημα οπτικογράφησης της κατάθεσης της παραπονούμενης, την οποία έλαβε η Μ.Κ.2, στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων στο «Σπίτι του Παιδιού», στην Λευκωσία, μεταξύ των ωρών 15:38-16:
- Η μητέρα της ανήλικης, Μ.Κ.9, έδωσε, ως προς τούτο, τη γραπτή της συγκατάθεση (Τεκμήριο 2), αφού προηγουμένως ενημερώθηκε γραπτώς από τον ίδιο (Τεκμήριο 1), για την ακολουθητέα διαδικασία και για τη χρήση του οπτικοακουστικού υλικού. Μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης (καταγράφεται σε 3 πρωτότυπους ψηφιακούς δίσκους για σκοπούς ασφάλειας), σφράγισε και τους 3 ψηφιακούς δίσκους, με ειδική ταινία, στους οποίους έδωσε τα διακριτικά Π.Κ.1, με αρίθμηση 1-2-
- Στις 19.8.2021 προέβη στην απομαγνητοφώνηση της οπτικογραφημένης κατάθεσης, χωρίς να προσθέσει ή να αφαιρέσει οτιδήποτε απ' ό,τι λέχθηκε. Αντίγραφο της απομαγνητοφωνημένης κατάθεσης, παραδόθηκε στη μητέρα της παραπονούμενης (η απόδειξη παραλαβής της, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6). Μετά το τέλος της διαδικασίας, επανασφράγισε τον ψηφιακό δίσκο και τον τοποθέτησε σε φάκελο τεκμηρίων, μαζί με τους άλλους δύο ψηφιακούς δίσκους (ένας εξ΄ αυτών κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3). Στις 19.8.2021 συνέλαβε τον κατηγορούμενο, στην βάση εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο 16), αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο. Ακολούθως του επέδωσε γραπτώς τα δικαιώματα συλληφθέντα προσώπου (Τεκμήριο 10), τα οποία ο κατηγορούμενος υπέγραψε. Στις 23.8.2021, ο κατηγορούμενος έδωσε τη γραπτή του συγκατάθεση (Τεκμήριο 9) για τη λήψη μετρήσεων (φωτογραφίες, δακτυλικά και παλαμικά αποτυπώματα, αποτυπώματα πέλματος κλπ). Στις 25.8.2021, μεταξύ των ωρών 10:55-11:02, στην παρουσία του κατηγορούμενου και κατόπιν της γραπτής του συγκατάθεσης (Τεκμήριο 7), έλαβε αριθμό φωτογραφιών της οικίας του (δέσμη εκ 18 φωτογραφιών κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8). Την ίδια ημέρα (25.8.2021), σε μεταγενέστερο χρόνο, μεταξύ των ωρών 11:50-11:55, διενεργήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ιατροδικαστική εξέταση του κατηγορούμενου, από τον ιατροδικαστή Μ.Κ.7, ο οποίος ετοίμασε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 15). Ο ίδιος κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 11), έλαβε από αυτόν αριθμό φωτογραφιών (ο ψηφιακός δίσκος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13). Τέλος, κατέγραψε σε Ημερολόγιο Ενεργείας (Τεκμήριο 12) όλες τις σχετικές ενέργειες, εκ της ιατροδικαστικής εξέτασης. Μεταξύ των ενεργειών του ήταν και η λήψη καταθέσεων, από τη μητέρα της παραπονούμενης (Μ.Κ.9) και άλλα συγγενικά της πρόσωπα. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε, ως προς τις ενέργειες που προέβη, τον οποίο και η συνήγορος υπεράσπισης θεωρεί αξιόπιστο ως προς τις ενέργειες του, ούτε και κλονίσθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Ένσταση υπάρχει σε σχέση με την αναφορά του στο ημερολόγιο ενεργείας, Τεκμήριο 12, ότι το μέγεθος των τριχών στην περιγεννητική περιοχή του κατηγορούμενου ήταν άνω των δύο
(2)εκατοστών. Όμως ο Μ.Κ.1 στο Τεκμήριο 12 κατέγραψε ότι στην περιγεννητική χώρα υπάρχουν τρίχες μικρότερες του ενός
(1)εκατοστού. Έπεται ότι η αναφορά δεν είναι ακριβής. Έπειτα δεν χρειάζεται κάποιος να είναι ιατροδικαστής ή να έχει ιατρικές γνώσεις για να παρατηρήσει το μέγεθος των τριχών και να το υπολογίσει. Ιδίως σε σχέση με εκατοστά, που είναι εύκολο για κάποιον άνθρωπο, εκ πείρας, να υπολογίσει τέτοιο μέγεθος. Η άλλη ένσταση της συνηγόρου υπεράσπισης ήταν ότι ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν υπέβαλε ερωτήσεις σε μάρτυρες από τους οποίους έλαβε κατάθεση, ενώ όπως είπαν οι μάρτυρες τους υπέβαλε, παραπέμποντας μάλιστα στις γραμμές 5-15 στη σελίδα 18 των πρακτικών ημερομηνίας 10.2.2022. Ούτε αυτή η αναφορά είναι ακριβής. Ο Μ.Κ.1, σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι οι καταθέσεις δεν λήφθηκαν στα πλαίσια ερωτοαπαντήσεων, αλλά ήταν ανοικτές καταθέσεις, ενώ στην ερώτηση αν έκανε στους μάρτυρες ερωτήσεις στα πλαίσια των ανοικτών καταθέσεων απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί κάτι τέτοιο (γραμμές 15-18). Η μαρτυρία του διέπετο δε από σαφήνεια και ειλικρίνεια. Ως εκ τούτου κρίνεται αξιόπιστος και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του. Οι ενέργειες του αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Λ
(8)
(3)Η ΠΑΡΑΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Μ.Κ.2 Η Μ.Κ.2, (Αστυφύλακας), (η κατάθεση της σημειώνεται ως Έγγραφο Β), τοποθετημένη στον Κλάδο Διερεύνησης Υποθέσεων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας και ειδικά εκπαιδευμένη στην τεχνική συνέντευξης και στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες, στις 17.8.2021 και μεταξύ των ωρών 15:38-16:27, έλαβε στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων που βρίσκεται στο «Σπίτι του Παιδιού» στην Λευκωσία, οπτικογραφημένη κατάθεση από την παραπονούμενη 11½ ετών (γεννηθείσα την 24.12.2009), μετά από γραπτή συγκατάθεση της μητέρας της Μ.Κ.9, την οποία συνυπέγραψε και η λειτουργός από το «Σπίτι του Παιδιού», Γεωργιάδη. Τα μηχανήματα οπτικογράφησης τα χειριζόταν σε διπλανό δωμάτιο, ο Αστυφύλακας, Μ.Κ.1. Η ίδια υπέγραψε στην ειδική ταινία σφράγισης των τριών ψηφιακών δίσκων, οι οποίοι περιείχαν την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης. Τους δίσκους υπέγραψαν επίσης, η μητέρα της παραπονούμενης (Μ.Κ.9) και η λειτουργός Γεωργιάδη. Την παραπονούμενη την συνάντησε για πρώτη φορά την ημέρα που της λήφθηκε η οπτικογραφημένη συνέντευξη. Δεν γνώριζε οτιδήποτε για το ιστορικό της. Όσα της ανέφερε η παραπονούμενη, τα άκουσε για πρώτη φορά την ώρα της οπτικογράφησης. Γνώριζε πως η καταγγελία αφορούσε σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου, αλλά τις λεπτομέρειες των γεγονότων τις άκουσε την ώρα που τις εξιστορούσε η παραπονούμενη. Την 23.8.2021, μεταξύ των ωρών 15:30-16:12, στα γραφεία του ΤΑΕ στην Λευκωσία, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 18) αφού τον πληροφόρησε για την εναντίον του διερευνόμενη υπόθεση και επέστησε την προσοχή του στον Νόμο. Προηγουμένως του επέδωσε Έντυπο για τα δικαιώματα υπόπτων/κατηγορουμένων (Τεκμήριο 17), το οποίο ο κατηγορούμενος υπέγραψε στην παρουσία του δικηγόρου του. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, έλαβε καταθέσεις και από άλλα πρόσωπα, μεταξύ αυτών και από τις αδελφές, Μ.Κ.8 και Μ.Κ.4 της μητέρας της παραπονούμενης. Τις συγκεκριμένες καταθέσεις τις έλαβε προτού λάβει την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης και συγκεκριμένα το πρωινό της 17.8.2021 μεταξύ των ωρών 10:35-11:44 και 12:00-12:50, αντίστοιχα. Απέρριψε την θέση της Υπεράσπισης πως το ότι έλαβε τις συγκεκριμένες καταθέσεις λίγες ώρες προ της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης, επηρέασε τον τρόπο που έλαβε την κατάθεση της τελευταίας. Ειδικότερα απέρριψε την θέση πως περιορίστηκε σε τέτοιες ερωτήσεις προς την παραπονούμενη, ώστε οι απαντήσεις να συνάδουν με την ληφθείσα, μέχρι τότε, μαρτυρία. Ως Τεκμήριο 19 κατέθεσε την Έκθεση Ψυχολογικής Αξιολόγησης της παραπονούμενης, η οποία ετοιμάστηκε από την κλινική ψυχολόγο, Μ.Κ.6, λειτουργό στο «Σπίτι του Παιδιού». Κατά τη συνήγορο υπεράσπισης η Μ.Κ.2 υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις σε απλά ζητήματα και ως εκ τούτου το Δικαστήριο πρέπει να την κρίνει αναξιόπιστη. Στο πλαίσιο αυτό πρώτο ζήτημα έθεσε την έλλειψη εμπειρίας της στη διερεύνηση τέτοιου είδους υποθέσεων. Πρώτη φορά έλαβε οπτικογραφημένη κατάθεση από παραπονούμενη και η συμμετοχή της σε τέτοιου είδους υποθέσεις ήταν σε άλλες 3-4 περιπτώσεις. Δεν ήταν άνετη στο εδώλιο του μάρτυρα, ήταν αγχωμένη και δεν κατέθετε χωρίς ενδοιασμούς και υπήρχαν αντιφάσεις στις απαντήσεις της ακόμη και στα πιο απλά πράγματα, με σκοπό να καλύψει τον λανθασμένο τρόπο διερεύνησης της υπόθεσης. Σε αυτό το πλαίσιο ενέταξε και την αρνητική απάντηση της σε σχετική ερώτηση, κατά πόσο είχε προετοιμάσει τις ερωτήσεις που θα υπέβαλλε στην παραπονούμενη κατά την οπτικογραφημένη κατάθεση της τελευταίας. Αφορμή τούτου ήταν η λήψη από την Μ.Κ.2 κατάθεσης από τις Μ.Κ.4 και 8 πριν τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης από την παραπονούμενη. Τούτο όμως σε καμία περίπτωση δείχνει ότι προετοίμασε τις ερωτήσεις που θα υπέβαλλε στην παραπονούμενη. Ούτε συμφωνούμε με την εισήγηση της ότι από την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης αναδεικνύεται τέτοιο φαινόμενο. Απεναντίας, από τη δική μας παρακολούθηση της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης καταδεικνύεται το αντίθετο, γιατί διαφάνηκε ότι δεν υπήρχε σχεδιασμός ερωτήσεων ή κλιμακωτή τοποθέτηση ερωτήσεων σε χρόνο, τόπο και πράξεων, σχετικές με τις ενέργειες του κατηγορούμενου, αλλά οι ερωτήσεις υποβάλλονταν ανάλογα με τις απαντήσεις που έδινε η παραπονούμενη. Εν πάση περιπτώσει, η Μ.Κ.2 ήταν ειλικρινής, ευθύς και σαφής, ενώ η διερεύνηση κινήθηκε στα ορθά πλαίσια και η οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης λήφθηκε δεόντως. Ως εκ τούτου η Μ.Κ.2 κρίνεται αξιόπιστη και οι ενέργειες της αποτελούν ευρήματα μας. Λ
(8)
(4)Η ΠΑΡΑΘΕΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΟΥ Μ.Κ.7 Ο Μ.Κ.7, ιατροδικαστής της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις 25.8.2021 εξέτασε τον κατηγορούμενο. Ετοίμασε έκθεση (Έγγραφο ΣΤ). Σύμφωνα με τα ευρήματα του, δεν διαπιστώθηκαν κακώσεις στο σώμα και στα γεννητικά όργανα του. Στις 18.8.2021, εξέτασε την παραπονούμενη. Επίσης ετοίμασε έκθεση [Έγγραφο ΣΤ
(1)] με τα ακόλουθα ευρήματα: «ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ
- Κατά την εξέταση της γεννητικής και περιγεννητικής περιοχής παρατηρήθηκε ερυθρότητα μικρών χειλέων του αιδοίου. Ο παρθενικός υμένας ακέραιος.
- Η πρωκτική περιοχή άνευ κακώσεων. Η περιπρωκτική περιοχή παρουσιάζει πρόσφατη ερυθρότητα. Ο πρωκτικός δακτύλιος ελέγχεται φυσιολογικά.
- Το υπόλοιπο σώμα άνευ κακώσεων. Σημ.: Η μητέρα ανέφερε ότι η [παραπονούμενη] είχε λάβει θεραπεία για παράσιτα στα κόπρανα (Οξυουρίαση)». Διευκρίνισε πως η ερυθρότητα του αιδοίου μπορεί να προκληθεί από κάποια τριβή, από ένα σκούπισμα. Μπορεί όμως να προκληθεί και από την οξυουρίαση (λοίμωξη από παράσιτα που βρίσκονται στα κόπρανα) αφού μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, η λοίμωξη μπορεί να μεταφερθεί από τον εντερικό σωλήνα και τον πρωκτό και στο αιδοίο. Ερωτηθείς εάν είναι προϋπόθεση όταν εισχωρήσει πέος ενήλικα σε πρωκτό ανήλικης να υπάρχουν ευρήματα ιατροδικαστικά (η ερώτηση ετέθη σε σχέση με την αναφορά «η πρωκτική περιοχή άνευ κακώσεων»), απάντησε πως εάν περάσει κάποιο ικανό χρονικό διάστημα από την πράξη ή χρησιμοποιηθεί λιπαντική ουσία, τότε, σύμφωνα και με τη βιβλιογραφία, μπορεί να μην υπάρχει κανένα ιατροδικαστικό εύρημα. Για τους ίδιους λόγους (χρήση λιπαντικού ή πάροδος ικανού χρονικού διαστήματος) ο σφιγκτήρας ελέγχεται φυσιολογικά. Στην ερώτηση εάν η περίοδος από τον Ιούλιο 2021 μέχρι τις 18.8.2021, δικαιολογεί την προηγούμενη αναφορά του, απάντησε θετικά προσθέτοντας πως πιθανές κακώσεις όπως οι εκχυμώσεις, οι ραγάδες και η μη μόνιμη χάλαση (χαλάρωση) του σφιγκτήρα δεν θα ανευρεθούν. Ερωτηθείς εάν το σάλιο «δύναται να αποτελεί λιπαντική ουσία», απάντησε «ναι δύναται». Ήταν η θέση του πως η «πρόσφατη» ερυθρότητα στην περιπρωκτική περιοχή πιθανόν να οφείλετο στην οξυουρίαση ή στην κακή υγιεινή. Ανέφερε περαιτέρω πως ο φόβος, το στρες, το άγχος, η ψυχολογική κατάσταση ενός ατόμου γενικότερα, όχι μόνο ενός παιδιού, επηρεάζει τον άξονα εντέρου-εγκεφάλου, τις νευροδιαβιβάσεις των χημικών ουσιών και των ορμονών, που κάτω από έντονα συναισθήματα μπορούν να προκαλέσουν χάλαση του σφιγκτήρα. Ερωτηθείς αντεξεταζόμενος, αναφορικά με το εύρημα του ότι η πρωκτική περιοχή ήταν άνευ κακώσεων, ανέφερε πως οι κακώσεις, οι εκχυμώσεις του πρωκτικού δακτυλίου (ονομάζονται εκχυμώσεις τύπου στεφάνης) είναι κυκλικά γύρω από τον σφιγκτήρα και αυτές απορροφούνται εντός τριών εβδομάδων. Οι ραγάδες (μικροεκδορές) δεν θα υπάρχουν στις 15 ημέρες και δεν θα αφήσουν ουλές. Η χάλαση του σφιγκτήρα εντός κάποιων ωρών θα επανέλθει, «γι΄ αυτό είπα», κατέληξε, «εντός ικανού χρονικού διαστήματος δεν θα μπορούν να ανευρεθούν τα ευρήματα που θα μπορούσαν να ανευρεθούν μετά από αυτήν την πράξη», εννοώντας την πρωκτική συνουσία. Ερωτηθείς κατά πόσον η καθημερινή πρωκτική επαφή για περίοδο 5-6 μηνών, μπορεί να «αφήσει» ευρήματα (ραγάδες ή χαλάρωση του σφιγκτήρα), φέρνοντας ως παράδειγμα τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις, ανέφερε πως στην περίπτωση αυτή μπορεί να παρατηρηθεί το «κωνοειδές» εύρημα, δηλαδή η χάλαση του σφιγκτήρα είναι μόνιμη και δεν μπορεί να επανέλθει. Εάν υποθετικά ομιλούντες, πρόσθεσε, το κοριτσάκι έκανε καθημερινά αυτή την πράξη, θα βρίσκαμε αυτό το εύρημα, το οποίο δεν υπήρχε. Περαιτέρω, σε ερώτηση εάν η καθημερινή εισχώρηση δακτύλου στον πρωκτό μιας ανήλικης (εντεκάχρονης) για περίοδο 5-6 μηνών θα άφηνε μια τέτοια κάκωση (χαλάρωση ή ραγάδα), απάντησε πως «οποιοδήποτε αντικείμενο εισέλθει στον πρωκτό κυλινδρικής φόρμας, θα μπορούσε να αφήσει τα ίδια ευρήματα που έχω πει πριν». Ερωτηθείς, τέλος, εάν το ίδιο ισχύει και για το αιδοίο, εάν, δηλαδή, γίνει εισχώρηση δακτύλου ή πέους θα έχουμε ρήξη του παρθενικού υμένα, απάντησε πως τούτο μπορεί να επιτευχθεί με την εισχώρηση οποιουδήποτε αντικειμένου. Η δικηγόρος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι ο Μ.Κ.7 ήταν σταθερός και αξιόπιστος, χωρίς ιδιαίτερες και ουσιαστικές αντιφάσεις. Με αφορμή την γνώμη του Μ.Κ.7 ότι, σε περίπτωση καθημερινής πρωκτικής επαφής για περίοδο 5-6 μηνών, θα παρατηρείτο «κωνοειδές» εύρημα, δηλαδή η χάλαση του σφιγκτήρα του πρωκτού, κάτι που δεν παρατηρήθηκε από την ιατροδικαστική εξέταση της παραπονούμενης, προέβαλε τη θέση ότι αφού η παραπονούμενη ισχυρίστηκε καθημερινή πρωκτική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο και δεν διαπιστώθηκε το πιο πάνω εύρημα στον πρωκτό της, τότε δημιουργείται ρήξη στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Ούτε αυτή η εισήγηση της υπεράσπισης μας βρίσκει σύμφωνους για τους λόγους που θα εξηγήσουμε στη συνέχεια. Πράγματι στη γραμμή 43 στη σελίδα 4 της οπτικογραφημένης κατάθεσης της, η παραπονούμενη ανέφερε «Ναι, ναι. Επίενα κάθε μέρα στον παππού μου», όπως και στη γραμμή 46 της ίδιας σελίδας και στη γραμμή 2 της σελίδας 5 «. τζιαι εγίνετουν κάθε μέρα τούτο ..», όπως και στη γραμμή 17 της ίδιας σελίδας, καθώς επίσης και στη γραμμή 17 της σελίδας 6 και στη γραμμή 7 της σελίδας
- Όμως, στη γραμμή 31 της σελίδας 5 ανέφερε «. τζιαι έκαμεν μου το πολλές φορές .». Στη γραμμή 3 της σελίδας 7 ανέφερε κάθε Δευτέρα, όπως και στη γραμμή 39 και 41 της ίδιας σελίδας και στη γραμμή 24 της σελίδας
- Ενώ στις γραμμές 32 και 33 αυτής της σελίδας ανέφερε Σάββατο και Κυριακή που δεν πήγαινε δουλειά (εννοώντας τον κατηγορούμενο). Επίσης τον Ιούλιο την έπιανε κάθε Τετάρτη επειδή πήγε δουλειά, γραμμή 37 της ίδιας σελίδας. Ότι πήγαινε όλη την εβδομάδα στο σπίτι του κατηγορούμενου, το είπε και κατά την αντεξέταση της η παραπονούμενη. Σε ερώτηση δε, κατά την αντεξέταση της, ποιο από τα δύο ισχύει αν την έπιανε κάθε Δευτέρα ή κάθε μέρα ο κατηγορούμενος, απάντησε κάθε μέρα και μετά που έπιασε δουλειά κάθε Τετάρτη. Η θέση δε που προώθησε η Υπεράσπιση γι΄ αυτό το ζήτημα ήταν ότι ο κατηγορούμενος την έπιανε κάθε Δευτέρα και μετά που «έπιασε» δουλειά κάθε Τετάρτη. Η Μ.Κ.8 στη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι η παραπονούμενη πήγαινε στον κατηγορούμενο 1-2 φορές την εβδομάδα, αλλά δεν γνώριζε ακριβώς πόσες φορές. Η Μ.Κ.9 επί του ίδιου θέματος ανέφερε στην μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η παραπονούμενη πήγαινε στον κατηγορούμενο σχεδόν όλη την εβδομάδα. Μερικές φορές την έπιανε ο πατέρας της και κάποιες άλλες ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Καταληκτικά, αυτό που εξάγεται και διαπιστώνουμε, αξιολογώντας τη μαρτυρία των ως άνω Μ.Κ. και της παραπονούμενης, όπως και την μαρτυρία του Μ.Υ.1, ο οποίος ανέφερε ότι έβλεπε την παραπονούμενη στο σπίτι του κατηγορούμενου 2-3 φορές την εβδομάδα, ως προς τούτο, είναι ότι την παραπονούμενη την έπιανε μερικές ημέρες την εβδομάδα, κάποτε ο πατέρας της και κάποτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος δεν ερχόταν σε καθημερινή επαφή με την παραπονούμενη. Αν διαπιστώναμε, όπως ήταν η θέση της Υπεράσπισης, ότι κάθε Δευτέρα και ακολούθως κάθε Τετάρτη «έπιαναν» την παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος και ο πατέρας της και την έπαιρναν σπίτι, τότε και πάλι δεν έρχετο σε καθημερινή επαφή ο κατηγορούμενος με την παραπονούμενη. Συνεπώς το επιχείρημα της συνηγόρου υπεράσπισης, το οποίο στήριξε στη θέση της ότι αν υπήρχε καθημερινή πρωκτική επαφή του κατηγορούμενου με την παραπονούμενη σε συνδυασμό με την γνώμη του Μ.Κ.7 ότι αν συνέβαινε τούτο και επί 5-6 μήνες θα υπήρχε χάλαση (χαλάρωση) του σφιγκτήρα του πρωκτού της παραπονούμενης, κάτι που δεν διαπίστωσε κατά την ιατροδικαστική εξέταση της παραπονούμενης και ότι εκ τούτου δεν είπε την αλήθεια η παραπονούμενη, δεν βρίσκει έρεισμα γιατί ελλείπει το ένα από τα δύο στοιχεία που χρειάζετο ο Μ.Κ.7 για την κατάληξη του, δηλαδή αυτό της καθημερινής επαφής. Κρίνουμε ότι ο Μ.Κ.7 ήταν αξιόπιστος και εφοδίασε το Δικαστήριο με όλα εκείνα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι ώστε να δυνηθεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση επί των γεγονότων. Ως εκ τούτου αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του και τα αναγραφόμενα στην ιατροδικαστική έκθεση του, καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Λ
(8)
(5)Η ΠΑΡΑΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Μ.Κ.5 H M.K.5 εκπαιδευτική σχολική ψυχολόγος, παρακολουθούσε την παραπονούμενη, κατόπιν αιτήματος της μητέρας της (Μ.Κ.9) από τις 3.9.2020 μέχρι και τις 22.10.2020 (είχε μαζί της 7 συναντήσεις, στις 3.9.2020, 10.9.2020, 24.9.2020, 1.10.2020, 8.10.2020, 15.10.2020 και 22.10.2020). Ετοίμασε έκθεση (Έγγραφο Δ). Η παρέμβαση ζητήθηκε λόγω της συμπεριφοράς που παρουσίαζε η παραπονούμενη στο σπίτι και σε «τρίτα πλαίσια». Όπως της δήλωσε η μητέρα της παραπονούμενης (Μ.Κ.9) σε συνάντηση που είχε μαζί της στις 30.7.2020, η παραπονούμενη παρουσίαζε ασυνήθιστες και μη αναμενόμενες για την ηλικία της φοβίες (π.χ. spiderman, elsa κλπ), κοιμόταν μαζί της, φορούσε πάνα κατά τον ύπνο και χρειαζόταν βοήθεια κατά το λούσιμο. Επέλεγε να παίζει μόνο με μικρότερα παιδιά και στο σχολείο δεν είχε καταφέρει να συνάψει φιλικές σχέσεις με τα άλλα παιδιά της τάξης της. Τσακωνόταν συχνά και έντονα με τον παππού και την γιαγιά (τα νέα πεθερικά της μητέρας (Μ.Κ.9), με τους οποίους ζούσαν μαζί την περίοδο εκείνη) λόγω των συμπεριφορών της. Η παραπονούμενη περιγράφηκε, από την μητέρα της (Μ.Κ.9), ως ένα παιδί που έβλεπε «πολλά» βίντεο στο διαδίκτυο, είχε αναπτύξει έντονες εμμονές με διάφορα άτομα από αυτά τα βίντεο και δήλωνε πως επιθυμούσε να τους δείρει. Μιλούσε και γελούσε μόνη της και επαναλάμβανε πολλές φορές τις ίδιες προτάσεις. Η μητέρα (Μ.Κ.9) δήλωσε επίσης πως η παραπονούμενη δεν ήθελε να πηγαίνει στις προκαθορισμένες επισκέψεις με τον πατέρα της, έκλαιγε, κρυβόταν και δήλωνε έντονα την άρνηση της, χωρίς να δηλώνει τον λόγο. Στόχος των συνεδριών που πραγματοποιήθηκαν (έληξαν στις 22.10.2020, λόγω οικονομικής δυσκολίας των γονέων) ήταν η θεραπεία του παιδιού. Σύμφωνα με την μάρτυρα, η παραπονούμενη δήλωνε πως επιθυμούσε να πηγαίνει στις συναντήσεις τους και την ευχαριστούσε πολύ που μιλούσαν. Παραδεχόταν πως μιλούσε μόνη της και έλεγε «θέλω να σε δέρω» ως απάντηση σε όλες τις συζητήσεις της αλλά δεν μπορούσε να εξηγήσει το γιατί. Μιλούσε συχνά για τα κορίτσια της γειτονιάς της που δεν την ήθελαν, αλλά και για τον πατέρα του δεύτερου συζύγου της Μ.Κ.9 που δεν την αγαπούσε, όπως δήλωνε, επειδή δεν ήταν πραγματική εγγονή του. Επί του συγκεκριμένου σημείου, ερωτηθείσα από την κα Ιωάννου, συνήγορο Υπεράσπισης, εάν οι αναφορές του παιδιού στον πατέρα του δεύτερου συζύγου της Μ.Κ.9, είχαν ως υπόβαθρο οποιασδήποτε μορφής κακοποίηση, είτε συναισθηματικής είτε άλλης, η μάρτυρας ανέφερε πως, σύμφωνα με τα λεγόμενα του παιδιού, δεν υπήρξε καμιά κακοποίηση εκείνη την περίοδο. Οι αναφορές του παιδιού ήταν περισσότερο παράπονα για τον παππού, ο οποίος έλεγε «χαμήλωσε το tablet γιατί θέλω να δω τηλεόραση» και το παιδί δυσανασχετούσε ή «πήγαινε να κάμεις μπάνιο γιατί είναι 8:00 η ώρα» και το παιδί δεν ήθελε. Σε τέτοιου τύπου συγκρούσεις αναφέρθηκε το παιδί. Κατά την μάρτυρα, η παραπονούμενη δεν μπορούσε να αναγνωρίσει, να εκφράσει και να διαχειριστεί κανένα από τα πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια συναισθήματα που αναμένονται για την ηλικία της. Γι΄ αυτό, της ζήτησε να διατηρεί ημερολόγιο σκέψεων. Σε κάθε συνάντηση τους επεξεργάζονταν τις σημειώσεις της. Οι σκέψεις της αφορούσαν διάσημα άτομα που όπως δήλωνε επιθυμούσε να δείρει, την απόρριψη από τα κορίτσια της τάξης της και τις συγκρούσεις στο σπίτι όπου διέμενε. Έδινε περισσότερες πληροφορίες για τον χρόνο που περνούσε με την μητέρα της και λιγότερες για το περιβάλλον του πατέρα και τον χρόνο που περνούσε εκεί. Δήλωνε ωστόσο χαρούμενη που την παραλάμβανε ο πατέρας της από τις συνεδρίες, επειδή μετά της αγόραζε φαγητό. Η μάρτυρας, καταληκτικά, ανέφερε ότι η παραπονούμενη παρουσίαζε δυσκολία στην έκφραση και επεξεργασία των πληροφοριών που λάμβανε στις συνεδρίες, χρειαζόταν συνέχεια επαναφορά και έμοιαζε «χαμένη». Επαναλάμβανε τις ίδιες προτάσεις συχνά, οι οποίες δεν ήταν σχετικές με το θέμα τους (ασυνάρτητος και επαναλαμβανόμενος λόγος). Γελούσε μόνη της και έπαιζε. Το επίπεδο της κατανόησης της έμοιαζε να είναι χαμηλότερο από το αναμενόμενο για την ηλικία της. Εισηγήθηκε στη μάρτυρα (M.K.9) να αξιολογηθεί η παραπονούμενη από παιδοψυχίατρο. Η συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφερε ότι η Μ.Κ.5 ήταν γενικά αξιόπιστη. Την θεώρησε τυπική μάρτυρα. Όμως, επειδή η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι η παραπονούμενη εξέφραζε «κακά» συναισθήματα για τον πατέρα του δεύτερου συζύγου της Μ.Κ.9, εισηγήθηκε ότι, σε συνδυασμό με την μαρτυρία της Μ.Κ.6, η οποία, κατά την συνήγορο υπεράσπισης, ανέφερε ότι η σεξουαλική κακοποίηση της παραπονούμενης άρχισε όταν ήταν 8 ετών, δημιουργεί κάποιου είδους αμφιβολία για το πότε θυμάται η παραπονούμενη την κακοποίηση της. Η Μ.Κ.5, κατά την συνήγορο του κατηγορούμενου, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η παραπονούμενη να εξέφραζε αρνητικά συναισθήματα για τον πατέρα του δεύτερου συζύγου της Μ.Κ.9 λόγω σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη από αυτόν όταν η παραπονούμενη ήταν 8 ετών. Εξετάσαμε με την μέγιστη δυνατή προσοχή τη μαρτυρία της Μ.Κ.5 και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της δεν ανέφερε οτιδήποτε που να υποστηρίζει τα όσα πρόβαλε η κα Ιωάννου, συνήγορος του κατηγορούμενου. Απεναντίας, σε σχετική ερώτηση της κας Ιωάννου, η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι από τα λεγόμενα της παραπονούμενης δεν υπήρξε καμία κακοποίηση της παραπονούμενης όταν η παραπονούμενη ήταν 8 ετών. Σε ό,τι αφορά την Μ.Κ.6 το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με την μαρτυρία της κατωτέρω. Η Μ.Κ.5, εφοδίασε το Δικαστήριο με όλα εκείνα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων της, έτσι ώστε να δυνηθεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση επί των γεγονότων. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της και, ανάλογα, καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Λ
(8)
(6)Η ΠΑΡΑΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΗΣ Μ.Κ.6 Η Μ.Κ.6, κλινική ψυχολόγος στο «Σπίτι Του Παιδιού» (τα ακαδημαϊκά της προσόντα δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση), προέβη σε ψυχολογική αξιολόγηση της παραπονούμενης και ετοίμασε έκθεση (Έγγραφο Ε), κατόπιν παραπομπής της από τον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων (ΚΔΑΣΚΑ) και ΥΔΕΠ του Αρχηγείου της Αστυνομίας στις 17.8.
- Για το σκοπό διεξαγωγής της αξιολόγησης και της συγγραφής της έκθεσης, λήφθηκε ενημερωμένη συγκατάθεση από τους γονείς της παραπονούμενης. Επίσης επεξηγήθηκαν οι περιορισμοί αυτής της έκθεσης και έγιναν αποδεκτοί. Για σκοπούς της παρούσας αξιολόγησης πραγματοποιήθηκε σειρά ψυχοδιαγνωστικών συνεντεύξεων με την παραπονούμενη, στις 9.9.2021, 20.9.2021 και 29.9.2021, καθώς επίσης και από το σύνολο των πληροφοριών που λήφθηκε, επίσης για το οικογενειακό ιστορικό της, από τους γονείς της, στις 3.9.2021 σε διαφορετικές συναντήσεις. Κατέγραψε το ιστορικό της παραπονούμενης, στο οποίο γίνεται αναφορά, στο βίο της, στην οικογένεια της, στα σχολεία που φοίτησε και τις συναισθηματικές δυσκολίες που αντιμετώπισε και ότι έτυχε λογοθεραπείας. Στα πλαίσια των κλινικών ευρημάτων της ανέφερε ότι αδρά εκτιμώμενες οι νοητικές της λειτουργίες φάνηκαν να εμπίπτουν στο φυσιολογικό επίπεδο. Όσον αφορά τα επίδικα γεγονότα καταγράφοντα τα ακόλουθα: «Σε σχέση με τα καταγγελθέντα περιστατικά, η ανήλικη αναφέρθηκε σε επαναλαμβανόμενα περιστατικά, περιγράφοντας τα με πλήρη λεπτομέρεια, τα οποία συνέβαιναν με τον πατρικό παππού στο σπίτι του και κάποιες φορές εκτός σπιτιού όταν έπαιρναν βόλτα το σκύλο, τα οποία αποκαλούσαν ως τα «παιχνίδια» τους. Ανέφερε συγκεκριμένα πως τα περιστατικά γίνονταν καθημερινά μέχρι που ο παππούς ξεκίνησε να εργάζεται και τότε τον έβλεπε μόνο τις Τετάρτες. Οι επισκέψεις στον παππού γίνονταν κυρίως για να συναντάει τον πατέρα της αλλά επειδή αυτός κοιμόταν ή απουσίαζε από το σπίτι, περνούσε το χρόνο με τον παππού της. Τοποθέτησε χρονικά την έναρξη των περιστατικών όταν ήταν σε ηλικία περίπου 8 ετών, ενώ δεν θυμόταν να περιγράψει το πρώτο περιστατικό, εξηγώντας πως «άρκευκε λλίο λλίο». Αναφέρθηκε επίσης σε περιπτώσεις όπου ο παππούς, της έδειχνε βίντεο με ακατάλληλο περιεχόμενο και η ίδια απέφευγε να τα δει γυρνώντας το κεφάλι της. Όσον αφορά την αποκάλυψη των περιστατικών, η ανήλικη ανέφερε πως δεν είπε τίποτα στους γονείς της, επειδή ο παππούς της το ζητούσε, λέγοντας της πως αυτό ήταν το μυστικό τους και πως αν το μάθουν οι γονείς της δεν θα την πηγαίνουν στο σπίτι του και δεν θα βλέπει το σκύλο του. Επίσης της έλεγε να υπακούει μόνο εκείνον και όχι τους γονείς της, ενώ σε άλλη περίπτωση όταν η ανήλικη αντέδρασε στις πράξεις του, βρίζοντας τον, της είπε ότι θα της έβαζε σαπούνι στο στόμα της. Η ανήλικη ανέφερε επίσης πως φοβόταν να το αναφέρει στη μητέρα της γιατί πιθανόν να θύμωνε μαζί της. Τότε σκέφτηκε να το αναφέρει στη θεία της όπως και έπραξε, αφού η θεία φάνηκε να ήταν ένα έμπιστο άτομο για την ίδια καθώς επίσης διατηρούσε αρκετά στενή σχέση μαζί της». Η μάρτυρας καταγράφει περαιτέρω και τα εξής: «Η ανήλικη κατά τις αξιολογικές συναντήσεις φάνηκε να διακατεχόταν από έντονα συναισθήματα φόβου και ενοχών. Ανέφερε πως, όταν συνέβαιναν τα περιστατικά, αισθανόταν θλίψη και σε κάποιες περιπτώσεις αντιδρούσε με θυμό στις πράξεις του παππού της, χτυπώντας τον και βρίζοντας τον, ενώ άλλες φορές δεν αντιδρούσε από φόβο. Παράλληλα, ήταν έκδηλο το αίσθημα συν ευθύνης για τα περιστατικά, γεγονός που ενδεχομένως να οφειλόταν στη δυναμική που αναπτύχθηκε στη σχέση της με τον παππού της, το οποίο της δημιουργούσε το συναίσθημα της ενοχής. Επιπλέον, η σχέση με τον παππού φάνηκε να της προκαλούσε αμφιθυμικά συναισθήματα, αφού αφενός ήταν ένα πρόσωπο φροντίδας για την ίδια και αφετέρου ήταν το πρόσωπο από το οποίο βίωνε την αναφερόμενη παραβίαση, η οποία της προκαλούσε αρνητικά συναισθήματα. Ωστόσο, η αποκάλυψη των περιστατικών, φάνηκε να έφερε ανακούφιση στην ανήλικη αφού τα περιστατικά με τον παππού της σταμάτησαν ενώ παράλληλα την επιβάρυναν συναισθηματικά. Η αμφισβήτηση του πατέρα της, φάνηκε να προκάλεσαν σύγχυση στην ανήλικη. Η σκέψη επίσης, ότι ο παππούς θα θύμωνε μαζί της αφού αποκάλυψε τα περιστατικά, της δημιούργησε το αίσθημα ανασφάλειας και φόβου. Συγκεκριμένα, περιέγραψε πως έβλεπε εφιάλτες σχετικά με τον παππού, όπου τη ρωτούσε γιατί έκανε την αποκάλυψη ή σε άλλες περιπτώσεις της φώναζε και της θύμωνε. Αναφέρθηκε επίσης σε εφιάλτες σχετικούς με τα εν λόγω περιστατικά καθώς και εφιάλτες που φάνηκε να συνδέονταν με την προφυλάκιση του παππού της. Ανέφερε πως ένιωθε φόβο να βγει έξω από το σπίτι μόνη της γιατί σκεπτόταν ότι μπορεί να εμφανιζόταν ο παππούς της και για αυτό ζητούσε να έχει κάποιον μαζί της. Τα περιστατικά, φάνηκε να προκαλούσαν επαναλαμβανόμενες και ακούσιες σκέψεις, οι οποίες γίνονταν ενοχλητικές για την ανήλικη και στην προσπάθεια της να αποφύγει τις σκέψεις αυτές χόρευε ή έπαιζε, όπως περιέγραψε». Όσον αφορά την κλινική της διάγνωση η μάρτυρας ανέφερε τα ακόλουθα: «Κλινική Διάγνωση: Μέσα από τις αφηγήσεις της ανήλικης διαπιστώθηκε πως τα καταγγελθέντα περιστατικά επηρέασαν την ψυχική της υγεία και παρουσίαζε ενεργή συμπτωματολογία Διαταραχής Μετα-Τραυματικού Στρες 309,81 (F43.10) όπως αυτά ορίζονται από τα διαγνωστικά κριτήρια DSM-V. Συγκεκριμένα, παρουσίαζε διεισδυτικά συμπτώματα όπως επανειλημμένες, ακούσιες και διεισδυτικές μνήμες των τραυματικών γεγονότων και επανειλημμένα ενοχλητικά όνειρα όπου το περιεχόμενο συνδεόταν με τα περιστατικά. Παρουσίαζε επίμονη αποφυγή των ερεθισμάτων αυτών, όπως ενοχλητικές μνήμες, σκέψεις και συναισθήματα, τόπους και ανθρώπους που σχετίζονταν με το τραυματικό γεγονός. Αναφέρθηκε επίσης, σε αρνητικές μεταβολές σε γνωστικές λειτουργίες, όπως επίμονες διαστρεβλωμένες γνωστικές λειτουργίες για το αίτιο και τις συνέπειες του τραυματικού γεγονότος, όπου επανειλημμένα κατηγορούσε τον εαυτό της. Παράλληλα, παρουσίαζε επίμονη αρνητική συγκινησιακή κατάσταση που περιλάμβανε συναισθήματα φόβου, λύπης, ενοχής και ντροπής. Επίσης, η ανήλικη παρουσίαζε αλλαγές στη διεγερσιμότητα και αντιδραστικότητα που σχετίζονταν με το τραυματικό γεγονός όπως υπερεπαγρύπνηση και διαταραχή στον ύπνο (ανήσυχος ύπνος)». Η μάρτυρας κατέληξε στα εξής συμπεράσματα: «Συμπεράσματα: Σύμφωνα με τα ευρήματα της διαγνωστικής εκτίμησης, η ανήλικη παρουσίαζε προφίλ χρόνια κακοποιημένου όσο και παραμελημένου παιδιού. Η μειωμένη γονική παρουσία, στήριξη και προστασία από τους γονείς, η γονική εξάρτηση και τα σοβαρά ζητήματα ψυχικής υγείας των γονέων αλλά και η κοινωνική απομόνωση της οικογένειας που διαφάνηκε να υπήρχαν, είχαν ως αποτέλεσμα την επικράτηση μιας αποδιοργανωμένης δυναμικής στην οικογένεια και ενός χαοτικού τρόπου λειτουργίας της χωρίς όρια. Η ανεπάρκεια των γονέων ώστε να καλύψουν, τόσο τις συναισθηματικές, όσο και τις λειτουργικές ανάγκες του παιδιού φάνηκε να δημιούργησαν συνθήκες ευαλωτότητας στο παιδί. Η επαναλαμβανόμενη και χρόνια σεξουαλική κακοποίηση στην οποία αναφέρθηκε η ανήλικη, φάνηκε να προκάλεσε σοβαρά ψυχικά ενοχλήματα τα οποία συνέβαλαν στο να αναπτυχθεί η Διαταραχή Μετατραυματικού στρες, αφού η συμπτωματολογία που παρουσίαζε, συνδεόταν άμεσα με τα καταγγελθέντα περιστατικά». Καταθέτοντας διά ζώσης στο Δικαστήριο ανέφερε πως κατέληξε στη διάγνωση της διαταραχής του μετατραυματικού στρες, αφού η συμπτωματολογία που παρουσίαζε η ανήλικη πληρούσε τα κριτήρια και παρέπεμπε, βάσει του Διαγνωστικού Εγχειριδίου της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας DSM-S (Τεκμήριο 21), στην συγκεκριμένη διαταραχή. Επεξηγώντας τι σημαίνει διαταραχή μετατραυματικού στρες, απάντησε ότι η συγκεκριμένη διάγνωση «προϋποθέτει ότι το άτομο έχει βιώσει ή έχει εκτεθεί σε ένα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί τη σωματική του ακεραιότητα. Είναι το πρώτο κριτήριο για να τεθεί η συγκεκριμένη διάγνωση. Οπόταν μετά εξετάζουμε πως αυτό το βίωμα ή τα βιώματα έχουν επηρεάσει το άτομο όσον αφορά το συναίσθημα του, τη σκέψη του και τη λειτουργικότητα του». Στην περίπτωση της παραπονούμενης, το ίδιο το παιδί συνέδεε τη συμπτωματολογία του, δηλαδή τις σκέψεις ή τα συναισθήματα του, με τα γεγονότα που το ίδιο ανέφερε ότι βίωσε. Ακόμη και οι εφιάλτες που ανέφερε ότι έβλεπε, το περιεχόμενο τους αφορούσε τα περιστατικά, στα οποία είχε αναφερθεί. Όσον αφορά την σεξουαλική κακοποίηση, η παραπονούμενη εκτός από τον παππού δεν αναφέρθηκε σε άλλο πρόσωπο. Επεξηγώντας την φράση «η ανήλικη παρουσίαζε προφίλ χρόνια κακοποιημένου όσο και παραμελημένου παιδιού» ανέφερε πως η παραμέληση συνέβαινε για χρόνια, αφού στο οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωνε υπήρχαν παράγοντες επικινδυνότητας δηλαδή από αρκετά μικρή ηλικία εκτίθετο σε κάποιες δυσκολίες. Όσον αφορά την σεξουαλική κακοποίηση, η χρησιμοποίηση της λέξης «χρόνια» έχει την έννοια των επαναλαμβανόμενων περιστατικών, δηλαδή ένα περιστατικό μπορεί να είναι «οξύ» όταν πρόκειται για ένα μεμονωμένο συμβάν, το οποίο μπορεί να είναι τραυματικό, ή μπορεί να είναι «χρόνιο», όταν το περιστατικό είναι επαναλαμβανόμενο. Όσον αφορά τη φράση «συνθήκες ευαλωτότητας» διευκρίνισε πως τα παιδιά που μεγαλώνουν σε δύσκολες οικογενειακές συνθήκες, είτε λόγω της δυσκολίας των γονέων να ανταποκριθούν στο γονικό τους ρόλο, είτε κάποιων άλλων συνθηκών είναι πιο επιρρεπή στο να αναπτύξουν κάποια διαταραχή ψυχικής υγείας, είτε είναι πιο ευάλωτα στο να θυματοποιηθούν με οποιαδήποτε μορφή κακομεταχείρισης ή να αναπτύξουν κάποιες παραβατικές συμπεριφορές, δυσκολίες στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Αναφερόμενη στην παραπονούμενη, κατέληξε πως «είναι ένα παιδί το οποίο παρουσιάστηκε να ήταν ήδη ευάλωτο από προηγουμένως και τούτο δικαιολογεί και την ανάπτυξη της συγκεκριμένης συμπτωματολογίας της διαταραχής». Αντεξεταζόμενη και ερωτηθείσα εάν ο λόγος που η παραπονούμενη δεν θυμόταν το πρώτο περιστατικό οφείλετο στο ότι στην ηλικία των 8 ετών τα παιδιά δεν έχουν καλή μνήμη και ενδεχομένως γι΄ αυτό ανέφερε την φράση «άρκεφκε λίγο-λίγο», η μάρτυρας απάντησε πως εκείνο που φάνηκε από την συγκεκριμένη φράση που είπε το παιδί είναι ότι «ξεκίνησαν ίσως κάποια περιστατικά τα οποία αρχικά το παιδί πιθανό να μην εκλάμβανε ως κακοποίηση ή ως παραβίαση οπόταν δεν ήταν εύκολο για την ίδια να απομνημονεύσει ξεκάθαρα το πρώτο περιστατικό. Γι΄ αυτό και το εξήγησε ότι ήταν κάτι που ξεκινούσε σιγά-σιγά. Δεν έχει να κάμει με την ηλικία το ότι το μνημονικό στα 8 δεν ήταν αρκετό για να συγκρατήσει το περιστατικό». Επανέλαβε πως η λέξη «χρόνιο» υπάρχει σαν όρος στη ψυχοπαθολογία και στις περιπτώσεις του τραυματικού γεγονότος, θεωρείται το επαναλαμβανόμενο. Εν προκειμένω δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό ή ένα περιστατικό που συνέβηκε ένα μήνα. «Το παιδί», πρόσθεσε, «μέσα από τις αφηγήσεις του άφησε να νοηθεί ότι ήταν κάτι που επαναλαμβανόταν, ήταν επαναλαμβανόμενο σε διάρκεια χρόνου». «Το χρόνια» κατέληξε, «μπορεί να σημαίνει μήνες, μπορεί χρόνο». Ερωτηθείσα εάν μπορούσε να αποκλείσει την πιθανότητα η παραπονούμενη να επηρεάστηκε σε «κάποιο βαθμό» από το οικογενειακό της περιβάλλον, ως προς τα λεγόμενα της προς την ίδια, δεδομένου του ότι η πρώτη συνέντευξη έγινε ένα μήνα, περίπου, μετά την καταγγελία, απάντησε πως παιδιά μικρότερης ηλικίας είναι πιο εύκολο να παραπληροφορηθούν, να είναι πιο «υποβόλιμα». Όσο μεγαλώνουν τα παιδιά, αυτό είναι πιο ανθεκτικό, αλλάζει. Στην προκειμένη περίπτωση, τόνισε, δεν φάνηκε κάποιο στοιχείο ότι το παιδί ήταν υποβόλιμο στις αναφορές του. Οι αφηγήσεις της ήταν σταθερές, υπήρχε συνοχή, δεν έδειχνε η κλινική της εικόνα οποιοδήποτε στοιχείο που να παρέπεμπε σε κάτι τέτοιο. Επί του ιδίου θέματος, σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της ανέφερε πως άλλο είναι να διογκώσω ένα αρνητικό γεγονός που μου συνέβηκε και άλλο να διογκωθεί το συναίσθημα μου, το οποίο ενδέχεται να αυξηθεί και να είναι πιο δυσάρεστο μετά από κάποιες διαδικασίες ή μια επανάληψη (όταν λέγω και ξαναλέω τα περιστατικά). Το συναίσθημα μου ενδέχεται να αυξηθεί και να είναι πιο δυσάρεστο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αλλάζω το γεγονός, «στο πως το έχω βιώσει». Στην ερώτηση εάν θα απέκλειε η ανήλικη να «διόγκωσε» τα γεγονότα, ώστε να έχει περισσότερη προσοχή από το οικογενειακό της περιβάλλον απάντησε ως εξής: «Ενδεχομένως να γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις το επίκεντρο το παιδί όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά ουδέποτε ένα παιδί, ακόμη και ένας ενήλικας θα μπει στη διαδικασία να λέει ψευδείς αναφορές για κάτι πραγματικό, για κάτι άσχημο. Δηλαδή αν το παιδί με αυτή την αποκάλυψη έπιασε μια παραπάνω σημασία γιατί είναι όλοι από πάνω του πλέον δεν σημαίνει ότι θα έρθει και να λέει περισσότερα γεγονότα τα οποία δεν έγιναν ή δεν ισχύουν. Δεν θα έρθει να δημιουργήσει δηλαδή γεγονότα απλά και μόνο γιατί πιάνει σημασία.» Η συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφερε ότι η Μ.Κ.6 γενικά ήταν σταθερή, αλλά περιέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις. Προς υποστήριξη τούτου επικαλέσθηκε την αναφορά της Μ.Κ.6 ότι οι δεξιότητες μνήμης αυξάνονται και είναι καλύτερες όσο μεγαλώνει ένα παιδί, ενώ σύμφωνα με τα λεγόμενα της παραπονούμενης, η κακοποίηση της άρχισε όταν ήταν 8 ετών, ισχυρισμός όμως που δεν ευσταθεί εναντίον του κατηγορουμένου αφού σε αυτή την ηλικία, δηλαδή των 8 ετών, δεν είχε επαφή με τον κατηγορούμενο, επομένως, αν υπήρξε σεξουαλική κακοποίηση, αυτή προήλθε από άλλο πρόσωπο. Κατ΄ αρχάς σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.9, ο πατέρας της παραπονούμενης άρχισε να την «πιάνει» μετά που η Μ.Κ.9 παντρεύτηκε το
- Σύμφωνα δε με την Μ.Κ.8, η οποία έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου στις 2.3.2022, την παραπονούμενη άρχισε να την «πιάνει» ο πατέρας της 3½ περίπου χρόνια πριν την ημέρα που έδινε την κατάθεση της. Τούτο σημαίνει ότι άρχισε να «πιάνει» την παραπονούμενη περί τα τέλη του καλοκαιριού του
- Αφού γεννήθηκε στις 14.12.2009, εξάγεται ότι όταν άρχισε ο πατέρα της να έχει επαφή μαζί με την παραπονούμενη, αυτή ήταν ηλικίας περίπου 8½ ετών. Ο πατέρας της δε την έπαιρνε μεταξύ άλλων προσώπων και στον κατηγορούμενο. Επομένως η θέση της κας Ιωάννου ότι δεν είχε επαφή με την παραπονούμενη ο κατηγορούμενος περί τα τέλη του καλοκαιριού του 2018, μέχρι και τις αρχές της άνοιξης του 2020 δεν είναι ορθή. Η Μ.Κ.6 ήταν ειλιρινής, ευθύς, αντικειμενική, συνεπής, σαφής και χωρίς ενδοιασμούς και με επαγγελματισμό εφοδίασε το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων της ώστε το Δικαστήριο να δυνηθεί να διαμορφώσει την ανεξάρτητη κρίση του επί των γεγονότων. Αποδεχόμαστε την μαρτυρία της, στην οποία, κυρίως, συμπεριλαμβάνεται η αξιολογική έκθεση της για την παραπονούμενη, της οποίας οι σχετικές αναφορές και τα συμπεράσματα της, καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Κ
(8)
(7)Η ΠΑΡΑΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΟΥ Μ.Κ.11 Ο Μ.Κ.11 (η κατάθεση του σημειώνεται ως Έγγραφο Ι), προσωπικός παιδίατρος της παραπονούμενης, αναφέρθηκε στις επισκέψεις της στο ιατρείο του εντός του πρώτου εξαμήνου του 2021. Τον επισκέφθηκε στις 25.2.2021, με κοινό κρυολόγημα, στις 11.6.2021 με γαστρεντερική λοίμωξη και στις 28.6.2021 με απλό κρυολόγημα. Η παραπονούμενη συνοδευόταν πάντα από την μητέρα της. Σύμφωνα με το ιατρικό ιστορικό που διατηρούσε για την παραπονούμενη, η τελευταία δεν τον επισκέφθηκε για παράσιτα στον πρωκτό της, δεν την εξέτασε πρωκτικά και δεν υπάρχει συνταγογραφημένη συνταγή στο όνομα της. Ενδεχομένως να υπήρχε τηλεφωνική επικοινωνία και να συνέστησε μια κρέμα για τοπική επάλειψη. Διευκρίνισε πως τα παράσιτα δεν μεταδίδονται με την σεξουαλική επαφή. Η μαρτυρία του δεν πρόσφερε οτιδήποτε το ουσιαστικό τόσο για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής όσο και για την Υπεράσπιση. Αποδεχόμαστε την μαρτυρία του. Λ
(8)
(8)Η ΠΑΡΑΘΕΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗΣ, Μ.Κ.3 Η παραπονούμενη (Μ.Κ.3), γεννήθηκε στις 24.12.2009, ήταν ηλικίας 11 ετών κατά τον Δεκέμβριο του 2020, απαρχή, κατά την Κατηγορούσα Αρχή, της επιλήψιμης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, 11 ετών και 7½ μηνών όταν έδινε την οπτικογραφημένη κατάθεση της στην αστυνομία, τον Αύγουστο του 2021 και 12 ετών και 2 μηνών τον Φεβρουάριο του 2022 όταν κατέθεσε δια ζώσης στο Δικαστήριο. Στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, αφού αναφέρθηκε στο οικογενειακό της περιβάλλον (γονείς, παππούδες κλπ), στο σπίτι και στο χωριό που διαμένει, ανέφερε πως «κάθε μέρα» επισκεπτόταν τον εκ πατρός παππού της, τον κατηγορούμενο. Όταν αρχικά της ζητήθηκε να περιγράψει την «ιστορία» της, ανέφερε τα ακόλουθα: «Εκατέβαζεν μου τα ρούχα μου, εν πελλάρα, εεε έβαλεν μου το κώλο του πάνω μου τζαι εν έθελα εγώ τζαι επίεζεν με, τζαι εκλείωνε την προ εκλείωνε την πόρτα ας πούμε έβαλεν το έξω το κλειδί, τζαι εκλείωνε την πόρτα, τζαι εφ έφτυνε του κώλου μου τζαι έβαλεν μου το, τζαι έπιανε το σιέρι του τζαι έβαλεν το δαμέ μες το πουττούιν μου, τζαι εγίνετουν κάθε μέρα τούτο τζαι εν το ελάλουν της μάμας μου τζαι εφο τζαι λαλεί μου μεν το πείς σε κανέναν τζαι εν το ελάλουν εγώ. Τζαι μια μέρα εχτύπησεν μου μες στα μες στα χείλη γιατί εν το κάμω τζείνο το πράμα τζαι επόνουν δαμέ μου τζαι έβαλεν μου πάγο. Λαλεί μου άτε α [παραπονούμενη] πιάστον πάγο, τζαι επία στην μάμα μου τζαι λαλεί μου γιατί εν έτσι τζαι μίσιη μου είπα της ότι εκτύπησα. Ενώ εν ήταν έτσι. Ελάλουν της ψέμματα. Ελάλουν τους ψέματα τους γονείς μου. Τζαιιι που τζαι που ε λαλεί μου που εν να φύει ο παπάς να το κάμουμεν; Τζαι λαλώ του όη παππού. Τζαι έγλυφεν εγλυφεν μου, πως το λαλούμεν, εε το φτί μου, τζαι αλλά εν μου επείραζεν το πουττί μου. Λαλεί μου πον να πκιάσεις άντρα. Εν θα σου το πειράξω. Τζαι λαλεί μου τζαι έπιατο με το σιέρι μου. Πώς το λαλούν τζείνο που έχουν οι άντρες; Έπιανα το τζαι εν έθελα εγώ, τζαι εγλ τζαι η γλώσσα του εγλυφ έγλυφε την μες τον κώλο μου, τζαι εν ήθελα εγω. Τζαι εγίνετουν κάθε μέρα τούτο». Τα όσα της «έκαμνε» ο κατηγορούμενος δεν τα αποκάλυψε σε «κανένα», ούτε στους γονείς της. Μίλησε στη μητέρα της (Μ.Κ.9) μερικές μέρες προτού δώσει την οπτικογραφημένη κατάθεση της, ενώ βρισκόταν στο περίπτερο της θείας της (Μ.Κ.8) και αμέσως μετά στη γιαγιά της, στον παππού της και στην Μ.Κ.4. Εξέφρασε την ανακούφιση της για την αποκάλυψη των γεγονότων («τζιαι έφκαλα το που μέσα μου τζαι είχα το που μέρες μέσα μου τζαι εν τους το λάλουν»), καθώς και την αντίδραση της στα όσα ο παππούς της έκαμνε. («Τζαι έκαμεν μου το πολλές φορές τζαι επίεζεν με τζαι εν ήθελα εγώ. Τζαι κάποτε έδερνα τον που μου το έκαμε, ελάλουν του πελλέ, ηλίθιε, σκατένε, μαννέ τζαι έφευκα τζαι εν ελάλουν τίποτε. Τζαι έκλαια κάποιες φορές που μου το έκαμε τούντο πράμα τζαι ππ τζαι έφευκε ο παπάς μου εν το εν είχε ιδέα ο παπάς μου, τζαι είπα μεν του το την ίδια νύχτα τζαι έκλαια θέμας, τζαι είπαμεν του το»). Ο κατηγορούμενος ο οποίος είναι χωρισμένος με την γιαγιά της, έμενε μόνος του στο σπίτι («προσφυγικό»), με μία «κάμαρη» και μία τουαλέτα. Στο διπλανό σπίτι έμενε ο πατέρα της. Τα όσα περιέγραψε στην αστυνομικό εγίνοντο κάθε φορά («κάθε Δευτέρα») που πήγαινε στο σπίτι του κατηγορούμενου. Συγκεκριμενοποίησε πως ήταν χειμώνας του 2020 Νοέμβριος - Δεκέμβριος («φέτος τουν την χρονιά») και όταν άρχισε τα μαθήματα της από το «team». Η τελευταία φορά ήταν τον Ιούλιο του 2021, όταν έκλεισαν τα σχολεία. Ο κατηγορούμενος άρχισε σιγά-σιγά τις ενέργειες του («. έκαμνε μου το λλίο-λλίο .») και παρουσίαζε την όλη κατάσταση ως το «μυστικό» τους, το «παιχνίδι» τους. Έκλεινε την πόρτα και δεν την άφηνε να φύγει παρά τα παρακάλια της. Την ανάγκαζε να βγάζει τα ρούχα της και κάποιες φορές της τα έβγαζε ο ίδιος. Πολλές φορές, οι πράξεις διαδραματίζοντο μέσα στην τουαλέτα. Η ίδια δεν ήθελε να συμμετέχει στο «παιχνίδι» τους, μία φορά κρύφτηκε και όταν την βγήκε ο παππούς και την ρώτησε για ποιο λόγο κρύφτηκε, του είπεν δήθεν ότι έπαιζε. Όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε: «Τζαι κάποιες φορές έφκαλεν μου τα τζείνος τζαι εν ήθελα τζαι επίεζεν με τζαι έκαμεν μου το έτσι τζαι λαλεί μου είσαι έτοιμη; λαλώ του όη τζαι έρκετουν, τζαι λάλουν του πάππού πλίς όη θέλω σε αλλά μεν μου το κάμεις τούτο το πράμα, τζαι για να μεν μας ακούσουν τάχα έκαμεν μου σσσσσς. Τζαι μια φορά επία τζαι εχώστηκα τζαι εφώναζεν μου [παραπονούμενη] τζαι ήβρεν με τζαι εφώναζεν μου. Τάχα έπαιζα τζαι εφώναζεν μου τζαι είπεν μου γιατί το έκαμες τούντο πράμα τζαι λαλώ του παππού έπαιζα.». Περιέγραψε ως εξής το πως την ανάγκαζε να ακουμπήσει και να γλείψει το πέος του. «Τζαι αγκάλιαζεν με τζαι έκαμεν μου το τζαι ελάλεν μου φκάρνα ρούχα σου τζαι εν ήθελα εγώ τζαι έφκαλλα τα τζαι λαλεί μου γλύψε τζαι το δικό μου τζαι εν το έγλυφα εγώ. Σαν τον πίππιλο λαλεί μου τζαι λαλώ του ένεν, τζαι εν το ελάλουν σε κανέναν, τάχα εν ήταν τοο ήταν το μυστικό μας, το παιχνίδι μας, τζαι έκαμνα το τζαι γώ το πώς το λαλούμεν τούτον; Τζαι έβαλεν με να το κάμνω τζαι γω» Έδειξε δε με το χέρι της τι εννοούσε όταν έλεγε «. ελάλε μου τζείνος να το παίξω .». Για το «γλείψιμο» του αυτιού της ανέφερε «Εεμ τζιαι μες στο φτι έγλειφεν με τζαι εν μου άρεσκεν εμένα». Για το περιστατικό που κατέληξε να την κτυπήσει ο κατηγορούμενος στα χείλη, ανέφερε τα εξής: «τζαι έπιανα το τζαι εγώ τζαι έπαιζά το, λαλεί μου παίξε λλίο με το δικό μου τζαι έπαιζά το εγώ. Τζαι μια φορά επειδή γιατί εν το έκαμνα εγώ εφάκκησε μου μες τα χείλη τζαι επριστήκαν τζαι έβαλέ μου πάγο. Ναι είπα σου το ναι τζαι λαλεί μου άτε ρε [παραπονούμενη] πιάστον πάγο τζαι έπιασα τον τζαι έβαλά τον». Στην ερώτηση της αστυνομικού: «Τι να πιάσεις τζιαι έβαλε σου το τζιαι κράτας το τζιαι εσύ;» απάντησε ως εξής: «το π... Τζείνο που έχουν τα αγόρια εν ημπόρω να το πω. Ναι τζαι έπιανά το τζαι έκαμνα το έτσι ώστι να φκάλει τζείνο το άσπρο; Ναι. Τζαι εν το έγλειφα όμως εγώ το δικό του που μου λάλε τζαι εν το έγλειφα τζαι το άλλο που έβαλλε μου το τζαι έφτυνε θέμας ναι τζαι έκαμνα του το μες το τόιλλετ τζαι λαλώ του όι παππού εν θέλω. Τζαι λαλεί μου σςς μεν το πεις σε κανένα γιατί αμαν το μάθουν εν θα εν θα σε ξαναφύκουν να έρτεις δακάτω». Πέραν των όσων αρχικά ανέφερε για την πρωκτική συνουσία («έβαλεν μου το κώλο του πάνω μου τζιαι εν έθελα εγώ») σε πολλά σημεία της κατάθεσης της αναφερόταν στη συγκεκριμένη πράξη: «Τζαι έβαλε μου το έτσι δαμέ μου. Τζαι επόνουν τζαι λαλεί μου να σου το μπήξω τέλλια μέσα; Τζαι δαμέ εε τέλοσπάντων τάχα εφίλα με τζαι έκαμνε μου το πάλε, τζαι έδερνα τον θέμας έκαμνε μου το μες τον καναπέ έτσι τζαι παας τον καναπέ τζαι ύστερα έβαλα τα ρούχα μου τζαι έγλειφε μου το φτί μου δαμέ εν με πείραξε όμως ούτε μες στα μαλλία μου μόνο το φτί μου έγλειφε μου το τζαι λαλώ του παππού εν θέλω ναι τζαι έβαλλε μου το τζείνο τζαι έπιαννα το τζαι εγώ το ίδιο τζείνο την πουλλού του γιατί έβαλέ το, παίξε μου το λλίο τζαι έπαιζά του το τζαι έπαιζα τζαι γω μόνη μου τζαι λαλεί μου είσαι έτοιμη τζαι λαλώ του όι τζαι έρκετουν τζαι επίεζε με τζαι έκαμε μου το πάλε.». Τα όσα της έκαμνε ο κατηγορούμενος στο σπίτι, της τα έκαμνε και έξω («μες τα χώματα») όταν έπαιρναν τους σκύλους περίπατο, γύρω στις 2 η ώρα το μεσημέρι, και όπως κατέθεσε «αν δεν το έκαμνα εν θα πέρναμε τα σκυλάκια περίπατο». Ερωτηθείσα από την αστυνομικό τι ένοιωθε όταν ο παππούς «προσπαθούσε να κάμει τούτα ούλλα», απάντησε λύπη αλλά και πόνο («Ναι επόνουν πολλά που μου το έβαλε») συγκεκριμενοποιώντας και δείχνοντας («Δαμέ τζιαι τωρά πονώ») τον πισινό της. Όταν της ζητήθηκε να περιγράψει τον κατηγορούμενο, εκτός από τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, ανέφερε πως είχε τρίχες στα γεννητικά του όργανα αλλά όχι στο πρόσωπο και στην πλάτη. Οι ενέργειες του κατηγορούμενου εγίνοντο και στο κρεβάτι και στην τουαλέτα. Στο κρεβάτι («. εππέφταμε τζαι τζοιμούμασταν τζαι έκαμνε το πάλε.») την κρατούσε σφικτά στην αγκαλιά του με τα πόδια του και δεν την άφηνε να φύγει («. τζαι σφράγιζε μου τα πόθκια μου για να μεν φύω .») και κάποιες φορές έβαζε στο πρόσωπο της το μαξιλάρι. Στην τουαλέτα, ο παππούς, «μετά που τζείνα που της έκαμνε .» της έδινε σαπούνι των χεριών («. ποτζείνα τα μικρά .» για να πλύνει τα χέρια της. Καταληκτικά σε ερώτηση της αστυνομικού αν ήθελε να πει κάτι άλλο, ακολούθησε η εξής στιχομυθία: «Α: Ναι έχεις κάτι άλλο που θέλεις να μου πείς; Μ: ...να θυμηθώ για τον παππού. Μόνο τούτα μου καμνε. Εν μου έγλυφε κάπου αλλού. Ας πούμε μόνο το αφτάκι μου που μου έγλυφε τζαι το που έβαλε τον κώλο του τζαι έφτυνεν πτού έτσι τζαι έβαλεν μου το. Α. Τζαι έβαλεν, τι έβαλεν τζιαμέ; Μ: Too έτσι το τζείνο που έχουν τοο τα αγόρια; Α: Ναι. Μόνο τζείνο έβαλεν; Μ: Ναι τζαι εκράτουν το τζαι γώ με το σιέρι μου έτσι τζαι έβαλεν την γλώσσα του μες στον κώλο μου τζαι έγλυφεν τον κώλο μου τζαι το πουττί μου. Τζαι τα θκιό. Τζαι έγλυφεν τζαι το αφτάκι μου το ίδιο». Καταθέτοντας διά ζώσης στο Δικαστήριο αναγνώρισε στις φωτογραφίες (Τεκμήριο 8) το σπίτι του κατηγορούμενου, το κρεβάτι όπου ξάπλωναν και την πολυθρόνα την κόκκινη (είναι η ίδια πολυθρόνα που στην οπτικογραφημένη κατάθεση της την περιέγραψε ως «καραμέλα») όπου επίσης ο κατηγορούμενος επιδιδόταν στις παράνομες πράξεις του. Αντεξεταζόμενη αναφέρθηκε στην οικογένεια της, γονείς, παππούδες, θείες, ξαδέλφια, στους γονείς του πατριού της με τον οποίο η μητέρα της (Μ.Κ.9) είναι τώρα παντρεμένη. Αναφέρθηκε επίσης στο σπίτι που διέμενε μαζί με την μητέρα της (Μ.Κ.9) και τον πατριό της σε συγκεκριμένο χωριό και στα σχολεία που φοίτησε. Αναφορά έκαμε και στον χρόνο που μαζί με την μητέρα της έμεναν στους εκ μητρός παππούδες της, σε άλλο συγκεκριμένο χωριό μετά που η μητέρα της «μάλλωσε» με τον πατριό της. Γενικά αναφέρθηκε στην καθημερινότητα της, τόσο πριν τα επίδικα γεγονότα όσο και μετά. Κατά τον χρόνο που κατέθετε, διέμενε με την θεία της και φοιτούσε σε Δημοτικό Σχολείο σε συγκεκριμένο Δήμο. Την συγκεκριμένη μέρα που αποκάλυψε τα διαδραματισθέντα, πήγαν με την μητέρα της και τους γονείς της τελευταίας βόλτα σε διπλανό Δήμο, με το αυτοκίνητο. Μετά την βόλτα πήγαν στο περίπτερο της θείας της (Μ.Κ.8). Εκεί είναι που εξιστόρησε την ιστορία, πρώτα στη μητέρα της (όταν ήταν μόνη μαζί της στην τουαλέτα) ύστερα στην γιαγιά, την θεία και τέλος στον παππού. Η Μ.Κ.8 τηλεφώνησε σε «κάποια» κοπέλα, η οποία ήρθε στο σπίτι και είπε και σε εκείνη, τα όσα ανέφερε στους υπόλοιπους. Μέσα στο αυτοκίνητο, η ίδια δεν ανέφερε οτιδήποτε στους υπόλοιπους και ούτε συζητήθηκε κάτι μεταξύ τους. Ούτε και μετά την εξιστόρηση των γεγονότων, της υπέβαλλαν ερωτήσεις, η ίδια τους «μιλούσε». Ο κατηγορούμενος την «έβαλλε για ύπνο» το μεσημέρι, από η ώρα 1:00-4:00 χωρίς η ίδια να θέλει. Εκείνες τις 3 ώρες που δεν κοιμόταν και «έβλεπε μόνο», ο κατηγορούμενος ήταν μαζί της και «έβαλλε το χέρι του στο πουττούι της». Όταν ο παπάς της «πήγαινε κούρσα» με το ταξί και η ίδια ήταν μόνη με τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος κλείδωνε την πόρτα για να μην έρθει κάποιος να τους δει και «εκατέβαζε της τα ρούχα της». Της έλεγε να κάμουμε τα «ωραία μας» και τα «παιχνίδια μας». Επανέλαβε πως εάν «δεν το έκαμνε» δεν θα έπαιρναν τους σκύλους περίπατο και πως όταν πήγαιναν στα χωράφια, ο κατηγορούμενος την έπαιρνε «σε ένα δέντρο», εκατέβαζε τα ρούχα της και με το χέρι του, όπως χαρακτηριστικά είπε «έκαμνε μου κάτι πίσω μου και μέσα στο πουττούι μου και στα θκυό και στον κώλο μου» και μετά ανέβαζε τα ρούχα της και της έλεγε «για να μην μας δουν οι κάμερες» και έφευγαν. Σε ερώτηση της συνηγόρου Υπεράσπισης αν με τη λέξη «έβαζε» εννοούσε το δάκτυλο του, απάντησε πως «έβαζε το δάκτυλο του μέσα στο πουττούι μου», ενώ στην ερώτηση «στον κώλο σου, αν σου πω ότι έβαλε το δάκτυλο του;» απάντησε αρνητικά. Στην ερώτηση τι εννοούσε με τη φράση «έκαμνε μου το λλίο-λλίο», απάντησε «Δηλαδή έκαμνε μου το λλίο λλίο μέσα στο πουττούι μου και μετά εξεκίνησε πολλά μέσα στον κώλο μου και μέσα στα θκυο και έγλυφεν μου και το αυτί μου και με φιλούσε στο στόμα». Στη συνέχεια στην ερώτηση τι εννοούσε με τη λέξη «έκαμνε», απάντησε «Δηλαδή εκατέβαζεν μου τα ρούχα μου και έβαλλε την πουλλού του στον κώλο μου και στο πουττούι μου και έβγαζε κάτι υγρά άσπρα πάνω του και εγώ την πουλλού του την κρατούσα και έβγαλλε κάτι υγρά άσπρα, ελάλεν μου το και μου έλεγε να γλύψω την πουλλού του σαν το πιππιλούι που είναι κόκκινο». Διευκρίνισε πως με την φράση «έχει χρόνια που μου έκαμνε αυτό το πράμα» που ανέφερε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, εννοούσε μήνες και συγκεκριμένα «ήταν που εξεκίνησε ο κορονωϊός». Αναφέρθηκε επίσης σε ένα περιστατικό που «εφώναζαν και μάλλωναν» με τον κατηγορούμενο και ήρθε από το διπλανό σπίτι ο γείτονας του και ρώτησε «γιατί φωνάζετε με την [παραπονούμενη]» και ο κατηγορούμενος απάντησε ψέματα, «γιατί έκαμνε πελλάρες και εφώναζα της». Αναφέρθηκε και σε δεύτερο περιστατικό που πάλι φώναζαν και αυτή την φορά ήρθε η κόρη του ιδίου, ως άνω, γείτονα και την ρώτησε «γιατί φωνάζει ο παππούς μαζί σου;» και η ίδια απάντησε ψέματα, «εν που έκαμνα πελλάρες». Τέλος σε σχετικές υποβολές πως τίποτα, από όσα ισχυρίστηκε, έγινε, απάντησε αρνητικά. Η συνήγορος του κατηγορούμενου στη γραπτή αγόρευση της, αν και αναγνώρισε ότι η παρουσία της παραπονούμενης στο Δικαστήριο ήταν αξιόλογη και γενικά είχε «μια καλή στάση προς το Δικαστήριο», εντούτοις εισηγήθηκε ότι αυτή πρέπει να κριθεί αναξιόπιστη γιατί: (α) Ενώ κατηγορεί τον κατηγορούμενο ότι προέβη σε βάρος της σε σεξουαλική κακοποίηση, δεν μπορούσε να προσδιορίσει ούτε τις σε βάρος της πράξεις από τον κατηγορούμενο, ούτε το χρόνο που κατ΄ ισχυρισμό της έγιναν αυτές. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι η παραπονούμενη παρουσιάζει σοβαρές ανακρίβειες σε σχέση με τις περιγραφές της, τόσο στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, όσο και κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης. Σαν τέτοιες προβάλλει ότι η παραπονούμενη χρησιμοποιούσε,