← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Γεώργιου Προδρόμου κ.α., Υπόθεση Αρ.: 4601/22, 28/7/2022

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Γεώργιου Προδρόμου κ.α., Υπόθεση Αρ.: 4601/22, 28/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2022:15 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 4601/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v.

  1. Γεώργιου Προδρόμου
  2. Κωνσταντίνου Νεοφύτου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 28 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Λ. Σίγαρ για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Μ. Καούλας για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Κατηγορούμενο 2: Η κα Ο. Οικονόμου. Κατηγορούμενοι 1 και 2, παρόντες. ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν αρχικά συνολικά 14 κατηγορίες. Εν τέλει ο Κατηγορούμενος 1, δήλωσε παραδοχή στις κατηγορίες 2, 3, 5, 7, 8, 9, 10, 11, 12 και 13 και ο κατηγορούμενος 2 στις κατηγορίες, 7, 8, 9, 10, 11, 12 και
  3. Οι κατηγορίες 7, 8, 9, 10, 11, 12 και 13 σχετίζονταν με κατοχή και μεταφορά Πυροβόλων όπλων καθώς και κατοχή και μεταφορά Εκρηκτικών Υλών. Οι Κατηγορίες 2, 3 και 5 άπτονταν της κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια αλλά και της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α. Oι Κατηγορίες 1 και 14 αναστάλθηκαν και ως προς τους δύο Κατηγορούμενους. Επίσης αναστάλθηκαν οι Κατηγορίες 4 και 6 ως προς τον Κατηγορούμενο 1 και οι Κατηγορίες 2 και 3 ως προς τον Κατηγορούμενο
  4. Συγκεκριμένα αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι στην Κατηγορία 7, η οποία αφορούσε το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 20 και 371 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ 154 και των άρθρων 2

(4)
(1)και (51
(1)και 51
(1)καθώς και του Μέρους 1 του Πρώτου Παραρτήματος του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/2004στην Κατηγορία 8, η οποία αφορούσε κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1)και 51
(1)καθώς και του Μέρους 1 του Πρώτου Παραρτήματος του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/2004, και του άρθρου 20 του ΚΕΦ. 154, στην Κατηγορία 9, η οποία αφορούσε μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1)και 51
(1)καθώς και του Μέρους 1 του Πρώτου Παραρτήματος του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/2004 και του άρθρου 20 του ΚΕΦ. 154, στην Κατηγόρια 10, η οποία αφορούσε κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1)και 51
(1)καθώς και του Μέρους 1 του Πρώτου Παραρτήματος του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/2004, και του άρθρου 20 του ΚΕΦ. 154 και στην Κατηγορία 11, η οποία αφορούσε μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1)και 51
(1)καθώς και του Μέρους 1 του Πρώτου Παραρτήματος του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/2004 και του άρθρου 20 του ΚΕΦ. 154. Επίσης, αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι στην Κατηγορία 12, η οποία αφορούσε το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια κατά παράβαση των άρθρων 2,4
(1)(ε)
(4)δ του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, ΚΕΦ. 54 και του άρθρου 20 του ΚΕΦ. 154 και στην Κατηγορία 13, η οποία αφορούσε το αδίκημα της μεταφοράς Εκρηκτικών Υλών χωρίς άδεια κατά παράβαση των άρθρων 2,4
(1)(ε)
(4)δ του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, ΚΕΦ. 54 και του άρθρου 20 του ΚΕΦ. 154. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην Κατηγορία 2 η οποία αφορούσε παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, ήτοι 8.35 γραμμάριων κοκαΐνης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας κατά παράβαση των άρθρων 2,3,6
(1)
(2), 24, 30, 31, 31Α και παραγράφου 1 του Μέρους Ι του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 ( Ν.29/77), όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154. Στην Κατηγορία 3 η οποία αφορούσε κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, ήτοι 8.35 γραμμάριων κοκαΐνης, με σκοπό την προμήθεια χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(3), 24, 30, 30Α, 31, 31Α και παραγράφου 1 του Μέρους Ι του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 ( Ν.29/77), όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154. Τέλος, κρίθηκε ένοχος στην Κατηγορία 5, η οποία αφορούσε προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5
(1)(β)
(3)24, 30, 31 και 31Α του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977, ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου τα αδικήματα των κατηγοριών 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 τελέστηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 1ης .4.2022 και 3ης .5.2020 στην Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας. Τα αδικήματα των Κατηγοριών 2, 3 και 5 τελέστηκαν στις 3.5.2022 στην Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας. Επιπρόσθετα, δυνάμει του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ 155, ο Κατηγορούμενος 2 ζήτησε και η Κατηγορούσα αρχή αποδέχθηκε, όπως ληφθούν υπόψη ακόμα δύο υποθέσεις στις οποίες ο Κατηγορούμενος 2 δήλωσε παραδοχή. Συγκεκριμένα λήφθηκε υπόψη η Ποινική Υπόθεση αρ. 4620/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, στην οποία ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε τις κατηγορίες 1 και 2 για τα αδικήματα της διάρρηξης κατοικίας εν καιρώ νυκτός και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255, 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154 και το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ.
  1. Τα εν λόγω αδικήματα διαπράχθηκαν περί την 8.10.
  2. Επίσης, λήφθηκε υπόψη η Ποινική Υπόθεση αρ. 12316/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, η οποία αφορά τα αδικήματα της διάρρηξης κτηρίου και κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 291 και 294 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154, της διάρρηξης κατοικίας εν καιρώ νυκτός και κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255, 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και του αδικήματος της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ.
  3. Σε σχέση με την κύρια υπόθεση, τα γεγονότα ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και έγιναν δεκτά από τους συνηγόρους Υπεράσπισης έχουν, ως ακολούθως: «
  4. Την 03/05/2022 και περί ώρα 01.00 π.μ., στα πλαίσια ενεργειών που γίνονται από τον Ουλαμό Πρόληψης Εγκλήματος για πρόληψη του εγκλήματος στην Επαρχία Λάρνακας και μετά από πληροφορία ότι στον χώρο στάθμευσης της Υπεραγοράς «Στέλιος» στα Λιβάδια, κατά τις βραδινές ώρες γίνεται διακίνηση ναρκωτικών από νεαρά πρόσωπα, ο Μάρτυρας 1 επί του κατηγορητηρίου, ανέκοψε για έλεγχο στον προαναφερόμενο χώρο το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής { }. Το εν λόγω όχημα κινείτο στον χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς με ύποπτο τρόπο, δημιουργώντας την εύλογη υποψία ότι ενδέχετο να προβαίνει ή επρόκειτο να προβεί σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών.
  5. Ύστερα από έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο Κατηγορούμενος 2 και συνοδηγός ο Κατηγορούμενος
  6. Αφού ο Μάρτυρας 1 επί του κατηγορητηρίου τους πλησίασε και τους υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, τους επέστησε την προσοχή στον Νόμο και τους πληροφόρησε ότι προτίθεται να ερευνήσει το αυτοκίνητο, ρωτώντας τους εάν έχουν οτιδήποτε παράνομο με τον Κατηγορούμενο 1 να απαντάει «Είναι οκ» και τον Κατηγορούμενο 2 « Δεν έχουμε τίποτε».
  7. Στην συνέχεια, στην έρευνα που διενήργησε ο Μάρτυρας 1 επί του κατηγορητηρίου στο αυτοκίνητο, εντόπισε στα πόδια του συνοδηγού, Κατηγορούμενου 1, ένα πλαστικό κυλινδρικό δοχείο χρώματος άσπρου, το οποίο περιείχε συνολικά δεκαέξι νάιλον διαφανείς συσκευασίες, κλειστές δια καψίματος, οι οποίες περιείχαν άσπρη σκόνη ομοιάζουσα με κοκαΐνη, ως αποδείχθηκε ότι ήταν κατόπιν σχετικών εξετάσεων. Αφού τα υπέδειξε στον Κατηγορούμενο 1 ρωτώντας τον τι είναι και εφιστώντας του την προσοχή στον Νόμο, αυτός απάντησε « Εν κοκαΐνη ρε φίλε. Εν δική μου». (2η και 3η κατηγορία). Στην συνέχεια τα υπέδειξε στον Κατηγορούμενο 2 και αφού τον ρώτησε τι είναι εφιστώντας του την προσοχή στον Νόμο, αυτός απάντησε «Εν ξέρω τίποτε ρε φίλε. Έννεν δική μου».
  8. Κατά την συνεχή έρευνα στο αυτοκίνητο από τον Μάρτυρας 1 επί του κατηγορητηρίου, αυτός εντόπισε στο ταμπλό του αυτοκινήτου, μπροστά από τον συνοδηγό ακόμη ένα πανομοιότυπο πλαστικό κυλινδρικό δοχείο χρώματος άσπρου, το οποίο περιείχε επίσης συνολικά δεκαέξι νάιλον διαφανείς συσκευασίες, κλειστές δια καψίματος, οι οποίες περιείχαν άσπρη σκόνη ομοιάζουσα με κοκαΐνη, ως αποδείχθηκε ότι ήταν κατόπιν σχετικών εξετάσεων.. Αφού τα υπέδειξε στον Κατηγορούμενο 1 και εφιστώντας του την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε « Εν κοκαϊνη τζιαι τούτη ρε φίλε. Εν δική μου, εν έσιει σχέση ο Κατηγορούμενος 2». (2η και 3η κατηγορία)
  9. Ακολούθως, ο Μάρτυρας 1 επί του κατηγορητηρίου, τους πληροφόρησε ότι είναι και οι δύο υπό σύλληψη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Α, εφιστώντας τους την προσοχή στον Νόμο, με τον Κατηγορούμενο 1 να απαντάει «Εντάξει» και τον Κατηγορούμενο 2 να απαντάει « Εν ξέρω τίποτε εγώ για τούτα που ήβρετε».
  10. Στην συνέχεια, οι ύποπτοι, το όχημα τους και τα κατασχεθέντα τεκμήρια μεταφέρθηκαν στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Λάρνακας για συνέχιση των εξετάσεων. Δυνάμει γραπτής συγκατάθεσης των Κατηγορουμένων 1 και 2, περί ώρα 01.55, ο Μάρτυρας 1 επί του κατηγορητηρίου διενήργησε εκ νέου έρευνα στο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής { } στην παρουσία των Κατηγορουμένων όπου εντόπισε κάτω από την καρέκλα του συνοδηγού ένα νάιλον διαφανές σακούλι με την επιγραφή «Dreiecktuck», το οποίο περιείχε 14 κάλυκες πυροβόλου όπλου, διαμετρήματος 7.65mm, μέσα σε νάιλον σακουλάκι zip.
  11. Υποδεικνύοντας τα ανευρεθέντα στον Κατηγορούμενο 1, αυτός απάντησε «Εκάμαμε την μασουτζιά μας» ενώ ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε «Εκάμαμε βολή τζιαι εσυνάξαμεν τους». Στην συνέχεια κατασχέθηκαν ως τεκμήρια με την απάντηση των Κατηγορουμένων 1 και 2 να είναι «Εντάξει πιάστε τους». Επίσης, σε έρευνα που έγινε στον Κατηγορούμενο 2 σε μεταγενέστερο στάδιο εντοπίστηκε σε τσαντάκι μέσης του, ένας κενός κάλυκας, ο οποίος κατασχέθηκε ως τεκμήριο.
  12. Ανακρινόμενος την ίδια ημέρα 03/05/2022 στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Λάρνακας, ο Κατηγορούμενος 1 όσον αφορά την κοκαΐνη που εντοπίστηκε παραδέχθηκε ότι του ανήκει και ότι την κατείχε με σκοπό να την προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα για απόκτηση οικονομικού οφέλους. (2η και 3η κατηγορία). Επίσης ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι πριν από δύο -τρεις ημέρες κανόνισε να βρεθεί με νεαρό άνδρα από την Λευκωσία στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Λευκωσίας κοντά στην Αγία Βαρβάρα από το οποίο προμηθεύτηκε 13 γραμμάρια κοκαΐνη. Στη συνέχεια προμήθευσε άγνωστη ποσότητα από αυτήν σε άλλα πρόσωπα (5η κατηγορία).
  13. Την ίδια ημέρα, μεταξύ των ωρών 04.00 - 04.15, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον ο Κατηγορούμενο 1 σε σχέση με τους 14 κάλυκες που ανευρέθηκαν στο αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής { }, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι πριν από περίπου ένα μήνα υπέστη ξυλοδαρμό από συγκεκριμένο πρόσωπο και επειδή φοβήθηκε, παραδέχθηκε ότι προμηθεύτηκε δυο πιστόλια και σφαίρες για προστασία, πληρώνοντας το ποσό των 2000 ευρώ. Ακόμη παραδέχθηκε ότι στις 02/05/2022 μαζί με τον Κατηγορούμενο 2 και την ανήλικη κοπέλα του μετέβηκαν στο πεδίο βολής Καλού Χωριού και έκαναν βολή με δύο πιστόλια. Τα εν λόγω πιστόλια, μετά την βολή, ο Κατηγορούμενος 1 συνωμότησε με τον Κατηγορούμενο 2 και του τα έδωσε, για να τα μεταφέρει και να τα κρύψει στο διαμέρισμα της ανήλικης, όπως και έγινε. (7η κατηγορία).
  14. Ανακρινόμενος ο Κατηγορούμενος 2 στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Λάρνακας την ίδια ημέρα, 03/05/2022 και περί ώρα 04.15-04.45, παραδέχθηκε ότι την 02/05/2022 μαζί με τον Κατηγορούμενο 1 και την ανήλικη, διενήργησαν βολή χρησιμοποιώντας δύο πιστόλια στο πεδίο βολή Καλού Χωριού Λάρνακας και ότι μετά το πέρας της βολής αποθήκευσε τα πιστόλια και τις σφαίρες σε πατάρι του μπάνιου στο διαμέρισμα της ανήλικης. Παραδέχθηκε επίσης ότι τα πιστόλια και τις σφαίρες του τα έδωσε ο Κατηγορούμενος 1 για να τα φυλάξει στο διαμέρισμα της ανήλικης.
  15. Στις 03/05/2022 και μεταξύ των ωρών 07.28 - 08.00, δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας και κατόπιν σχετικών υποδείξεων από τους Κατηγορούμενους 1 και 2, ερευνήθηκε από μέλη της Υ.ΚΑ.Ν και του ΤΑΕ Λάρνακας, το διαμέρισμα στο οποίο διαμένει η ανήλικη στην παρουσία των δύο υπόπτων και κοινωνικής λειτουργού του γραφείου ευημερίας. Κατά την έρευνα εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν 3 πιστόλια μάρκας «BLOW» και δύο συσκευασίες που περιείχαν συνολικά 40 σφαίρες διαμετρήματος 7.65mm (8η, 10η και 12η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος 2 υπέδειξε τον χώρο φύλαξης και απάντησε «έδωκεν μου τα ο Κατηγορούμενος 1 τζιαι εβαλα τα τζιμέσα». Όσον αφορά τα ανευρεθέντα πιστόλια και τις σφαίρες, αυτός απάντησε «Με άδεια έχω με τίποτε. Εν του Κατηγορουμένου 1 τα πιστόλια τζιαι έβαλα τα τζαμέ» ενώ ο Κατηγορούμενος 1 απάντησε «'Ηντα άδεια, εγόρασα τα που έναν και έδωκα τα του Κατηγορούμενου 2 να τα φυλάξει». Στην συνέχεια, κατά την εύρεση των τεκμηρίων 5 και 6 (ακόμη ένα πιστόλι και 25 σφαίρες) τους επεστήθηκε η προσοχή στον Νόμο και ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε «Εν τζιαι τούτο του Κατηγορούμενου 1, εκαμάτα σκατά» ενώ ο Κατηγορούμενος 1 απάντησε «Εν τζιαι τούτο δικό μου τζιαι εν έθελα να σας το πώ» (10η και 12η κατηγορία).
  16. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, ως παραδέχθηκαν, μεταξύ της 1ης Απριλίου 2022 και της 3ης Μαρτίου 2022, συνωμότησαν μεταξύ τους και κατείχαν και μετέφεραν τα ανωτέρω αναφερόμενα πιστόλια και εκρηκτικές ύλες. Τα εν λόγω πιστόλια καθώς και τις εκρηκτικές ύλες τα έδωσε ο Κατηγορούμενος 1 στον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος τα απέκρυψε στην οικία της ανήλικης, ενώ στις 2/05/2022, χρησιμοποιώντας 2 εκ των πιστολιών και μέρος των εκρηκτικών υλών, ήτοι τα ανευρεθέντα φυσίγγια, έκαναν βολές με αυτά.
  17. Την ίδια ημέρα 03/05/2022 και περί ώρα 12.15, συνελήφθησαν στο ΤΑΕ Λάρνακας δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 για τα πιο πάνω αδικήματα.
  18. Στις 04/05/2022 και οι δύο Κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, το οποίο εξέδωσε διάταγμα προσωποκράτησης για περίοδο 7 ημερών. Στην συνέχεια παρουσιάστηκαν ξανά ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και έκτοτε τελούν υπό κράτηση.
  19. Στις 04/05/2022 ανακρίθηκε εκ νέου ο Κατηγορούμενος 2 όπου ανέφερε ότι τα ευρεθέντα πιστόλια και τις σφαίρες του τα παρέδωσε ο Κατηγορούμενος 1 για να τα φυλάξει στο διαμέρισμα της ανήλικης φίλης του. Επίσης παραδέχθηκε ότι και οι τρείς πραγματοποίησαν βολή με τα δύο από τα τρία πιστόλια στο πεδίο βολής Καλού Χωριού Λάρνακας.(7η, 9η, 11η και 13η κατηγορία).
  20. Οι ναρκωτικές ουσίες οι οποίες ανευρέθηκαν στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1 στάλθηκαν στο Γενικό Χημείο του Κράτους. Κατόπιν μελέτης των ναρκωτικών ουσιών που ανευρέθηκαν από το Γενικό Χημείο, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για κοκαΐνη συνολικού βάρους 8.35 γραμμαρίων. Ο Κατηγορούμενος 1 δεν είχε οποιαδήποτε άδεια από τον Υπουργό Υγείας για να κατέχει τις άνω ναρκωτικές ουσίες.
  21. Σε σχέση με τα πυροβόλα όπλα και τις εκρηκτικές ύλες, αυτά στάλθηκαν στο Εργαστήριο Εξέτασης Όπλων, Πυρομαχικών, Ιχνών Εργαλείων-Κερμάτων και Εντυπωμάτων της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών. Σύμφωνα με την Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης διαπιστώθηκε ότι τα πιστόλια διαμετρήματος 7.65 χιλιοστών με διακριτικά BLOW TR 914 02 Cal. 9 m.m. Ρ.Α.Κ. και αριθμούς Β28Υ2-19050738 και Β28Υ2-19050811, αντίστοιχα, είναι πυροβόλα όπλα Κατηγορίας Α, ενώ το πιστόλι διαμετρήματος 7.65 χιλιοστών με διακριτικά BLOW TR 914 02 Cal. 9 m.m. Ρ.Α.Κ. και αριθμό Β28Υ2-19050669 είναι πυροβόλο όπλο κατηγορίας Β. Από τα 55 φυσίγγια, διαπιστώθηκε ότι τα τα 40 αποτελούν πλήρη φυσίγγια πυροβόλου όπλου και τα υπόλοιπα 15 αποτελούν τους κάλυκες των φυσιγγίων πυροβόλου όπλου, που είχαν χρησιμοποιηθεί από τους Κατηγορούμενος 1 και 2 κατά τη ρίψη βολών στις 2/05/2022, τα οποία αποτελούν εκρηκτικές ύλες.» Περαιτέρω, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εξέθεσε το ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος 1 βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμόν 241/20 του Ε/Δ Λάρνακος, η οποία επιβλήθηκε στις 04.08.
  22. Η καταδίκη αφορούσε τα αδικήματα της διάρρηξης κατοικίας εν καιρώ νυκτός και κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 291, 292(Α) και 255 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ.154 και της συνωμοσίας για διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371, 291, 292(Α), και 255 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ.
  23. Επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 8 μηνών και 6 μηνών αντίστοιχα με 3 χρόνια αναστολή έκαστη. Ο Κατηγορούμενος 2 βαρύνεται επίσης με μια προηγούμενη καταδίκη στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμόν 241/20 του Ε/Δ Λάρνακος, ημερομηνίας 04.08.
  24. Η καταδίκη αφορούσε σωρεία αδικημάτων διαρρήξεων κατοικίας εν καιρώ νυκτός, απόπειρας διάρρηξης εν καιρώ νυκτός, κλοπών, συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 και 22 μηνών. Επίσης, διατάχθηκε η ενεργοποίηση 2 μηνών από την ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην υπόθεση με υπ' αριθμόν 11586/
  25. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος 2 βαρύνεται με δυο προηγούμενες καταδίκες. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες των Κατηγορουμένων 1 και
  26. Σε αυτές αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 23 ετών και κατάγεται από πενταμελή οικογένεια. Ο πατέρας του Κατηγορουμένου 1, εργαζόταν σε εταιρεία με ζωικές τροφές, αλλά σήμερα δεν εργάζεται λόγω καρδιολογικών προβλημάτων. Η μητέρα του εργαζόταν ως καθαρίστρια, όμως σήμερα δεν εργάζεται, ένεκα του ότι διαγνώσθηκε με καρκίνο. Στην οικογενειακή εστία διαμένει και η 27χρόνη αδελφή του μαζί με το ανήλικο τέκνο της καθώς και η γιαγιά του από την πλευρά της μητέρας του. Ο ίδιος ήταν το πρόσωπο που κάλυπτε τις βασικές ανάγκες της οικογένειας. Ο Κατηγορούμενος 1 αποφοίτησε από τον κλάδο Ξενοδοχειακών της Τεχνικής Σχολής Λάρνακας. Σε ηλικία 19 ετών κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά, όπου εξέτισε εναλλακτική θητεία, συνολικής διάρκειας, 20 μηνών, λόγω αγχώδους διαταραχής. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών και μετά την ένταξη του στις φυλακές έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα, όπου παρακολουθείται από ειδικό με σκοπό την απεξάρτηση. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 26 ετών, άγαμος πατέρας δυο ανηλίκων τέκνων. Ο Κατηγορούμενος 2 μεγάλωσε υπό τη φροντίδα των γιαγιάδων του. Ο πατέρας του είναι λήπτης δημοσίου βοηθήματος, επειδή αντιμετώπιζε κινητικά προβλήματα. Η μητέρα του εργάζεται ως καθαρίστρια. Ο Κατηγορούμενος 2 φοίτησε μέχρι την Γ. Γυμνασίου χωρίς να λάβει απολυτήριο. Ο ίδιος έχει ιστορικό χρήσης ουσιών από ηλικία 14 ετών, κάτι που τον οδήγησε σε παραβατική συμπεριφορά. Την περίοδο από τον Νοέμβριο του 2015 μέχρι τον Απρίλιο του 2019 ήταν λήπτης αναπηρικού επιδόματος. Από τον Μάρτιο του 2020 συντηρείται από παράνομες δραστηριότητες. Σήμερα διατηρεί δεσμό με δεκαοκτάχρονη, η οποία είναι επίσης άνεργη και συντηρείται από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και φιλανθρωπικές οργανώσεις. Προς μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων, αγόρευσαν μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αυτών. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 1, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 1 και κατέθεσε πιστοποιητικά ως προς τα προβλήματα υγείας των γονέων του Κατηγορουμένου 1, ως παραρτήματα Α και Β. Κατέθεσε, επίσης, ως παράρτημα Γ αντίγραφο από την εξέταση ψυχικής ικανότητας στην οποία υπεβλήθη ο Κατηγορούμενος 1 από τη σχετική επιτροπή της Εθνικής Φρουράς. Στο παράρτημα Γ πιστοποιείται ότι ο Κατηγορούμενος 1 πάσχει από χρόνιες αγχώδεις διαταραχές με μέτρια λειτουργικότητα. Ο συνήγορος έδωσε έμφαση στο νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου και στις προσωπικές του περιστάσεις εισηγούμενος ότι, ένεκα των προβλημάτων υγείας των γονέων του, ο Κατηγορούμενος ανέλαβε το ρόλο του προστάτη τόσο της αδελφής του όσο και της ηλικιωμένης γιαγιάς του. Παράλληλα, εισηγήθηκε ότι οι προσωπικές του περιστάσεις ήταν ο λόγος που έπεσε στα Ναρκωτικά. Σε σχέση με το πρόβλημα ουσιοεξάρτησης του Κατηγορουμένου 1 έδωσε έμφαση στην προσπάθεια απεξάρτησης του. Σημείωσε πως όταν ο Κατηγορούμενος 1 προσπάθησε να ξεκόψει από τα ναρκωτικά δέχθηκε ξυλοδαρμό από τρίτα πρόσωπα. Ένεκα του πιο πάνω περιστατικού, περιήλθε σε καθεστώς φόβου και λόγω νεανικής απερισκεψίας είχε στην κατοχή του τα πυροβόλα όπλα. Περαιτέρω, ο κ. Καούλας έδωσε έμφαση στην παραδοχή του Κατηγορουμένου 1, στην αυτόβουλη αποκάλυψη αδικημάτων που δεν ήταν αρχικά εις γνώση της αστυνομίας και στο γεγονός ότι δεν διώχθηκε η ανήλικη συνεργός των Κατηγορουμένων. Επιπροσθέτως, εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν θύμα των εμπόρων οι οποίοι εκμεταλλευθήκαν τη δεινή οικονομική και ψυχολογική του κατάσταση και ότι ο ρόλος του επί της ουσίας ήταν του απλού μεταφορέα. Ως προς τον μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου 2 αγόρευσε η συνήγορος του. Η συνήγορος του Κατηγορουμένου 2, στην εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευσή της, τόνισε την άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου 2, το νεαρό της ηλικίας του τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις ως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, την απολογία του και την άμεση του παραδοχή. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον εθισμό του Κατηγορουμένου 2 και στις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην παιδική του ηλικία. Τα πιο πάνω εισηγήθηκε ότι είχαν αρνητική επίδραση στην πορεία του, αφού ο εθισμός του στα ναρκωτικά τον ώθησε στη διάπραξη των αδικημάτων που παραδέχθηκε. Δήλωσε, ταυτόχρονα, ότι ο Κατηγορούμενος 2 απεξαρτήθηκε πλήρως από τα ναρκωτικά. Εξέθεσε, επίσης, ως μετριαστικό παράγοντα τις συνέπειες της ποινής στα εξαρτώμενα τέκνα του Κατηγορουμένου 2 και το γεγονός ότι δεν διώχθηκε τρίτο πρόσωπο συνεργός των Κατηγορουμένων 1 και
  27. Επέσυρε τέλος την προσοχή του Δικαστηρίου στην αρχή της αναλογικότητας και στην ανάγκη επιβολής συντρεχουσών ποινής φυλάκισης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι αντικατοπτρίζεται, κατ' αρχήν, στις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, το αδίκημα των Κατηγοριών 8, 9, 10 και 11 προνοεί ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις σαράντα δύο χιλιάδες επτακόσια δέκα πέντε ευρώ (€42,715) ή και στις δύο αυτές ποινές. Περαιτέρω το αδίκημα των Κατηγοριών 12 και 13 προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και τις δύο αυτές ποινές. Επίσης ως προς τα αδικήματα των Κατηγοριών 2, 3 και 5 που παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος 1, η σοβαρότητα τους αντανακλάται από την προβλεπόμενη στον νόμο ποινή. Ιδίως ως προς το αδίκημα της Κατηγορίας 3 η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή της ισόβιας φυλάκισης. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και τη σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο αδίκημα και κατ' επέκταση τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπ' όψιν στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990), 2 ΑΑΔ. 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 ΑΑΔ. 632 και Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465). Για σκοπούς επιμέτρησης, λοιπόν, εκκινούμε από την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, η οποία ως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166. Σε σχέση με την αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με τη μεταφορά πυροβόλων όπλων διαφωτιστική είναι η απόφαση Προκοπίου ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 433, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το πιο κάτω σκεπτικό που προβάλλεται στην πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με αδικήματα κατοχής και μεταφοράς πυροβόλο όπλου, είναι κατά την άποψή μας, ορθό και το παραθέτουμε αυτούσιο. «Η διάπραξη των αδικημάτων που σχετίζονται με την κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων είναι από τα πιο σοβαρά της ποινικής μας νομοθεσίας και αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό τόσο από τις προβλεπόμενες ποινές όσο και από τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία ως εκ της φύσης τους εμπεριέχουν τον κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιότητας συνανθρώπων μας, της ζωής τους ή εκφοβισμού τους και ως εκ τούτου οι ποινές οι οποίες θα πρέπει να επιβάλλονται θα πρέπει να εμπεριέχουν τον αποτρεπτικό τους χαρακτήρα ενόψει των κινδύνων που ενέχει η παράνομη κατοχή και μεταφορά τους αλλά και τις δοκιμασίες στις οποίες έχει εκτεθεί η κυπριακή κοινωνία από την παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Θεοδούλου v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. σελ. 206: «Η παράνομη κατοχή όπλων υπονομεύει την έννομη τάξη, οδηγεί στην αναρχία και δημιουργεί αίσθημα ανασφάλειας στους νομιμόφρονες πολίτες, στοιχείο που δεν έχει θέση σε μια Δημοκρατική κοινωνία». ... Σε μια χώρα όπως η Κύπρος, η οποία, από την ανεξέλεγκτη κατοχή όπλων έχει υποστεί ανεπανόρθωτη καταστροφή, δεν μπορούν παρά τα δικαστήρια να αντικρίζουν αδικήματα αυτής της μορφής με τη δέουσα σοβαρότητα. Εκ προοιμίου η παράνομη κατοχή όπλου υπονομεύει την έννομη τάξη, δημιουργεί ανασφάλεια και τείνει να οδηγήσει άτομα σε εκδήλωση εγκληματικής δραστηριότητας που στοχεύει στην επιβολή του νόμου του ισχυρού, κάτι το οποίο δεν μπορεί με οποιονδήποτε τρόπο να γίνει αποδεκτό σε βάρος των φιλήσυχων και νομιμοφρόνων πολιτών αυτού του κράτους.» Επιπλέον, στην απόφαση Παναγή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 159/2014, ημερομηνίας 16.12 2016, λέχθηκαν τα ακόλουθα: « η νομολογία θεωρεί την κατοχή και τη μεταφορά πυροβόλων όπλων άνευ αδείας ως εμπίπτουσες στα ιδιαιτέρως σοβαρά αδικήματα. Διαχρονική είναι επίσης η θέση της νομολογίας ότι η παράνομη κατοχή και χρήση πυροβόλων όπλων υπονομεύουν την έννομη τάξη, ανοίγουν το δρόμο για την αναρχία, θέτουν σε κίνδυνο ανυποψίαστους κυρίως πολίτες και εκθέτουν ολόκληρη την κοινωνία στο αίσθημα ανασφάλειας. Το Κακουργιοδικείο σημείωσε επίσης τη δικαστική του γνώση ότι το φαινόμενο της παράνομης οπλοκατοχής και οπλοχρησίας δεν έχει υποχωρήσει με αποτέλεσμα να υπάρχει έξαρση στη διάπραξη παρομοίων αδικημάτων, με αντίστοιχη την υποχρέωση των Δικαστηρίων να επιβάλλουν αυστηρές και ταυτόχρονα αποτρεπτικές ποινές». Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι ο νομοθέτης διά της προβλεπόμενης ποινής έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο αδίκημα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου, αφού ως προκύπτει από τη νομολογία το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι η ίδια η κοινωνία και η έννομη τάξη. Εξάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι τα αδικήματα της κατοχής πυροβόλου όπλου και μεταφοράς εκρηκτικών υλών κατηγοριοποιούνται από τη νομολογία ως ιδιαίτερα σοβαρά για τα οποία αρμόζει, κατ' αρχήν, η απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Περαιτέρω, ως προς τα αδικήματα των Κατηγοριών 2, 3 και 5, ο νομοθέτης διά της προβλεπόμενης μέγιστης ποινής της ισόβιας φυλάκισης, προσδίδει μια όλως ιδιαίτερη σοβαρότητα στα αδικήματα αφού το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι η ίδια η κοινωνία (βλ. Saliba v Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 388). Σαφώς, η επιβολή της ποινής αποτελεί έργο λεπτό και δύσκολο. Απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Ασφαλώς, το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί από τη διαπίστωση και μόνο της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, αλλά όπως έχει υποδειχθεί από τη νομολογία, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Η στάθμιση, η οποία χρειάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, περιγράφεται με πληρότητα στις αποφάσεις Antoniades v Police
(1986)2 CLR 21, Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Gholi ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 30, Jovanovic v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 635, Θεοχάρους v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575 και Θεολόγου ν Αστυνομίας
(2014)2Β ΑΑΔ 800. Σύμφωνα δε με τη Νομολογία, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R 28. Στον τομέα την επιμέτρησης της ποινής τυχόν προηγούμενες αποφάσεις είναι ενδεικτικές και δεν αποτελούν αυστηρή καθοδήγηση για το λόγο ότι δεν υπάρχει κατά κανόνα ταυτοσημία επί των γεγονότων. Σχετικά παραπέμπουμε στην Χαραλάμπους κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 127/2019 και 130/2019, 10.3.2021, με μνεία στη Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1: «Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αυτός δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη.» (βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, τις υποθέσεις, Πόλεος ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 141/2016, 2.6.2017, LC.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά.
(2015)2A AAΔ.91, Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123, Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 577 και την πρόσφατη απόφαση Γλυκερίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 171/2020, ημερομηνίας 8.7.2022.) Όμως, όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Μαυρόλουκα ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 212/2013, ημερομηνίας 5.2.2015, «επίκληση προηγηθείσας νομολογιακής προσέγγισης είναι χρήσιμη προς την κατεύθυνση εντοπισμού ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων, αλλά και καθορισμού του γενικότερου πλαισίου της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.» Επομένως, ως προς το γενικό πλαίσιο ποινών κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε προηγούμενες αποφάσεις που αφορούσαν τα υπό εξέταση αδικήματα. Εν πρώτοις θα αναφερθούμε σε προηγούμενες αποφάσεις σε σχέση με τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, που αντιμετωπίζουν και οι δύο κατηγορούμενοι. Ακολούθως θα αναφερθούμε σε προηγούμενες αποφάσεις που άπτονται των κατηγοριών που αντιμετωπίζει μόνο ο Κατηγορούμενος 1. Ως προς το αδίκημα των Κατηγοριών 8,9, 10 και 11, το οποίο είναι και το σοβαρότερο, εξ απόψεως προβλεπόμενης ποινής, στο σύγγραμμα του Γ.Μ.Πική Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, 2007, σελ. 202 - 205 γίνεται λεπτομερής παραπομπή στη σχετική νομολογία, εκ της οποίας εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο αριθμός των πυροβόλων όπλων καθώς και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται είναι στοιχεία τα οποία λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Ιδίως, όταν η κατοχή πυροβόλου όπλου συνοδεύεται με την κατοχή πυρομαχικών που καθιστούν δυνατή τη χρήση του, το αδίκημα καθίσταται σοβαρότερο. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 279, Γενικός Εισαγγελέας ν. Yevgen Chronyy
(2006)2 Α.Α.Δ. 177 και Μπενάκη ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 79/2016, ημερομηνίας 13.3.2018. Αντίθετα, όταν η κατοχή όπλων και πυρομαχικών υφίσταται χωρίς ιδιαίτερο κίνητρο για εγκληματική ενέργεια, όπως και η συναισθηματική φόρτιση κάτω από την οποία επιτελείται εγκληματική πράξη, αποτελούν στοιχεία μετριαστικά της παράνομης ενέργειας. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 333, Προδρόμου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 169 και R. v. Julia Ann French [1994] 15 Cr. App. R. 194. Στην υπόθεση Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 424, κατόπιν παραδοχής, επιβλήθηκαν πρωτοδίκως, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, 8, 2 και 1 έτους, σε σειρά κατηγοριών που άπτονταν του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου. Ενώ σε τρεις κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή πυροβόλου όπλου, επιβλήθηκαν ποινές 5, 3 και 2 ετών. Οι ποινές, ενόψει της μη πρόθεσης χρήσης των όπλων και το τρόπου που τα εκρηκτικά και τα πυροβόλα όπλα περιήλθαν στην κατοχή του εφεσείοντα, κρίθηκαν ως αυστηρές αλλά όχι έκδηλα υπερβολικές. Στην υπόθεση Θεοδούλου ν. Δημοκρατίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 206, επιβλήθηκαν πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών για κατοχή πυροβόλου όπλου (επιθετικού τυφεκίου τύπου Μ58 και πέντε φυσιγγιοθηκών), φυλάκισης 4 ετών για κατοχή πιστολιού, φυλάκισης 4 ετών για κατοχή περιστρόφου (τύπου ALBION) και ποινή φυλάκισης 5 ετών για κατοχή Εκρηκτικών υλών. Στην υπόθεση Hage Mussa Hassan Khodr v. The Republic
(1988)2 C.L.R. 185, επιβλήθηκαν πρωτοδίκως, για κατοχή πιστολιού, σιγαστήρα και 13 σφαιρών συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών για το πιστόλι και 2 ετών για τα υπόλοιπα. Στην υπόθεση Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 1 για κατοχή πιστολιού και σφαιρών επιβλήθηκαν, κατόπιν ακρόασης, συντρέχουσες ποινές 4 και 3 ετών αντίστοιχα. Οι πιο πάνω ποινές επικυρώθηκαν από το Εφετείο. Στην υπόθεση Παναγή ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) επικυρώθηκε, η κατόπιν παραδοχής, επιβολή ποινή φυλάκισης 4 ετών, για κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β2, το οποίο ήταν έμφορτο. Στην υπόθεση Προκοπίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 3½ χρόνων για την κατηγορία της κατοχής πυροβόλου όπλου, και 3½ χρόνων για τη μεταφορά πυροβόλου όπλου. Οι πιο πάνω ποινές επιβλήθηκαν κατόπιν παραδοχής και αφού λήφθηκε υπόψιν μια προηγούμενη καταδίκη, η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων, καταδίκη για μεταφορά πυροβόλου όπλου. Στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του στην κατηγορία κατοχής πυροβόλου όπλου δηλαδή ενός πιστολιού τύπου "tapiq" (1η κατηγορία) του οποίου η κατοχή απαγορεύεται, στη μεταφορά του ιδίου όπλου (2η κατηγορία) και για κατοχή εκρηκτικών υλών δηλαδή 52 πλήρων φυσιγγίων χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών (4η κατηγορία). Επιβλήθηκαν πρωτοδίκως συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 ετών στην 1 και 2η και 6 μήνες στην 4η κατηγορία, οι οποίες επικυρώθηκαν. Σε σχέση με τα αδικήματα που άπτονται της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια οι κατευθυντήριες γραμμές έχουν συνοψισθεί στην απόφαση Δημοκρατία v. Νικολάου, Ποινική Έφεση 59/2020, 16.2.2022, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε εκ νέου ότι: «Η νομολογία μας έθεσε τις κατευθυντήριες αρχές ως προς την επιβολή ποινών σε υποθέσεις κατοχής ναρκωτικών ουσιών και ιδιαίτερα σε περίπτωση κατοχής τους με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 79/2017, ημερομηνίας 13.3.2018, ''μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών.» Περαιτέρω στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v Sak
(2005)2 ΑΑΔ 377, υποδείχθηκε το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών καθώς επίσης και ο σκοπός για τον οποίο αυτά κατέχονται, συγκαταλέγονται ανάμεσα στους παράγοντες οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν στον καθορισμό της ποινής. Στις περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας τότε η ποινή αναπόφευκτα καθίσταται πιο αυστηρή. Στην Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 577, λέχθηκαν συναφώς τα εξής σε σχέση κυρίως με τα «βαποράκια», «Η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για τη μεταφορά ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου». (βλ. σχετικά και τις Marius v Δημοκρατίας
(2015)2Α ΑΑΔ 397 και Μιχαήλ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 165/2015, 22.1.2018). Ως προς τον ρόλο της ποσότητας και του είδους των ναρκωτικών, ως εύστοχα συνοψίσθηκε στην απόφαση Βαρδάκη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 186/21 ημερομηνίας 14.7.2022 οι βαριές ποινές επιφυλάσσονται για τις περιπτώσεις μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών και ιδιαίτερα εφόσον πρόκειται για τάξεως Α. Λέχθηκαν, όμως, ταυτόχρονα τα ακόλουθα: «Η δε εμφάνιση ενώπιον των Δικαστηρίων υποθέσεων που αφορούν σε πολύ μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών τα τελευταία χρόνια, δεν πρέπει να οδηγήσει στην υποβάθμιση της σοβαρότητας των υποθέσεων με μικρότερες ποσότητες. Αντίθετα, αναδεικνύεται το τεράστιο πρόβλημα και η ανάγκη καταπολέμησης της διάδοσης των ναρκωτικών σε κάθε της έκφανση.» Στην απόφαση Θεμιστοκλέους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 96/2015, ημερομηνίας 19.2.2016, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή στην κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή κοκαΐνης, συνολικού βάρους 10,7921 γρ., χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (1η κατηγορία) και στην κατηγορία χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή κοκαΐνης (3η κατηγορία). Κρίθηκε επίσης ένοχος στη κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή κοκαΐνης συνολικού βάρους 10,7741 γρ., με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (2η κατηγορία), μετά από ακροαματική διαδικασία. Επιβλήθηκαν σ' αυτόν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών στην 1η κατηγορία, 2½ χρόνων στην 2η κατηγορία και 9 μηνών στην 3η κατηγορία. Οι πιο πάνω ποινές επικυρώθηκαν. Εξετάσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλα όσα συνθέτουν την παρούσα υπόθεση, συμπεριλαμβανομένων και των εισηγήσεων του ευπαιδεύτων συνηγόρων των Κατηγορουμένων σε σχέση με τον μετριασμό της ποινής. Προς όφελος των Κατηγορουμένων λαμβάνουμε υπόψη την άμεση παραδοχή τους στο Δικαστήριο η οποία, με βάση πάγια νομολογία, πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή» (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/2018, 27.11.2019), διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Το πώς αντικρίζονται τα διάφορα στοιχεία σε κάθε υπόθεση, εξαρτάται από τις λεπτομέρειες που τα συνθέτουν (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Σε περίπτωση κατά την οποία η σύλληψη διενεργείται επ΄ αυτοφώρω, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η σημασία της παραδοχής αμβλύνεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553, Γενικός Εισαγγελέας ν Ζανέττου
(2001)2 ΑΑΔ 438 και Κατσαπάου v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 388). Δεν παραγνωρίζουμε όμως και τα όσα λέχθηκαν αναφορικά με αυτή την πτυχή στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 127/2019 και 130/2019, 10.3.2021, όπου υποδείχθηκε ότι «. η παραδοχή ενός κατηγορουμένου, ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος, είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως απτό στοιχείο μεταμέλειας.». Στην υπό κρίση υπόθεση, ως προς τα αδικήματα που σχετίζονταν με την κατοχή και μεταφορά πυροβόλων και πυρομαχίκων, αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι συνεργάστηκαν και αυτοβούλως αποκάλυψαν ότι κατείχαν τουλάχιστον δυο πιστόλια και ότι σε προηγουμένη ημερομηνία είχαν κάνει βολή. Βεβαίως η αποκάλυψη δεν ήταν πλήρης, αφού η ύπαρξη ενός εκ των τριών πιστολιών δεν αποκαλύφθηκε από τον Κατηγορούμενο 1. Παρά ταύτα η άμεση παραδοχή τους και η αυτόβουλη αποκάλυψη των αδικημάτων προσμετρά προς όφελος τους. Σε σχέση με τα αδικήματα των κατηγοριών 2, 3 και 5 ο Κατηγορούμενος 1 τα παραδέχθηκε κατά τη σύλληψη του. Λαμβάνουμε σχετικά υπ' όψιν ότι μετά τη σύλληψη του η στάση του Κατηγορούμενου 1 ήταν θετική και συνεργάστηκε με τις αρχές. Η συνεργασία βέβαια του κατηγορούμενου υπήρξε περιορισμένη παρά την παραδοχή του, αφού δεν κατονόμασε τον προμηθευτή του. Δεν μπορεί επομένως να τύχει του ευεργετήματος που προβλέπει η νομολογία (βλ. ανάμεσα σε άλλες τις Μarco v The Republic
(1987)2 CLR 188, Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 242, Κυριάκου v Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 746, Φραγκίσκου v Δημοκρατίας
(2015)2Β ΑΑΔ 833 και Κema v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 284/18, 19.7.2019). Δικαιούται όμως να επικαλεστεί, τα προβλεπόμενα στο άρθρο 30
(4)(β)(
  1. ii)και (
  2. v)του Ν.29/77, ότι δηλαδή παρασύρθηκε από άτομα που μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή σ' αυτόν και ότι είναι πρόθυμος να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης, στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψιν. Επιπλέον, προς όφελος αμφότερων των Κατηγορούμενων λαμβάνουμε υπόψη ότι τα πυροβόλα όπλα και οι εκρηκτικές ύλες που ανευρέθηκαν κατέχονταν χωρίς ιδιαίτερο κίνητρο για εγκληματική ενέργεια. Όμως, δεν μπορούμε να δεχτούμε σε όλη της την έκταση την εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 1 ως προς τον λόγο που ο τελευταίος απέκτησε τα πυροβόλα όπλα. Ο κ. Καούλας εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 1 απέκτησε τα επίδικα πυροβόλα όπλα, επειδή στο παρελθόν είχε δεχθεί επίθεση και ξυλοδαρμό, ένεκα της απόφασης του να φύγει από τον κόσμο των ναρκωτικών. Στη βάση των πιο πάνω, παρέπεμψε στην υπόθεση Δημοκρατία v. Abdurakhman, Υπόθ. Αρ. 555/04, ημερ. 27.7.2004, του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, όπου το Δικαστήριο έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων για την επιβολή φυλάκισης ενός έτους για την κατοχή πιστολιού και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, μέλος της Κουρδικής Οργάνωσης PKK, αγόρασε πιστόλι διότι αισθανόταν ανασφαλής μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων προς τα κατεχόμενα εδάφη της Δημοκρατίας, ενώ έπασχε νευρολογικά και νοητικά λόγω βασανιστηρίων που υπέστη κατά την 11χρονη φυλάκιση του στην Τουρκία. Ο εκεί κατηγορούμενος είχε έλθει στα ελεύθερα εδάφη της Δημοκρατίας επιδιώκοντας την αναγνώριση του ως πολιτικού πρόσφυγα. Η πιο πάνω απόφαση αναφέρεται στην απόφαση Μαυραντώνιου (ανωτέρω). Όμως, στην υπό κρίση υπόθεση τα γεγονότα διαφοροποιούνται ουσιωδώς. Συγκεκριμένα στην υπό κρίση υπόθεση, ο φόβος του Κατηγορούμενου 1 αναγόταν σε περιστατικό που έλαβε χώρα στο παρελθόν χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε άλλο που να θεμελιώνει δικαιολογημένο φόβο για τη ζωή του Κατηγορούμενου 1. Έτσι, ο αόριστος φόβος για κάποιο γεγονός που έλαβε χώρα και ολοκληρώθηκε στο παρελθόν και η εξ αυτού απόκτηση τριών πυροβόλων όπλων δεν μπορεί να θεμελιώσει μετριαστικό παράγοντα στην έκταση που εισηγήθηκε ο κ. Καούλας. Λαμβάνεται, όμως, υπόψη υπό το πλέγμα του ευρύτερου μετριαστικού παράγοντα ότι τα πυροβόλα όπλα κατέχονταν χωρίς οι Κατηγορούμενοι να έχουν συγκεκριμένη εγκληματική ενέργεια κατά νου. Επιπροσθέτως, λαμβάνουμε υπόψη μας προς όφελος των κατηγορουμένων, την προσπάθεια απεξάρτησης τους. Ιδίως, ως προς την αυτόβουλη προσπάθεια απεξάρτησης, σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τη νομολογία αποτελεί σημαντικό μετριαστικό παράγοντα. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις Καρακάννας ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 463, Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Νικόλας Γιαννάκη ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 177/15, ημερομηνίας 21.04.2016. Όμως, το πιο πάνω δεν συνιστά αυτοτελή λόγο που επηρεάζει το είδος της ποινής, αλλά λαμβάνεται υπόψη ως προς τον καθορισμό του ύψους της ποινής. Αμφότεροι οι συνήγοροι των κατηγορούμενων προέβαλαν ως μετριαστικό παράγοντα το γεγονός ότι δεν διώχθηκε το τρίτο εμπλεκόμενο πρόσωπο ήτοι η τότε ανήλικη φίλη του κατηγορουμένου 2 στην οικία της οποίας βρέθηκαν τα πυροβόλα όπλα και οι εκρηκτικές ύλες. Ενέταξαν τη σχετική εισήγηση υπό το πρίσμα της συνταγματικά κατοχυρωμένης, στο άρθρο 28 του Συντάγματος, αρχής της ισότητας και στην απόφαση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 141. Στο σημείο αυτό παρεμβάλουμε ότι σύμφωνα με τη νομολογία η συνταγματική αρχή της ισότητας αυτό που επιβάλει είναι την ίση κρίση ομοειδών περιπτώσεων και προστατεύει από αυθαίρετες διακρίσεις. Ως έχει τεθεί στην απόφαση Σωτηριάδης ν. Θεοφυλάκτου και Άλλης
(2002)3 ΑΑΔ 56: «O όρος «ίσοι ενώπιον του Νόμου» στο άρθρο 28.1 του Συντάγματος δε μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας αλλά διασφαλίζει μόνον εναντίον αυθαίρετων διακρίσεων και δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις, οι οποίες πρέπει να γίνουν λόγω της ιδιάζουσας φύσεως των πραγμάτων. » Στην υπό κρίση υπόθεση το τρίτο εμπλεκόμενο πρόσωπο ήταν ανήλικο. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Παιδιών σε Σύγκρουση με το Νόμο Ν. 55(I)/2021, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται, εκτός εάν κατά την κρίση του το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει διαφορετικά, να παραπέμψει παιδί σε σύγκρουση με τον νόμο σε Πρόγραμμα Αποδικαστικοποίησης, αντί να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του παιδιού αυτού. Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης προκύπτει ότι προκειμένου για ανήλικους παραβάτες ο κανόνας είναι η παραπομπή τους σε πρόγραμμα Αποδικαστικοποίησης και κατ' εξαίρεση, εάν το δημόσιο συμφέρον το επιβάλλει, ο Γενικός Εισαγγελέας προχωρεί στην ποινική δίωξη ανηλίκου. Επομένως, η ηλικία του τρίτου εμπλεκομένου προσώπου ήταν τέτοια που σύμφωνα με τον νόμο επέβαλε διαφορετική μεταχείριση από τους δύο Κατηγορούμενους. Επομένως, η διαφορετική μεταχείριση ήταν αποτέλεσμα διαφορετικού νομικού καθεστώτος και ως εκ τούτου δεν μπορεί να δώσει λαβή σε επιχείρημα περί παραβίασης της αρχής της ισότητας. Επιπλέον, λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος των κατηγορουμένων το νεαρό της ηλικίας τους, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τους περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και αναπτύχθηκαν με ενάργεια από τους συνηγόρους τους, καθώς και ό,τι άλλο ανέφεραν οι συνήγοροι τους για μετριασμό της ποινής. Δεχόμαστε επίσης ότι συνεπεία της πανδημίας, η οποία δεν υποχωρεί, η έκτιση της ποινής θα υπόκειται σε κάποιους περιορισμούς οι οποίοι θα μπορούσαν να επιτείνουν τις επιπτώσεις του εγκλεισμού (βλ. Δημοκρατία v ΧΧΧ, Αρ. Υπόθεσης 4481/2019, 19.5.2020 (Απόφαση Μόνιμου Κακουργιοδικείου Αμμοχώστου) με αναφορά στην R v Manning
(2020)EWCA Crim 592). Σε σχέση με το αδίκημα της Κατηγορίας 7, ήτοι το αδίκημα της συνομωσίας, έχουμε υπόψη την απόφαση Χασσάν κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 196/2013 και 197/13, ημερομηνίας 10.10.2014, όπου υποδείχθηκε ότι : «όπου κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι σε κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη αδικήματος και σε αντίστοιχες κατηγορίες ότι διέπραξαν τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες της συνωμοσίας, δεν ενδείκνυται η επιβολή ποινής και στις κατηγορίες της συνωμοσίας αφού τα γεγονότα που τις τεκμηριώνουν απορροφούνται (περιλαμβάνονται) στα γεγονότα που τεκμηριώνουν τα διαπραχθέντα, στη συνέχεια, αδικήματα.» Στον αντίποδα δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη σοβαρότητα των αδικημάτων της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλων όπλων καθώς και τον αριθμό αυτών. Μάλιστα στην υπό κρίση υπόθεση τα δυο εκ των τριών πυροβόλων όπλων αποτελούσαν πυροβόλα όπλα κατηγορίας Α. Επίσης, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι η κατοχή των πυροβόλων όπλων συνοδεύεται από την κατοχή σφαιρών γεγονός που καθιστούσε δυνατή την χρήση τους και ότι οι κατηγορούμενοι, σύμφωνα με τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, εξασκούνταν στην χρήση τους. Ιδίως λαμβάνουμε υπόψη ως η διαχρονική νομολογία υποδεικνύει ότι «τα αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης δημιουργούν μεγάλη αναταραχή, φόβο και ανασφάλεια στην κοινωνία και επομένως τα Δικαστήρια δεν επιδεικνύουν ανοχή σε τέτοιου είδους αδικήματα». Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 270/17, ημερομηνίας 18.6.2019. Καταληκτικά θα πρέπει να λεχθεί πως σε μια σοβαρή υπόθεση όπως είναι η παρούσα με πρόδηλη την αναγκαιότητα αποτροπής, δεν μπορεί να αποφευχθεί η επιβολή ποινής φυλάκισης, όσο και να λάβει υπόψη κανείς τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας σχετικά με τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες περιστάσεις των κατηγορουμένων. Σύμφωνα με τη νομολογία σε αδικήματα, για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Παναγιώτου ν. Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540. Σημειώνουμε, επίσης, τη διαχρονική αρχή ότι οι προσωπικές ανάγκες ή περιστάσεις, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την προσφυγή στο έγκλημα και, ιδιαίτερα, σε εγκλήματα τα οποία πλήττουν το θεμέλιο της ασφάλειας των πολιτών. Σχετικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 154, Σταύρου «Φάντης» ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 61 και Iliev ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 218/16, ημερομηνίας 18.1.2018. Επίσης σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 και τα αδικήματα των κατηγοριών 2, 3 και 5 σημειώνουμε ότι αναφορικά με τις οικογενειακές περιστάσεις μεταφορέων κάθε είδους, υποδείχθηκε, «.ότι ανεξάρτητα από τα αισθήματα συμπάθειας τα οποία το δικαστήριο μπορεί να έχει για τη δυσχερή θέση στην οποία θα βρεθεί η οικογένεια ενός κατηγορουμένου, τα αθώα θύματα της δικής του εγκληματικής διαγωγής, . αναπόφευκτα πληρώνουν το τίμημα για τα εγκλήματα που διαπράττονται από εκείνους που κανονικά έπρεπε να ήταν οι υποστηρικτές τους» (σε ελεύθερη μετάφραση από την Chanine v The Republic
(1987)2 CLR 183, 187). Επομένως, όσο σοβαρές κι αν είναι οι επιπτώσεις σε κατηγορούμενους και στις οικογένειες τους, υπερισχύει η αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου. Προέχει η καταστολή τέτοιων αδικημάτων ώστε να παραμένει αλώβητη η παρεχόμενη προστασία της κοινωνίας. Επιπροσθέτως σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψη ότι τέθηκαν υπόψη μας τα γεγονότα δυο άλλων υποθέσεων στις οποίες δήλωσε παραδοχή. Ως έχει νομολογηθεί, όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 598. Παράλληλα, λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός ότι και οι δύο κατηγορούμενοι βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες, αφού, όπως είναι νομολογημένο, οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής, καθότι αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους νόμους της Πολιτείας. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1. Είναι, επίσης, καλά νομολογημένο ότι η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών δεν πρέπει να οδηγεί στην επιβολή τέτοιας ποινής που θα έχει ως αποτέλεσμα ο καταδικασθείς να τιμωρηθεί για δεύτερη φορά σε σχέση με το ίδιο αδίκημα. Σχετική είναι η απόφαση Γεώργιος Χατζηνικολάου ν. Αστυνομίας
(1976)2 C.L.R. 63. Η ύπαρξη, όμως, προηγούμενων καταδικών αναπόφευκτα οδηγεί στην προοδευτική μείωση της επιείκειας. Σχετική είναι η απόφαση Καμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 565, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Σύμφωνα με τη γενική αρχή με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο, πλην όμως από την άλλη, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρυμμένο είναι το μητρώο των προηγούμενων καταδικών του, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέρα από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος.» Τέλος, ως προς τη συνολική ποινική μεταχείριση των Κατηγορουμένων 1 και 2 λαμβάνουμε υπόψη τον ρόλο ενός εκάστου στην τέλεση των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι. Ως είναι καλά θεμελιωμένο, στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής λαμβάνεται υπόψη και ο βαθμός συμμετοχής και ο ρόλος εκάστου Κατηγορουμένου στην τέλεση των αδικημάτων. Σχετικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις Hassan v. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 356, στην Κάττος ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 195 και στην Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος 1 ήταν το πρόσωπο που προμηθεύτηκε τα πυροβόλα όπλα και πυρομαχικά αλλά ο Κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που μερίμνησε όπως φυλαχθούν στην οικία της φίλης του. Ταυτόχρονα αμφότεροι οι Κατηγορούμενοί συμμετείχαν σε βολή με αυτά. Συνεπώς, δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο που να διαφοροποιεί τον βαθμό συμμετοχής των δυο στην τέλεση των αδικημάτων σε βαθμό που να δικαιολογείται διαφορετική ποινική μεταχείριση μεταξύ των Κατηγορουμένων. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντες, εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλουμε στους κατηγορούμενους τις ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1 Στην Κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην Κατηγορία 3: ποινή φυλάκισης 2 ετών Στην Κατηγορία 5 : ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην Κατηγορία 7: καμία ποινή Στην Κατηγορία 8 : ποινή φυλάκισης 4 ετών. Στην Κατηγορία 9 : ποινή φυλάκισης 4 ετών. Στην Κατηγορία 10 : ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών. Στην Κατηγορία 11 : ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών. Στην Κατηγορία 12 : ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην Κατηγορία 13 : ποινή φυλάκισης 3 ετών. Οι ποινές να συντρέχουν. Στον Κατηγορούμενο 2 Στην Κατηγορία 7: καμία ποινή Στην Κατηγορία 8 : ποινή φυλάκισης 4 ½ ετών. Στην Κατηγορία 9 : ποινή φυλάκισης 4 ½ ετών. Στην Κατηγορία 10 : ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών. Στην Κατηγορία 11 : ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών. Στην Κατηγορία 12 : ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην Κατηγορία 13 : ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην επιμέτρηση της ποινής σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 λήφθηκαν υπόψη τα γεγονότα των υποθέσεων 4620/22 και 12316/21 του Ε/Δ Λάρνακος. Οι ποινές να συντρέχουν Ενεργοποίηση ανασταλείσας ποινής φυλάκισης Όπως έχει εκτεθεί ανωτέρω ο Κατηγορούμενος 1 καταδικάστηκε σε ποινές φυλάκισης με αναστολή. Συγκεκριμένα έχει καταδικαστεί στις 04.08.2020 στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμόν 241/20 του Ε/Δ Λάρνακος. Η καταδίκη αφορούσε τα αδικήματα της διάρρηξης κατοικίας εν καιρώ νυκτός και κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 291, 292(Α) και 255 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ.154 και της συνωμοσίας για διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371, 291, 292(Α), και 255 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ.
  2. Επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 8 μηνών και 6 μηνών αντίστοιχα με 3 χρόνια αναστολή έκαστη. Συνεπώς, το επόμενο ερώτημα που αναδύεται είναι το κατά πόσο το Δικαστήριο δύναται να ενεργοποιήσει την ανασταλείσα ποινή φυλάκισης. Σημειώνεται, ευθύς εξ αρχής, ότι όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409, η ποινή φυλάκισης με αναστολή είναι ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς. Η αναστολή αναβάλλει την εκτέλεση της ποινής αλλά δεν αλλοιώνει τη φύση της. Σε περίπτωση παράβασης των όρων αναστολής, το υπόβαθρο πάνω στο οποίο αποφασίστηκε η αναστολή καταρρέει και ο λόγος για μη ενεργοποίηση της φυλάκισης εξαφανίζεται. Η εξουσία του Δικαστηρίου για ενεργοποίηση ανασταλείσας ποινής φυλάκισης προβλέπεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις ωρισμένας περιπτώσεις Νόμου του 1972, ως έχει τροποποιηθεί. Συγκεκριμένα σχετικό είναι το άρθρο 4 του Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Οσάκις, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, πρόσωπο διέπραξε αδίκημα τιμωρούμενον διά φυλακίσεως και είτε κατεδικάσθη υπό Δικαστηρίου όπερ δυνάμει του εδαφίου
(4)κέκτηται αρμοδιότητα να λάβη μέτρα εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν είτε μεταγενεστέρως εμφανίζεται ή προσάγεται ενώπιον τοιούτου Δικαστηρίου, τότε, εκτός εάν εν τω μεταξύ η ποινή έχει εκτελεσθή, το Δικαστήριον εξετάζει την υπόθεσιν του και λαμβάνει εν των ακολούθων μέτρων- (α) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής δι' ην περίοδον αύτη επεβλήθη· (β) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής διά περίοδον μικροτέραν εκείνης ήτις επεβλήθη· (γ) διατάσσει την τροποποίησιν του αρχικού διατάγματος διά της αντικαταστάσεως της εν αυτώ οριζομένης περιόδου διά περιόδου μη υπερβαινούσης τα δύο έτη από της ημέρας της τοιαύτης τροποποιήσεως· (δ) ουδέν μέτρον λαμβάνει εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν, και το Δικαστήριον εκδίδει διάταγμα δυνάμει της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου εκτός εάν είναι της γνώμης ότι τούτο θα ήτο άδικον λαμβανομένων υπ' όψιν απασών των περιστάσεων αίτινες εμεσολάβησαν από της αναστολής της ποινής και των περιστάσεων υφ' ας ετελέσθη το νέον αδίκημα, και εν τοιαύτη περιπτώσει το Δικαστήριον εν τη αποφάσει αυτού αναφέρει τους λόγους της τοιαύτης ενεργείας του.» Προκύπτει, συνεπώς, ότι Δικαστήριο, το οποίο επιβάλλει ποινή σε πρόσωπο το οποίο έχει διαπράξει αδίκημα διαρκούσης της περιόδου αναστολής της ποινής που του επιβλήθηκε, έχει εξουσία να ενεργοποιήσει αυτή είτε εξ ολοκλήρου είτε μερικώς. Διαφωτιστική ως προς τον τρόπο άσκησης της σχετικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι η υπόθεση Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 52, όπου λέχθηκε ότι η ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής διατάσσεται κατά κανόνα εκτός αν αυτό θα ήταν άδικο, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων. Περαιτέρω, στην υπόθεση Louca v Republic
(1986)2 CLR 141, λέχθηκε ότι όταν γίνεται παράβαση των όρων της αναστολής, το πρωταρχικό ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση είναι κατά πόσο η παράβαση αυτή είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα μειώνεται εξαιτίας οποιωνδήποτε περιστατικών. Τονίστηκε ότι το Δικαστήριο δεν εκδικάζει εκ νέου την ορθότητα της ποινής φυλάκισης που είχε επιβληθεί, στην απουσία δε κατάλληλων περιστατικών που μειώνουν τη βαρύτητα της παράβασης των όρων της αναστολής, ενεργοποίηση πρέπει να διατάσσεται ως κανόνας. Επιπλέον, στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να παραπονεθεί, γιατί παραβαίνοντας τους όρους με τους οποίους η φυλάκιση αναστάλθηκε, υπολογισμένα ριψοκινδύνεψε την ελευθερία του την οποία και στερείται από δική του εσκεμμένη πράξη. Διαφωτιστική επί του εξεταζόμενου ζητήματος είναι η απόφαση Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 62, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Το επιβάλλον ποινή Δικαστήριο, υπό συνθήκες όπως της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να λάβει υπόψη του και την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του αδικήματος και της ποινής. Σε κάθε περίπτωση η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο πρέπει να είναι ανάλογη προς το αδίκημα που διέπραξε. Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην περίπτωση ενεργοποίησης ποινής φυλάκισης διαδοχικά προς την επιβαλλόμενη ποινή. Και πάλιν σε τέτοια περίπτωση το τελικό καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει κατά πόσο το σύνολο των ποινών είναι υπερβολικό και αν είναι υπερβολικό να το μειώσει έτσι ώστε να είναι δίκαιο για τον κατηγορούμενο (Δέστε: Rafferty, 23.11.71, 2800/B/71, η οποία αναφέρεται στο σύγγραμμα D.A. Thomas, Principles of Sentencing, 2nd Ed., p. 255).» Στην υπό κρίση υπόθεση, ως έχει εκτεθεί από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 1 ο τελευταίος κατά το στάδιο που τέθηκε υπό κράτηση στις κεντρικές φυλακές καταβάλλει προσπάθειες απεξάρτησης. Προκύπτει από τα γεγονότα ότι η προηγούμενη καταδίκη αφορά αδίκημα που έγινε σε χρόνο που ο Κατηγορούμενος 1 βρισκόταν εθισμένος στα ναρκωτικά. Έχουμε υπόψη την αρχή της συνολικότητας της ποινής και το ότι τυχόν ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής δεν πρέπει να καθιστά την επιβαλλομένη ποινή στην παρούσα υπερβολική. Με δεδομένη την προσπάθεια απεξάρτησης και την ποινή που επιβλήθηκε ήδη στον Κατηγορούμενο 1 ανωτέρω, κρίνουμε ορθότερο όπως ενεργοποιήσουμε μέρος της ανασταλείσας ποινής. Συνεπώς ενεργοποιούμε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, η οποία να είναι διαδοχική με τις ποινές που επιβλήθηκαν στην παρούσα. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι βρίσκονταν σε προφυλάκιση. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.