Δημοκρατία ν. ΠΕΤΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 3034/21, 26/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2022:2 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Π. Ε. Δ. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Α.Ε.Δ. E. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3034/21 Δημοκρατία v. XXXXXXX ΠΕΤΡΟΥ Κατηγορουμένου ----------------- Ημερομηνία: 26.01.2022 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Χατζηκύρου με κα Μ. Γεωργίου (ασκούμενη δικηγόρο) Για Κατηγορούμενο: κ. Π. Φιλίππου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με τα παραδεκτά αλλά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα στις 17.06.2021 περί ώρα 19:45 εκδηλώθηκε, στο χωριό Βxxxxx, πυρκαγιά σε κατοικία, η οποία ενοικιάζεται από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών προς τον Εxxxxxxxx Πxxxxx. Σύμφωνα δε με την κοινώς αποδεκτή έκθεση που ετοιμάστηκε από τον αρχιλοχία xx, Γxxxxx Χxxxxxxxxx εκ μέρους του Πυροσβεστικού Σταθμού Πάφου, η πυρκαγιά τέθηκε κακόβουλα από άγνωστο ή άγνωστα πρόσωπα. Με βάση μαρτυρία που εξασφαλίστηκε από την αστυνομία θεωρήθηκε ύποπτος ο κατηγορούμενος και στη συνέχεια καταχωρίστηκε εναντίον του η παρούσα υπόθεση, με την οποία αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες (α) για εμπρησμό, κατά παράβαση του άρθρου 315(α) του Κεφ. 154, (β) για διάρρηξη κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύκτας, κατά παράβαση του άρθρου 292(α) του Κεφ. 154 και (γ) για κλοπή κατοικίας, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266(β) του Κεφ. 154. Πιο συγκεκριμένα αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι στις 17.06.2021, εσκεμμένα και παράνομα έθεσε φωτιά στην εξοχική κατοικία, ιδιοκτησίας του Εxxxxxxx Πxxxxx, που βρίσκεται στα Βxxxxx, προκαλώντας ζημιά αξίας €10.000,00 (κατηγορία 1), ότι την ίδια ημερομηνία διέρρηξε την προαναφερόμενη κατοικία και εισήλθε εντός αυτής διαπράττοντας το αδίκημα της κλοπής (κατηγορία 2) και ότι την ίδια επίσης ημέρα έκλεψε, από την προαναφερόμενη κατοικία ένα ψυγείο χρώματος άσπρου, ένα τραπανάκι χρώματος πράσινου, ένα κόφτη ξύλων χρώματος πράσινου, ένα τριπόδι χρώματος κόκκινου, αριθμό σκαλωσιών χρώματος κόκκινου και μία σόμπα γκαζιού συνολικής αξίας €650,00, περιουσία του Εxxxxxx Πxxxxx (κατηγορία 3). Για την απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε επτά μάρτυρες - στο εξής Μ.Κ. - και ο κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ως αυτά προβλέπονται στο άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, κάλεσε δύο μάρτυρες προς υπεράσπιση του - στο εξής Μ.Υ. - ενώ ο ίδιος επέλεξε την ένορκη κατάθεση. Μ.Κ.1 κατέθεσε ο αστυφύλακας xxx6, Χ. Εxxxxxxxxxx (Τεκμήριο 2 η γραπτή κατάθεση του). Στις 21.06.2021 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Την 08.07.2021 μετέβη στο περίπτερο CENTRO, που βρίσκεται στη λεωφόρο Αxxxxxxxx Πxxxxxx, στην Πάφο, και αφού έλεγξε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του εν λόγω περιπτέρου, διαπίστωσε πως ο κατηγορούμενος βρισκόταν εκεί στις 17.06.2021 μεταξύ των ωρών 20:32 με 20:33 και αγόρασε τενεκεδάκια με καφέ. Ως εξήγησε η ώρα που αναφερόταν το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης ήταν τέσσερα λεπτά πίσω από την πραγματική, ως εκ τούτου η πραγματική ώρα που ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο εν λόγω περίπτερο ήταν 20:36 με 20:
- Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Εxxxxxxx Πxxxxx, παραπονούμενος, (Τεκμήρια 4 και 5 δύο καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία). Προκύπτει από τις δύο καταθέσεις του ότι ενοικιάζει, στο χωριό Βxxxxx, μία τουρκοκυπριακή κατοικία. Με την πρώτη του σύζυγο, με την οποία έχει έξι παιδιά, είναι χωρισμένος από το 2016 και έκανε καινούργια οικογένεια. Αναφέρθηκε σε τηλεφωνήματα της πρώην συζύγου του με τα οποία τον εξύβριζε και τον απειλούσε οπότε έκανε σχετική καταγγελία στην αστυνομία. Στις 17.06.2021 περί ώρα 10:00 το βράδυ, ενώ βρισκόταν σε καφενείο του χωριού Πxxxxx όπου διαμένει τώρα, του τηλεφώνησε ο αστυφύλακας Ιxxxxx από το σταθμό Παναγιάς και του ανέφερε ότι κάηκε ολοσχερώς το εξοχικό του σπίτι που βρίσκεται στο χωριό Βxxxxx, το οποίο είχε ανακαινίσει. Η τελευταία φορά που είχε πάει στο εν λόγω σπίτι ήταν προ τεσσάρων μηνών, από τον Ιούνιο του 2021 που έδωσε τις καταθέσεις του. Μαρτύρησε ακόμη πως η πρώην σύζυγος του και ο μεγαλύτερος γιος του είχαν προσπαθήσει στο παρελθόν, αρκετές φορές, να τον πείσουν να τους μεταβιβάσει το σπίτι που κάηκε αλλά αυτός αρνήθηκε. Είναι σίγουρος ότι η πυρκαγιά τέθηκε κακόβουλα αφού κλείνει πάντοτε το ηλεκτρικό ρεύμα πριν φύγει και δεν έχει μέσα στο σπίτι κάτι άλλο το οποίο μπορούσε να προκαλέσει φωτιά. Υποψιάζεται δε για την πυρκαγιά την πρώην σύζυγο του και τον μεγαλύτερο γιο του αλλά και τους συγγενείς της πρώην συζύγου του οι οποίοι διαμένουν κοντά στα Βxxxx. Εξήγησε προφορικά ότι δεν είχε κάτι εναντίον του κατηγορούμενου. Μ.Κ.3 κατέθεσε ο αστυφύλακας xxx3 Π. Δxxxxxxxxxxx, (Τεκμήριο 6 η γραπτή κατάθεση του). Προκύπτει από τη μαρτυρία του ότι στις 18.06.2021 μαζί με το λοχία xxx4 εντόπισε τον κατηγορούμενο, τότε ύποπτο για την παρούσα υπόθεση, σε μάντρα που διατηρεί σε αγροτική περιοχή της Κxxxxxxx η οποία βρίσκεται ένα χιλιόμετρο περίπου από το χωριό Βxxxxx. Έξω από τη μάντρα βρισκόταν σταθμευμένο το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXX xx2 χρώματος μαύρου με γκρίζο. Ανακρίθηκε εκεί ο κατηγορούμενος προφορικά και ανέφερε ότι την 17.06.2021 περί ώρα 19:10 οδηγούσε εντός του χωριού Βxxxxx καθ΄ ότι επέστρεφε από πότισμα των αλόγων του χωρίς όμως να περάσει από το σπίτι στο οποίο εκδηλώθηκε πυρκαγιά, αρνήθηκε δε οποιαδήποτε ανάμιξη με την διερευνόμενη, τότε, υπόθεση. Περαιτέρω ο μάρτυρας κατέθεσε ότι την 18.06.2021 μεταξύ των ωρών 09:10-09:30 διενήργησε μαζί με το λοχία xxx4 έρευνα, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης, στην οικία και το όχημα του κατηγορούμενου. Κατά την έρευνα εντόπισε και παρέλαβε, ως τεκμήριο, ένα ντεπόζιτο χρώματος μπλε το οποίο περιείχε πετρέλαιο και το οποίο βρισκόταν στην κάσια του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου. Όταν ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε σχετικά και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο, απάντησε «έβαλα πετρέλαιο εψές 19:40 τζιαμέ στην ΕΚΟ πίσω από το Smart». Στη συνέχεια ο μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Εν έκαμα έτσι πράμα εγώ». Παραλήφθηκε δε και το κινητό του κατηγορούμενου την ίδια ημέρα, 18.06.
- Αργότερα, την ίδια ημέρα, ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο ο οποίος, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι την 17.06.2021 περί ώρα 19:00 αποχωρούσε από το χωριό Βxxxxx καθ΄ ότι εκεί διατηρεί και εκτρέφει ζώα και ότι περί ώρα 19:40 βρισκόταν στην Πάφο όπου έβαλε πετρέλαιο, τόσο στο αυτοκίνητο του όσο και στο ντεπόζιτο που εντοπίστηκε στο αυτοκίνητο του, και αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμιξη στην υπόθεση. Παρέδωσε ο μάρτυρας την 18.06.2021 τα τεκμήρια που παρέλαβε στο λοχία 2417, στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου, για τα περαιτέρω. Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Χ. Χxxxxxx (Τεκμήριο 10 η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ημερομηνίας 01.11.2021) δασοπυροσβέστης στο Τμήμα Δασών στο σταθμό Παναγιάς. Ως μαρτύρησε στις 17.06.2021 γύρω στις 19:45 βρισκόταν στην περιοχή «Τχχχχχχ» η οποία είναι μεταξύ των χωριών Γxxxxxxxx - Σxxxxx - Αxxxxx Φxxxxx. Ενώ οδηγούσε σε χωματόδρομο και κατευθυνόταν προς το χωράφι του είδε μικρό καπνό προς την περιοχή του χωριού Βxxxxx. Τότε ενημέρωσε τον υπεύθυνο του, στο Τμήμα Δασών, και αυτός του έδωσε εντολή να μεταβεί στην περιοχή που ήταν ο καπνός, πράγμα που έκανε. Ως υπολόγισε η φωτιά θα άρχισε 4-5 λεπτά πριν να δει αυτός τον καπνό. Ξεκίνησαν ταυτόχρονα οι ενέργειες του Τμήματος Δασών για αποστολή πυροσβεστικών οχημάτων στην περιοχή. Ο μάρτυρας έφτασε πρώτος στο σημείο όπου εντόπισε δύο άτομα να χαϊδεύουν ζώα, άλογο και γαϊδούρια, σε απόσταση 100-150 μέτρων από το σπίτι που καιγόταν. Πρόκειται για άτομα που δεν γνώριζε πολύ καλά, ήταν κάποιος Δxxxxxxx και η γυναίκα του. Ειδοποίησε δε αμέσως την αστυνομία για το συμβάν καθώς και την Πυροσβεστική Υπηρεσία, παραμένοντας στο μέρος με τα δύο πρόσωπα καθώς και κάποιους συναδέλφους του, που είχαν φτάσει στο μέρος, παρέχοντας περιμετρική δασοπροστασία για τυχόν εξάπλωση της πυρκαγιάς. Μαρτύρησε ακόμη πως καθώς οδηγούσε μέσω Κxxxxx προς Βxxxxx δεν εντόπισε κάποιο αυτοκίνητο στην περιοχή της πυρκαγιάς. Μ.Κ.5 κατέθεσε ο λοχίας xxx7 Α. Χxxxxxxxxx (Τεκμήριο 11 η γραπτή κατάθεση του) ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν σταθμάρχης των αστυνομικών σταθμών Στρουμπιού και Παναγιάς. Ό,τι προκύπτει από τη μαρτυρία του είναι πως το βράδυ, περί ώρα 10:00, της 17.06.2021 ειδοποιήθηκε, ενώ ήταν εκτός υπηρεσίας, για την πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο σπίτι του παραπονούμενου και περί ώρα 23:00 επισκέφθηκε τη σκηνή. Στις 22.06.2021 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Λxxxxxx Πxxxxxx, γιο του παραπονούμενου, ο οποίος αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμιξη στην υπόθεση καθώς επίσης έλαβε κατάθεση από τον Αxxxxxxx Πxxxxxx, πατέρα του κατηγορούμενου. Επιπλέον έλαβε τη δεύτερη κατάθεση από τον Αxxxxxx Δxxxxxxxx ο οποίος ήταν αρνητικός να προβεί σε διαδικασία αναγνώρισης του κατηγορούμενου μέσα από αναγνωριστική παράταξη, ανέφερε όμως προφορικά στον μάρτυρα ότι «το αυτοκίνητο που είναι παρκαρισμένο έξω από το ΤΑΕ Πάφου είναι αυτό που σας είπα στην κατάθεση μου ότι είδα εκείνη την ημέρα». Παρουσίασε τέλος ο μάρτυρας δορυφορικούς χάρτες - Τεκμήρια 12 έως 15 - της περιοχής όπου βρίσκεται το χωριό Βxxxxxx. Μ.Κ.6 κατέθεσε ο αστυφύλακας xxx3 Τ. Τxxxxxx (Τεκμήριο 17 η γραπτή του κατάθεση). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ως ειδικός φωτογράφος κλήθηκε στις 18.06.2021 και έλαβε φωτογραφίες σχετικά με διερευνόμενη υπόθεση εμπρησμού στο χωριό Βxxxxxx, καθώς επίσης, την ίδια ημέρα, μετά τις εξετάσεις που διενήργησαν άνδρες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας στην κατοικία όπου εκδηλώθηκε πυρκαγιά, παρέλαβε και συσκεύασε σε φακέλους, (α) δειγματοληψία από εσωτερικό χερούλι ανοίγματος κύριας πόρτας εισόδου, (β) δειγματοληψία από μεταλλικές ράβδους αριστερά της κύριας πόρτας εισόδου, (γ) δειγματοληψία από χερούλια ανοίγματος μικρών ερμαριών στην κουζίνα της οικίας και (δ) τέφρα η οποία λήφθηκε από σημείο αρ. 2 σε δωμάτιο της οικίας. Επίσης στις 18.06.2021 έλαβε φωτογραφίες του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXX xx
- Με τη χρήση της τεχνολογίας, και κατά τον τρόπο που εξήγησε, επέλεξε 53 φωτογραφίες τις οποίες φύλαξε σε εξωτερικό δίσκο και στον κεντρικό υπολογιστή του γραφείου του, ενώ στη συνέχεια οι φωτογραφίες στάλθηκαν στο Εργαστήριο Φωτογραφίας, Εικόνας και Γραφικών όπου εκτυπώθηκαν σε τέσσερα αντίγραφα, ένα εκ των οποίων κατέθεσε στο Δικαστήριο - Τεκμήριο
- M.K.7 κατέθεσε ο Α. Δxxxxxxxx (Τεκμήρια 19 και 20 οι δύο γραπτές καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία). Στην πρώτη του κατάθεση, την οποία έδωσε στις 17.06.2021, μεταξύ των ωρών 21:40-22:00, αναφέρει ότι κατά τις 07:30 μ.μ. οδηγούσε το αυτοκίνητο του, έχοντας συνοδηγό την κοπέλα του, με κατεύθυνση προς το χωριό Βxxxxxx. Από ύψωμα που υπάρχει πριν να εισέλθει στο χωριό είδε ένα άτομο να βγαίνει τρέχοντας από ένα σπίτι. Αυτός, ως εξήγησε στην αντεξέταση του, κατάλαβε ότι το άτομο τον αντιλήφθηκε. Το εν λόγω άτομο μπήκε βιαστικά στο αυτοκίνητο του, μάρκας mitsubishi χρώματος μαύρου, και ξεκίνησε να έρχεται προς την κατεύθυνση του, δηλαδή να βγαίνει από το χωριό. Στην είσοδο του χωριού συναντήθηκαν τα δύο οχήματα, και ως εξήγησε στην αντεξέταση του, πήραν και οι δύο άκρια επειδή ο δρόμος είναι πολύ στενός. Τότε είδε ότι τα νούμερα του αυτοκινήτου ήταν XXX αλλά δεν θυμόταν τους αριθμούς. Του έκανε δε εντύπωση ότι στην κάσια του άλλου αυτοκινήτου, που ήταν διπλοκάμπινο, υπήρχε ένα ψυγείο χρώματος άσπρου που, απ΄ ότι νομίζει, δεν ήταν καν δεμένο. Ο οδηγός ήταν ένας άντρας νεαρός, μελαχρινός με μακρύ σγουρό μαλλί. Απ΄ ότι νομίζει του έκανε νόημα, «γεια» με το κεφάλι του όταν περνούσε από δίπλα του. Γνωρίζει το άτομο αυτό γιατί το ξαναείδε στη διαδρομή που κάνει όταν πηγαίνει από τη Γxxxxxxx, όπου διαμένει, παίρνοντας περίπατο τα σκυλιά του, όπως έκανε και τη συγκεκριμένη ημέρα. Τις άλλες φορές που τον είδε οδηγούσε ένα mitsubishi Pajero, παλιό του 1990, χρώματος βυσινί, δεν θυμόταν όμως τα νούμερα του. Προχωρώντας αυτός αφού πάρκαρε στο χωριό ούτε 100 μέτρα, περίπου, από το σπίτι που ανέφερε ότι είδε το άτομο να βγαίνει από μέσα τρέχοντας και που περίγραψε προηγουμένως, είδε να βγαίνει καπνός από το συγκεκριμένο σπίτι, το οποίο στη συνέχεια πήρε φωτιά. Δεν είχε τηλέφωνο μαζί του για να τηλεφωνήσει στην πυροσβεστική ή στην αστυνομία. Η κοπέλα του, που ήταν μαζί του, επίσης δεν είχε τηλέφωνο για να ειδοποιήσουν κάποιον. Δεν θυμόταν τα ρούχα που φορούσε ο άνδρας που είδε να απομακρύνεται από το σπίτι που κάηκε, περιέγραψε όμως ότι είναι ψηλός, αδύνατος και απ΄ ότι νομίζει έχει σχέση με μία μάντρα με ζώα εκεί δίπλα. Στη δεύτερη του κατάθεση την οποία έδωσε την επόμενη μέρα, 18.06.2021, ο Μ.Κ.7 αναφέρει ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει την απόσταση που είδε τον άντρα που περιέγραψε στην πρώτη του κατάθεση. Επίσης διόρθωσε ότι δεν τον είδε να βγαίνει τρέχοντας από το σπίτι αλλά από την πλευρά του σπιτιού να τρέχει και να μπαίνει στο αυτοκίνητο του, το οποίο ήταν παρκαρισμένο μπροστά από το σπίτι. Σημείωσε ότι απέναντι από το σπίτι, 100 μέτρα περίπου απόσταση, αυτός ο άντρας έχει δεμένα ένα άλογο και ένα γαϊδούρι. Τον βλέπει συχνά σε διάφορα σημεία της περιοχής και απ΄ ότι γνωρίζει πρέπει να μένει στην περιοχή. Παρόλο που όταν τον δει μπορεί να τον αναγνωρίσει δεν ήθελε να κληθεί να τον αναγνωρίσει σε αναγνωριστική παράταξη ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Ερχόμενος στην αστυνομία για συμπληρωματική κατάθεση είδε και αναγνώρισε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXX που είχε αναφέρει στην πρώτη του κατάθεση, αφού ήταν σταθμευμένο έξω από την αστυνομία, το οποίο φέρει αριθμούς εγγραφής XXX xx
- Κατά την προφορική του μαρτυρία ο μάρτυρας κατηγορηματικά ανέφερε ότι το πρόσωπο για το οποίο ομιλούσε στις δύο καταθέσεις του είναι ο κατηγορούμενος. Εξήγησε επίσης ότι είναι εκπαιδευτής καταδύσεων, διαμένει τον τελευταίο καιρό στη Γxxxxxxx και σχεδόν κάθε απόγευμα έπαιρνε τους δύο σκύλους του βόλτα, στο χωριό Βxxxxx, μαζί με την κοπέλα του. Δεν γνωρίζει τον παραπονούμενο και την πρώην σύζυγο του ούτε και το γιο τους. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.7 ανέφερε πως δεν έπραξε οτιδήποτε μετά που είδε την πυρκαγιά επειδή ούτε αυτός ούτε η κοπέλα του είχαν μαζί τους κινητά τηλέφωνα, παρέμειναν δε στην περιοχή, με την κοπέλα του να χαϊδεύει τα ζώα, διότι ως αντιλήφθηκε ο χώρος γύρω από το σπίτι ήταν καθαρός και δεν υπήρχε κίνδυνος εξάπλωσης της πυρκαγιάς. Αρνήθηκε κατηγορηματικά υποβολές ότι είχε λόγο να εμπλέξει τον κατηγορούμενο προκειμένου να φύγουν οι υποψίες από το πρόσωπο του, επειδή ήταν στην περιοχή την ώρα που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, παραδέχθηκε ωστόσο ότι είναι με δυσκολία που πήγε να δώσει καταθέσεις στην αστυνομία, επειδή δεν θέλει να έχει «πάρε-δώσε με την αστυνομία», εξού και δεν ήθελε να εμπλακεί σε διαδικασία αναγνώρισης του κατηγορούμενου. Τον παρότρυνε όμως, ως ανέφερε, να καταθέσει στην αστυνομία, ο συμμαθητής του, δασοπυροσβέστης Χxxxxxx (Μ.Κ.4) που έφθασε στη σκηνή, τον οποίο είχε δέκα χρόνια να δει, και ο οποίος του ζήτησε να πει αυτά που είδε στην αστυνομία επειδή στο παρελθόν είχαν στραφεί οι υποψίες προς το Χxxxxx για άλλη πυρκαγιά σε άλλο υποστατικό του παραπονούμενου. Ο κατηγορούμενος στην ένορκη του κατάθεση (Τεκμήριο 21 γραπτή του δήλωση) προώθησε την εκδοχή του έναντι της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και προφανώς έναντι των προσαπτόμενων σε αυτόν κατηγοριών. Ως κατέθεσε είναι βοσκός, διατηρεί μάντρα ζώων η οποία βρίσκεται πάνω στον κύριο δρόμο Κxxxxxx - Βxxxxxxx, στη δεξιά πλευρά, περίπου στη μέση της απόστασης αλλά πιο κοντά στην Κxxxxxxx. Έχει δύο αυτοκίνητα, ένα Mitsubishi Pajero και ένα Mitsubishi διπλοκάμπινο. Το Pajero είναι βυσσινί και το διπλοκάμπινο είναι γκρίζο με μαύρο καπό και καμπίνα. Τα γυαλιά του διπλοκάμπινου του είναι μαύρα, με άδεια από την Αρχή Αδειών, γιατί τα μάτια μου έχουν ευαισθησία στο φως. Ως εκ τούτου δεν μπορεί κάποιος να δει από έξω ποιοι κάθονται μέσα στο αυτοκίνητο. Δήλωσε δε πως δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση, ούτε έκλεψε κάτι, ούτε έβαλε πυρκαγιά στο σπίτι του Εxxxxxx Πxxxxxx. Τον Αxxxxxx Δxxxxxxx δεν τον γνωρίζει. Για πρώτη φορά τον είδε στο Δικαστήριο και όλα όσα είπε ο Δxxxxxxxx γι΄ αυτόν είναι ψέματα. Ουδέποτε συναντήθηκε μαζί του στο δρόμο. Ανέφερε περαιτέρω πως εδώ και ένα χρόνο περίπου είχε, στα Βxxxxxx, δύο γαϊδούρια και ένα άλογο. Τα ζώα ήταν πάντα δεμένα με μακρύ σχοινί και έβοσκαν. Κάθε δεύτερη ημέρα, το δείλις, όταν τέλειωνε από την περιποίηση των ζώων που είχε στη μάντρα του, πήγαινε στα Βxxxxxx και έβαζε νερό στα δοχεία των γαϊδουριών και του αλόγου για να πίνουν. Κάποτε τα μετακινούσε σε άλλη θέση που είχε πιο πολλά χόρτα. Συνεχίζοντας την εκδοχή του ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι, την επόμενη ημέρα που κάηκε το σπίτι στα Βxxxxxx, πήγαν στη μάντρα του δύο αστυνομικοί, ο ένας με πολιτικά και ο άλλος με στολή της αστυνομίας και του είπαν ότι ήθελαν να τον ρωτήσουν κάποια πράγματα. Αυτός τους είπε ότι δεν είχε πρόβλημα, και τους υπόγραψε και κάποιο χαρτί για να ελέγξουν τα ψυγεία του στη μάντρα. Τον ρώτησαν αν γνώριζε τον Εxxxxxxx Πxxxxxxx, τον παραπονούμενο, και αν έχει καμία συγγένεια μαζί του. Τους είπε ότι τον θυμάται από τον καιρό που ήταν μικρός, διότι πήγαινε στη μάντρα του και έπινε καφέ με τον παππού του και τη γιαγιά του. Τον ρώτησαν επίσης τι έκανε την προηγούμενη ημέρα το απόγευμα και αν πήγε στα Βxxxxxxx. Τους είπε ότι το δείλις μετά που μάντρισε τα ζώα και έβαλε τροφή στις ταΐστρες και νερό στις ποτίστρες, και αφού περιποιήθηκε τα μικρά ρίφια και τα αρνιά, φόρτωσε στο διπλοκάμπινο του ένα πλαστικό τάγκι νερού άσπρο, έβαλε νερό μέσα, το έδεσε με σιαμπάνι και πήγε στα Βxxxxxxxx όπου έβαλε νερό στα ζώα του (τα δύο γαϊδούρια και ένα άλογο) που ήταν δεμένα κοντά στο τζαμί. Τους εξήγησε ότι ένωσε το τάγκι με το νερό που ήταν στο διπλοκάμπινο με ένα λάστιχο και γέμισε την ποτίστρα του κάθε ζώου με νερό. Δεν έκανε πολλή ώρα στα Βxxxxxxx διότι έβαλε μόνο νερό στα ζώα. Όταν τέλειωσε με το πότισμα πήγε πίσω στη μάντρα του, έκανε μπάνιο και μετά πήγε στην Πάφο για να πάρει πετρέλαιο για το άλλο του όχημα, το Pajero, και να πιάσει τα τσιγάρα που καπνίζει και τους καφέδες που πίνει κάθε πρωί. Όταν βρισκόταν στα Βxxxxx δεν πήγε στο σπίτι που κάηκε ούτε πάρκαρε το αυτοκίνητο του μπροστά από αυτό. Τα ζώα του ήταν σε απόσταση από το σπίτι που κάηκε. Ο δρόμος που πήγε για να βάλει νερό στα ζώα του είναι αδιέξοδος και δεν έχει σχέση με το δρόμο που βρίσκεται μπροστά από το σπίτι που κάηκε. Δεν είδε κανένα αυτοκίνητο στη διαδρομή του όταν επέστρεφε από τα Βxxxxxx προς τη μάντρα του. Οι αστυνομικοί τον ρώτησαν επίσης αν είδε αυτοκίνητα να πηγαίνουν στα Βxxxxx και ειδικά ένα αυτοκίνητο Suzuki Jimny γκρίζο. Αυτός τους είπε ότι περνούν αυτοκίνητα προς τα Βxxxxxx αλλά δεν θυμόταν αν είδε αυτοκίνητο μάρκας Suzuki Jimny γκρίζο. Οι αστυνομικοί κοίταξαν στο δωμάτιο που κοιμάται, στα υποστατικά της μάντρας, στην αποθήκη στη μάντρα του παππού του και στην παράγκα καθώς και τα κλουβιά των σκύλων του. Τον ρώτησαν επίσης αν έχει πρόβλημα να έρθει κάποιος να δει τα ψυγεία του. Τους είπε να έρθουν όποτε θέλουν αλλά δεν πήγε κανένας. Μετά που κοίταξαν τη μάντρα και τα άλλα υποστατικά, ένας από τους αστυνομικούς του είπε ότι πρέπει να πάνε στην Πάφο για να τους δώσει κατάθεση. Δέχθηκε και ένας από τους αστυνομικούς μπήκε στο αυτοκίνητο του και πήγαν μαζί στην Αστυνομία της Πάφου. Όταν πήγαν στην Αστυνομία, στην Πάφο, τον έβαλαν σε κάποιο δωμάτιο και περίμενε αρκετή ώρα για να έρθει κάποιος να του πάρει κατάθεση. Μιλούσε με τους δύο αστυνομικούς που πήγαν στη μάντρα του αρκετή ώρα και μετά ο πιο μικρός αστυνομικός άρχισε να γράφει στο κομπιούτερ. Την ώρα που έγραφε τον ρωτούσαν και οι δύο αστυνομικοί διάφορα πράγματα και συνομιλούσαν. Όταν τέλειωσε το γράψιμο τους ρώτησε αν τελείωσαν για να φύγει και του είπαν να υπογράψει και μετά θα φύγει. Είχε εμπιστοσύνη στους αστυνομικούς και δεν είχε κανένα λόγο να ανησυχεί οπότε υπόγραψε την κατάθεση χωρίς να την διαβάσει. Περίμενε λίγη ώρα και τους ρώτησε αν τέλειωσε για να φύγει, όμως του είπαν ότι είναι υπό κράτηση και ότι θα τον μετέφεραν στα κρατητήρια της Πόλης Χρυσοχούς. Τότε ζήτησε για πρώτη φορά από τους αστυνομικούς, και αυτοί τον άφησαν, να τηλεφωνήσει στον πατέρα του. Ως περαιτέρω κατέθεσε, ο κατηγορούμενος, δεν έχει ρολόι ούτε είπε στους αστυνομικούς, που μίλησε μαζί τους, για συγκεκριμένη ώρα που πήγε στα Βxxxxxx το προηγούμενο δείλις (17.06.2021) ή που ήρθε στην Πάφο. Την ώρα την έγραψαν οι αστυνομικοί από μόνοι τους. Δεν είπε επίσης στους αστυνομικούς, που του πήραν κατάθεση, ότι το αυτοκίνητο του, Pajero, είναι μολυβί, διότι στην πραγματικότητα το αυτοκίνητο του είναι βυσσινί-βαθύ κόκκινο. Δεν είπε ακόμη στους αστυνομικούς πως όταν έφυγε από τα Βxxxxx είδε στο δρόμο ένα αυτοκίνητο Suzuki Jimny γκρίζο, με δύο άτομα μέσα να πηγαίνουν στα Βxxxxxx. Επιπλέον κατέθεσε ότι δεν θυμόταν αλλά μπορεί, πάνω στη σύγχυση του, να είπε στους αστυνομικούς ότι του τηλεφώνησε ο πατέρας του και του είπε ότι έχει πυρκαγιά στα Βxxxxxx και ότι θα ρωτούσε τον κοινοτάρχη της Σxxxxxxxx για να μάθει πού είναι η πυρκαγιά. Εκείνο που θυμόταν καλά ότι έγινε είναι πως πρώτα του τηλεφώνησε ο παππούς του λέγοντας του ότι έχει πυρκαγιά στα Βxxxxxx και μετά του τηλεφώνησε ο πατέρας του και του είπε ότι έχει πυρκαγιά στα Βxxxxxx και θα ρωτούσε να μάθει πού είναι για να δει αν κινδυνεύουν τα ζώα του. Τον πήρε σε λίγη ώρα και του είπε ότι ρώτησε και πως η πυρκαγιά αφορούσε ένα σπίτι. Τέλος δήλωσε ότι είναι αθώος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Α. Πxxxxx, πατέρας του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 16 η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία). Η μαρτυρία του συνίσταται στο ότι στις 17.06.2021 εργαζόταν στο λιμάνι Λεμεσού μεταξύ των ωρών 15:00-18:
- Κανονικά θα σχόλαζε η ώρα 23:00 αλλά επειδή δεν υπήρχε δουλειά έφυγε πιο νωρίς. Περί ώρα 18:15 πήγε στο σπίτι του στο Κxxxxxx, έπιασε κάποια πράγματα που ήθελε, και γύρω στις 19:00-19:15 πήγε στην Κxxxxxx. Άλλαξε ρούχα και πήγε να ταΐσει τα ζώα του. Ενώ βρισκόταν στη μάντρα άκουσε πυροσβεστική να έρχεται από τον Αxxxxxx προς τα Βxxxxx. Ύστερα από αυτό πήρε τηλέφωνο κάποιον φίλο του, Ηxxx, του οποίου ο πατέρας διαμένει στον Άxxx Γxxxx και τον ρώτησε τι συμβαίνει και αν βλέπει πυρκαγιά. Στη συνέχεια ο φίλος του, αφού έμαθε από άλλα πρόσωπα, τον πήρε τηλέφωνο και του είπε ότι η φωτιά είναι στα Βxxxxx. Μετά από αυτό τηλεφώνησε στο γιο του, κατηγορούμενο, περί ώρα 20:30, ο οποίος είχε πάει να βάλει πετρέλαιο στην Πάφο, και του ανέφερε ότι υπήρχε φωτιά στα Βxxxxxx και ότι ανησυχούσε για τα ζώα που έχει εκεί. Δεν πήγε στην εστία της φωτιάς, έμεινε να φροντίσει τα ζώα του. Κατέθεσε επίσης ότι ο γιος του, κατηγορούμενος, έχει δύο αυτοκίνητα, ένα διπλοκάμπινο και ένα Pajero. Το πρώτο έχει φιμέ τζάμια και όταν οδηγά το Pajero επειδή αυτό δεν έχει φιμέ τζάμια φορά γυαλιά μαύρα λόγω προβλήματος που έχει στα μάτια. Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Α. Δxxxxxx, προϊστάμενος στον Κλάδο Χωροταξίας και Χαρτογραφίας του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Παρουσίασε ο μάρτυρας σχέδια και αεροφωτογραφίες για την περιοχή των Βxxxxxx, εξηγώντας στη βάση των γνώσεων του, ως κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σε θέματα χωρομετρίας, χαρτογραφίας και ανάπτυξης συστημάτων πληροφοριών γης, το περιεχόμενο των εν λόγω σχεδίων και αεροφωτογραφιών - Τεκμήρια 23, 24 και
- Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι ευπαίδευτοι νομικοί εκπρόσωποι, της κατηγορούσας αρχής και του κατηγορούμενου, προώθησαν, διά των αγορεύσεων τους, τις θέσεις και τα επιχειρήματα τους προκειμένου να υποστηρίξουν τις εκατέρωθεν διαφορετικές και εκ διαμέτρου αντίθετες εισηγήσεις τους. Αναφέρθηκαν στα ζητήματα που εγείρονται μέσα από την παρούσα δίκη αναπτύσσοντας τις τελικές απόψεις τους. Δεν θεωρούμε ότι είναι χρήσιμο να επαναλάβουμε τις θέσεις των δύο πλευρών, τις ακούσαμε με προσοχή, τις διατηρούμε κατά νου και θα τοποθετηθούμε επί αυτών σε κατοπινό στάδιο, στο βαθμό που απαιτεί η αιτιολόγηση της παρούσας απόφασής μας. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ακούσαμε, με κάθε δυνατή προσοχή, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας, αλλά και τον κατηγορούμενο ο οποίος επέλεξε την ένορκη κατάθεση, ως εκ τούτου είχαμε την ευχέρεια να παρακολουθήσουμε τον τρόπο κατάθεσης και συμπεριφοράς τους (βλέπε ως σχετική την υπόθεση Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας όλων διενεργήθηκε έχοντας κατά νου το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων τους, την πιθανή ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην έκβαση της υπόθεσης, τις δυνατότητες που είχαν να αντιληφθούν τα όποια διαδραματισθέντα, το επίπεδο μνήμης και τους λόγους που είχαν να θυμούνται τα όσα κατέθεσαν. Ακόμη, τη σαφήνεια ή μη των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή μη, είτε αντιφάσεων, τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν ενώπιον μας. Έχουμε επίσης κατά νου τα λεχθέντα στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates ν. Α. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε πως «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας. Δεν είναι νοητός ο διαχωρισμός των κριτηρίων αξιοπιστίας ή αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα από τα πρακτικά της υπόθεσης που περιέχουν τη μαρτυρία του.» Ταυτόχρονα έχουμε επίγνωση πως, η υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων αποτελεί εγχείρημα που προφανώς ενέχει κινδύνους παραπλάνησης, συνεπεία προσποίησης ή υπόκρισης, συνεπώς θα πρέπει να αποφεύγεται. Στην υπόθεση Νικολάου ν Παπαϊωάννου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797 όπου πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, κατά την αξιολόγηση μαρτύρων, σε άμεσο και σταθερό λόγο αλλά και περί ήρεμης συμπεριφοράς μάρτυρα, το Εφετείο έψεξε την αναφορά αυτή και επισήμανε πως «Όσο όμως και αν τέτοια χαρακτηριστικά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους. Χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε αντιπαραβολή ή έστω αναφορά στην ποιότητα της μαρτυρίας του εφεσείοντα-εναγομένου η οποία δυνατόν να εμφορείτο και αυτή από τα ίδια χαρακτηριστικά.» Εμπειρικά αποδεικνύεται πως δεν είναι σπάνιο να προσέρχονται στο Δικαστήριο μάρτυρες, οι οποίοι έχουν την ικανότητα να προβάλλουν διαφορετική εικόνα γεγονότων από την πραγματική. Άλλωστε είναι ενδεχόμενο το περιεχόμενο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, όταν βρίσκεται στο εδώλιο, να είναι τέτοιο ώστε να μην προβάλλει αληθινό, χωρίς αυτός να εκπορεύεται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τέτοια περίπτωση αποτελούν μάρτυρες οι οποίοι διέπονται, λόγω του χαρακτήρα τους, από επιπολαιότητα η οποία δεν τους επιτρέπει να εντείνουν τη μνήμη τους και δεν καταβάλλουν προσπάθεια για ορθή αντίληψη των συμβάντων. Στις πλείστες περιπτώσεις η μαρτυρία τέτοιων μαρτύρων προβάλλει επισφαλής. Πέραν όμως των προαναφερόμενων διατηρούμε επίσης στο μυαλό μας ότι διαχρονικά έχει καταδειχθεί πως μια μαρτυρία ενδέχεται να είναι ψευδής ή να εμπεριέχει κινδύνους, αν γίνει αποδεκτή, όταν συνυπάρχουν σχέσεις φιλίας, επιθυμίας για εύνοια, οργής και μίσους, φιλοχρηματία, ιδιοτέλεια, φόβος αντεκδικήσεων ή και άσκηση ψυχολογικής βίας, οπότε απαιτείται ιδιάζουσα προσοχή κατά τη διεργασία της αξιολόγησης ώστε, κατά το ανθρωπίνως δυνατό, να διαπιστώνονται τα πραγματικά περιστατικά, κατά τη μέγιστη εγγύηση. Επιπρόσθετα σημειώνουμε πως ασκήσαμε το έργο της αξιολόγησης έχοντας λάβει υπόψη μας και σχετικές νουθεσίες οι οποίες διατυπώθηκαν στην υπόθεση Χρίστου ν. Ηροδότου
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 όπου, μεταξύ άλλων, επισημάνθηκε πως «Αναμφίβολα, πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατόν να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από την δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Με γνώμονα τις προαναφερόμενες νουθεσίες και κριτήρια αξιολόγησης προβαίνουμε στα πιο κάτω συμπεράσματα αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων και του κατηγορούμενου οι οποίοι, όλοι τους, κατέθεσαν ενώπιον μας ενόρκως. Κατευθύνοντας κατ΄ αρχήν την προσοχή μας στους αστυφύλακες Μ.Κ.1, 3, 5 και 6 επισημαίνουμε ότι προσεγγίσαμε τη μαρτυρία τους έχοντας κατά νου και σχετικές νουθεσίες τις οποίες από νωρίς η νομολογία μας, (βλέπε υπόθεση Volettos v. The Republic
(1961)1 C.L.R. 169), έχει διατυπώσει για την αξιολόγηση αστυνομικών οργάνων. Μέσα από το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους εξάγεται θετική εικόνα. Χαρακτηρίζουν τη μαρτυρία τους τέτοια στοιχεία που μας δημιούργησαν την πεποίθηση ότι οι προαναφερόμενοι μάρτυρες μετέφεραν στο Δικαστήριο, χωρίς οποιαδήποτε αλλοίωση, τα γεγονότα όπως αυτά περιήλθαν στην αντίληψη τους, κατά τον τρόπο που εξήγησαν, ανάλογα με το βαθμό που συμμετείχαν στις ανακρίσεις που διεξάχθηκαν για τη διαλεύκανση της παρούσας υπόθεσης ή και στη μεταφορά τεκμηρίων, τα οποία συλλέχθηκαν από την αστυνομία για σκοπούς εξετάσεων από κρατικά εργαστήρια ή τους εμπειρογνώμονες. Δεν εντοπίσαμε στοιχεία τα οποία να δικαιολογούν οποιαδήποτε επιφύλαξη μας ως προς την αλήθεια των λεγομένων τους ή την αντικειμενικότητα τους, είτε γενικότερα ως προς τον τρόπο δράσης και εμπλοκής τους. Αποδεχόμαστε ότι οι προαναφερόμενοι μάρτυρες με ειλικρίνεια και υπευθυνότητα έθεσαν ενώπιον μας κάθε ουσιώδες πραγματικό γεγονός, στην εξέλιξη του οποίου συμμετείχαν, χωρίς υπερβολή ή αχρείαστο ζήλο, με μόνο σκοπό την αναζήτηση της αλήθειας, κατ΄ επέκταση την υποβοήθηση του Δικαστηρίου στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη. Σημειώνουμε άλλωστε πως εκ μέρους του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης δεν τέθηκε ζήτημα ευθείας αμφισβήτησης της αξιοπιστίας των προαναφερόμενων μαρτύρων, κατά την αντεξέταση τους, παρ΄ ότι ο κατηγορούμενος με τη μαρτυρία του έθεσε υπό μία νεφελώδη αμφισβήτηση τη μαρτυρία κυρίως του Μ.Κ.3, θέμα με το οποίο θα ασχοληθούμε και σε κατοπινό στάδιο, και το οποίο, εν πάση περιπτώσει, για τους λόγους που εξηγούμε αμέσως πιο κάτω, δεν επηρεάζει και δεν ανατρέπει τη θετική εικόνα της αξιοπιστίας του Μ.Κ.3 ή των υπόλοιπων αστυνομικών. Κατά την ένορκη του μαρτυρία ο κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, (βλέπε Τεκμήριο 21) πως οι αστυνομικοί τον ρώτησαν κατά πόσο είχε πρόβλημα να πάει κάποιος να δει τα ψυγεία του και αυτός τους είπε να πάνε όποτε θέλουν, ωστόσο δεν πήγε ποτέ κανένας. Δεδομένου ότι ο Μ.Κ.3 μαρτύρησε ότι έγινε έρευνα στα υποστατικά και τη μάντρα του κατηγορούμενου αλλά και ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως (Τεκμήριο 21, παράγραφος 6) ότι «Οι αστυνομικοί εκοίταξαν στο δωμάτιο που κοιμούμαι, τα υποστατικά της μάντρας, την αποθήκη στην μάντρα του παππού μου και την παράγκα και τα κλουβιά των σκύλων μου» αδυνατούμε να αντιληφθούμε το υπονοούμενο για τις ενέργειες των αστυνομικών ή την έμμεση αμφισβήτηση του Μ.Κ.3, και δη πως υπήρξαν άλλοι χώροι που δεν ερευνήθηκαν με παράλειψη της αστυνομίας, οπόταν θα διαπιστωνόταν πως δεν υπήρχε οτιδήποτε κλεμμένο στα υποστατικά του, και συνεπώς θα πρέπει αυτό το στοιχείο να προσμετρήσει ως μη δίκαιη διεξαγωγή της διερεύνησης της υπόθεσης και τούτο σε βάρος του κατηγορούμενου. Σημειώνουμε ταυτόχρονα και την απουσία οποιασδήποτε σχετικής υποβολής κατά το χρόνο που κατέθεσε ο Μ.Κ.
- Το γεγονός άλλωστε ότι εντοπίζονται ή δεν εντοπίζονται κλοπιμαία αντικείμενα συνεξετάζεται με πολλές περιστάσεις οι οποίες αξιολογούνται. Ο μη εντοπισμός κλαπέντων δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε απόδειξη της εκδοχής του κατηγορούμενου. Συνακόλουθα των προλεγόμενων οι Μ.Κ.1, 3, 5 και 6 κρίνονται αξιόπιστοι και η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. H μαρτυρία του παραπονούμενου, Ε. Πxxxxx, ήταν σχετικά τυπική, αφού δεν εξάγεται από αυτή η εμπλοκή κάποιου προσώπου στις ενέργειες που προκάλεσαν την πυρκαγιά στο σπίτι του και την κλοπή από αυτό κάποιων αντικειμένων. Υπενθυμίζουμε πως αρχικά εξέφρασε υποψίες εναντίον της πρώην συζύγου του και του μεγαλύτερου γιου του, υποψίες στις οποίες η αστυνομία έστρεψε την προσοχή της χωρίς όμως να προκύψουν στοιχεία εναντίον τους. Υπήρξε αρκετά διαφωτιστικός για την κατάσταση της οικίας που ενοικιάζει, για την τοποθεσία όπου αυτή βρίσκεται καθώς και για την γύρω περιοχή. Διαπιστώνουμε δε πως η αξιοπιστία του δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Αποδεχόμαστε, κατ΄ ακολουθία των προλεγόμενων, τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη και αληθινή. Αξιόπιστο κρίνουμε και τον Μ.Κ.4, δασοπυροσβέστη, ο οποίος την 17.06.2021 βρισκόταν στην περιοχή «Τσολόνια» μεταξύ των χωριών Γxxxxxx-Σxxxxx-Αxxxx Φxxxxx, οδηγώντας το όχημα του κατευθυνόμενος σε κάποιο χωράφι του, οπότε αντιλήφθηκε καπνό στο χωριό Βxxxxx και ενημέρωσε τον υπεύθυνο του, στο Τμήμα Δασών. Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο μάρτυρας αυτός είναι συγγενικό πρόσωπο με την πρώην σύζυγο του παραπονούμενου, με την οποία ο τελευταίος έχει διαφορές και γι΄ αυτό την υποψιάστηκε κάνοντας σχετική αναφορά στην αστυνομία μετά την πυρκαγιά, ωστόσο δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε μέσα από τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 το οποίο να αποσκοπούσε σε εξυπηρέτηση της εκδοχής είτε της μίας είτε της άλλης πλευράς. Κάτι άλλο που θα μπορούσε να μας απασχολήσει είναι τυχόν εμπλοκή του Μ.Κ.4 στην πυρκαγιά, ωστόσο θεωρούμε πως θα ξεφεύγαμε από τους πραγματικούς προβληματισμούς και θα περνούσαμε στη σφαίρα της φαντασίας, δεδομένης και της μη προώθησης τέτοιας υπόθεσης. Μας προβλημάτισε βέβαια που δεν του λήφθηκε κατάθεση από την πρώτη στιγμή παρά μόνο λίγες μέρες πριν τη μαρτυρία του, παρ΄ ότι ήταν το πρώτο πρόσωπο που είδε από μακριά και εντόπισε καπνό στην οικία που κάηκε, και γι΄ αυτό ειδοποίησε τον υπεύθυνο του Τμήματος Δασών, ενώ ήταν και το πρώτο πρόσωπο που έφθασε κοντά στο σπίτι, εκτός βέβαια από τον Μ.Κ.7 που ήταν εκεί στην περιοχή μαζί με την κοπέλα του. Αποδίδουμε το γεγονός σε παράλειψη της αστυνομίας η οποία όμως είναι τέτοιας φύσης που δεν φαίνεται να επηρέασε την πορεία των ανακρίσεων ή τα δικαιώματα του κατηγορούμενου. Διαπιστώνουμε ακόμη πως η αξιοπιστία του δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης και η αντεξέταση του είχε διαφωτιστικό χαρακτήρα παρά αμφισβήτησης. Ενόψει των προλεχθέντων κρίνουμε πως πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα και ως εκ τούτου αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του. Ο Μ.Κ.7, Α. Δxxxxxxx, είναι το πρόσωπο που εντόπισε ο Μ.Κ.4 όταν έφθασε πρώτος στην περιοχή, όπου καιγόταν το σπίτι του παραπονούμενου, και ήταν σε απόσταση περίπου 100-150 μέτρων από αυτό μαζί με την κοπέλα του και χάϊδευαν τα ζώα που έβοσκαν εκεί, (άλογο και γαϊδούρια). Μετά από το περιεχόμενο της αντεξέτασης που υπέστη ο Μ.Κ.7, τα καίρια ερωτήματα που εγείρονται, είναι κατά πόσο (α) ο Μ.Κ.7 εμπλέκεται στην εκδήλωση της πυρκαγιάς, (β) είδε οτιδήποτε το οποίο σχετίζεται με εμπλοκή άλλου προσώπου και όμως προκειμένου να εξυπηρετήσει αλλότρια κίνητρα τρίτου προσώπου ή και ίδιο σκοπό, έδωσε την κατάθεση του με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, στην αστυνομία και στο Δικαστήριο και (γ) δεν είδε οτιδήποτε από αυτά που κατέθεσε και προκειμένου να στρέψει από πάνω του τυχόν υποψίες κατασκεύασε τα όσα κατέθεσε από την αρχή στην αστυνομία, οπότε για να γίνει πιστευτός θα έπρεπε να δώσει λεπτομέρειες για κάποιο υπαρκτό πρόσωπο κοντά στην περιοχή για το οποίο γνώριζε στοιχεία, όπως η περιγραφή του και το αυτοκίνητο του, δεδομένου ότι το είχε δει προηγουμένως, όπως τον κατηγορούμενο, όταν είχε ξαναπάει στην περιοχή ή στο χωριό Βxxxxx για περίπατο με την κοπέλα του και τα δύο σκυλιά του. Στην προσπάθεια μας να δώσουμε πειστικές απαντήσεις πρώτα στον εαυτό μας, κατ΄ επέκταση και έναντι των αναγκών της υπόθεσης, και δη της εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, έχουμε συνεκτιμήσει κατ΄ αρχήν ότι ενώπιον μας διαπιστώθηκε αναμφίβολα, πως ο Μ.Κ.7 είναι εντελώς άγνωστος με τον παραπονούμενο αλλά και με τον κατηγορούμενο, καθώς επίσης ως φαίνεται, και προς άλλα πρόσωπα, παράγοντες, των χωριών της περιοχής, ώστε να κατευθύνουμε τη σκέψη μας μήπως ήθελε να εξυπηρετήσει αλλότριο σκοπό τρίτου προσώπου ενοχοποιώντας τον κατηγορούμενο. Φρονούμε πως οι περιστάσεις που τέθηκαν ενώπιον μας δεν μας επιτρέπουν να δώσουμε συνέχεια σε τέτοια συζήτηση ή προβληματισμό, δεδομένης και της απουσίας υποβολής τέτοιας θέσης προς τον Μ.Κ.7 όταν αυτός αντεξεταζόταν. Περαιτέρω συνεκτιμήσαμε το γεγονός, που επίσης προέκυψε ενώπιον μας, ότι ο Μ.Κ.7 βρέθηκε εντελώς τυχαία στην περιοχή, ως φυσιολάτρης, με την κοπέλα του, έχοντας μαζί του τα δύο σκυλιά του, που ως μαρτύρησε αυτό έπραττε τον τελευταίο μήνα, οπότε μετακόμισε από την Πάφο στο χωριό Γxxxxxxxx που γειτονεύει με τα Βxxxxxx. Δεν παραγνωρίσαμε το γεγονός ότι ο Μ.Κ.7 δεν έκανε κάτι για να ειδοποιηθεί η αστυνομία ή η πυροσβεστική, όταν αντιλήφθηκε τη φωτιά, ωστόσο, η εξήγηση του ότι ούτε αυτός ούτε η κοπέλα του είχαν κινητό τηλέφωνο μαζί τους, και πως δεν κινδύνευε να εξαπλωθεί η φωτιά, επειδή περιμετρικά ήταν καθαρός ο χώρος, κάτι που επιβεβαιώνεται από τις φωτογραφίες, Τεκμήριο 18, μας ικανοποιεί πως η στάση του αυτή οφείλεται αποκλειστικά σ΄ αυτή την εξήγηση και όχι σε οποιοδήποτε άλλο λόγο, και κυρίως όχι σε δική του εμπλοκή στην εκδήλωση της πυρκαγιάς ή συγκάλυψη κάποιου άλλου προσώπου το οποίο να έθεσε τη φωτιά. Φρονούμε άλλωστε πως αν ίσχυε κάτι τέτοιο δεν θα παρέμενε στη σκηνή αλλά θα απομακρυνόταν με το αυτοκίνητο του και δεν θα είχε βεβαίως μαζί του ούτε την κοπέλα του, ούτε τα δύο σκυλιά του. Εξάλλου δεν ήταν η πρώτη φορά που οι δύο τους μετέβηκαν στην περιοχή, ως φυσιολάτρες, και έκαναν βόλτες, ως αναδύθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.7, με υποβολές βέβαια από την υπεράσπιση, ότι κυκλοφορούσε με σβηστά φώτα ενώ ήταν βράδυ, ζήτημα για το οποίο όμως δεν προέκυψε οτιδήποτε το οποίο να δικαιολογεί υποψίες ως προς το περιεχόμενο της μαρτυρίας του Μ.Κ.7, ο οποίος εξήγησε ότι αυτό μπορεί να συνέβαινε, δεν ήταν όμως εντελώς βράδυ και πως υπήρχε ακόμη φως. Σημειώνουμε δε πως η εν λόγω μαρτυρία του δεν αντικρούστηκε, και βέβαια ταυτόχρονα, η σχετική υποβολή της υπεράσπισης δεν υποστηρίχθηκε με μαρτυρία η οποία να θεμελιώνει, κατ΄ αρχήν ότι ο Μ.Κ.7 κυκλοφορούσε στην περιοχή οδηγώντας το αυτοκίνητο του με σβηστά φώτα υπό συνθήκες σκοταδιού και, κατά δεύτερο λόγο, ότι αυτό γινόταν με κάποιο τρόπο ο οποίος να εγείρει υποψίες ικανές να δημιουργήσουν αμφιβολία στο μυαλό μας, είτε σε σχέση με οποιαδήποτε εμπλοκή του στα ουσιαστικά γεγονότα της εκδήλωσης της επίδικης πυρκαγιάς, είτε γενικότερα με την αξιοπιστία του. Πρόκειται, θεωρούμε, για ανεπιτυχή, χωρίς στέρεο υπόβαθρο, προσπάθεια κλονισμού της αξιοπιστίας του Μ.Κ.
- Επιπλέον έχουμε διεξέλθει τη μαρτυρία του Μ.Κ.7 αναλογιζόμενοι ότι αυτή εμπλέκει ευθέως, χωρίς περιστροφές, τον κατηγορούμενο στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Με πλήρη επίγνωση του καθήκοντος μας σημειώνουμε πως η μαρτυρία του Μ.Κ.7 συνοδεύεται από τέτοια εχέγγυα, όπως ο αυθορμητισμός, η κατηγορηματικότητα, η ευθύτητα και χωρίς αναστολές, από ένα πρόσωπο το οποίο βρέθηκε μάρτυρας των όσων εξελίχθηκαν αφορώντα στην πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στην οικία του Μ.Κ.2, και ήταν εντελώς τυχαία χωρίς αλλότριο κίνητρο. Παρέμεινε σταθερός και συνεπής ο Μ.Κ.7 αφού δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε αντίφαση ή ταλάντευση στον άμεσο και ευθύ λόγο του. Μας απασχόλησε βέβαια το γεγονός ότι αρχικά δεν ήθελε να δώσει συμπληρωματική κατάθεση και δεν συμμετείχε, κατόπιν δικής του επιθυμίας, σε διαδικασία αναγνωριστικής παράταξης, που του ζητήθηκε από την αστυνομία, προκειμένου να υποδείξει το πρόσωπο που είδε την προηγούμενη μέρα, στις 17.06.2021, να περνά από δίπλα του οδηγώντας το διπλοκάμπινο όχημα, λέγοντας πως δεν ήθελε να έχει «πάρε-δώσε» με την αστυνομία. Βέβαια, ως αυτός αντιλαμβάνεται το θέμα, αν οι πολίτες αποφεύγουν να βοηθούν την αστυνομία, τότε, γίνεται κατανοητό πως, πολλά εγκλήματα θα παραμένουν ανεξιχνίαστα και οι δράστες ατιμώρητοι, με καταστροφικές συνέπειες για την οργανωμένη κοινωνία μας. Πρόκειται για λανθασμένη αντίληψη του Μ.Κ.7 που δεν κρίνουμε όμως ότι επιδρά αρνητικά επί της αξιοπιστίας του. Άλλωστε, θεωρούμε ότι είναι δύο ξεχωριστά ζητήματα, το ένα αφορά στις απόψεις του και το άλλο, στα γεγονότα, που αντιλήφθηκε και τα οποία μας ενδιαφέρουν. Επιπλέον, ούτε η λανθασμένη αντίληψη του Μ.Κ.7 ότι έχανε το χρόνο του στο Δικαστήριο, συνιστά, κατά την κρίση μας, υπόβαθρο το οποίο δικαιολογεί συμπέρασμα πως αυτός είναι αναξιόπιστο πρόσωπο. Εν μέρει όσον αφορά το στενό του προσωπικό συμφέρον ίσως να έχει δίκαιο, όχι όμως όσον αφορά το ευρύτερο συμφέρον της κοινωνίας, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το δικό του, αφού είναι μέλος αυτής της κοινωνίας. Προφανώς δεν θα ήταν αρεστό στον Μ.Κ.7 αν κάποιος ήταν μάρτυρας γεγονότων μιας πράξης που γινόταν σε βάρος του και όμως επέλεγε να μην καταθέσει στην αστυνομία για τους λόγους που αυτός επικαλέστηκε. Εν πάση όμως περιπτώσει σημειώνουμε πως αυτός το έπραξε, δίδοντας την πρώτη του κατάθεση πρόθυμα, έστω κατόπιν παρότρυνσης του Μ.Κ.4, πλην όμως ως αντιληφθήκαμε δεν ήθελε περαιτέρω ανάμιξη του, και ως κρίνουμε, όχι επειδή αυτά που κατέθεσε δεν ήταν αλήθεια ή ήταν φαντασιώσεις του, όπως του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του, και αυτός κατηγορηματικά και πειστικά απέρριψε, αλλά επειδή ήθελε να αποφύγει τη διαδικασία που θα ακολουθούσε στην πορεία η υπόθεση και η οποία απαιτούσε περαιτέρω συμμετοχή του. Επισημαίνουμε πως η προαναφερόμενη θέση της υπεράσπισης συσχετίστηκε μόνο με το ότι ο Μ.Κ.7 ήθελε να στρέψει από πάνω του τις υποψίες, λόγω του ότι εντοπίστηκε από τον Μ.Κ.4 κοντά στην περιοχή όπου κάηκε το σπίτι του Μ.Κ.
- Δεν έχουμε πεισθεί όμως πως η θέση αυτή έχει τη δυναμική που της απέδωσε η υπεράσπιση, αφού το γεγονός αυτό από μόνο του, δεδομένου ότι ο Μ.Κ.7 και η κοπέλα του βρίσκονταν περί τα 100-150 μέτρα από το σπίτι, το δε αυτοκίνητο του ήταν σταθμευμένο ακόμη πιο μακριά από το εν λόγω σπίτι που κάηκε, δεν αποτελεί άφευκτα και αναπόδραστα ένδειξη ή απόδειξη εμπλοκής του. Ταυτόχρονα αυτές οι περιστάσεις συνιστούν ικανό υπόβαθρο για να μαρτυρήσει οτιδήποτε περιήλθε στην αντίληψη του αφού βρισκόταν στην περιοχή. Επομένως δεν αποδεχόμαστε τη θέση της υπεράσπισης ότι ο Μ.Κ.7 είχε κάποιο λόγο να στρέψει σε άλλη κατεύθυνση τις έρευνες της αστυνομίας, και κυρίως να το πράξει με τόσο συγκεκριμένο τρόπο, σχεδόν «κατονομάζοντας» ουσιαστικά τον κατηγορούμενο, δίδοντας επαρκή περιγραφή του, κάνοντας μνεία πως διατηρούσε μάντρα εκεί κοντά, όπως επίσης έκανε και περιγραφή του οχήματος του με το οποίο πέρασε από δίπλα του αμέσως σχεδόν μετά, μισό έως ένα λεπτό, που για πρώτη φορά είδε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, κατά τον τρόπο που το αναγνώρισε έξω από το σπίτι που κάηκε, αλλά και περιγραφή έτερου οχήματος που κατείχε ο κατηγορούμενος, κάτι που επιβεβαιώθηκε κατά τη δίκη. Τα χαρακτηριστικά που έδωσε για τον κατηγορούμενο, όπως ψηλός, μελαχρινός με μακριά μαλλιά, είναι στοιχεία που συνάδουν με ό,τι αντικρίσαμε ενώπιον μας, παρ' ότι ο κατηγορούμενος είχε τα μαλλιά του δεμένα κότσο κατά τη δίκη, κάτι που ως κρίνουμε δεν αλλάζει την εικόνα, όπως και το γεγονός ότι ενώπιον μας κατά την ημέρα που κατέθεσε ο Μ.Κ.7 ήταν αξύριστος. Εν πάση περιπτώσει σημειώνουμε πως ο Κατηγορούμενος κατά την ένορκη κατάθεση του δεν μαρτύρησε πως δεν έχει ή δεν είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο τα χαρακτηριστικά με τα οποία τον περιέγραψε ο Μ.Κ.
- Κρίνουμε, εν κατακλείδι, επί του πιο πάνω θέματος, πως η «αδιαφορία» του Μ.Κ.7 να πράξει οτιδήποτε πιθανό θα έπραττε κάποιο άλλο πρόσωπο στη θέση του, όπως για παράδειγμα να μεταβεί με το αυτοκίνητο του στο πιο κοντινό χωριό και να φροντίσει να ειδοποιηθεί η αστυνομία ή η πυροσβεστική, οφείλεται αποκλειστικά στο χαρακτήρα του και στην κρίση της στιγμής υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ορθή κατ΄ αυτόν, λανθασμένη κατά την κρίση μας, και όχι στο ότι είχε κάποιο λόγο ή κίνητρο, ξένο προς την αλήθεια, ή, πολύ περισσότερο, να καλύψει δική του ενέργεια και εμπλοκή στην εκδήλωση της πυρκαγιάς ή και εμπλοκή οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Προσθέτουμε δε, πως, καθ΄ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του Μ.Κ.7, τόσο μέσα από το περιεχόμενο της όσο και από την όλη στάση και συμπεριφορά του, δεν αποκομίσαμε την άποψη ότι υπάρχει, έστω κάποια μικρή, πιθανότητα αυτός να εκδηλώνει συμπτώματα φαντασίωσης τα οποία να επηρέασαν την ικανότητα του να ανακαλέσει στη μνήμη του γεγονότα και να τα μεταφέρει γνήσια ως τα έχει αντιληφθεί. Αντίθετα ο Μ.Κ.7 είχε συγκροτημένη σκέψη και σαφήνεια στην έκφραση του, χωρίς να εντοπίσουμε κενά στο λόγο του. Επιπρόσθετα, παρατηρούμε πως η μαρτυρία του Μ.Κ.7, αναφορικά με τη δυνατότητα κάποιος, ο οποίος βρίσκεται στο τελευταίο ύψωμα πριν το χωριό Βxxxx, να έχει ορατότητα προς το χωριό και ειδικότερα προς το σπίτι όπου κάηκε, υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4, οι οποίοι δεν αμφισβητήθηκαν για την εν λόγω μαρτυρία τους, λέγοντας, και οι δύο, ότι η απόσταση από το ύψωμα προς το επίδικο σπίτι είναι λιγότερη από ένα χιλιόμετρο. Ο Μ.Κ.7 είπε περί το ένα χιλιόμετρο και ο Μ.Κ.2 έκανε λόγο για 600 μέτρα. Επομένως η θέση της υπεράσπισης ότι ήταν αδύνατο ο Μ.Κ.7 να δει το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και να το αναγνωρίσει από την ώρα που βρισκόταν στο τελευταίο ύψωμα πριν το χωριό Βxxxxx, απορρίπτεται, δεδομένου, και συνεκτιμούμενου, του γεγονότος πως ο Μ.Κ.7 δεν ανέφερε ότι επρόκειτο για το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου σε εκείνο το στάδιο, απλώς περιέγραψε τον τύπο του, εξηγώντας ότι και ο πατέρας του μάρτυρα είχε στο παρελθόν το ίδιο όχημα, άλλου βέβαια χρώματος, και γι΄ αυτό αναγνώρισε τον τύπο του. Η περιγραφή από τον Μ.Κ.7, ότι ο κατηγορούμενος ήταν κάτοχος και οδηγός έτερου αυτοκινήτου, Pajero, ως μοντέλο του 1990, από την αρχή στην αστυνομία, υποστηρίζει και τη μαρτυρία του Μ.Κ.7 ότι κατέχει γνώσεις περί των οχημάτων, έχοντας οικειότητα με μοντέλα κάποιων αυτοκινήτων. Προφανώς αυτές οι γνώσεις τον διευκόλυναν να αντιληφθεί τον τύπο, τη μάρκα και το μοντέλο του διπλοκάμπινου αυτοκινήτου του κατηγορούμενου, όταν αυτό βρισκόταν αρχικά έξω από το σπίτι που κάηκε και αργότερα πέρασε από δίπλα του και στη συνέχεια να το περιγράψει στην αστυνομία, βεβαιώνοντας ενώπιον μας ότι επρόκειτο για το συγκεκριμένο όχημα το οποίο είχε μετατροπές, που δεν ήταν εργοστασιακές. Ως χαρακτηριστικά ανέφερε «.είχε κάποια spoiler, κάποιες μετατροπές τις οποίες κατάλαβα..» «.έχει κάποια rims πιο ψηλά έχει φιμέ γυαλιά...», «.είναι ένα αυτοκίνητο μετατροπών», γεγονός που επιβεβαιώνεται μέσα από τις φωτογραφίες - Τεκμήριο 18 - δίδοντας και τα πρώτα νούμερα, χωρίς τους αριθμούς, του οχήματος στην αστυνομία. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου ότι ο Μ.Κ.7 περιέπεσε σε αντίφαση ως προς την αρχική μαρτυρία του, όταν έδωσε την πρώτη κατάθεση, λέγοντας πως είδε έναν άνθρωπο να βγαίνει από ένα σπίτι (το σπίτι που κάηκε) τρέχοντας και μπήκε βιαστικά στο αυτοκίνητο του και ξεκίνησε να κατευθύνεται προς αυτόν, ενώ την επόμενη μέρα, σε συμπληρωματική του κατάθεση, είπε ότι δεν τον είδε να βγαίνει τρέχοντας από το σπίτι αλλά από την πλευρά του σπιτιού να τρέχει και να μπαίνει στο αυτοκίνητο του, το οποίο ήταν παρκαρισμένο μπροστά από το σπίτι. Έχουμε αξιολογήσει την εν λόγω εισήγηση και την απορρίπτουμε. Η εξήγηση που έδωσε ο Μ.Κ.7, όταν αντεξετάστηκε επί του πιο πάνω περιεχόμενου, όχι μόνο δεν αποτελεί αντίφαση και δεν δημιουργεί αμφιβολίες για την αξιοπιστία του, αντίθετα την ενδυναμώνει αφού ως εξήγησε, ο αστυνομικός που του πήρε κατάθεση του είπε «σκέφτου το πολλά καλά τι θα πεις γιατί και λοιπά και η κατάθεση σου είναι καθοριστική και λοιπά» και ο μάρτυρας καταλήγει «εγώ θεωρώ ότι είναι από το σπίτι που έφευγε. Είπα να πω ότι πιθανόν να μην ήταν. Εμένα προσωπικά η άποψη μου ήταν έβγαινε από το σπίτι, αλλά λέω ότι θα μπορούσε να μην ήταν στο σπίτι που ήταν στο πίσω μέρος του σπιτιού που ανεβαίνει από την κύρια πόρτα, λίγο περισσότερο από ενάμιση μέτρο. Δεν είπα ότι δεν ερχόταν που τζείνη την κατεύθυνση.» Ό,τι αντιλαμβανόμαστε είναι πως η επίστηση του αστυνομικού, προς τον Μ.Κ.7, να ήταν προσεκτικός για αυτά που θα έλεγε, του δημιούργησε αυξημένη αίσθηση ευθύνης και προφανώς θέλοντας να είναι πλήρως ειλικρινής ένοιωσε το βάρος της ευθύνης για τα λεγόμενα του και έκανε την εν λόγω αναφορά στη συμπληρωματική του κατάθεση. Δεν αποδεχόμαστε ότι πρόκειται για αντίφαση και μάλιστα ουσίας ή εκδήλωση αβεβαιότητας σε σχέση με αυτό που ο Μ.Κ.7 αντιλήφθηκε. Ως εκ τούτου απορρίπτουμε τη σχετική εισήγηση της υπεράσπισης. Μας απασχόλησε επίσης το γεγονός ότι το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου εκτός από το μαύρο χρώμα που έχει στο πάνω μέρος της καμπίνας του και στο μπροστινό καπό, στα πλαϊνά υπάρχει και το γκρίζο χρώμα (βλέπε και φωτογραφίες 48-53 του Τεκμηρίου 18). Ο Μ.Κ.7 αντεξετάστηκε σθεναρά επί του θέματος. Είναι γεγονός πως το συγκεκριμένο αυτοκίνητο έχει δύο χρώματα, είναι μαύρο και γκρίζο, κάτι που και ο μάρτυρας αποδέχθηκε. Μας ικανοποίησαν όμως τα λεγόμενα του, εξηγώντας μας το λόγο που στο δικό του μυαλό το έχει κατατάξει ως μαύρο. Άλλωστε, όταν ο Μ.Κ.7 το αντιλήφθηκε για πρώτη φορά από απόσταση και από το ύψωμα προφανώς είναι το μαύρο χρώμα που κυριάρχησε στην αντίληψη του βλέποντας το πάνω μέρος που είναι μαύρο. Δεν θεωρούμε πως πρόκειται για ζήτημα το οποίο δικαιολογεί αμφιβολία ή επιφύλαξη στην αξιοπιστία του Μ.Κ.7 ή αντιφατική περιγραφή του οχήματος του κατηγορούμενου και απορρίπτουμε τη σχετική θέση της υπεράσπισης. Προεκτείνοντας τη σκέψη μας ώστε να είμαστε απολύτως βέβαιοι, κατά το ανθρωπίνως δυνατό βέβαια, ότι ο Μ.Κ.7 είναι ένας ανεξάρτητος και αντικειμενικός μάρτυρας, διερευνήσαμε ακόμη τυχόν ύπαρξη σχέσης του με τον παραπονούμενο, Μ.Κ.2, λόγω ενδεχόμενης γνωριμίας τους, ή της περιοχής καταγωγής τους, πλην όμως δεν αναδύθηκε κάτι το ύποπτο, ή ικανό εν πάση περιπτώσει, για περαιτέρω προβληματισμό μας, και προς τέτοια κατεύθυνση προκειμένου να το εντάξουμε στο υλικό αξιολόγησης της αξιοπιστίας του Μ.Κ.
- Σημειώνουμε παράλληλα πως ούτε εκ μέρους της υπεράσπισης προωθήθηκε τέτοια θέση, είτε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.7 είτε κατά την αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης, συνεπώς περαιτέρω ενασχόληση μας με τέτοιο ζήτημα κρίνουμε πως θα κινείτο σε επίπεδο αχρείαστης θεωρητικολογίας και της φαντασίας, μη βοηθητικής για την υπόθεση. Καταλήγουμε συνακόλουθα όλων των προαναφερόμενων λαμβανομένης υπόψη, και χωρίς να παραγνωρίζουμε, τη σοβαρότητα που απαιτεί η υπόθεση που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, πως ο Μ.Κ.7 δεν είχε, ως κρίνουμε, κανένα λόγο να δώσει κατάθεση στην αστυνομία με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και να το επιβεβαιώσει στη συνέχεια ενώπιον μας, αν τα όσα ευθαρσώς μαρτύρησε δεν ήταν η αλήθεια. Χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό ή επιφύλαξη αποδεχόμαστε τον Μ.Κ.7 ως ανεξάρτητο και ειλικρινή μάρτυρα, τη μαρτυρία του οποίου αποδεχόμαστε πλήρως ως αξιόπιστη. Υπενθυμίζουμε σ΄ αυτό το στάδιο πως η εκδοχή του κατηγορούμενου, όπως την εξέθεσε ενώπιον μας ενόρκως, επί της ουσίας της, συνίσταται στο ότι αυτός μετέβηκε στις 17.06.2021 το δειλινό, στο χωριό XXXXX, όπου παρέμεινε για λίγα λεπτά, ποτίζοντας με νερό τα ζώα του και έφυγε, και πως δεν συνάντησε τον Μ.Κ.7 ή άλλο πρόσωπο ή αυτοκίνητο να διακινείται, καθώς, και ότι δεν πήγε στο σημείο όπου βρίσκεται το σπίτι που κάηκε, αποδίδοντας γενικότερα, η υπεράσπιση, στον Μ.Κ.7 ότι τα όσα κατέθεσε, από την αρχή στην αστυνομία αλλά και στο Δικαστήριο, είναι ψεύδη, ως αποκυήματα της φαντασίας του, προκειμένου να στρέψει αλλού και όχι πάνω του τις υποψίες της αστυνομίας, κατασκευάζοντας σενάριο με το οποίο τοποθέτησε τον κατηγορούμενο στη σκηνή να τρέχει φεύγοντας με το όχημα του από το σπίτι που κάηκε. Με βαθύ προβληματισμό αξιολογήσαμε όλα τα δεδομένα που βρίσκονται ενώπιον μας. Φρονούμε πως η μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν είναι τέτοιας ποιότητας η οποία να μας παρέχει ασφαλές και στέρεο υπόβαθρο για να τη θεωρήσουμε αξιόπιστη και ως τέτοια να την αποδεχθούμε. Αντίθετα, για τους λόγους που εξηγούμε στη συνέχεια, η μαρτυρία του κατηγορούμενου μας δημιούργησε την εικόνα ότι αυτός δεν κατέθεσε την αλήθεια, αλλά κατασκεύασε την εκδοχή του, και ως εκ τούτου την απορρίπτουμε. Ασφαλώς δεν χρεώσαμε, ως αποδυνάμωση στην εκδοχή του κατηγορούμενου, καθετί που αυτός κατέθεσε, έστω και αν δεν μας ακούστηκε λογικό και για το οποίο είναι δυνατό να υποστηριχθεί, στη βάση της κοινής λογικής, αντίλογος. Αναφερόμαστε στο ζήτημα του κατά πόσο του τηλεφώνησε πρώτα ο παππούς του ή ο πατέρας του όταν βρισκόταν στην Πάφο βάζοντας πετρέλαιο στο όχημα του, και αν ο τελευταίος τον ενημέρωσε ότι είχε μιλήσει με τον κοινοτάρχη του χωριού Σxxxxxxx και του ανέφερε ότι η πυρκαγιά ήταν σε σπίτι στο χωριό Βxxxxx. Έχουμε επικεντρωθεί στον πυρήνα των περιστατικών μέσα από τα οποία αναδεικνύονται σημαντικές αδυναμίες και αντιφάσεις, οι οποίες είναι τέτοιας σημασίας που δεν μας επιτρέπουν να τις αγνοήσουμε, πολύ δε περισσότερο δεν μας επιτρέπουν να καταλήξουμε με ασφάλεια πως η εκδοχή του κατηγορούμενου είναι αξιόπιστη ή ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας. Η κατάληξη μας ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας και εκδοχής του κατηγορούμενου ενδεχομένως να είναι καταλυτικής σημασίας, για την έκβαση της υπόθεσης, ως εκ τούτου θεωρούμε ότι οφείλουμε να εξηγήσουμε επ΄ ακριβώς και με σαφήνεια την κρίση μας, παραθέτοντας, όσο πιο λεπτομερώς γίνεται, τους λόγους που μας προκάλεσαν βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια αλλά παρουσίασε, ενώπιον μας, μια κατασκευασμένη εκδοχή. Κάθετα αρνητικής εντύπωσης, κατ΄ αρχήν, κρίνουμε την εμφανή προσπάθεια του κατηγορούμενου να απαλλαγεί από το περιεχόμενο της κατάθεσης του, Τεκμήριο 9, ημερομηνίας 18.06.2021, την οποία έδωσε στην αστυνομία και με τη θέληση του υπέγραψε. Δεν μας έπεισε πως οι αστυνομικοί έγραψαν από μόνοι τους πράγματα τα οποία αυτός δεν τους είπε. Ειδικότερα, πως ουδέποτε αυτός αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες ώρες, αλλά ό,τι τους είπε είναι πως πήγε, γενικά, το «δείλις» της προηγούμενης ημέρας στο χωριό Βxxxxx. Κρίνουμε πως, ακόμη και αν δεχθούμε ότι ο κατηγορούμενος ανέφερε στον αστυνομικό που έλαβε την κατάθεση του ως ώρα 07:40 μ.μ. ή οκτώ παρά είκοσι και ο αστυνομικός έκρινε ορθό, λόγω συνήθειας, και έγραψε 19:40, δεν αποδεχόμαστε ότι ο εν λόγω αστυνομικός xxx3, Μ.Κ.3, που του πήρε την κατάθεση, έγραψε από μόνος του τη συγκεκριμένη ώρα αν ο κατηγορούμενος του είχε μόνο αναφέρει, γενικά, το δειλινό. Κάτι τέτοιο θεωρούμε πως αποτελεί πολύ σημαντική θέση και ισχυρισμό της υπεράσπισης, όπως και οι υπόλοιποι βέβαια ισχυρισμοί στους οποίους θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Κρίνουμε πως αν έτσι είχαν τα πράγματα, ήταν αναμενόμενο να υποβληθούν ανάλογες θέσεις ή σχετική αντεξέταση, όταν κατέθεσε ο αστυφύλακας xxx3, Μ.Κ.3, για να τοποθετηθεί. Κάτι τέτοιο ωστόσο δε διαπιστώνουμε να έγινε. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου, ότι οι αστυνομικοί από μόνοι τους έγραψαν στην κατάθεση του πράγματα που δεν είπε και ότι αυτός έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη σ΄ αυτούς την υπέγραψε, κρίνεται ανεδαφικός και προϊόν εκ των υστέρων σκέψης και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτός. Προφανώς έγινε εκ μέρους του κατηγορούμενου αντιληπτό πως με την εν λόγω κατάθεση του, Τεκμήριο 9, τοποθετούσε τον εαυτό του κοντά στη σκηνή της πυρκαγιάς κατά την ώρα που ο Μ.Κ.7 καθόρισε ότι τον είδε να εξέρχεται από την οικία τρεκτός και να εισέρχεται στο διπλοκάμπινο όχημα του, μαρτυρία η οποία για τον μέσο παρατηρητή και κριτή προβάλλει τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως ενοχοποιητική. Αυτή την εικόνα είναι που ήθελε ο κατηγορούμενος να αναχαιτίσει πλην όμως δεν πέτυχε. Επιπρόσθετα με τα προαναφερόμενα παραπέμπουμε στην ένορκη μαρτυρία του κατηγορούμενου, με την οποία κατέθεσε ότι αυτός δεν είπε στους αστυνομικούς πως το έτερο όχημα του, μάρκας Pajero, είναι χρώματος μολυβί, διότι, ως μαρτύρησε, το χρώμα του οχήματος αυτού είναι βυσσινί - βαθύ κόκκινο, καθώς επίσης ότι δεν είπε στους αστυνομικούς πως όταν έφευγε από το χωριό Βxxxxx είδε στο δρόμο ένα αυτοκίνητο Suzuki Jimny γκρίζο, με δύο άτομα εντός αυτού, το οποίο πήγαινε προς τα Βxxxxx. Επισημαίνουμε πως τα προαναφερόμενα αφορούν λεπτομέρειες οι οποίες καταγράφονται στην ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου, Τεκμήριο
- Ό,τι αφήνεται να νοηθεί ευθέως, ως κατανοούμε, είναι πως εκ μέρους της αστυνομίας και ειδικότερα του Μ.Κ.3 γράφτηκε το περιεχόμενο της κατάθεσης, τεκμήριο 9, κατά τρόπο δόλιο ουσιαστικά, προκειμένου να ενοχοποιηθεί ο κατηγορούμενος, ωστόσο επαναλαμβάνουμε πως εν τέλει ούτε ίχνος τέτοιας αντεξέτασης υπήρξε προς τον Μ.Κ.
- Επιπλέον σημειώνουμε πως ο κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση του, παλινδρομώντας βέβαια, ανάφερε πως με το μόνο που διαφωνούσε από την κατάθεση του, Τεκμήριο 9, ήταν στο θέμα του χρόνου και άρα άφησε να νοηθεί ότι τα υπόλοιπα τα ανέφερε. Για τους ίδιους λόγους που έχουμε εξηγήσει αμέσως προηγουμένως η θέση του κατηγορούμενου ότι αυτός δεν ανέφερε στον Μ.Κ.3 αυτά που αναγράφονται στην κατάθεση του, Τεκμήριο 9, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Επιπλέον, δεδομένης της απόρριψης της πιο πάνω θέσης του κατηγορούμενου προκύπτουν αντιφάσεις ουσιαστικές στην εκδοχή του, συγκρίνοντας το περιεχόμενο της κατάθεσης του, Τεκμήριο 9, με ότι προώθησε ενώπιον μας ενόρκως, αφού με την εκδοχή του, ως την έδωσε αρχικά στην αστυνομία, αποδέχεται τη συνάντηση των δύο οχημάτων, του δικού του και του Μ.Κ.7, στην είσοδο του χωριού Βxxxxx, ενώ στην ένορκη του μαρτυρία, την οποία, ως κρίνουμε, κατασκεύασε, δήλωσε πως δεν συνάντησε κανένα όχημα και πως πρώτη φορά είδε τον Μ.Κ.7, όταν ο τελευταίος μαρτύρησε στο Δικαστήριο, τον οποίο όμως, ως εντοπίζουμε, χαρακτήρισε, στο Τεκμήριο 9, τουρίστα μαζί με την κοπέλα του η οποία, ως είναι αναντίλεκτο, είναι αλλοδαπή, επομένως, παρενθεντικά, εφόσον ο αστυφύλακας XXXXX, Μ.Κ.3, γνώριζε ότι ο Μ.Κ.7 ήταν ελληνοκύπριος, ως ξεκάθαρα εξάγεται από την κατάθεση που ο τελευταίος είχε δώσει στην αστυνομία, Τεκμήριο 19, το ίδιο βράδυ μετά την πυρκαγιά, δεν θα χρησιμοποιούσε τη φράση «δύο τουρίστες», αν είχε πρόθεση να ξεγελάσει τον κατηγορούμενο και να τον ενοχοποιήσει διότι θα ήταν εύκολο να διαπιστωθεί. Πρόκειται θεωρούμε για αυθεντικά λεγόμενα του κατηγορούμενου όταν προφανώς δεν είχε υπόψη πλήρως την κατάθεση του Μ.Κ.7, ο οποίος τον είδε, πριν να συναντηθούν στην είσοδο του χωριού, ερχόμενος από την Κxxxxxx, από κάποιο υψόμετρο, ως αντιλαμβανόμαστε. Θεώρησε ο κατηγορούμενος πως επρόκειτο για κάποιον ξένο, τουρίστα, που δεν θα μπορούσε να τον αναγνωρίσει ή περιγράψει και να δώσει συγκεκριμένα στοιχεία γι΄ αυτόν, ως έπραξε ο Μ.Κ.
- Ταυτόχρονα φρονούμε πως ο κατηγορούμενος από εκείνο το πρώιμο στάδιο φρόντισε, μέσω της κατάθεσης του στην αστυνομία, ως προς την ώρα που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά να τοποθετήσει τον εαυτόν του στην Πάφο να βάζει πετρέλαιο, ήτοι η ώρα 19:40, συνεπώς δεν θα μπορούσε να ήταν και στα Βxxxxx για να βάλει φωτιά και να κλέψει οτιδήποτε. Παρατηρούμε όμως πως ο χρόνος των κινήσεων του στην Πάφο δεν συνάδει με την αποδεκτή και μη αμφισβητούμενη μαρτυρία του Μ.Κ.1, ο οποίος κατέθεσε ότι από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του περιπτέρου Centro διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν εκεί στις 20:36 με 20:
- Στη βάση δε της ίδιας τότε εκδοχής του κατηγορούμενου, που ανέφερε ότι στο εν λόγω περίπτερο, το οποίο βρίσκεται πίσω, πολύ κοντά, από το βενζινάδικο, και πως πήγε σε αυτό (το περίπτερο) αμέσως μετά που έβαλε πετρέλαιο, δεν μπορεί να ήταν στις 19:40 στο βενζινάδικο, ήτοι πενήντα λεπτά πιο πριν. Είναι δε χρήσιμο να σημειώσουμε πως εν τέλει ο κατηγορούμενος, αντεξεταζόμενος, σε υποβολή ότι «Επίσης, σου λέω κύριε Πέτρου, ότι στις 17 Ιουνίου του 2021, περί τις 7:00-7:30, εσύ, 7:00 παρά, γύρω στις 07:00 πάνω κάτω, εσύ είχες πάει στο χωριό Βxxxx» απάντησε «Μάλιστα, όπως είπα και στην κατάθεση μου πήγα το δείλις μετά που τέλειωσα που την μάντρα μου, έσασα τα ζώα και τους έβαλα νερό...», αποδέχεται ότι την κρίσιμη ώρα 7:00-7:30 μ.μ. βρισκόταν στο χωριό Βxxxxx το οποίο απέχει περί τα 38 χιλιόμετρα από την Πάφο, και προφανώς δεν μπορούσε εκείνη την ώρα να ήταν στην Πάφο και να βάζει πετρέλαιο, ισχυριζόμενος εξάλλου πως μετά τα Βxxxxxx πήγε και στα υποστατικά του και έκανε μπάνιο, έστω των πέντε λεπτών. Ούτε η απόσταση Κxxxxxx - Πάφου, δικαιολογεί να έγινε κάτι τέτοιο. Ταυτόχρονα παρατηρούμε πως ο χρόνος που ο Μ.Κ.7 προσδιόρισε ότι είδε τον κατηγορούμενο και στη συνέχεια ο τελευταίος εντοπίζεται να είναι στο περίπτερο Centro στην Πάφο, μετά που έβαλε πετρέλαιο, δεν δημιουργεί ερωτηματικά. Παρεμβάλλει χρήσιμο σ' αυτό το στάδιο να σταθούμε σε ένα ζήτημα που, παρ' ότι δεν ηγέρθηκε ευθέως από την υπεράσπιση, προβάλλει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης σχετιζόμενο με τη διερεύνηση της εκδοχής που έδωσε ο κατηγορούμενος, ανακρινόμενος από την αστυνομία (βλέπε ερώτηση 10, Τεκμηρίου 9), η οποία του έθεσε πως υπήρχε μαρτυρία ότι, στις 17.06.2021 η ώρα 19:30 θεάθηκε να τρέχει και να βγαίνει από το σπίτι του παραπονούμενου και ακολούθως να εισέρχεται στο αυτοκίνητο του και να εγκαταλείπει το μέρος. Η απάντηση του ήταν πως σε καμία περίπτωση έγινε αυτό το πράγμα, παραπέμποντας την αστυνομία να δει τις κάμερες του πρατηρίου καυσίμων στην Πάφο και πως εκείνη την ώρα βρισκόταν στην Πάφο. Είναι κοινός τόπος πως δεν μας αναφέρθηκε κατά πόσο η αστυνομία πήγε και ζήτησε να ελέγξει αν υπήρχαν κατ' αρχήν κάμερες στο πρατήριο καυσίμων και ποιο το περιεχόμενο τους. Το θέμα δεν διερευνήθηκε καθόλου, κατά τη δίκη, προκειμένου να διαφωτιστεί το Δικαστήριο. Ούτε εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ούτε εκ μέρους της υπεράσπισης υπήρξαν ερωτήσεις προς τον Μ.Κ.
- Δεν γνωρίζουμε συνεπώς ούτε αν πήγε η αστυνομία ούτε αν συμβαίνει οτιδήποτε άλλο μιας και στο διπλανό περίπτερο η αστυνομία πήγε και συνέλεξε στοιχεία τα οποία μας προσκομίστηκαν. Κρίνουμε πως η διαφώτιση μας περί του ζητήματος ήταν αναγκαία. Ωστόσο εν' όψει του ότι δεν μπορούσε ο κατηγορούμενος να ήταν στις 19:30 στο πρατήριο καυσίμων, επειδή ουσιαστικά ανέτρεψε αυτή του την εκδοχή στην αντεξέταση του, ως έχουμε εξηγήσει πιο πάνω, δεν θεωρούμε πως η μη διαφώτιση, ως προς το κατά πόσο διερευνήθηκε ή όχι και ποιο ήταν το αποτέλεσμα, σχετικά με την ώρα που ο κατηγορούμενος πήγε στο πρατήριο καυσίμων, επηρεάζει την πορεία της υπόθεσης και το αποτέλεσμα της αξιολόγησης ή των ευρημάτων μας αφού δεν θα ήταν δυνατό, για τους λόγους που εξηγήσαμε, να αποδειχθεί πως ο κατηγορούμενος ήταν στην Πάφο κατά την ώρα που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, ήτοι 19:30-19:40 και που ο Μ.Κ.7 τον είδε να απομακρύνεται από το χώρο. Επίσης, παρατηρούμε πως κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος, σε συνέχεια της γενικότερης προσπάθειας του να αποστασιοποιηθεί από το περιεχόμενο της κατάθεσης του, Τεκμήριο 9, πρόβαλε μαρτυρία η οποία αφενός δεν ήταν πειστική, αφετέρου ήταν κατασκεύασμα της στιγμής, γεγονός που πάλι μας δημιούργησε αρνητική εντύπωση. Πιο συγκεκριμένα, δεν μας έπεισε λέγοντας ότι δεν είπε στους αστυνομικούς συγκεκριμένη ώρα που πήγε στα Βxxxxx, επειδή δεν έχει μαζί του ρολόι και δεν χρησιμοποιεί πολύ το κινητό του, ή ότι δεν έτυχε ποτέ να κοιτάξει την ώρα στο κινητό του και δεν γνωρίζει καν αν η ώρα στο κινητό του είναι ορθή, αποκλείοντας έτσι το ενδεχόμενο να είπε στους αστυνομικούς που τον ανέκριναν ότι η ώρα 19:00, την 17.06.2021, πήγε στο χωριό Βxxxxxx ή ότι η ώρα 19:40 ήταν στο βενζινάδικο της ΕΚΟ στην Πάφο. Η αναφορά του πως μπορεί να είναι και λάθος η ώρα πάνω στο κινητό του και γι΄ αυτό δεν την κοιτάζει, αποτελεί κατασκεύασμα της στιγμής. Πρόκειται κατά την αντίληψη μας για ανεπιτυχή προσπάθεια να μας πείσει ότι ουδέποτε ανέφερε συγκεκριμένες ώρες στον αστυνομικό που τον ανέκρινε, πλην όμως για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει νωρίτερα, δεν αποδεχόμαστε πως ο Μ.Κ.3, που έλαβε την κατάθεση του κατηγορούμενου, έγραψε οτιδήποτε σ΄ αυτήν χωρίς να το αναφέρει ο τελευταίος. Έχει κατ' επανάληψη αναγνωριστεί ότι τα ψέματα ενός κατηγορούμενου, δεν συνιστούν κατ΄ ανάγκη ενισχυτική μαρτυρία, ωστόσο, κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις, είναι δυνατόν να αποτελέσουν τέτοια μαρτυρία εναντίον του. Ψέματα που λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο, είτε εντός είτε εκτός Δικαστηρίου, μπορούν να αποτελέσουν ενισχυτική μαρτυρία σε βάρος του, εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις οι οποίες έχουν καθοριστεί από τη νομολογία. Ειδικότερα, (α) το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο, (β) να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα, (γ) το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας (το Δικαστήριο πρέπει πάντα να έχει κατά νου ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του, είτε να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό) και (δ) το ψέμα να αποδεικνύεται είτε με παραδοχή είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα. (βλ Το Δίκαιο της Απόδειξης, (Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές) των Ηλιάδη και Σάντη, σελ. 505 κ.ε., R v. Loucas
(1981)2 All E.R. 1007, R v. Sharp
(1993)3 All.E.R. 224, R v. Bey
(1993)3 All E.R. 252, R v. Goodway
(1993)4 All.E.R. 897, Κωνσταντίνου v Δημοκρατία
(1999)2 Α.Α.Δ. 260, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 563 και Ξυδάς v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 807). Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω νομολογηθέντα κρίνουμε πως τα όσα ο κατηγορούμενος παρουσίασε ενώπιον μας ενόρκως, ως εκδοχή του, κυρίως ότι ουδέποτε είχε δει στο παρελθόν τον Μ.Κ.7 ή το αυτοκίνητο του, και ότι στις 17.06.2021, δεν πέρασε από δίπλα του κατά την είσοδο του χωριού Βxxxxxx, αλλά και ότι δεν είπε στους αστυνομικούς όσα καταγράφηκαν στην κατάθεση, Τεκμήριο 9, σχετιζόμενα με αυτά τα στοιχεία, αποτελούν ψεύδη, υπό την πιο πάνω έννοια, και ως εκ τούτου ενισχυτική μαρτυρία εναντίον του. Ειδικότερα κρίνουμε ότι ψευδώς ο κατηγορούμενος μαρτύρησε, ενώπιον μας, πως ουδέποτε είδε τον Μ.Κ.7 παρά μόνο στο Δικαστήριο όταν κατέθεσε ο τελευταίος, αφού δεν έχουμε πεισθεί ότι δεν είναι αλήθεια πως ανέφερε στην αστυνομία, στην κατάθεση του - Τεκμήριο 9 - στοιχεία αναφορικά με τον ΜΚ.7 και το αυτοκίνητο του και τα οποία διαπιστώνεται ότι συνάδουν με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του Μ.Κ.7. Δεν θεωρούμε πως πρόκειται για ψέμα άσχετο με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, αφού ο κατηγορούμενος έκανε συγκεκριμένη αναφορά σε αυτοκίνητο και πως πέρασε από δίπλα του δίδοντας λεπτομέρειες. Επομένως ο μόνος λόγος για τον οποίο ανέτρεψε αυτή του τη θέση δεν μπορεί να είναι άλλος από την προσπάθεια αποενοχοποίησης, όταν πλέον έγινε κατανοητό πως το περιεχόμενο της κατάθεσης του Μ.Κ.7, το οποίο υποστηρίχθηκε από τον τελευταίο και ενόρκως, οδηγά στην ενοχοποίηση του. Πρόκειται για ηθελημένα ψέματα τα οποία αφορούν σε ουσιώδες ζήτημα με επίγνωση για την ενοχή του και δεν διαφάνηκε να είχε άλλο λόγο να προβάλει τέτοια ψέματα, είτε από ντροπή είτε πανικό, είτε ακόμη και να προβάλει δίκαια την υπόθεση του, εξάλλου, παρατηρούμε πως δεν προωθήθηκε τέτοια θέση εκ μέρους της υπεράσπισης ή εξήγηση εκ μέρους του κατηγορούμενου, ως προς το λόγο που είπε αυτά τα ψέματα, αλλά αντίθετα απέδωσε, ανεπιτυχώς βέβαια, δόλιο και ψευδές περιεχόμενο στην κατάθεση του, Τεκμήριο 9, κατασκευασμένο από την αστυνομία, θέση την οποία όμως έχουμε απορρίψει, εξηγώντας πιο πάνω τους λόγους. Συνακόλουθα με όλα όσα έχουμε εξηγήσει πιο πάνω προκύπτει ενώπιον μας πως ο κατηγορούμενος δεν κατέθεσε την αλήθεια, αντίθετα επιχείρησε να την αλλοιώσει αποφεύγοντας να την αντικρίσει, προφανώς επειδή δεν είχε γνήσιο αντίλογο και κλονιστική εκδοχή έναντι των πραγματικών γεγονότων. Κρίνουμε τον κατηγορούμενο χωρίς ενδοιασμό αναξιόπιστο πρόσωπο. Όσον αφορά στη μαρτυρία του Μ.Υ.1, πατέρα του κατηγορούμενου, αποδεχόμαστε ότι κατέθεσε την αλήθεια για όσα γνώριζε. Ουσιαστικά, κατά την πολύ σύντομη αντεξέταση του, δεν αμφισβητήθηκαν ούτε η αξιοπιστία ούτε τα λεγόμενα του. Τον κρίνουμε αξιόπιστο και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του. Τέλος ως προς τον Μ.Υ.2, λειτουργό του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ομοίως κρίνουμε πως πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα, ο οποίος είναι ανεξάρτητος και δεν είχε λόγο να προσαρμόσει τη μαρτυρία του προκειμένου να εξυπηρετήσει οποιαδήποτε των δύο εκδοχών. Διαφαίνεται άλλωστε πως η αξιοπιστία του δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής. Πριν προχωρήσουμε στη διατύπωση των ευρημάτων μας θεωρούμε ότι η συμπλήρωση του έργου της αξιολόγησης θα επέλθει με την ενασχόληση του ζητήματος της αναγνώρισης του κατηγορούμενου, εκ μέρους του Μ.Κ.7, και της βαρύτητας που θα αποδώσουμε σ΄ αυτήν. Η μαρτυρία του Μ.Κ.7, ως γίνεται αντιληπτό μέσα από το περιεχόμενο της, καθίσταται καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης, αφού ο εν λόγω μάρτυρας υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που εμμέσως πλην σαφώς, έθεσε φωτιά στο σπίτι του παραπονούμενου αλλά και ότι έκλεψε από αυτήν ένα ψυγείο. Κρίνουμε δε χρήσιμο εφ΄ όσον ευθέως, μεταξύ άλλων τίθεται και θέμα αναγνώρισης, έστω και αν η υπεράσπιση κατά τη δίκη υπέβαλε στον Μ.Κ.7 ότι δεν είδε καθόλου στην περιοχή τον κατηγορούμενο, να αναφερθούμε στις αρχές που διέπουν το ζήτημα της αναγνώρισης. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2018, Part F Evidence, Section F18.1 (Evidence of Identification/Visual Identification/Identification Evidence and Identification Issues) υποδεικνύεται πως στις δίκες που διεξάγονται στη βάση κατηγορητηρίου που καταχωρείται στο κακουργιοδικείο, η κατηγορούσα αρχή δεν θα πρέπει να καλεί τους μάρτυρες να αναγνωρίσουν τον κατηγορούμενο για πρώτη φορά στο δικαστήριο. Ο συγκεκριμένος κανόνας είναι γνωστός ως ο κανόνας εναντίον της αναγνώρισης στο εδώλιο του μάρτυρα «rule against "dock identification"». Ο όρος «dock identification» είναι καλά γνωστό ότι αναφέρεται στην αναγνώριση του κατηγορούμενου για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της δίκης του (για παράδειγμα από ένα μάρτυρα ο οποίος δεν τον έχει προηγουμένως κατονομάσει ή αναγνωρίσει σε αναγνωριστική παράταξη). Τέτοια αποδεικτικά στοιχεία θεωρούνται από καιρό ως δυνητικά αναξιόπιστα, (Edwards v The Queen [2006] UKPC 23) ειδικά στην περίπτωση που ενώ ο μάρτυρας έχει αποτύχει να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο σε αναγνωριστική παράταξη, καλείται να προσπαθήσει να τον αναγνωρίσει στο δικαστήριο (Holland v HM Advocate [2005] HRLR 25, Lawrence v The Queen [2014] UKPC 2). Οι συμφυείς κίνδυνοι της αναγνώρισης στο δικαστήριο μπορεί να μην υφίστανται, όταν ο μάρτυρας αναφέρει ότι «το πρόσωπο που έχω ήδη αναγνωρίσει στην αστυνομία ως το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα είναι το πρόσωπο που στέκεται στο εδώλιο του κατηγορούμενου» (France v The Queen [2012] UKPC 28). Λόγω των προαναφερόμενων κινδύνων, στην Αγγλία, ο Γενικός Εισαγγελέας και το αρμόδιο γραφείο της Εισαγγελίας, (DPP) κατέληξαν ότι στις υποθέσεις που δικάζονται στη βάση κατηγορητηρίου που καταχωρείται στο κακουργιοδικείο, η κατηγορούσα αρχή δεν θα καλεί ένα μάρτυρα ο οποίος δεν έχει αναγνωρίσει προηγουμένως τον κατηγορούμενο σε αναγνωριστική παράταξη, να τον αναγνωρίσει στο δικαστήριο, εκτός εάν η παρουσία του μάρτυρα σε αναγνωριστική παράταξη δεν ήταν αναγκαία ή δεν ήταν πρακτικά εφικτή ή όταν υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Παρόλο που αυτό που συμβαίνει συνήθως (όταν δεν έχει προηγηθεί, αδικαιολόγητα, η διεξαγωγή αναγνωριστικής παράταξης) είναι ότι το δικαστήριο απαγορεύει τέτοια αναγνώριση κατά τη διάρκεια δίκης που διεξάγεται στη βάση κατηγορητηρίου που καταχωρείται στο κακουργιοδικείο, (Fergus
(1993)98 Cr App R 313) το κατά πόσο η αναγνώριση στο δικαστήριο παραβιάζει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, εξαρτάται πάντα από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς μια τέτοια διαδικασία δεν μπορεί να λεχθεί ότι είναι άδικη per se (Holland v HM Advocate [2005] HRLR 25, Young v The State [2008] UKPC 27, Tido v The Queen [2012] 1 WLR 115) (βλέπε σχετικά, Blackstone's Criminal Practice 2016, Part F Evidence, Section F18.6 - Dock Identification). Στο σύγγραμμα Blackstone΄s, Criminal Practice, 2009 (Section F.18) σελίδα 2685 και επόμενες, γίνεται εκτενής ανάλυση του θέματος της αναγνώρισης υπόπτων. Διατυπώνονται οι προβληματισμοί και οι σκέψεις που κατά καιρούς απασχόλησαν τη νομολογία με αποκρυστάλλωση πλέον των αρχών που διέπουν το ζήτημα. Ειδική αναφορά γίνεται στην υπόθεση rTunbull
(1977)Q.B. 224 δια της οποίας τέθηκαν αφ΄ ενός μεν καθοδηγητικές γραμμές, αφ΄ ετέρου δε συγκεκριμένες κατευθύνσεις, προς αποφυγή λαθών εκ μέρους των Δικαστηρίων. Η υπόθεση Turnbull έχει υιοθετηθεί από την Κυπριακή Νομολογία, ενδεικτικά γίνεται παραπομπή στις υποθέσεις Rossides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 391 και Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160. Στην Θεοδωρίδης ερμηνεύθηκε πως: «Στην υπόθεση Turnbull διαγράφονται οι κίνδυνοι από την εμφιλοχώρηση σφάλματος στην αναγνώριση υπόπτων και οι διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται για τον κατά το δυνατό αποκλεισμό λάθους. Ανάλογη καθοδήγηση παρέχεται και για την αξιολόγηση της μαρτυρίας αναγνώρισης υπόπτων και της σημασίας ενισχυτικής μαρτυρίας ως ασφαλιστικής δικλείδας για την αποφυγή λαθών που μπορεί να παρεισφρήσουν στην αναγνώριση.» Το ζήτημα της αναγνώρισης εξετάζεται στη βάση των κατευθυντήριων γραμμών που έθεσε η πιο πάνω νομολογία. Όσον αφορά στην υπόθεση R. v. Turnbull [1976] 63 Cr. App. Rep. 132 στην οποία γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ιωάννου
(2013)2 Α.Α.Δ 601, αποσαφηνίζεται ότι : «Κατ' αρχή θα πρέπει να επισημάνουμε ότι θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull, εγείρεται μόνο όταν η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου εξαρτάται, αποκλειστικά ή ουσιαστικά, από την αναγνωριστική μαρτυρία και η ορθότητα της εν λόγω μαρτυρίας αμφισβητείται από την υπεράσπιση................................................................................................................... Η υποστηρικτική μαρτυρία σε θέματα αναγνώρισης υπόπτων πρέπει να έχει προέλευση ανεξάρτητη από το μάρτυρα, τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να υποστηρίξει και ταυτόχρονα να τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους. Δεν εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών της Turnbull και κατ' επέκταση θέμα αναζήτησης υποστηρικτικής μαρτυρίας, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να δεχθεί ως αληθή και να στηριχθεί σ' αυτήν, την εκδοχή του μάρτυρα ότι όντως είδε το δράστη. Σε μια τέτοια περίπτωση το θέμα τελειώνει εκεί. Σε περίπτωση όμως, που ο μάρτυς, όντως είδε το δράστη και το ζητούμενο είναι η ορθότητα της αναγνώρισης του υπόπτου στο πρόσωπο του δράστη, τότε και μόνο τότε, εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull. Κοντολογίς, το θέμα είναι αποκλειστικά θέμα ποιότητας της αναγνωριστικής μαρτυρίας. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι ικανοποιητική σε βαθμό που το δικαστήριο αισθάνεται ασφαλές να στηριχθεί σ' αυτή χωρίς υποστηρικτική μαρτυρία, τότε δεν συντρέχει λόγος αναζήτησης τέτοιας μαρτυρίας. Αν όμως η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης είναι φτωχή, τότε το δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο, εφόσον άλλωστε, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εδράζεται αποκλειστικά ή ουσιαστικά επί της αναγνωριστικής μαρτυρίας, εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία, όχι κατ' ανάγκη αναγνωριστικής φύσης, η οποία τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους (βλ. Younnas
(2012)ENCA CRIM. 2022, στην οποία υιοθετήθηκαν πλήρως οι αρχές της Turnbull).Επομένως, δεν τίθεται θέμα υποχρέωσης ή μη του εκδικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου να αναζητήσει υποστηρικτική μαρτυρία, εφόσον, ούτως ή άλλως, τέτοια μαρτυρία, υπόκειται στη βάσανο της αξιολόγησης αφού αυτή αποτελεί μέρος του συνόλου της μαρτυρίας που κρίθηκε αξιόπιστη."». (Η υπογράμμιση είναι δική μας). Προκύπτει από τις αυθεντίες και τη νομολογία πως όταν τα Δικαστήρια βρίσκονται ενώπιον ζητήματος αναγνώρισης υπόπτου, η οποία αμφισβητείται, τότε θα πρέπει να καθοδηγούνται κύρια από τις πιο κάτω αρχές:
(1)Να προειδοποιούν εαυτούς για την ανάγκη προσεκτικής μελέτης της προσαχθείσας μαρτυρίας.
(2)Να καθοδηγηθούν ως προς το λόγο που καθίσταται αναγκαία η προσεκτική μελέτη της μαρτυρίας.
(3)Να λαμβάνουν υπόψη πως ένας πειστικός μάρτυρας είναι δυνατό να σφάλλει στο θέμα της αναγνώρισης και ότι υπάρχουν αρκετοί μάρτυρες οι οποίοι δυνατό να σφάλλουν.
(4)Να καθοδηγηθούν πως πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά και επισταμένα τις περιστάσεις στη βάση των οποίων έγινε η αναγνώριση (π.χ. ορατότητα, φωτισμός, απόσταση, διαθέσιμος χρόνος κατά την αναγνώριση, κ.λ.π.).
(5)Να εξετάσουν για οποιαδήποτε τυχόν αδυναμία στη μαρτυρία αναγνώρισης.
(6)Να διερευνήσουν και εντοπίσουν αν υπάρχει μαρτυρία η οποία πιθανόν να υποστηρίζει την αναγνώριση. Προχωρούμε στη βάση των προλεχθέντων καθοδηγήσεων και προειδοποιήσεων, ως αυτές έχουν διατυπωθεί στην υπόθεση Turnbull (ανωτέρω). Eπανερχόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, από την ενώπιον μας αξιόπιστη μαρτυρία, έχει προκύψει ότι ο Μ.Κ.7 παρ΄ ότι έδωσε αρκετές λεπτομέρειες για το πρόσωπο του κατηγορούμενου, αναφέροντας από την αρχή της κατάθεσης του συγκεκριμένα στοιχεία, έστω και αν δεν τον κατονόμασε αφού δεν γνώριζε το όνομα του, δεν ήθελε να αναγνωρίσει το εν λόγω πρόσωπο μέσα από αναγνωριστική παράταξη. Είναι επομένως προφανές, ότι, ενόψει της άρνησής του Μ.Κ.7, να κληθεί για να αναγνωρίσει το πρόσωπο για το οποίο έδωσε περιγραφή, δεν ήταν πρακτικά εφικτή η διεξαγωγή της αναγνωριστικής παράταξης, κάτι για το οποίο βέβαια δεν ευθύνεται η αστυνομία και οι ανακριτικές αρχές. Συνεπώς δεν είναι δυνατό να προκύπτει ζήτημα παραβίασης των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου εκ μέρους των ανακριτικών αρχών ή γενικότερα της κατηγορούσας αρχής. Ό,τι απομένει να εξετασθεί είναι για ποιο λόγο αρνήθηκε ο Μ.Κ.7 να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο σε αναγνωριστική παράταξη και αν αυτή του η επιλογή επιδρά επί της ποιότητας της μαρτυρίας του ή επί ουσίας της υπόθεσης. Κατά τη μαρτυρία του ο Μ.Κ.7 δεν έδωσε κάποια εξήγηση αφού δεν ρωτήθηκε ευθέως, ούτε κατά την κύρια εξέταση ούτε κατά την αντεξέταση, η απάντηση ωστόσο στο ερώτημα προκύπτει εμμέσως πλην όμως σαφώς μέσα από τα συφραζόμενα του στη συμπληρωματική του κατάθεση, Τεκμήριο 20, όπου ξεκάθαρα τοποθετείται πως όταν δει το πρόσωπο που περιέγραψε μπορεί να το αναγνωρίσει, εκφράζοντας όμως τη θέση ότι δεν ήθελε να κληθεί για να το αναγνωρίσει μέσω αναγνωριστικής παράταξης. Το επόμενο ερώτημα που γεννιέται ευθέως είναι γιατί αυτή η θέση και βούληση του Μ.Κ.
- Ως ήδη αναφέρθηκε δεν αντεξετάστηκε ευθέως επ΄ αυτού και δεν του υποβλήθηκε κάποια θέση. Το γεγονός βέβαια δεν μας απαλλάσσει από το καθήκον να διερευνήσουμε το θέμα προκειμένου να δοθεί πειστική εξήγηση ή εν πάση περιπτώσει, εξήγηση μη συνδεόμενη με τυχόν αβεβαιότητα του Μ.Κ.7 ως προς την αναγνώριση ή κάποιο κίνητρο ξένο προς την αλήθεια ή τη γνησιότητα αυτής. Ο λόγος τον οποίο έχουμε αποκομίσει είναι προφανώς επειδή δεν ήθελε περαιτέρω ανάμιξη στην υπόθεση, ως το επιβεβαίωσε και κατά την αντεξέταση του, λόγω της λανθασμένης βέβαια αντίληψης του για το καθήκον που έχει κάποιος πολίτης να συνεργαστεί με την αστυνομία ή και να προσφέρει τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο όταν κληθεί, ως έχουμε διαπιστώσει πραγματευόμενοι του θέματος νωρίτερα κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Μ.Κ.
- Προσθέτουμε δε και την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.5 ο οποίος ανέφερε πως προσπάθησε να εξηγήσει στον Μ.Κ.7 ότι η αναγνώριση θα γινόταν κατά τέτοιο τρόπο που δεν θα τον έβλεπε ο κατηγορούμενος ωστόσο δεν αποδέχθηκε. Κατά συνέπεια, υπό το φως αυτών των δεδομένων, δεν τίθεται θέμα αποκλεισμού της αναγνώρισής του κατηγορούμενου από τον Μ.Κ.7 στο δικαστήριο, όπου επιβεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι το άτομο για το οποίο έδωσε περιγραφή και λεπτομέρειες, περιλαμβανομένου του οχήματος που οδηγούσε την επίδικη ημέρα αλλά και άλλου οχήματος που τον είδε να οδηγά σε άλλη χρονική και ανύποπτη στιγμή. Παράλληλα διαπιστώνουμε πως οι πιο πάνω περιστάσεις, στη βάση των οποίων ο Μ.Κ.7 έδωσε στοιχεία περιγραφής του κατηγορούμενου, είναι τέτοιες που δικαιολογούν τη διάκριση της αναγνώρισης, αφού πρόκειται για άτομο που ο Μ.Κ.7 γνώριζε (recognition), από την αναγνώριση ατόμων που είναι άγνωστα (identification). Παραπέμπουμε προς υποστήριξη των προλεγόμενων στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σελ. 402, καθώς και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου κ.ά.
(2010)2 Α.Α.Δ. 94 όπου γίνεται συναφής ενασχόληση με το εν λόγω ζήτημα. Έχοντας συνεκτιμήσει τα προλεγόμενα, επί του θέματος της αναγνώρισης, θεωρούμε πως υπό τις περιστάσεις που τέθηκαν ενώπιον μας νομιμοποιούμαστε να δώσουμε βαρύτητα στην αναγνώριση του Μ.Κ.7, λαμβάνοντας υπόψη κυρίως και το γεγονός ότι ο Μ.Κ.7 έδωσε στοιχεία περιγραφής του κατηγορούμενου, ήτοι για τα χαρακτηριστικά του και ότι διατηρεί μάντρα κοντά στο χωριό Βxxxxxx, ότι οδηγούσε, εκτός από το διπλοκάμπινο όχημα του, και ένα άλλο όχημα Mitsubishi Pajero χρώματος βυσσινί, στοιχεία τα οποία αποδείχθηκαν αληθινά κατά τη δίκη, έχοντας στο μυαλό του αυτά τα στοιχεία πριν την επίδικη ημερομηνία, επομένως αυτά κατέστησαν πιο εύκολη αλλά και πιο ασφαλή την αναγνώριση του, όταν ο κατηγορούμενος πέρασε δίπλα του με το διπλοκάμπινο όχημα του, και υπό συνθήκες που του επέτρεπαν να τον αντιληφθεί. Δεν ήταν βράδυ και ήταν σε πολύ μικρή απόσταση χωρίς οποιοδήποτε εμπόδιο και με πολύ μικρή ταχύτητα. Δεν παραγνωρίσαμε την εισήγηση της υπεράσπισης, πως δεν ήταν δυνατό κάτι τέτοιο να συμβεί και να αναγνωριστεί ο κατηγορούμενος, αφού, λόγω προβλήματος στα μάτια που έχει ο τελευταίος, το διπλοκάμπινο όχημα του έχει φιμέ παράθυρα, οπότε ήταν αδύνατο ο Μ.Κ.7 να τον αναγνωρίσει. Έχουμε αξιολογήσει την εισήγηση πλην όμως δεν θεωρούμε πως δικαιολογείται η αποδοχή της. Την απορρίπτουμε, πρώτο, επειδή η εκδοχή του κατηγορούμενου ενώπιον μας δεν ήταν πως όντως πέρασε δίπλα από το αυτοκίνητο του Μ.Κ.7, και πως ο κατηγορούμενος είχε κλειστό το παράθυρο του οδηγού, το οποίο είναι με φιμέ τζάμι, αλλά η θέση του ήταν πως αυτό δεν έγινε ποτέ, δεύτερο, όταν ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε στην κατάθεση του - Τεκμήριο 9 που έδωσε στην αστυνομία - περί του γεγονότος της συνάντησης των δύο οχημάτων, που αυτή είναι η αλήθεια ως διαπιστώνουμε, πάλι δεν κατέθεσε ότι είχε κλειστό το παράθυρο του, και τρίτο, σημειώνουμε και παρατηρούμε πως, όταν ο Μ.Κ.7 κατέθεσε δεν του υποβλήθηκε από την υπεράσπιση τέτοια θέση, εξάλλου ο Μ.Κ.7 δεν κατέθεσε ότι είδε τον κατηγορούμενο μόνο μέσα από το παράθυρο του οδηγού. Προφανώς υπάρχει και το μπροστινό παράθυρο το οποίο δεν είναι φιμέ. Επισημαίνουμε πέραν των προαναφερόμενων και την κατηγορηματικότητα στην υπόδειξη, και χωρίς δισταγμό, από τον Μ.Κ.7, του κατηγορούμενου ως το πρόσωπο το οποίο περιέγραψε στις δύο καταθέσεις του, πολύ σύντομα μετά το συμβάν, όταν το ίδιο βράδυ που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά έδωσε κατάθεση στην αστυνομία, περιγράφοντας, όλα όσα αντιλήφθηκε κατά λεπτομερειακό τρόπο, και τα οποία οδήγησαν στη σύλληψη του κατηγορούμενου τον οποίο υπέδειξε ενώπιον μας με άνεση και χωρίς περιστροφές. Το γεγονός ότι ο Μ.Κ.7 είχε δει τον τελευταίο μήνα τον κατηγορούμενο περίπου πέντε φορές εκεί στην περιοχή του χωριού Βxxxxxx ενισχύει την αντίληψη μας ότι η υπόδειξη του κατηγορούμενου στο εδώλιο ως το πρόσωπο που περιέγραψε στις δύο καταθέσεις του δεν είναι προϊόν δεύτερης σκέψης ή λάθους. Ένα ακόμη στοιχείο το οποίο ενδυναμώνει, κατά την κρίση μας, την ορθότητα της αναγνώρισης του κατηγορούμενου είναι η, από την αρχή, αναφορά του Μ.Κ.7, στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ότι επί του διπλοκάμπινου οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος όταν πέρασε από δίπλα του, υπήρχε, στην κάσια αυτού, ένα άσπρο ψυγείο το οποίο ο Μ.Κ.7 περιέγραψε επαρκώς και ως φαίνεται συνάδει με το ψυγείο που ο παραπονούμενος κατέθεσε ότι κλάπηκε από το σπίτι του. Το γεγονός αυτό έχει τη δική του ξεχωριστή βαρύτητα, διότι όταν ο Μ.Κ.7 έδωσε την κατάθεση του δεν είχε ακόμη δώσει κατάθεση στην αστυνομία ο παραπονούμενος για να αναφέρει τι είχε κλαπεί, συνεπώς, υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν θα μπορούσε να ήταν επηρεασμένος ή καθοδηγούμενος, έστω άθελα, ο Μ.Κ.7, από τον αστυνομικό που έλαβε την κατάθεση του. Είναι δε επίσης σημαντικό, επί του ιδίου θέματος, του ψυγείου εντός του διπλοκάμπινου, να επισημάνουμε πως παρ΄ ότι ο Μ.Κ.7 αντεξετάστηκε και το περιέγραψε δεν του υποβλήθηκε πως αντί ψυγείου είναι ντεπόζιτο νερού που είδε, ως μαρτύρησε ο κατηγορούμενος ότι μετέφερε στο διπλοκάμπινο όχημα του για να ποτίσει τα ζώα του και όχι ψυγείο. Προσθέτουμε δε πως υπό αυτές τις περιστάσεις δεν νομιμοποιούμαστε να προβληματιζόμαστε μήπως και ο Μ.Κ.7 ενώ είδε κάποιο ντεπόζιτο νερού δεν πρόσεξε καλά και θεώρησε ότι επρόκειτο για ψυγείο, πολύ δε περισσότερο δεν μας είναι επιτρεπτό κάτι τέτοιο, όταν ο κατηγορούμενος δεν περιέγραψε ούτε το ύψος, ούτε το πλάτος ή γενικά το μέγεθος τέτοιου ντεπόζιτου ώστε να κατευθύνουμε τη σκέψη μας ότι τα χαρακτηριστικά του ήταν τέτοια που ενδεχομένως αυτή να ήταν η περίπτωση και να παρείσφρησε κάποιο λάθος. Τα πιο πάνω αναφερόμενα στοιχεία - σκέψεις μας, κρίνουμε πως αποτελούν εχέγγυο για την αναγνώριση την οποία ο Μ.Κ.7 έκανε για το πρόσωπο του κατηγορούμενου, την οποία κρίνουμε ως ορθή και αξιόπιστη. Κατ΄ επέκταση την αποδεχόμαστε ως τέτοια. Δεν θεωρούμε ότι συνυπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία να μας επιτρέπουν να την χαρακτηρίσουμε ως φτωχή αναγνώριση. Ως εκ τούτου δεν αισθανόμαστε ότι δικαιολογείται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας στο ζήτημα της αναγνώρισης. Αντίθετα κρίνουμε πως η μαρτυρία που διέπει την αναγνώριση του Κατηγορούμενου είναι τέτοιας ποιότητας και δεν αφήνει περιθώρια λάθους, έχοντας δε προηγουμένως προειδοποιήσει εαυτούς για τον κίνδυνο λανθασμένης αναγνώρισης, αφού η αναγνώριση δεν συνυπάρχει με άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία. Καταλήγουμε χωρίς οποιοδήποτε δισταγμό ότι νομιμοποιούμαστε να βασιστούμε με ασφάλεια στην αναγνώριση που προέβη ο Μ.Κ.7 χωρίς να αισθανόμαστε την ανάγκη για αναζήτηση και εντοπισμό ενισχυτικής μαρτυρίας. Παράλληλα όμως και παρά την προαναφερόμενη κρίση μας, η ύπαρξη τυχόν ενισχυτικής μαρτυρίας δεν μας εμποδίζει να την επισημάνουμε. Εξετάζοντας το σύνολο των στοιχείων που βρίσκονται ενώπιον μας φρονούμε πως τέτοια μαρτυρία συνυπάρχει. Πρόκειται για το ψευδές άλλοθι που πρόβαλε ο κατηγορούμενος, ως το έχουμε εντοπίσει και χαρακτηρίσει νωρίτερα, γεγονός που θωρακίζει την ορθότητα της κρίσης μας ότι, υπό τις περιστάσεις που τέθηκαν ενώπιον μας, πρόκειται για ποιοτική αναγνώριση. Παραπέμπουμε συναφώς στην αγγλική υπόθεση R. v. Long
(1973)57 Cr. App. R. 871 η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Τουμάζου ν. Αστυνομίας, ECLI: CY: AD: 2018: Β432, Ποινική Έφεση 166/2016, ημερομηνίας 05.10.2018. Ευρήματα: Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης προκύπτει ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα, τα οποία συνθέτουν την παρούσα υπόθεση, έχουν ως αυτά διατυπώνονται στη συνέχεια και αποτελούν τα ευρήματα μας, μαζί βέβαια με οποιαδήποτε μαρτυρία προκύπτει από αξιόπιστο μάρτυρα και την οποία δεν μνημονεύουμε συγκεκριμένα. Ο Μ.Κ.2 Ε. Πxxxxx παρ΄ ότι δεν διαμένει μόνιμα στο χωριό Βxxxxx, νοικίασε μία κατοικία, την οποία επιδιόρθωσε, στο εν λόγω χωριό. Σύμφωνα με παραδεκτό γεγονός πρόκειται για ισόγεια κατοικία, διαστάσεων 5 X 10 μέτρα, περίπου, με σκελετό και οροφή από ενισχυμένο σκυρόδεμα, οι τοίχοι είναι από τούβλα και το πάτωμα από μπετόν. Το χωριό Βxxxxx ανήκει στην επαρχία Πάφου και είναι ουσιαστικά εγκατελειμμένο χωρίς μόνιμους κάτοικους τα περισσότερα δε σπίτια είναι μισογκρεμισμένα. Οι δρόμοι εντός του χωριού είναι χωμάτινοι. Στις 17.06.2021 εκδηλώθηκε περί ώρα 20:00 πυρκαγιά στην προαναφερόμενη κατοικία που ενοικιάζει ο Πxxxx. Η πυρκαγιά έγινε αντιληπτή από περαστικό, τον δασοπυροσβέστη Χxxxxx Χxxxxxx (Μ.Κ.4) η ώρα 7.45 μ.μ. περίπου, (ως αυτός μαρτύρησε) που είδε καπνό και αμέσως ειδοποίησε την Πυροσβεστική Υπηρεσία, η οποία κατέφθασε στην κατοικία η ώρα 20:44 της ίδιας μέρας και κατάσβεσε την πυρκαγιά που βρισκόταν σε εξέλιξη μέσα σε υπνοδωμάτιο και στο καθιστικό της οικίας. Υποψίες του Μ.Κ.2, παραπονούμενου, που στρέφονταν προς την πρώην σύζυγο του και τον μεγαλύτερο γιο του, διερευνήθηκαν από την αστυνομία πλην όμως δεν οδήγησαν σε κάποιο αποτέλεσμα. Επίσης, σύμφωνα με παραδεκτά γεγονότα, από την πυρκαγιά και τη θερμότητα, κάηκαν δύο στρώματα που ήταν τοποθετημένα πάνω σε ένα ξύλινο και ένα μεταλλικό κρεβάτι, ένα ξύλινο κρεβάτι, δύο ξύλινα κομοδίνα, δύο ξύλινα ερμάρια ρούχων με είδη ρουχισμού και η ξύλινη πόρτα του υπνοδωματίου. Ένα μεταλλικό κρεβάτι, τρία μεταλλικά παράθυρα και το μεγαλύτερο μέρος της ηλεκτρικής εγκατάστασης έπαθαν σοβαρές ζημιές, ενώ τα γυαλιά των τριών παραθύρων και της μεταλλικής πόρτας εισόδου της οικίας έσπασαν. Από τον καπνό και τη θερμότητα η βαφή των τοίχων και της οροφής ολόκληρης της οικίας έπαθε σοβαρές ζημιές. Τελευταία φορά που επισκέφθηκε ο Πxxxxx την εξοχική του κατοικία ήταν περίπου τέσσερις μήνες πριν την 17.06.2021 και φεύγοντας έκλεισε τη θύρα εισόδου κλειδώνοντας την, ενώ διέκοψε την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος από τον διακόπτη (MCB) που βρίσκεται μέσα στο καθιστικό της οικίας. Στην κουζίνα της οικίας υπήρχε ένα ηλεκτρικό ψυγείο, μέσα στους πάγκους της κουζίνας ένα ηλεκτρικό τραπανάκι, ένας ηλεκτρικός κόφτης ξύλου και διάφορα εργαλεία, ένα φτυάρι, ένας κούσπος, δύο μεταλλικές σκαλωσιές και ένα αμάξι χειρός τα οποία μετά την πυρκαγιά δεν εντοπίστηκαν στον εν λόγω χώρο. Τη σκηνή της πυρκαγιάς επιθεώρησε λειτουργός του Τμήματος Η.Μ.Υ. Πάφου ο οποίος απέκλεισε το ενδεχόμενο η πυρκαγιά να προκλήθηκε από ηλεκτρική αιτία. Περαιτέρω και σύμφωνα με όσα καταγράφονται στις Παρατηρήσεις σχετικής έκθεσης - Τεκμήριο 1 - που ετοιμάστηκε, το περιεχόμενο της οποίας εγκρίθηκε ως παραδεκτά γεγονότα: «
(1)Η εστία της πυρκαγιάς εντοπίστηκε πάνω στο στρώμα που ήταν τοποθετημένο πάνω σε ξύλινο κρεβάτι μέσα στο υπνοδωμάτιο της οικίας.
(2)Η μεταλλική θύρα εισόδου της οικίας βρέθηκε στην ημιανοικτή θέση, η κλειδαριά της έφερε εμφανή σημεία παραβίασης και κομμάτι πολυκαρπονικού πλαστικού που ήταν κολλημένο στο σταθερό μέρος της θύρας, σε αντικατάσταση του γυαλιού, βρέθηκε κτυπημένο και αφαιρεμένο πάνω στο πάτωμα μέσα στο καθιστικό της οικίας.
(3)Οι πόρτες των ξύλινων ερμαριών και των πάγκων της κουζίνας βρέθηκαν στην ανοικτή θέση.
(4)Η μαγειρική συσκευή υγραερίου βρέθηκε μετακινημένη από την κουζίνα στο καθιστικό της οικίας.
(5)Δεν εντοπίστηκαν επιταχυντικά υλικά.
(6)Στο σημείο που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά δεν υπήρχε οτιδήποτε που θα μπορούσε να την προκαλέσει.» Το συμπέρασμα που προέκυψε μέσα από το Τεκμήριο 1, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών, παρατηρήσεων και ευρημάτων, και το οποίο αποτελεί εύρημα μας, είναι πως η φωτιά τέθηκε κακόβουλα από άγνωστο/α (τότε) άτομο/α. Επιπλέον ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης της προφορικής μαρτυρίας διαπιστώνεται πως ο Α. Δxxxxxx, Μ.Κ.7, διαμένει από τις αρχές Ιουνίου του 2021 στο χωριό Γxxxxxx το οποίο βρίσκεται κοντά στο χωριό Βxxxxxx. Στις 17.06.2021, κατά τις 07:30 μ.μ. ο Μ.Κ.7, οδηγούσε το αυτοκίνητο του, μάρκας Susuki Jimny χρώματος ασημί/μπεζ, (παραδεκτό γεγονός η μάρκα και το χρώμα του οχήματος), έχοντας συνοδηγό την κοπέλα του, με κατεύθυνση προς το χωριό Βxxxxxx, αφού προηγουμένως πέρασε από το χωριό Κxxxxxx. Το χωριό Κxxxxxx βρίσκεται σε μεγαλύτερο υψόμετρο από το χωριό Βxxxx. Από ύψωμα που υπάρχει, πριν ο Μ.Κ.7 εισέλθει στο χωριό Βxxxxx, σε απόσταση μικρότερη του ενός χιλιομέτρου σε ευθεία γραμμή, είδε ένα άτομο να βγαίνει τρέχοντας από το σπίτι στο οποίο εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, και μπήκε βιαστικά σε διπλοκάμπινο αυτοκίνητο μάρκας mitsubishi χρώματος μαύρου, όπως το περιέγραψε ο Μ.Κ.7, και ξεκίνησε να έρχεται προς την κατεύθυνση του, δηλαδή να βγαίνει από το χωριό. Η οπτική επαφή του Μ.Κ.7 με το εν λόγω διπλοκάμπινο χάθηκε λόγω δέντρων που υπήρχαν και σε μισό-ένα λεπτό περίπου το όχημα του Μ.Κ.7 συναντήθηκε με το διπλοκάμπινο όχημα στην είσοδο του χωριού πριν το σημείο όπου ανοίγονται δύο δρόμοι, που ο ένας οδηγεί στο σημείο όπου βρίσκεται το μουσουλμανικό τέμενος και ο άλλος οδηγεί προς το σπίτι που κάηκε (βλέπε Τεκμήρια 19, 23, 24, 25). Πήραν και οι δύο οδηγοί τις άκριες του δρόμου επειδή ο δρόμος είναι πολύ στενός. Στην κάσια του διπλοκάμπινου αυτοκινήτου, υπήρχε ένα ψυγείο χρώματος άσπρου που δεν ήταν δεμένο ή στερεωμένο. Ο οδηγός του διπλοκάμπινου ήταν ένας άντρας νεαρός, μελαχρινός με μακρύ σγουρό μαλλί. Ο Μ.Κ.7 γνώριζε το άτομο αυτό καθ΄ ότι το είδε και άλλες φορές στη διαδρομή που έκανε όταν πήγαινε από τη Γxxxxxxx όπου διαμένει, παίρνοντας περίπατο τα σκυλιά του, όπως έκανε και τη συγκεκριμένη ημέρα μαζί με την κοπέλα του. Τις άλλες φορές που ο Μ.Κ.7 είδε το εν λόγω άτομο οδηγούσε άλλο αυτοκίνητο, mitsubishi Pajero, παλιό του 1990, χρώματος βυσινί, του οποίου δεν θυμόταν όμως τα νούμερα. Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία και τη βαρύτητα που αποδώσαμε στην αναγνώριση που προέβη ο Μ.Κ.7, αποτελεί εύρημα μας πως το πρόσωπο που οδηγούσε το διπλοκάμπινο όχημα είναι ο κατηγορούμενος. Προχωρώντας ο Μ.Κ.7, μετά που ο κατηγορούμενος πέρασε από δίπλα του με χαμηλή ταχύτητα, πάρκαρε 100 μέτρα, περίπου, από το σπίτι που ανέφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο να βγαίνει από μέσα τρέχοντας, οπότε είδε να βγαίνει καπνός από το συγκεκριμένο σπίτι, το οποίο στη συνέχεια πήρε φωτιά. Ο Μ.Κ.7 δεν είχε τηλέφωνο μαζί του για να τηλεφωνήσει στην πυροσβεστική ή στην αστυνομία. Η κοπέλα του, που ήταν μαζί του, επίσης δεν είχε τηλέφωνο. Ο Μ.Κ.7 παρέμεινε στο σημείο μαζί με την κοπέλα του η οποία χάιδευε τα ζώα, ένα άλογο και δύο γαϊδούρια, μέχρι που έφτασε εκεί ο Μ.Κ.4, δασοπυροσβέστης, ο οποίος είχε αντιληφθεί τη φωτιά από ύψωμα που βρισκόταν και ειδοποίησε σχετικά το Τμήμα Δασών. Ο Μ.Κ.7 έδωσε κατάθεση στην αστυνομία την ίδια ημέρα, στις 17.06.2021, περί ώρα 21:40, δίδοντας, μεταξύ άλλων, περιγραφή των χαρακτηριστικών του κατηγορούμενου καθώς και του αυτοκινήτου του, διπλοκάμπινου, για τα πρώτα τρία νούμερα, XXX, όπως και ότι στην κάσια αυτού υπήρχε ένα ψυγείο. Την επόμενη μέρα ο Μ.Κ.7 κλήθηκε για συμπληρωματική κατάθεση οπότε πριν εισέλθει στο χώρο της αστυνομίας είδε και αναγνώρισε το όχημα XXX xx2 το οποίο ήταν σταθμευμένο έξω από την αστυνομία, λέγοντας στους αστυνομικούς πως αυτό ήταν το όχημα το οποίο την προηγούμενη ημέρα πέρασε από δίπλα όταν συναντήθηκαν στην είσοδο του χωριού με οδηγό τον κατηγορούμενο. Αποτελεί επίσης εύρημα μας ότι ο Μ.Κ.7 δεν γνωρίζει τον παραπονούμενο και την πρώην σύζυγο του ούτε και το γιο τους. Ο Μ.Κ.7 παρ΄ ότι του ζητήθηκε από την αστυνομία, να επιχειρήσει τυχόν αναγνώριση του προσώπου του κατηγορούμενου, ως υπόπτου τότε, μέσα από αναγνωριστική παράταξη, αρνήθηκε, παρ΄ ότι δήλωσε στην κατάθεση του πως αν ξαναέβλεπε το πρόσωπο που περιέγραψε, και το οποίο σύμφωνα με το διατυπωμένο ήδη εύρημα μας είναι ο κατηγορούμενος, μπορούσε να το αναγνωρίσει. Νομική πτυχή Σύμφωνα με βασική αρχή του δικαίου μας, σε ποινικές υποθέσεις, η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλέπε υποθέσεις Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 363 και Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1980)2 C.L.R. 102-119). Τα γεγονότα θα πρέπει να αποδειχθούν από την κατηγορούσα αρχή με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία (βλέπε Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 401). Αν στο τέλος της υπόθεσης προκύπτει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου, για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (βλέπε υποθέσεις Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτης Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97). Έχοντας κατά νου τις νομικές διατάξεις επί των οποίων βασίζεται το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, κρίνεται χρήσιμο να παρατεθούν στη συνέχεια τα Άρθρα 255, 292(α) και 315(α) του Κεφ. 154. Αναφορικά με το αδίκημα της κλοπής το Άρθρο 255 του Κεφ. 154 προνοεί ότι ότι: «255.—
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται µε δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκοµίζει οτιδήποτε που µπορεί να καταστεί αντικείµενο κλοπής µε σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη µόνιµα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγµατος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόµιµα, αν είναι θεµατοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, µε δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαµβάνει και το να αποκτά κατοχή— (
- i)µε τέχνασµα· (
- ii)µε εκφοβισµό· (iii) µε συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώµενου αποκτήθηκε µε τέτοιο τρόπο· (
- iv)µε ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης µπορεί να ανακαλυφθεί µε εύλογα διαβήµατα· (β) ο όρος "αποκοµίζει" περιλαµβάνει κάθε µετακίνηση οποιουδήποτε πράγµατος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειµένου όµως για πράγµα προσαρτηµένο, µόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς· (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαµβάνει και τον ιδιοκτήτη µέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγµατος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείµενο κλοπής.
(3)∆ύναται να είναι αντικείµενο κλοπής κάθε πράγµα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειµένου όµως για πράγµα προσκολληµένο σε ακίνητο µετά το διαχωρισµό του από τέτοιο ακίνητο.» Αναφορικά με το αδίκημα της διάρρηξης το Άρθρο 292(α) του Κεφ. 154 προνοεί: «
- Όποιος- (α) διαρρήχνει και εισέρχεται σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων ή σε κτίριο που χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας, με σκοπό διάπραξης κακουργήματος σε αυτό ή (β) ................................. είναι ένοχος του κακουργήματος της διάρρηξης και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Αν το ποινικό αδίκημα διαπράττεται κατά τη διάρκεια νύχτας, αυτό καλείται διάρρηξη κατά τη διάρκεια νύχτας, ο δε υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων.» Στο Άρθρο 4 του Κεφ. 154 ερμηνεύεται ο όρος «νύκτα» ή «κατά τη διάρκεια της νύκτας» ότι σημαίνει το χρονικό διάστημα μεταξύ των ωρών έξι και μισή το βράδυ και έξι και μισή το πρωί. Αναφορικά με το αδίκημα του εμπρησμού το Άρθρο 315(α) του Κεφ. 154 προνοεί: «
- Όποιος εσκεμμένα και παράνομα θέτει φωτιά- (α) σε οποιοδήποτε μηχανοκίνητο όχημα, κτίριο ή οικοδομή, αποπερατωμένο ή όχι ή (β) ................................. (γ) ................................. (δ) ................................, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων στην περίπτωση του κακουργήματος που προβλέπεται στις παραγράφους (α), (β) και (δ) και σε φυλάκιση είκοσι χρόνων στην περίπτωση του κακουργήματος που προβλέπεται στην παράγραφο (γ).» Συμπεράσματα: Έχοντας παραθέσει τα ευρήματα μας και τη νομική πτυχή, που διέπει τις τρεις επίδικες κατηγορίες, ό,τι απομένει είναι η ετυμηγορία του Δικαστηρίου και της δικανικής του κρίσης, στο καίριο ερώτημα αν η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Πριν οδηγηθούμε στα τελικά συμπεράσματα μας ασφαλώς έχουμε συνυπολογίσει το ερώτημα το οποίο έθεσε στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, και δη, τι κίνητρο είχε ο κατηγορούμενος να προβεί στη διάπραξη των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει. Είναι γεγονός πως αν μέσα από τα γεγονότα κάποιας υπόθεσης αναδύεται κίνητρο, για διάπραξη αδικήματος, τότε αυτό καταγράφεται, και είναι δυνατό να αποτελέσει στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας, ως εξηγείται στην υπόθεση Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102, ωστόσο επισημαίνουμε πως το κίνητρο δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο σε καμία από τις επίδικες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, συνεπώς δεν απαιτείται η απόδειξη του. Κατ΄ επέκταση δεν αποτελεί υποχρέωση για ενασχόληση μας με τέτοιο ζήτημα ώστε να συμπεράνουμε την ύπαρξη ή μη και ποιο ήταν το κίνητρο του κατηγορούμενου. Εκ των πραγμάτων και ευρημάτων μας ο κατηγορούμενος θεάθηκε, σημειωτέον να φεύγει τρεκτός, πλησίον και έξω από το σπίτι που κάηκε, και να εισέρχεται στο διπλοκάμπινο όχημα του που ήταν σταθμευμένο έξω από την εν λόγω οικία και αμέσως μετά, ήτοι μισό-ένα λεπτό περίπου, πέρασε δίπλα από τον Μ.Κ.7 ο οποίος συνεχίζοντας την πορεία του πάρκαρε περίπου 100 μέτρα από το σπίτι που κάηκε οπότε είδε καπνό να βγαίνει από το σπίτι και στη συνέχεια, πολύ σύντομα, εκδηλώθηκε η πυρκαγιά. Στο πλαίσιο διερεύνησης κάθε πτυχής που άπτεται της απόδειξης της υπόθεσης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, παρ' ότι ευθέως δεν υπήρξε εισήγηση από την πλευρά της υπεράσπισης, μας απασχόλησε και διερωτηθήκαμε μήπως κάποιο άλλο όχημα, όμοιο με το όχημα του κατηγορούμενου βρισκόταν, έξω από το σπίτι που κάηκε και ο κατηγορούμενος απλά να πέρασε, δίπλα από τον Μ.Κ.7, παρ΄ ότι δεν ήταν αυτό μέρος της εκδοχής του, ερχόμενος από το σημείο που είπε ότι στάθμευσε το όχημα του, ενώ το «άλλο» όχημα να διέφυγε συνεχίζοντας το δρόμο, που περνούσε από το σπίτι που κάηκε, και ο οποίος οδηγεί εκτός του χωριού μέσω ποταμού, έστω και αν ακούσαμε μαρτυρία πως ο δρόμος αυτός είναι δύσκολος. Θεωρητικά, έστω απομακρυσμένα, κάτι τέτοιο, πιθανόν να μπορούσε ήταν δυνατόν να συμβεί, ωστόσο η παρουσία του ψυγείου στην κάσια του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου δεν αφήνει περιθώρια για οποιαδήποτε λογική, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία. Με την αναγκαία βεβαιότητα έχουμε καταλήξει πως τα ευρήματα μας, καθώς επίσης η κοινή ανθρώπινη λογική και εμπειρία, έχοντας κατά νου το χρόνο που ο κατηγορούμενος θεάθηκε να εγκαταλείπει τρεχτός την οικία του παραπονούμενου και σε πολύ λίγο χρόνο εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, δικαιολογούν συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που έθεσε τη φωτιά στην κατοικία του Μ.Κ.2, με ότι επακολούθησε σ΄ αυτή, ως εκ τούτου κρίνουμε πως στοιχειοθετήθηκε η κατηγορία
- Σημειώνουμε πως κανένα άλλο πρόσωπο θεάθηκε από τον Μ.Κ.7 στην περιοχή και στο εγκατελειμμένο ουσιαστικά και ερειπωμένο χωριό Βxxxxx, πλην του κατηγορούμενου, ώστε να ήταν επιτρεπτό να προβληματιστούμε μήπως άλλο πρόσωπο έθεσε την πυρκαγιά και ο κατηγορούμενος προέβη μόνο στην αφαίρεση του ψυγείου. Σημειώνουμε πως δεν παραγνωρίσαμε το γεγονός ότι ο Μ.Κ.4 μαρτύρησε πως κατά το χρόνο που είδε να βγαίνει καπνός στο χωριό Βxxxxx δεν είχε δει αυτοκίνητο να κινείται στην περιοχή. Αυτό θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αποδεικνύει πως ο κατηγορούμενος δεν ήταν εκεί την ώρα που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά. Η απάντηση στον εν λόγω πιθανόν ισχυρισμό δίδεται μέσα από τις συνθήκες που ο Μ.Κ.4 είδε τον καπνό και δη, ότι ο Μ.Κ.4, δεν ήταν συνεχώς σε ένα παρατηρητήριο με αποκλειστικό στόχο τον έλεγχο τυχόν διακίνησης οχημάτων, αλλά είναι στιγμιαία όταν κινείτο προς το χωράφι του, σε μία ευρύτερη περιοχή και εν πάση περιπτώσει ήταν μετά την εκδήλωση του καπνού από την πυρκαγιά. Εξάλλου δεν είναι μόνο το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου που δεν είδε, αφού ο κατηγορούμενος δέχεται ότι πήγε στην περιοχή, αλλά και του Μ.Κ.7, που ως διαφάνηκε μέσα από τη μαρτυρία του τελευταίου, η παρουσία του στην ευρύτερη περιοχή δεν αμφισβητήθηκε. Συνακόλουθα δεν παρέχεται έρεισμα για οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς τα ευρήματα μας αλλά ούτε και ως προς τα συμπεράσματα μας. Ο κατηγορούμενος προφανώς πριν εισέλθει στην κατοικία του παραπονούμενου την διέρρηξε, αφού εισήλθε σ΄ αυτήν για να θέσει την φωτιά αλλά και να κλέψει το ψυγείο που βρισκόταν στην κουζίνα, συνεπώς διέπραξε και το αδίκημα της κατηγορίας
- Σημειώνουμε πως ο παραπονούμενος μαρτύρησε ότι ο ίδιος είχε κατεβάσει το ψυγείο μόνος του, συνεπώς δεν βλέπουμε τυχόν αδυναμία του κατηγορούμενου, ο οποίος έχει και πιο δυνατό σωματότυπο ως διαπιστώσαμε και είναι και πολύ πιο νέος, να το μετέφερε και να το φόρτωσε στο διπλοκάμπινο του, συνεπώς διέπραξε και το αδίκημα της κατηγορίας
- Όσον αφορά στο αδίκημα της κλοπής (κατηγορία 3), δεδομένου ότι μόνο για το ψυγείο υπήρξε μαρτυρία και ανάλογο εύρημα, κρίνουμε πως δεν είναι επιτρεπτό να καταλήξουμε με ασφάλεια ότι ο κατηγορούμενος έκλεψε και τα υπόλοιπα αντικείμενα τα οποία περιγράφονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας
- Η κατοικία ήταν απομονωμένη σε ένα ακατοίκητο και ερειπωμένο χωριό. Είχαν περάσει τέσσερις μήνες από την τελευταία φορά που ο παραπονούμενος κλείδωσε την οικία του. Μαρτύρησε ακόμη ο παραπονούμενος πως στο παρελθόν, παρ΄ ότι είχε τοποθετήσει ενισχυτικά σίδερα στις πόρτες, δύο φορές κάποιοι τα είχαν σπάσει και έπαιρναν πράγματα από μέσα, και αυτός τα διόρθωνε. Ο Μ.Κ.7 μαρτύρησε πως δεν κοίταξε μέσα στην κάσια του οχήματος του κατηγορούμενου ώστε να βεβαιωθεί αν υπήρχαν ή όχι μέσα τα υπόλοιπα αντικείμενα που διαπιστώθηκε ότι απουσίαζαν από την οικία του παραπονούμενου, ως αυτός διαπίστωσε μετά την πυρκαγιά. Μπορεί και να υπήρχαν μέσα στο διπλοκάμπινο όχημα του κατηγορούμενου τα υπόλοιπα αντικείμενα, μπορεί και να μην υπήρχαν. Βεβαιότητα συνεπώς δεν είναι δυνατό να εξαχθεί. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και τα τρία αδικήματα που αντιμετώπισε, ως εκ τούτου κρίνεται ένοχος, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ως ανωτέρω. (Υπ).............. Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ. (Υπ).............. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Α.Ε.Δ. (Υπ).................. Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο