← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. KOSMIOV κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 557/22, 2/2/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. KOSMIOV κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 557/22, 2/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ.Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 557/22 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν.

  1. XXX KOSMIOV
  2. XXX POMITKINA Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 2 Φεβρουαρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ.Περγαντή Για τον Κατηγορούμενο 1: κος Κ.Σιαηλής Για την Κατηγορούμενη 2: κος Α.Αλεξάνδρου Κατηγορούμενοι παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν μεταξύ άλλων κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατοχής, απόκτησης και μεταφοράς πυρομαχικών κατηγορίας Α΄, κατοχής εκρηκτικών υλών, κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων, παράνομης κατοχής περιουσίας, διαρρήξεις κατοικιών κατά την διάρκεια της νύκτας, κλοπών από κατοικίες, κακόβουλης βλάβης, κλεπταποδοχής, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν εντός του έτους 2020 και Ιανουάριο του
  3. Μετά από σχετική διαδικασία οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν σε απευθείας δίκη στο Κακουργιοδικείο, το οποίο θα συνεδριάσει στην Πάφο. Η Κατηγορούσα Αρχή αιτήθηκε την κράτηση των κατηγορουμένων μέχρι την έναρξη της δίκης τους στο Κακουργιοδικείο. Ο μεν συνήγορος του κατηγορούμενου 1 δεν έφερε ένσταση στην κράτηση του ο δε συνήγορος της κατηγορούμενης 2 έφερε ένσταση. Ειδικότερα η Κατηγορούσα Αρχή για την κατηγορούμενη 2 επικαλέστηκε την πιθανότητα μη προσέλευσης της στη δίκη και την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων. Η κα Περγαντή αναφέρθηκε στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 2 οι οποίες είναι σοβαρές, στο μαρτυρικό υλικό το οποίο κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τεκμήριο Α΄ λέγοντας ότι με βάση αυτό υπάρχει η πιθανότητα καταδίκης της σε πολυετείς ποινές φυλάκισης. Περαιτέρω υποστηρίζοντας τον δεύτερο λόγο για την κράτηση της κατηγορούμενης 2 είπε ότι αυτή δεν έχει ποινικό μητρώο ούτε και εκκρεμούσες υποθέσεις εναντίον της. Επικεντρώθηκε στην αναφορά της μαρτυρίας που υπάρχει εναντίον της, ειδικότερα ότι κατά την έρευνα στην οικία των κατηγορουμένων ανευρέθηκε κλοπιμαία περιουσία η οποία αναγνωρίστηκε από τους ιδιοκτήτες τους οι οποίοι είχαν καταγγείλει τις διαρρήξεις από τις κατοικίες τους και τις κλοπές της περιουσίας τους από αυτές. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την κατηγορούμενη 2 έφερε ένσταση στην κράτηση της και ήταν η θέση του ότι από το μαρτυρικό υλικό τεκμήριο Α΄ δεν προκύπτει η πιθανότητα καταδίκης της παρά μόνο για την κατηγορία 8 της παράνομης κατοχής περιουσίας. Επίσης υποστήριξε ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να συνδέει την κατηγορούμενη 2 με την διάπραξη των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει. Ο κος Αλεξάνδρου είπε ότι ούτε και ο δεύτερος παράγοντας για τον οποίο η Κατηγορούσα Αρχή αιτήθηκε την κράτηση της δικαιολογείται και θα πρέπει να απορριφθεί. Επιπλέον αναφέρθηκε στις προσωπικές της συνθήκες δηλαδή ότι είναι ελληνικής καταγωγής, από το 2005 ευρίσκεται στην Δημοκρατία, είναι άνεργη και μητέρα 2 ανήλικων παιδιών. Δεν έχει αναφερθεί, ως είπε από την Κατηγορούσα Αρχή οποιοσδήποτε δεσμός της με άλλη χώρα και οι δεσμοί της με την Δημοκρατία είναι ισχυροί. Εισηγήθηκε δε, όπως αυτή αφεθεί ελεύθερη με όρους, ήτοι αυτή να εμφανίζεται καθημερινά σε Αστυνομικό Σταθμό και να παραδώσει τα ταξιδιωτικά της έγγραφα. Η κατηγορούμενη 2 δεν έχει οποιαδήποτε άλλη δυνατότητα είτε να καταθέσει μετρητά ως εγγύηση είτε με αξιόχρεο εγγυητή. Η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με αφετηρία βεβαίως την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση είναι μέτρο κατ΄εξαίρεση. Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο αποφασίζοντας ζήτημα κράτησης υπόπτου προσώπου μέχρι τη δίκη του οφείλει να έχει αφετηρία τη βασική αρχή ότι ο υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος εφόσον όπου τίθενται όροι που συμβάλλουν στην προσέλευση του κατά τη δίκη, αυτός συμμορφώνεται, (Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας

(1997)2 Α.Α.Δ. 109). Κράτηση ατόμου που δεν δικαιολογείται από τους παράγοντες που έχουν καθορισθεί από τη νομολογία αντιβαίνει το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο άλλωστε είναι άρρηκτα συνυφασμένο με την έννοια της δίκαιης δίκης, που, όπως λέχθηκε και στη Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790, αποτελούν δύο καλά θεμελιωμένες αρχές στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας, αλλά και στις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ( Χουσείν v. Δημοκρατίας, Ποινική έφεση 80/19, ημερ. 8.7.19, Ανδρονίκου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 159/18, ημερ. 4.4.18). Το Δικαστήριο κάθε φορά που καλείται να αποφασίσει κράτηση ατόμου ασκεί βέβαια διακριτική ευχέρεια στη βάση του Άρθρου 157
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, τέτοια δε ευχέρεια πρέπει να αποφασίζεται σε συνάρτηση με τα νομολογιακά κριτήρια και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Επειδή διατάγματα αυτής της φύσης επηρεάζουν την ελευθερία του ατόμου, η έκδοσή τους θα πρέπει να δικαιολογείται δικαστικά. Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου
(2001)2 Α.Α.Δ. 373, αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι, κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Ανάγκη περιορισμού του πολίτη πρέπει να διαπιστώνεται δικαστικά σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και να επιβάλλεται από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης (Ανδρέας Καραγιώργης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 92 και Μωϋσίδης ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ, 138 Η κράτηση ή μη ενός κατηγορούμενου εξετάζεται με αναφορά: (α) στον κίνδυνο μη προσέλευσής του στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο, ο οποίος καθορίζεται από τη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης, και το ενδεχόμενο επιβολής αυστηρής ποινής, (β) στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων, και (γ) στην πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Οι τρεις αυτοί λόγοι δεν είναι ανάγκη να συνυπάρχουν, αλλά, δύνανται, ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο, να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογούν την κράτηση (Ανδρονίκου (ανωτέρω)). Χρειάζεται ισοζυγισμένη στάθμιση όλων των παραγόντων και καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά. (Ανδρέου εναντίον Αστυνομίας,ποινική έφεση με αρ.129/20 ημερομηνίας 20.8.20 (υπόθεση ναρκωτικών). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν την εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του. Όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορούμενου να αποφύγει τη δίκη του. (Θεοδωρίδης κ.α. v Αστυνομίας, 2001, 2 ΑΑΔ, 139). Αναφορικά με τον κίνδυνο μη προσέλευσης, η σοβαρότητα των αδικημάτων προκύπτει από τις ποινές που προβλέπει ο νόμος. Βεβαίως υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες, τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξής τους σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Στην Κρασοπούλη και άλλοι εναντίον Δημοκρατίας, 2012, 2 ΑΑΔ, 450 ( φόνος εκ προμελέτης) αναφέρθηκε ότι: «πρωταρχικό μέλημα του δικαστηρίου είναι η διασφάλιση της παρουσίας του κατηγορούμενου στη δίκη όπου η παράσταση του κρίνεται επιβεβλημένη για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Ο πιθανός κίνδυνος διαφυγής υπόδικου υπολογίζεται στη βάση διαφόρων στοιχείων τα οποία συνθέτουν καθιερωμένους από τη νομολογία παράγοντες, η συρροή των οποίων δεν είναι απαραίτητη σε κάθε περίπτωση. (Βλ. Βασιλείου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Η σύμφυτη σοβαρότητα του αδικήματος του φόνου εκ προμελέτης, αυτοπροσδιοριζόμενη από την προβλεπόμενη στο νόμο ποινή της ισόβιας κάθειρξης καθώς και η εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχομένου καταδίκης των εφεσειόντων είναι οι παράγοντες που πρωτίστως λήφθηκαν υπόψη από το Κακουργιοδικείο και καθοριστικά συνέτειναν στην απόφαση για τη συνέχιση της κράτησής τους. Ενόψει τούτου ορθά κρίθηκε ότι ο κίνδυνος διαφυγής των εφεσειόντων είναι εξ αντικειμένου δυνητικά πραγματοποιήσιμος. Βεβαίως η απόφαση διαφυγής προς αποφυγή των συνεπειών πιθανής καταδίκης δεν είναι εύκολη όταν μάλιστα υπάρχουν ισχυροί δεσμοί οι οποίοι συνδέουν τον υπόδικο με τη χώρα του, τους ανθρώπους που έχει γύρω του και τον τόπο όπου μονίμως διαμένει. Από την άλλη όμως ένα τέτοιο ενδεχόμενο ποτέ δεν πρέπει να θεωρείται ως εντελώς απίθανο και να αποκλείεται. Όσο πιο σοβαρή είναι η ποινή που ενδεχομένως θα επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης τόσο πιο δυνητικά πραγματοποιήσιμος είναι ο κίνδυνος διαφυγής. Είναι αυτονόητο ότι εκεί όπου η προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή της ισόβιας κάθειρξης το ενδεχόμενο διαφυγής είναι ακόμη μεγαλύτερο εφόσον η σκέψη για διαφυγή μπορεί να επενεργήσει ως δέλεαρ αποφυγής της ισόβιας φυλάκισης. (Βλ. Θεοδωρίδης πιο πάνω και Χριστοδούλου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538.) Ακόμη παράγοντες που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο μεταξύ άλλων είναι εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με την χώρα στην οποία διώκεται καθώς και γενικότερα θέματα υγείας και οι δεσμοί ενός κατηγορουμένου προσώπου με τη Δημοκρατία έχοντας κατά νου το αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος ή υπόδικος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του, δυνατούς ή χαλαρούς, ανάλογα με τις προσωπικές του συνθήκες. Παρόλον που οι δεσμοί αυτοί δεν επενεργούν από μόνοι τους ως ασπίδα για το κατηγορούμενο πρόσωπο προς υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται, εν τούτοις εξετάζεται η ενδεχόμενη επίπτωση αυτών των δεσμών επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης κατά τη δίκη του. (Μαρκίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 50/17, ημερ.22.3.17, Κρίνος Θεοχάρους κ.α. v Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ, 48, Ψύλλας v Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 444, Γενικός Εισαγγελέας v Λουκάς Σιδερένιος κ.α ποινικές εφέσεις 73 -76/2008, ημερομηνίας 23.4.2008). Επίσης, τονίζεται για ακόμη μια φορά ότι τυχόν επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή ή επαγγελματική ζωή του υποδίκου δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Στις Abdurrahman Dogan και Οzay Dogan v. Aστυνομίας, Ποιν. Εφ. 311 και 312/15 ημερ. 1.12.15 παραπέμποντας σε σχέση με τον κίνδυνο φυγοδικίας στις Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, Μωυσίδης ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 131, Παρασκευά ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 607 και Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 130) ο οποίος εκτιμάται στη βάση των τριών αντικειμενικών κριτηρίων πιο πάνω, λαμβανομένων σοβαρώς υπόψη και των υποκειμενικών κριτηρίων δηλαδή των προσωπικών δεδομένων του υποδίκου και των δεσμών του με την Κύπρο λέχθηκε ότι εκεί δεν αμφισβητείτο ότι τα αδικήματα που καταλογίζονται στον εφεσείοντα είναι σοβαρά και γι΄ αυτά ο νομοθέτης προνοεί κατ΄ ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου. Ούτε μπορεί να αμφισβητηθεί το συμπέρασμα του Κακουργιοδικείου ότι από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του η πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα ήταν υπαρκτή και σε τέτοια περίπτωση το ενδεχόμενο επιβολής πολύχρονης ποινής φυλάκισης ορατό και ως εκ τούτου ικανοποιούνταν τα τρία αναγνωρισμένα από τη νομολογία αντικειμενικά κριτήρια. Κατά συνέπεια ορθώς το Κακουργιοδικείο έστρεψε την προσοχή του στο κατά πόσο οι υποκειμενικοί παράγοντες που συνέτρεχαν στην περίπτωση του εφεσείοντα ήταν τέτοιοι που εξάλειφαν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Επιπρόσθετα για τον κίνδυνο φυγοδικίας στη ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ V ΓΚ, 88/21, 5.7.21: με αναφορά της στην Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ, 48 αναφέρθηκε ότι: «Είναι επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων.Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». H πιθανότητα καταδίκης, εξετάζεται μέσα από τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου. «Πιθανότητα» σημαίνει πιθανολόγηση. Το μαρτυρικό υλικό εξετάζεται στην όψη του, χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε αξιολόγησή του και ούτε να προβαίνει σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορούμενου. Θέματα τα οποία σχετίζονται με ισχυρισμούς που αφορούν την νομιμότητα της σύλληψης του υπόπτου ως επίσης και την δεκτότητα της μαρτυρίας που βασίζεται σε δηλώσεις του κατηγορούμενου ή για την λήψη παράνομης ή μη μαρτυρίας εξετάζονται κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο της εξέτασης της αίτησης για την κράτηση ή μη του κατηγορούμενου. Περιορίζεται στην εξέταση της δύναμης του αποδεικτικού υλικού, με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο πιθανολογείται καταδίκη (Ευριπίδου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337, Μαλά v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 135), Αργύρη εναντίον Δημοκρατίας ποινική έφεση 195/20, ημερομ. 23.12.20, Τσεκκούρα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ, 32, Νικήτα ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ, 54, Κουννάς κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ, 790, Στέλιος Καλλή ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 114/15, ημερ. 19.6.2015, Μαυρομιχάλης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 165/20 και 166/20, απόφαση ημερ. 22.10.2020, Κουτσούδη ν. Αστυνομίας, ποιν.εφ.131/20 και 132/20, 20.8.20). Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει ιδιαίτερα σοβαρά αδικήματα, συνολικά 31 κατηγορίες. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τους αποτελεί η μέγιστη ποινή που προβλέπεται γι΄ αυτά από το νόμο. Αναφέρομαι ενδεικτικά στα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2 τα οποία τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι 15 έτη, των κατηγοριών 33, 43, 50, 56 για τις διαρρήξεις κατά τη διάρκεια της νύχτας σε φυλάκιση μέχρι 10 έτη. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι σε περίπτωση που η κατηγορούμενη 2 κριθεί ένοχη με βάση το υπάρχον μαρτυρικό υλικό, αυτή θα αντιμετωπιστεί με αυστηρές ποινές. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η νομολογία κατέδειξε ότι η αναφορά στην σοβαρότητα των αδικημάτων και το ύψος της επιβληθεισόμενης ποινής ανεξαρτήτως δηλαδή των υπολοίπων παραμέτρων όπως η πιθανότητα καταδίκης δεν είναι αρκετή για να διαταχθεί κράτηση ενός κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του. Παραπέμπω στην Μιχάλης Ψύλλας v Αστυνομίας
(2007), 2 ΑΑΔ, 444, Θεοχάρους v Αστυνομίας
(2002), 2 ΑΑΔ, 48. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Ρένου Κυριάκου,
(2001), 2 ΑΑΔ, 373 λέχθηκε ότι είναι σταθερά νομολογημένο ότι ο κίνδυνος να μην εμφανιστεί ο κατηγορούμενος εκτιμάται κατ΄εξοχήν όχι μόνο με αναφορά στην φύση του αδικήματος και το ύψος της επιβληθεισόμενης ποινής αλλά και την πιθανότητα καταδίκης. Αναφορικά με το πως αντικρίζεται η τελευταία ένδειξη λέχθηκε στην ίδια υπόθεση ότι το Δικαστήριο που εξετάζει ζήτημα κράτησης υπόδικού λαμβάνει υπόψη την ισχύ της μαρτυρίας που προσφέρεται στην όψη της. Επίσης στο πλέγμα του συνόλου των ενδείξεων συνεκτιμάται και το ότι η διαθέσιμη μαρτυρία δεν αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση (Σάββα και άλλοι v αστυνομίας αρ. 2,
(1977), 2 CLR, 446). Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υποστηρίζοντας ότι υπάρχει στην παρούσα η πιθανότητα καταδίκης της κατηγορούμενης 2 παρέπεμψε το Δικαστήριο στο μαρτυρικό υλικό, δηλαδή σε συγκεκριμένες καταθέσεις των παραπονουμένων όπου αναγνώρισαν μέρος της κλοπιμαίας περιουσίας. Αναφέρθηκε δε ότι αυτά ανευρέθηκαν στην οικία στην οποία διέμεναν οι κατηγορούμενοι 1 και 2. Η δε κατηγορούμενη 2 είπε στην ανακριτική της κατάθεση ότι τα ανευρεθέντα είναι δικά της. Έχω μελετήσει ενδελεχώς το μαρτυρικό υλικό τεκμήριο Α΄ για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και έχω διαπιστώσει ότι πέραν της πιο πάνω αναγνώρισης δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία η οποία να εμπλέκει την κατηγορούμενη 2 ειδικότερα στις σοβαρότερες κατηγορίες των διαρρήξεων από κατοικίες και των κλοπών από κατοικίες στις οποίες σε περίπτωση καταδίκης επισύρονται πολυετείς ποινές φυλάκισης. Να αναφέρω ότι στην ανακριτική κατάθεση η οποία της λήφθηκε στις 22.1.22 η κατηγορούμενη δεν αναφέρει οτιδήποτε πλην της αναφοράς της ότι κάποια από τα ανευρεθέντα είναι δικά της. Επίσης στην ανακριτική της κατάθεση ημερομηνίας 26.1.22 δεν απάντησε οτιδήποτε ούτως ώστε να καθοδηγούμαι στο συμπέρασμα της οποιασδήποτε σύνδεσης της στα σοβαρότερα αδικήματα που αυτή αντιμετωπίζει στα οποία προβλέπεται σε περίπτωση καταδίκης επιβολή αυστηρής ποινής. Θα συμφωνήσω με τον κον Αλεξάνδρου σε σχέση με την σύνδεση της αναφορικά με την 8η κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας για την οποία υπάρχει η πιθανότητα καταδίκης της ενόψει της ανεύρεσης κλοπιμαίας περιουσίας στην οικία που διέμενε, η οποία μάλιστα αναγνωρίστηκε από τους ιδιοκτήτες της. Στο εν λόγω αδίκημα προνοείται επιβολή μόνο 6μηνης ποινής φυλάκισης. Αναφορικά με τις κατηγορίες 1-8 η ανευρεθείσα στρατιωτική αμυντική χειροβομβίδα και τα 63 φυσίγγια πυροβόλου όπλου ανευρέθηκαν σε αποθήκη αριστερά της οικίας των κατηγορουμένων και όχι εντός αυτής. Δεν μου διαφεύγει ότι πλείστες των απαντήσεων της κατηγορούμενης 2, κατά την ανεύρεση των αντικειμένων τόσο στην οικία τους όσο και στην αποθήκη και στην βεράντα αυτής ήταν ότι δεν έχει να πει τίποτα ή δεν απαντούσε. Τα πιο πάνω εκτιμήθηκαν στην όψη τους και μόνο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Η ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχουν σχέση στο στάδιο αυτό (Χολιέφ v.Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 302/18, ημερ.4.2.19). Στην υπόθεση Αργύρη Παρασκευά v Aστυνομίας
(2000)2 AΑΔ 607 λέχθηκε ότι η σοβαρότητα των κατηγοριών και η εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης στην βάση του μαρτυρικού υλικού ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τα αντικειμενικά κριτήρια τα οποία εφόσον διαπιστωθεί ότι υπάρχουν το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση κατά πόσο συντρέχουν και κάποια άλλα υποκειμενικά στοιχεία και δεδομένα έτσι ώστε κατόπιν συνεκτίμησης όλων των δεδομένων να κριθεί κατά πόσο η περίπτωση είναι κατάλληλη για να διαταχθεί η κράτηση του κατηγορουμένου ή αν θα πρέπει αυτός να αφεθεί ελεύθερος υπό όρους εγγύησης. Υπό το φως της πιο πάνω υπόθεσης και αφ΄ής στιγμής τα αντικειμενικά κριτήρια δεν πληρούνται το ζήτημα σταματά εδώ. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην εξέταση υποκειμενικών στοιχείων και δεδομένων με αποτέλεσμα το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής να είναι καταδικασμένο σε αποτυχία. Παρ' όλα αυτά, σημειώνω τα ακόλουθα: Η κατηγορούμενη 2 βρίσκεται στην Κύπρο από το
  1. Είναι μητέρα δύο ανήλικων παιδιών, στοιχείο το οποίο καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την μετακίνηση της σε άλλη χώρα. Άλλωστε κάτι τέτοιο προϋποθέτει οικονομικό κόστος και δεν παρουσιάστηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή περαιτέρω στοιχεία αναφορικά με αυτό. Το ένα από τα δύο παιδιά της φοιτά σε συγκεκριμένο Δημοτικό σχολείο στην ΠXXο, κάτι το οποίο δεν αμφιβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Επίσης δεν έχει αναφερθεί ότι αυτή έχει οποιουσδήποτε δεσμούς, ισχυρούς ή μη με άλλη χώρα ούτως ώστε να είναι ενδεχόμενο να διαφύγει εκτός της Δημοκρατίας. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι το μαρτυρικό υλικό κρινόμενο στην όψη του και μόνο λογικά δεν αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση. Κατ΄επέκταση η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ως προς την υπό συζήτηση προϋπόθεση του κινδύνου φυγοδικίας της κατηγορούμενης
  2. Συνεπώς θεωρώ ότι δεν υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης της κατηγορούμενης 2 στη δίκη της. Θα προχωρήσω να εξετάσω και το δεύτερο λόγο που επικαλέστηκε η Κατηγορούσα Αρχή, ήτοι τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Αναφορικά με τη πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων, σημειώνω ότι περί πιθανολόγησης μόνο ο λόγος. Δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί να δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 113/15, ημερ. 2.6.15). Μπορεί να στοιχειοθετηθεί είτε από στοιχεία που αφορούν σε προηγούμενη καταδίκη ή προηγούμενες καταδίκες είτε και από το γεγονός ότι εναντίον του κατηγορούμενου εκκρεμούν προς εκδίκαση ή καταχώρηση άλλες υποθέσεις σε σχέση με διάπραξη άλλων παρόμοιων αδικημάτων (Νικολάου v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 840, Γενικός Εισαγγελέας v Ρένου Κυριάκου κ.α.
(2001)2 ΑΑΔ 373, Αριστοδήμου v Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 567. Η πλήρης απόδειξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων δεν είναι ούτε και θεωρητικά δυνατή (Νικολάου v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 227). Στην Χριστούδιας v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 689 κρίθηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί και από το κατηγορητήριο της υπόθεσης να οδηγηθεί σε συμπέρασμα πιθανολόγησης διάπραξης νέων αδικημάτων. Στην Ποινική Εφεση 131/21 Γεωργίου v Αστυνομίας, 1.9.21 ( βία στην οικογένεια εναντίον του πατέρα του): "Το πρωτόδικο Δικαστήριο βασίστηκε στο ενώπιον του μαρτυρικό υλικό και ήταν καθόλα θεμιτή η προσέγγιση του. Η δε κατάληξη του ότι υπήρχε πιθανότητα να διαπράξει ο Εφεσείων παρόμοιας φύσης αδικήματα εάν παρέμενε ελεύθερος ήταν δικαιολογημένη. Αναφέρεται στη Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130, 135, ότι: «Για κατάληξη σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει η πιθανότητα. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξ άλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Διερωτάται κανένας πώς μπορεί να αποδειχθεί μία πιθανολόγηση. Το δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντα ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να αναμένεται ότι η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο μεταξύ άλλων, στο ιστορικό του ή σε διάφορες άλλες περιστάσεις.».. Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ V ΓΚ, 5.7.21, ποινική έφεση 88/21 (σεξουαλικά αδικήματα) αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Στην Πιριπίτσης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ, 9 επαναλαμβάνεται πως η πολιτική δικαίου για την πρόληψη του εγκλήματος, έχει καθιερώσει κανόνα ο οποίος επιτρέπει την κράτηση όπου διαφαίνεται κίνδυνος επανάληψης αδικημάτων. Αυτό που προκύπτει από τη Νομολογία, είναι ότι δεν απαιτείται ακριβής ή συγκεκριμένη μαρτυρία σε σχέση με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων. Όπως λέχθηκε στην Ονουφρίου ν. Αστυνομίας
(2014)2(A) ΑΑΔ 406: «Η πιθανότητα αυτή δεν απαιτείται να αποδειχτεί με την αυστηρή του όρου έννοια, αλλά η πιθανολόγηση σε τάση, για τη συγκεκριμένη συμπεριφορά ενός κατηγορουμένου, είναι αρκετή.» Αρκεί να δημιουργείται μια ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα στη βάση του συνόλου του υλικού που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων είναι δυνατό να προκύπτει είτε από στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή της υπόθεσης είτε από εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης (Χ΄΄ Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ, 45, Φενερίδης
(1998)1(Δ) ΑΑΔ, 2101, Πατατάρης ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ, 46, Σπανού κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ, 89 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 113/15 (Σχ.με115/15), απόφαση ημερομηνίας 02.06.2015, Αργύρη εναντίον Δημοκρατίας, Ποιν.έφεση 195/20 23.12.20). Στην Σάββα v Αστυνομίας, Ποινική έφεση 176/17, 20.9.17 λέχθηκαν τα εξής: « την πτυχή του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων η ευπαίδευτη πρωτόδικος δικαστής ανέφερε το αυτονόητο, ότι δηλαδή η καταγγελία δεν οδηγεί απαραίτητα προς μόνο μια κατεύθυνση. Ορθά επεσήμανε περαιτέρω τη σημασία που έχει το όλο ιστορικό ώστε να κριθούν οι ανησυχίες εύλογες ή όχι. Παρέπεμψε δε σε σχετική νομολογία την Τσιάκκας ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164 και τη Σιακαλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130, θέτοντας μάλιστα εκτενή αποσπάσματα των υποθέσεων αυτών. Κατέληξε δε αναφέροντας ότι «έχοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης, τη φύση των αδικημάτων και των διαφόρων καταγγελιών, το ιστορικό δεικνύει πράγματι σοβαρή ανησυχία και εγκυμονεί ενδεχομένως κινδύνους διάπραξης άλλων αδικημάτων». Η κα Περγαντή ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 2 δεν έχει ούτε προηγούμενες καταδίκες ούτε και εκκρεμούν άλλες ποινικές υποθέσεις εναντίον της. Επικεντρώθηκε κυρίως στο κατηγορητήριο το οποίο περιλαμβάνει αριθμό κατηγοριών για αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν τους τελευταίους 6 -7 μήνες. Ως ανέφερα πιο πάνω εναντίον της κατηγορούμενης 2 εκκρεμούν 31 κατηγορίες από τις
  1. Στην παρούσα υπόθεση η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων από την κατηγορούμενη
  2. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι οι εν λόγω αναφορές της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι ικανοποιητικές ούτως ώστε να οδηγηθώ στο συμπέρασμα περί πιθανολόγησης διάπραξης άλλων αδικημάτων. Θεωρώ ότι στην παρούσα με μόνο την ύπαρξη 31 κατηγοριών εναντίον της δεν ικανοποιούνται τα προαπαιτούμενα που θέτει η νομολογία για να ικανοποιηθεί το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής. Λαμβάνω επίσης σοβαρά υπόψη μου την εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου της κατηγορούμενης 2 για απόλυσή της με όρους δηλαδή η καθημερινή εμφάνισή της σε Αστυνομικό Σταθμό και η παράδοση των ταξιδιωτικών της εγγράφων. Συνεπώς συνοψίζοντας κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει πιθανότητα να μην παρουσιαστεί η κατηγορούμενη 2 στη δίκη της ενώπιον του Κακουργιοδικείου αλλά ούτε και η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων σε περίπτωση που αυτή αφεθεί ελεύθερη. Το αίτημα της Κατηγορούσας αρχής όπως η κατηγορούμενη 2 παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την ημέρα της δίκης της δεν κρίνεται δικαιολογημένο και απορρίπτεται. Αυτή θα αφεθεί ελεύθερη μέχρι την ορισθεισόμενη ημερομηνία της δίκης της νοουμένου ότι : υπογράψει προσωπική εγγύηση €20.000, να παραδώσει όλα τα ταξιδιωτικά της έγγραφα στην αστυνομία, το όνομα της να τεθεί στον κατάλογο των προσώπων που απαγορεύεται η έξοδος από την Δημοκρατία, να παρουσιάζεται καθημερινά σε Αστυνομικό Σταθμό της επιλογής της μεταξύ των ωρών 18.00 - 22.00 και δεν θα διέρχεται από τα οδοφράγματα τα οποία οδηγούν σε μη ελεγχόμενες περιοχές από την Δημοκρατία. (Υπ.)................................. Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.