← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1428/22, 21/3/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1428/22, 21/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1428/22 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΧΧΧ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 21 Μαρτίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν.Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο : κος Κ.Σιαηλής Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μεταξύ άλλων κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, διάρρηξης κτιρίου, παράνομης κατοχής περιουσίας, κλοπής και κατοχής πιστολιού, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν εντός του έτους 2021 και 2022. Η Κατηγορούσα Αρχή αιτήθηκε την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Ειδικότερα η Κατηγορούσα Αρχή επικαλέστηκε την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων από τον κατηγορούμενο και την πιθανότητα μη προσέλευσης του στη δίκη. Υποστηρίζοντας τον πρώτο λόγο για την κράτηση του κατηγορούμενου είπε ότι αυτός έχει ποινικό μητρώο και εκκρεμούσες υποθέσεις εναντίον του. Ειδικότερα είπε ότι ο κατηγορούμενος έχει μία προηγούμενη ποινική καταδίκη με αρ.4ΧΧ1/21 η οποία αφορά αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών με ημερομηνία καταδίκης στις 22.12.21 όπου καταδικάστηκε σε 15 μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή η οποία είναι εν ισχύει. Σε αυτή την υπόθεση λήφθηκαν υπόψη ακόμη δύο υποθέσεις η υπ.αρ. 1ΧΧ8/21 και η 4ΧΧ3/21 με ομοειδή αδικήματα. Επιπλέον εκκρεμούν εναντίον του κατηγορούμενου δύο υποθέσεις η υπ΄αρ. 4ΧΧ4/21 για κατοχή ναρκωτικών και η 6Χ0/22 για αδικήματα κατά παράβαση του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου. Ο κος Νεοκλέους υποστήριξε ότι από τα πιο πάνω συνάγεται η τάση και η ροπή του κατηγορούμενου στη διάπραξη αδικημάτων λαμβάνοντας υπόψη και τον χρόνο διάπραξης αυτών. Συνεπώς υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο στην παρούσα εάν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Ο κος Νεοκλέους για τον κίνδυνο φυγοδικίας αναφέρθηκε στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος οι οποίες είναι σοβαρές, στο μαρτυρικό υλικό το οποίο κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τεκμήριο Α΄ λέγοντας ότι με βάση αυτό υπάρχει η πιθανότητα καταδίκης του σε αυστηρές ποινές φυλάκισης. Συγκεκριμένα υπάρχει η παραδοχή του κατηγορούμενου για τις κατηγορίες 4 - 7 ως επίσης και η αναγνώριση του από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Ο κατηγορούμενος είναι μεν κύπριος πολίτης, 19 ετών αλλά είναι άνεργος και έτυχε αναστολής από την Εθνική Φρουρά. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου έφερε ένσταση στην κράτηση του. Αυτός δεν αμφισβήτησε την σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ούτε τις αυστηρές ποινές οι οποίες είναι δυνατό να του επιβληθούν σε περίπτωση καταδίκης με βάση το μαρτυρικό υλικό που υπάρχει. Υποστήριξε όμως ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου ο οποίος είναι Κύπριος πολίτης, οι γονείς του είναι στην Κύπρο, είναι άνεργος και είναι δύσκολο να διαφύγει στο εξωτερικό. Επιπλέον για τις προηγούμενες καταδίκες του παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία λέγοντας ότι η μία προηγούμενη καταδίκη του δεν είναι από μόνη της αρκετή αλλά και οι εκκρεμούσες εναντίον του υποθέσεις δεν είναι σχετικές. Κάλεσε το Δικαστήριο να αφήσει ελεύθερο τον κατηγορούμενο με περιοριστικούς όρους τους οποίους εισηγήθηκε. Η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με αφετηρία βεβαίως την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση είναι μέτρο κατ΄εξαίρεση. Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο αποφασίζοντας ζήτημα κράτησης υπόπτου προσώπου μέχρι τη δίκη του οφείλει να έχει αφετηρία τη βασική αρχή ότι ο υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος εφόσον όπου τίθενται όροι που συμβάλλουν στην προσέλευση του κατά τη δίκη, αυτός συμμορφώνεται, (Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας

(1997)2 Α.Α.Δ. 109). Κράτηση ατόμου που δεν δικαιολογείται από τους παράγοντες που έχουν καθορισθεί από τη νομολογία αντιβαίνει το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο άλλωστε είναι άρρηκτα συνυφασμένο με την έννοια της δίκαιης δίκης, που, όπως λέχθηκε και στη Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790, αποτελούν δύο καλά θεμελιωμένες αρχές στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας, αλλά και στις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ( Χουσείν v. Δημοκρατίας, Ποινική έφεση 80/19, ημερ. 8.7.19, Ανδρονίκου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 159/18, ημερ. 4.4.18). Το Δικαστήριο κάθε φορά που καλείται να αποφασίσει κράτηση ατόμου ασκεί βέβαια διακριτική ευχέρεια στη βάση του Άρθρου 157
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, τέτοια δε ευχέρεια πρέπει να αποφασίζεται σε συνάρτηση με τα νομολογιακά κριτήρια και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Επειδή διατάγματα αυτής της φύσης επηρεάζουν την ελευθερία του ατόμου, η έκδοσή τους θα πρέπει να δικαιολογείται δικαστικά. Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου
(2001)2 Α.Α.Δ. 373, αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι, κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Ανάγκη περιορισμού του πολίτη πρέπει να διαπιστώνεται δικαστικά σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και να επιβάλλεται από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης (Ανδρέας Καραγιώργης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 92 και Μωϋσίδης ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ, 138 Η κράτηση ή μη ενός κατηγορούμενου εξετάζεται με αναφορά: (α) στον κίνδυνο μη προσέλευσής του στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο, ο οποίος καθορίζεται από τη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης, και το ενδεχόμενο επιβολής αυστηρής ποινής, (β) στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων, και (γ) στην πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Οι τρεις αυτοί λόγοι δεν είναι ανάγκη να συνυπάρχουν, αλλά, δύνανται, ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο, να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογούν την κράτηση (Ανδρονίκου (ανωτέρω). Χρειάζεται ισοζυγισμένη στάθμιση όλων των παραγόντων και καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά. (Ανδρέου εναντίον Αστυνομίας,ποινική έφεση με αρ.129/20 ημερομηνίας 20.8.20 (υπόθεση ναρκωτικών). Προχωρώ να εξετάσω πρωτίστως τον πρώτο λόγο για τον οποίο η Κατηγορούσα Αρχή αιτείται την κράτηση του κατηγορούμενου ήτοι τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Αναφορικά με τη πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων, σημειώνω ότι περί πιθανολόγησης μόνο ο λόγος. Δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί να δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 113/15, ημερ. 2.6.15). Μπορεί να στοιχειοθετηθεί είτε από στοιχεία που αφορούν σε προηγούμενη καταδίκη ή προηγούμενες καταδίκες είτε και από το γεγονός ότι εναντίον του κατηγορούμενου εκκρεμούν προς εκδίκαση ή καταχώρηση άλλες υποθέσεις σε σχέση με διάπραξη άλλων παρόμοιων αδικημάτων (Νικολάου v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 840, Γενικός Εισαγγελέας v Ρένου Κυριάκου κ.α.
(2001)2 ΑΑΔ 373, Αριστοδήμου v Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 567. Η πλήρης απόδειξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων δεν είναι ούτε και θεωρητικά δυνατή (Νικολάου v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 227, Χ΄΄ Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ, 45, Φενερίδης
(1998)1(Δ) ΑΑΔ, 2101, Πατατάρης ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ, 46, Σπανού κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ, 89 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 113/15 (Σχ.με115/15), απόφαση ημερομηνίας 02.06.2015, Αργύρη εναντίον Δημοκρατίας, Ποιν.έφεση 195/20 23.12.20). Στην Χριστούδιας v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 689 κρίθηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί και από το κατηγορητήριο της υπόθεσης να οδηγηθεί σε συμπέρασμα πιθανολόγησης διάπραξης νέων αδικημάτων. Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ V ΓΚ, 5.7.21, ποινική έφεση 88/21 (σεξουαλικά αδικήματα) αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Στην Πιριπίτσης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ, 9 επαναλαμβάνεται πως η πολιτική δικαίου για την πρόληψη του εγκλήματος, έχει καθιερώσει κανόνα ο οποίος επιτρέπει την κράτηση όπου διαφαίνεται κίνδυνος επανάληψης αδικημάτων. Αυτό που προκύπτει από τη Νομολογία, είναι ότι δεν απαιτείται ακριβής ή συγκεκριμένη μαρτυρία σε σχέση με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων. Όπως λέχθηκε στην Ονουφρίου ν. Αστυνομίας
(2014)2(A) ΑΑΔ 406: «Η πιθανότητα αυτή δεν απαιτείται να αποδειχτεί με την αυστηρή του όρου έννοια, αλλά η πιθανολόγηση σε τάση, για τη συγκεκριμένη συμπεριφορά ενός κατηγορουμένου, είναι αρκετή.» Στην Σάββα v Αστυνομίας, Ποινική έφεση 176/17, 20.9.17 λέχθηκαν τα εξής: « την πτυχή του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων η ευπαίδευτη πρωτόδικος δικαστής ανέφερε το αυτονόητο, ότι δηλαδή η καταγγελία δεν οδηγεί απαραίτητα προς μόνο μια κατεύθυνση. Ορθά επεσήμανε περαιτέρω τη σημασία που έχει το όλο ιστορικό ώστε να κριθούν οι ανησυχίες εύλογες ή όχι. Παρέπεμψε δε σε σχετική νομολογία την Τσιάκκας ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164 και τη Σιακαλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130, θέτοντας μάλιστα εκτενή αποσπάσματα των υποθέσεων αυτών. Κατέληξε δε αναφέροντας ότι «έχοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης, τη φύση των αδικημάτων και των διαφόρων καταγγελιών, το ιστορικό δεικνύει πράγματι σοβαρή ανησυχία και εγκυμονεί ενδεχομένως κινδύνους διάπραξης άλλων αδικημάτων». Ο κος Νεοκλέους ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έχει ποινικό μητρώο και εκκρεμούσες υποθέσεις εναντίον του. Ειδικότερα είπε αυτός έχει μία προηγούμενη ποινική καταδίκη με αρ.4ΧΧ1/21 η οποία αφορά αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών με ημερομηνία καταδίκης στις 22.12.21 όπου καταδικάστηκε σε 15 μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή η οποία είναι εν ισχύει. Σε αυτή την υπόθεση λήφθηκαν υπόψη ακόμη δύο υποθέσεις η υπ.αρ. 1ΧΧ8/21 και η 4ΧΧ3/21 με ομοειδή αδικήματα. Επιπλέον εκκρεμούν εναντίον του κατηγορούμενου δύο υποθέσεις η υπ΄αρ. 4ΧΧ4/21 για κατοχή ναρκωτικών και η 6Χ0/22 για αδικήματα κατά παράβαση του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου. Εξετάζοντας τα πιο πάνω θεωρώ ότι η ύπαρξη των 2 εκκρεμουσών υποθέσεων εναντίον του, χωρίς να υποτιμώ την σοβαρότητα των κατηγοριών ειδικότερα αυτές που σχετίζονται με τα ναρκωτικά δεν θεωρώ ότι είναι αρκετή για να καταδείξει την τάση του κατηγορούμενου στη διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Η άλλη υπόθεση εναντίον του για αδίκημα, κατά παράβαση του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου δεν είναι της δυναμικής ούτως ώστε να καταλήξω σε εύρημα πιθανότητας διάπραξης νέου αδικήματος.Το ίδιο ισχύει και για την μία προηγούμενη του καταδίκη στην οποία καταδικάστηκε και σε φυλάκιση με αναστολή η οποία είναι ακόμη εν ισχύει. Με βάση τη νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω για να καταδειχθεί η ύπαρξη ροπής ενός κατηγορουμένου στο έγκλημα θα πρέπει τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου να δημιουργούν ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοιος κίνδυνος. Εν προκειμένω, τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν θεωρώ ότι αναδεικνύουν τάση του κατηγορούμενου προς την παρανομία σε βαθμό που, σταθμίζοντας την ελευθερία του από τη μία, με την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου γενικά, η πλάστιγγα να κλίνει προς το δεύτερο. Είναι μόνο μία ένδειξη της συμπεριφοράς του στο παρελθόν που, όσο κι αν είναι σχετική, δεν καταδεικνύει τάση. Παραπέμπω στην Ιωάννου v Αστυνομίας, ποινική έφεση 25/22, 4.2.22 και στην Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 216, 219 όπου αναφέρθηκε ότι: «Το γεγονός της προηγούμενης καταδίκης του εφεσείοντα από μόνο του, δεν συνιστά και επιβεβαίωση του ενδεχόμενου ότι θα διαπράξει νέο ποινικό αδίκημα. Στην παρούσα πλην του γεγονότος ότι ο εφεσείων καταδικάστηκε στο παρελθόν για άλλο σοβαρό αδίκημα, ουδέν υποδεικνύει ότι υπάρχει το ενδεχόμενο διάπραξης νέου αδικήματος στο μέλλον, έστω και εάν η περίοδος αναστολής της προηγούμενης καταδίκης του δεν έχει παρέλθει». Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109, 121, γίνεται, σε αντιδιαστολή, αναφορά στην Matznetter v. Austria
(1969), όπου το ΕΔΑΔ θεώρησε ότι η πολύ παρατεταμένη συνέχιση αξιόμεμπτων πράξεων εκ μέρους του κατηγορούμενου, δικαιολογούσαν την άρνηση απόλυσης με εγγύηση για λόγο που σχετίζεται με την αποτροπή διάπραξης άλλου αδικήματος. Στην παρούσα υπόθεση η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι οι εν λόγω αναφορές της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι ικανοποιητικές ούτως ώστε να οδηγηθώ στο συμπέρασμα περί πιθανολόγησης διάπραξης άλλων αδικημάτων. Θα προχωρήσω να εξετάσω και το δεύτερο λόγο που επικαλέστηκε η Κατηγορούσα Αρχή, ήτοι τον κίνδυνο φυγοδικίας του. Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν την εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του. Όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορούμενου να αποφύγει τη δίκη του. (Θεοδωρίδης κ.α. v Αστυνομίας, 2001, 2 ΑΑΔ, 139). Αναφορικά με τον κίνδυνο μη προσέλευσης, η σοβαρότητα των αδικημάτων προκύπτει από τις ποινές που προβλέπει ο νόμος. Βεβαίως υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες, τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξής τους σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Ακόμη παράγοντες που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο μεταξύ άλλων είναι εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με την χώρα στην οποία διώκεται καθώς και γενικότερα θέματα υγείας και οι δεσμοί ενός κατηγορουμένου προσώπου με τη Δημοκρατία έχοντας κατά νου το αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος ή υπόδικος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του, δυνατούς ή χαλαρούς, ανάλογα με τις προσωπικές του συνθήκες. Παρόλον που οι δεσμοί αυτοί δεν επενεργούν από μόνοι τους ως ασπίδα για το κατηγορούμενο πρόσωπο προς υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται, εν τούτοις εξετάζεται η ενδεχόμενη επίπτωση αυτών των δεσμών επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης κατά τη δίκη του. (Μαρκίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 50/17, ημερ.22.3.17, Κρίνος Θεοχάρους κ.α. v Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ, 48, Ψύλλας v Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 444, Γενικός Εισαγγελέας v Λουκάς Σιδερένιος κ.α ποινικές εφέσεις 73 -76/2008, ημερομηνίας 23.4.2008). Επίσης, τονίζεται για ακόμη μια φορά ότι τυχόν επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή ή επαγγελματική ζωή του υποδίκου δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Επιπρόσθετα για τον κίνδυνο φυγοδικίας στη ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ V ΓΚ, 88/21, 5.7.21: με αναφορά της στην Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ, 48 αναφέρθηκε ότι: «Είναι επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων.Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». H πιθανότητα καταδίκης, εξετάζεται μέσα από τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου. «Πιθανότητα» σημαίνει πιθανολόγηση. Το μαρτυρικό υλικό εξετάζεται στην όψη του, χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε αξιολόγησή του και ούτε να προβαίνει σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορούμενου. Θέματα τα οποία σχετίζονται με ισχυρισμούς που αφορούν την νομιμότητα της σύλληψης του υπόπτου ως επίσης και την δεκτότητα της μαρτυρίας που βασίζεται σε δηλώσεις του κατηγορούμενου ή για την λήψη παράνομης ή μη μαρτυρίας εξετάζονται κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο της εξέτασης της αίτησης για την κράτηση ή μη του κατηγορούμενου. Περιορίζεται στην εξέταση της δύναμης του αποδεικτικού υλικού, με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο πιθανολογείται καταδίκη (Ευριπίδου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337, Μαλά v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 135), Αργύρη εναντίον Δημοκρατίας ποινική έφεση 195/20, ημερομ. 23.12.20, Τσεκκούρα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ, 32, Νικήτα ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ, 54, Κουννάς κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ, 790, Στέλιος Καλλή ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 114/15, ημερ. 19.6.2015, Μαυρομιχάλης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 165/20 και 166/20, απόφαση ημερ. 22.10.2020, Κουτσούδη ν. Αστυνομίας, ποιν.εφ.131/20 και 132/20, 20.8.20). Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρά αδικήματα, συνολικά 7 κατηγορίες. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τους αποτελεί η μέγιστη ποινή που προβλέπεται γι΄ αυτά από το νόμο. Αναφέρομαι ενδεικτικά στο αδίκημα της σοβαρότερης 2ης κατηγορίας το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 7 έτη, της κατηγορίας 3 σε φυλάκιση μέχρι 3 έτη και της 6ης κατηγορίας μέχρι 5 έτη. Βέβαια το παρόν Δικαστήριο έχει εξουσία να επιβάλει ποινή φυλάκισης μέχρι 5 έτη. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η νομολογία κατέδειξε ότι η αναφορά στην σοβαρότητα των αδικημάτων και το ύψος της επιβληθησόμενης ποινής ανεξαρτήτως δηλαδή των υπολοίπων παραμέτρων όπως η πιθανότητα καταδίκης δεν είναι αρκετή για να διαταχθεί κράτηση ενός κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του. Παραπέμπω στην Μιχάλης Ψύλλας v Αστυνομίας
(2007), 2 ΑΑΔ, 444, Θεοχάρους v Αστυνομίας
(2002), 2 ΑΑΔ, 48. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Ρένου Κυριάκου,
(2001), 2 ΑΑΔ, 373 λέχθηκε ότι είναι σταθερά νομολογημένο ότι ο κίνδυνος να μην εμφανιστεί ο κατηγορούμενος εκτιμάται κατ΄εξοχήν όχι μόνο με αναφορά στην φύση του αδικήματος και το ύψος της επιβληθησόμενης ποινής αλλά και την πιθανότητα καταδίκης. Αναφορικά με το πως αντικρίζεται η τελευταία ένδειξη λέχθηκε στην ίδια υπόθεση ότι το Δικαστήριο που εξετάζει ζήτημα κράτησης υπόδικού λαμβάνει υπόψη την ισχύ της μαρτυρίας που προσφέρεται στην όψη της. Επίσης στο πλέγμα του συνόλου των ενδείξεων συνεκτιμάται και το ότι η διαθέσιμη μαρτυρία δεν αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση (Σάββα και άλλοι v αστυνομίας αρ. 2,
(1977), 2 CLR, 446). Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υποστηρίζοντας ότι υπάρχει στην παρούσα η πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου παρέπεμψε το Δικαστήριο στο μαρτυρικό υλικό, μεταξύ άλλων και στην κατάθεση του κατηγορούμενου αλλά και σε κατάθεση αναγνώρισης του από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Έχω μελετήσει ενδελεχώς το μαρτυρικό υλικό τεκμήριο Α΄ για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και έχω διαπιστώσει ότι ο κατηγορούμενος έχει παραδεκτεί τα αδικήματα που αφορούν τα 2 κλοπιμαία ποδήλατα όχι όμως την διάρρηξη της 2ης κατηγορίας. Επίσης αναφέρεται στην κατάθεση του Αστ.3ΧΧ2 ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης ότι ευρισκόταν εντός του ινστιτούτου αισθητικής το οποίο διαρρήχθηκε. Ακόμη σχετική είναι και η κατάθεση του Αστ. 3ΧΧ6 Μαλεκκίδη για τα δύο ποδήλατα. Συνεπώς θεωρώ ότι υπάρχει μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου η οποία δυνατό να οδηγήσει στην καταδίκη του και σε επιβολή αυστηρής ποινής για τις κατηγορίες 2 - 5. Να υπομνήσω ότι για την 6η κατηγορία δεν μου έγινε οποιαδήποτε παραπομπή ή αναφορά από την Κατηγορούσα Αρχή. Τα πιο πάνω εκτιμήθηκαν στην όψη τους και μόνο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Η ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχουν σχέση στο στάδιο αυτό (Χολιέφ v.Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 302/18, ημερ.4.2.19). Στην υπόθεση Αργύρη Παρασκευά v Aστυνομίας
(2000)2 AΑΔ 607 λέχθηκε ότι η σοβαρότητα των κατηγοριών και η εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης στην βάση του μαρτυρικού υλικού ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τα αντικειμενικά κριτήρια τα οποία εφόσον διαπιστωθεί ότι υπάρχουν το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση κατά πόσο συντρέχουν και κάποια άλλα υποκειμενικά στοιχεία και δεδομένα έτσι ώστε κατόπιν συνεκτίμησης όλων των δεδομένων να κριθεί κατά πόσο η περίπτωση είναι κατάλληλη για να διαταχθεί η κράτηση του κατηγορουμένου ή αν θα πρέπει αυτός να αφεθεί ελεύθερος υπό όρους εγγύησης. Προχωρώ να εξετάσω πέραν των πιο πάνω αντικειμενικών παραγόντων και τους υποκειμενικούς οι οποίοι αφορούν τον κατηγορούμενο, για να καταλήξω εάν δικαιολογείται ή μη η κράτηση του. Ο κατηγορούμενος είναι Κύπριος πολίτης, νεαρό άτομο ήτοι 19 ετών, οι γονείς του είναι στην Κύπρο, και είναι άνεργος. Δεν έχει αναφερθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι αυτός έχει οποιουσδήποτε δεσμούς, ισχυρούς ή μη με άλλη χώρα ούτως ώστε να υπάρχει ενδεχόμενο να διαφύγει εκτός της Δημοκρατίας. Λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου ότι είναι άνεργος και δεν έχει οικονομική δυνατότητα να διαφύγει εκτός της Δημοκρατίας. Αυτός ο παράγοντας δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Θεωρώ ότι στην παρούσα με μόνο την ύπαρξη 7 κατηγοριών εναντίον του από τις οποίες μία μόνο είναι η σοβαρότερη δεν ικανοποιούνται τα προαπαιτούμενα, για να ικανοποιηθεί το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής. Κατ΄επέκταση εξετάζοντας όλους τους παράγοντες που επιβάλλει η νομολογία θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ως προς την υπό συζήτηση προϋπόθεση του κινδύνου φυγοδικίας του κατηγορούμενου. Συνεπώς θεωρώ ότι δεν υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του. Λαμβάνω επίσης σοβαρά υπόψη μου την εισήγηση του συνήγορου του κατηγορούμενου για απόλυση του με όρους. Συνεπώς συνοψίζοντας κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει πιθανότητα να μην παρουσιαστεί ο κατηγορούμενος στη δίκη του ενώπιον μου αλλά ούτε και η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος. Το αίτημα της Κατηγορούσας αρχής όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την ημέρα της δίκης του δεν κρίνεται δικαιολογημένο και απορρίπτεται. Αυτός θα αφεθεί ελεύθερος μέχρι την ημερομηνία της δίκης του νοουμένου ότι : υπογράψει προσωπική εγγύηση €10.000, να παραδώσει όλα τα ταξιδιωτικά του έγγραφα στην αστυνομία, το όνομα του να τεθεί στον κατάλογο των προσώπων που απαγορεύεται η έξοδος από την Δημοκρατία, να παρουσιάζεται καθημερινά σε Αστυνομικό Σταθμό της επιλογής του μεταξύ των ωρών 18.00 - 22.00 και δεν θα διέρχεται από τα οδοφράγματα τα οποία οδηγούν σε μη ελεγχόμενες περιοχές από την Δημοκρατία. (Υπ.)................................. Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.