ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 2217/18, 28/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2217/18 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ Εναντίον
- ΧΧΧ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
- ΧΧΧ ΧΧ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ ----------------------------------- Ημερομηνία: 28 Μαρτίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν.Νεοκλέους Για τον Κατηγορούσα Αρχή: κος Κ.Δημητρίου Κατηγορούμενη 2 παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 (1η κατηγορία) και της παροχής συμβουλής ή προαγωγής άλλου στην διάπραξη του αδικήματος της απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό την κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 20 και 290 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (4η κατηγορία). Η κατηγορούμενη δεν παραδέκτηκε την 1η και την 4η κατηγορία και διεξήχθηκε ακροαματική διαδικασία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής (ΚΑ εφεξής) κατέθεσαν στο Δικαστήριο 3 μάρτυρες, ήτοι ο ΧΧΧ Χριστοφή (ΜΚ1), η ΧΧΧ Istratoiu (MK2) και ο Αστ. 8Χ7 Χ. Γεωργίου (ΜΚ3). Κατατέθηκαν από κοινού η λήψη της ανακριτικής κατάθεσης της κατηγορούμενης (τεκμήριο 1), της γραπτής κατηγορίας της (τεκμήριο 2), ως επίσης και η κατάθεση του Αστυφύλακα 1ΧΧ5 Χ. Μαννούρη (τεκμήριο Γ΄) ο οποίος τις έλαβε. Αυτά εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως παραδεκτά γεγονότα (Κεφ.9, άρθρο 19). Ως προς την σημασία των παραδεκτών γεγονότων σχετική είναι η υπόθεση Ανδρέου v Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, όπου τονίστηκε ότι όταν ένα γεγονός καταστεί παραδεκτό, καθίσταται όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά σε δεδομένο, το οποίο έχει τέτοια σημασία που ακόμα και σε περίπτωση μαρτυρίας η οποία αντίκειται προς αυτό η μαρτυρία εκείνη να κρίνεται ανάλογα. Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί, λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του και δεν χρήζει επανάληψης. Μάρτυρας κατηγορίας 1 (ΜΚ1) ήταν ο ΧΧΧ Χριστοφή ο οποίος υϊοθέτησε στο Δικαστήριο την κατάθεση του τεκμήριο Α. Σε αυτήν αναφέρει ότι ενοικίαζε από την κατηγορούμενη κατάστημα το οποίο χρησιμοποιούσε ως πρακτορείο για 9 χρόνια. Επίσης ότι στις 4 Ιουνίου 2017 επισκέφθηκε το πρακτορείο του ένα πρόσωπο ονόματι ΧΧΧ Παναγιώτου και στην παρουσία της υπαλλήλου του, έσπρωχνε και αναποδογύριζε τα τραπέζια, έσπαζε πράγματα, λέγοντας στους πελάτες να φύγουν από εκεί. Είπε στην υπάλληλο του να του πει ότι «αυτό είναι προειδοποίηση και να κανονίσει τα λεφτά της γυναίκας». Ο ΜΚ 1 όταν πήγε στο πρακτορείο κάλεσε την αστυνομία, τηλεφώνησε του ΧΧΧ και ο τελευταίος του είπε «κανόνισε τις €10.000 της γυναίκας και αυτός εννοούσε την ΧΧΧ. Ο ΧΧΧ τον είχε ξαναεπισκεφθεί τους τελευταίους 2 μήνες και του είχε πει ότι τον έστειλε η ΧΧΧ Μιλτιάδους για να εισπράξει το ποσό των €16.
- Για το υποστατικό στάληκε λογαριασμός από την ΑΗΚ ύψους €16,
- Αυτός δεν ενοικίαζε πλέον το εν λόγω κατάστημα και μετά έλαβε επιστολή από το Δικηγορικό γραφείο Νεοκλέους για την καταβολή του πιο πάνω ποσού για πρόκληση ζημιών. Κατά την κυρίως εξέταση του, είπε ότι ο συγκεκριμένος τον επισκέφθηκε άλλες δύο φορές εκεί και του είχε πει ότι τον έστειλε η πιο πάνω για να εισπράξει το ποσό των €16.
- Είπε συγκεκριμένα ότι τον βρήκε με κάποιον άλλον, τον οποίο δεν γνωρίζει και μίλησαν για τη συγκεκριμένη κυρία, για το συγκεκριμένο ποσό και ήταν καθαρό και ξάστερο. Στο Δικαστήριο αναγνώρισε την κατηγορούμενη λέγοντας ότι αυτή είναι το πρόσωπο που αναφέρει στην κατάθεση του, που απέστειλε τον Εύη στο πρακτορείο του και είπε ότι όταν η υπάλληλος του, του μετέφερε τα λεχθέντα του Εύη αυτός ένιωσε φόβο και ότι απειλήθηκε από τον πιο πάνω. Το ίδιο ένιωσε και όταν του είπε «εννά σου λύσω την κκελέ σου». Επίσης είπε ότι στην πρώτη συνάντηση που είχαν, ο ΧΧΧ του είπε ότι χρωστούσε ενοίκια, νερά και σκύβαλα και αυτός αρνήθηκε και τους είπε να επανέλθουν σε μία εβδομάδα για να βρει τις αποδείξεις του, ως κι έγινε. Μετά ο ΧΧΧ επικοινώνησε μαζί με την κατηγορούμενη στην παρουσία του. Την συγκεκριμένη ημέρα που έγινε το περιστατικό είπε ότι το οφειλόμενο ποσό ήταν €10.000, προηγουμένως ήταν €16.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι για την υπόθεση του ηλεκτρικού ρεύματος τον πήραν Δικαστήριο και καταδικάστηκε σε 4 μήνες φυλάκιση με αναστολή διότι δεν απέδειξε μαζί με το δικηγόρο του ότι επλήρωνε το ηλεκτρικό ρεύμα και γι' αυτό καταδικάστηκε. Επανέλαβε ότι μαζί με τον ΧΧΧ συναντήθηκαν ακόμη δύο φορές. Την πρώτη φορά ο ΧΧΧ και άλλο πρόσωπο του είπαν ότι τους στέλλει η ΧΧΧ για κάτι λεφτά που της χρωστά. Όταν τον επισκέφθηκαν την δεύτερη φορά τους παρουσίασε τις αποδείξεις και ο άλλος που δεν τον γνώριζε του είπε «φίλε μου, είσαι πολύ εντάξει, αυτή την συζήτηση που κάναμε ξέχαστην, δεν χρωστάς τίποτα». Και μετά από μια εβδομάδα έγινε το επίδικο περιστατικό που ο ΧΧΧ επισκέφτηκε το πρακτορείο του και έσπαζε πράγματα. Η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι η κατηγορούμενη ουδέποτε έστειλε οποιοδήποτε πρόσωπο στο πρακτορείο του παραπονούμενου για να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό ή να τον απειλήσει και ο ΜΚ1 είπε ότι είναι 100% σίγουρος ότι τον έβαλε η κατηγορούμενη γιατί πήγε και η ίδια στο μαγαζί και έκανε φασαρία πριν να πάει ο ΧΧΧ. Ο ΜΚ1 ρωτήθηκε επίσης τί του ανέφερε η υπάλληλος του για την επίσκεψη του ΧΧΧ στο πρακτορείο και απάντησε ότι μπήκε μέσα στο πρακτορείο, έσπρωχνε τις οθόνες και έπεσαν κάτω και μετά άρχισε να φωνάζει «αστυνομία, αστυνομία και αναποδογύρισε τα τραπέζια και τις καρέκλες». Μάρτυρας κατηγορίας 2 (ΜΚ2) ήταν η ΧΧΧ Istratoiu υπάλληλος του κατηγορούμενου η οποία υϊοθέτησε στο Δικαστήριο την κατάθεση της τεκμήριο Β (Β1 μετάφραση). Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 4 Ιουνίου 2017 ενώ βρισκόταν στη δουλειά εισήλθε εντός του πρακτορείου ο ΧΧΧ και ζητούσε τον παραπονούμενο ο οποίος δεν ήταν εκεί. Αυτή του τηλεφώνησε αλλά δεν απαντούσε και απάντησε μετά. Ο ΧΧΧ άρχισε να της φωνάζει, λέγοντας της ότι ο παραπονούμενος του χρωστά κάποια χρήματα, δεν του τα δίνει και κλώτσησε κάποια τραπέζια εντός του πρακτορείου. Επίσης φώναζε στους πελάτες που ήταν εκεί για να φύγουν και της προκάλεσε φόβο. Στο Δικαστήριο είπε ότι ο ΧΧΧ της μίλησε με απειλητικό ύφος φωνάζοντας. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι οι πελάτες που ευρίσκονταν εκεί δεν έφυγαν μετά που ο ΧΧΧ φώναζε και αυτός είχε ξαναέρθει στο πρακτορείο ακόμη δύο φορές. Η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη. Μάρτυρας κατηγορίας 3 (ΜΚ3) ήταν ο Αστυφύλακας 8Χ7 Χ. Γεωργίου εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος υϊοθέτησε στο Δικαστήριο την κατάθεση του τεκμήριο Δ. Αυτός έλαβε την κατάθεση του παραπονούμενου και είπε ότι αυτός φαινόταν αναστατωμένος και φοβισμένος. Ανέφερε ότι ούτε την κατηγορούμενη γνωρίζει ούτε και τον παραπονούμενο και πρώτη φορά τους συνάντησε στα γραφεία του ΤΑΕ. Κατά την αντεξέταση του ρωτήθηκε για την επιστολή την οποία έλαβε ο παραπονούμενος από το Δικηγορικό γραφείο Νεοκλέους και αυτός ψάχνοντας τον φάκελο της υπόθεσης στο Δικαστήριο δεν την βρήκε εντός αυτού. Ερωτήθηκε κατά πόσο προέβηκε σε ενέργειες αναφορικά με το αδίκημα της συνωμοσίας εναντίον της κατηγορούμενης και αυτός απάντησε λέγοντας ότι οι ενέργειες του φαίνονται στο τεκμήριο Δ΄ αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν έκανε τέτοιες ενέργειες. Δεν αποδέκτηκε την θέση της υπεράσπισης ότι εξέτασε πλημμελώς την υπόθεση. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος της κατηγορούμενης εισηγήθηκε δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της. Στη συνέχεια κρίθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης και κλήθηκε σε απολογία στις κατηγορίες 1 και 4 που αντιμετωπίζει. Αυτή αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Αυτή δεν παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε μάρτυρα υπερασπίσεως. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ Στις 6.6.17 λήφθηκε από την κατηγορούμενη ανακριτική κατάθεση τεκμήριο 1, από τον Αστ. 1525 στην οποία ανέφερε ότι είχε ενοικιάσει κατάστημα στον ΜΚ1 το οποίο μετέτρεψε ως πρακτορείο στοιχημάτων. Προέκυψαν διαφορές μεταξύ τους γιατί ο ΜΚ1 δεν κατέβαλε τον λογαριασμό της ΑΗΚ ο οποίος εξακολουθούσε να είναι στο όνομα της και όταν αυτός έφυγε από το κατάστημα υπήρχαν αρκετές ζημιές σε αυτό, με αποτέλεσμα να κάνουν προσπάθειες προς τον ΜΚ1, μέσω φίλων τους για να τα εξοφλήσει. Η ίδια δεν αποδέχεται καμία σχέση με τον ΧΧΧ Παναγιώτου και ούτε τον έστειλε στον ΜΚ1 για να εισπράξει τα οφειλόμενα από αυτόν. Αλλά του έχουν αποστείλει επιστολή διά του δικηγόρου τους. Η κατηγορούμενη κατέθεσε ενόρκως και υϊοθέτησε στο Δικαστήριο την κατάθεση της τεκμήριο 1. Κατά την αντεξέταση της είπε ότι ο παραπονούμενος της όφειλε ενοίκια και τον ηλεκτρισμό του καταστήματος το οποίο του ενοικίαζε και εξακολουθούσε ο λογαριασμός να είναι στο όνομα της. Αυτή ένιωθε αδικημένη από την κατάσταση η οποία δημιουργήθηκε. Τον επισκέφθηκαν δε 1-2 φορές με το σύζυγό της και του είπαν ότι οφείλει αυτά τα ποσά. Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι λόγω της πιο πάνω οφειλής του παραπονούμενου σε αυτήν, η τελευταία έστειλε τον ΧΧΧ Παναγιώτου ο οποίος τον απείλησε για να εισπράξει τα λεφτά για την ίδια. Η κατηγορούμενη δεν αποδέκτηκε αυτή την θέση λέγοντας ότι δεν γνωρίζει αυτό τον άνθρωπο, ούτε τον είδε έστω και μία φορά. Επίσης ανέφερε ότι είχαν πάει στο δικηγόρο τους και στάληκε επιστολή για το θέμα αυτό. Δεν γνωρίζει πως προωθήθηκε το θέμα. Στις 6.6.17 η κατηγορούμενη κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε για αυτή την υπόθεση. Όταν ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία τόσο ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής όσο και ο συνήγορος της κατηγορούμενης ανέφεραν στο Δικαστήριο τις τελικές τους εισηγήσεις και θέσεις. Αυτές έχουν δεόντως μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν θεωρείται απαραίτητο να παρατεθούν εδώ αυτούσιες, μόνο εκεί όπου είναι αναγκαίο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους ΜΚ 1 - 3 και την κατηγορούμενη που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992), 1 Α.Α.Δ. 1056, Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165. Επίσης, η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίστηκε στην εξωτερική εμφάνιση που προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά τέθηκε στην βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της. (βλ. Γεώργιος και Σπύρος Τσιαππής v. Πολυβίου
(2009), 1 Α.Α.Δ. 339. Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008), 2 Α.Α.Δ. 256: «Όταν αναφερόμαστε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας, εννοούμε κατά κύριο λόγο τον έλεγχο με την βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στην βάση τη μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα (Hasan v Ανδρέου, πολιτική έφεση 2/11, ημερ.2.12.15). Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, (Βασιλειάδης v Σπύρου Λτδ, πολιτική έφεση 123/09, ημερ.14.10.15, xxx Αθανάση ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 45/2014, ημερ. 5/10/2016, Γ.Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 44/2019, ημερ. 18/9/2020, Κ.Κ. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 294 και Α.Π. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 192/2016, ημερ. 26/9/2019). Ο ΜΚ1 ήταν ο παραπονούμενος της παρούσας υπόθεσης τον οποίο είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω ενώ κατέθετε ενώπιον μου. Αυτός μου έκανε αρνητική εντύπωση και είμαι πεπεισμένη ότι απέκρυψε και παραποίησε την αλήθεια καταθέτοντας σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα τα οποία συνέβηκαν στις 4.6.17 αλλά και στις ημερομηνίες που προηγήθηκαν αυτής. Το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί από τις απαντήσεις και τις θέσεις του ΜΚ1 και δη ότι αυτός κατέθεσε την αλήθεια και τα πραγματικά γεγονότα και θα επεξηγήσω πιο κάτω. Έχει διαφανεί ότι ο ΜΚ1 ήταν ο ενοικιαστής καταστήματος της κατηγορούμενης το οποίο αυτός χρησιμοποιούσε ως πρακτορείο για αρκετό χρονικό διάστημα. Από την ενοικίαση δημιουργήθηκε θέμα οφειλής διαφόρων ποσών από τον ΜΚ1 προς την κατηγορούμενη για τα οποία ο ίδιος αποδέχθηκε ενόρκως και δη αντεξεταζόμενος ότι κατηγορήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και καταδικάστηκε σε 4 μήνες φυλάκιση με αναστολή. Οι ακριβείς κατηγορίες είναι άγνωστες στο Δικαστήριο οι οποίες όμως αφορούσαν το εν λόγω κατάστημα της κατηγορούμενης. Γι΄αυτό ο ΜΚ1 παρέλαβε επιστολή από το Δικηγορικό γραφείο Νεοκλέους για την πληρωμή τους. Αυτή η επιστολή δεν κατατέθηκε ενώπιον μου για να λάβω γνώση τί επακριβώς εζητείτο από τον ΜΚ1 δηλαδή εάν ήταν για πρόκληση ζημιών, πληρωμή ενοικίων ή κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος. Ο ΜΚ1 στην κατάθεση του ημερομηνίας 4.6.17 τεκμήριο Α΄ προέβηκε σε απλή αναφορά ότι ο ΧΧΧ τον επισκέφθηκε στο πρακτορείο άλλες δύο φορές, πριν τις 4.6.
- Δεν αναφέρθηκε ότι πήγε εκεί μαζί με τον ΧΧΧ και ένας άλλος άγνωστος άνδρας. Για αυτές τις συναντήσεις δεν ανέφερε λεπτομέρειες, πλην του ότι η ΧΧΧ Μιλτιάδους τον έστειλε για να εισπράξει το ποσό των €16.
- Στην ένορκη μαρτυρία του μεταγενέστερα ανέφερε ότι η συνάντηση αφορούσε την οφειλή του για ενοίκια, νερά και σκύβαλα. Επίσης τα τηλεφωνήματα που έγιναν στην πρώτη επίσκεψη τους εκεί γίνονταν από τον ΧΧΧ στην ΧΧΧ. Δεν έχει αναφέρει ο ΜΚ1 ότι ο ίδιος μίλησε προσωπικά με γυναίκα και μάλιστα ότι αυτή ήταν η κατηγορούμενη. Επιπλέον ενόρκως και θεωρώ μεταγενέστερα για να πείσει για την εκδοχή του, έδωσε λεπτομέρειες ότι στην δεύτερη επίσκεψη τους, τους έδωσε τις αποδείξεις και ο άλλος άγνωστος του είπε « φίλε μου είσαι εντάξει, αυτή την συζήτηση ξέχαστην δεν χρωστάς τίποτα». Ο ΧΧΧ επικοινώνησε τηλεφωνικώς με κάποιο πρόσωπο, χωρίς και πάλιν ο ΜΚ1 να μιλήσει με την κατηγορούμενη. Είναι άγνωστο στο Δικαστήριο εάν ο ΧΧΧ είναι με την κατηγορούμενη που μιλούσε. Κρίνω επίσης σημαντικό το εξής: Ο ΜΚ1 ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι μετά την επίσκεψη του ΧΧΧ στο πρακτορείο του στις 4.6.17 αυτός ένιωσε φόβο και απειλή γι΄αυτό και παράγγειλε κάμερες και έλεγχε το όχημα του μήπως του τοποθετήσουν βόμβα. Κατά την αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης γιατί δεν κατήγγειλε στην αστυνομία ενωρίτερα την επίσκεψη των πιο πάνω στο πρακτορείο του, αυτός απάντησε ότι προηγουμένως δεν ένιωσε απειλή. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται αυτή την θέση του καθ΄ότι εάν ευσταθούσε αυτός θα ειδοποιούσε άμεσα την αστυνομία. Οι αναφορές του ότι στις 4.6.17 ένιωσε φόβο και απειλή δεν με έπεισαν καθόλου και προς τούτο παραθέτω απόσπασμα από την αντεξέταση του, το οποίο επιβεβαιώνει τα πιο πάνω. ΕΡ. Όταν σας είπε η υπάλληλος σας ότι αυτό είναι προειδοποίηση που «της τα είπε ο Εύης», για να κανονίσεις τα λεφτά της γυναίκας, πώς ένιωσες εκείνη την ώρα; ΑΠ. Φόβο, απειλή. ΕΡ. Γιατί ; ΑΠ. Ε, άμαν μπαίνει κάποιος μέσα στο μαγαζί και σπρώχνει τραπέζια, καρέκλες απειλά, οποιοσδήποτε θα ένιωθε τον φόβο επειδή έχουμε δουλειά, μωρά και φυσικά ένιωθα φόβο. ΕΡ. Όταν τον πήρες τηλέφωνο μετά και απάντησε σου και είπε σου «εννά σου λύσω την κκελέ σου», πώς ένιωσες; ΑΠ. Όχι μετά ήταν πιο πολλά, διότι κατάλαβα ότι αστειευόταν ότι κάτι μπορεί να γίνει, κάτι κακό. Διαπιστώνω ότι η αναφορά του ΜΚ1 τόσο στην κατάθεση του τεκμήριο Α όσο και ενόρκως ότι ο ΧΧΧ είπε στην ΜΚ2 «αυτό είναι προειδοποίηση και να κανονίσει τα λεφτά της γυναίκας» ουδέποτε αναφέρθηκε από την ΜΚ2 είτε στην κατάθεση της είτε ενόρκως δηλαδή ότι λέχθηκε κάτι τέτοιο σε αυτήν από τον ΧΧΧ. Οι θέσεις και οι δικαιολογίες του ΜΚ1 καθόλου δεν με έπεισαν αναφορικά με την μη καταγγελία του ΜΚ1 στην αστυνομία τόσο της πρώτης όσο και την δεύτερης επίσκεψης του ΧΧΧ με ένα άγνωστο άνδρα στο πρακτορείο του ΜΚ
- Έχουν δημιουργηθεί αμφιβολίες στο Δικαστήριο από τις ενέργειες του ΜΚ1 αλλά ποιά ήταν τα πραγματικά κίνητρα του ΜΚ1, γιατί ήταν λογικό και αναμενόμενο αυτός να ειδοποιήσει την αστυνομία από την πρώτη επίσκεψη στο πρακτορείο του δύο ανδρών αγνώστων σε αυτόν μάλιστα. Δεν μπορεί ο ΜΚ1 να επικαλείται ότι στις 4.6.17 όταν ο ΧΧΧ πήγε στο πρακτορείο στο οποίο ευρισκόταν η ΜΚ2, φοβήθηκε ή απειλήθηκε ο ίδιος, αφ΄ ης στιγμής αυτός δεν είχε μιλήσει με τον ΧΧΧ αλλά ούτε και ο ίδιος μίλησε με την ΧΧΧ με την οποία υποθέτει ότι ο ΧΧΧ μιλούσε τηλεφωνικώς μαζί της. Επίσης σε σχέση με την πρόκληση του φόβου και της απειλής πώς είναι δυνατόν να μην ένιωσε τέτοιο φόβο ή απειλή στις προγενέστερες επισκέψεις αυτών των δύο οι οποίες μάλιστα έλαβαν χώρα 2 μήνες πριν του επίδικου επεισοδείου. Γιατί απλούστατα θεωρώ ότι τα γεγονότα δεν επεσυνέβηκαν όπως τα επικαλείται. Να αναφέρω ότι στο Δικαστήριο γινόταν αναφορά σε ΚΧΧ ενώ η κατηγορούμενη ονομάζεται ΧΧΧ ΧΧΧ Μιλτιάδους την οποία βεβαίως ο ΜΚ1 αναγνώρισε στο Δικαστήριο αλλά ούτε και αμφισβητήθηκε ότι η αναφορά του αφορούσε την κατηγορούμενη. Επίσης δεν αποδέχομαι την θέση του ότι στους δύο άνδρες παρουσίασε στοιχεία πληρωμών γιατί φάνηκε ότι του στάληκε επιστολή την οποία ο ΜΚ1 αποδέχεται ότι έλαβε από το Δικηγορικό γραφείο περί τούτου. Σε αντίθετη περίπτωση ποιός ήταν ο λόγος της αποστολής τέτοιας επιστολής. Επιπρόσθετα επικαλείται στην αντεξέταση του και πάλιν μεταγενέστερα ότι η κατηγορούμενη τον επισκέφθηκε στο πρακτορείο και έκανε φασαρία, κάτι που δεν ανέφερε στην κατάθεση του, τότε που έλαβαν χώρα τα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα. Εν πάσει περιπτώσει ούτε και βρίσκω παράξενο ή παράνομο να τον είχε επισκεφθεί η κατηγορούμενη για να του ζητήσει να τις καταβάλει είτε οφειλόμενα ενοίκια, είτε άλλα ποσά που της όφειλε. Ακόμη αντιφατικές είναι οι αναφορές του σε σχέση με το ποσό που του ζητούσαν δηλαδή σε κάποιο σημείο έγινε αναφορά σε €16.000 και σε άλλο για €10.
- Αυτές είναι ενδεικτικές και όχι εξαντλητικές οι θέσεις του ΜΚ1 τις οποίες σε καμία περίπτωση δεν αποδέχομαι, πλην της αναφοράς του ότι με την κατηγορούμενη είχαν διαφορές που προέκυψαν από την ενοικίαση του καταστήματος της και ότι αυτός κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε από το Δικαστήριο, ως πιο πάνω ανέφερα. Συνεπώς δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ1 την οποία απορρίπτω ως αναξιόπιστη, ελλιπή, και δεν της αποδίδω καμία βαρύτητα πέραν του πιο πάνω αναφερθέντος θέματος. Η ΜΚ2 μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία της περιορίστηκε στην αναφορά της επίσκεψης του ΧΧΧ στο πρακτορείο του ΜΚ1 στις 4.6.
- Ο ΧΧΧ της είπε ότι ο ΜΚ1 του χρωστούσε χρήματα. Διαπιστώνω ότι στην μαρτυρία της δεν γίνεται καμία αναφορά στην κατηγορούμενη ούτε την εμπλέκει. Στο τεκμήριο Β΄αναφέρεται ότι ο ΧΧΧ ισχυρίστηκε ότι ο ΜΚ1 του χρωστεί χρήματα. Δεν γίνεται μνεία ότι είναι η κατηγορούμενη που του τα οφείλει. Ακόμη επιβεβαίωση των όσων η ΜΚ2 ανέφερε τότε στην αστυνομία εμφαίνεται από τις τελευταίες ερωτήσεις στην αντεξέταση του ΜΚ1 για το τί του είπε η πρώτη και αυτός επανέλαβε την επίσκεψη του Παναγιώτου εκεί, αλλά δεν γίνεται καμία αναφορά του ονόματος της κατηγορούμενης. Επίσης στην κατάθεση της τότε δεν είπε ότι ο ΧΧΧ επισκέφθηκε ακόμα δύο φορές το πρακτορείο. Αυτό το ανέφερε αντεξεταζόμενη 5 χρόνια μετά, για τις οποίες βέβαια δεν ανέφερε λεπτομέρειες αλλά ούτε και ενέπλεξε καθ΄οιονδήποτε τρόπο την κατηγορούμενη. Συνακόλουθα αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολο της πλην του πιο πάνω σημείου η οποία σε κάθε περίπτωση δεν ενέπλεξε την κατηγορούμενη. Ο ΜΚ3 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος στις 4.6.17 έλαβε το παράπονο και την γραπτή κατάθεση (τεκμήριο Α) του ΜΚ1 στο ΤΑΕ Πάφου. Ο συνήγορος υπεράσπισης αντεξετάζοντας τον ΜΚ3 τον ρώτησε κατά πόσο αυτός προέβηκε σε έλεγχο κλειστών κυκλωμάτων στο πρακτορείο για να διαπιστωθεί εάν πράγματι ο ΧΧΧ Παναγιώτου επισκέφθηκε το πρακτορείο του ΜΚ1 και εάν προέβηκε σε αποκάλυψη τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, αφού υπήρχε ισχυρισμός περί τηλεφωνικής επικοινωνίας του πιο πάνω με την κατηγορούμενη. Ο ΜΚ3 απάντησε για το πρώτο θέμα ότι ρώτησε τον ΜΚ1 περί τούτου αλλά δεν υπάρχει ψηφιακός δίσκος στον φάκελλο της υπόθεσης. Ακόμη δεν αιτήθηκαν αποκάλυψη δεδομένων γιατί δεν προνοείται από τον Νόμο. Το γεγονός ότι η επιστολή που αποστάληκε από τον συνήγορο της κατηγορούμενης δεν ευρισκόταν στον φάκελλο της υπόθεσης ο οποίος δεν είναι στην κατοχή του, αυτό από μόνο του δεν δημιουργεί πλήγμα στην μαρτυρία του. Ο ΜΚ1 μάλιστα αποδέκτηκε κατά την αντεξέταση του ότι έλαβε αυτή την επιστολή. Η θέση της υπεράσπισης ότι αυτός άσκησε πλημμελώς τα καθήκοντα του δεν με βρίσκει σύμφωνη γιατί ο ΜΚ3 αιτιολόγησε τις πιο πάνω ενέργειες του. Εν πάσει περιπτώσει δεν του υποδείχθηκε κάτι άλλο σε σχέση με το θέμα αυτό για να καταλήξω σε τέτοιο συμπέρασμα. Ούτε έχει αποδειχθεί παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων της κατηγορούμενης. Συνεπώς η μαρτυρία του κρίνεται ως αξιόπιστη και αληθής στο σύνολο της και προβαίνω στα ανάλογα ευρήματα. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ Από την κατηγορούμενη λήφθηκε ανακριτική κατάθεση τεκμήριο 1 στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Όσον αφορά τη γραπτές καταθέσεις κατηγορούμενου προσώπου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Η κατηγορούμενη μου έκανε πολύ καλή εντύπωση καταθέτοντας ενώπιον μου, λέγοντας ότι ο παραπονούμενος ήταν ο ενοικιαστής της, δεν της πλήρωνε ενοίκια και όφειλε στην ΑΗΚ συγκεκριμένα ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που αντιστοιχούσε στο ηλεκτρικό ρεύμα που αυτός σπατάλησε στο εν λόγω πρακτορείο, το οποίο ενοικίαζε από αυτήν. Η κατηγορούμενη με έχει πείσει για την αλήθεια των ισχυρισμών της, ότι δεν έχει καμία ανάμειξη με τα λεχθέντα του παραπονούμενου. Δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση, η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της και ανέφερε στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα. Επίσης αποδέχομαι την θέση της αναφορικά με τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την ενοικίαση του καταστήματος της από τον ΜΚ1, θέμα για το οποίο αποστάληκε επιστολή από το Δικηγορικό γραφείο Νεοκλέους σε αυτόν. Εν κατακλείδι αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολό της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ο ΜΚ1 ενοικίαζε χώρο στην οδό ΧΧΧ Παρίδη στην Πάφο, από την κατηγορούμενη το οποίο χρησιμοποιούσε ως πρακτορείο. Στις 4.6.17 ενώ η υπάλληλος του ΜΚ2 ευρισκόταν εκεί μετέβηκε πρόσωπο ονόματι ΧΧΧ Παναγιώτου ο οποίος την ρώτησε που είναι ο ΜΚ1. Αυτή του τηλεφώνησε και του ανέφερε ότι ο Παναγιώτου είναι εκεί και θέλει να του μιλήσει. Αυτός της είπε ότι κοιμάται και το ανέφερε στον Παναγιώτου. Τότε αυτός άρχισε να φωνάζει λέγοντας ότι ο ΜΚ1 του οφείλει χρήματα και κλώτσησε κάποια τραπέζια και έλεγε στους εκεί πελάτες να φύγουν. Αυτή φοβήθηκε από την πιο πάνω συμπεριφορά του Παναγιώτου. Στις 6.6.17 ο Αστ.1525 έλαβε ανακριτική κατάθεση τεκμήριο 1 από την κατηγορούμενη, στην οποία ανέφερε ότι είχε ενοικιάσει κατάστημα στον ΜΚ1 το οποίο μετέτρεψε ως πρακτορείο στοιχημάτων. Προέκυψαν διαφορές μεταξύ τους γιατί ο ΜΚ1 δεν κατέβαλε ενοίκια και τον λογαριασμό της ΑΗΚ ο οποίος εξακολουθούσε να είναι στο όνομα της και όταν αυτός έφυγε από το κατάστημα υπήρχαν αρκετές ζημιές σε αυτό. Αυτή κατηγορήθηκε γραπτώς στις 6.6.17 από τον πιο πάνω αστυφύλακα και απάντησε «δεν γνωρίζω οτιδήποτε γι΄αυτή την υπόθεση». Η κατηγορούμενη απέστειλε επιστολή στον ΜΚ1 μέσω του δικηγόρου της για το μεταξύ τους θέμα. Επίσης τον επισκέφθηκε με τον σύζυγο της 1-2 φορές και του είπαν ότι οφείλει αυτά τα ποσά. Ο ΜΚ1 κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε από το Δικαστήριο σε 4 μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή, αναφορικά με το εν λόγω υποστατικό το οποίο ενοικίαζε από την κατηγορούμενη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το κατηγορητήριο η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει στην 1η κατηγορία το αδίκημα της συνωμοσίας, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή». Με βάση όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 «το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48. Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί. Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstone΄s Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν συναντηθεί ποτέ, φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους. (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Χρειάζεται απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ.Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Επίσης η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει στην 4η κατηγορία το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή προαγωγής άλλου στην διάπραξη του ποινικού αδικήματος της Απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό την κλοπή, κατά παράβαση του άρθρου 290 του Κεφ. 154 το οποίο προνοεί: «Όποιος με σκοπό κλοπής πολύτιμου πράγματος απαιτεί αυτό από άλλο, με απειλές ή βία, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Δηλαδή το αδίκημα του άρθρου 290 συντελείται όταν ο δράστης έχει πρόθεση να κλέψει ένα πολύτιμο πράγμα από άλλο πρόσωπο και το απαιτεί με βία ή απειλές. Για την ολοκλήρωση του αδικήματος δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση η επιτυχία του σκοπού εφόσον τα συστατικά του αδικήματος είναι η απαίτηση περιουσίας (πολύτιμου πράγματος), η απαίτηση να συνοδεύεται με βία ή απειλές και να υπάρχει ο σκοπός της κλοπής. Στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα ο όρος «χρήματα»: « περιλαμβάνει χαρτονομίσματα, τραπεζογραμμάτια, τραπεζικές συναλλαγματικές, τραπεζικές επιταγές καθώς και κάθε άλλη επιταγή, ένταλμα ή παράκληση πληρωμής χρημάτων». Οι πρόνοιες του άρθρου 290 προσομοιάζουν με αυτές του άρθρου 30 του Lanceny Act 1916 της Αγγλίας. «Every person who with menaces or by force demands of any person anything capable of being stolen with intent to steal the same shall be guilty of felony and on conviction thereof liable to [imprisonment] for any term not exceeding five years.» Η διαφορά που υπάρχει μεταξύ των δύο διατάξεων εντοπίζεται στον προσδιορισμό του αντικειμένου. Το άρθρο 290 αναφέρεται σε «πολύτιμο πράγμα» («valuable thing») ενώ το άρθρο 30 της αγγλικής διάταξης αναφέρεται σε ό,τι δύναται να κλαπεί («anything capable of being stolen»). Στις Rex v. Kendrick and Smith, The Law Times, Vol. 144, p. 748 και R. v. Bernhard [1938] 2 K.B. 264, παρέχεται σαφής ένδειξη ότι τα χρήματα εμπίπτουν στην έννοια του όρου valuable thing του άρθρου 29
(1)* Larceny Act 1916. Το χρήμα, ως πράγμα κινητό, χρησιμοποιείται στις συναλλαγές με διάφορες μορφές, είτε ως φορέας αξίας είτε ως μέτρο αξίας δηλαδή, μέτρο σύγκρισης της αξίας των διαφόρων αγαθών. Και εφόσον το χρήμα έχει αξία, δεν μπορεί παρά να θεωρείται πράγμα πολύτιμο. Στην R. v. Collister and Warhurst [1955] 39 Cr. App. R. 100, με αναφορά στο άρθρο 21 του Theft Act 1968, αναφέρεται ότι η απαίτηση δεν είναι κατ' ανάγκη ρητή. Αν όμως είναι εξυπακουόμενη οπωσδήποτε πρέπει να είναι τέτοια ώστε ο μέσος λογικός άνθρωπος να μπορεί να αντιληφθεί ότι κάτι απαιτείται από αυτόν. Στην προκείμενη περίπτωση η απαίτηση για καταβολή συγκεκριμένου ποσού χρημάτων ήταν ρητή. Καθόσον αφορά την έννοια της απειλής, μπορεί να αντληθεί χρήσιμη καθοδήγηση από την ερμηνεία που έδωσαν τα αγγλικά δικαστήρια στον αντίστοιχο όρο «menaces» σε υποθέσεις που αφορούσαν αδικήματα με βάση το άρθρο 14 του Larceny Act 1916 και μεταγενέστερα το άρθρο 21
(1)του Theft Act 1968 για παρόμοιας φύσης αδίκημα. Κρίθηκε πως η συμπεριφορά του κατηγορούμενου για να συνιστά απειλή πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και έκτασης ώστε να μπορεί να επηρεάσει την κρίση λογικού ανθρώπου κανονικού θάρρους ή αυτός να φοβηθεί ώστε να ενδώσει παρά τη θέλησή του στην απαίτηση. Σχετικές με το θέμα είναι οι πιο κάτω αγγλικές αποφάσεις από τις οποίες το Πρωτόδικο Δικαστήριο πήρε καθοδήγηση και αναφέρονται στην εκκαλούμενη απόφαση. R. v. Clear [1968] 1 All E.R. 74, R. v. Miard [1844] 1 Cox. 22, R. v. Tomlinson [1895] 1 QB 706, R. v. Robertson
(1864)L. & C. 483, R. v. Garwood [1987] 1 All E.R. 1032, Thorne v. Motor Trade Association [1937] A.C. 797. Στο σύγγραμμα BLACKSTONE
(2003)παράγρ. B5.88, σελ. 354 κάτω από τον τίτλο «Meaning of menaces» αναφέρονται τα εξής: «In drafting the proposals which later became incorporated into the TA 1968, s.21 the Criminal Law Revision Committee adopted the term "menaces" in preference to "threats" on the basis that the latter term might possibly be too wide. As the Court of Appeal later said in Clear [1968] 1 Q.B. 670: «Words or conduct which would not intimidate or influence anyone to respond to the demand would not be menaces . . ., but threats and conduct of such a nature and extent that the mind of an ordinary person of normal stability and courage might be influenced or made apprehensive so as to accede unwillingly to the demand would be sufficient for a jury's consideration.» Στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα προνοείται ότι: Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετείχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί, είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υϊοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας εναντίον Σπύρος Σπύρου
(2002)2, Α.Α.Δ. 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοίζου εναντίον Αστυνομίας 1989
(2)Α.Α.ΑΔ 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης εναντίον Αστυνομίας 1991
(2)Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής. (Φλουρής εναντίον Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 1, η κατηγορούμενη την 4η Ιουνίου 2017, συνωμότησε με τον ΧΧΧ Παναγιώτου να διαπράξουν το αδίκημα της απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό την κλοπή. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω, η συνωμοσία αφορά το αδίκημα της απαίτησης περιουσίας με απειλές. Από την μαρτυρία της ΚΑ που παρουσιάστηκε πλην της αναφοράς της ΜΚ2 για την παρουσία του ΧΧΧ Παναγιώτου στο πρακτορείο του ΜΚ1 στις 4.6.17, καμία άλλη μαρτυρία δεν δόθηκε στο Δικαστήριο η οποία να αναφέρεται σε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της κατηγορούμενης και του ΧΧΧ για να διαπράξουν το αδίκημα της απαίτησης περιουσίας με απειλές. Ούτε και δόθηκε καμία άλλη μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι αυτοί συμμετείχαν σε κάποιο κοινό σχεδιασμό γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim.L.R.495). Δηλαδή δεν έχει επ΄ουδενί αποδειχθεί οποιαδήποτε συμφωνία των δύο πιο πάνω προσώπων με την προσκόμιση αξιόπιστης μαρτυρίας η οποία να δεικνύει άμεσα την ύπαρξη της. Να υπομνήσω ότι η ΜΚ2 δεν ενέπλεξε καθ΄οιονδήποτε τρόπο την κατηγορούμενη. Ακόμη και εάν ο ΜΚ1 κρινόταν ως αξιόπιστος από το Δικαστήριο η απλή αναφορά του ότι ο ΧΧΧ πήγε εκεί ακόμη δύο φορές με τον οποίο συζήτησαν για τα οφειλόμενα του προς την κατηγορούμενη, δεν είναι αρκετή για να καταδείξει ότι ευρίσκονταν εκεί κατόπιν συμφωνίας του ΧΧΧ και της κατηγορούμενης, η οποία είναι άγνωστο πότε και πώς συνομολογήθηκε (Yip Chieu - Chung v The Queen
(1995)1 AC 111). Περαιτέρω αναφέρω ότι ο ΧΧΧ Παναγιώτου συγκατηγορούμενος της κατηγορούμενης δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ούτε υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία του, που να υποστηρίζει ότι αυτός και η κατηγορούμενη συμφώνησαν για να διαπραχθεί το αδίκημα της απαίτησης περιουσίας με απειλές. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, το αδίκημα της συνωμοσίας σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αλλά και την θέση του ΜΚ1 διαπράχθηκε στις 4.6.17 όταν ο Παναγιώτου επισκέφθηκε το πρακτορείο του ΜΚ1 στην παρουσία της ΜΚ
- Αυτή τότε ανέφερε στην αστυνομία ότι ο Παναγιώτου της είπε ότι «ο ΜΚ1 του οφείλει χρήματα». Καμία αναφορά δεν έγινε στην κατηγορούμενη. Ούτε και στη μαρτυρία της ΜΚ2 έγινε τέτοια μνεία που να εμπλέκει την κατηγορούμενη. Συνεπώς, θεωρώ ότι η 1η κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη, καθ' ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά της στοιχεία και απορρίπτεται. ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 4, η κατηγορούμενη την 4η Ιουνίου 2017, συμβούλευσε ή πρόαξε τον ΧΧΧ Παναγιώτου να διαπράξει το αδίκημα της απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό την κλοπή, δηλαδή να εισπράξει με απειλές από τον ΧΧΧ Χριστοφή από την Πάφο το χρηματικό ποσό των €10.000 το οποίο της όφειλε. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει και υϊοθετεί όσα ανέφερε πιο πάνω στην 1η κατηγορία για την αναξιοπιστία του ΜΚ
- Και εάν ακόμη αυτός κρινόταν αξιόπιστος, το Δικαστήριο θα διατηρούσε αμφιβολίες ως προς την στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου της πρόθεσης της κατηγορούμενης να κλέψει τα χρήματα από τον ΜΚ1, τα οποία αποτελούν «πολύτιμο πράγμα». Ως διαφάνηκε και αναφέρθηκε και πιο πάνω από την ενοικίαση του καταστήματος της κατηγορούμενης από τον ΜΚ1 προέκυψε η οφειλή διαφόρων χρηματικών ποσών προς αυτήν. Συνεπώς θεωρώ ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε πρόθεση κλοπής «οφειλομένων χρημάτων από τον ΜΚ1» προς την κατηγορούμενη, για τα οποία αυτή είχε αξίωση δικαιώματος. Περαιτέρω σε συνέχεια των πιο πάνω, αυτά τα οποία ο ΜΚ1 ανέφερε σε σχέση με την εμπλοκή και τον ρόλο της κατηγορούμενης στα επίδικα προέρχονται από όσα του ανέφεραν τόσο η ΜΚ2 όσο και τα δύο άλλα πρόσωπα δηλαδή, ο ΧΧΧ και ο άγνωστος άνδρας που τον επισκέφθηκαν δύο φορές στο πρακτορείο του. Πρόκειται λοιπόν για εξ ακοής μαρτυρία. Κανένα όμως από τα πιο πάνω πρόσωπα που έκαναν στον παραπονούμενο τις αρχικές αυτές δηλώσεις δεν κλήθηκαν για να καταθέσουν στο Δικαστήριο, πλην της ΜΚ2 η οποία δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητική αλλά ούτε και ενέπλεξε την κατηγορούμενη. Οι δηλώσεις τους ουσιαστικά αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου. Η απουσία λοιπόν των εν λόγω προσώπων στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή μη των όσων ανάφεραν στον παραπονούμενο μέσα από την διαδικασία της αντεξέτασης τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). Επιπρόσθετα οτιδήποτε λέχθηκε στις 4.6.17 από τον ΧΧΧ Παναγιώτου μέσα στο πρακτορείο του ΜΚ1 είχε ως αποδέκτη την ΜΚ2 και όχι τον ΜΚ1 ο οποίος ευρισκόταν στο σπίτι του. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στην Δημητρίου εναντίον Δημοκρατίας 2001, 2ΑΑΔ, σελ.8 αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξάγει συμπεράσματα μόνο στηριζόμενο σε αξιόπιστη μαρτυρία. Από τη στιγμή που η μαρτυρία του ουσιώδους μάρτυρα κατηγορίας δηλαδή του ΜΚ1 κρίθηκε ότι δεν είχε την απαιτούμενη πειστικότητα, αλλά αυτή κρίθηκε αναξιόπιστη και αναληθής, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, κλονίστηκε το βάθρο επί του οποίου εδράζεται ότι η κατηγορούμενη διέπραξε τα αδικήματα τα οποία της καταλογίζονται. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω αλλά και το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, τηv σημασία της συνολικής προαναφερόμενης εξ΄ ακοής μαρτυρίας για την υπόθεση, ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση, όπου το βάρος αποδείξεως είναι στην ΚΑ, στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Βλ.Κορέλλη εναντίον Δημοκρατίας
(2000), 2 ΑΑΔ,12) και η μαρτυρία πρέπει να έχει την απαιτούμενη πληρότητα και βεβαιότητα, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε τις 2 κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη στις οποίες αυτή αθωώνεται και απαλλάσσεται. [Υπ.] ........................................... Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο