Αναφορικά με την Αίτηση για Έκδοση των Laverty κ.α., Αίτηση Έκδοσης Φυγοδίκου Αρ.3/21, 24/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B19 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ.Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Αίτηση Έκδοσης Φυγοδίκου Αρ.3/21 Αναφορικά με τον Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο, Ν. 97/70 και Αναφορικά με την Αίτηση για Έκδοση των:
- ΧΧΧ Laverty
- ΧΧΧ Georgiou
- ΧΧΧ Mardell
- ΧΧΧ Georgiou
- ΧΧΧ Gillie ------------------------------------ Ημερομηνία: 24 Μαϊου 2022 AITHΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 28.3.22 Εμφανίσεις: Για τους Εκζητούμενους - Αιτητές 1, 2, 4, 5 : κος Η. Κυριακίδης, Χ. Σαββίδης, Η. Σατολιάς, κα Π. Οδυσσέως Για τον Εκζητούμενο 3: κος Μ. Μιλτιάδους, κα Κωνσταντινίδου Για τους Καθ΄ων η αίτηση - Αιτούσα Χώρα: κος Σ. Ερωτοκρίτου Εκζητούμενοι - Αιτητές 1 - 5: Παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εκζητούμενοι 1 - 5 αντιμετωπίζουν στο παρόν δικαστήριο την αίτηση με αρ.3/21 κατόπιν αιτήματος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (στο εξής ΗΠΑ) για την έκδοση τους, δυνάμει των προνοιών της Συνθήκης μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των ΗΠΑ για έκδοση Φυγοδίκων (Ν. 97/70 του Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου και Κυρωτικού Ν. 8 (III)/2008). Η ακροαματική διαδικασία είναι σε προχωρημένο στάδιο. Έχουν καταθέσει 3 μάρτυρες εκ μέρους της Αιτούσας Χώρας και 2 μάρτυρες εκ μέρους των εκζητουμένων 1, 2, 4 και
- Στις 28.3.22 οι εκζητούμενοι - αιτητές 1, 2, 4, 5 καταχώρησαν ενώπιον του δικαστηρίου αίτηση με την οποία εξαιτούνται τα εξής: Την παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ εφεξής) για προδικαστική απόφαση, βάσει του Άρθρου 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των πιο κάτω ερωτημάτων:
- Εάν οι διατάξεις του Άρθρου 8
(3)του κυρωθέντος διά του Νόμου 8(ΙΙΙ)/2008 Εγγράφου που προβλέπεται στο άρθρο 3
(2)της Συμφωνίας της 25ης Ιουνίου 2003 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής σχετικά με την έκδοση (ΕΕ 2003, L 181, σ.27) ( εφεξής καλούμενη η « Συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ») συνάδουν και είναι συμβατές με (α) το αντικείμενο και το σκοπό της Συμφωνίας ΕΕ-ΗΠΑ και (β) τις αρχές της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και της αναλογικότητας ως γενικές αρχές του Ενωσιακού δικαίου και ως αρχές απορρέουσες από τα Άρθρα 47 και 52 αντίστοιχα του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 2. Εάν το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν εφαρμογή κατά την εκτέλεση από τα Κράτη Μέλη της Συμφωνίας ΕΕ-ΗΠΑ και των εγγράφων που συνάπτονται στην βάση του άρθρου 3
(2)αυτής, αναφορικά με την έκδοση εκζητουμένων προσώπων στις ΗΠΑ.
- Οποιοδήποτε άλλο ερώτημα το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο υπό τις περιστάσεις να παραπέμψει. Η Αίτηση για Παραπομπή Ερωτημάτων στο ΔΕΕ βασίζεται στο Άρθρο 267 και 275 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), στα Άρθρα 2, 6, 19, 21, 23, 24 και 40 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), στα Άρθρα 7, 8, 47, 48, 51, 52 και 53 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), στις Γενικές Αρχές του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο Άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, στον περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικός Κανονισμός (1/2008) άρθρο 3, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την πιο πάνω Αίτηση ευρίσκονται στον φάκελλο του Δικαστηρίου και ειδικότερα στα πιο κάτω:
- Η διαδικασία έκδοσης των Αιτητών βασίζονται στο κυρωθέν διά του Νόμου 8(ΙΙΙ)/2008 Έγγραφο που προβλέπεται στο άρθρο 3
(2)της Συμφωνίας ΕΕ-ΗΠΑ (το Έγγραφο εφεξής καλούμενο η «Συμφωνία Κύπρου-ΗΠΑ»)
- Κατ' εφαρμογή του Άρθρου 8 της Συμφωνίας Κύπρου-ΗΠΑ, η Αιτούσα Χώρα (ΗΠΑ) υπέβαλε στο Αιτούμενο Κράτος (Κυπριακή Δημοκρατία) αίτηση έκδοσης και δικαιολογητικά έγγραφα ως αυτά αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του εν λόγω άρθρου.
- Η παράγραφος 3 του Άρθρου 8 της Συμφωνίας Κύπρου-ΗΠΑ προνοεί πως «αίτηση για έκδοση προσώπου το οποίο καταζητείται για δίωξη, υποστηρίζεται επίσης από: (α) αντίγραφο του εντάλματος ή διατάγματος σύλληψης (β) αντίγραφο του κατηγορητηρίου, αν υπάρχει και (γ) έκθεση των γεγονότων της υπόθεσης η οποία να περιέχει περίληψη της μαρτυρίας των μαρτύρων και να περιγράφει πραγματική και γραπτή μαρτυρία και να φανερώνει εύλογους λόγους να πιστεύεται ότι διαπράχθηκε αδίκημα και το πρόσωπο που καταζητείται το διέπραξε. Για το σκοπό αυτό δεν είναι ανάγκη να αποστέλλονται αυτούσιες οι ένορκες δηλώσεις ή η μαρτυρία των μαρτύρων.»
- Η ως άνω διάταξη, η οποία περιορίζει τα απαιτούμενα προς έκδοση δικαιολογητικά έγγραφα σε περιληπτικού χαρακτήρα έκθεση της μαρτυρίας, αποκλείοντας μάλιστα την υποχρέωση αποστολής αυτούσιων ένορκων δηλώσεων ή τη μαρτυρία μαρτύρων, δεν απαντάται στο κείμενο της Συμφωνίας ΕΕ-ΗΠΑ.
- Το κείμενο της Συμφωνίας ΕΕ-ΗΠΑ δεν προβλέπει, άμεσα ή έμμεσα, παρόμοιου περιοριστικού και περιληπτικού χαρακτήρα έκθεση γεγονότων ως υποστηρικτικό δικαιολογητικό της έκδοσης έγγραφο. Μάλιστα, μεταξύ άλλων και όχι περιοριστικά: (α) Στο προοίμιο της, η Συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ, αναφέρει πως η εν λόγω Συμφωνία καταρτίζεται «έχοντας τον προσήκοντα σεβασμό των δικαιωμάτων του ατόμου και του κράτους δικαίου.» (β) Στην επεξηγηματική σημείωση της Συμφωνίας ΕΕ-ΗΠΑ αναφέρεται πως η Συμφωνία δεν αποκλείει τη σύναψη, μετά την έναρξη ισχύος της, διμερών συμφωνιών έκδοσης μεταξύ ενός κράτους μέλους και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής «ο/ οποίες συνάδουν με τη συμφωνία».( Δηλαδή την Συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ).
- Η απουσία διάταξης που να τείνει έστω να προσομοιάσει ή να είναι σχετική με το άρθρο 8
(3)της Συμφωνίας Κύπρου - ΗΠΑ από τη Συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ, συνδυαστικά με τις πρωτογενούς δικαίου Ενωσιακές αρχές της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και της αναλογικότητας ως απορρέουν από τα Άρθρο 47 και 52 αντίστοιχα του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθιστά επιβεβλημένη την ερμηνεία της Συμφωνίας ΕΕ-ΗΠΑ από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) με τρόπο που να διασαφηνίζει τη συμβατότητα ή όχι με το Ενωσιακό Δίκαιο του Άρθρου 8
(3)της Συμφωνίας Κύπρου-ΗΠΑ. 7. Περαιτέρω, είναι σημαντικό να διασαφηνιστεί κατά πόσο η σημείωση «έχοντας τον προσήκοντα σεβασμό των δικαιωμάτων του ατόμου και του κράτους δικαίου» στο προοίμιο της Συμφωνίας ΕΕ-ΗΠΑ ερμηνεύεται κατά τρόπο που να επιβάλλει στα Κράτη Μέλη κατά την εκτέλεση και εφαρμογή της Συμφωνίας ΕΕ-ΗΠΑ ή των εγγράφων που συνάπτονται στην βάση του άρθρου 3
(2)αυτής, να εφαρμόζουν το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
- Σκοπός της παρούσας αίτησης είναι να ενεργοποιήσει στο παρόν στάδιο της δίκης, το οποίο είναι και το πλέον κατάλληλο στάδιο, τον προβλεπόμενο από την ΣΛΕΕ μηχανισμό «διαλόγου» εθνικού δικαστηρίου και ΔΕΕ για τη διασφάλιση ορθής, ενιαίας, αποτελεσματικής και ομοιόμορφης ερμηνείας των σχετικών ευρωπαϊκών κανόνων.
- Η καθοδήγηση από το ΔΕΕ και η απάντηση στα προτεινόμενα ερωτήματα είναι απαραίτητη και αντικειμενικά αναγκαία για την έκδοση της απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου. Ειδικότερα, από την προσδοκώμενη καθοδήγηση του ΔΕΕ και την απάντηση στα προτεινόμενα ερωτήματα, θα διασαφηνιστούν τα όρια της προσφερόμενης υπεράσπισης και κατ' επέκταση δικαστικής προστασίας των Αιτητών στο έδαφος του Αιτούμενου Κράτους και ειδικότερα στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι αυτό της Απούσας (τρίτης) Χώρας.
- Το ανακύπτοντα νομικά ζητήματα είναι καινοφανή από άποψη Ενωσιακού Δικαίου, δηλαδή το ΔΕΕ δεν έχει αποφανθεί επί των ίδιων ή παρεμφερών ερωτημάτων, ενώ ουδόλως οι απαντήσεις στα προτεινόμενα ερωτήματα είναι τόσο σαφείς ώστε να παρέλκει η καθοδήγηση από το ΔΕΕ (θεωρία της acte clair). Ως εκ τούτου, για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης και/ή οικονομίας δικαστικού χρόνου και/ή διευκολύνσεως της δικαστικής διαδικασίας και έκδοσης της δικής του απόφασης, δέον όπως το Σεβαστό Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, εγκρίνει την παρούσα αίτηση και αποστείλει σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας τα προτεινόμενα και/ή όποιο άλλο προδικαστικό ερώτημα κρίνει εύλογο υπό τις περιστάσεις προς το ΔΕΕ. Ενάντια στην πιο πάνω Αίτηση για την παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για προδικαστική απόφαση, καταχωρίστηκε Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης, την ίδια ημερομηνία. Αυτή συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Ελίζας Κυριάκου, Δικηγόρου στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας - Καθ΄ου η αίτηση, με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:
- Δεν πληρούνται οι προυποθέσεις του άρθρου 267 (πρώην 234) της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαικής Ένωσης.
- Η παρούσα αίτηση, αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας και τυχόν έγκρισή της θα συνιστά κατάφωρη παραβίαση και επηρεασμό της καθ΄ης η αίτηση για την διεξαγωγή και περάτωση της διαδικασίας μέσα σε εύλογο χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος.
- Δεν προκύπτει ζήτημα το οποίο να αφορά το κύρος και την ερμηνεία της απόφασης-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του τίτλου VI της Συνθήκης της Ευρωπαικής Ένωσης, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης της Ευρωπαικής Ένωσης, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους.
- Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και οι αιτητές, δεν προβάλλουν καμία ένδειξη και/ή ικανοποιητική εξήγηση και/ή δικαιολογία στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την παρούσα για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματός τους και/ή δεν προβάλλουν ικανοποιητικό λόγο γιατί αιτούμενη θεραπεία δεν ζητήθηκε σε προγενέστερο στάδιο. Η παραπομπή των εγειρόμενων θεμάτων δεν είναι αναγκαία για την έκδοση τελικής απόφασης στην προκείμενη περίπτωση, αφού η τελική απόφαση δεν εξαρτάται από την απόφαση του ΔΕΕ. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, θα προκαλέσει ισχυρή δυσμένεια στην καθ ής η αίτηση αφού η εκδίκαση της παρούσας αίτησης θα παραπεμφθεί σε βάθος χρόνου και θα ανασταλεί για αόριστο χρόνο. Ακόμα και αν ίσχυαν οι προυποθέσεις παραπομπής ζητήματος στο ΔΕΕ, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει ν ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών, καθότι η οποιαδήποτε απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, μπορεί να εφεσιβληθεί και το Ανώτατο Δικαστήριο, εάν κρίνει ότι πληρούνται οι προυποθέσεις του άρθρου 34 Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο ΔΕΕ και ως εκ τούτου καμία ζημιά δεν θα προκληθεί στην καθ ής η αίτηση. Δεν υπάρχει καμία ασάφεια και/ή αμφισβήτηση Κοινοτικής Διάταξης. Τα γεγονότα της υπόθεσης, τελούν υπό αμφισβήτηση και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατή η υποβολή αίτησης για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ. Δεν είναι αναγκαία η ερμηνεία των επίδικων άρθρων για την ομοιόμορφη εφαρμογή του Δικαίου στα υπόλοιπα κράτη μέλη και/ή για τη διατήρηση του κοινοτικού χαρακτήρα Νόμου που καθιδρύεται από την Συνθήκη και/ή δεν έχει στόχο να διασφαλίσει σε όλες τις περιστάσεις ο νόμος είναι ίδιος σε όλα τα κράτη-μέλη. Τα αιτούμενα προδικαστικά ερωτήματα, αφορούν θέματα ακαδημαικής θεώρησης και ενδιαφέροντος και/ή υποθετικά ερωτήματα και/ή γενικά και αόριστα ερωτήματα τα οποία δεν μπορούν να τύχουν προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ. Η επίδικη αίτηση είναι νόμο και ουσία αβάσιμη, ασκείται καταχρηστικά και υστερόβουλα και σκοπό έχει την καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης και έκδοσης απόφασης σ' αυτήν. Αν και η αίτηση καταχωρήθηκε για τους εκζητούμενους 1, 2, 4 και 5 εντούτοις και ο δικηγόρος του εκζητούμενου 3 υϊοθέτησε τις θέσεις των πιο πάνω. Συνεπώς το δικαστήριο συμπεριλαμβάνει στο παρόν αίτημα και τον εκζητούμενο
- Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση των γεγονότων που ευρίσκονται στον φάκελλο του δικαστηρίου αλλά και στη ένορκη δήλωση στην ένσταση της Καθ΄ης. Οι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το Δικαστήριο διατηρεί κατά νου τις θέσεις των διαδίκων τις οποίες μελέτησε ενδελεχώς και θα τις λάβει υπόψη του στον βαθμό που κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τo άρθρο 8
(3)του Νόμου 8 (III)/2008 που αφορά τις Διαδικασίες έκδοσης φυγοδίκων και απαιτούμενα έγγραφα προνοεί ότι: « αίτηση για έκδοση προσώπου το οποίο καταζητείται για δίωξη, υποστηρίζεται επίσης από: (α) ..... (β) ..... (γ) έκθεση των γεγονότων της υπόθεσης, η οποία να περιέχει περίληψη της μαρτυρίας των μαρτύρων και να περιγράφει πραγματική και γραπτή μαρτυρία και να φανερώνει εύλογους λόγους να πιστεύεται ότι διαπράχθηκε αδίκημα και το πρόσωπο που καταζητείται το διέπραξε. Για τον σκοπό αυτό δεν είναι ανάγκη να αποστέλλονται αυτούσιες οι ένορκες δηλώσεις ή η μαρτυρία των μαρτύρων. Το ΔΕΕ είναι αρμόδιο για να αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους του δικαίου της ΕΕ και όχι του εθνικού δικαίου. Αυτό πηγάζει από το ίδιο το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), το οποίο δίνει αρμοδιότητα στο ΔΕΕ για να αποφαίνεται επί του κύρους και της ερμηνείας του δικαίου της ΕΕ και, ασφαλώς, όχι του εθνικού δικαίου. Το ΔΕΕ αποφαίνεται επί των προδικαστικών ερωτημάτων μόνον εφόσον το δίκαιο της Ένωσης είναι εφαρμοστέο στην υπόθεση της κύριας δίκης: Όχι όταν η υπόθεση έχει αποκλειστικά εσωτερικό χαρακτήρα σε ένα κράτος - μέλος, χωρίς κάποιο διασυνοριακό στοιχείο. Ακόμα και σε τέτοιες περιπτώσεις όμως, το ΔΕΕ είναι αρμόδιο να απαντήσει αν εθνική διάταξη καθιστά το δίκαιο της ΕΕ υποχρεωτικό σε εσωτερική υπόθεση. Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ από μόνος του δεν δημιουργεί αρμοδιότητα. Άρα, για να μπορέσει να τύχει επίκλησης διάταξη του Χάρτη (και ως εκ τούτου να ζητηθεί ερμηνεία της), πρέπει να εφαρμόζεται στην οικεία περίπτωση κάποια άλλη διάταξη του δικαίου της ΕΕ. Προδικαστικό ερώτημα μπορεί να παραπέμπεται όταν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αναγκαία προκειμένου το εθνικό δικαστήριο να μπορέσει να εκδώσει τη δική του απόφαση επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του. Σε αυτό το στάδιο, σε σχέση με αυτή την απαίτηση πρέπει να εκκρεμεί κάποια διαφορά ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και η απάντηση στο ερώτημα ή τα ερωτήματα που θα σταλούν στο ΔΕΕ πρέπει να είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς αυτής. Η παραπομπή είναι υποχρεωτική όταν οι αποφάσεις του εθνικού δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου (άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ) ή όταν εγείρεται ερώτημα ως προς το κύρος πράξης της Ένωσης και το εθνικό δικαστήριο έχει αμφιβολίες για το κύρος αυτό. (νομολογία Foto -Frost, ν 314/85). Πρωτόδικα δικαστήρια έχουν ουσιαστικά απεριόριστη δυνατότητα (αλλά όχι υποχρέωση) παραπομπής. Η ύπαρξη νομολογίας από ανώτερο εθνικό δικαστήριο που φαίνεται να απαντά στο ερώτημα που θα ήθελε να παραπέμψει πρωτόδικος δικαστής δεν δεσμεύει τον εν λόγω δικαστή και δεν τον εμποδίζει να παραπέμψει (υπόθεση 166/73 Rheinmiillen Dusseldorf). Δηλαδή η προϋπόθεση η οποία πρέπει να πληρείται για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ είναι: «να υπάρχει αμφιβολία ως προς την ερμηνεία ή του κύρους του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης» και όχι του εθνικού δικαίου. Αναφορικά με την δυνατότητα ή την υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου για να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ υπάρχουν εξαιρέσεις όταν δηλαδή η ερμηνεία είναι τόσο προφανής ώστε να μη χρειάζεται το εθνικό δικαστήριο να ανατρέξει σε προηγούμενη νομολογία επί του θέματος. Σχετική αρχή ως acte claire και όπως καθιερώθηκε στην Srl CILFIT v Ministry of Health, Case 283/81
(1982)E.C.R 3415. Η νομοθεσία που διέπει τις εκδόσεις φυγοδίκων, όπως και εκείνη που διέπει την αναζήτηση και παράδοση εκζητουμένων προσώπων και οι αντίστοιχες Ευρωπαϊκές Συμβάσεις ή Αποφάσεις-Πλαίσιο, στηρίζεται στην εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών στο ποινικό σύστημα απονομής της δικαιοσύνης και στην τήρηση των αρχών που καθορίζονται από το Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, (Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2013)1 Α.Α.Δ 1764 και Gomes v. Government of Trimidal and Tobago
(2009)UKHL 21). Η διακρατική συνεργασία επί των πιο πάνω θεμάτων είναι ένας από τους στόχους της αμοιβαιότητας που είναι αναγκαία για την ευόδωση του ευρύτερου σκοπού της καταπολέμησης του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα, (Περέλλα (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 344, Inre Hachem
(1991)1 Α.Α.Δ. 182), στο πλαίσιο δε αυτό δίδεται ευρεία και φιλελεύθερη ερμηνεία στα σχετικά νομοθετικά κείμενα (Petrov
(1996)1 Α,Α,Δ, 856, και In re Mechanov
(2001)1 Α.Α.Δ. 1228).» Το άρθρο 267 (πρώην 234 της ΣΕΚ) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης - στο εξής ΣΛΕΕ - προνοεί τα ακόλουθα: 267. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί έπ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο. Όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, η οποία αφορά πρόσωπο υπό κράτηση, το Δικαστήριο αποφαίνεται το συντομότερο δυνατόν. Σε επίπεδο εθνικού δικαίου, της Κυπριακής Δημοκρατίας, το άρθρο 34Α του Ν.14/1960, ο Περί Δικαστηρίων Νόμος, προβλέπει τα εξής: «34Α
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ' αυτού.
(2)Σε περίπτωση που ζήτημα, το οποίο αναφέρεται στο εδάφιο
(1), ανακύψει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις του εν λόγω δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε έφεση, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.» Απαραίτητη προϋπόθεση για την παραπομπή ερωτήματος στο ΔΕΕ αποτελεί η ασάφεια της κοινοτικής διάταξης, η οποία να είναι σημαντική για την κρίση της εκκρεμούσας υπόθεσης στο εθνικό δικαστήριο. Ασάφεια στην κοινοτική διάταξη υπάρχει όταν στη θεωρία αλλά και στη νομολογία υποστηρίζονται περισσότερες της μίας απόψεις ή είναι δυνατόν να υποστηριχθούν πέραν της μίας άποψης. Αρμόδιο δικαστήριο για να αποφασίσει αν η κοινοτική διάταξη είναι ασαφής και αν πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο προδικαστικού ερωτήματος, είναι το εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση. Εν τέλει, ως προκύπτει από τη θεώρηση του υπό συζήτηση θέματος, βασικό κριτήριο το οποίο κλίνει υπέρ της απόφασης για παραπομπή, είναι το κατά πόσο η παραπομπή στο ΔΕΕ είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στην υπό εκδίκαση υπόθεση. (Βλέπε R v. International Stock Exchange Exparte Else
(1993)1 All E.R. 420 και το Σύγγραμμα The Foundations of European Community Law Fifth Edition του T.C. Hartley σελ. 296-297 κάτω από τον τίτλο DISCRETION). Στην υπόθεση Bulmer ν. Bollinger,
(1974)2 All E.R. 1226, ο Λόρδος Denning ανάφερε ότι 'necessary' mean that the outcome of the case must be dependent on the decision." To αποτέλεσμα δηλαδή της υπόθεσης να εξαρτάται από την απόφαση του Δικαστηρίου (σήμερα ΔΕΕ). Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας αν θα παραπέμπει ή όχι το θέμα, το εθνικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το κατά πόσο μπορεί, με βεβαιότητα, να αποφασίσει το ίδιο το εγειρόμενο θέμα. Επίσης, όπου η πρόνοια είναι τόσο ξεκάθαρη και σαφής ώστε να μην είναι απαραίτητη οποιαδήποτε ερμηνεία επί αυτής, τότε η υπόθεση δεν εμπίπτει εντός των περιπτώσεων που δικαιολογείται η παραπομπή στη βάση του 267 της ΣΛΕΕ. Το δόγμα αυτό αποκαλείται acte clair. Παραπέμπω στο σύγγραμμα Εισαγωγή στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο του Δ. Παπαγιάννη, 2η έκδοση, όπου γίνεται ανάλυση του θέματος και παραπομπή στην υπόθεση 283/81, Sr1 CILFIT, ημερομηνίας 06.10.1982, όπου το ΔΕΚ (πρώην ονομασία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) έθεσε τρία κριτήρια ελέγχου ώστε το εθνικό δικαστήριο να μην παραπέμπει ερωτήματα για Προδικαστική Απόφαση:
- Όταν η αμφισβητούμενη κοινοτική διάταξη δεν είναι σημαντική ούτε αναγκαία για τη λήψη της απόφασης του εθνικού δικαστηρίου.
- Όταν υπάρχει σαφής νομολογία του ΔΕΚ ως προς το συγκεκριμένο νομικό ερώτημα που απασχολεί το εθνικό δικαστήριο.
- Όταν η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου είναι τόσο προφανής ώστε δεν αφήνει κανενός είδους περιθώριο για μια λογική αμφιβολία, λαμβανομένου υπόψη, ότι οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου έχουν διατυπωθεί σε πολλές γλώσσες, ότι έχει διαμορφωθεί ειδική ορολογία για το κοινοτικό δίκαιο, η ερμηνεία του οποίου επιβάλλει μία συνολική εκτίμηση των διατάξεων του, ιδίως υπό το φως του επιδιωκόμενου σκοπού και του σταδίου στο οποίο ευρίσκεται η ενοποιητική διαδικασία. Ως προς το στάδιο της δίκης κατά τη διάρκεια του οποίου πρέπει να ασκείται η προδικαστική παραπομπή, αναφέρεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», του Παναγιώτη Ι. Κανελλόπουλου, πως αυτό εξαρτάται «από παράγοντες σχετικούς με την οικονομία και διευκόλυνση της δίκης, η εκτίμηση των οποίων δεν εναπόκειται στο δικαστήριο, αλλά μόνο στο εθνικό δικαστήριο...». Παράγοντας που επίσης λαμβάνεται υπόψη, είναι και το γεγονός ότι η άσκηση προδικαστικής παραπομπής έχει ως συνέπεια την αναστολή εκδίκασης της υπόθεσης μέχρι το ΔΕΕ να εκδώσει την απόφαση του επί του ερωτήματος. Προφανώς είναι αυτός ο λόγος που όπως, υποδεικνύεται στο Information Note on references from National Courts for a Preliminary Ruling (2005/C143/01), είναι επιθυμητό όπως η απόφαση παραπομπής προδικαστικού ερωτήματος να λαμβάνεται όταν η διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου έχει φτάσει στο σημείο όπου αυτό θα μπορεί να καθορίσει τα γεγονότα και το νομικό πλαίσιο του ερωτήματος. Διαπιστώνεται εύκολα πως στο ίδιο πλαίσιο αρχών και κατευθυντήριων γραμμών καθοδήγησης, ως προς τη άσκηση τη διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο εθνικό δικαστήριο, κινήθηκαν και οι αναφορές του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση CYPRA LIMITED ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.,
(2013)3 Α.Α.Δ. 305, κατά την απόφαση του για παραπομπή ερωτημάτων στο ΔΕΕ. Παρατίθενται στη συνέχεια σχετικά καθοδηγητικά αποσπάσματα: «Το Άρθρο 267 (πρώην Άρθρο 234) της Συνθήκης, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας παρέχει στο Δ.Ε.Ε. την εξουσία να ερμηνεύει τη Συνθήκη, δεν του παρέχει όμως ειδικά την εξουσία να εφαρμόζει τη Συνθήκη στα γεγονότα μιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Το εν λόγω άρθρο δεν παραθέτει το πλαίσιο διαδικασίας έφεσης, ούτε και το Δ.Ε.Ε. ενεργεί σαν Εφετείο από αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων. Η λειτουργία του είναι αναγκαία για τη διατήρηση του Κοινοτικού χαρακτήρα του νόμου που καθιδρύεται από τη Συνθήκη και έχει στόχο να διασφαλίσει ότι σε όλες τις περιστάσεις ο νόμος αυτός είναι ο ίδιος σε όλα τα Κράτη Μέλη της Κοινότητας (Rheinmuhlen-Dusseldorf v. EVGF, Υπόθεση Αρ. 166/73 [1974] ECR 33). Το Δ.Ε.Ε. αποφαίνεται επί θεμάτων ερμηνείας και εγκυρότητας του Κοινοτικού Δικαίου και όχι του Εθνικού Δικαίου ή της συμβατότητας του τελευταίου με το πρώτο. Τα θέματα αυτά αποφασίζονται από τα εθνικά δικαστήρια και τα ερωτηματικά που πηγάζουν από τα εν λόγω θέματα απαντώνται από τα εθνικά δικαστήρια. Με άλλα λόγια, το Δ.Ε.Ε. αποφαίνεται επί νομικών θεμάτων/ζητημάτων και δεν εφαρμόζει το νόμο επί των γεγονότων της υπόθεσης που είναι ενώπιόν του (Duringello v. INPS, Case C-186/90). Θα πρέπει βέβαια να λεχθεί ότι ο διαχωρισμός μεταξύ νομικών θεμάτων και γεγονότων δεν είναι πάντα εύκολος. Γι' αυτό δεν είναι άγνωστες οι περιπτώσεις όπου η διατύπωση μιας απόφασης του Δ.Ε.Ε. ελάχιστη ή καμιά διακριτική ευχέρεια αφήνει στα εθνικά δικαστήρια ως προς το πώς θα εφαρμόσουν την απόφαση στα γεγονότα της υπόθεσης που είναι ενώπιόν τους. (Matteucci v. Communauté Française de Belgique, Υπόθεση Αρ. 235/87 [1988] C.M.L.R. 357). Χρήσιμη περίληψη των λόγων που δικαιολογούν παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε. περιέχεται στην απόφαση του Δικαστή MacPherson στην υπόθεση R. v. H.M. Treasurey, ex parte Daily and General Trust plc. [1987] C.M.L.R.
(2), p. 1,
- Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: "I do not refer the case simply because a serious point of Community law arises, but I do so for the following reasons:
- The relevant facts are not in dispute. The case before me in its written form and the documents before me set out the facts which are substantially, if not wholly, agreed.
- The point raised will in my judgment be substantially determinative of the case.
- There is no Community authority precisely or indeed in my judgment closely in point.
- The point raised and indeed the case itself are both put forward in good faith and without any adverse motive .
- I am convinced that at some stage in its life the case will be or will have to be referred to Europe.
- I do not find the point free from doubt." Σε μετάφραση, "Δεν παραπέμπω την υπόθεση απλά γιατί σοβαρό σημείο του Κοινοτικού Δικαίου εγείρεται, αλλά την παραπέμπω για τους πιο κάτω λόγους:
- Τα σχετικά γεγονότα δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Η υπόθεση ενώπιον μου στην έγγραφη μορφή της και τα ενώπιον μου έγγραφα παραθέτουν τα γεγονότα τα οποία, αν όχι στην ολότητά τους, στην ουσία είναι συμφωνημένα.
- Το νομικό σημείο που ηγέρθη, κατά την κρίση μου, θα είναι καθοριστικό για την επίλυση τελεσίδικα της επίδικης διαφοράς.
- Δεν υπάρχει Κοινοτική αυθεντία ακριβώς στο σημείο ή πραγματικά κατά την κρίση μου, παραπλήσια του.
- Το εγερθέν σημείο και πραγματικά αυτή η ίδια η υπόθεση προβάλλονται και τα δύο καλόπιστα και χωρίς υστερόβουλο κίνητρο.
- Είμαι πεπεισμένος ότι σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας η υπόθεση θα παραπεμφθεί ή θα πρέπει να παραπεμφθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
- Δεν βρίσκω ότι το σημείο είναι απαλλαγμένο αμφιβολίας. Σχετικά με τους λόγους που δικαιολογούν παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε., χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει, σ' αυτές τις ίδιες τις Συστάσεις του Δικαστηρίου που αφορούν τέτοιες παραπομπές (Information Note on reference from National Courts for a Preliminary Ruling (2012/C338/01) και ιδιαίτερα στην υπό στοιχείο 13 Σύσταση, την οποία και παραθέτω: "
- Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το ίδιο για την ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και για την εφαρμογή του στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνει, ιδίως αν θεωρεί ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Εντούτοις, η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη όταν πρόκειται για νέο ερμηνευτικό ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος που συμβάλλει στην ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν προκύπτει ότι η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο πρωτοεμφανιζόμενο πλαίσιο μιας υποθέσεως." Περαιτέρω εξηγείται στο σύγγραμμα ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, Β΄ έκδοση της Ε. Ρ. Σαχπεκίδου, εκδόσεις Σάκκουλα, 2013, σελ. 627 και επόμενες, πως «Η Συνθήκη επιτρέπει εδώ ευρέα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας σε κάθε εθνικό δικαστή, ο οποίος αυτοδύναμα αποφασίζει αφενός αν υφίσταται ζήτημα ενωσιακού δικαίου στην εκκρεμή ενώπιον του υπόθεση, αφετέρου, αν η παρεμβολή του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αποτελεί προϋπόθεση της έκδοσης της δικής του απόφασης.» Στο προαναφερόμενο σύγγραμμα αναλύεται επίσης η θεωρία της acte clair (ανωτέρω), όπου όταν το εθνικό δικαστήριο θεωρεί πως μια κοινοτική διάταξη είναι απολύτως σαφής, δεν παραπέμπει το εγειρόμενο ερώτημα στο ΔΕΕ, διευκρινίζεται ωστόσο πως «Το εθνικό δικαστήριο απαλλάσσεται όμως από την υποχρέωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος μόνον για ζητήματα ερμηνείας και όχι σε θέματα κύρους του δικαίου της Ένωσης.» Στη σελίδα 635, του ιδίου συγγράμματος, σημειώνεται πως «Το Δικαστήριο της Ένωσης αναλαμβάνει, ωστόσο, μόνον την ερμηνεία των κανόνων του ενωσιακού δικαίου, οι οποίοι έχουν σημασία κατά την κρίση του εθνικού δικαστή και όχι την εφαρμογή τους στην επίδικη υπόθεση. Η εφαρμογή των κανόνων αυτών, έτσι όπως ερμηνεύθηκαν από το Δικαστήριο, ανήκει εξ ολοκλήρου στην εξουσία του εθνικού δικαστή.» ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαΐκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής σχετικά με την έκδοση υπογράφηκε το 2003 με απώτερο σκοπό την καταπολέμηση του εγκλήματος με αποτελεσματικό τρόπο, έτσι ώστε να προστατεύουν τις αντίστοιχες δημοκρατικές κοινωνίες και τις κοινές τους αξίες και τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν να προβούν σε ενίσχυση της συνεργασίας στα πλαίσια των ισχυουσών σχέσεων σε θέματα έκδοσης μεταξύ των κρατών μελών και των ΗΠΑ όσο αφορά την έκδοση εγκληματιών. Προκύπτει δηλαδή αβίαστα ότι στα πλαίσια συνεργασίας των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι διαδικασίες έχουν ως απώτερο σκοπό την μεν τήρηση του προσήκοντα σεβασμού των δικαιωμάτων του ατόμου και του κράτους δικαίου αλλά και την ταυτόχρονη τήρηση των διαδικασιών σε θέματα έκδοσης εγκληματιών, χωρίς καθυστερήσεις. Έχοντας παραθέσει πιο πάνω το πλαίσιο της νομικής πτυχής που διέπει το υπό συζήτηση ζήτημα αλλά και το περιεχόμενο των Ερωτημάτων 1-3 της Αίτησης, των οποίων ζητείται προδικαστική απόφαση από το ΔΕΕ, θεωρώ χρήσιμο, στο παρόν στάδιο, να παραθέσω κάποιες αναφορές από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκεκριμένα για το θέμα της έκδοσης φυγοδίκων σε συνάρτηση με τα προαπαιτούμενα του άρθρου 8
(3)(γ) του Κυρωτικού Νόμου του 2008. Στην Πολιτική Έφεση 26/20, 20.5.20 του XXX DIAB εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για την έκδοση του φυγόδικου στις ΗΠΑ έγινε αναφορά στην Hachem ν. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1992)1 Α.Α.Δ. 191 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Πρέπει όμως πρώτα να διευκρινίσουμε τις νομικές αρχές που διέπουν τη βασιμότητα των κατηγοριών όπως ενσωματώνονται στην υπουργική εξουσιοδότηση. Ο δικαστικός έλεγχος προβλέπεται ρητά από το νόμο [άρθρ. 9
(5)]. Αφορά δε τα προσαγόμενα από τη ξένη χώρα αποδεικτικά στοιχεία: In re Manfred Mutke
(1982)1 C.L.R. 922. Το επαρχιακό δικαστήριο αποφαίνεται κατά πόσον η μαρτυρία αυτή είναι επαρκής για να παραπεμφθεί ο συλληφθείς σε δίκη εφόσον το αδίκημα είχε διαπραχθεί στην Κύπρο. Αναφορικά με το επίπεδο ή το βαθμό απόδειξης εισάγεται το κριτήριο του άρθρ. 94 του Κεφ. 155 που ισχύει για τις προανακρίσεις. Είναι αρκετό δηλαδή, για να διαταχθεί η έκδοση αν η προσαχθείσα μαρτυρία δημιουργεί, όπως ορίζει το άρθρο 94 πιθανό τεκμήριο ενοχής. Βλέπε Re Jean Gabriel Hayek
(1983)1 C.L.R. 266. Σύμφωνα με την Hatchem oι εξουσίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είτε πρωτόδικα είτε κατ' έφεση, σε αιτήσεις habeas corpus από φυγόδικους εναντίον των οποίων έχει εκδοθεί διάταγμα εκδόσεως, αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας περιορίζονται στην εξέταση του κατά πόσο, από αντικειμενική θεώρηση, υπήρχε επαρκής μαρτυρία για την έκδοση, αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο δεν μπορεί ούτε να αναθεωρήσει τα ευρήματα του επαρχιακού δικαστηρίου ούτε να επέμβει στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, εφόσον αυτή κινήθηκε μέσα σε νόμιμα πλαίσια. Ακόμη στην ίδια απόφαση λέχθηκε ότι ο δικαστικός έλεγχος προβλέπεται ρητά από το νόμο {άρθρ. 9
(5)}. Αφορά δε τα προσαγόμενα από τη ξένη χώρα αποδεικτικά στοιχεία: In re Manfred Mutke
(1982)1 C.L.R. 922. To επαρχιακό δικαστήριο αποφαίνεται κατά πόσον η μαρτυρία αυτή είναι επαρκής για να παραπεμφθεί ο συλληφθείς σε δίκη εφόσον το αδίκημα είχε διαπραχθεί στην Κύπρο. Αναφορικά με το επίπεδο ή το βαθμό απόδειξης εισάγεται το κριτήριο του άρθρ. 94 του Κεφ. 155 που ισχύει για τις προανακρίσεις. Είναι αρκετό δηλαδή, για να διαταχθεί η έκδοση αν η προσαχθείσα μαρτυρία δημιουργεί, όπως ορίζει το αρθρ. 94, πιθανό τεκμήριο ενοχής. Βλέπε Re Jean Gabriel Hayek
(1983)1 C.L.R. 266. Από τη συνολική θεώρηση της νομολογίας συνάγεται ότι το δικαστήριο μπορεί να βασισθεί μόνο σε μαρτυρικά στοιχεία που συνιστούν παραδεκτή μαρτυρία. Οι δύο αποφάσεις που προαναφέρθηκαν υποστηρίζουν τη θέση αυτή. Όπως και η απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου In re Rashid
(1985)1 C.L.R. 393. Επίσης στην Katcho Mounir και Άλλος,
(2004)1 Α.Α.Δ. 793 αναγνωρίζεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η εξουσία να διαπιστώσει κατά πόσον υπάρχει, από αντικειμενική θεώρηση, επαρκής μαρτυρία για την έκδοση όπως αναφέρεται πιο πάνω. (Βλέπε: Hachem, Schtraks v. Government of Israel [1962] 1 All E.R. 529, Re Osman [1988] Crim. L.R. 611). Επίσης το Ανώτατο Δικαστήριο στην Katcho είπε τα εξής : « δεν θα συμφωνήσουμε με την πιο πάνω εισήγηση των εφεσειόντων. Δεν υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί εξέταση θέματος με αναφορά σε όσα υποστήριζαν οι εφεσείοντες σε σχέση με εξ ακοής μαρτυρία, μαγνητοφωνήσεις και παγίδευση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν επρόκειτο για εξ ακοής μαρτυρία αφού η άμεση μαρτυρία των μαρτύρων και ιδιαίτερα των CD-1 και Hall δεν αποτελούσε εξ' ακοής μαρτυρία. Οι ένορκες δηλώσεις, συνέχισε, των τεκμηρίων 8 και 9 δεν αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία γιατί αποτελούν περίληψη της έρευνας και της άμεσης μαρτυρίας η οποία έγινε δυνάμει του 8
(3)(γ) της Συνθήκης Έκδοσης μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Η.Π.Α. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επίσης, ορθά, απεφάνθη ότι υπήρχε πληθώρα άμεσης μαρτυρίας που δημιουργούσε πιθανό τεκμήριο ενοχής, όπως ορίζει το άρθρο 94 του Κεφ. 155. Προσθέτουμε ακόμα ότι την καταγραφή των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων την έκαναν οι ίδιοι οι μάρτυρες που είχαν ιδίαν γνώση και συμμετοχή στη συνομιλία. Το Επαρχιακό Δικαστήριο αναφέρει και σχολιάζει τα πιο πάνω θέματα, επικεντρώθηκε όμως να εξετάσει κατά πόσον η προσαχθείσα μαρτυρία, που περιορίζεται σε έκθεση γεγονότων, δημιουργεί το «πιθανό τεκμήριο ενοχής». Και κατέληξε θετικά. Δεν τεκμηριώνεται ότι υπήρχε κενό στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου το οποίο πληρώθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο με δικά του συμπεράσματα». Στην Πολιτική αίτηση αρ.180/19, 8.1.20 Αναφορικά με την αίτηση του ΧΧΧ DIAB για την έκδοση εντάλματος HABEAS CORPUS λέχθηκε ότι : « έχει επίσης αναγνωρισθεί από τη νομολογία ότι το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτήματος για την έκδοση εντάλματος Habeas Corpus, δεν επενεργεί ως Εφετείο. Δεν μπορεί να αναθεωρήσει τα ευρήματα του Δικαστηρίου που αποφάσισε την έκδοση, αλλά περιορίζεται στην εξέταση κατά πόσο υπήρχε ικανοποιητική μαρτυρία που να δικαιολογούσε την έκδοση και κατά πόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο ενήργησε εντός του δικαιοδοτικού του πλαισίου, (Μελά (Αρ. 3)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1199, Hachem v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1992)1 Α.Α.Δ. 191 και Katcho
(2004)1 Α.Α.Δ. 793). Γενικά για το θέμα σχετικό είναι το σύγγραμμα του Π. Αρτέμη: «Προνομιακά Εντάλματα» παρ. 3.18 και 3.19). Συναφώς προς τα ανωτέρω που είναι γενικής φύσεως με αναφορά στο ένταλμα Habeas Corpus, πρέπει να λεχθούν συμπληρωματικά και τα εξής: ιδιαιτέρως ως προς τις διαδικασίες που αφορούν θέματα έκδοσης φυγοδίκων, είναι σημαντικό να υπομνησθεί ο γενικός κανόνας ότι τα συμβαλλόμενα με τη Σύμβαση κράτη μέλη υπέχουν σχέση αμοιβαιότητας στην τήρηση των αντίστοιχων συμβατικών τους υποχρεώσεων σεβόμενα ταυτόχρονα τη διαφορετικότητα των νομικών συστημάτων και διαδικασιών. Η νομοθεσία που διέπει τις εκδόσεις φυγοδίκων, όπως και εκείνη που διέπει την αναζήτηση και παράδοση εκζητουμένων προσώπων και οι αντίστοιχες Ευρωπαϊκές Συμβάσεις ή Αποφάσεις-Πλαίσιο, στηρίζεται στην εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών στο ποινικό σύστημα απονομής της δικαιοσύνης και στην τήρηση των αρχών που καθορίζονται από το Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, (Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2013)1 Α.Α.Δ 1764, και Gomesv. Government of Trimidal and Tobago
(2009)UKHL 21). Η διακρατική συνεργασία επί των πιο πάνω θεμάτων είναι ένας από τους στόχους της αμοιβαιότητας που είναι αναγκαία για την ευόδωση του ευρύτερου σκοπού της καταπολέμησης του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα, (Περέλλα (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 344, Inre Hachem
(1991)1 Α.Α.Δ. 182), στο πλαίσιο δε αυτό δίδεται ευρεία και φιλελεύθερη ερμηνεία στα σχετικά νομοθετικά κείμενα (Petrov
(1996)1 Α,Α,Δ, 856, και In re Mechanov
(2001)1 Α.Α.Δ. 1228).» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στην μεταγενέστερη υπόθεση Seif Eldim Mostafa Mohamed Emam, Πολ. Έφ. 35/2017, ημερ. 2/11/2017. Είναι φανερό, στη βάση της πιο πάνω νομολογίας, ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει την ευχέρεια να αναθεωρήσει τα ευρήματα του Δικαστηρίου που επιλήφθηκε της έκδοσης ή να επέμβει στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας εφόσον αυτό κινήθηκε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του και μέσα στα νόμιμα όρια της. Η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου είναι περιορισμένη. Αυτό που μπορεί να εξεταστεί είναι κατά πόσο υπό αντικειμενική θεώρηση, υπήρχε επαρκής μαρτυρία για έκδοση και όχι αν διαπράχθηκε το αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοση. Ακόμη στην Πολιτική Αίτηση BRIDI, ημερομηνίας 20.7.21 αναφέρθηκε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα, υπ' αυτή την έννοια, της διαδικασίας και το κατά πόσον υπήρξε, από αντικειμενική θεώρηση, επαρκής μαρτυρία για την έκδοση του φυγοδίκου, χωρίς να έχει εξουσία να αναθεωρήσει τα ευρήματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου ( Kotlyarenko
(2011)1 AAΔ.505). Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Shimkevich, Πολ. Έφ. Αρ. 235/2012, ημερ. 30.3.2017 λέχθηκαν τα ακόλουθα: τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στην Έκθεση Γεγονότων, στα δικαιολογητικά έγγραφα που τη συνοδεύουν αλλά και ο αλλοδαπός Νόμος της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση, είναι δεσμευτικά για το Δικαστήριο που εξετάζει αίτηση της φύσης αυτής και δεν παρέχεται η ευχέρεια σ΄ αυτό να τα αμφισβητήσει. Η απόδειξη τους όπως και οποιαδήποτε υπεράσπιση του εκζητούμενου, είναι θέματα που αφορούν το Δικαστήριο της χώρας που αιτείται την έκδοση του (βλ. Re Victor Nicolaevich Makushin
(2012)1 Α.Α.Δ. 567 και Re Evans
(1994)1 W.L.R. 1006, Mechavor (Aρ.2)
(2001)1 Α.Α.Δ. 1228).» (υπογραμμίσεις δικές μου). Δηλαδή από τις πιο πάνω παραπομπές στην νομολογία προκύπτει σαφώς από το άρθρο 8
(3)(γ) του Κυρωτικού Νόμου του 2008 τί πρέπει να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο συγκεκριμένα καλείται να αποφασίσει περί της έκδοσης ή μη εκζητούμενων προσώπων και όχι για οποιοδήποτε άλλο θέμα, χωρίς να κρίνεται αναγκαία οποιαδήποτε ερμηνεία της εν λόγω διάταξης από το ΔΕΕ. Ειδικότερα δεν δημιουργείται ούτε και δημιουργήθηκε στο παρελθόν καμία αμφιβολία ως προς την ερμηνεία, ή την σαφήνεια ή ως προς τα προαπαιτούμενα του εν λόγω άρθρου, ούτως ώστε το Δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αίτησης έκδοσης φυγοδίκων να αδυνατεί να εκδώσει την τελική του απόφαση γιατί τα στοιχεία, μαρτυρία και γεγονότα τα οποία του έχουν αποσταλεί για τον συγκεκριμένο και μοναδικό σκοπό είναι ανεπαρκή και/ή ελλιπή. Αντίθετα προκύπτει ότι κατόπιν αιτήσεων έκδοσης φυγοδίκων το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε σωρεία αποφάσεων πρωτόδικων δικαστηρίων περί της έκδοσης προσώπων, βασιζόμενες στον Κυρωτικό Νόμο του 2008 και ειδικότερα στο άρθρο 8
(3)(γ) γιατί απλούστατα τα προαπατούμενα του είναι ικανοποιητικά αλλά και το περιεχόμενο του είναι σαφές για να δύναται το δικαστήριο να εκδώσει την απόφαση του περί της έκδοσης ή μη των εκζητουμένων. Με γνώμονα τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές άσκησης της διακριτικής μου ευχέρειας, επί των θεμάτων - ερωτημάτων - που εγείρονται στην επίδικη Αίτηση, καθώς επίσης τις νομικές διατάξεις που διέπουν αυτά, αλλά και με το περιεχόμενο που αυτά περιέχουν, έχω καταλήξει να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια ενάντια στην παραπομπή των ερωτημάτων της Αίτησης για Προδικαστική Απόφαση από το ΔΕΕ, για τους ακόλουθους λόγους: Ως αναφέρθηκε πιο πάνω, ασάφεια στην κοινοτική διάταξη υπάρχει όταν στη θεωρία αλλά και στη νομολογία υποστηρίζονται περισσότερες της μίας απόψεις ή είναι δυνατόν να υποστηριχθούν πέραν της μίας άποψης. Αρμόδιο δικαστήριο για να αποφασίσει αν η κοινοτική διάταξη είναι ασαφής και αν πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο προδικαστικού ερωτήματος, είναι το εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση. Είναι σημαντικό σ΄ αυτό το στάδιο να υπενθυμίσω πως εάν πρόκειται για διάταξη κοινοτικού δικαίου η οποία είναι σαφής, ως προς τη ρύθμιση της, τότε το εθνικό δικαστήριο δεν παραπέμπει ερώτημα για προδικαστική απόφαση στο ΔΕΕ. Ο λόγος είναι προφανώς, πως ενώ η παρέμβαση του ΔΕΕ είναι υποστηρικτική και βοηθητική στο έργο των εθνικών δικαστηρίων, ταυτόχρονα δεν ενθαρρύνεται η ενασχόληση του ΔΕΕ με ξεκαθαρισμένα ζητήματα, είτε αυτά ξεκαθαρίστηκαν από το ίδιο σε νομολογία του, είτε είναι ξεκαθαρισμένα από μόνα τους μέσα από την ίδια την κοινοτική διάταξη, αν έτσι αισθάνεται το εθνικό δικαστήριο (δική μου υπογράμμιση). Αναφορικά με το πρώτο ερώτημα των αιτητών στην παρούσα, δηλαδή εάν οι διατάξεις του Άρθρου 8
(3)του Κυρωθέντος διά του Νόμου 8(ΙΙΙ)/2008 Εγγράφου που προβλέπεται στο άρθρο 3
(2)της Συμφωνίας της 25ης Ιουνίου 2003 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής σχετικά με την έκδοση (ΕΕ 2003, L 181, σ.27) συνάδουν και είναι συμβατές με (α) το αντικείμενο και το σκοπό της Συμφωνίας ΕΕ-ΗΠΑ και (β) τις αρχές της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και της αναλογικότητας, ως γενικές αρχές του Ενωσιακού δικαίου και ως αρχές απορρέουσες από τα Άρθρα 47 και 52 αντίστοιχα του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρώ πως αυτό δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από το ΔΕΕ, και υπό αυτή την έννοια δεν θα δοθεί απάντηση στο παρόν εθνικό δικαστήριο. Επαναλαμβάνω ότι δεν ενθαρρύνεται η ενασχόληση του ΔΕΕ με ξεκαθαρισμένα ζητήματα και θεωρώ είναι σαφές μέσα από την ίδια την κοινοτική διάταξη τί επιζητείται. Γι΄αυτό θεωρώ αναγκαίο να παραπέμψω πρωτίστως στο άρθρο 3 της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ σχετικά με την έκδοση, στο οποίο αναφέρεται το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας και μάλιστα στο άρθρο αυτό γίνεται η αναφορά στο άρθρο 8 το οποίο αναφέρει ρητά ότι «εφαρμόζεται στην περίπτωση της απουσίας διατάξεων διμερούς συνθήκης οι οποίες διέπουν την υποβολή συμπληρωματικών πληροφοριών». Δηλαδή το άρθρο 8 της συμφωνίας αναφέρει ότι «το προς ο η αίτηση κράτος μπορεί να ζητήσει από το αιτούν κράτος να παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες, εντός εύλογης προθεσμίας την οποία καθορίζει, εφόσον θεωρεί ότι αυτές που παρέχονται προς υποστήριξη της αίτησης έκδοσης δεν επαρκούν για την εκπλήρωση των απαιτήσεων της εφαρμοστέας Συνθήκης έκδοσης». Από αυτό συνάγεται ότι η ενημέρωση αρχικά από το αιτούν κράτος είναι συνοπτική και το προς ο η αίτηση κράτος έχει την ευχέρεια να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες από το αιτούν κράτος, εάν το κρίνει αναγκαίο ή εάν θεωρηθεί μη επαρκές το αποσταλθέν σε αυτό υλικό. Το άρθρο 5 αυτής προνοεί για την διαβίβαση και βεβαίωση της αυθεντικότητας των εγγράφων της έκδοσης. Το άρθρο 7 αναφέρει ότι εάν το πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση κρατείται υπό καθεστώς προσωρινής σύλληψης από το προς ο η αίτηση κράτος το αιτούν κράτος μπορεί να εκπληρώσει την υποχρέωση του να διαβιβάσει την αίτηση έκδοσης και τα δικαιολογητικά της έγραφα διά της διπλωματικής οδού. Συνεπώς προκύπτει ξεκάθαρα από τις πιο πάνω πρόνοιες η αναφορά σε γενικές γραμμές μάλιστα της διαβίβασης από το αιτούν κράτος των απαιτούμενων εγγράφων που σχετίζονται με την διαδικασία της αίτησης έκδοσης, προς το αιτούμενο κράτος. Τα πιο πάνω αναφερθέντα άρθρα τα οποία αφορούν την διαβίβαση εγγράφων για σκοπούς έκδοσης προνοούνται και στον Νόμο 8(III)/2008, άρθρο 8,
(3)(γ) που κυρώνει το έγγραφο που προβλέπεται από το άρθρο 3
(2)της Συμφωνίας για έκδοση μεταξύ της Ευρωπαΐκής ´Ενωσης και των ΗΠΑ η οποία υπογράφηκε στις 25 Ιουνίου 2003 αναφορικά με την εφαρμογή της Συνθήκης μεταξύ της κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της κυβέρνησης των ΗΠΑ για έκδοση φυγοδίκων που υπογράφηκε στις 17 Ιουνίου 1996. Μάλιστα στο άρθρο 8
(3)προχώρησαν και ένα βήμα παραπέρα απ΄ότι αναφέρεται στο άρθρο 8 της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαΐκής ´Ενωσης και των ΗΠΑ αφού σε αυτό αναφέρεται συγκεκριμένα τι μπορεί να περιέχει η έκθεση των γεγονότων της υπόθεσης, δηλαδή περίληψη της μαρτυρίας των μαρτύρων η οποία να περιγράφει πραγματική και γραπτή μαρτυρία. Παραπέμπω επίσης στον Κυρωτικό Νόμο του 2008 στο Μέρος Ι στο άρθρο 1(α) το οποίο προνοεί ότι τα άρθρα
(5)
(1)και
(7)
(1)της συμφωνίας έκδοσης ΕΕ -ΗΠΑ όπως παρατίθενται στο άρθρο 8
(1)του παραρτήματος του παρόντος εγγράφου, ρυθμίζουν τον τρόπο διαβίβασης της αίτησης έκδοσης και των δικαιολογητικών της εγγράφων και παρέχουν εναλλακτική μέθοδο για την διαβίβαση αίτησης έκδοσης και των δικαιολογητικών της εγγράφων έπειτα από προσωρινή σύλληψη. Συνακόλουθα, αναφορικά με τον ισχυρισμό της απουσίας του άρθρου 8
(3)(γ), από την Συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ θεωρώ ότι μπορεί να μην αναφέρεται αυτολεξεί τί στοιχεία και τί μαρτυρία πρέπει να αποστέλλει το αιτούν κράτος όμως παρ΄όλα αυτά οι πρόνοιες των πιο πάνω άρθρων αυτής, θεωρώ ότι καλύπτονται πλήρως από τις αναφορές του 8
(3)(γ) του Κυρωτικού Νόμου του 2008. Η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη ιδίως όταν ανακύπτει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου νέο ερμηνευτικό ζήτημα το οποίο έχει γενικότερη σημασία για την ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να παράσχει τις διευκρινίσεις που είναι αναγκαίες σε ένα καινοφανές νομικό ή πραγματικό πλαίσιο. Εδώ κάθε άλλο παρά η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να παράσχει τις διευκρινίσεις που είναι αναγκαίες στα εν λόγω ερωτήματα, ως παρέπεμψα ανωτέρω. Στην παρούσα η πλευρά των εκζητούμενων αντεξέτασε τους μάρτυρες της αιτούσας χώρας για τα έγγραφα τα οποία αποστάληκαν από τις ΗΠΑ και συγκεκριμένα για το περιεχόμενο αυτών. Το θέμα που επικαλέστηκαν οι αιτητές και αντεξέτασαν τους μάρτυρες της αιτούσας χώρας σε σχέση με την κατ΄ισχυρισμό παράνομα ληφθείσα μαρτυρία δεν είναι θέμα που χρήζει απάντησης από το ΔΕΕ, αλλά ενδεχομένως να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης, κατά πόσο παραβιάστηκαν τα δικαιώματα των εκζητουμένων με σημείο αναφοράς τη δίκαιη δίκη, εάν και εφόσον αποφασισθεί από το παρόν δικαστήριο η έκδοση τους. Ειδικότερα, η αναγκαιότητα που προκύπτει ως επικαλούνται για την καθοδήγηση από το ΔΕΕ στο παρόν στάδιο της δίκης και η παραπομπή στην μαρτυρία του μάρτυρα των εκζητούμενων 2 κατά την αντεξέταση του και οι αναφορές του για την ανεπαρκή και /ή ελλιπή παρουσίαση στοιχείων για τους εκζητούμενους αλλά και κατά πόσον αυτά ανακτήθηκαν νόμιμα ή παράνομα αφορούν την ουσία της υπόθεσης η οποία ενδεχομένως να εκδικαστεί στις ΗΠΑ. Το θέμα αυτό δεν θα εξεταστεί τώρα και ούτε επιτρέπεται να εξεταστεί από το παρόν δικαστήριο το οποίο δεν θα αποφασίσει τα ζητήματα τα οποία έχουν αναλυθεί εκ μέρους των εκζητουμένων, πλείστα εξ'αυτών αφορούν την ουσία της υπόθεσης. Το πιο πάνω άρθρο στον εν λόγω Κυρωτικό Νόμο αναφέρει με σαφήνεια τί απαιτείται να αποσταλεί από τις ΗΠΑ, ούτως ώστε το δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις έκδοσης εκζητούμενων προσώπων. Δηλαδή γίνεται αναφορά σε αυτό ότι η αίτηση των ΗΠΑ στη συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να υποστηρίζεται από έκθεση γεγονότων της υπόθεσης η οποία να περιέχει περίληψη της μαρτυρίας των μαρτύρων αλλά γίνεται επιπρόσθετα και αναφορά σε περιγραφή τόσο πραγματικής όσο και γραπτής μαρτυρίας η οποία να φανερώνει εύλογους λόγους να πιστεύεται ότι διαπράχθηκε αδίκημα και το πρόσωπο που καταζητείται το διέπραξε. Η λόγω διάταξη δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ. Εκείνο που χρήζει αναφοράς και υπενθύμισης είναι ο συγκεκριμένος σκοπός της παρούσας διαδικασίας, δηλαδή η εξέταση συγκεκριμένων προϋποθέσεων, ούτως ώστε το δικαστήριο να οδηγηθεί στην απόφαση της έκδοσης ή μη των αιτητών. Αυτό δεν χρειάζεται οτιδήποτε πέραν αυτών για να καταλήξει στα πιο πάνω. Στην παρούσα θεωρώ ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε ερμηνευτικό ζήτημα του άρθρου 8 αλλά ούτε και από την υφιστάμενη νομολογία εμφαίνεται ότι δεν δίνονται οι αναγκαίες διευκρινίσεις. Σε σχέση με τον χρόνο υποβολής της παρούσας αίτησης δεν θα συμφωνήσω με τον συνήγορο της αιτούσας χώρας ότι υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο. Αντίθετα τέθηκε σε χρονικό σημείο που το Δικαστήριο έχει μία σφαιρική εικόνα της υπόθεσης. Ακόμη κρίνω ότι η παραπομπή των εγειρόμενων θεμάτων για τα οποία ζητείται η ερμηνεία από το ΔΕΕ δεν είναι αναγκαία για την έκδοση της τελικής μου απόφασης στην προκείμενη περίπτωση. Πλείστα εκ των θεμάτων που σχολιάστηκαν από την πλευρά των εκζητουμένων και περιλαμβάνουν και το 2ο ερώτημα τους, κατά πόσον το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν εφαρμογή κατά την εκτέλεση από τα Κράτη Μέλη της Συμφωνίας ΕΕ-ΗΠΑ και των εγγράφων που συνάπτονται στην βάση του άρθρου 3
(2)αυτής, αναφορικά με την έκδοση εκζητουμένων προσώπων στις ΗΠΑ αποτελούν θέματα ακαδημαϊκού και θεωρητικού ενδιαφέροντος τα οποία δεν μπορούν να τύχουν προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ αλλά και δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία της οποίας ο σκοπός είναι συγκεκριμένος και το Δικαστήριο εξετάζει μόνο κατά πόσο συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η παρούσα αίτηση δεν αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας, ως η θέση της αιτούσας χώρας και οι αιτητές έχουν τέτοιο δικαίωμα για υποβολή τέτοιας. Θεωρώ όμως ότι η τυχόν έγκρισή της, η οποία εν πάσει περιτώσει δεν δικαιολογείται για τους λόγους που εξέθεσα, θα καθυστερήσει την περάτωση της παρούσας διαδικασίας μέσα σε εύλογο χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος. Οι εκζητούμενοι 2, 3, 4 και 5 κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας μέχρι και σήμερα τελούν υπό κράτηση, συνεπώς το παρόν δικαστήριο εάν παραπέμψει τα ερωτήματα προς το ΔΕΕ η διαδικασία θα ανασταλεί και είναι ενδεχόμενο ότι αυτοί θα εξακολουθήσουν να παραμένουν υπό κράτηση για αόριστο χρονικό διάστημα, μέχρι να αποφασιστεί το θέμα από αυτό παρά την ύπαρξη των προνοιών για αίτηση ταχείας εκδίκασης. Κατ΄ επέκταση δεν προσφέρεται η παραπομπή των εν λόγω ερωτημάτων (1 - 2) για Προδικαστική Απόφαση από το ΔΕΕ. Είναι σημαντικό να αναφερθώ στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. VYACHYSLAV SHIMKEVICH, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 235/12, 30/3/2017 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τα γεγονότα αλλά και το επικαλούμενο δίκαιο που παρατίθενται από την αιτήτρια χώρα: «Σε διαδικασία όπως στην παρούσα, διάχυτη είναι η αρχή της αβροφροσύνης, καθότι αφορά διακρατικές σχέσεις και η περίπτωση έκδοσης φυγοδίκων έχει ως μοναδικό σκοπό την καταπολέμηση του εγκλήματος, τηρουμένων πάντοτε των εχεγγύων που παρέχουν οι συνθήκες και η εσωτερική νομοθεσία. Τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στην Έκθεση Γεγονότων, στα δικαιολογητικά έγγραφα που τη συνοδεύουν αλλά και ο αλλοδαπός Νόμος της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση, είναι δεσμευτικά για το Δικαστήριο που εξετάζει αίτηση της φύσης αυτής και δεν παρέχεται η ευχέρεια σ΄ αυτό να τα αμφισβητήσει. Η απόδειξη τους όπως και οποιαδήποτε υπεράσπιση του εκζητούμενου, είναι θέματα που αφορούν το Δικαστήριο της χώρας που αιτείται την έκδοση του (βλ. Re Victor Nicolaevich Makushin
(2012)1 Α.Α.Δ. 567 και Re Evans
(1994)1 W.L.R. 1006, Mechavor (Αρ.2)
(2001)1 Α.Α.Δ. 1228). Αυτό που δικαιούται ο εκζητούμενος να αποδείξει είναι ότι η αιτούσα χώρα καταχράται τη διαδικασία και όχι ν' αμφισβητεί προσαχθείσα μαρτυρία για έκδοση του από την αιτούσα χώρα. Εκείνο, συνεπώς, που είχε να εξετάσει πρωταρχικά το Πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν, κατά πόσο από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του διά μέσου της Έκθεσης Γεγονότων και των συνοδευτικών εγγράφων, αποκαλύπτετο επιλήψιμη συμπεριφορά που να παρέχει τη δυνατότητα αναγνωρίσεως ποινικού αδικήματος με βάση την ημεδαπή νομοθεσία. (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ναταλία Κovovalova, ECLI:CY:AD:2015:D639, Π.Ε. 436/11, ημερ. 30.9.2015, ECLI:CY:AD:2015:D639.).» Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά πάγια γραμμή της νομολογίας δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση ολόκληρου του μαρτυρικού υλικού από το αιτών κράτος προς απόδειξη της ενοχής. Ούτε και η μαρτυρία που παρουσιάζεται αξιολογείται σε βάθος, εφόσον το παρόν Δικαστήριο δεν θα κρίνει την ενοχή ή την αθωότητα του εκζητούμενου προσώπου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Konovalova Πολ. Έφεση αρ.436/11 ημερ.30.09.15 και Αναφορικά με την αίτηση του Khacimovich Πολ. Αίτηση αρ.133/2019 ημερ.04.10.19). Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 267 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εξασκώντας την διακριτική μου ευχέρεια απορρίπτω την αίτηση των αιτητών - εκζητούμενων 1, 2, 4, και 5 η οποία συμπεριλαμβάνει και τον εκζητούμενο αρ.3, ημερομηνίας 28.3.22, για Παραπομπή Ερωτημάτων στο ΔΕΕ για Προδικαστική Απόφαση γιατί δεν είναι αναγκαία για την τελική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου στην υπόθεση, δηλαδή για την έκδοση ή μη των εκζητουμένων. Επαναλαμβάνω πως καθίσταται σαφές ότι από την εν λόγω πρόνοια του άρθρου 8 η οποία δεν είναι ασαφής ή χρήζει ερμηνείας θα πρέπει το δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας μεταξύ άλλων, να εξετάσει κατά πόσο τα υποστηρικτικά έγγραφα της αίτησης είναι ικανοποιητικά για να εκδώσει την τελική του απόφαση και εάν ικανοποιείται ότι τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του συνδέουν τους εκζητούμενούς με την διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία κατηγορούνται στις ΗΠΑ. Η απόφαση του Δικαστηρίου να κοινοποιηθεί άμεσα στην Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης. (Υπ)................ Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο