← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΠΑΦΟΥ ν. KARYPIDIS, Αρ. Υπόθεσης: 797/22, 20/5/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΠΑΦΟΥ ν. KARYPIDIS, Αρ. Υπόθεσης: 797/22, 20/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 797/22 Μεταξύ: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΠΑΦΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΧΧΧ KARYPIDIS Κατηγορούμενος ------------------------------- Ημερομηνία: 20 Μαϊου 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ.Περγαντή Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Κ. Σοφοκλέους, κα Ι. Ιωάννου Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά που ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει πλην των κατηγοριών 35 - 39 τις οποίες παραδέκτηκε και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, τέθηκε πρωτίστως από τις συνηγόρους του αίτημα όπως δοθεί άδεια από το Δικαστήριο ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να αλλάξει απάντηση και να καταχωρηθεί η ειδική απάντηση με βάση το άρθρο 69

(1)β του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155. Επίσης έθεσαν θέμα δεδικασμένου και ειδικότερα ότι ο κατηγορούμενος έχει αθωωθεί σε προγενέστερο στάδιο σε υποθέσεις τις οποίες ανέφεραν και συνεπώς έχει τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης για δεύτερη φορά κατά παράβαση του άρθρου 12.2 του Συντάγματος. Συνεπώς ήταν η θέση των συνηγόρων ότι αυτός πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής η οποία παρέπεμψε και αυτή με την σειρά της σε νομολογία λέγοντας ότι τα αιτήματα εκ μέρους του κατηγορούμενου πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο. Όσα υποστήριξαν αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, επιχειρηματολογώντας για τη βασιμότητα των εκατέρωθεν θέσεών τους, έχουν μελετηθεί και ληφθεί σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο για την έκδοση της παρούσας απόφασης και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αναλυτικά. Θα προβαίνω σε αναφορά επί των σημείων των αγορεύσεων, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Θα εξετάσω πρωτίστως το πρώτο αίτημα που τέθηκε από τις συνηγόρους του κατηγορούμενου, ήτοι της χορήγησης άδειας στον κατηγορούμενο από το Δικαστήριο για αλλαγή απάντησης και της καταχώρησης ειδικής απολογίας. Ένας κατηγορούμενος όταν «κληθεί να απαντήσει» στην κατηγορία σύμφωνα με το άρθρο 67 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου έχει το δικαίωμα: (α) να παραδεχτεί την κατηγορία (β) να μην παραδεχτεί την κατηγορία και (γ) να του παρασχεθεί η ευχέρεια να υποβάλει ειδική απάντηση στην κατηγορία. Οι ειδικές απαντήσεις προσδιορίζονται στο άρθρο 69 του Κεφαλαίου 155 το οποίο προνοεί τα εξής: «Ο κατηγορούμενος δύναται, προτού απαντήσει στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, να ισχυριστεί- (α) ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου αυτός καλείται να απαντήσει δεν έχει δικαιοδοσία και ότι άλλο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με αυτόν ή για το ποινικό αδίκημα για το οποίο αυτός κατηγορείται, και, αν ο ισχυρισμός γίνει αποδεκτός, το Δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση για να εκδικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου της Δημοκρατίας το οποίο έχει δικαιοδοσία για τον υπαίτιο ή για το ποινικό αδίκημα (β) ότι έχει προηγουμένως καταδικαστεί ή αθωωθεί ανάλογα με την περίπτωση, βάσει των ιδίων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα (γ) ότι έτυχε χάριτος για το ποινικό του αδίκημα.
(2)Αν καθένας από τους ισχυρισμούς των παραγράφων (β) ή (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού προβληθεί αλλά προβάλλεται άρνηση ως προς την πραγματική αλήθεια αυτού, το Δικαστήριο δικάζει κατά πόσο ο ισχυρισμός αυτός είναι πράγματι αληθινός ή όχι. Αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος δεν αποδεικνύουν τον ισχυρισμό, ή ότι ο ισχυρισμός είναι πράγματι ψευδής, ο κατηγορούμενος υποχρεώνεται να απαντήσει στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο. Αυτές περιλαμβάνουν τρεις διαφορετικούς τρόπους αμφισβήτησης της αρμοδιότητας του δικαστηρίου και της ευχέρειας να επιληφθεί των κατηγοριών οι οποίες του προσάπτονται. Κατ' ουσίαν ειδικές απαντήσεις συνιστούν προκατακτικές ενστάσεις στις κατηγορίες. Κατά πρώτο μπορεί να αμφισβητήσει την τοπική δικαιοδοσία του δικαστηρίου, κατά δεύτερο ότι έχει προγενέστερα καταδικαστεί ή αθωωθεί για τα ίδια ποινικά αδικήματα, βάσει των ίδιων γεγονότων και τρίτο ότι έτυχε χάρης για το ποινικό αδίκημα. Αναφέρθηκε ότι το άρθρο 69
(1)β ορίζει ότι προγενέστερη αθώωση ή καταδίκη του κατηγορουμένου βάση των ιδίων γεγονότων, για το ίδιο ποινικό αδίκημα στοιχειοθετεί ειδική υπεράσπιση. Ανάλογη πρόνοια γίνεται και στο άρθρο 12.2 του Συντάγματος το οποίο προβλέπει ότι ο απαλλαγείς ή καταδικαστείς δεν δικάζεται εκ δεύτερου για το ίδιο αδίκημα. Ουδείς τιμωρείται εκ δευτέρου για την αυτή πράξη ή παράλειψη εκτός εάν συνεπεία ταύτης προκλήθηκε ο θάνατος. Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν προηγούμενη αθώωση ή καταδίκη δεν πρέπει μόνο να είναι τα ίδια αλλά και το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε πρέπει να είναι το ίδιο. Εκτός όπου ο κατηγορούμενος εγείρει ειδική απάντηση σύμφωνα με το άρθρο 69 ο κατηγορούμενος υποχρεούται όπως προβλέπει το άρθρο 67 του κεφαλαίου 155 να παραδεχτεί ή να μην παραδεχτεί την κατηγορία. (Σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του Γ. Πική, σελ 146 - 150). Το Δικαστήριο έχει εγγενή εξουσία καθ΄ οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να δεχθεί αλλαγή της απάντησης του κατηγορούμενου στην κατηγορία. Η εξουσία πηγάζει από την σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου να διασφαλίσει την απονομή της Δικαιοσύνης. Κατά συνέπεια δύναται με δική του πρωτοβουλία να υποκαταστήσει απάντηση παραδοχής με απάντηση μη παραδοχής και να προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης αλλά και αντίστροφα να υποκαταστήσει απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή και να προχωρήσει στην έκθεση γεγονότων από την Κατηγορούσα Αρχή. Δηλαδή στο άρθρο 69 του Κεφ.155 ο ίδιος ο νομοθέτης προβλέπει ότι εάν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος δεν αποδεικνύουν τον ισχυρισμό του, δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι καταδικάστηκε ή αθωώθηκε με βάση την παράγραφο (β) αυτός υποχρεώνεται να απαντήσει στο κατηγορητήριο. Είναι ξεκάθαρο και σαφές ότι το δικαίωμα αυτό του κατηγορουμένου μπορεί να το ασκήσει πριν να απαντήσει στο κατηγορητήριο. Στη συνέχεια αφού το δικαστήριο, ως προνοείται εξετάσει τις συνθήκες και τα γεγονότα της υπόθεσης εφόσον προβάλλεται άρνηση και δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του, τότε είναι υποχρεωμένος να απαντήσει στο κατηγορητήριο. Αποφασίστηκε ότι ο όρος "πριν απολογηθεί στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο το καταχωρηθέν στο Κακουργιοδικείο" που βρίσκεται στο άρθρο 69
(1)(α) του Νόμου, Κεφ. 155, ρυθμίζει τη διαδικασία κατά τη δίκη,προφανώς με τον τρόπο που περιγράφεται στην υπόθεση Reis R. v. Ah Ahmet Reis and Others, 12 C.L.R. 8, και δεν αποκλείει κατ' ανάγκη τη δυνατότητα να εγερθεί τέτοιο θέμα για πρώτη φορά κατ' έφεση. Εννοώντας βεβαίως το θέμα της δικαιοδοσίας το οποίο είχε εγερθεί σ΄εκείνη την υπόθεση και όχι οτιδήποτε άλλο (δική μου επισήμανση). Ο κατηγορούμενος στην παρούσα κλήθηκε να απαντήσει στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει σύμφωνα με το άρθρο 67 του Κεφ.155 και εξάσκησε το δικαίωμα του αφού δεν παραδέκτηκε τις κατηγορίες πλην των κατηγοριών 35 - 39 τις οποίες παραδέκτηκε. Αυτός δεν υπέβαλε στο χρόνο που νομιμοποιείτο την ειδική απάντηση ως αναφέρει η πιο πάνω πρόνοια. Θεωρώ ότι έχει απωλέσει το δικαίωμα του να θέσει την ειδική απάντηση υπό μορφή της προδικαστικής ένστασης, ως προνοεί το άρθρο 69 του Κεφ.
  1. Πουθενά δεν προβλέπεται στον Νόμο αλλά ούτε και είναι νομολογημένο ότι μπορεί να του δοθεί η άδεια να αλλάξει απάντηση είτε από παραδοχή είτε από μη παραδοχή, σε απάντηση ειδικής απολογίας, ως προνοεί το άρθρο
  2. Εν κατακλείδι το πρώτο σκέλος του αιτήματος της υπεράσπισης είναι εκπρόθεσμο και αυτό απορρίπτεται. Παρά την απόρριψη του αιτήματος της υπεράσπισης για αλλαγή απάντησης, ως πιο πάνω αναφέρθηκε το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής η ειδική απολογία του autrefois convict/acquit στη παρούσα υπόθεση. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι προκειμένου να αποφασίσω για το θέμα έχω ανατρέξει τόσο σε Νομολογία όσο και στα συγγράμματα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο» - Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure in Cyprus
(1975)στα Ελληνικά, σελ.154-160, «στο Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Β' Έκδοση, των κ.κ.Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Λευκωσία 2016, σελ.918-921, «στα Στοιχεία Ποινικού Δικαίου και Δικονομίας του Κώστα Σατολιά» ,σελ.397-400 και «στην Εισαγωγή στο Κεφ.155» του Κ. Σατολιά σελ.220-225. Στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο πιο πάνω, αναφέρεται ότι για να υπάρχει επιτυχής επίκληση του Autrefois Acquit ή του Autrefois Convict θα πρέπει όχι μόνο τα γεγονότα να είναι τα ίδια αλλά και το αδίκημα. Εάν τα συστατικά είναι διαφορετικά τότε δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της ειδικής αυτής απολογίας. Στο σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης πιο πάνω αναφέρεται ότι: «σύμφωνα με την αρχή Autrefois Convict ή Autrefois Acquit, ουδείς δύναται να κατηγορηθεί ξανά για ποινικό αδίκημα στο οποίο ήδη καταδικάστηκε ή αθωώθηκε, ή για αδίκημα που είναι - κατά νόμο και γεγονός (Κονέ v. Φλουρή και Άλλης, Ποινική Έφεση 209/13, ημερ.5.3.15) το ίδιο ή ουσιωδώς το ίδιο με άλλο στο οποίο ήδη αθωώθηκε και απαλλάχτηκε, ή για το οποίο θα μπορούσε να είχε καταδικαστεί με προσθήκη άλλης συναφούς κατηγορίας, βάσει των γεγονότων της υπόθεσης που όμως δεν προστέθηκε ..». Ως ανέφερα πιο πάνω η δυνατότητα προβολής των ειδικών απαντήσεων του autrefois acquit και autrefois convict είναι νομοθετικά κατοχυρωμένη στην Κύπρο με το άρθρο 69
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο έχει ως αντικείμενο την κωδικοποίηση του κοινού δικαίου στο θέμα αυτό (βλ. Πικής, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure In Cyprus
(1975)στα Ελληνικά), σελ. 157). Επί του προκειμένου τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο οι αρχές του αγγλικού κοινού δικαίου επί του θέματος (βλ. R. v. Georghi Andoni Yiallouri 3 C.L.R. 41). Η αρχή, όπως διατυπώθηκε από τον Lord Devlin στην Connelly (πιο κάτω) είναι σαφής: «The doctrine of autrefois protects an accused in circumstances in which he has actually been in peril. It cannot, naturally enough, protect him in circumstances in which he could have been put in peril but was not.» Το θέμα είναι ξεκάθαρο και το δόγμα εφαρμόζεται πλήρως, όταν ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει εκ νέου τα ίδια αδικήματα για τα οποία αθωώθηκε ή καταδικάστηκε προηγουμένως και τα οποία βασίζονται πάνω στα ίδια γεγονότα. Η προστασία από διπλή διακινδύνευση (Double Jeopardy) παρέχεται και από το Σύνταγμα. Η παράγραφος 2 του άρθρου 12 του Συντάγματος προνοεί: « Ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς, δεν δικάζεται εκ δευτέρου δια το αυτό αδίκημα. Ουδείς τιμωρείται εκ δευτέρου δια την αυτήν πράξιν ή παράλειψη, εκτός εάν συνεπεία αυτής προεκλήθη θάνατος». Σχετικές πρόνοιες υπάρχουν επίσης τόσο στον Ποινικό Κώδικα Κεφ.154 (άρθρο 19) όσο και στον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.155 (άρθρο 35). Επί του θέματος σχετικές είναι οι κυπριακές αποφάσεις Levent Shail (πιο κάτω) και Κονέ ν. Φλουρή κ.α., Ποινική Έφεση ΑΡ. 209/2013, 5/3/2015, οι αγγλικές αποφάσεις Connelly v. DPP [1964] 2 AC 1254, DPP ν Humphrys [1977] A.C. 1 και R. v. Z.
(2000)3 All E.R. 385 και η απόφαση του ΕΔΑΔ στη Sergey Zolotukhin v. Russia [2009] ECHR 14939/
  1. Το δόγμα του δεδικασμένου στη σφαίρα του ποινικού δικαίου εφαρμόζεται υπό τον τύπο του αποφθέγματος nemo debet bis vexari pro una et eadem causa ή, nemo debet bis puniri pro una delicto, δηλαδή κανένας δεν υποβάλλεται για δεύτερη φορά στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα, γνωστό στο αγγλικό δίκαιο ως το «rule against double jeopardy» (Bλ. το σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 2015 Ed., παράγραφο 4-221). Για να μπορεί να εφαρμοστεί το δόγμα, πρέπει ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης σε προηγούμενη υπόθεση για το ίδιο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Η λέξη «αδίκημα» (offence) κατά τον Lord Devlin στην υπόθεση Connelly v. Director of Public Prosecutions [1964] Α.C. 1254, περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα που συνιστούν το αδίκημα όσο και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για να είναι εφαρμοστέο το δόγμα πρέπει να πρόκειται για το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην υπόθεση, LEVENT SHAIL ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 137/2014, 8/7/2016: «Η συνταγματική, νομοθετική και με κάθε άλλη διάσταση επιταγή ότι κανένας δεν μπορεί να θεωρηθεί δύο φορές ποινικά υπεύθυνος για το ίδιο ποινικό αδίκημα, είναι καλά εμπεδωμένη διαχρονικά, τόσο στο Αγγλοσαξωνικό νομικό σύστημα, όσο και στον Ευρωπαϊκό χώρο.» Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω αναφερθέντα παραπέμπω επίσης:
  2. Στο άρθρο 113
(2)του Συντάγματος που προνοεί τα εξής: «Ο Γενικός Εισαγγελεύς της Δημοκρατίας έχει εξουσίαν κατά την κρίσιν αυτού προς το δημόσιον συμφέρον να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνηται και συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασίαν ή διατάσσει δίωξιν καθ' οιουδήποτε προσώπου εν τη Δημοκρατία δι' οιονδήποτε αδίκημα». Στην Police v Athienitis
(1983)2 CLR 194, αναφέρθηκε ότι: «that the Attorney-General can, in the exercise of his powers under Article 113.2 of the Constitution, discontinue a criminal case without filing a nolleprosequi, in accordance with the provisions of section 154
(1)of the Criminal Procedure Law, Cap. 155.
(2)That the Attorney-General can discontinue a case without affording any reasons for doing so; and he can exercise this power in person or by officers subordinate to him». 2. Στο άρθρο 154
(1)του Κεφ.155 το οποίο προνοεί τα εξής:
(1)Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία και σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής πριν από την απόφαση ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται να καταχωρήσει αναστολή δίωξης, είτε ανακοινώνοντας αυτό στο Δικαστήριο είτε πληροφορώντας το Δικαστήριο γραπτώς ότι η Δημοκρατία προτίθεται να διακόψει τη διαδικασία και για αυτό ο κατηγορούμενος αμέσως απαλλάσσεται ως προς το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο για το οποίο καταχωρείται η αναστολή δίωξης.
(2)......
(3)Όταν καταχωρείται αναστολή δίωξης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, η απαλλαγή του κατηγορούμενου δεν συνιστά κώλυμα για οποιαδήποτε μεταγενέστερη διαδικασία εναντίον αυτού για το ίδιο ποινικό αδίκημα ή λόγω των ίδιων πραγματικών γεγονότων. Δηλαδή το άρθρο 154
(3)του Κεφ.155 προβλέπει ότι η αναστολή ποινικής δίωξης (nolle prosequi) από τον Γενικό Εισαγγελέα δεν παρεμβάλλει κώλημα για την επαναδίωξη του κατηγορουμένου για το ίδιο αδίκημα. Στην Araouzos & Son v Police
(1980)2 CLR 131, κρίθηκε ότι η διάταξη αυτή δεν συγκρούεται με τις πρόνοιες του άρθρου 12.2 του Συντάγματος. Όρος απαλλαγής στο άρθρο αυτό του Συντάγματος υποδηλώνει απαλλαγή κατ΄ ουσίαν και όχι ως αποτέλεσμα αναστολής ή διακοπής προηγούμενης δίωξης. Το δε άρθρο 91 του ιδίου Νόμου, παρέχει την ευχέρεια απόσυρσης κατηγορίας, με την έγκριση του Δικαστηρίου, οπότε ο κατηγορούμενος αθωώνεται εάν η κατηγορία αποσυρθεί μετά από την απολογία του σε αυτή, ενώ ο Γενικός Εισαγγελέας μπορεί βάσει του άρθρου 154 του εν λόγω Νόμου να διακόψει υφιστάμενη διαδικασία, με αναστολή δίωξης και να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος, χωρίς η απαλλαγή του να συνιστά κώλυμα στην ενσωμάτωση των κατηγοριών που αποσύρθηκαν σε νέο κατηγορητήριο. Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ V Γ.Κ, Ποινική Εφεση 88/21, 5.7.21 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Δεν βλέπουμε σκοπιμότητα εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην πιο πάνω ενέργεια του, ο οποίος ασκώντας τις εξουσίες που έχει από το Σύνταγμα, ανέστειλε τις ποινικές διώξεις σε σχέση με τις προηγούμενες ποινικές υποθέσεις που είχαν καταχωριστεί εναντίον του Εφεσίβλητου, και καταχώρισε στη συνέχεια μια ποινική υπόθεση στην οποία συμπεριέλαβε όλα τα αδικήματα που κατ΄ ισχυρισμόν διέπραξε ο Εφεσίβλητος εναντίον και των τριών προσώπων. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά απέρριψε τις σχετικές εισηγήσεις που είχαν γίνει και ενώπιον του. Ούτε διαπιστώνουμε να έχει επηρεαστεί οποιοδήποτε δικαίωμα του Εφεσίβλητου από τις πιο πάνω νόμιμες και θεμιτές ενέργειες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας». Έχει αναφερθεί ότι ο προσωρινός τερματισμός μίας ποινικής διαδικασίας λόγω αναστολής ποινικής δίωξης (nolle prosequi) δεν εμποδίζει την Κατηγορούσα Αρχή ή τον ιδιώτη κατήγορο να καταχωρήσει εναντίον του κατηγορούμενου εκ νέου τις ίδιες κατηγορίες αφού ο τελευταίος δεν έχει αθωωθεί και απαλλαχθεί σε αυτές (DPP v Jarman
(2013)EWHC Admin 4391). Στην Προδρόμου v Τράπεζας Κύπρου, Ποιν. Έφ.25/12, ημερ. 20.2.14 λέχθηκαν τα εξής: «Ένα θέμα το οποίο απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο και τίθεται και ενώπιόν μας στα πλαίσια της έφεσης συναρτάται προς την καταχώρηση προηγούμενης υπόθεσης εναντίον του εφεσείοντα πανομοιότυπης με εκείνη στην οποία αναφερθήκαμε η οποία κατεχωρήθη μόλις τρεις μήνες πριν από την υπόθεση αυτή και η οποία αφορούσε και πάλι την παράλειψη του να καταβάλει τις εν λόγω δόσεις. Η υπόθεση αυτή, καταχωρηθείσα τον Φεβρουάριο του 2010, ορίστηκε για τις 15.4.2010 και, αναβληθείσα για τις 15.5.2010, απεσύρθη την ημέρα εκείνη με άδεια του Δικαστηρίου εφόσον τούτο εζητήθη από τον κατήγορο. Ηταν η θέση του εφεσείοντα, όπως είναι και ενώπιόν μας, ότι η απόσυρση και απόρριψη αυτής της υπόθεσης συνιστά ουσιαστικά δεδικασμένο, υπό τη μορφή μάλιστα του autrefois acquit, ώστε να μην ήταν επιτρεπτό για τον κατήγορο να επανέλθει με δεύτερο κατηγορητήριο το οποίο αφορά την προκείμενη έφεση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αναφορά αυτή η οποία παρατηρούμε έγινε στα πλαίσια της υπεράσπισης και όχι στο στάδιο της απαντήσεως. Εν πάση περιπτώσει, δεν τίθεται θέμα δεδικασμένου ή autrefois acquit, εφόσον η υπόθεση εκείνη δεν είχε προχωρήσει και απεσύρθη με άδεια του δικαστηρίου ώστε η οποιαδήποτε κατάληξη της υπόθεσης να μην ισοδυναμούσε με αθώωση». Στην παρούσα είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι εναντίον του κατηγορουμένου εκκρεμούσαν οι υποθέσεις 5737/18, η 3008/21, η 3535/21, η 1202/19, 3990/21, 6727/18, 867/20, 3651/18, 34 98/21 οι οποίες διακόπηκαν κατόπιν ενάσκησης του δικαιώματος του Γενικού Εισαγγελέα για αναστολή της ποινικής δίωξης και διακοπή της διαδικασίας με βάση το άρθρο 113
(2)του Συντάγματος και του 154
(1)
(3)του Κεφ.
  1. Οι συνήγοροι του κατηγορουμένου αποδέχονται ότι σε καμία από τις προαναφερθείσες υποθέσεις δεν διεξήχθηκε ακροαματική διαδικασία κατ΄ουσίαν και συνέπεια αυτής ο κατηγορούμενος να αθωωθεί. Μάλιστα σε κάποιες από αυτές δεν του είχε επιδοθεί καν το κατηγορητήριο. Επίσης δόθηκε έμφαση από την υπεράσπιση στην απόφαση ΚΟΝΕ η οποία όμως θεωρώ ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση η οποία ήταν ιδιωτική ποινική υπόθεση και ο κατηγορούμενος είχε ήδη απαντήσει. Η Ιδιώτης κατήγορος απέσυρε την υπόθεση μετά την απάντηση του κατηγορουμένου. Σε αυτήν δεν είχε αποσύρει την υπόθεση ο Γενικός Εισαγγελέας ασκώντας τα πιο πάνω δικαιώματα που του παρέχονται από το Σύνταγμα και το Κεφάλαιο
  2. Έχει κατ΄επανάληψη λεχθεί ότι οι πράξεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας περιλαμβανομένης και της διακοπής ποινικής υπόθεσης, δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Περαιτέρω δεν θα συμφωνήσω με τις θέσεις των συνηγόρων του κατηγορουμένου ότι αυτός τέθηκε στον κίνδυνο της διπλής διακινδύνευσης. Έχω διεξέλθει ενδελεχώς των θέσεων και των δύο πλευρών και διαφαίνεται ότι είναι αποδεκτό ότι εναντίον του κατηγορουμένου εκκρεμούσαν οι πιο πάνω αναφερθείσες υποθέσεις οι οποίες διακόπηκαν κατόπιν ενάσκησης του δικαιώματος του Γενικού Εισαγγελέα για αναστολή της ποινικής δίωξης και διακοπή της διαδικασίας με βάση το άρθρο 113
(2)του Συντάγματος και του 154
(3)του Κεφ.155. Το τελευταίο δεν βρίσκεται σε αντίθεση με τις πρόνοιες του άρθρου 12
(2)του Συντάγματος. Οι συνήγοροι του κατηγορουμένου αποδέχονται ότι σε καμία από τις προαναφερθείσες υποθέσεις δεν διεξήχθηκε ακροαματική διαδικασία κατ΄ουσίαν και συνέπεια αυτής ο κατηγορούμενος να αθωωθεί. Μάλιστα σε κάποιες από αυτές δεν του είχε επιδοθεί κάν το κατηγορητήριο. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη μου τα πιο πάνω σε συνάρτηση με την ήδη αναφερθείσα νομολογία για τα συνταγματικά δικαιώματα του Γενικού Εισαγγελέα για αναστολή ποινικής δίωξης ή και διακοπής της διαδικασίας, δεν θεωρώ ότι τίθεται ζήτημα δεδικασμένου στην παρούσα αλλά ούτε και ότι ο κατηγορούμενος αθωώθηκε ή καταδικάστηκε σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω υποθέσεις των οποίων οι κατηγορίες ενσωματώθηκαν στο παρόν κατηγορητήριο και συνεπώς το αίτημα των συνηγόρων του κατηγορούμενου δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. .................. [Υπ.] Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.