← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΛΗΣ, Αρ.Υπόθεσης: 1558/22, 5/7/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΛΗΣ, Αρ.Υπόθεσης: 1558/22, 5/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ.Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 1558/22 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΛΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ημερομηνία: 5.7.22 Για την Κατηγορούσα Αρχή: Κα Περγαντή Για τον κατηγορούμενο: Κος Κ.Σιαηλής Κατηγορούμενος : παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε 4 κατηγορίες, δηλαδή της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄- κάνναβης συνολικού βάρους 40.43 γραμμαρίων (κατηγορία 1), της παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια της πιο πάνω ποσότητας (κατηγορία 2), της παράνομης κατοχής μίας ζυγαριάς ακριβείας στην οποία ανιχνεύθηκαν ίχνη κάνναβης (κατηγορία 3) και της παράνομης χρήσης κάνναβης (κατηγορία 4), όλα χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5,

(1)(β), 6
(1)
(2), 6
(3), 7, 6, 10(α), 30, 31 και 31Α του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, ως τροποποιήθηκε. Στις κατηγορίες 1 και 2 αναφερόταν αρχικά η κατοχή και η κατοχή με σκοπό την προμήθεια από τον κατηγορούμενο κάνναβης, συνολικού βάρους 42 γραμμαρίων και η Κατηγορούσα Αρχή τροποποίησε το κατηγορητήριο με την σύμφωνη γνώμη της υπεράσπισης σε 40.43 γραμμάρια. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και συνοπτικά, έχουν ως ακολούθως: Στις 29.03.22 και ώρα 13:13, κατόπιν παρακολούθησης ο ΜΚ2 επί του κατηγορητηρίου μαζί με άλλα μέλη της ΥΚΑΝ εντόπισαν τον Κατηγορούμενο να οδηγεί το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ], στην Πάφο και να εισέρχεται με το εν λόγω αυτοκίνητο στο πλυντήριο αυτοκινήτων με την επωνυμία «Super Wash». Ακολούθως, ανέκοψαν τον Κατηγορούμενο πεζό και αφού ο ΜΚ 2 τον ενημέρωσε για την ιδιότητά του και του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, του ζήτησε να υπογράψει σχετική συγκατάθεση για να ερευνήσει το πιο πάνω αυτοκίνητο, που οδηγούσε καθώς, και την οικία του στην οδό [ ] και την πατρική του κατοικία στην οδό [ ]. Από την έρευνα που ακολούθησε στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ], κατά τη διάρκεια της έρευνας που έγινε στην παρουσία του Κατηγορουμένου, εντοπίστηκαν τα κάτωθι τεκμήρια. Ένα διαφανές σακούλι, εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης, ήτοι κάνναβης και μία ζυγαριά ακριβείας χρώματος μαύρου και ασημί, στην οποία υπήρχαν ίχνη πράσινης ξηρής φυτικής ύλης, ήτοι κάνναβης. Αμέσως μετά ο ΜΚ2 παρέλαβε τα αναφερόμενα τεκμήρια, επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου στον Νόμο και αυτός απάντησε «Αφού σου είπα η κάνναβη είναι δική μου και για δική μου χρήση και τη ζυγαριά την έχω για να ζυγίζω την κάνναβη που αγοράζω». Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος συνελήφθηκε από τον ΜΚ2 για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι κάνναβης και όταν του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο απάντησε «Εντάξει». Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος με τα ανευρεθέντα τεκμήρια μεταφέρθηκαν στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου, όπου στην παρουσία του Κατηγορουμένου έγινε η συσκευασία των σχετικών τεκμηρίων από τον Μ.Κ 2. Ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για τα δικαιώματά του και ενημερώθηκε ο δικηγόρος Υπεράσπισης του. Στη συνέχεια συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο εκ νέου απάντησε «Ό,τι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο». Στις 29.03 και μεταξύ των ωρών 16:30 με 17:10 ο Κατηγορούμενος ανακρίθηκε γραπτώς σχετικά με την υπόθεση. Κατά τη διάρκεια της ανακριτικής του κατάθεσης παραδέχτηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Όσον αφορά το σχετικό όχημα ανέφερε ότι ανήκει στην κόρη του, τη ΜΚ1 στο κατηγορητήριο, αλλά το όχημα το χρησιμοποιούσε αποκλειστικά ο ίδιος και τα ανευρεθέντα σε αυτό, ανήκουν στον ίδιο. Αυτά από τις επιστημονικές εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι ήταν κάνναβη βάρους 40.43 γραμμαρίων. Επίσης η Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου και παρουσίασε τον κατάλογο αυτών τεκμήριο Α΄ από τον οποίο εμφαίνεται ότι αυτός αντιμετωπίζει 4 μη ομοειδείς και 6 ομοειδείς προηγούμενες ποινικές καταδίκες. Ακόμη ζήτησε την κατάσχεση και την καταστροφή των τεκμηρίων. Η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Ο κος Σιαηλής υϊοθέτησε την έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας τεκμήριο Β στην οποία αναφέρονται οι προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες και ανέφερε ότι το δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του την παραδοχή του κατηγορούμενου αλλά και την συνολικότητα της ποινής, ενόψει της πρόσφατης καταδίκης του σε 9 μήνες άμεση φυλάκιση στις 31.3.22 για ομοειδή αδικήματα. Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο αρχίζει από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής και ακολούθως ελέγχει τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην ενώπιον του υπόθεση για να προσαρμόσει την ποινή στα δεδομένα της υπόθεσης αφότου διακρίνει αν υφίστανται επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες. Στη συνέχεια προχωρεί στην εξατομίκευση της ποινής ώστε αυτή να μην αντανακλά μόνο στη σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες διάπραξής του, αλλά και στις πραγματικές προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, με σκοπό η ποινή να τον αναμορφώσει και να τον αποτρέψει από το να εκδηλώσει στο μέλλον όμοια εγκληματική συμπεριφορά Τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το νομοθέτη όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο. Για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα προβλέπεται ποινή φυλάκισης διά βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές. Για το αδίκημα της 1ης και της 3ης κατηγορίας της κατοχής ναρκωτικών ουσιών τάξεως Β προβλέπεται ποινή φυλάκισης 8 χρόνων ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές. Για το αδίκημα της χρήσης ναρκωτικών ουσιών τάξεως Β, προβλέπεται φυλάκιση διά βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές. Ωστόσο, με δεδομένο ότι για την παρούσα υπόθεση έχει δοθεί η συγκατάθεση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 30 του Ν.29/77 όπως εκδικασθεί συνοπτικά από Επαρχιακό Δικαστήριο, η μέγιστη ποινή φυλάκισης που το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο δύναται να επιβάλει ανέρχεται στα 5 χρόνια. Όπως έχει νομολογηθεί, το ανώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής αντανακλά την αγωνία της κοινωνίας για τη διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα διάπραξης αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά, τα οποία αποτελούν επικίνδυνη πληγή στο σώμα ολόκληρης της κοινωνίας και επηρεάζουν όχι μόνο το πρόσωπο που τα διαπράττει αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο κινείται, ιδιαίτερα βέβαια το οικογενειακό του περιβάλλον (βλ.Σίμκαση ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22 και Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482). Στην υπόθεση Σάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100, 109, λέχθηκαν, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «Τα ναρκωτικά αποτελούν τη μάστιγα μιας σύγχρονης κοινωνίας, ιδιαιτέρως σε μια χώρα όπως την Κύπρο η οποία έχει ιδιαίτερα προβλήματα τα οποία ανάγονται στην κατοχή μέρους της χώρας μας από τα τουρκικά στρατεύματα και της αναγκαιότητας στήριξης της νεολαίας. Τα ναρκωτικά, ως επί το πλείστον, έχουν στόχο νεαρά πρόσωπα. Η αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της μορφής, αντανακλάται από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, που για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β προνοείται ποινή φυλάκισης 8 χρονών, και για το αδίκημα της κατοχής ιδίας φύσεως, με σκοπό την προμήθεια προς τρίτα πρόσωπα, η προβλεπόμενη ποινή είναι φυλάκιση δια βίου. Αυτό καταδεικνύει την αγωνία της κοινωνίας και την αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου για αδικήματα αυτής της μορφής. Θα ήταν αδιανόητο να μην υπάρχει και η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στον καθημερινό αγώνα που γίνεται για την καταπολέμηση της μάστιγας αυτής των ναρκωτικών. Βλ. Hadavand v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 359.» Το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται τα ναρκωτικά είναι παράγοντες που λαμβάνονται συνήθως υπόψη από το Δικαστήριο στον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής (βλ. Mallouk ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 711). Το άρθρο 30
(4)του Νόμου 29/77 θεσμοθετεί κατά τρόπο πιο ολοκληρωμένο τους παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, ως καθιστώντες το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό ή λιγότερο σοβαρό. Ως καθιστώντα το αδίκημα λιγότερο σοβαρό λαμβάνονται υπόψη τα εξής: η ηλικία του κατηγορουμένου, το γεγονός ότι διέπραξε το αδίκημα παρασυρόμενος από πρόσωπα δυνάμενα να ασκήσουν επιρροή σε αυτόν, το ότι δεν είχε ανάμειξη σε εμπορία και το παράπτωμά του σχετίζεται αποκλειστικά με χρήση, ο βαθμός εξάρτησής του από ναρκωτικά, η αποδεδειγμένη μεταμέλειά του η οποία μεταξύ άλλων μαρτυρείται από τη συνεργασία του με τις αρχές για τη δίωξη των προμηθευτών και η προθυμία του να υποβληθεί σε θεραπεία για απεξάρτηση, το είδος και η ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του, και το γεγονός ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε από τα περιστατικά που καταγράφονται στο εδάφιο (α) του άρθρου 30
(4)ως καθιστώντα το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό. Πιο σοβαρό καθιστούν το αδίκημα τα εξής꞉ Η ανάμειξη στη διάπραξη του αδικήματος οργανωμένης ομάδας εγκληματιών στην οποία ο κατηγορούμενος ανήκει, η ανάμειξη του κατηγορουμένου σε διεθνείς οργανωμένες εγκληματικές δραστηριότητες, η ανάμειξη του κατηγορουμένου σε άλλες παράνομες δραστηριότητες οι οποίες διευκολύνονται με τη διάπραξη του αδικήματος, η χρήση βίας, πυροβόλων όπλων ή επιθετικών όπλων ή αντικειμένων κατά τη διάπραξη του αδικήματος, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατέχει δημόσιο αξίωμα ή θέση και το αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε σχετίζεται με το εν λόγω αξίωμα ή θέση, η θυματοποίηση ή εκμετάλλευση ανηλίκων ή διανοητικώς ή λόγω ψυχικής νόσου πασχόντων, το γεγονός ότι το αδίκημα διαπράχθηκε στις φυλακές ή σε κρατητήριο της Αστυνομίας ή στέγη ή ίδρυμα υπό τον έλεγχο, επίβλεψη ή φροντίδα του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ή πλησίον τέτοιων στεγών ή ιδρυμάτων ή σε άλλους χώρους όπου συχνάζουν μαθητές ή φοιτητές για εκπαιδευτικές, αθλητικές, κοινωνικές ή άλλες δραστηριότητες. Είναι και νομολογιακά θεμελιωμένη η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν στην καλλιέργεια ή κατοχή ναρκωτικών για σκοπούς προμήθειας σε τρίτους από εκείνα που αφορούν σε καλλιέργεια ή κατοχή ναρκωτικών για προσωπική χρήση (βλ. Chaer ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 585, η οποία υιοθετήθηκε στη Mortimer v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 22). Στην υπόθεση Afroughi v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 174 και παραπέμπω στη σελ. 177: «Και για τους χρήστες ναρκωτικών, οι οποίοι δηλητηριάζουν την ύπαρξή τους και διανοίγουν το δρόμο για τους εμπόρους ναρκωτικών, αρμόζουν αποτρεπτικές ποινές, όχι, όμως της ίδιας έντασης με αυτές που επιβάλλονται στους εμπόρους, εκείνους που καθιστούν επάγγελμά τους τη διασπορά του θανάτου. Για τους εμπόρους, είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα μετριασμού. Για τους χρήστες υπάρχει κάποιο περιθώριο, που, ομολογουμένως, με το χρόνο στενεύει· το περιθώριο εκείνο που σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου». Στην Δημοκρατία v Νικολάου, Ποινική Έφεση 59/20, ημερ.16.2.22 το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε τις αρχές για την επιβολή αυστηρών ποινών σε αυτής της φύσεως τις υποθέσεις και ειδικότερα για τα αδικήματα της κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. (Δες και Bora v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 79/17, ημερομηνίας, 13.3.18). Παρομοίως, στην προηγούμενη απόφαση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240, υπογραμμίστηκε η διάκριση μεταξύ της σοβαρότητας των εγκλημάτων κατοχής και χρήσης ναρκωτικών, από τη μία, και εμπορίας ναρκωτικών, από την άλλη, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία. Επίσης στην Ποινική Έφεση 177/15, 21.4.16, Νικόλας Γιαννακάκη ν Αστυνομίας, υιοθετήθηκε ο λόγος της απόφασης ημερ. 21.11.2014, στην Ποινική Έφεση 6/2014, Ελ Χαπίρ Ναζίπ ν. Αστυνομίας, όπου είχε λεχθεί ότι, η ενασχόληση με τα ναρκωτικά είτε για ιδία χρήση ή κατά μείζονα λόγο με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτους, αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση. Η αντιμετώπιση κατά αυστηρό τρόπο των αδικοπραγούντων αποτελεί και τη συνδρομή των Δικαστηρίων, έστω κατασταλτικά, στον πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών. Βλέπε επίσης την Τρύφωνος v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 197 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η χρήση ναρκωτικών ξαπλώνεται στη χώρα μας με γοργό ρυθμό επηρεάζοντας άμεσα και πολλές φορές καταλυτικά, όχι μόνο τη ζωή του χρήστη, της οικογένειας του αλλά ταυτοχρόνως φθείρει και τον ιστό της κοινωνίας. [...] Κάτω από αυτά τα δεδομένα, τα Δικαστήρια είναι επιφορτισμένα με την υποχρέωση επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στην χαλιναγώγηση του παρατηρούμενου φαινομένου της διάβρωσης της κοινωνίας και των νέων ανθρώπων, ειδικότερα». Το παρόν Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση για την τεράστια εξάπλωση των ναρκωτικών ουσιών στην επαρχία όπου εδρεύει η οποία αντλείται μέσα από την καταχώρηση σωρείας υποθέσεων αυτού του είδους στο Δικαστήριο. Λόγω, λοιπόν, της συχνότητας της διάπραξης των αδικημάτων που αφορούν στην κατοχή και εμπορία ναρκωτικών, και της αναγκαιότητας επιβολής αποτρεπτικών ποινών, οι συνήθεις μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι εγείρονται έξω από το πλαίσιο των διαλαμβανομένων στο άρθρο 30
(4)του Νόμου 29/77, είναι περιορισμένης σημασίας κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Στέλιος Ζωμενή ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 400, όπου τονίστηκε ότι σε υποθέσεις αυτής της φύσης: «Οι συνήθεις μετριαστικοί παράγοντες έχουν μόνο οριακή σημασία. Αυτό εν όψει των σοβαρότατων συνεπειών που προκύπτουν από την κατοχή και εμπορία των ναρκωτικών οι οποίες είναι πλέον ορατές.». Στην Gholi v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 30 λέχθηκε ότι: ''Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων σε αυτού του είδους των υποθέσεων λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη. Και η εξατομίκευση έχει τη θέση της. Αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας. Βλ. Παυλίδης και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220. Η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για τη μεταφορά ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου''». Επίσης έχει νομολογηθεί ότι το ύψος της ποινής πρέπει να καθορίζεται, αφού συνυπολογισθούν, πραγματικά οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ούτως ώστε η ποινή να μην είναι άδικη. Παραπέμπω στην Victor Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211, όπου λέχθηκαν τα εξής꞉ «Κρίνεται όμως ότι η ποινή που επεβλήθη εδώ θα μπορούσε να ήταν χαμηλότερη διότι δεν πρέπει να δίνεται η εντύπωση ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου δεν λαμβάνονται ουσιαστικά καθόλου υπόψη, παρά το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση». Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να υπενθυμίσω τη γνωστή νομολογιακή αρχή πως οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής καθότι η ποινή σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της και του παραβάτη. (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1). Τα Δικαστήρια δεν παραγνωρίζουν ότι οι συνέπειες της ποινής δεν είναι ομοιόμορφες για όλους τους εγκληματίες, όπως ούτε η πιθανότητα για αναμόρφωση τους (βλ. Τσιάκκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282), καθώς και ότι είναι κοινωνικά επιζήμια η διαγραφή ή υποτίμηση της προσδοκίας για αναμόρφωση των παραβατών, γι' αυτό και η ποινή δεν πρέπει να αρμόζει μόνο στο έγκλημα αλλά και στον παραβάτη, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπόθεση Beyki ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 52/07 ημερομηνίας 23.1.2008 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι' αυτό και οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω λοιπόν υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ως αυτή διαφαίνεται και από τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, ενόψει και της ανησυχητικής έξαρσης, η οποία παρατηρείται αλλά και των συνεπειών τέτοιας φύσης αδικημάτων στην κοινωνία. Όσο αφορά την ανευρεθείσα ποσότητα ναρκωτικών που κατείχε ο κατηγορούμενος, δηλαδή 40.43 γραμμάρια κάνναβης σίγουρα δεν είναι αρκετά μεγάλη, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν είναι πολύ μεγαλύτερη από τα 30 γραμμάρια που είναι η ελάχιστη ποσότητα κάνναβης για να ενταχθεί, με βάση το άρθρο 30Α του Νόμου 29/77 στις περιπτώσεις της κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Να αναφέρω ότι σύμφωνα με την νομολογία το γεγονός της κατοχής ναρκωτικών μικρής ποσότητας, λαμβάνεται υπόψη, αλλά αυτό από μόνο του δεν είναι αποφασιστικής σημασίας. Σύμφωνα με το τεκμήριο Α ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 4 ποινικές προηγούμενες καταδίκες μη ομοειδείς και 6 ομοειδείς. Οι μη ομοειδείς είναι η υπ.αρ. 9χχ1/15 για λειτουργία κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια, η υπ.αρ.1χχ0/16 για κάπνισμα σε μη επιτρεπόμενο χώρο, η υπ.αρ. 1χχ0/13 για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή το 2012 με ημερομηνία καταδίκης την 21.6.16 και η υπ.αρ.3χχ0/16 για κατοχή φονευμένου θηράματος το 2015 με ημερομηνία καταδίκης το
  2. Ομοειδείς προηγούμενες καταδίκες του είναι η ποινική υπόθεση: με αρ.2χχ3/17 για παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και χρήση για αδικήματα που διαπράχθηκαν την 4.4.17 και ημερομηνία καταδίκης 15.6.
  3. Καταδικάστηκε σε 7 μήνες και ένα 1 μήνα φυλάκιση με τριετή αναστολή αντίστοιχα. Η υπ.αρ. 3χχ0/15 για παράνομη χρήση και κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και Β, αδικήματα που διαπράχθηκαν τον 1ον-6ον 2014 και ημερομηνία καταδίκης 7.5.18 καταδικάστηκε μεταξύ άλλων σε 9, 6 και 2 μήνες φυλάκιση αντίστοιχα. Η υπ.αρ.6χ1/16 για παράνομη κατοχή και χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β για αδικήματα που διαπράχθηκαν στις 28.11.14 και ημερομηνία καταδίκης στις 22.8.18, καταδικάστηκε σε δύο μήνες φυλάκιση. Η υπ.αρ.7χχ8/20 για παράνομη κατοχή και χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και Β, αδικήματα που διαπράχθηκαν μεταξύ του 2019 και 2020 και ημερομηνία καταδίκης στις 25.2.21 καταδικάστηκε μεταξύ άλλων σε δύο μήνες φυλάκιση. Η υπ.αρ.3χχ9/16 για παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και Β για διαπραχθέντα αδικήματα το 2015, με ημερομηνία καταδίκης 2.6.2021 καταδικάστηκε σε χρηματικές ποινές ως επίσης και σε εγγύηση €1000 για 2 χρόνια η οποία είναι ακόμη εν ισχύει. Η υπ.αρ.2811/18 για παράνομη κατοχή, κατοχή με σκοπό την προμήθεια και χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και Β, για αδικήματα που διαπράχθηκαν στις 21.3.17, με ημερομηνία καταδίκης 31.3.2022 καταδικάστηκε μεταξύ άλλων σε 9 μήνες άμεση φυλάκιση. Όσο αφορά τις προηγούμενες καταδίκες του θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτός δεν θα τιμωρηθεί εκ νέου για εκείνα τα αδικήματα για τα οποία ήδη καταδικάστηκε και έχει εκτίσει την ποινή του. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών είναι ότι στην ουσία μειώνει την επιείκεια που μπορεί να του επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Αυτό γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του στην τήρηση των Νόμων. (βλ.Γενικός Εισαγγελέας v Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ, 1 και Γενικός Εισαγγελέας v Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ, 17. Η προαναφερόμενη συστηματική προσφυγή του στο έγκλημα δείχνει δυστυχώς ότι η στάση του στην τήρηση των νόμων είναι περιφρονητική και ότι οι ποινές φυλάκισης που του επιβλήθηκαν, δεν έχουν πετύχει τον σκοπό της αποτροπής του. Επίσης καταδεικνύεται η συστηματική σοβαρή εγκληματική συμπεριφορά από πλευράς του κατηγορούμενου, εις βάρος της κοινωνίας, η οποία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται δεόντως για σκοπούς αποτροπής. Παρά τα πιο πάνω δεν εξαλείφεται η ανάγκη που υπάρχει παράλληλα για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Από την άλλη όμως η διαδικασία αυτή δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17, Χαραλάμπους v Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ, σελ. 1,6). Στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω κατ' αρχάς υπόψη μου, τους συνήθεις μετριαστικούς παράγοντες: · ήτοι την παραδοχή του κατηγορούμενου στην αστυνομία αφού βέβαια δεν είχε και άλλη επιλογή αφού οι απαγορευμένες ουσίες ανευρέθηκαν κατόπιν ανακοπής και έρευνας σε αυτόν. · Την παραδοχή του στο Δικαστήριο η οποία δεν ήταν άμεση, αλλά λαμβάνεται υπόψη ότι αυτή έλαβε χώρα πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Αν και το στοιχείο της παραδοχής δεν πρέπει να υπερτιμάται σε υποθέσεις ναρκωτικών (βλ. Firat ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 402),εντούτοις η παραδοχή εμπεριέχει το απτό στοιχείο της μεταμέλειας, (Δημήτρης Βασιλείου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ 110/14, ημ. 15.6.15), και πρέπει να αμοίβεται με έκπτωση στην ποινή (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28),διότι αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. · Όλες τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, ως εμφαίνονται στην ´Εκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας Τεκμήριο Β, η οποία ετοιμάστηκε για τον κατηγορούμενο και αναφέρει ότι αυτός είναι ηλικίας 45 ετών, διαζευγμένος και πατέρας 3 παιδιών το ένα εξ'αυτών είναι ανήλικο και διαμένει με τη μητέρα του στην Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος σε ηλικία 18 ετών άρχισε να προβαίνει σε συστηματική χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών κάνναβης και στη συνέχεια κοκαΐνης. Αυτός ουδέποτε εντάχθηκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης καθώς δεν το χρειαζόταν, ως ανέφερε και παραδέχεται πως συνέχιζε την χρήση μέχρι πρότινος. · Το είδος των ανευρεθέντων ναρκωτικών ήταν κάνναβης, η οποία με βάση τον Νόμο κατατάσσεται ως ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β' και δεν θεωρείται από τα σκληρότερα είδη ναρκωτικών, χωρίς βέβαια αυτό να υποβαθμίζει το στοιχείο της σοβαρότητας που ενέχεται στα αδικήματα. Στην Graig Wheeton v Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ, 96 ο εφεσείων ο οποίος είχε καταδικαστεί από το Πρωτόδικο δικαστήριο για αδικήματα κατοχής ναρκωτικών και κατοχής αυτών με σκοπό την προμήθεια, ήτοι 3 ½ γραμμαρίων κάνναβης καταδικάστηκε σε 12 και 18 μήνες αντίστοιχα, σε άμεση φυλάκιση, ποινή η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αναφέρθηκαν τα εξής: «Σημαντικότατο προς τούτο είναι το γεγονός ότι, δεν έχουμε ενώπιόν μας υπόθεση η οποία αφορά την χρήση ναρκωτικών στην περίπτωση ενός χρήστη, αλλά υπόθεση η οποία αφορά στην κατοχή με σκοπό την προμήθεια και, μάλιστα, μέσω της υποκίνησης άλλου προσώπου. Τούτο καθιστά την υπόθεση ιδιαίτερα σοβαρή, όχι μόνο διότι οι κατηγορίες που αφορούν την κατοχή με σκοπό την προμήθεια είναι εκ της φύσεως τους σοβαρές και διαφοροποιούνται από τις κατηγορίες που αφορούν την απλή κατοχή και χρήση, αλλά και διότι ο εφεσείων, για να προωθήσει την προμήθεια των ναρκωτικών τα οποία κατείχε, ενέπλεξε άλλο πρόσωπο το οποίο υποκίνησε προς τούτο, ώστε να το χρησιμοποιήσει για τους δικούς του σκοπούς οι οποίοι και πραγματώθησαν με τις κατηγορίες οι οποίες έχουν αναφερθεί. Η περαιτέρω πτυχή της υπόθεσης, η οποία περιόριζε και περιορίζει τα περιθώρια επιείκειας του Δικαστηρίου, έγκειται στο ότι ο εφεσείων είχε μια προηγούμενη καταδίκη η οποία, μάλιστα, αφορούσε τα ίδια αδικήματα και η οποία ήταν χρονικά τοποθετημένη πολύ πλησίον της υπόθεσης αυτής. Μόλις στις 21.11.11 ο εφεσείων είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση οκτώ μηνών και αποφυλακίστηκε την 1.3.2012. Τρεις μήνες αργότερα προέβη στη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει σήμερα. Η έλλειψη παντελούς μεταμέλειας η οποία προκύπτει είναι εμφανής και περιόριζε ουσιαστικότατα τα περιθώρια επιείκειας τα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο θα μπορούσε να έχει. Έδειχνε δε ότι όχι μόνο ο εφεσείων δεν έδωσε στον εαυτό του το όφελος το οποίο μπορούσε να έχει πάρει από την αποφυλάκισή του και την επιεική ποινή η οποία του είχε επιβληθεί, αλλά προχώρησε βαθύτερα στη δραστηριότητά του αυτή. Εάν δεν υπήρχε αυτό το προηγούμενο, ασφαλώς τα περιθώρια επιείκειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου θα μπορούσαν να ήσαν μεγαλύτερα και η ποινή να ήταν, αν όχι της τάξης που εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον εφεσείοντα, τουλάχιστον χαμηλότερη εκείνης η οποία έχει επιβληθεί. Υπό τις συνθήκες όμως οι οποίες έχουν εξηγηθεί, η ποινή η οποία επεβλήθη, όχι μόνο δεν ήταν εκδήλως υπερβολική αλλά ήταν και επιεικής, ούτως ώστε να αφήνει ερώτημα κατά πόσο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν θα έπρεπε να ασκείται και έφεση εναντίον της ποινής ως εκδήλως ανεπαρκούς. Συνακόλουθα και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια υπό το σύνολο των ανωτέρω συνθηκών, θεωρώ ότι στην παρούσα ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο και καταληκτικά επιβάλλω σε αυτόν τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στη 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στoν κατηγορούμενο. Το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186(Ι)/03, προβλέπει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση ημερ. 17.10.2016 στην Ποινική Έφεση 11/2016, Παρασκευά Παπαντελή ν. Δημοκρατίας, το οποίο αποτυπώνει την πλέον πρόσφατη προσέγγιση του Εφετείου για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας των δικαστηρίων περί αναστολής ή μη της ποινής꞉ «Ο περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972, Ν.95/72, θεσπίστηκε έτσι ώστε να προσφέρεται η δυνατότητα διεύρυνσης του περιθωρίου επιείκειας προς ένα πρόσωπο, με απόφαση για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Ο εν λόγω Νόμος τροποποιήθηκε με το Ν. 41
(1)/97, ο οποίος περιόρισε, σε μεγάλο βαθμό, τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή της εκτέλεσης μιας ποινής φυλάκισης, καθιστώντας τις προϋποθέσεις ανελαστικές. Συναρτάτο δηλαδή με την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, είτε στο πρόσωπο ενός κατηγορουμένου, είτε στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος». Με την περαιτέρω τροποποίηση που επήλθε με το Ν.186(Ι)/2003, η εν λόγω διακριτική ευχέρεια διευρύνθηκε και το Δικαστήριο εξετάζει το ενδεχόμενο αναστολής, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου. Το θέμα έκτοτε απασχόλησε σε έκταση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αναφορά μπορεί να γίνει μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22, και Κύπρος Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση αρ. 28/2014, ημερ. 24.2.
  1. Έχω εξετάσει με προσοχή και έχω λάβει υπόψη μου τόσο τα γεγονότα της υπόθεσης όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου καθώς και κάθε άλλο σχετικό παράγοντα. Από την φύση των επίδικων αδικημάτων, τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη τους και τις συνέπειες αυτών, προκύπτει ότι πρόκειται για ιδιαίτερα σοβαρά αδικήματα. Πρόκειται για σοβαρής μορφής και με σοβαρές συνέπειες επαναλαμβανόμενη έκνομη συμπεριφορά η οποία φαίνεται να εκτυλίσσεται από το 2014 μέχρι και σήμερα, σχετιζόμενη με την διάπραξη ομοειδών αδικημάτων και συναφώς προέχει κατά την κρίση μου, η ανάγκη για αποτροπή για άλλους επίδοξους παραβάτες αλλά και για τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Όλα δε τα στοιχεία και δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον μου, λήφθηκαν σοβαρά υπόψη ως μετριαστικοί παράγοντες, προσμέτρησαν δεόντως στην απόφαση για το ύψος των ποινών και δεν μεταβάλλουν τα δεδομένα στα πλαίσια εξέτασης θέματος αναστολής. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση διαταγής για αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης η οποία και θα είναι άμεση. To τελευταίο ζήτημα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο είναι ο χρόνος έναρξης έκτισης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο αφού αυτός εκτίει ήδη ποινή φυλάκισης που του έχει επιβληθεί σε άλλη ποινική υπόθεση (2811/18) στην οποία έχει καταδικαστεί από άλλο Δικαστήριο στις 31.3.
  2. Το άρθρο 117
(2)του Κεφ. 155 προβλέπει ότι η ποινή φυλάκισης προσώπου, το οποίο έχει ήδη καταδικαστεί σε φυλάκιση, αρχίζει μετά την έκτιση προηγούμενης ποινής φυλάκισης, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει άλλως πως. Σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Pefkos &Others v. Republic
(1961)C.L.R. 340, Mikis Frixou alias Paraschos v. The Police
(1963)1 C.L.R. 83, Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R. 28, Karaviotis & Others v. The Police
(1967)2 C.L.R. 286, Katsaronas & Others v. Αστυνομίας
(1975)11JSC 1644, Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 335, Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Κουφού και άλλος ν. Αστυνομίας (άνω), Φράγκου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 19/10 ημερ.25/1/11, Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 72/10 ημερ.19/9/11, Παναγή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 87/12, ημερ.20/9/12 και Ν.Ν. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 45/12 ημερ.19/11/12), επιβάλλουν ότι προκειμένου το Δικαστήριο να εκδώσει διαφορετική διαταγή πρέπει να υπάρχουν ειδικές ή και εξαιρετικές συνθήκες όταν η φύση, ο χαρακτήρας και τα περιστατικά της υπόθεσης είναι διαφορετικά από τα νέα αδικήματα οπότε δικαιολογείται η έκδοση διαφορετικής διαταγής από τη γενική πρόνοια. Αντίθετα, οι ποινές που θα επιβληθούν για αδικήματα που εγείρονται από τα ίδια γεγονότα ή αποτελούν μέρος του ίδιου επεισοδίου τότε οι ποινές επιβάλλεται να συντρέχουν. Περαιτέρω, όταν οι ποινές δεν πρόκειται να συντρέχουν, ο συνολικός χρόνος της φυλάκισης δεν πρέπει να είναι δυσανάλογος με τη συνολική βαρύτητα της υπόθεσης. Η διαδοχικότητα στην εκτέλεση των ποινών, αποτελεί την εξαίρεση στον κανόνα, που επιβάλλει τη συντρέχουσα έκτιση διαφόρων ποινών, όταν η εγκληματική συμπεριφορά θα μπορούσε να εκληφθεί ως ενιαίο σύνολο. Όπως ορθώς επισημαίνει το Κακουργιοδικείο στην απόφαση του, καθοδηγούμενο από νομολογία Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας,
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου
(2006)2, Α.Α.Δ. 183, η επιλογή της διαδοχικότητας των επιβληθεισών ποινών, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Ο προβληματισμός που υπήρξε αναφορικά με την έννοια της ενιαίας πράξης ήταν επιβεβλημένος. Βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562 και Κέρκης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 433. Ήταν, κατά τη γνώμη μας ορθή η κατάληξη του Κακουργιοδικείου με την οποία επέβαλε διαδοχικές ποινές για την εγκληματική συμπεριφορά του εφεσείοντα, λαμβανομένης υπόψη της διάρκειας των ανίερων πράξεων του, που κράτησαν τρεις μήνες και ιδιαιτέρως ότι στρέφοντο κατά οχτώ διαφορετικών κοριτσιών. H νομολογία και αναφερόμαστε στις υποθέσεις: Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21, Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 62, Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 158, Ηρακλέους ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 327, και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 628, εξετάζει σε περιπτώσεις διαδοχικών ποινών, την εφαρμογή της αρχής της συνολικότητας της ποινής. Η εν λόγω αρχή επεκτείνεται, πέραν των περιπτώσεων της ταυτόχρονης επιβολής ποινής από το ίδιο δικαστήριο διαδοχικών ποινών, καλύπτοντας και περιπτώσεις επιβληθεισών ποινών από διαφορετικά δικαστήρια σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές περιπτώσεις. Η αρχή της συνολικότητας, επιβάλλει όπως το σύνολο των επιβληθεισών ποινών δεν ξεπερνά το κανονικό φάσμα των ποινών, ή στην ουσία αποτελεί συντριπτική, για ένα εφεσείοντα, ποινή. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου
(2006)2 Α.Α.Δ. 183, αφορούσε υπόθεση αιμομιξίας, η δε εγκληματική δραστηριότητα διήρκεσε σχεδόν έντεκα χρόνια, επιβλήθηκε σωρευτικά ποινή 10 χρόνων φυλάκιση. Η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαγεωργίου
(2007)2 Α.Α.Δ. 514, αφορούσε σεξουαλική εκμετάλλευση τριών ανηλίκων, και στην οποία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο ετών. Η έφεση που ασκήθηκε από τη Δημοκρατία απορρίφθηκε και το εφετείο κρίνοντας, όπως επισήμανε ο συνήγορος, ότι με την επιβολή της ποινής πρέπει να αποφεύγεται η επιβολή υπέρμετρης τοιαύτης, δυσανάλογης με τη συνολική ποινική ευθύνη του εφεσείοντα». Στην υπόθεση Κουφού και άλλος v Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 396 τονίστηκε ότι το Δικαστήριο για να εκδώσει διαφορετική διαταγή πρέπει να υπάρχουν στην υπό κρίση περίπτωση «ειδικές ή και εξαιρετικές συνθήκες». Στην εν λόγω υπόθεση ο εφεσείων εξέτιε ποινή φυλάκισης για σειρά εγκλημάτων εναντίον περιουσίας. Στη συνέχεια, καταδικάστηκε για αδίκημα που αφορούσε σε ναρκωτικές ουσίες. Το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα: «Η ποινή την οποία εκτίει ο εφεσείων είναι για εγκλήματα εντελώς διαφορετικής φύσεως από το έγκλημα της κατοχής ινδικής καννάβεως στο οποίο βρέθηκε ένοχος στην παρούσα υπόθεση. Η έκδοση διαφορετικής διαταγής από τη γενική πρόνοια για έκτιση της ποινής μετά την έκτιση της προηγούμενης ποινής φυλάκισης, δεν δικαιολογείται από τη φύση, το χαρακτήρα και τα περιστατικά της υπόθεσης». Η εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 117
(2)ως προς τη διαδοχικότητα της ποινής δεν πρέπει να είναι άκαμπτη και ούτε να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και της συνολικότητας της ποινής (the proportionality and totality principle). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Παραρέ v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 46/2013, απόφαση ημερομηνίας 20/03/2013 (απόφαση πλειοψηφίας), η διαδοχικότητα της έκτισης της ποινής που είναι η συνήθης διαταγή με βάση το άρθρο 117
(2)του Κεφ. 155 πρέπει να ιδωθεί ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, την οποία το Δικαστήριο διατηρεί υπό το φως του λεκτικού που χρησιμοποιείται στο εδάφιο
(2), σε συνάρτηση με την αρχή της αναλογικότητας και της συνολικότητας της ποινής. Η αρχή αυτή λαμβάνει υπόψη το μη υπέρμετρο ή δυσανάλογο της ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη ενός προσώπου. Αναφέρθηκε ότι «όταν αδικήματα του ίδιου ή παρόμοιου χαρακτήρα στρέφονται εναντίον διαφορετικών προσώπων και μάλιστα κατά τρόπο επανειλημμένο, η επιβολή συντρεχουσών ποινών είναι δυνατό να μην αντανακλά τη συνολική εγκληματικότητα της συμπεριφοράς (Ευσταθίου ν.Δημοκρατίας
(2014)2 ΑΑΔ 541, R. v. Jamienson & Jamienson [2008] EWCA Crim 2761, Sentencing Council, Offences Taken into Consideration and Totality, Definitive Guideline, 2012, Ορφανίδη ν. xxx Χατζηχριστοδούλου Λτδ κ.α., Ποιν. Εφ. Αρ. 19/18, ημερ. 25.1.2019). Κατά γενική δε αρχή, το σύνολο των διαδοχικών ποινών θα πρέπει να βρίσκεται σε αναλογία προς τη σοβαρότητα των επιμέρους κατηγοριών (Δημητρίου, Παπαγεωργίου ανωτέρω, Κατσιαρής και Αστυνομία, Ποινική Έφεση 163/2019, 20.12.19). Εν προκειμένω, διαπιστώνω ότι τα αδικήματα της παρούσας διαπράχθηκαν 2 ημέρες πριν να του επιβληθεί η ποινή στην πιο πάνω υπόθεση για αδικήματα κατοχής ναρκωτικών και κατοχής με σκοπό την προμήθεια 105 γραμμαρίων, διαπραχθέντα το
  1. Να αναφέρω ότι ήταν λευκού ποινικού μητρώου, ως διαφαίνεται από το κείμενο της ποινής (τεκμήριο Γ΄) το οποίο παρουσίασε στο δικαστήριο ο συνήγορος υπεράσπισης, σε αντίθεση με την παρούσα όπου μου έχουν αναφερθεί 6 ομοειδείς προηγούμενες καταδίκες του. Επίσης αυτά δεν διαπράχθηκαν ως μέρος μίας εναίας ενέργειας, αλλά είχαν χρονική απόσταση 5 ετών. Συνακόλουθα διαφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν φαίνεται να αναμορφώνεται και να συμμορφώνεται στους Νόμους και Κανονισμούς που ισχύουν και εφαρμόζονται στην Δημοκρατία, παρά τις προηγούμενες σοβαρές ομοειδείς και μη καταδίκες του. Ως εκ των άνω, δεν βλέπω πώς μπορεί να τύχει εφαρμογής αυτό που επικαλείται η υπεράσπιση, θέση αντίθετη με την νομολογία μας και συνεπώς την απορρίπτω. Οι ποινές της παρούσας θα εκτιθούν από τον κατηγορούμενο μετά την έκτιση της ποινής που του επιβλήθηκε στην 2811/18 στις 31.3.
  2. Τα τεκμήρια της υπόθεσης, δηλαδή η ανευρεθείσα ζυγαριά και τα ναρκωτικά να κατασχεθούν και να καταστραφούν από την αστυνομία. [Υπ.] ........................................... Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.