ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΤΣΟΥΚΚΑ, Αρ. Υπόθεσης: 2428/18, 31/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2428/18 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ εναντίον ΧΧΧ ΤΣΟΥΚΚΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ ----------------------------------- Ημερομηνία: 31 Μαϊου 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούσα Αρχή: κος Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της Απειλής (1η κατηγορία) στις 6 Ιουνίου του 2018, εναντίον του Ανώτερου Υπαστυνόμου ΧΧΧ Δημητρίου, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέκτηκε ενοχή στην πιο πάνω κατηγορία και διεξήχθηκε ακροαματική διαδικασία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής (ΚΑ εφεξής) κατέθεσε ένας μάρτυρας, ήτοι ο Ανώτερος Υπαστυνόμος ΧΧΧ Δημητρίου, (ΜΚ1). Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας του είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Μάρτυρας Κατηγορίας 1 (ΜΚ1 στη συνέχεια) ήταν ο Ανώτερος Υπαστυνόμος ΧΧΧ Δημητρίου ο οποίος κατέθεσε και υϊοθέτησε στο Δικαστήριο την κατάθεση του τεκμήριο Α. Σε αυτήν αναφέρει τι συνέβηκε στις 6 Ιουνίου 2018 όταν ο κατηγορούμενος ευρισκόταν στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου. Δηλαδή ενώ εισερχόταν στο αστυνομικό όχημα, του είπε «θέλω να μάθω το όνομά σου, δεν μου το λαλούν, εννά το μάθω τζαι εννά σε σάσω εσένα». Κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι αυτός βρισκόταν σε απόσταση 4 μέτρων από τον κατηγορούμενο, τον οποίο αναγνώρισε στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση του επανέλαβε ότι ο κατηγορούμενος όταν του είπε δυνατά τα πιο πάνω αυτός φοβήθηκε. Επίσης είπε ότι ο κατηγορούμενος απασχόλησε την αστυνομία για άλλες υποθέσεις. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος του κατηγορούμενου δεν εισηγήθηκε δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Στη συνέχεια κρίθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και κλήθηκε σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αυτός αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Αυτός παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου τον Αστ.2ΧΧ7 ως μάρτυρα υπερασπίσεως 1 (ΜΥ1). ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και κατέθεσε στο δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση του τεκμήριο 1 και την γραπτή κατηγορία τεκμήριο
- Κατά την μαρτυρία του ανέφερε ότι ευρισκόταν στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου, ως ύποπτος για μια υπόθεση κλοπής και ο παραπονούμενος τον ανέκρινε. Η συμπεριφορά αυτού δεν ήταν καλή και ο κατηγορούμενος θύμωσε. Του ζήτησε να του πει το όνομα του και ο παραπονούμενος τον πρόσβαλε αποκαλώντας τον κλέφτη. Εκεί ήταν παρόντες δύο αστυνομικοί. Ανέφερε ότι ζητούσε το όνομα του ΜΚ1 για να τον καταγγείλει λόγω της συμπεριφοράς του. Μετά από το συμβάν ηρέμησε και τελικώς δεν προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του ΜΚ1 γιατί δεν ήθελε να τα βάλει με την αστυνομία, ως είπε. Αποδέκτηκε ότι αντιμετώπιζε υπόθεση κατοχής μικροποσότητας ναρκωτικών και καταδικάστηκε σε χρηματική ποινή. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι λόγω της προσβλητικής συμπεριφοράς του ΜΚ1 αυτός θύμωσε και του ζητούσε να του πει το όνομα του. Αυτός δεν προχώρησε σε καταγγελία του ΜΚ1, ούτε ζήτησε να δει τον Αστυνομικό Διευθυντή για να καταγγείλει τη συμπεριφορά του ΜΚ
- Σε ερώτηση του κου Νεοκλέους αποδέκτηκε ότι την ώρα που θα έμπαινε στο περιπολικό ο ΜΚ1 ήταν στο μπαλκόνι και πρόσθεσε ότι του φώναζε «Κλέφτες, κλέφτη» κάτι το οποίο δεν ανέφερε στην κατάθεση του, ως είπε. Δεν αποδέχθηκε ότι απείλησε τον παραπονούμενο και του προκάλεσε φόβο. ΜΥ1 Ο ΜΥ1 κατέθεσε στο δικαστήριο και υϊοθέτησε την κατάθεση του τεκμήριο Β. Αυτός είπε ότι την επίδικη ημερομηνία ήταν παρών μαζί με άλλο συνάδελφο του και τον κατηγορούμενο στην Αστ. Διεύθυνση και ο κατηγορούμενος ήρθε σε αντιπαράθεση δύο φορές μαζί με τον ΜΚ
- Η δεύτερη φορά ήταν την ώρα που θα αναχωρούσαν οι τρεις τους με το περιπολικό για έρευνα. Ο κατηγορούμενος δεν απείλησε τον ΜΚ1, έγινε όμως μία συζήτηση μεταξύ τους για το όνομα του τελευταίου. Όταν ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία τόσο ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής όσο και ο συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφεραν στο Δικαστήριο τις τελικές τους εισηγήσεις και θέσεις. Αυτές έχουν δεόντως μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν θεωρείται απαραίτητο να παρατεθούν εδώ αυτούσιες, μόνο εκεί όπου είναι αναγκαίο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τον ΜΚ1, τον κατηγορούμενο και τον ΜΥ1, που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992), 1 Α.Α.Δ. 1056, Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165. Επίσης, η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίστηκε στην εξωτερική εμφάνιση που προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά τέθηκε στην βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της. (βλ. Γεώργιος και Σπύρος Τσιαππής v. Πολυβίου
(2009), 1 Α.Α.Δ. 339. Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008), 2 Α.Α.Δ. 256: «Όταν αναφερόμαστε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας, εννοούμε κατά κύριο λόγο τον έλεγχο με την βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στην βάση τη μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα (Hasan v Ανδρέου, πολιτική έφεση 2/11, ημερ.2.12.15). Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, (Βασιλειάδης v Σπύρου Λτδ, πολιτική έφεση 123/09, ημερ.14.10.15). Ο ΜΚ1 ανέφερε στο δικαστήριο πως ενώ ευρισκόταν καθήκον στον Αστυνομικό Σταθμό επιλήφθηκε υπόθεσης που αφορούσε τον κατηγορούμενο τον οποίο ανέκρινε. Όταν οι αστυνομικοί προσπάθησαν να τον βάλουν στο αστυνομικό όχημα και στην παρουσία του ΜΥ1 αυτός του είπε «εννά σε σάσω εσένα». Ο ΜΚ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν με έπεισε για την αλήθεια των λεγομένων του. Μου έχουν δημιουργηθεί αμφιβολίες εάν πράγματι ο κατηγορούμενος αναχωρώντας από το σταθμό απευθύνθηκε προς τον ίδιο και του είπε μεταξύ άλλων «εννά σε σάσω εσένα». Επίσης δεν αποδέχομαι ότι ο μάρτυρας φοβήθηκε, κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται και από τον ΜΥ1 ο οποίος κατέθεσε λέγοντας ότι ο ΜΚ1 ήταν έντονος και είπε στον κατηγορούμενο «πες τους να σου πουν ποιός είμαι». Συνακόλουθα δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του πλην των σημείων ότι αυτός ευρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό και ανέκρινε τον κατηγορούμενο ως ύποπτο για το αδίκημα της κλοπής και υπήρξε αντιπαράθεση μεταξύ τους. Αργότερα την ίδια ημέρα δηλάδή 6.6.18 περί ώρα 13.30 αφού οι αστυνομικοί προσπάθησαν να βάλουν τον κατηγορούμενο στο περιπολικό και στην παρουσία του ΜΥ1 και ενώ ο ΜΚ1 ήταν στο μπαλκόνι έξω από το γραφείο του ο κατηγορούμενος του φώναξε «εσύ πες μου το όνομα σου» και ο ΜΚ1 του απάντησε «πες τους αστυνομικούς να σου πουν ποιός είμαι» και τότε ο κατηγορούμενος του είπε «θα μάθω εγώ ποιός είσαι». ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο κατηγορούμενος ως αναφέρθηκε πιο πάνω κατέθεσε ενόρκως. Αυτός δεν αποδέχθηκε τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι απείλησε το ΜΚ1 και του προκάλεσε φόβο. Αποδέκτηκε ότι ήταν θυμωμένος λόγω της προσβλητικής συμπεριφοράς του ΜΚ1. Είχα την ευκαιρία να τον παρακολουθήσω κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του και δε με έχει πείσει για την αλήθεια των λεχθέντων του. Απώτερος σκοπός του ήταν να αρνηθεί ότι απλά δεν διέπραξε το αδίκημα το οποίο του καταλογίζεται. Δεν με έχει πείσει ότι η συμπεριφορά του ΜΚ1 ήταν προσβλητική για την οποία όπως είπε ζητούσε από τον τελευταίο να του πει το όνομα του. Ενώ ο ίδιος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, εντούτοις στη συνέχεια δεν προβαίνει σε καμία καταγγελία εναντίον του ΜΚ1 αλλά ούτε και ζήτησε να δει τον Αστυνομικό Διευθυντή περί τούτου. Δεν αποδέχομαι την θέση του ότι δεν προχώρησε σε τέτοια καταγγελία γιατί δεν ήθελε να τα βάλει με την αστυνομία. Ο ίδιος αποδέκτηκε ότι ενώ αυτός εισερχόταν στο περιπολικό ο ΜΚ1 ευρισκόταν στην βεράντα και αυτός ήταν ήδη θυμωμένος, θέση την οποία αποδέχομαι. Ο ίδιος κατά την αντεξέταση του πρόσθεσε μεταγενέστερα ότι δύο φορές ο ΜΚ1 τον αποκάλεσε κλέφτη αλλά αυτό δεν το ανέφερε στην κατάθεση του και θεωρώ ότι αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του. Συνακόλουθα δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αξιόπιστη, πλην του σημείου ότι αυτός ήταν θυμωμένος την ώρα που ήταν πλησίον του περιπολικού. Πέραν των πιο πάνω, υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου και η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου (τεκμήριο 1). Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση κατηγορουμένων προσώπων, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος ουσιαστικά δεν παραδέχεται την διάπραξη του αδικήματος. Το περιεχόμενο αυτής δεν έχει να προσθέσει κάτι στην υπόλοιπη δοθείσα μαρτυρία. ΜΥ1 Ο ΜΥ1 καταθέτοντας ενώπιον του δικαστηρίου είπε ότι την επίδικη ημερομηνία ήταν παρών μαζί με άλλο συνάδελφο του και τον κατηγορούμενο στην Αστυνομική Διεύθυνση και ο κατηγορούμενος ήρθε σε αντιπαράθεση δύο φορές μαζί με τον ΜΚ1. Η δεύτερη φορά ήταν την ώρα που θα αναχωρούσαν οι τρεις τους με το περιπολικό για έρευνα. Αυτός μου έκανε καλή εντύπωση, και είμαι πεπεισμένη ότι ανέφερε στο δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα που επεσυνέβηκαν εκείνη την ημέρα. Επίσης αποδέχομαι την θέση του ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε στον ΜΚ1 «εννά σε σάσω». Η μαρτυρία του ήταν σταθερή και σαφής ως προς τα επίδικα θέματα και συνεπώς την αποδέχομαι ως αξιόπιστη στο σύνολο της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στις 6.6.18 ο Ανώτερος Υπαστυνόμος ΧΧΧ Δημητρίου ευρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό και ανέκρινε τον κατηγορούμενο ως ύποπτο για το αδίκημα της κλοπής και υπήρξε αντιπαράθεση μεταξύ τους. Αργότερα την ίδια ημέρα δηλάδή 6.6.18 περί ώρα 13.30 αφού οι αστυνομικοί προσπάθησαν να βάλουν τον κατηγορούμενο στο περιπολικό και στην παρουσία του ΜΥ1 και ενώ ο ΜΚ1 ήταν στο μπαλκόνι έξω από το γραφείο του ο κατηγορούμενος του φώναξε λέγοντας του «εσύ πες μου το όνομα σου» και ο ΜΚ1 του απάντησε «πες τους αστυνομικούς να σου πουν ποιός είμαι» και τότε ο κατηγορούμενος του είπε «θα μάθω εγώ ποιός είσαι». Στις 7.6.18 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο τεκμήριο 1, στην οποία δεν παραδέκτηκε την διάπραξη του εν λόγω αδικήματος και κατηγορήθηκε γραπτώς (τεκμήριο 2) την ίδια ημέρα και απάντησε «δεν παραδέχομαι». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην 1η κατηγορία το αδίκημα της Απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα που προνοεί τα ακόλουθα: « Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα.......». Δηλαδή απαιτείται η απόδειξη: Απειλής από τον κατηγορούμενο, με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη. Η οποία να προκάλεσε τρόμο ή ανησυχία σε άλλο πρόσωπο. Δεν είναι λοιπόν αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο είναι συνεπώς βασικά για να διαπιστωθεί εάν πράγματι του προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή ανησυχία. Πιο κάτω παραθέτω νομολογία που παρόλο ότι αναφέρεται στο αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας εντούτοις οι νομικές αρχές είναι κοινές με το αδίκημα της απειλής και ως εκ τούτου εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 16, η οποία αφορούσε επαναλαμβάνω συναφές αδίκημα, αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε σχετικά ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Ως φαίνεται δε από την πιο πάνω υπόθεση το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510, λέχθηκε ότι πέραν από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον για να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούντο αδίκηματης απειλής βιαιοπραγίας (βλ. Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R 210).Βλ. και την Ποιν. Έφ. 41/2014, Καράπασιη v Αστυνομίας, ημερ.24/01/2017. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υϊοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας εναντίον Σπύρος Σπύρου
(2002)2, Α.Α.Δ. 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοίζου εναντίον Αστυνομίας 1989
(2)Α.Α.ΑΔ 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης εναντίον Αστυνομίας 1991
(2)Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής. (Φλουρής εναντίον Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Στην Δημητρίου εναντίον Δημοκρατίας 2001, 2ΑΑΔ, σελ.8 αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξάγει συμπεράσματα μόνο στηριζόμενο σε αξιόπιστη μαρτυρία. Από τη στιγμή που η μαρτυρία του ΜΚ1 κρίθηκε ότι δεν είχε την απαιτούμενη πειστικότητα, αλλά αυτή κρίθηκε αναξιόπιστη και αναληθής, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, κλονίστηκε το βάθρο επί του οποίου εδράζεται ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε εναντίον του το αδίκημα το οποίο του καταλογίζεται την 6.6.18. Το βάρος ενοχής του κατηγορούμενου δεν βρίσκεται στους ώμους της Υπεράσπισης αλλά της Κατηγορούσας Αρχής και στην παρούσα αυτή δεν μπόρεσε να το αποσείσει. (Βλ. Κορέλλη εναντίον Δημοκρατίας, 2000, 2 ΑΑΔ, 12). Θεωρώ, εν πάσει περιπτώσει ότι η κατ΄ισχυρισμό φράση «εννά σε σάσω» από τον κατηγορούμενο εναντίον του ΜΚ1, ενέχει απειλητικό χαρακτήρα και συνιστά απειλή εν τη εννοία του Νόμου. Όμως ο ΜΚ1 ως ανέφερα, δεν έχει πείσει το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος τον απείλησε ως επίσης και ότι του προκάλεσε φόβο. Ως εκ των άνω θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην οποία αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται. [Υπ.] ........................................... Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο