ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. DAVINDER SINGH, Αρ.Υπόθεσης: 6048/17, 30/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 6048/17 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ εναντίον DAVINDER SINGH ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ ----------------------------------- Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ.Περγαντή Για τον Κατηγορούμενο: κος Α.Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της πλαστογραφίας (κατηγορίες 1 και 4), κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 337, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333, 337, 339 (κατηγορίες 2 και 5) και της εξασφάλισης άδειας με ψευδή παράσταση, κατά παράβαση του άρθρου 305 (κατηγορία 3), όλα του Ποινικού Κώδικα (Κεφάλαιο 154). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 1 ο κατηγορούμενος την 16η Οκτωβρίου του 2003 στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδολίευση, δηλαδή στο έντυπο « Application for renewal of a temporary Resident Permit ",(form M.61B), ημερομηνίας 16 Οκτωβρίου 2003 το οποίο αφορούσε την αίτηση ανανέωσης προσωρινής άδειας παραμονής στην Δημοκρατία του Harjinder Singh από την Ινδία, υπέγραψε ως να ήταν αυτός, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ο Davinder Singh, από την Ινδία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 2 ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, στα γραφεία της ΥΑΜ Λευκωσίας, εν γνώση του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία το πλαστό έγγραφο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, παρουσιάζοντας το ως γνήσιο, ενώ στην πραγματικότητα ήταν πλαστό. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 3 ο κατηγορούμενος την 27η Σεπτεμβρίου 2003 στα γραφεία της ΥΑΜ Λευκωσίας, εξασφάλισε άδεια παραμονής στην Δημοκρατία και άδεια φοίτησης στο κολλέγιο Cyprus College με ψευδή παράσταση, δηλαδή παρουσίασε τον εαυτό του ως τον Harjinder Singh από την Ινδία, με ΔΕΑ: [ ] ενώ στην πραγματικότητα ήταν ο Davinder Singh, από την Ινδία με ΔΕΑ: [ ]. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 4 ο κατηγορούμενος την 18η Αυγούστου του 2004 στην Πάφο, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδολίευση, δηλαδή στο έντυπο « Application for Renewal of a temporary Resident permit" "(form M.61B) ημερομηνίας 18 Αυγούστου 2004 το οποίο αφορούσε την αίτηση ανανέωσης προσωρινής άδειας παραμονής στην Δημοκρατία του Harjinder Singh, από την Ινδία υπέγραψε, ως να ήταν αυτός ενώ στην πραγματικότητα ήταν ο Davinder Singh, από την Ινδία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 5 ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 4η κατηγορία, στα γραφεία της ΥΑΜ Λευκωσίας, εν γνώση του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία το πλαστό έγγραφο που αναφέρεται στην 4η κατηγορία, παρουσιάζοντας το ως γνήσιο, ενώ στην πραγματικότητα ήταν πλαστό. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέκτηκε ενοχή και διεξήχθηκε ακροαματική διαδικασία. Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής συνοπτικά (ΚΑ εφεξής) είναι ότι το 2003 ο κατηγορούμενος DAVINDER SINGH ενώ ευρισκόταν στη Δημοκρατία ως HARJINDER SINGH πλαστογράφησε και κυκλοφόρησε δύο αιτήσεις ανανέωσης προσωρινής άδειας παραμονής στη Δημοκρατία (έγγραφα με αρ. 27 και 48 ερυθρό - στο τεκμήριο 10), ως επίσης στις 27.9.03 εισερχόμενος στη Δημοκρατία εξασφάλισε άδεια παραμονής και άδεια φοίτησης στο CYPRUS COLLEGE. Ο HARJINDER SINGH ο οποίος σύμφωνα με την ΚΑ ήταν ο κατηγορούμενος απελάθηκε από την Δημοκρατία στις 11.7.08 και το 2010 επανήλθε στη Δημοκρατία ως DAVINDER SINGH. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 4 μάρτυρες, ήτοι ο Αστ. 2140 Β.Αιμιλίου, ο Αν.Λοχ.3284 Σ. Νικολάου (ΜΚ2), ο Λοχ.2351 Γ.Απόστρατος (ΜΚ3) και η Ε.Χ¨Δημητρίου (ΜΚ4). Έγινε παραδεκτό γεγονός με την έγκριση του Δικαστηρίου ότι ο Χρίστος Κουμάρ, εκτέλεσε χρέη διερμηνέα κατά την λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου τεκμήριο 3α, της συγκατάθεσης για λήψη δειγμάτων γραφής/υπογραφής τεκμήριο 2α και 2 και των δειγμάτων γραφής/υπογραφής του κατηγορούμενου τεκμήρια 4 - 9 και 12 και συνακόλουθα οι πιο πάνω ενέργειες αποτελούν ευρήματα του. Ως προς την σημασία των παραδεκτών γεγονότων σχετική είναι η υπόθεση Ανδρέου v Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, όπου τονίστηκε ότι όταν ένα γεγονός καταστεί παραδεκτό καθίσταται όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά σε δεδομένο, το οποίο έχει τέτοια σημασία που ακόμα και σε περίπτωση μαρτυρίας η οποία αντίκειται προς αυτό η μαρτυρία εκείνη να κρίνεται ανάλογα. Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Μάρτυρας κατηγορίας 1 (ΜΚ1 εφεξής) ήταν ο Αστ.2140 Βάσος Αιμιλίου εξεταστής της υπόθεσης, ο οποίος υϊοθέτησε στο Δικαστήριο την κατάθεση του τεκμήριο Β΄ στην οποία ανέφερε ότι παρέλαβε διάφορα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με αρ.1 -
- Μεταξύ αυτών ήταν και η ανακριτική κατάθεση (τεκμήρια 3 α και 3) την οποία έλαβε από τον κατηγορούμενο. Η αντεξέταση του ΜΚ1 επικεντρώθηκε στις εξετάσεις στις οποίες προέβηκε και στην καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης μετά την κατάθεση του Αστ.2351 Γ.Απόστρατου. Ο ΜΚ1 είπε ότι τα αναφερόμενα τεκμήρια με αριθμό 8 και 9 στο τεκμήριο 1 δηλαδή τα τεκμήρια 10 και 11 της παρούσας υπόθεσης, δεν στάληκαν στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών (ΥΠΕΓΕ εφεξής) για εξέταση και δεν γνωρίζει τον λόγο. Συμφώνησε ότι γι' αυτό δεν ευθύνεται ο κατηγορούμενος. Αρχικά ανέφερε ότι η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης ξεκίνησε με την κατάθεση του Αστυφύλακα Γεώργιου Απόστρατου της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ εφεξής). Μετά ανέφερε ότι η διερεύνηση ξεκίνησε όταν στις 3.3.15 λήφθηκε στο ΤΑΕ η αλληλογραφία από την ΥΑΜ Πάφου. Υποστήριξε ότι από τον φάκελο που υπήρχε το 2003 δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν τα δακτυλικά αποτυπώματα που υπήρχαν σε αυτόν και να συγκριθούν με τα αποτυπώματα του κατηγορούμενου. Γι' αυτό το θέμα είχε μιλήσει με τον κον Τρισελιώτη της πιο πάνω Υπηρεσίας όπου του αναφέρθηκε ότι «στην περίπτωση προσώπου που απελαύνεται δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα δακτυλικά του αποτυπώματα για οποιαδήποτε διερεύνηση. Δεν συμπλήρωσε ημερολόγιο ενεργείας γι΄αυτόν τον σκοπό και δέχθηκε ότι ήταν παράλειψη του, αλλά αυτό δεν επηρέασε την συνέχιση των εξετάσεων. Ο ΜΚ1 κατόπιν ερωτήσεων του κου Αλεξάνδρου είπε ότι η κατάθεση του Γ. Απόστρατου έγινε τον Ιούνιο του 2014, αυτός παρέλαβε αλληλογραφία στις 3.3.2015 και ετοίμασε την κατάθεση του στις 12.12.
- Επίσης είπε ότι στάληκαν δείγματα γραφής για επιστημονικές εξετάσεις στην ΥΠΕΓΕ η οποία απάντησε τον Αύγουστο του
- Η θέση του κου Αλεξάνδρου ήταν ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην διερεύνηση και καταχώρηση της υπόθεσης και ο μάρτυρας είπε ότι δεν ευθύνεται η αστυνομία, η αργοπορία ήταν 4 μήνες από την λήψη της έκθεσης της ΥΠΕΓΕ μέχρι και την συμπλήρωση του φακέλου από τον ίδιο. Ακόμη ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι δεν έχει κάνει οποιαδήποτε εξέταση στην ΥΑΜ ποιός ήταν ο παραλήπτης των εγγράφων τόσο στις 16.10.2003 (σχετικά με την κατηγορία 1 και 2), στις 27.9.2003 (σχετικά με την κατηγορία 3) όσο και στις 18 Αυγούστου 2014 (σχετικά με την κατηγορία 4 και 5). Μάρτυρας κατηγορίας 2 (ΜΚ2) ήταν ο Αναπληρωτής Λοχίας 3284 Σταύρος Νικολάου ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών (ΥΠΕΓΕ) του Αρχηγείου Αστυνομίας με ειδικότητα Δικαστικού Γραφολόγου. Αυτός υϊοθέτησε στο Δικαστήριο την έκθεση του τεκμήριο Γ, κατέθεσε το βιογραφικό του σημείωμα τεκμήριο 13 ως επίσης και σχετικό πίνακα τεκμήριο 14 στον οποίο εμφαίνονται οι αμφισβητούμενες υπογραφές. Τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Κατά την κυρίως εξέταση του, του υποδείχθηκαν από την ΚΑ τα 6 έντυπα που αναφέρει στην έκθεση του (τα ευρισκόμενα στο τεκμήριο Δικαστηρίου 10 με τα διακριτικά του 1α, 1β και στο τεκμήριο 11 με τα διακριτικά του 2α, 2β, 2γ, 2δ) στα οποία υπήρχαν οι 6 αμφισβητούμενες υπογραφές τις οποίες εξέτασε. Επίσης είδε και αναγνώρισε τα δείγματα γραφής τεκμήρια 4 - 9 και 12 τα οποία σύγκρινε με τις πιο πάνω 6 αμφισβητούμενες υπογραφές. Περιέγραψε την τελική ταξινόμηση των αποτελεσμάτων μιάς γραφολογικής εξέτασης, λέγοντας ότι το πρώτο αποτέλεσμα είναι το απόλυτα θετικό, δηλαδή συνδέεται ένα πρόσωπο σε βαθμό πλήρους βεβαιότητας. Το δεύτερο αποτέλεσμα είναι αυτό της ισχυρής πεποίθησης δηλαδή όταν ο ειδικός είναι πεπεισμένος ότι συνδέεται κάποιο πρόσωπο, αλλά λόγω της ύπαρξης κάποιων λόγων δεν μπορεί να καταλήξει στο αποτέλεσμα του απόλυτα θετικού. Ανέφερε ότι χρησιμοποίησε την αναλυτική συγκριτική μέθοδο η οποία βασίζεται στον εντοπισμό ιδιαίτερων ατομικών χαρακτηριστικών των αμφισβητούμενων γραφών και των αντίστοιχων δειγμάτων γραφής και υπογραφής ενός προσώπου. Κατέληξε ότι στην παρούσα, αυτές έγιναν από το ίδιο πρόσωπο στον βαθμό της ισχυρής πεποίθησης γιατί κατά την σύγκριση βρήκε ομοιότητες αλλά και διαφορές τις οποίες εξήγησε σε συσχέτιση με τον πίνακα που ετοίμασε τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος επανέλαβε τις πιο πάνω διαβαθμίσεις των αποτελεσμάτων μίας γραφολογικής εξέτασης λέγοντας ότι είναι πεπεισμένος ότι οι 6 αμφισβητούμενες υπογραφές που εξέτασε, έγιναν από το ίδιο πρόσωπο. Επίσης είπε ότι συγκρίνοντας τις 6 πιο πάνω αμφισβητούμενες υπογραφές με τα δείγματα γραφής που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, του δημιουργείται η Υποψία ότι δυνατόν να έγιναν από αυτόν, καθ΄ότι παρουσιάζουν και ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους. Μάρτυρας κατηγορίας 3 (ΜΚ3) ήταν ο Λοχίας 2351 Γεώργιος Απόστρατος ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Πάφου. Κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε την κατάθεση του τεκμήριο Δ. Ανέφερε ότι εργάζεται στην πιο πάνω υπηρεσία για 20 χρόνια στο Τμήμα Επιχειρήσεων όπου μεταξύ άλλων ασχολείται με θέματα διερεύνησης, εντοπισμού πλαστών εγγράφων και με υποθέσεις πλαστοπροσωπίας. Αυτός έχει παρακολουθήσει σειρά εκπαιδεύσεων για σκοπούς εντοπισμού πλαστών εγγράφων, ως επίσης και σεμιναρίων. Είδε τους διοικητικούς φακέλους τεκμήρια 10 και 11 τους οποίους αναγνώρισε και τους είχε ζητήσει και του είχαν αποσταλεί από το Τμήμα Μετανάστευσης μετά που είχε λάβει την πληροφορία ότι ο κάτοχος του ενός φακέλου είναι το ίδιο πρόσωπο με τον κάτοχο του άλλου φακέλλου. Κατά την αντεξέταση του διαπιστώθηκε ότι ο μάρτυρας είχε ετοιμάσει κατάθεση το Τεκμήριο Δ1 η οποία φέρει την ίδια ημερομηνία ως και το τεκμήριο Δ δηλαδη 18 Ιουνίου 2014 με μόνη διαφορά ότι στη δεύτερη σελίδα αναφέρεται ότι ο ίδιος απέστειλε σχετική αλληλογραφία στην ΑΔΕ Λευκωσίας, με σκοπό όπως αποσταλεί στο ΤΑΕ Λευκωσίας για περαιτέρω διερεύνηση λόγω αρμοδιότητας, ενώ στο τεκμήριο Δ αναφέρεται η ΑΔΕ Πάφου. Ο μάρτυρας σε επανειλημμένες ερωτήσεις ανέφερε ότι μία κατάθεση του προχώρησε επίσημα στην οποία γίνεται μνεία ότι η αλληλογραφία αποστάληκε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου, με σκοπό την προώθηση της στο ΤΑΕ Πάφου. Σε ερώτηση από τον συνήγορο υπεράσπισης πως διαβιβάστηκε ο φάκελος από το Τμήμα Αλλοδαπών στο αρμόδιο τμήμα της αστυνομίας ο ίδιος είπε ότι υπάρχουν δύο ενδεχόμενα, είτε να τον έχει πάρει ο ίδιος προσωπικά στο ΤΑΕ ή να τα έχει δώσει σε κάποιο συνάδελφο του στην ΥΑΜ για να τα μεταφέρει. Ακόμη ο μάρτυρας κατέθεσε στο δικαστήριο το ημερολόγιο ενεργείας τεκμήριο 15 το οποίο ετοίμασε ο ίδιος και το απέστειλε για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Κατά την αντεξέταση του αποδέχθηκε ότι απουσιάζουν από αυτό οι παράγραφοι 2-6 αλλά δεν γνωρίζει τον λόγο. Ανέφερε ότι το τμήμα του δεν είναι ανακριτικό αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση στάληκε η αλληλογραφία από κοντά του με σκοπό την περαιτέρω διερεύνηση. Επίσης είπε ότι ως Υπηρεσία Αλλοδαπών υπάγονται στην αστυνομία ενεργούν όμως κάτω από τις οδηγίες του Υπουργείου Εσωτερικών.Ο ίδιος είπε ότι δεν θυμάται τι έγινε με την διερεύνηση της γνησιότητας του γάμου του κατηγορουμένου. Αναφορικά με τις φωτογραφίες που υπήρχαν στους φακέλους ανέφερε ότι διαπίστωσε κατόπιν αρχικών εξετάσεων εκ μέρους του ότι τα δύο πρόσωπα ομοίαζαν. Γι' αυτό και ήθελε να σταλεί η υπόθεση για περαιτέρω διερεύνηση στο αρμόδιο τμήμα. Είπε ότι δεν γνωρίζει γιατί παρατηρήθηκε καθυστέρηση στην έναρξη των εξετάσεων από πλευράς του ΤΑΕ. Μάρτυρας κατηγορίας 4 (ΜΚ4) ήταν η Εύη Χατζηδημητρίου, Γραμματειακός Λειτουργός στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Αυτή υϊοθέτησε στο Δικαστήριο την κατάθεση της τεκμήριο Ε στην οποία αναφέρει ότι στις 8.4.15 παρέδωσε στον Αστ.2140 Β.Αιμιλίου τους διοικητικούς φακέλλους τεκμήρια 10 και
- Επίσης κατέθεσε στο Δικαστήριο την επιστολή τεκμήριο 16 με την οποία το ΤΑΕ Πάφου ζητεί από το τμήμα της, την αποστολή των πιο πάνω τεκμηρίων για εξετάσεις. Αντεξεταζόμενη εάν γνωρίζει κατά πόσο σήμερα το περιεχόμενο των τεκμηρίων 10 και 11 είναι το ίδιο, ως το παρέδωσε τότε στην αστυνομία, είπε ότι δεν γνωρίζει. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Στη συνέχεια κρίθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και κλήθηκε σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αυτός αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Αυτός δεν παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε μάρτυρα υπερασπίσεως. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, λέγοντας ότι δεν είναι ένοχος, δεν διέπραξε τα αδικήματα και αυτό το διάστημα ήταν στην Ινδία. Στις 24.4.15 λήφθηκε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση, τεκμήριο 3α (τεκμήριο 3 μετάφραση). Όταν ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία τόσο η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής όσο και ο συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφεραν στο Δικαστήριο τις τελικές τους εισηγήσεις και θέσεις. Αυτές έχουν δεόντως μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Οι θέσεις του κου Αλεξάνδρου θα παρατεθούν πιο κάτω, κατά την εξέταση των θέσεων του από το δικαστήριο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους ΜΚ 1 - 4 που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992), 1 Α.Α.Δ. 1056, Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165. Επίσης, η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίστηκε στην εξωτερική εμφάνιση που προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά τέθηκε στην βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της. (βλ. Γεώργιος και Σπύρος Τσιαππής v. Πολυβίου
(2009), 1 Α.Α.Δ. 339. Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008), 2 Α.Α.Δ. 256: «Όταν αναφερόμαστε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας, εννοούμε κατά κύριο λόγο τον έλεγχο με την βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στην βάση τη μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα (Hasan v Ανδρέου, πολιτική έφεση 2/11, ημερ.2.12.15). Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, (Βασιλειάδης v Σπύρου Λτδ, πολιτική έφεση 123/09, ημερ.14.10.15). Ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Ουσιαστικά ανέφερε τις ενέργειες τις οποίες έκανε ο ίδιος ως εξεταστής στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και κατέθεσε τεκμήρια τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του. Αυτός δεν έχει κάνει καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν γεμάτη από παραλείψεις τις οποίες θα αναφέρω στη συνέχεια, με παραπομπή σε αυτήν, οι οποίες αφορούσαν τόσο την διερεύνηση της υπόθεσης αλλά και την καθυστέρηση στην προώθηση της για άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του κατηγορούμενου. Το δεύτερο θέμα θα σχολιαστεί πιο κάτω σε συνάρτηση με την θέση της υπεράσπισης για μη δίκαιη δίκη του κατηγορούμενου. Ειδικότερα, στην ερώτηση προς αυτόν εάν στάλθηκαν οι δύο διοικητικοί φάκελοι τεκμήρια 10 και 11 στην ΥΠΕΓΕ για εξέταση, η απάντηση του ήταν «προφανώς, δεν έχουν σταλεί». Επίσης ούτε οι φωτογραφίες που ήταν στο φάκελο δεν στάλθηκαν για εξέταση και είπε ότι δεν γνώριζε το λόγο. Και δημιουργείται εύλογα το ερώτημα εφόσον ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης δεν έπρεπε να προβεί στις ενέργειες της αποστολής, είτε των 2 διοικητικών φακέλλων για να γίνει η σύγκριση τους στην ΥΠΕΓΕ αλλά και των φωτογραφιών που εμπεριέχονταν σε αυτά, που αφορούσαν 2 διαφορετικά ονόματα αλλά σύμφωνα με την ΚΑ ο κατηγορούμενος DAVINDER SINGH (φάκελλος τεκμ.11) είναι το ίδιο πρόσωπο με τον HARJINDER SINGH (φάκελλος τεκμ.10). Ποιός έπρεπε να γνωρίζει για αυτή την ενέργεια, δεν είναι ο ίδιος; Δεν είναι ο ίδιος που έπρεπε να τα αποστείλει για επιστημονικές εξετάσεις; Θεωρώ ότι αυτός παρέλειψε τα πιο πάνω τα οποία ήταν ουσιώδη τόσο για την καταχώρηση της υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου αλλά και για την εξέλιξη αυτής. Περαιτέρω, αυτός ερωτήθηκε κατά πόσο τα αντίγραφα των δακτυλικών αποτυπωμάτων που υπάρχουν στον φάκελλο τεκμ.10 στάλθηκαν για συγκρίσεις με τα αποτυπώματα του κατηγορούμενου. Η απάντηση του δεν επιβεβαιώθηκε από τον ΜΚ2 εμπειρογνώμονα γιατί καμία από τις δύο πλευρές δεν τον ρώτησε με αποτέλεσμα αυτό να είναι άγνωστο στο δικαστήριο. Ο μάρτυρας αναφορικά με τις πιο πάνω παραλείψεις του ήταν ειλικρινής, αποδεχόμενος τις θέσεις της υπεράσπισης, ως πιο πάνω αναφέρθηκε λέγοντας μάλιστα ότι ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται περί τούτων. Από την μαρτυρία του αποδέχομαι τις ενέργειες του οι οποίες καταγράφονται στο τεκμήριο Β, ήτοι την λήψη της αλληλογραφίας στις 3.3.15 από την ΥΑΜ Πάφου, ενώ αυτός ήταν στο ΤΑΕ Πάφου, την διακίνηση των τεκμηρίων 10 και 11, την λήψη ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου τεκμήριο 3,3α, της συγκατάθεσης του κατηγορούμενου για λήψη δειγμάτων γραφής/υπογραφής του τεκμήριο 2,2α και των δειγμάτων γραφής/υπογραφής του κατηγορούμενου τεκμ. 4 -9 και 12. Το δικαστήριο θα σχολιάσει τις θέσεις του για το θέμα της καθυστέρησης της υπόθεσης πιο κάτω σε ειδικό κεφάλαιο. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον ΜΚ2 ο οποίος κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R. 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, R v. Turner
(1975)1 All.E.R. 70, Μάριος Νικολάου v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 841 και Χ¨Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Σύμφωνα με αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στην συνέχεια να εξετάσει αν με την μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη κρίση, με εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που θα αποδειχθούν με μαρτυρία. Στην Kotlyarenko
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1427, επαναλήφθηκε ουσιαστικά η γενική αρχή ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά, αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να αξιολογήσω την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Αρχικά θα πρέπει να λεχθεί ότι όσον αφορά τα προσόντα, τις γνώσεις και την πείρα του ΜΚ2 ως εμπειρογνώμονα, αυτός κατέθεσε το βιογραφικό του σημείωμα - τεκμήριο 13 το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 13 προκύπτει ότι αυτός μεταξύ άλλων έτυχε διαφόρων εκπαιδεύσεων σε θέματα «εξέτασης εγγράφων και γραφής» το 2007 στην Ελληνική Αστυνομία, στον χειρισμό ειδικής συσκευής για τον έλεγχο εντύπων ασφαλείας, σε θέματα τεχνικού εξοπλισμού για εξέταση εγγράφων, το 2008 στην Αγγλία. Απέκτησε Πιστοποιητικά Διαπίστευσης με αρ.[ ] και [ ] , [ ] για δικανική εξέταση αμφισβητούμενης γραφής και υπογραφής μέχρι και της 30.6.
- Έτυχε μετεκπαίδευσης σε θέματα δικαστικής γραφολογίας στην Ολλανδία το 2011 και στο Ισραήλ το
- Ακόμη από το 2007 - 2016 και από το 2019 μέχρι και σήμερα εργάζεται στο Εργαστήριο Γραφολογίας (ΥΠΕΓΕ) του Αρχηγείου Αστυνομίας. Ενόψει αυτών έχω ικανοποιηθεί ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας γραφολόγος, έχει τα απαραίτητα προσόντα και πείρα να αναφερθεί στα θέματα στα οποία αναφέρθηκε στο δικαστήριο. Η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Ο Μ.Κ.2 μου έκανε καλή εντύπωση. Ανέφερε και επεξήγησε τις εξετάσεις στις οποίες προέβηκε και το πως κατέληξε στα συμπεράσματα του, τα αναφερόμενα στο τεκμήριο Γ. Ειδικότερα του υποδείχθηκαν από την ΚΑ τα 6 έντυπα που αναφέρει στην έκθεση του (τα ευρισκόμενα στο τεκμήριο Δικαστηρίου 10 με τα διακριτικά του 1α, 1β και στο τεκμήριο 11 με τα διακριτικά του 2α, 2β, 2γ, 2δ) στα οποία υπήρχαν οι 6 αμφισβητούμενες υπογραφές τις οποίες εξέτασε. Επίσης είδε και αναγνώρισε τα δείγματα γραφής τεκμήρια 4 - 9 και 12 τα οποία σύγκρινε με τις πιο πάνω 6 αμφισβητούμενες υπογραφές. Περιέγραψε την τελική ταξινόμηση των αποτελεσμάτων μιάς γραφολογικής εξέτασης λέγοντας ότι το πρώτο αποτέλεσμα είναι το απόλυτα θετικό, δηλαδή συνδέεται ένα πρόσωπο σε βαθμό πλήρους βεβαιότητας. Το δεύτερο αποτέλεσμα είναι αυτό της ισχυρής πεποίθησης δηλαδή όταν ο ειδικός είναι πεπεισμένος ότι συνδέεται κάποιο πρόσωπο, αλλά λόγω της ύπαρξης κάποιων λόγων δεν μπορεί να καταλήξει στο αποτέλεσμα του απόλυτα θετικού. Ανέφερε ότι χρησιμοποίησε την αναλυτική συγκριτική μέθοδο η οποία βασίζεται στον εντοπισμό ιδιαίτερων ατομικών χαρακτηριστικών των αμφισβητούμενων γραφών και των αντίστοιχων δειγμάτων γραφής και υπογραφής ενός προσώπου. Κατέληξε ότι αυτές έγιναν από το ίδιο πρόσωπο στον βαθμό της ισχυρής πεποίθησης γιατί κατά την σύγκριση βρήκε τέτοιες ομοιότητες, τις οποίες εξήγησε σε συσχέτιση με τον πίνακα που ετοίμασε τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος επανέλαβε τις πιο πάνω διαβαθμίσεις των αποτελεσμάτων μίας γραφολογικής εξέτασης λέγοντας ότι είναι πεπεισμένος ότι οι 6 αμφισβητούμενες υπογραφές που εξέτασε, έγιναν από το ίδιο πρόσωπο. Επίσης είπε ότι συγκρίνοντας τις 6 πιο πάνω αμφισβητούμενες υπογραφές με τα δείγματα γραφής που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, του δημιουργείται η Υποψία ότι δυνατόν να έγιναν από αυτόν καθ΄ότι παρουσιάζουν και ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους. Η υπεράσπιση επικεντρώθηκε στα ευρήματα του, ειδικότερα στην σύνδεση του κατηγορούμενου με τις αμφισβητούμενες υπογραφές. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του θεωρώ ότι αυτή ήταν τεκμηριωμένη και αξιόπιστη και συναφώς κρίνεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να στηρικτεί σε αυτήν προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση, στην βάση των γεγονότων που θα κριθεί ότι έχουν αποδειχθεί με την μαρτυρία που θα γίνει αποδεκτή. Ο ΜΚ3 μου έχει κάνει καλή εντύπωση και η μαρτυρία του δεν έχει κλονιστεί παρά την επίμονη αντεξέταση του, η οποία επικεντρώθηκε κυρίως στην ύπαρξη του τεκμηρίου Δ και Δ1, δηλαδή των δύο καταθέσεων του που φέρουν την ίδια ημερομηνία με μόνη διαφορά ότι στο τεκμήριο Δ αναφέρεται ότι «ο φάκελος να αποσταλεί στο ΤΑΕ Πάφου» ενώ στο τεκμήριο Δ1 «να αποσταλεί στο ΤΑΕ Λευκωσίας». Οι αναφορές του στην κατάθεση του μεταξύ άλλων ότι στις 15.10.13 παραλήφθηκε ο διοικητικός φάκελλος του κατηγορούμενου από το κλιμάκιο της ΥΑΜ Πάφου αναφορικά με την γνησιότητα του γάμου του και ότι αυτός αφίχθηκε στη Δημοκρατία την 1.2.10 με άδεια φοιτητή στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Αναφορικά με το ημερολόγιο ενεργείας τεκμήριο 15 το οποίο φέρει χειρόγραφες σημειώσεις επ΄αυτού, δημιουργούνται ερωτήματα αναφορικά με το περιεχόμενο του, γιατί απουσιάζουν οι παράγραφοι 2-6, αλλά ούτε και ο μάρτυρας επεξήγησε γιατί, συνεπώς δεν καταλήγω σε οποιοδήποτε εύρημα γι΄αυτό. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας κατέθεσε στο δικαστήριο την αλήθεια και αποδέχομαι την θέση του ότι προώθησε την αλληλογραφία στο ΤΑΕ Πάφου για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Για όσα αντεξετάστηκε σε σχέση με τις 2 καταθέσεις του, δεν βρίσκω ότι έχουν καμία απολύτως σημασία για την ουσία της υπόθεσης. Συνεπώς κρίνεται ως αξιόπιστος μάρτυρας στο σύνολο του. Η αναντίλεκτη μαρτυρία της ΜΚ4 επικεντρωνόταν στην παράδοση των φακέλων τεκμήρια 10 και 11 στην αστυνομία. Αυτή γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της, ως αξιόπιστη. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Η επιλογή του αυτή ήταν απόλυτο νομικό του δικαίωμα. Ότι προκύπτει από το σύνολο της νομολογίας είναι ότι η ανώμοτη δήλωση δεν αποτελεί μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, ούτε αξιολογείται από το Δικαστήριο όπως η μαρτυρία. Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν αλλά μπορεί να βοηθήσει στην θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από μια διαφορετική σκοπιά. Αναφορικά με την ανώμοτη του δήλωση δεν παραμερίζω την αξία της, η οποία είναι πειστική μάλλον πάρα αποδεικτική και την αντικρύζω σε συνάρτηση με το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. (Σχετική η Ιωάννου και άλλοι εναντίον Δημοκρατίας, 2001, 2 ΑΑΔ 195, Γ. Γεωργίου εναντίον Αστυνομίας Ποινική έφεση 7655 ημερομηνίας 28 Σεπτεμβρίου 2005). Ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη δήλωση του ανέφερε ότι δεν είναι ένοχος, δεν διέπραξε τα αδικήματα και το επίδικο διάστημα ήταν στην Ινδία. Στην ανακριτική του κατάθεση στις 24.4.15 (τεκμήριο 3α και 3 η μετάφραση) για την οποία δεν είπε στο δικαστήριο εάν την υϊοθετεί αναφέρεται ότι δεν γνωρίζει τίποτα για την παρούσα υπόθεση. Αυτός κατάγεται από την Ινδία, ήρθε στην Κύπρο, ως φοιτητής σε κολλέγιο στην Λευκωσία την 1.2.2010 και όχι προηγουμένως. Εννιά μήνες μετά γνώρισε την σύζυγο του και νυμφεύθηκαν στις 1.7.11 με πολιτικό γάμο και διαμένουν στο Αναβαργός. Μετά τον γάμο του μετέβηκε στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Πάφου και άλλαξε το καθεστώς παραμονής του ως σύζυγος ευρωπαίας πολίτιδος. Είναι ιδιοκτήτης ινδικού εστιατορίου στην Πάφο. Ο κατηγορούμενος αναγνώρισε έγγραφα που εμπεριέχονται στον φάκελλο του, του έτους 2010 και δεν αναγνώρισε έγγραφα σε φάκελλο του 2003 - 2004 που βρίσκονται στον φάκελλο του Harjinder Singh από την Ινδία. Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση κατηγορουμένων προσώπων, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Εξετάζοντας το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του κατηγορούμενου σε συνάρτηση με την υπόλοιπη δοθείσα μαρτυρία, αποδέχομαι το περιεχόμενο της, αφού άλλωστε είναι και η θέση της ΚΑ η είσοδος του στη Δημοκρατία το έτος 2010 και ότι νυμφεύθηκε με Κύπρια πολίτη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 15.10.13 παραλήφθηκε από το κλιμάκιο της ΥΑΜ Πάφου ο διοικητικός φάκελος του κατηγορούμενου με αρ.[ ] τεκμήριο 11, με σκοπό την διενέργεια εξετάσεων σε σχέση με την γνησιότητα του γάμου του με την Ελληνοκύπρια Μ. Φίλιππου. Αυτός κατάγεται από την Ινδία, αφίχθηκε στην Δημοκρατία μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας την 1.2.2010 με άδεια φοιτητή στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Την 1.7.2011 τέλεσε πολιτικό γάμο στο Δήμο Πάφου με την πιο πάνω. Αυτός κατείχε άδεια παραμονής και εργασίας μέχρι της 4.8.2014 και στις 13.6.14 αποτάθηκε στο κλιμάκιο της ΥΑΜ Πάφου για ανανέωση της προσωρινής άδειας παραμονής και εργασίας του, ως εξαρτώμενος της πιο πάνω. Κατά τη διάρκεια των εξετάσεων σε σχέση με την γνησιότητα του γάμου του κατηγορουμένου λήφθηκε ανώνυμη πληροφορία στην ίδια υπηρεσία που ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην Δημοκρατία με διαφορετικά στοιχεία στο παρελθόν όπου και απελάθηκε. Δηλαδή ότι ήταν ο Harjinder Singh, από την Ινδία. Ο Αστ.2351 Γ. Απόστρατος ΜΚ3 διενήργησε έλεγχο και διαπίστωσε ότι ο τελευταίος αφίχθηκε στην Δημοκρατία στις 27.9.03, μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας ως φοιτητής στο Cyprus College στη Λευκωσία. Ακολούθως υπέβαλε αίτηση στην Υπηρεσία Ασύλου ζητώντας πολιτικό άσυλο. Στις 31.5.2005 το αίτημα του απορρίφθηκε ως επίσης και στις 2.4.07 η ιεραρχική προσφυγή που υπέβαλλε στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων. Στις 6.7.08 συνελήφθηκε και εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης. Στις 11.7.2008 απελάθηκε από την Δημοκρατία για τη χώρα του, μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας και στις 28.7.08 τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στον κατάλογο stop list, ως απαγορευμένος μετανάστης. Στις 2.6.14 ζητήθηκε από το εν λόγω κλιμάκιο ο φάκελος του Harjinder Singh για διενέργεια περαιτέρω εξετάσεων και σύγκριση μεταξύ των δύο φακέλων των δύο πιο πάνω προσώπων. Διαπιστώθηκε ότι εντός αυτών υπάρχουν πρωτότυπες φωτογραφίες με αρκετές ομοιότητες που προφανώς ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο. Στις 13.6.14 ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε προφορικά στα γραφεία της ΥΑΜ Πάφου από τον ΜΚ3 σχετικά με την παρούσα υπόθεση και αυτός αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη. Στη συνέχεια ο ΜΚ3 απέστειλε σχετική αλληλογραφία στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου με σκοπό όπως αποσταλεί στο ΤΑΕ Πάφου για περαιτέρω διερεύνηση λόγω αρμοδιότητας. Οι διοικητικοί φάκελοι των δύο πιο πάνω προσώπων τεκμήρια 10 και 11 αποστάληκαν στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και η Ε. Χατζηδημητρίου ΜΚ4 στις 8.4.15 τους παρέδωσε στον ΜΚ1 Αστ.2140 Αιμιλίου και αυτός ετοίμασε την κατάθεση του στις 12.12.2016 τεκμήριο Δ. Στις 3.3.15 ο ΜΚ1 παρέλαβε αλληλογραφία από την ΥΑΜ Πάφου σε σχέση με τα πιο πάνω. Στις 24.4.15 ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 3,3Α) από τον κατηγορούμενο με τη βοήθεια του διερμηνέα Χρίστου Κουμάρ (τεκμήριο Α), τον πληροφόρησε για τα αδικήματα τα οποία διερευνώνται εναντίον του και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο. Επίσης την ίδια ημέρα έλαβε από τον κατηγορούμενο κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του (τεκμήριο 2, 2Α) δείγματα γραφής και υπογραφής του τεκμήρια 4-9 και
- Αυτά τέθηκαν υπό την ασφαλή του φύλαξη μέχρι της 27.4.15 όπου και τα μετέφερε στο Εργαστήριο Γραφολογίας της ΥΠΕΓΕ του Αρχηγείου Αστυνομίας και τα παρέδωσε στον ΜΚ2 γραφολόγο. Η διακίνηση των τεκμηρίων της παρούσας υπόθεσης έγινε από την αστυνομία προς τα αρμόδια τμήματα με τον ενδεδειγμένο τρόπο, χωρίς κανένα μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να αλλοιώσει ή να επέμβει σε αυτά. Ο Αν.Λοχίας 3284 Σταύρος Νικολάου γραφολόγος - εμπειρογνώμονας ΜΚ2 (σχετ. τεκμήριο 13), αφού παρέλαβε τα έγγραφα- αιτήσεις τα ευρισκόμενα στον διοικητικό φάκελο του κατηγορούμενου τεκμήριο 11 και στον διοικητικό φάκελο του Harjinder Singh τεκμήριο 10 ετοίμασε την έκθεση του ημερομηνίας 8.8.16 τεκμήριο Γ, η οποία παραλήφθηκε από τον ΜΚ1 και ο τελευταίος ετοίμασε την κατάθεση του στις 12.12.16 τεκμήριο Β. Ο ΜΚ2 εξέτασε 6 αμφισβητούμενες υπογραφές στις αιτήσεις που αναφέρει στην έκθεση του (τις ευρισκόμενες στο τεκμήριο Δικαστηρίου 10 με τα διακριτικά του 1α, 1β και στο τεκμήριο 11 με τα διακριτικά του 2α, 2β, 2γ, 2δ). Επίσης αυτός σύγκρινε τις 6 πιο πάνω αμφισβητούμενες υπογραφές με τα δείγματα γραφής του κατηγορούμενου τεκμήρια 4 - 9 και
- Η τελική ταξινόμηση των αποτελεσμάτων μιάς γραφολογικής εξέτασης σύμφωνα με τον ΜΚ2 στην πρώτη βαθμίδα είναι το απόλυτα θετικό, δηλαδή συνδέεται ένα πρόσωπο σε βαθμό πλήρους βεβαιότητας. Στην δεύτερη βαθμίδα είναι αυτό της ισχυρής πεποίθησης, δηλαδή όταν ο ειδικός είναι πεπεισμένος ότι συνδέεται κάποιο πρόσωπο, αλλά λόγω της ύπαρξης κάποιων λόγων δεν μπορεί να καταλήξει στο αποτέλεσμα του απόλυτα θετικού. Η τρίτη βαθμίδα είναι η Υποψία όπου υπάρχουν και ομοιότητες και διαφορές μεταξύ αμφισβητούμενων και δειγμάτων. Ακολούθως είναι το αρνητικό αποτέλεσμα όπου υπάρχουν διαφορές μεταξύ τους και δεν υπάρχει σύνδεση. Αλλά και το αποτέλεσμα της καμίας εκφοράς γνώμης. Αυτός χρησιμοποίησε στην παρούσα την αναλυτική συγκριτική μέθοδο η οποία βασίζεται στον εντοπισμό ιδιαίτερων ατομικών χαρακτηριστικών των αμφισβητούμενων γραφών και των αντίστοιχων δειγμάτων γραφής και υπογραφής ενός προσώπου. Ο ΜΚ2 κατέληξε ότι οι 6 αμφισβητούμενες υπογραφές έγιναν από το ίδιο πρόσωπο στον βαθμό της ισχυρής πεποίθησης γιατί κατά την σύγκριση βρήκε τέτοιες ομοιότητες, σε συσχέτιση με τον πίνακα που ετοίμασε τεκμήριο
- Ακόμη αυτός συγκρίνοντας τις 6 πιο πάνω αμφισβητούμενες υπογραφές με τα δείγματα γραφής που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, του δημιουργείται η Υποψία ότι δυνατόν να έγιναν από αυτόν, καθ΄ότι παρουσιάζουν και ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην 1η και στην 4η κατηγορία το αδίκημα της Πλαστογραφίας με βάση το άρθρο 331, 333 και 337 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με το άρθρο 331 «πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης». Το άρθρο 333 αναφέρει ότι: Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος: (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου (γ) ...(δ).... Δηλαδή τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής:
- Ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου,
- Με σκοπό καταδολίευσης. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα, αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο ουσιαστικά δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Archbold 35th ed. σελ. σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 (η οποία έχει υιοθετηθεί ουσιαστικά από τη δική μας νομολογίας στην Georghiou (ανωτέρω), έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του (βλ.Welham (ανωτέρω), Georghiou (ανωτέρω) και Ioannou v. The Police
(1985)2 CLR 14). Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη που πλήττει προσωπικά το θύμα ή τα δικαιώματα του σαν ατόμου ή σε σχέση με το αξίωμα του ή την άσκηση των καθηκόντων του. Δεν απαιτείται δηλαδή η βλάβη να είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ωστόσο δεν θα πρέπει η βλάβη να είναι τόσο επουσιώδης ώστε να καλύπτεται από τον κανόνα de minimis non curat lex. Ακόμη και η πιθανότητα ή ο κίνδυνος βλάβης δηλαδή να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και στην Λεωνίδου v Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 85/20, 28/6/21. Όταν εξετάζεται το θέμα της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης δεν ενδιαφέρει ο λόγος για τον οποίο κάποιος προβαίνει σε πλαστογραφία ή το κίνητρο αυτού (βλ. πρωτόδικη απόφαση η οποία επικυρώθηκε στην Georghiou (ανωτέρω) και Τσιέλεπος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.457). Δεν απαιτείται δηλαδή η στοιχειοθέτηση κινήτρου εκ μέρους ενός κατηγορούμενου για την απόδειξη διάπραξης των επίδικων αδικημάτων (βλ. και άρθρο 9 του Ποινικού Κώδικα). Σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Fournides v. The Republic
(1986)2 CLR 73 το κίνητρο εφόσον στοιχειοθετηθεί είναι αποδεκτό ως περιστατική μαρτυρία σχετική με την πρόθεση ενός κατηγορουμένου, δεν μπορεί όμως από μόνο του να στηρίξει καταδίκη. Δεν ενδιαφέρει δε το απώτερο προσωπικό συμφέρον που επεδίωκε να προσκομίσει ο κατηγορούμενος για τον εαυτό του αλλά οι επιπτώσεις που έχουν ή είναι ενδεχόμενο να έχουν οι ενέργειες του κατηγορούμενου και το κατά πόσο θέλησε αυτές τις επιπτώσεις (βλ. Welham(ανωτέρω). Για την στοιχειοθέτηση πρόθεσης καταδολίευσης δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ανέμενε να επιτύχει και κάποιο προσωπικό όφελος σαν αποτέλεσμα της πράξης του (βλ. αγγλική νομολογία στο σύγγραμμα Λ.Γ. Λουκαίδη, Θέματα Κυπριακού Δικαίου ΙΙ, (Λευκωσία - 1988) σελ. 105). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ.Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Πριν προχωρήσω στην παρούσα θα πρέπει να αναφερθεί ότι η μαρτυρία που υπάρχει είναι κατά βάση περιστατική. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36). Όμως ως αναφέρθηκε στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 οι διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου. Εκεί δε όπου χρειάζεται κάποια εξήγηση αυτή επίσης πρέπει να προκύπτει από τη μαρτυρία και όχι από απλές υποθέσεις (βλ. R. v. Mary Ann Ash
(1911)6 Cr.App.Rep. 225). Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην 2η και στην 5η κατηγορία το αδίκημα της Κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, με βάση το άρθρο 331, 332, 333 και 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Το άρθρο 339 αναφέρει ότι «όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος». Δηλαδή τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής:
- Ύπαρξη πλαστού εγγράφου.
- Ο κατηγορούμενος να γνωρίζει την πλαστότητα του.
- Να το θέτει σε κυκλοφορία.
- Ο κατηγορούμενος να ενεργεί δολίως. Δεν υπάρχει καθορισμός των λέξεων «θέτει εις κυκλοφορία» αλλά μπορεί να λεχθεί ότι οι λέξεις συμπεριλαμβάνουν την χρήση, προσφορά, δημοσίευση όπως επίσης και παράδοση του εγγράφου (βλ. R. v Gambling
(1974)2 All E.R 479). Ο κατηγορούμενος πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό και να υπάρχει η πρόθεση καταδολίευσης. Η γνώση και ο δόλος δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθούν με άμεση μαρτυρία, αλλά μπορεί να συμπεραίνεται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης ( βλ. Ιακώβου v Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 211, Ιωάννου v Δημοκρατίας
(2002)ΑΑΔ 301 και Φανιέρος v Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 104). Επίσης στην Rocky Safiullah v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 472, αποφασίστηκε ότι ακόμα και η εθελοτυφλία ενός κατηγορούμενου είναι ποινικά κολάσιμη και μπορεί να αποδώσει γνώση. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην 3η κατηγορία το αδίκημα της εξασφάλισης άδειας με ψευδή παράσταση, με βάση το άρθρο 305 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 το οποίο προνοεί ότι: «όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ή άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορίας συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος για τους σκοπούς της παρούσας είναι τα ακόλουθα: · Ο κατηγορούμενος εσκεμμένα, · Με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, · Να εξασφαλίζει για τον εαυτό του, εγγραφή δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου ή Κανονισμού. · Απαιτείται λοιπόν για την απόδειξη αυτού του αδικήματος η στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης δηλ. παράστασης γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή (βλ. άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα). Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η εγγραφή ήταν αποτέλεσμα των ψευδών παραστάσεων. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει το ψευδές των παραστάσεων όπως τις επικαλείται στις λεπτομέρειες αδικήματος του κατηγορητηρίου. Όταν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των παραστάσεων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και εκείνων που προκύπτουν από τη δοθείσα μαρτυρία τότε, χωρίς η κατηγορούσα αρχή να προβεί σε σχετική τροποποίηση του κατηγορητήριου, ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να καταδικάζεται. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Θέση της υπεράσπισης Η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης ήταν ελλειπής. Ειδικότερα ότι ο ΜΚ1 δεν προέβηκε σε εξετάσεις στο αρμόδιο τμήμα της ΥΑΜ ή στην λήψη καταθέσεων για το ποιό ήταν το πρόσωπο που παρουσιάστηκε το 2003 ή το 2004 για την υποβολή των αιτήσεων και ποιός Λειτουργός τις παρέλαβε. Ούτε και εξετάστηκαν ή συγκρίθηκαν τα δακτυλικά ή παλαμικά αποτυπώματα προσώπου στον οποίο ανήκε ο φάκελος του έτους 2003 και 2004 (τεκμήριο 10) ούτε και οι ευρισκόμενες φωτογραφίες σε αυτούς (τεκμήρια 10 και 11). Ο κος Αλεξάνδρου είπε ότι θέμα υπάρχει και σε σχέση με την κατάθεση του ΜΚ3, αναφορικά με τις δύο καταθέσεις τις οποίες ετοίμασε (Δ και Δ1). Εν κατακλείδι, η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες της πλαστογραφίας, ενόψει και των αποτελεσμάτων του γραφολόγου ΜΚ2 ο οποίος αφού εξέτασε τις 6 αμφισβητούμενες υπογραφές με τα δείγματα γραφής του κατηγορούμενου έκανε αναφορά για «Υποψία» ότι προέρχονται από τον κατηγορούμενο, ούτε και οι κατηγορίες της κυκλοφορίας ή της εξασφάλισης εγγραφής γιατί δεν υπάρχει ενώπιον του δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου. Επιπλέον ο κος Αλεξάνδρου υποστήριξε ότι λόγω της ελλιπούς διερεύνησης από τις ανακριτικές αρχές αλλά και λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης από την διερεύνηση αυτής της απλής υπόθεσης μέχρι και την καταχώριση της, η δίκη του δεν ήταν δίκαιη αλλά εκτός των συνταγματικών πλαισίων και συνεπώς άκυρη κατά παράβαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Επίσης από την διερεύνηση της μέχρι και την εκδίκαση της παρήλθε αρκετός χρόνος, δηλαδή 8 χρόνια. Η εκπρόσωπος της ΚΑ είχε αντίθετη άποψη σε σχέση με το θέμα της μη δίκαιης δίκης αποδεχόμενη όμως ότι υπήρξε κάποια καθυστέρηση και ότι η υπόθεση δεν ήταν πολύπλοκη. Επίσης ανέφερε ότι όταν τμήματα της αστυνομίας παραλαμβάνουν τεκμήρια προς εξέταση παρατηρείται κάποιου είδους καθυστέρηση. Υποστήριξε ότι στην παρούσα δεν παρατηρήθηκε αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ούτως ώστε η δίκη του κατηγορούμενου να καθίσταται μη δίκαιη. Περαιτέρω υποστήριξε ότι δεν έχει καταδειχθεί συγκεκριμένα από την υπεράσπιση πως ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε δυσμενώς στην υπεράσπιση του. Ειδικότερα αυτός έλαβε το μαρτυρικό υλικό, απάντησε στο κατηγορητήριο, και κατά την δίκη του εκπροσωπήθηκε από το συνήγορο του. ΔΙΚΑΙΗ ΔΙΚΗ Παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητα της και η διάγνωση τους έξω από τα πλαίσια αυτά αποτελεί εκτροπή από τα συνταγματικά θέσμια. Το άρθρο 30.2 οριοθετεί τις προϋποθέσεις για την έγκυρη διαπίστωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του πολίτη καθώς και της ποινικής του ευθύνης. (Βλ. Psaras and Another v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132, Bell v. D.P.P. of Jamaica [1985] 2 All E.R. 585. Βλέπε επίσης Police v. Georghiades
(1982)2 C.L.R. 33 αναφορικά με τις δικαιϊκές επιπτώσεις από παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται στο μέρος II του Συντάγματος.) Η έγκαιρη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου και των αστικών του δικαιωμάτων αποτελεί αφενός θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και αφετέρου κεφαλαιώδη υποχρέωση της Πολιτείας, κατ' εξοχή της Δικαστικής Λειτουργίας, όπως ορίζει το Άρθρο 35 του Συντάγματος (Χριστόπουλος v Αστυνομίας
(2001)2ΑΑΔ 100, Πουμπούρης v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 1), Δημοκρατία v Ford κ.α. (αρ.2)
(1995)2 ΑΑΔ 232, David Parris v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 186), ΧΧΧ Μηνά v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 228/18, ημερ. 16.3.20, Γ.Βλαδιμήρου v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5/20, ημερ. 30.7.21). Αναπόσπαστες πτυχές της διαπίστωσης ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου είναι τόσο η προσαγωγή του ενώπιον της δικαιοσύνης όσο και η εκδίκαση ποινικής υπόθεσης που καταχωρείται εναντίον του. Σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας 30.2 είναι η προστασία του από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την διάγνωση της ποινικής του ευθύνης (Γενικός Εισαγγελέας v Καψού
(2004)2 ΑΑΔ 127). Ανάλογη είναι και η σημασία που αποδίδεται από το κοινό δίκαιο στην έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης. Στην απόφαση R. v. Crown Court ex p Norman [2000] 3 All E.R. 267, υπογραμμίζεται η σπουδαιότητα που ενέχει για την απονομή της δικαιοσύνης ο σύντομος ορισμός σοβαρών ποινικών υποθέσεων προς εκδίκαση και η δημιουργία των αναγκαίων προϋποθέσεων για την ακρόασή τους. Τί συνιστά εύλογο χρόνο για την αποπεράτωση με την έκδοση δικαστικής απόφασης της δίκης για τον καθορισμό της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εξαρτάται από τις συνθήκες και γεγονότα της υπόθεσης καθώς και την συμπεριφορά των διαδίκων - Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149.(Βλέπε επίσης Agapiou v. Panayiotou,
(1988)1 C.L.R. 257). Αφετηρία για την επιμέτρηση του χρόνου αποτελεί η ημέρα σύλληψης ή καταγγελίας του κατηγορουμένου. Η φύση και το περίπλοκο της υπόθεσης είναι ουσιώδεις παράγοντες στον καθορισμό του ευλόγου του χρόνου που απαιτήθηκε για την ολοκλήρωση της ποινικής δίκης. Οι παράγοντες αυτοί λαμβάνονται υπόψη τόσο όσον αφορά τη διερεύνηση της υπόθεσης από τις ανακριτικές αρχές όσο και την εκδίκαση της από το Δικαστήριο. Στην Ευσταθίου v Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 294 το δικαστήριο πραγματεύεται τους παράγοντες που υπεισέρχονται στον προσδιορισμό του εύλογου του χρόνου διαπίστωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου.* Διασαφηνίζεται ότι: «Αφετηρία για την επιμέτρηση του χρόνου αποτελεί η ημέρα σύλληψης ή καταγγελίας του κατηγορουμένου.» Οι άλλοι παράγοντες οι οποίοι επενεργούν στον καθορισμό του εύλογου του χρόνου είναι το περίπλοκο της υπόθεσης και η συμπεριφορά των διαδίκων. Παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος υπογραμμίζεται, καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητά της. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Aboul Kareem Ban Othan, 2001, 2 AΑΔ 777 λέχθηκε ότι «είναι εμπεδωμένη αρχή του Κυπριακού Δικαίου ότι η δικαιοσύνη και, ειδικότερα, η ποινική δικαιοσύνη πρέπει να απονέμεται σε εύλογο χρόνο. Η αρχή αυτή διασφαλίζεται με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος που αντιστοιχεί με το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι σαφής, πάγια και διαχρονική. Ο κάθε κατηγορούμενος έχει αναφαίρετο δικαίωμα για την εντός ευλόγου χρόνου εκδίκαση της υπόθεσής του για να γνωρίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και να απαλλάττεται από το άγχος της εκκρεμοδικίας». Στην Ορέστης Βασιλείου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 12/15, 4/7/17 αναφέρθηκε ότι «υπάρχει γενικά υποχρέωση στις Ανακριτικές Αρχές να διεξάγουν την ανακριτική διαδικασία κατά τρόπο δίκαιο και ηθικά ορθόν (Δέστε: State of Bihar v. P.P. Sharma, AIR 1991, SC 1260). Η ανάκριση θα πρέπει να γίνεται κατά τρόπο δίκαιο, διαφανή και ορθό, απαλλαγμένο από ενστάσιμα στοιχεία, όπως η προκατάληψη, αλλότριο κίνητρο κλπ. Ο ανακριτής θα πρέπει να ενεργεί κατά τρόπον που να αποκλείει την πιθανότητα κατασκευής μαρτυρίας και η αμερόληπτη συμπεριφορά του θα πρέπει να αποκλείει και οποιανδήποτε υποψία ως προς τη γνησιότητα της ανάκρισης. Η ανακριτική διαδικασία πρέπει να είναι έντιμη, δίκαιη, αμερόληπτη και να διεξάγεται σύμφωνα με το Νόμο. Ο σκοπός της ανάκρισης θα πρέπει να είναι η παρουσίαση της αλήθειας ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου (Δέστε: Vinay Tyagi v. Irshad Ali @ Deepak
(2013)
(5)SCC 762). Σε περίπτωση ελαττωματικής ανακριτικής διαδικασίας το δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογεί τη μαρτυρία με καχυποψία και να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην ανεύρεση της αλήθειας. Η επιταγή για δίκαιη ανάκριση πηγάζει από την εφαρμογή των κανόνων του Κράτους Δικαίου (Δέστε: Manu Sharma v. State (NCT of Delhi)
(2010)6 SCC 1). Όπως τονίστηκε και στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.α. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, « η αμετάβλητη συνισταμένη των ανακριτικών αρχών, κατά τη διαλεύκανση του εγκλήματος, πρέπει να είναι η αναζήτηση της αλήθειας». Ερχόμενη τώρα επί της προκειμένης διαπιστώνω τα εξής: Ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε προφορικώς από τον ΜΚ3 της ΥΑΜ Πάφου, στις 13.6.14 στα γραφεία της ΥΑΜ. Η κατάθεση του ΜΚ3 τεκμήριο Δ φέρει ημερομηνία 18.6.
- Ο ΜΚ1 εξεταστής της υπόθεσης έλαβε την αλληλογραφία, ως ανέφερε στις 3.3.15 (8 μήνες μετά). Στις 24.4.15 αυτός έλαβε ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου. Στις 27.4.15 μετέφερε στην ΥΠΕΓΕ τα τεκμήρια για επιστημονικές εξετάσεις. Η έκθεση της ΥΠΕΓΕ φέρει ημερομηνία 8.8.
- Η κατάθεση του ΜΚ1 τεκμήριο Β φέρει ημερομηνία 12.12.
- Η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 13.10.
- Αν λάβω ως αφετηρία για την επιμέτρηση του χρόνου την προφορική του ανάκριση από τον ΜΚ3 Απόστρατο στις 13.6.14 στα γραφεία της ΥΑΜ μέχρι και την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο την 13.10.17 παρήλθαν 3 χρόνια και 4 μήνες. Αν λάβω ως αφετηρία την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης παρήλθαν 2 1/2 χρόνια (24.4.15 -13.10.17). Λαμβάνοντας ως δεδομένο, είτε την πρώτη είτε την δεύτερη επιλογή θεωρώ ότι υπήρξε καθυστέρηση στην διερεύνηση της υπόθεσης η οποία ήταν μία σοβαρή, όχι όμως περίπλοκη υπόθεση. Δηλαδή αφορούσε ευθύς εξ΄αρχής δύο φακέλους τους οποίους κατείχε το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και οι οποίοι ήταν εύκολο να ανευρεθούν. Αυτοί εμπεριείχαν τα συγκεκριμένα στοιχεία δύο προσώπων του Davinder Singh και του Harjinder Singh, τα οποία έπρεπε να ελεγχθούν άμεσα και να σταλούν στο Εργαστήριο Γραφολογίας της ΥΠΕΓΕ για επιστημονικές εξετάσεις. Για την διεκπεραίωση αυτών των εξετάσεων σίγουρα χρειάζεται χρόνος. Όχι όμως ο χρόνος ο οποίος δαπανήθηκε για την παρούσα. Στην προκειμένη περίπτωση, παρά τον μακρύ χρόνο που διέρρευσε από την προφορική ανάκριση του κατηγορούμενου μέχρι και την καταχώρηση της υπόθεσης στο δικαστήριο παρατηρήθηκε ελλιπής διερεύνηση από τον ΜΚ1 με παραδοχές του μάλιστα γι΄αυτό ενώπιον του δικαστηρίου, σε ουσιώδη θεωρώ σημεία της υπόθεσης. Αυτά είναι η μη αποστολή των 2 φακέλλων στην ΥΠΕΓΕ αφού και ο ίδιος ο ΜΚ3, ως αναφέρει στο τεκμήριο Δ «αυτοί εμπεριέχουν αρκετό μαρτυρικό υλικό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επιστημονικές εξετάσεις, όπως δείγματα υπογραφών, πρωτότυπες φωτογραφίες και αντίγραφο δακτυλοσκοπικού εντύπου Αστ.59». Ακόμη παραπέμπω στην απάντηση του ΜΚ1 ότι καθυστέρησε η έκθεση της ΥΠΕΓΕ η οποία ετοιμάστηκε στις 8.8.2016, αναφέροντας ότι αυτός μεταφέρθηκε σε άλλο τμήμα της αστυνομίας, θέση η οποία δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση τέτοια καθυστέρηση. Μάλιστα ο ίδιος αποδεχόμενος είπε συγκεκριμένα ότι «σχεδόν τρία χρόνια έχει καταχωρηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο, άρα έχουμε πέντε χρόνια να εκδικαστεί. Δεν φταίει η αστυνομία». Προσπαθώντας δηλαδή να αφήσει αιχμές ότι είχε ευθύνη το δικαστήριο. Η θέση του, με την οποία διαφωνώ ήταν ότι η αργοπορία είναι μόνο 4 μήνες δηλαδή από το χρονικό διάστημα ετοιμασίας της έκθεσης της ΥΠΕΓΕ (8.8.16) μέχρι και την ημερομηνία της κατάθεσης του (12.12.16). Ο ίδιος ο μάρτυρας αμφιταλαντευόταν πότε τελικά ξεκίνησε η διερεύνηση της υπόθεσης λέγοντας αρχικά είναι από την ανάκριση του κατηγορούμενου στην ΥΑΜ το 2014 και αλλάζοντας το μετά ότι ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2015 που παραλήφθηκε η αλληλογραφία στο ΤΑΕ Πάφου. Σκοπός του ΜΚ1 θα έπρεπε να είναι η αναζήτηση της αλήθειας μέσω της σφαιρικής παράθεσης και διευκρίνισης του όλου πλέγματος των σημαντικών για την υπόθεση γεγονότων. Θεωρώ ότι, κάτι τέτοιο δεν έγινε στην παρούσα. Περαιτέρω προχωρώ να εξετάσω τον χρόνο που διέρρευσε από την καταχώρηση της υπόθεσης, ήτοι την 13.10.17 μέχρι και την διεκπεραίωση της, την 15.6.
- Κατά την ακροαματική διαδικασία η οποία δεν ήταν περίπλοκη, κατέθεσαν συνολικά εκ μέρους της ΚΑ μόνο 4 μάρτυρες. Αφού διεξήλθα των πρακτικών του φακέλλου της παρούσας, διαπίστωσα ότι σε τουλάχιστον 11 περιπτώσεις αιτήθηκε αναβολών της ακρόασης η ΚΑ ελλείψει μαρτύρων κατηγορίας, σε 3 περιπτώσεις η υπεράσπιση, σε 2 περιπτώσεις έγιναν αιτήματα από κοινού, 3 φορές λόγω κωλύματος του Δικαστηρίου και ενόψει της πανδημίας covid -
- Εν κατακλείδι, συμπεραίνω ότι από την αρχική προφορική ανάκριση του κατηγορούμενου την 13.6.14 μέχρι και την τελική διεκπεραίωση της υπόθεσης παρήλθαν 8 χρόνια ενώ από την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης την 24.4.15 παρήλθαν 7 χρόνια. Ενώ, εάν προχωρήσω να υπολογίσω και τον χρόνο που διέρρευσε από την κατ΄ ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων τα έτη 2003 - 2004 παρήλθαν τουλάχιστον 18 χρόνια. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω θεωρώ ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση τόσο στην διερεύνηση της υπόθεσης μέχρι την καταχώρηση της αλλά και από την καταχώρηση της το 2017 μέχρι και την τελική διεκπεραίωση της το
- Η καθυστέρηση στη διερεύνηση της υπόθεσης και την προσαγωγή του κατηγορούμενου σε δίκη σε συνάρτηση με την ανετοιμότητα της ΚΑ να προχωρήσει στην απόδειξη της υπόθεσης σε 11 τουλάχιστον περιπτώσεις, συνέτειναν άνευ αποχρώντος λόγου στην παράταση του χρόνου για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου. Η υπόθεση αναβλήθηκε επανειλημμένα τις περισσότερες φορές για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, χωρίς υπαιτιότητα του κατηγορούμενου. Κάτω από όποιο φακό και αν ήθελε κριθεί η καθυστέρηση της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που προσάφθηκαν εναντίον του, η κρίση του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσε να ήταν άλλη από το ότι η ποινική ευθύνη του δεν διαπιστώθηκε μέσα σε εύλογο χρόνο. Στην πραγματικότητα η ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου κρίθηκε μακράν της συνταγματικής υποχρέωσης για τη διαπίστωσή της μέσα σε εύλογο χρόνο. Θεωρώ ότι στην παρούσα υπήρξε εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης, όπως καθορίζονται στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος με αποτέλεσμα την ακυρότητα της διαδικασίας. Παρά το πιο πάνω αποτέλεσμα και έχοντας υπόψη μου την Νομική Πτυχή των επίδικων αδικημάτων και τα ευρήματα του δικαστηρίου θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η ΚΑ έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ως έχει υποχρέωση να πράξει. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υϊοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας εναντίον Σπύρος Σπύρου
(2002)2, Α.Α.Δ. 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοίζου εναντίον Αστυνομίας 1989
(2)Α.Α.ΑΔ 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης εναντίον Αστυνομίας 1991
(2)Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής. (Φλουρής εναντίον Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας του εγγράφου (αρ.27 ερυθρό) στο τεκμήριο 10, δηλαδή την αίτηση ανανέωσης προσωρινής άδειας παραμονής στη Δημοκρατία του κατηγορούμενου, ημερομηνίας 16 Οκτωβρίου
- Η τέταρτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας του εγγράφου (αρ.48 ερυθρό) στο τεκμήριο 10, δηλαδή την αίτηση ανανέωσης προσωρινής άδειας παραμονής στην Δημοκρατία του κατηγορούμενου, ημερομηνίας 18 Αυγούστου
- Ως φαίνεται από το ίδιο το άρθρο 333 ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου, που αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της πλαστογραφίας, στοιχειοθετείται με διαφορετικούς τρόπους, οι οποίοι αναφέρονται διαζευκτικά στις παραγράφους και υποπαραγράφους του εν λόγω άρθρου. Κατ' επέκταση είναι άλλο το είδος της πλαστογραφίας που στοιχειοθετείται με βάση την παράγραφο (α) του άρθρου 333 και άλλο αυτό που στοιχειοθετείται με βάση την παράγραφο (β). Από τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 και 4 προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος διώκεται για την πλαστογραφία, κατά παράβαση του άρθρου 333(α) δηλαδή, ότι αυτός υπέγραψε τις 2 αιτήσεις ως ο HARJINDER SINGH ενώ είναι ο DAVINDER SINGH. Τα ερωτήματα τα οποία χρήζουν απαντήσεως είναι:
(1)κατά πόσο έχουμε καταρτισμό «πλαστού εγγράφου» στις 2 πιο πάνω περιπτώσεις,
(2)και ποιός έχει πλαστογραφήσει τα πιο πάνω έγγραφα και ειδικότερα εάν το πρόσωπο αυτό είναι ο κατηγορούμενος. Σε αυτό το σημείο δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος είναι αυτός που πλαστογράφησε τα επίδικα έγγραφα και ως εκ τούτου θα πρέπει να αναζητηθεί περιστατική μαρτυρία η μορφή της οποίας έχει αναλυθεί πιο πάνω. Δηλαδή στον ένα φάκελο του HARJINDER SINGH τεκμήριο 10 περιέχονται μεταξύ άλλων δύο αιτήσεις ανανέωσης άδειας προσωρινής παραμονής με αρ.27 ερυθρό, ημερομηνίας 16.10.03 και με αρ.48 ερυθρό, ημερομηνίας 18.8.04 και εξετάστηκαν από τον ΜΚ2 οι δύο αμφισβητούμενες υπογραφές σε αυτά. Στον άλλο φάκελο του DAVINDER SINGH - κατηγορούμενου τεκμήριο 11, περιέχονται μεταξύ άλλων η αίτηση για ανανέωση προσωρινής άδειας παραμονής, με αρ.43 ερυθρό, ημερομηνίας 9.2.10, η αίτηση για τον ίδιο σκοπό με αρ.70 ερυθρό ημερ. 3.9.10, η αίτηση για τον ίδιο σκοπό με αρ.130 ερυθρό, ημερ.13.6.14 και η συμπληρωματική αίτηση για έκδοση άδειας προσωρινής διαμονής και απασχόλησης σε μέλος οικογένειας Κύπριου πολίτη, με αρ.196 ερυθρό, ημερ. 12.11.14. Από αυτό το φάκελο εξετάστηκαν από τον ΜΚ2 οι τέσσερις αμφισβητούμενες υπογραφές σε αυτά. Ο ΜΚ2 υποστήριξε ότι αφού εξέτασε και σύγκρινε τις πιο πάνω 6 αμφισβητούμενες υπογραφές και στους 2 φακέλλους τεκμήρια 10 και 11, του δημιουργείται η ισχυρή πεποίθηση ότι έγιναν από το ίδιο πρόσωπο (δέστε τεκμ. Γ΄, σελ.2, 1η παράγραφος). Αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Στην 2η σελίδα, στην 2η παράγραφο του τεκμηρίου Γ΄ (αποτέλεσμα εξέτασης) ο ΜΚ2 αναφέρει ότι σε σύγκριση των 6 πιο πάνω αμφισβητούμενων υπογραφών με τα δείγματα γραφής και υπογραφής του κατηγορούμενου αυτά παρουσιάζουν ομοιότητες και διαφορές που του δημιουργούν την Υποψία ότι δυνατό να έγιναν από τον κατηγορούμενο. Στο δικαστήριο ανέφερε ενόρκως ότι κατά την αναλυτική συγκριτική μέθοδο εξετάζουν τις αμφισβητούμενες υπογραφές και την γραφή και μετά τα συγκρίνουν με το δειγματικό υλικό. Ο ίδιος εξήγησε και το τεκμήριο 14 αναφορικά με τις 6 αμφισβητούμενες υπογραφές οι οποίες, ως είπε είναι γραμμένες με φυσιολογικό ρυθμό ροής του γραφικού μέσου, χωρίς οποιαδήποτε σταματήματα και τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι αυτές έγιναν από το ίδιο πρόσωπο, στον βαθμό της ισχυρής πεποίθησης. Ο ΜΚ2 αναφορικά με την ύπαρξη Υποψίας (2η παράγραφος τεκμ.Γ) δεν ανέφερε, ούτε ερωτήθηκε από κανένα συνήγορο και συνεπώς δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του δικαστηρίου για το ενδεχόμενο τα δείγματα γραφής και υπογραφής του κατηγορούμενου να μην δόθηκαν από αυτόν με τον φυσιολογικό ρυθμό ροής του γραφικού μέσου, εφόσον μπορεί να πίστευε ότι θα ενοχοποιηθεί από την τυχόν σύνδεση του με τις αμφισβητούμενες υπογραφές και γι΄αυτό στον ΜΚ2 δημιουργείται μόνο η Υποψία. Ούτε βεβαίως τέθηκε ενώπιον μου οποιοδήποτε άλλο επιχείρημα ή αιτιολόγηση γιατί να υπάρχουν αυτές οι διαφορές. Επίσης δημιουργείται το ερώτημα πώς γίνεται να υπάρχουν ομοιότητες των 6 αμφισβητούμενων υπογραφών όταν τέσσερις από αυτές ανήκουν στον κατηγορούμενο σε αιτήσεις τις ευρισκόμενες στον φάκελο του τεκμήριο 11 ενώ υπάρχουν διαφορές μεταξύ αυτών και των δειγμάτων γραφής και υπογραφής που προέρχονται και πάλιν από τον ίδιο. Αυτά είναι ουσιώδη ερωτήματα τα οποία παρέμειναν αναπάντητα ενώπιον μου. Συνεπώς με βάση τα όσα ο μάρτυρας υποστηρίζει σε συνάρτηση με τα δείγματα γραφής του κατηγορούμενου και την Υποψία του, το δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι τα επίδικα έγγραφα με αρ.27 και 48 ερυθρό του τεκμηρίου 10 υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο, το 2003, αφ΄ης στιγμής υπάρχουν και διαφορές των αμφισβητούμενων υπογραφών με τα δείγματα γραφής του. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι σίγουρα είναι ανεπίτρεπτο το Δικαστήριο να καταλήγει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα, καθιστώντας ουσιαστικά τον εαυτό του ειδικό, επί θεμάτων στα οποία είναι απαραίτητη η μαρτυρία εμπειρογνώμονα (βλ. Δημητρίου κ.α. v. Sidorenko
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1095). Σε σχέση με τα αντίγραφα των δακτυλικών αποτυπωμάτων όταν ο ΜΚ1 αντεξετάστηκε από τον κον Αλεξάνδρου είπε ότι εφόσον το πρόσωπο o HARJINDER SINGH απελάθηκε (στις 11.7.08 σύμφωνα με το τεκμ. Β) δεν μπορεί να ελεχθούν τα δακτυλικά αποτυπώματα του. Διερωτώμαι πως ευσταθεί ένας τέτοιος ισχυρισμός αφ΄ής στιγμής η θέση της ΚΑ είναι ότι το πρόσωπο που ευρισκόταν στη Δημοκρατία το 2003 και το 2004 ήταν το ίδιο πρόσωπο που ευρισκόταν στη Δημοκρατία το 2010, δηλαδή ο κατηγορούμενος. Η ΚΑ όμως δεν έχει παρουσιάσει καμία μαρτυρία που να υποστηρίζει αυτή την θέση ούτε από τον κατονομαζόμενο κον Τρισελιώτη το όνομα του οποίου ανέφερε ο ΜΚ
- Αυτός είπε συγκεκριμένα αντεξεταζόμενος σε σχέση με την μη εξέταση των δακτυλικών αποτυπωμάτων «ότι γι' αυτό το λόγο δεν έγινε η εξέταση, που επαναλαμβάνω ήταν η πιο εύκολη ενέργεια που θα μπορούσε να κάνει ο εξεταστής για να ταυτίσει το συγκεκριμένο πρόσωπο». Η οποία όμως τελικά δεν έχει γίνει ως διαφαίνεται (σχόλιο του παρόντος δικαστηρίου). Ακόμη ούτε και ο ΜΚ2 ο οποίος ως εμφαίνεται από το βιογραφικό σημείωμα του τεκμήριο 13 που έχει την απαιτούμενη πείρα τόσο σε σχέση με δακτυλικά αποτυπώματα όσο και με φωτογραφίες ερωτήθηκε για το θέμα αυτό, ούτως ώστε να διαφωτίσει το δικαστήριο περί τούτου. Επίσης να αναφέρω και πάλιν ότι ο ΜΚ3 ανέφερε στην κατάθεση του για την ύπαρξη αρκετού μαρτυρικού υλικού στους φακέλους προς εξέταση, μεταξύ αυτών και των πιο πάνω αντιγράφων. Το ουσιώδες όμως είναι η ύπαρξη κενού στην μαρτυρία της ΚΑ αναφορικά με την μη σύνδεση του κατηγορούμενου με τις αμφισβητούμενες υπογραφές στις 2 επίδικες αιτήσεις σε συνάρτηση με τα δείγματα γραφής του, στο επίπεδο τουλάχιστον της Ισχυρής πεποίθησης. Ο ΜΚ2 ανέφερε την ύπαρξη και μόνο Υποψίας (και αυτή αποτελεί μέρος της περιστατικής μαρτυρίας που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου) η οποία από μόνη της δεν είναι ικανή να οδηγήσει στο ασφαλές συμπέρασμα ότι είναι αυτός που έθεσε τις εν λόγω υπογραφές στα δύο επίδικα έγγραφα - αιτήσεις του τεκμηρίου
- Ούτε και θεωρώ ότι καλύπτεται το κενό επειδή αναφέρει στην έκθεση του στην σελ. 2, 1η παράγραφος ότι εξετάζοντας τις 6 αμφισβητούμενες υπογραφές του δημιουργείται η ισχυρή πεποίθηση ότι αυτές έγιναν από το ίδιο πρόσωπο. Αυτό το συμπέρασμα δεν αναιρεί το συμπέρασμα του, της 2ης παραγράφου ότι του δημιουργείται μόνο ΥΠΟΨΙΑ εξετάζοντας τις 6 αμφισβητούμενες υπογραφές με τα δείγματα γραφής και υπογραφής του κατηγορούμενου. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη περιστατική μαρτυρία η οποία να μπορεί να εξεταστεί, να συνεκτιμηθεί από αυτό και να οδηγηθεί στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι οι 2 επίδικες αιτήσεις υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο. Ως έχει νομολογηθεί, η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα αλλά επιπλέον να μην συμβιβάζεται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του. Σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να θεμελιωθεί η ενοχή του. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας στις κατηγορίες 1 και 4 στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δηλαδή ούτε ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου αλλά ούτε και ο σκοπός της καταδολίευσης. Συνακόλουθα αυτές απορρίπτονται. ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΠΕΜΠΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Η 2η και η 5η κατηγορία αφορούν τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο, δηλαδή της αίτησης ανανέωσης προσωρινής άδειας παραμονής στη Δημοκρατία, σε 2 περιπτώσεις, ήτοι την 16.10.2003 και την 18.8.04 στα γραφεία της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Λευκωσίας. Επαναλαμβάνω όσα ανέφερα πιο πάνω στις κατηγορίες της πλαστογραφίας. Το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος εν γνώση του, έθεσε σε κυκλοφορία τα πιο πάνω έγγραφα, με δόλιο τρόπο. Ποιά είναι η μαρτυρία άμεση ή περιστατική από την οποία συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος μετέβηκε στα γραφεία της ΥΑΜ Λευκωσίας και κυκλοφόρησε τα πιο πάνω έγγραφα. Δηλαδή σε ποιόν τα παρουσίασε; Από πού συνάγεται ο δόλιος τρόπος; Ποιό ήταν το όφελος του κατηγορούμενου; Μήπως με την παραπέρα προώθηση των εγγράφων θα εξασφάλιζε την άδεια παραμονής και φοίτησης του στο συγκεκριμένο κολλέγιο στην Δημοκρατία; Στο δικαστήριο, πλην της μαρτυρίας του γραφολόγου δεν παρουσιάστηκε καμία μαρτυρία εκ μέρους της ΚΑ, ποιό ήταν το πρόσωπο που παρουσιάστηκε τις πιο πάνω ημερομηνίες στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και κυκλοφόρησε τα επίδικα έγγραφα και δη εάν αυτός ήταν ο κατηγορούμενος. Αλλά και ποιό πρόσωπο ήταν ο παραλήπτης αυτών. Η διερεύνηση της υπόθεσης από τον ΜΚ1 ήταν ελλειπής σε σχέση με την κυκλοφορία της αίτησης ημερομηνίας 16.10.03 προς την ΥΑΜ (κατηγορία 2). Αυτός δεν έχει κάνει καμιά εξέταση, και δεν μπορεί να γνωρίζει, ως υποστήριξε. Το ίδιο ισχύει και για την αίτηση ημερομηνίας 18.8.2014 (κατηγορία 5) όπου δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία της ΚΑ, αλλά ούτε και έλεγξε ο ΜΚ1 ποιός παρουσίασε στην ΥΑΜ Λευκωσίας την αίτηση ή από ποιό πρόσωπο παραλήφθηκε εκεί. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν έχει παρουσιαστεί καμία μαρτυρία από την ΚΑ αναφορικά με τα πιο πάνω αναφερθέντα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της κυκλοφορίας. Συνακόλουθα τόσο η 2η όσο και η 5η κατηγορία είναι έκθετες σε απόρριψη. ΤΡΙΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Αυτή αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης άδειας με ψευδή παράσταση, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος στις 27 Σεπτεμβρίου 2003 στα γραφεία της ΥΑΜ Λευκωσίας εξασφάλισε άδεια παραμονής στη Δημοκρατία και άδεια φοίτησης στο κολλέγιο Cyprus College. Δηλαδή με βάση τα πιο πάνω θα έπρεπε η ΚΑ να παρουσιάσει μαρτυρία είτε άμεση είτε περιστατική ότι την πιο πάνω ημερομηνία ο κατηγορούμενος μετέβη στα γραφεία της ΥΑΜ Λευκωσίας και «με ψευδή παράσταση» εξασφάλισε τις δύο άδειες, ενώ αυτός δεν ήταν ο HARJINDER SINGH αλλά ο DAVINDER SINGH, ως ήρθε στην Δημοκρατία το
- Επαναλαμβάνω όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω στις λοιπές κατηγορίες. Ως λέχθηκε, πλην της μαρτυρίας του γραφολόγου ο οποίος εξέτασε τα έγγραφα, δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να καταδεικνύει με σαφήνεια και με θετικό τρόπο ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στα γραφεία της ΥΑΜ Λευκωσίας, ως ένα άλλο πρόσωπο με απώτερο σκοπό την προώθηση των αιτήσεων του. Πλην της κατάθεσης των δύο διοικητικών φακέλων τεκμήρια 10 και 11, καμία άλλη μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε οποιουδήποτε λειτουργού της ΥΑΜ προς επίρρωση των πιο πάνω που να ενισχύει τις θέσεις της ΚΑ. Η απλή αναφορά του ΜΚ3 στο τεκμήριο Δ ότι ο HARJINDER SINGH αφίχθηκε στη Δημοκρατία στις 27.9.03, μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας, δεν θεωρώ ότι είναι αρκετή μαρτυρία για να καταλήξω στο εύρημα ότι το εν λόγω πρόσωπο που παρουσιάστηκε στην ΥΑΜ Λευκωσίας την ίδια ημερομηνία για εξασφάλιση των αδειών παραμονής στη Δημοκρατία και άδεια φοίτησης στο κολλέγιο CYPRUS COLLEGE είναι ο κατηγορούμενος. Ούτε και τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία λειτουργού της ΥΑΜ Λευκωσίας που να αναφέρεται σε οποιαδήποτε συνομιλία με τον κατηγορούμενο ο οποίος κατ' ισχυρισμό προέβηκε σε ψευδή παράσταση για να εξασφαλίσει τις εν λόγω άδειες. Ακόμη παρά την παρουσίαση του Λοχία 2351 - ΜΚ3 της ΥΑΜ Πάφου στο δικαστήριο, αυτός δεν προέβηκε σε καμία αναφορά ή επεξήγηση σε συνάρτηση με τον διοικητικό φάκελλο τεκμήριο 10 του HARJINDER SINGH ποιές είναι αυτές οι δύο άδειες, ήτοι παραμονής στη Δημοκρατία και φοίτησης στο CYPRUS COLLEGE τις οποίες σύμφωνα με τον ισχυρισμό της ΚΑ ο κατηγορούμενος εξασφάλισε. Ούτε και έγινε καμία παραπομπή και επεξήγηση σε οποιαδήποτε έγγραφα στον εν λόγω φάκελλο που να σχετίζονται με την ημερομηνία 27.9.03, ως διατείνονται οι λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας. Καταληκτικά θεωρώ ότι η ΚΑ δεν έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 3ης κατηγορίας και αυτή απορρίπτεται. Το βάρος ενοχής του κατηγορούμενου δεν βρίσκεται στους ώμους της Υπεράσπισης αλλά της Κατηγορούσας Αρχής και στην παρούσα αυτή δεν μπόρεσε να το αποσείσει. (Βλ.Κορέλλη εναντίον Δημοκρατίας, 2000, 2 ΑΑΔ, 12). Ως εκ των άνω θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε τις 5 κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στις οποίες αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται. [Υπ.] ........................................... Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο