← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΠΡΟΞΕΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 7168/18, 26/5/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΠΡΟΞΕΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 7168/18, 26/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου- Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7168/18 Μεταξύ: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. ΧΧΧ ΠΡΟΞΕΝΟΥ Κατηγορούμενος -------------------------------------- Ημερομηνία: 26 Μαΐου 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή Για τον Κατηγορούμενο: Καμία εμφάνιση Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (Δοθείσα από την έδρα) Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της άσκησης κυνηγετικών σκύλων σε απαγορευμένη περιοχή για το κυνήγι κατά παράβαση του Άρθρου 27

(1)(ζ) του περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου 152(Ι)/2003). Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε ενοχή και διεξήχθηκε ακροαματική διαδικασία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατάθεσε στο Δικαστήριο ένας μάρτυρας, δηλαδή ο ΧΧΧ Κουμπαρής (ΜΚ1). Στη συνέχεια θα αναφερθώ στα κυρία σημεία της μαρτυρίας του μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας του είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο ΜΚ 1 ΧΧΧ Κουμπαρής, εργάζεται στην Υπηρεσία Θήρας και Πανίδας. Κατά την κυρίως εξέτασή του, είπε ότι τον Κατηγορούμενο τον γνώρισε 9.1.2018 και αναφορικά με το τι έγινε την επίδικη ημερομηνία κατέθεσε ότι «ενώ αυτός ήταν σε υπηρεσία, δηλαδή περιπολία, γενικά στην επαρχία Πάφου αντιλήφθηκαν ένα αυτοκίνητο που ήταν κάτω παρκαρισμένο στο συγκεκριμένο χώρο και αφού τον πλησίασαν είδαν τον κύριο Σ., του φώναξαν, ήρθε πάνω, μαζί του είχε στην κατοχή του τρεις κυνηγετικούς σκύλους. Τον ρώτησαν εάν γνωρίζει ότι απαγορεύεται να εκπαιδεύει κυνηγετικούς σκύλους και αυτός τους είπε «Ναι το γνωρίζω» αν είναι μην με καταγγείλετε». Η συγκεκριμένη περιοχή είναι απαγορευμένη για να εκπαιδεύονται κυνηγετικοί σκύλοι. Κατόπιν ερωτήσεων της Κατηγορούσας Αρχής είπε ότι η ευρύτερη περιοχή είναι απαγορευμένη για την εν λόγω εκπαίδευση. Ανέφερε ότι οι σκύλοι του Κατηγορουμένου δεν ήταν τσοπανόσκυλα, δεν ήταν λυκόσκυλα είχαν κουδούνια πάνω. Από την εμπειρία τους στη δουλειά γνώριζαν ότι είναι κυνηγετικοί σκύλοι και αυτοί ήταν μέτριου αναστήματος. Σε ερώτηση πώς γνωρίζει ότι ο Κατηγορούμενος ασκούσε τους τρεις σκύλους, απάντησε «Από την εμπειρία μου στη δουλειά, δεν είχε μαζί του ούτε αιγοπρόβατα, ούτε κάτι άλλο, ήταν καθαρά στους σκύλους». Εξέδωσε σχετικό έντυπο στον Κατηγορούμενο, το Τεκμήριο 1. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ερωτήθηκε σε ποιο συγκεκριμένο σημείο βρισκόταν ο Κατηγορούμενος. Δηλαδή ο Κατηγορούμενος αμφισβήτησε το ακριβές σημείο, στο οποίο βρισκόταν και ότι ο Μ.Κ 1 δεν γνώριζε την τοποθεσία, στην οποία βρισκόταν ο Κατηγορούμενος, αλλά ενημερώθηκε από την υπηρεσία στην Πάφο και την έγραψε ως τέτοια. Επίσης, θέση του Κατηγορουμένου ήταν ότι υπάρχει περιοχή επιτρεπόμενη εκεί, σε απόσταση 100 μέτρων πιο πάνω. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν ευσταθεί η κατηγορία που του έχει προσαχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και ότι αυτός δικαιούται να κατέχει σκύλους στη συγκεκριμένη περιοχή. Η κα Περγαντή ανάφερε ότι η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο να πράξει ανάλογα. Η μαρτυρία του ΜΚ1 όπως ανέφερα είναι καταγεγραμμένη στα επίσημα πρακτικά και έχει μελετηθεί δεόντως από το Δικαστήριο. Οι αρχές του εκ πρώτης όψεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Κλεάνθους κ.α. (1999, 2 Α.Α.Δ. 320), αφού έγινε αναφορά στη σχετική αγγλική και κυπριακή Νομολογία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε όσα τονίστηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας. Στην υπόθεση Azinas ν. The Republic
(1981)2 C.L.R 9, υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1962, 1 All E. R.448), η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή Κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία δικαιολογείται μόνο όταν: α. Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β. Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του Κατηγορουμένου σε αυτήν. Η κλήση Κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου (1990, 2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, εν όψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη, όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου, δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (Βλ. Azinas and another v. Police) πιο πάνω. ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Ο Κατηγορούμενος με βάση την έκθεση του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας αντιμετωπίζει το αδίκημα της άσκησης 3 κυνηγετικών σκύλων σε απαγορευμένη περιοχή. Το Άρθρο 27
(1)(ζ), του Νόμου 152(Ι)/2003 το οποίο αναφέρει τα εξής: «Ο Προϊστάμενος με την έγκριση του Υπουργού, με διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας καθορίζει περιοχές, ώρες και περιόδους κατά τις οποίες οι ιδιοκτήτες κυνηγετικών σκύλων ή κυνηγετικών σκύλων συγκεκριμένων ικανοτήτων δύνανται να μεταφέρουν τους σκύλους τους για άσκηση, νοουμένου ότι είναι κάτοχοι εν ισχύι άδειας κυνηγίου και έχουν καταβάλει τα σχετικά τέλη που προβλέπονται στο Παράρτημα VIII: Νοείται ότι, απαγορεύεται η ελεύθερη ή με επιτήρηση κυκλοφορία σκύλων σε περιοχές εκτός των πιο πάνω περιοχών» Σύμφωνα με το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του ίδιου Νόμου προβλέπεται ότι ο ιδιοκτήτης σκύλου έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτόν το Άρθρο 2 του περί Σκύλων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται. Στο ίδιο άρθρο, «κυνηγετικός σκύλος» σημαίνει σκύλος οποιασδήποτε φυλής που δύναται να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς κυνηγίου. Επίσης, «προϊστάμενος» σημαίνει προϊστάμενος του Ταμείου Θήρας ή εκπρόσωπός του. Όσον αφορά την έννοια του «σκύλου», έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το Άρθρο 2 του περί Σκύλων Νόμος όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται. Σύμφωνα με τον Νόμο 184(I)/ 2002 του περί Σκύλων Νόμου, «σκύλος», για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, περιλαμβάνει κάθε σκύλο κάθε φυλής και γένους ηλικίας άνω των 3 μηνών. Δηλαδή, προκύπτει από το πιο πάνω αναφερόμενο Άρθρο 27 του Νόμου 152 (I) / 2003 ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής:
  1. Οι ιδιοκτήτες σκύλων.
  2. Κυνηγετικών σκύλων.
  3. Δύνανται να τους μεταφέρουν για άσκηση
  4. Σε καθορισμένες περιοχές, ώρες και περιόδους.
  5. Όταν είναι κάτοχοι άδειας κυνηγιού εν ισχύει και έχουν καταβάλει τα σχετικά τέλη. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ο Μ.Κ 1 κατόπιν καθοδήγησης από την Κατηγορούσα Αρχή και αφού ο ίδιος δεν ετοίμασε κατάθεση για το κατ' ισχυρισμό αδίκημα που διαπράχθηκε στις 9 Ιανουαρίου 2018 πέραν της αναφοράς του ότι η περιοχή που βρήκε τον Κατηγορούμενο ήταν η Αγία Παρασκευή δεν προέβηκε σε καμιά άλλη ακριβή περιγραφή της περιοχής. Αυτός δεν παρουσίασε κανένα στοιχείο σε σχέση με την περιοχή και ότι συγκεκριμένα αυτή αποτελεί έδαφος του χωριού Σχχ. Αλλά ούτε και καμία πραγματική μαρτυρία που να υποδηλώνει και να περιγράφει την περιοχή, στην οποία ανακόπηκε ο Κατηγορούμενος. Η αναφορά του μάρτυρα ότι αντιλήφθηκε ένα αυτοκίνητο, κάτω παρκαρισμένο δεν είναι επαρκής για την περιγραφή του χώρου. Αυτός δεν έχει περιγράψει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανέκοψε τον Κατηγορούμενο. Θεωρώ ότι ο Μ.Κ 1 όφειλε να περιγράψει τις ακριβείς ενέργειες του Κατηγορουμένου την επίδικη ημέρα, δηλαδή σε τι συνίστατο η εκπαίδευση των σκύλων. Η αναφορά του ότι λόγω της εμπειρίας του, επειδή ο Κατηγορούμενος δεν έχει αιγοπρόβατα μαζί του, ήταν καθαρά στους σκύλους, είναι πέραν από ανεπαρκής για να καταλήξω σε αυτό το στάδιο ότι αυτός εκπαίδευε σκύλους. Αυτός δεν απέδωσε καμιά πράξη του Κατηγορουμένου, η οποία να συνιστά εκπαίδευση σκύλων και συγκεκριμένα τριών κυνηγετικών σκύλων. Αυτός ανέφερε σε σχέση με την περιγραφή των σκύλων ότι οι σκύλοι έφεραν κουδούνι πάνω τους. Η περιγραφή αυτή δεν είναι επαρκής για να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει ότι οι συγκεκριμένοι σκύλοι ήταν κυνηγετικοί, ως προνοεί ο Νόμος και το σχετικό άρθρο, το οποίο ανέφερα πιο πάνω. Να αναφέρω ότι ο Κατηγορούμενος δεν αποδέχθηκε ότι στο σημείο που βρισκόταν είναι απαγορευμένη περιοχή για το κυνήγι, μάλιστα υπέβαλε στον ΜΚ1 ότι ενημερώθηκε από την Υπηρεσία στην Πάφο και έγραψε την τοποθεσία εκεί, η οποία είναι λανθασμένη. Ακόμη ο Μ.Κ 1 δεν έχει αναφέρει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος είναι κάτοχος εν ισχύει άδειας κυνηγιού ως προβλέπει το άρθρο 27
(1)(ζ). Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος σε σχέση με το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος ασκούσε ή εκπαίδευε σκύλους, οι οποίοι να είναι κυνηγετικοί, ως προβλέπει το σχετικό άρθρο που ανέφερα και εξήγησα πιο πάνω. Και επιπλέον ούτε η περιοχή έχει αποδειχθεί, ούτε και κατά πόσο αυτός ήταν κάτοχος άδειας κυνηγιού εν ισχύει και αν αυτός έχει καταβάλει τα σχετικά τέλη. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση θεμελιακών ζητημάτων για την ευθύνη του Κατηγορουμένου μπορεί, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Δράκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπισή του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης». Στο ποινικό μας σύστημα η υπεράσπιση ή ο Κατηγορούμενος δεν έχει να αποδείξει οτιδήποτε, εκτός κι αν ο νόμος εναποθέτει σε αυτήν τέτοιο βάρος, πράγμα που εν προκειμένω δεν συμβαίνει. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου τον κατήγορο, κενά δε αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοϊζου ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Περαιτέρω, στην υπόθεση Munteanu ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 219/2011 ημερ. 1.7.13 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Στο σύστημα δικαίου που ακολουθείται στην Κύπρο, συχνά λησμονείται άμεσα ή έμμεσα, ότι η υπεράσπιση δεν έχει να αποδείξει οτιδήποτε. Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να υπερπηδήσει πρώτιστα το μέτρο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και στη συνέχεια να αποκόψει και το νήμα της απόδειξης ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά την προσπάθεια της αυτή, η κατηγορούσα αρχή έχει να αντιμετωπίσει τη νόμιμη προσπάθεια της υπεράσπισης να δημιουργήσει εύλογες ρωγμές στο όλο οικοδόμημά της, ούτως ώστε το Δικαστήριο να παραμείνει στο τέλος της ημέρας με εκείνη την αμφιβολία που θα ήταν νομολογιακά λανθασμένο να καταδικάσει». Εν όψει των πιο πάνω θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει την κατηγορία εναντίον του Κατηγορουμένου, η οποία είναι έκθετη σε απόρριψη, καθότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία αυτής. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε αυτήν. (Υπ.) ........................................ Γ. Ιωαννίδου ‑ Παπά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.