← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ζωή Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 2800/22, 20/6/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ζωή Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 2800/22, 20/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου ‑ Παπά, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2800/22 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου εναντίον Ζωή Χαραλάμπους Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 20.6.2022 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ.Περγαντή Για την Kατηγορούμενη: κος Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενη παρούσα ΠΟΙΝΗ Η Κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη, κατόπιν δικής της παραδοχής στην κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 1) και της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη (κατηγορίες 2 και 3), κατά παράβαση των άρθρων 371, 255 και 272

(1)αντίστοιχα του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν στις 20.5.22 στην Πάφο. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον συνήγορο Υπεράσπισης και έχουν ως ακολούθως: Στις 20.5.22 και ώρα 07.50 ο Αστ. 739 Θ.Κωνσταντινίδης συνέλαβε την κατηγορούμενη γιατί εκκρεμούσε εναντίον της ένταλμα σύλληψης. Την ίδια ημέρα εντοπίστηκαν εντός της τσάντας της, τα αντικείμενα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας αξίας €87,20 περιουσία του περιπτέρου REFR. Ο ΜΚ3 αφού της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο αυτή απάντησε «είναι από το περίπτερο REFR. που τα έπιασα». Τότε συνελήφθηκε για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας. Την ίδια ημέρα καταγγέλθηκε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό από τον ιδιοκτήτη του περιπτέρου REFR., μάρτυρα 2 στο κατηγορητήριο ότι την ίδια ημέρα, η ώρα 01:15 δύο άγνωστες νεαρές γυναίκες εισήλθαν στο περίπτερο και έκλεψαν από αυτό τα αντικείμενα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας. Επίσης καταγγέλθηκε από τη μάρτυρα 1 στο κατηγορητήριο, η οποία είναι η υπάλληλος στο ίδιο περίπτερο, ότι είχε παρκαρισμένο το όχημά της πίσω από το περίπτερο και εκλάπηκε η προσωπική της τσάντα από αυτό, εντός της οποίας υπήρχε το χρηματικό ποσό των €525 και το πορτοφόλι της μάρκας lacoste χρώματος μπεζ, αξίας €
  1. Ακολούθως, ο μάρτυρας 2 παρέδωσε στον μάρτυρα 4 το Τεκμήριο 3 που είναι ψηφιακός δίσκος - CD που φαίνεται ότι καταγράφηκαν από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης οι κινήσεις της κατηγορούμενης όσο και της δεύτερης άγνωστης γυναίκας. Από την Κατηγορούμενη λήφθηκε ανακριτική κατάθεση, όπου μεταξύ άλλων ανέφερε και περιέγραψε τον τρόπο που διαπράχθηκαν οι κλοπές από αυτήν, όπως αναφέρονται στην 2η και στην 3η κατηγορία. Ακολούθως, της επιστήθηκε η προσοχή της στον Νόμο και απάντησε «Έκλεψα τα που τζιαμέ». Η Κατηγορούσα Αρχή ανάφερε ότι η Κατηγορούμενη βαρύνεται με 5 προηγούμενες ποινικές καταδίκες δηλαδή την υπ.αριθμό 6ΧΧ7/18, 9ΧΧ2/18, 3ΧΧ7/19, 8ΧΧ5/19 και την 3ΧΧ3/
  2. Ο συνήγορος υπεράσπισης αγόρευσε προς μετριασμό της ποινής και δεν διαφωνεί ότι τα αδικήματα που διέπραξε η κατηγορούμενη είναι σοβαρά. Ανέφερε μεταξύ άλλων ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του την άμεση παραδοχή, την απολογία και την συνεργασία της κατηγορούμενης με την αστυνομία. Ακόμη ανέφερε ότι αυτή είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών και λόγω αυτού του εθισμού της οδηγήθηκε στη διάπραξη των αδικημάτων. Ο κος Σιαηλής υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Κοινωνικών Υπηρεσιών τεκμήριο Γ΄, στην οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η κατηγορούμενη είναι ηλικίας 27 ετών, άγαμη και έχει αποκτήσει 2 παιδιά ηλικίας 2 και 4 ετών. Τα δύο ανήλικα τέκνα της έχουν τεθεί υπό την φροντίδα της Διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και από τον 7/21 έχουν εγκριθεί ως ανάδοχοι γονείς ο μητρικός παππούς και η σύζυγος του. Ακόμη ο συνήγορος της κατηγορούμενης υποστήριξε ότι στην παρούσα τυγχάνει εφαρμογής ο Νόμος Περί Προστασίας Ανήλικων Τέκνων Καταδικασθεισών ή Ύποπτων Μητέρων Νόμος 33(I) του 2005, παρά το γεγονός ότι τα 2 ανήλικα τέκνα της δεν διαμένουν μαζί της. Έτσι εισηγήθηκε όπως η οποιαδήποτε επιβληθείσα ποινή φυλάκισης στην κατηγορούμενη να ανασταλεί. Αρχικά ο κος Σιαηλής είπε στο Δικαστήριο ότι η κατηγορούμενη ως χρήστης ναρκωτικών ουσιών είναι πρόθυμη να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης της από αυτές. Όταν το δικαστήριο ζήτησε να τοποθετηθεί η κατηγορούμενη με σαφήνεια κατά πόσο ζητεί να ακολουθήσει συγκεκριμένο πρόγραμμα και να τεθεί σε εφαρμογή ο Νόμος περί Θεραπείας Κατηγορούμενων Χρηστών ή Ουσιοεξαρτημένων Νόμος 41(I)/2016 αυτή δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να ενταχθεί και να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη από τον Νόμο σχετική διαδικασία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα, τα οποία διέπραξε η Κατηγορούμενη και τα οποία παραδέχθηκε είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται καταρχάς από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής. Δηλαδή για το αδίκημα της κλοπής με βάση το άρθρο 272
(1)προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 5 έτη. Η προβλεπόμενη στο Νόμο μέγιστη ποινή αποτελεί σαφή ένδειξη της σοβαρότητας του κάθε αδικήματος και παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες συνθήκες του εγκλήματος. (βλ. Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Σωκράτους v Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 132). Αναφορικά με τα αδικήματα της 2ης και της 3ης κατηγορίας στην Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018, ημερ.10 Μαϊου, 2019, xxx BALAMPANIDIS ν ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ αναφέρθηκαν τα εξής: «Τονίζουμε συναφώς ότι κατά πάγια νομολογία σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας και όπου εντοπίζεται η ανάγκη επιβολής ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα, ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής. (Βλ. ενδεικτικά Lucian Gheorghe v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ, 824, Andrei Alin Bandits v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B696, Ποιν. Εφ. 94/2015 ημερ. 21.10.2015, ECLI:CY:AD:2015:B696, Αhmed Saadi v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2016:B300, Ποιν. Εφ. 308/2014 ημερ. 24.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:B300 και xxx Yenier v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B153, Ποιν. Εφ. 256/2017 ημερ. 22.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B153. Στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 146). Στην Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 47 υπογραμμίστηκε δε ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων έχει εξελιχθεί σε κοινωνική μάστιγα γι' αυτό και πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Στην Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565, το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία, σημειώνει ότι τα αδικήματα αυτά είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας, η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Ένας τρόπος πάταξης αυτού του φαινομένου, αναφέρεται, είναι η αυστηρότητα των ποινών. Τέλος στην Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 τονίστηκε για ακόμη μια φορά η ανάγκη για αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης αδικημάτων διαρρήξεων και κλοπών τα οποία ως σημειώθηκε απασχολούν τα Δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Περαιτέρω στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χατζημιτσή
(2007)2 Α.Α.Δ. 101, η οποία αφορούσε διάφορα αδικήματα μεταξύ άλλων και το αδίκημα της κλοπής, αναφέρονται τα εξής, ως ενδεικτικά του τρόπου με τον οποίο θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από τα δικαστήρια οι υπαίτιοι διάπραξης αυτού του είδους αδικημάτων: «Αδικήματα αυτής της μορφής και επαναλαμβάνω κατά συρροή σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζονται με τον ανάλογο κολασμό. Άλλως πως το αίσθημα ευνομίας και ευταξίας στον κοινό πολίτη θα πλήττεται, με ολέθρια αποτελέσματα για την κοινωνική συνοχή του τόπου μας». Αναφέρθηκε ότι η κατηγορούμενη δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου. Προς τούτο σε σχέση με τις 5 προηγούμενες καταδίκες της διαπιστώνω ότι η δράση της εκτυλίσσεται από το 2017 μέχρι και σήμερα. Ειδικότερα στην υπόθεση με αρ.6ΧΧ7/18 για το αδίκημα της κλοπής, διαπραχθέν το 2017, της επιβλήθηκε εγγύηση €3000 για 3 χρόνια. Στην 9ΧΧ2/18 καταδικάστηκε για κατηγορίες κλοπών μεταξύ άλλων, σε 4 μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή η οποία ενεργοποιήθηκε στην υπόθεση με αρ.3ΧΧ3/21 η οποία αφορούσε αδικήματα διαρρήξεων, κλοπών, κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων και παράνομης κατοχής περιουσίας στις 24/8/
  1. Στις υποθέσεις με αρ.3ΧΧ7/19 και με αρ.8ΧΧ5/19 για τα αδικήματα της κλοπής καταδικάστηκε σε πρόστιμο €
  2. Παρ΄όλο που ήδη είχε καταδικαστεί προηγουμένως και της επιβλήθηκαν τόσο χρηματικές ποινές αλλά και άμεση φυλάκιση και μάλιστα το περσινό έτος, εντούτοις δεν φαίνεται αυτή να έχει αναμορφωθεί. Επίσης συνάγεται ότι με την αποφυλάκιση της διέπραξε τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Η προαναφερόμενη συστηματική προσφυγή της στο έγκλημα δείχνει δυστυχώς ότι η στάση της στην τήρηση των νόμων είναι περιφρονητική και ότι η άμεση ποινή φυλάκισης που της επιβλήθηκε πολύ πρόσφατα, ήτοι στις 24.8.21 δεν έχει πετύχει τον σκοπό της αποτροπής της. Επίσης καταδεικνύεται η συστηματική σοβαρή εγκληματική συμπεριφορά από πλευράς της, εις βάρος της περιουσίας άλλων προσώπων, η οποία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται δεόντως για σκοπούς αποτροπής. Όσο αφορά τις προηγούμενες καταδίκες της θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή δεν θα τιμωρηθεί εκ νέου για εκείνα τα αδικήματα για τα οποία ήδη καταδικάστηκε και έχει εκτίσει την ποινή της. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών είναι ότι στην ουσία μειώνει την επιείκεια που μπορεί να της επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Αυτό γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης της στην τήρηση των Νόμων. (βλ.Γενικός Εισαγγελέας v Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ, 1 και Γενικός Εισαγγελέας v Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ, 17. Σύμφωνα όμως με τα πιο πάνω δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Ο κος Σιαηλής επικαλέστηκε ότι η κατηγορούμενη είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών και στα πλαίσια αυτού του εθισμού της διέπραξε τα αδικήματα. Η κατηγορούμενη δεν έχει προβεί όμως σε καμία προσπάθεια απεξάρτησης της από ναρκωτικές ουσίες. Η ίδια όταν ρωτήθηκε από το δικαστήριο κατά πόσο είναι πρόθυμη να ακολουθήσει ένα τέτοιο πρόγραμμα και να τεθεί σε εφαρμογή ο περί Θεραπείας Κατηγορούμενων Χρηστών ή Ουσιοεξαρτημένων Νόμος 41(I)/2016 αυτή δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να ενταχθεί και να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη από τον Νόμο σχετική διαδικασία. Συνεπώς δεν αποδέχομαι αυτό το επιχείρημα, ως δικαιολογία και ως ασπίδα για την διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Ακόμη τέθηκε από τον κον Σιαηλή η θέση ότι η κατηγορούμενη είναι μητέρα 2 ανήλικων παιδιών και βάση του Νόμου 33(I)/2005 δεν θα πρέπει να της επιβληθεί άμεση ποινή φυλάκισης. Στο δικαστήριο κατατέθηκαν τα τεκμήρια Α-Γ από τα οποία συνάγεται ότι τα 2 ανήλικα παιδιά της τέθηκαν υπό την νομική φροντίδα της Διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, λόγω αδυναμίας της κατηγορούμενης στην άσκηση του γονικού της ρόλου και στην έκθεση των ανήλικων σε κινδύνους. Αυτά είναι τοποθετημένα στην οικία του εγκεκριμένου ανάδοχου παππού εκ μητρός και της εγκεκριμένης ανάδοχης γιαγιάς στην Λεμεσό. Η κατηγορούμενη επιδεικνύει αδιαφορία για να επικοινωνεί με τα παιδιά της. Συνεπώς στα πλαίσια των πιο πάνω αναφερθέντων και της αδιαμφισβήτητης θέσης ότι αυτή είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών δεν βρίσκω βάσιμη την θέση της υπεράσπισης ότι ο πιο πάνω Νόμος τίθεται σε εφαρμογή στην παρούσα, σκοπός του οποίου είναι βεβαίως η προστασία των ανήλικων τέκνων και η μη αποστέρηση τους από την μητέρα τους. Αφ΄ης στιγμής τα 2 ανήλικα δεν ευρίσκονται με την κατηγορούμενη η οποία να ασκεί τα γονικά της καθήκοντα αλλά έχουν τεθεί κάτω από την φροντίδα ανάδοχων λόγω της ακαταλληλότητας της, δεν βρίσκω πως εφαρμόζεται ο πιο πάνω Νόμος στην παρούσα. Συνεπώς η εν λόγω θέση απορρίπτεται. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων, τόσο για την ίδια την κατηγορούμενη, όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Προς όφελος λοιπόν της Κατηγορούμενης λαμβάνω υπόψιν μου, όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και ιδιαίτερα: · Την άμεση παραδοχή και την απολογία της στο Δικαστήριο όπου με αυτήν διασώθηκε αρκετός δικαστικός χρόνος. Ως έχει νομολογηθεί η παραδοχή ενός Κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη σαν μετριαστικός παράγοντας (Βλ. Χαρτούμπαλος ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28) Κωνσταντίνου v Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ σελ.206, 208 - 209). Η βαρύτητα δε που μπορεί να της αποδοθεί ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση. · Την συνεργασία της με την Αστυνομία, στο βαθμό που η ίδια ανέφερε τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. · Θα επιστραφεί στην παραπονούμενη το κλοπιμαίο ανευρεθέν χρηματικό ποσό των €300 από τα €525 (στην 3η κατηγορία). · Το περιεχόμενο της εκθέσεως του Γραφείου Ευημερίας, Τεκμήριο Γ΄ αναφορικά με τις προσωπικές και οικογενειακές της συνθήκες. Μεταξύ άλλων ότι σήμερα είναι ηλικίας 27 ετών, έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια με την μητέρα της να εγκαταλείπει την οικογένεια όταν αυτή ήταν 13 ετών και με την οποία δεν έχουν καμία επαφή. Επίσης ότι ο μεγαλύτερος αδελφός της ήταν κακοποιητικός έναντι της. Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου την σοβαρότητα των κατηγοριών, ως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές, καθώς και την έξαρση, η οποία παρατηρείται στη διάπραξή τους, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων τέτοιας φύσης που καταχωρούνται καθημερινά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Η έξαρση δε αυτή καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι στην παρούσα ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης στην Κατηγορούμενη, στην οποία και επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: Κατηγορία 1: 10 μήνες φυλάκιση, Κατηγορία 2: 18 μήνες φυλάκιση, Κατηγορία 3: 18 μήνες φυλάκιση. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης στην Κατηγορούμενη, θα εξετάσω τώρα εάν η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε, θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκισή της ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, 2009, 2 Α.Α.Δ. 583, Άγγελος Ιωσήφ v. Δημοκρατίας, 2012, 2 Α.Α.Δ. 930). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (Α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας.Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλέπε Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11‑13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καραολή, ποινική έφεση 230/19, ημερομηνίας 27.4.21 αναφέρθηκε ότι: «Εξετάζοντας το θέμα τη αναστολής, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Είναι στη βάση των πιο πάνω αρχών που εξετάζεται ο τρόπος που ασκεί την εξουσία του το Δικαστήριο». Έχω εξετάσει με προσοχή και έχω λάβει υπόψη μου τόσο τα γεγονότα της υπόθεσης όσο και τις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορούμενης καθώς και κάθε άλλο σχετικό παράγοντα. Από την φύση των επίδικων αδικημάτων, τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη τους και τις συνέπειες αυτών, προκύπτει ότι πρόκειται για ιδιαίτερα σοβαρά αδικήματα. Πρόκειται για σοβαρής μορφής και με σοβαρές συνέπειες επαναλαμβανόμενη έκνομη συμπεριφορά η οποία φαίνεται να εκτυλίσσεται από το 2017 και συναφώς προέχει κατά την κρίση μου, η ανάγκη για αποτροπή για άλλους επίδοξους παραβάτες αλλά και για την ίδια την κατηγορούμενη. Επίσης αυτή δεν φαίνεται να αναμορφώνεται και να συμμορφώνεται στους Νόμους και κανονισμούς που ισχύουν και εφαρμόζονται στην Δημοκρατία παρά τις προηγούμενες σοβαρές ομοειδείς καταδίκες της. Όλα δε τα στοιχεία και δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον μου, λήφθηκαν σοβαρά υπόψη ως μετριαστικοί παράγοντες, προσμέτρησαν δεόντως στην απόφαση για το ύψος των ποινών και δεν μεταβάλλουν τα δεδομένα στα πλαίσια εξέτασης θέματος αναστολής. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση διαταγής για αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης η οποία και θα είναι άμεση. Η περίοδος έκτισης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτή τελεί υποκράτηση για την παρούσα δηλαδή από τις 23.5.22. [Υπ.] ........................................... Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.