← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. RIAD, Αρ. Υπόθεσης: 2299/18, 30/5/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. RIAD, Αρ. Υπόθεσης: 2299/18, 30/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2299/18 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ εναντίον ΧΧΧ RIAD ----------------------------------- Ημερομηνία: 30 Μαϊου 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ.Περγαντή Για τον Κατηγορούμενο: κος Α.Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ (ΔΟΘΕΙΣΑ ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στο παρόν κατηγορητήριο την κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (κατηγορία 1) και της πρόκλησης ψυχικής βλάβης (κατηγορία 2) εναντίον της συζύγου του ΧΧΧ Vasile, από την Ρ. στις 19.5.18, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3

(1)
(4)του περί της Πρόληψης της Βίας στην Οικογένεια Νόμου 119(I)2000 και του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Aυτός δεν παραδέκτηκε ενοχή και διεξήχθηκε ακροαματική διαδικασία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής (ΚΑ εφεξής) κατέθεσαν στο Δικαστήριο 3 μάρτυρες, ήτοι η παραπονούμενη ΧΧΧ Vasile (ΜΚ1), ο Αστ. 3ΧΧ2 Π. Ζωττής (ΜΚ2) και η Δρ. ΧΧΧ Καλαϊτσίδου (ΜΚ3). Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Μάρτυρας κατηγορίας 1 (ΜΚ1 εφεξής) παραπονούμενη υϊοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση της τεκμήριο Α. Σε αυτήν αναφέρει ότι την Παρασκευή 18 Μαΐου 2018 προς το Σάββατο 19 Μαΐου 2018 και γύρω στις 1:30 ενώ βρισκόταν στο κρεβάτι της, ο σύζυγος της ο κατηγορούμενος χωρίς λόγο άρχισε να την τσιμπάει με τα χέρια του, σε διάφορα μέρη του σώματος της, αυτή του είπε να σταματήσει και αυτός άρχισε να την πουνιάρει με το δεξί του χέρι στον αριστερό της ώμο. Την πούνιαρε δύο φορές. Όταν ξύπνησε το πρωί είχε μουδιάσει ο ώμος και το χέρι της. Στην αστυνομία πήγε το απόγευμα της 19 Μαΐου
  1. Εκεί της έδωσαν χαρτί για να εξεταστεί από γιατρό αλλά δεν πήγε την ίδια ημέρα αλλά στις 21 Μαΐου
  2. Ούτε πήγε στην αστυνομία διότι περίμενε τον δικηγόρο της να επιστρέψει από το εξωτερικό. Αντεξεταζόμενη είπε ότι ο κατηγορούμενος στις 18 Φεβρουαρίου 2018 κατέθεσε αίτηση διαζυγίου και έχουν χωρίσει γιατί αυτός επέμενε. Μάρτυρας κατηγορίας 2 (ΜΚ2) ήταν ο Αστ. 3ΧΧ2 Π. Ζωττής ο οποίος υϊοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση του τεκμήριο Β. Σε αυτήν αναφέρει ότι έλαβε κατάθεση από την παραπονούμενη, ως επίσης ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και τον κατηγόρησε γραπτώς, τεκμήρια 2 και 3 (τεκμ.2Α, 3Α οι μεταφράσεις των). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η παραπονούμενη υπέβαλε προφορικά το παράπονο της εναντίον του κατηγορουμένου, της εδόθηκε χαρτί για να επισκεφθεί το νοσοκομείο και να επιστρέψει πίσω στο σταθμό αλλά αυτή δεν επισκέφθηκε την συγκεκριμένη ημέρα τον Ιατρό, ούτε επέστρεψε πίσω στον Αστυνομικό Σταθμό για να δώσει κατάθεση. Επίσης είπε ότι λήφθηκε κατάθεση από το γιο της παραπονούμενης στην οποία αυτός αναφέρει ότι η μητέρα του δεν του παραπονέθηκε για ξυλοδαρμό από τον κατηγορούμενο. Ο συνήγορος υπεράσπισης αντιπαρέβαλε την κατάθεση της παραπονούμενης τεκμήριο Α στην οποία ανέφερε ότι ο γιος της, την ρώτησε τι έπαθε και του ανέφερε ότι την χτύπησε ο Riad. Μάρτυρας κατηγορίας 3 (ΜΚ3) ήταν η Ιατρός ΧΧΧ Καλαϊτσίδου των Α΄Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, η οποία κατέθεσε στο δικαστήριο το Ιατρικό έντυπο τεκμήριο 4 υπογραμμένο από την ίδια. Αυτή είχε εξετάσει την ΜΚ1 στις 21.5.
  3. Κατά την αντεξέταση της, είπε ότι κατά την εξέταση της παραπονούμενης δεν διαπίστωσε κάκωση. Επίσης είπε ότι, ότι κατέγραψε στο τεκμήριο 4 ήταν η αναφορά της παραπονούμενης η οποία της ανέφερε ότι δέχθηκε γροθιά 12 ώρες πριν. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί και κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου αυτός κλήθηκε σε απολογία στην 1η και στην 2η κατηγορία. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του αυτός επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν παρουσίασε στο δικαστήριο οποιοδήποτε μάρτυρα υπερασπίσεως. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση ανέφερε ότι όσα του καταλογίζονται είναι όλα ψέματα, είναι αθώος και δεν άγγιξε την παραπονούμενη. Από αυτόν λήφθηκε ανακριτική κατάθεση στις 27.5.18 τεκμήριο 2 (2 Α ελληνική) στην οποία ανέφερε ότι η καταγγελία της ΜΚ1 είναι ψευδής και αυτή την υπέβαλε επειδή θα την χωρίσει. Επίσης αυτός κατηγορήθηκε γραπτώς την πιο πάνω ημερομηνία τεκμήριο 3 (3 Α μετάφραση) και δεν παραδέκτηκε ενοχή. Όταν ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία τόσο ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής όσο και ο συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφεραν στο Δικαστήριο τις τελικές τους εισηγήσεις και θέσεις. Αυτές έχουν δεόντως μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν θεωρείται απαραίτητο να παρατεθούν εδώ αυτούσιες, μόνο εκεί όπου είναι αναγκαίο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους ΜΚ1-3 που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992), 1 Α.Α.Δ. 1056, Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165. Επίσης, η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίστηκε στην εξωτερική εμφάνιση που προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά τέθηκε στην βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της. (βλ. Γεώργιος και Σπύρος Τσιαππής v. Πολυβίου
(2009), 1 Α.Α.Δ. 339. Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008), 2 Α.Α.Δ. 256: «Όταν αναφερόμαστε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας, εννοούμε κατά κύριο λόγο τον έλεγχο με την βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής». Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στην βάση τη μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα (Hasan v Ανδρέου, πολιτική έφεση 2/11, ημερ.2.12.15). Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, (Βασιλειάδης v Σπύρου Λτδ, πολιτική έφεση 123/09, ημερ.14.10.15). ΜΚ1 Η ΜΚ1 δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση στο δικαστήριο γιατί η μαρτυρία της διακατεχόταν από ασάφειες και αντιφάσεις. Σε αρκετές περιπτώσεις οι απαντήσεις της δεν ήταν άμεσες και δεν είχαν καμία σχέση με αυτό που την ερωτούσε ο συνήγορος υπεράσπισης. Για παράδειγμα, στη θέση ότι αυτή έστειλε μηνύματα στον κατηγορούμενο, μετά την καταγγελία της, αυτή απάντησε «εγώ δεν έχω τηλέφωνο». Επίσης ότι αυτή έκανε την καταγγελία γιατί ήθελε τον κατηγορούμενο να επιστρέψει πίσω, αυτή απάντησε αρνητικά. Είπε ότι δεν είχε τηλέφωνο για πέντε χρόνια και στη συνέχεια αναίρεσε αυτή τη θέση λέγοντας ότι έστειλε μήνυμα στον κατηγορούμενο για να τον ρωτήσει για κάποια θέματα που είχαν μεταξύ τους. Αυτή ήταν ερειστική και σε κάποιες περιπτώσεις ενώ αντεξεταζόταν, γελούσε. Στην ερώτηση εάν έστελνε μηνύματα στον κατηγορούμενο αυτή είπε ότι κάποιος της έκλεψε το τηλέφωνο και στην ερώτηση πότε της το έκλεψαν η απάντηση της ήταν «δεν έχω τηλέφωνο» και ότι της το έκλεψαν το 2014, το 2018. Στην προσπάθεια της να αναδείξει την επιθετική συμπεριφορά του κατηγορούμενου επικαλέστηκε ότι ο κατηγορούμενος την έδερνε πολλές φορές. Όταν ρωτήθηκε συγκεκριμένα πόσες φορές τον κατάγγειλε στην αστυνομία για τις επιθέσεις που δέχτηκε από αυτόν, είπε ότι πήγε στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης για να κάνει το παράπονο της και παρουσίασε χαρτί στο δικαστήριο. Αυτό είπε ήταν ένα χαρτί όταν την έφερε ο κατηγορούμενος από τη Ρ. Τελικά δεν απάντησε συγκεκριμένα σε ποιές άλλες περιπτώσεις της επιτέθηκε ο κατηγορούμενος. Όταν ρωτήθηκε συγκεκριμένα για την καταγγελία της εναντίον του κατηγορουμένου για την παρούσα υπόθεση απάντησε ότι πήγε στην αστυνομία η ώρα 8 το πρωί αλλά δεν κατήγγειλε το περιστατικό. Αυτή έφυγε και ξαναπήγε την ίδια ημέρα και της πήρε την κατάθεση αστυνομικός. Η κατάθεση της τεκμήριο Α (Α1 η μετάφραση) φαίνεται ότι λήφθηκε στις 27 Μαΐου 2018 και όχι την ίδια ημέρα όπως επικαλείται. Η ίδια είπε στη συνέχεια ότι είχε επισκεφθεί την αστυνομία για να αποσύρει την κατάθεση που έδωσε αλλά ήδη προχώρησε η καταγγελία της. Τελειώνοντας την εξέταση της, είπε ότι ο κατηγορούμενος δεν της έκανε ποτέ τίποτε, και δεν την άγγιξε. Είναι νομολογημένο ότι, δεν είναι κάθε αντίφαση που οδηγεί στην απόρριψη μαρτυρίας (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316). Για να κριθεί μια μαρτυρία ως αναξιόπιστη θα πρέπει να δημιουργούνται ρήγματα στην υπόθεση και οι αντιφάσεις να είναι ουσιαστικής μορφής σε σημείο που να πλήττεται καίρια η αξιοπιστία των μαρτύρων ή να φανερώνεται η διάθεσή τους να πουν ψέματα (βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390). Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μία μαρτυρία, η οποία κατά τα άλλα είναι πειστική. Αντίθετα τέτοιες αντιφάσεις δείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τί θα κατέθεταν (βλ. Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 143). Οι αντιφάσεις θα πρέπει δε να αξιολογούνται μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας (βλ. Νικολαϊδης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 645). Η μαρτυρία της ως πιο πάνω αναφέρθηκε, έχει πληγεί σε καίρια σημεία και δεν έχει πείσει το δικαστήριο. Για παράδειγμα για το κίνητρο της να καταγγείλει τον κατηγορούμενο για μία κατ΄ισχυρισμό επίθεση απ΄αυτόν εναντίον της. Η Υπεράσπιση της υπέβαλε την θέση ότι η καταγγελία της έγινε γιατί ο κατηγορούμενος ήθελε να την χωρίσει. Αυτή αποδέκτηκε ότι αυτός επέμενε να την χωρίσει. Επίσης είναι ουσιώδες ότι στην κατάθεση της ανέφερε ότι είπε στο γιο της ότι ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε, θέση η οποία καταρρίφθηκε από την ειλικρινή απάντηση του ΜΚ2 ο οποίος αντεξεταζόμενος από τον κον Αλεξάνδρου υποστήριξε ότι στην κατάθεση του ο γιος της, είχε πει ότι δεν του ανέφερε η ΜΚ1 ότι ο κατηγορούμενος την κτύπησε. Ακόμη η ΜΚ1 στις 21.5.18 εξετάστηκε από την ΜΚ3 και η πρώτη, της είπε ότι η επίθεση έγινε με γροθιά 12 ώρες πριν, θέση η οποία δεν ευσταθεί καθ΄ότι το κατ΄ισχυρισμό επεισόδειο έγινε στις 18.5.18 μεσάνυκτα και παρήλθαν τουλάχιστον δύο 24ωρα μέχρι να την εξετάσει η Ιατρός η οποία εν πάσει περιπτώσει δεν διαπίστωσε τραύματα σε αυτήν. Συνακόλουθα η μαρτυρία της κρίνεται ως αναξιόπιστη, ασαφής, αντιφατική και αόριστη και απορρίπτεται στο σύνολο της, πλην του γεγονότος ότι αυτή ήταν σύζυγος του κατηγορούμενου. Ο ΜΚ2 ήταν τυπικός και η μαρτυρία του επικεντρώθηκε στην λήψη καταθέσεων. Η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και από αυτήν προκύπτει ότι ενώ η παραπονούμενη στην κατάθεση της ανέφερε ότι είπε στο γιο της σύμφωνα με την θέση της ότι ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε, ο ΜΚ2 είπε ότι στην κατάθεση του γιου της παραπονούμενης δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο. Η μαρτυρία του κρίνεται ως αξιόπιστη στο σύνολο της. Η μαρτυρία της ΜΚ3 αφορούσε την εξέταση της παραπονούμενης ΜΚ1 στις 21 Μαΐου 2018. Αποδέχομαι ότι αυτή συμπλήρωσε το τεκμήριο 4 ιατρικό έντυπο στο οποίο αναφέρεται το παράπονο της παραπονούμενης προς αυτήν. Να αναφέρω ότι αυτή δεν διαπίστωσε καμία κάκωση στην παραπονούμενη, η οποία προσήλθε στο νοσοκομείο για εξέταση δύο ημέρες μετά το κατ?ισχυρισμό επεισόδιο που έλαβε χώρα εναντίον της από τον κατηγορούμενο. Αποδέχομαι την μαρτυρία της ως αξιόπιστη στο σύνολό της. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση στην οποία ανέφερε ότι όσα του καταλογίζονται είναι όλα ψέματα, είναι αθώος και δεν άγγιξε την παραπονούμενη. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκε ο κατηγορούμενος σύμφωνα με τη νομολογία πιο κάτω, εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια του να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. Ιωάννου v. Δημοκρατία
(2001)2 Α.Α.Δ 195). Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 22 αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα σχετικά: « Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωώτητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση». Στην εν λόγω ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου, την οποία έχω μελετήσει, δεν θα αποδώσω κάποια αξία αφού το περιεχόμενο της δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Από αυτόν λήφθηκε ανακριτική κατάθεση στις 27.5.18 τεκμήριο 2 (2 Α ελληνική) στην οποία ανέφερε ότι η καταγγελία της ΜΚ1 είναι ψευδής και αυτή την υπέβαλε επειδή θα την χωρίσει. Επίσης αυτός κατηγορήθηκε γραπτώς την πιο πάνω ημερομηνία τεκμήριο 3 (3 Α μετάφραση) και δεν παραδέκτηκε ενοχή. Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση κατηγορούμενων προσώπων, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Εξετάζοντας το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του κατηγορούμενου αυτός ουσιαστικά δεν παραδέχεται την διάπραξη των αδικημάτων. Μάλιστα αναφέρθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης ότι η καταγγελία της παραπονούμενης έγινε για αλλότριους σκοπούς. Συνεπώς εξετάζοντας σφαιρικά την μαρτυρία και έχοντας κατά νου την μαρτυρία της ΜΚ1 η οποία κρίθηκε αναξιόπιστη, θεωρώ ότι η καταγγελία της ήταν ψευδής και αυτός ανέφερε στην κατάθεση του την αλήθεια. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση τα πιο πάνω αναφερθέντα και στην μαρτυρία την οποία έχω αποδεκτεί καταλήγω στα ακόλουθα: Η ΜΚ1 ήταν σύζυγος του κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο. Αυτή στις 19.5.18 επισκέφθηκε την αστυνομία και υπέβαλε παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου και της δόθηκε το ιατρικό έντυπο τεκμήριο 4 για να μεταβεί στο Νοσοκομείο για να εξεταστεί. Αυτή μετέβηκε στις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου στις 21.5.18 και η ΜΚ3 την εξέτασε και συμπλήρωσε το ιατρικό έντυπο τεκμήριο 4. Η ΜΚ1 της είχε αναφέρει επίθεση, κάκωση αριστερού ώμου, προ 12ωρου με γροθιά. Η ΜΚ3 δεν διαπίστωσε καμία κάκωση σε αυτήν. Ο ΜΚ2 έλαβε κατάθεση από την παραπονούμενη με την βοήθεια διερμηνέα τεκμήρια Α και Α1, ως επίσης ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και τον κατηγόρησε γραπτώς, τεκμήρια 2 και 3 (τεκμ.2Α, 3Α οι μεταφράσεις των). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τον Νόμο περί Βίας στην οικογένεια 119(I)/2000 (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου προνοούνται τα πιο κάτω: Άρθρο 3
(1): Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2)Ανεξάρτητα από την ερμηνεία του όρου "βία" με βάση το εδάφιο
(1)στην πιο πάνω έννοια εμπίπτουν και τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 4
(2)και 5 του παρόντος Νόμου ως επίσης και το αδίκημα που αναφέρεται στο άρθρο 147 του Ποινικού Κώδικα. Επίσης μέλος της οικογένειας, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 119(Ι)/2000, περιλαμβάνει άντρα και γυναίκα που έχουν συνάψει νόμιμο γάμο, ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι. Το αδίκημα της επίδικης κατηγορίας προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 2 και 3
(1)
(4)του Νόμου 119(Ι)/
  1. Από το λεκτικό των εν λόγω άρθρων, σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 1, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  2. Ο κατηγορούμενος να διενήργησε οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά,
  3. Εναντίον άλλου μέλους της οικογένειας της δηλ. εδώ της ΜΚ1,
  4. Η οποία έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικής βλάβης στην ΜΚ
  5. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίζει το άλλο πρόσωπο. Πρέπει όμως να υπάρξει κάποια εχθρική πράξη για να στοιχειοθετηθεί η επίθεση όπως μια απειλή ή μια κίνηση που μπορεί να εκληφθεί ως απειλή (βλ. Fagan v. Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E.R 442 και το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, παρ. Β2.5, σελ. 162). Από την Ψυλλίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 326, προκύπτει ότι και το φτύσιμο εναντίον άλλου προσώπου συνιστά επίθεση. Δεν είναι δε απαραίτητο όπως ο δράστης πετύχει τον στόχο του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξη του, προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974). ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υϊοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας εναντίον Σπύρος Σπύρου
(2002)2, Α.Α.Δ. 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοίζου εναντίον Αστυνομίας 1989
(2)Α.Α.ΑΔ 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης εναντίον Αστυνομίας 1991
(2)Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής. (Φλουρής εναντίον Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Andriana Vasile είναι σύζυγος του κατηγορούμενου και άρα αποτελεί μέλος της οικογένειας του, εν τη εννοία του επίδικου Νόμου. Αυτό άλλωστε είναι αδιαμφισβήτητο. Απομένει να εξετασθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος, με οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη αλλά και ψυχική βλάβη στην ΧΧΧ Vasile στις 19.5.18 (κατηγορία 1 και 2). Στην Δημητρίου εναντίον Δημοκρατίας 2001, 2ΑΑΔ, σελ.8 αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξάγει συμπεράσματα μόνο στηριζόμενο σε αξιόπιστη μαρτυρία. Από τη στιγμή που η μαρτυρία της ΜΚ1 κρίθηκε ότι δεν είχε την απαιτούμενη πειστικότητα, αλλά αυτή κρίθηκε αναξιόπιστη και αναληθής, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, κλονίστηκε το βάθρο επί του οποίου εδράζεται ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα τα οποία του καταλογίζονται. Το βάρος ενοχής του κατηγορουμένου δεν βρίσκεται στους ώμους της Υπεράσπισης αλλά της Κατηγορούσας Αρχής και στην παρούσα αυτή δεν μπόρεσε να το αποσείσει. (Βλ. Κορέλλη εναντίον Δημοκρατίας, 2000, 2 ΑΑΔ, 12). Λαμβάνοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας θεωρώ ότι δεν διαπράχθηκε οποιαδήποτε επίθεση εναντίον της ΜΚ1 από τον κατηγορούμενο στις 18 -19.5.18. Επιπρόσθετα με την κατηγορία 1 δεν έχει αποδειχθεί εναντίον του κατηγορούμενου η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, καθ΄ότι η Ιατρός δεν εντόπισε οποιαδήποτε σωματική βλάβη στην παραπονούμενη, η οποία να επαναλάβω επισκέφθηκε το Νοσοκομείο δύο ημέρες μετά από το κατ΄ισχυρισμό επεισόδειο. Ακόμη καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή αναφορικά με την πρόκληση ψυχικής βλάβης από ειδικό Ιατρό ο οποίος να περιγράψει κατά πόσο η ΜΚ1 υπέστη βλάβη η οποία να χαρακτηρίζεται ως ψυχική. Συνεπώς η ΚΑ δεν έχει αποδείξει καμία από τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, στις οποίες αθωώνεται και απαλλάσσεται. [Υπ.] ........................................... Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.