← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Karypidi, Αρ. Υπόθεσης: 6299/18, 31/3/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Karypidi, Αρ. Υπόθεσης: 6299/18, 31/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου ‑ Παπά, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6299/18 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου εναντίον ΧΧΧ Karypidi Ημερομηνία: 31.03.22 Για την κατηγορούσα αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για τον κατηγορούμενο: κος Σ. Ζαννούπας Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στην κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης εναντίον του ΚΧΧ Θωμαΐδη (πρώτη κατηγορία) και της κοινής επίθεσης εναντίον του ΕΧΧ Θωμαΐδη (δεύτερη κατηγορία). Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν αναφερθεί εκτενώς στην τελική απόφαση του Δικαστηρίου, σημερινής ημερομηνίας. Να αναφέρω ότι στις 28.04.2018, ενώ ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην εργασία του, στο Minthis Hills επιτέθηκε και τραυμάτισε τον ΚΧΧ Θωμαΐδη, δηλαδή του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, όπως είχε διαπιστώσει η Ιατρός Χρυστάλλα Πρέστου, δηλαδή κάκωση ρινός, οίδημα με ρινορραγία, εκδορά αριστερή πλάγια ρινός και εκδορά άνω χείλους του στόματος. Επίσης, ο Κατηγορούμενος είχε επιτεθεί στη συνέχεια, στον αδελφό του Παραπονούμενου ΕΧΧ Θωμαΐδη, ο οποίος κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος Συνήγορος Υπεράσπισης αγόρευσε προς μετριασμό της ποινής, αναφέροντας ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη, ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, βρίσκεται στη Δημοκρατία εδώ και 20 χρόνια, είναι οικογενειάρχης με 2 παιδιά, με €1200 μηνιαίο μισθό, ότι από την επίθεση που δέχτηκε ο Παραπονούμενος δεν έμειναν σε αυτόν οποιαδήποτε κατάλοιπα, αλλά και ότι υπήρχε κάποια ένταση στις σχέσεις αυτών, πριν το συμβάν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα, στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, ειδικότερα στην πρώτη κατηγορία, σε περίπτωση καταδίκης προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και 3 χρόνια. Ως λέχθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Τόκκαλος

(2001)2 Α.Α.Δ. 95 «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας, πλήττει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς». Ούτε φυσικά και η επίλυση προσωπικών διαφορών με τη χρήση βίας μπορεί να γίνει ανεκτή. Η ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα θα πρέπει να είναι ανάλογη και με την έκταση της χρήσης βίας, ενώ λαμβάνεται περαιτέρω υπόψη και το κατά πόσο αυτή ασκείται σε δημόσιο χώρο στην παρουσία άλλων προσώπων (βλ. Και Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 και Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 581). Η σοβαρότητα της παρούσας προκύπτει και από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων και καταδεικνύουν την όλη απαράδεκτη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου έναντι του Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, συναδέλφων του. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω λοιπόν υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ως αυτή διαφαίνεται από τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω και τη συναφή ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Επίσης, την πρόκληση σωματικών βλαβών στον Μ.Κ.2. Σύμφωνα όμως με τα πιο πάνω, δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων, τόσο για τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Προς όφελος λοιπόν του Κατηγορουμένου, λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο, ότι αυτό ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό, όλες τις προσωπικές οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, ως εξετέθησαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης. Επίσης, δεν έχει αναφερθεί να έχουν μείνει οποιαδήποτε κατάλοιπα στον Μ.Κ.2 από την επίθεση που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο και ότι επιπλέον υπήρχε κάποια ένταση μεταξύ τους, αφού είχε προηγηθεί μία λογομαχία, πριν από την επίθεση που δέχθηκε ο Παραπονούμενος. Οι επιπτώσεις στην υγεία του θύματος έχει νομολογηθεί ότι αποτελούν ένα ακόμη παράγοντα που επιδρά στον προσδιορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος. Ως έχει υποδειχθεί στην Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. «Οι συνέπειες εγκλήματος βίας στο θύμα άπτονται άμεσα τούτου του εγκλήματος και συνιστούν μία από της παραμέτρους που προσδιορίζουν τη σοβαρότητά του». Τέλος ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του Κατηγορουμένου είναι και ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων. Ως έχει νομολογηθεί η πάροδος χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος τέτοιου μακρού χρόνου μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο. Περαιτέρω οι προσωπικές συνθήκες ενός Κατηγορουμένου στο διάστημα αυτό, μπορεί να αλλάξουν ριζικά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355). Ως λέχθηκε δε στην Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365, η καθυστέρηση στην καταχώρηση μιας υπόθεσης εναντίον ενός προσώπου και/ή καθυστέρηση στην εκδίκαση της, αποτελούν σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα, ο οποίος, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη μείωση της ποινής αναφορικά με το είδος αυτής, αλλά και μετατροπή της ποινής που κανονικά θα επιβάλλετο αν δεν υπήρχε η καθυστέρηση. Η έκταση φυσικά της ευθύνης του Κατηγορουμένου στην εν λόγω καθυστέρηση λαμβάνεται επίσης υπόψη στον δέοντα βαθμό. Σε τέτοια περίπτωση αυτός δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Ανεξαρτήτως όμως του ποιος φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης, το γεγονός της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την τιμωρία του παραβάτη τείνει ασφαλώς προς τον μετριασμό της ποινής (βλ.Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267). Φαίνεται ότι στην παρούσα τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 28.04.18 και το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή 4 χρόνια μετά τη διάπραξή τους. Τόσο ο χρόνος, όσο και οι λοιποί παράγοντες που έχω αναφέρει, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα, κρίνω ότι στην παρούσα δεν ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης του Κατηγορουμένου. Καταληκτικά επιβάλλω σε αυτόν τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία €500 πρόστιμο. Στην 2η κατηγορία €200 πρόστιμο. Καθώς επίσης, καλείται να καταβάλει €145 έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής. (Υπ.)............................... Γ. Ιωαννίδου ‑ Παπά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.