← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. MOUSTAFA κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 1909/22, 26/4/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. MOUSTAFA κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 1909/22, 26/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 1909/22 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν.

  1. XXX XX MOUSTAFA
  2. XXX GOTANOV
  3. XXX ΣΥΜΕΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 26 Απριλίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν.Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Μ.Παπαδημήτρη Για τον Κατηγορούμενο 3: κος Α.Παπαχαραλάμπους Κατηγορούμενος 2: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι στο παρόν κατηγορητήριο αντιμετωπίζουν διάφορες κατηγορίες συνωμοσίας, κατοχής και μεταφοράς πυροβόλων όπλων, κατοχής εκρηκτικών υλών και άλλα αδικήματα εναντίον της περιουσίας. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει μεταξύ άλλων αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών, αδικήματα κατά της περιουσίας δηλαδή κλοπή, κλεπταποδοχή, και παράνομη κατοχή περιουσίας κατά παράβαση των άρθρων του Ποινικού Κώδικα και του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων όπλων Νόμου. Η κατηγορούσα αρχή αιτήθηκε την κράτηση του κατηγορούμενου 2 μέχρι τη δίκη του, επικαλούμενη την πιθανότητα επανάληψης άλλων αδικημάτων και την πιθανότητα μη προσέλευσης του στη δίκη. Στον κατηγορούμενο 1 δεν επιδόθηκε το κατηγορητήριο. Ο κατηγορούμενος 3 δεν έφερε ένσταση στην κράτηση του μέχρι την επόμενη δικάσιμο, δηλαδή στις 3.5.22 όταν θα απαντήσει στο κατηγορητήριο. Ο κος Νεοκλέους προς υποστήριξη του αιτήματος του αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 για τον κίνδυνο επανάληψης άλλων αδικημάτων παρουσίασε στο δικαστήριο κατάλογο τεκμήριο Α, στον οποίον αναφέρθηκε λέγοντας ότι αυτός βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη, δηλαδή την ποινική υπόθεση 3XX7/20, ημερομηνία καταδίκης 6.7.20 η οποία αφορούσε κατηγορία για κατοχή εκρηκτικών υλών και καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Επίσης εναντίον του εκκρεμούν 4 ποινικές υποθέσεις στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου δηλαδή η υπ. αριθμό 5XX7/18, η 5XX9/19, η 7XX4/19, η 4XX3/21 καθώς και ο ποινικός φάκελλος Σ΄1X1/
  4. Στην 5XX7/18, την 5XX9/19 και τον ποινικό φάκελλο Σ΄1X1/20 αυτός αντιμετωπίζει ομοειδή αδικήματα, ως του παρόντος κατηγορητηρίου. Επιπλέον υποστήριξε ότι με βάση τα πιο πάνω προκύπτει η τάση του κατηγορουμένου 2 να διαπράττει ποινικά αδικήματα και συνεπώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για να διαταχθεί η κράτηση του. Ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής επιχειρηματολογώντας για το δεύτερο παράγοντα του κινδύνου μη προσέλευσης του κατηγορουμένου 2 αναφέρθηκε στο μαρτυρικό υλικό τεκμήριο Α' και παρέπεμψε στις σχετικές καταθέσεις από τις οποίες εμφαίνεται η πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου 2, ως είπε και είναι ενδεχόμενη η επιβολή αυστηρών ποινών σε αυτόν σε περίπτωση καταδίκης. Αναφορικά με τους υποκειμενικούς παράγοντες τους σχετιζόμενους με τον Κατηγορούμενο 2 υποστήριξε ότι αυτός κατάγεται από την Γεωργία με την οποία έχει δεσμούς και σε συνάρτηση με την σοβαρότητα των κατηγοριών που αυτός αντιμετωπίζει και την πιθανότητα επιβολής αυστηρών ποινών σε περίπτωση καταδίκης υπάρχει το ενδεχόμενο φυγοδικίας του. Η συνήγορος του κατηγορούμενου 2 έφερε ένσταση στην κράτηση του διαφωνώντας με τις θέσεις της κατηγορούσας αρχής. Αναφέρθηκε σε σχετική νομολογία και εισηγήθηκε όπως αυτός αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους τους οποίους υπέδειξε, επικαλούμενη ότι δεν έχει καταδειχθεί κίνδυνος φυγοδικίας του και είναι κάτοικος Κύπρου εδώ και 10 χρόνια. Αναφορικά με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων παρά το ότι δεν αμφισβητεί ούτε την προηγούμενη καταδίκη του ούτε και τις εκκρεμούσες υποθέσεις εναντίον του υποστήριξε ότι δεν εμφαίνεται η τάση του για να διαπράξει άλλα αδικήματα. Οι θέσεις και των δύο πλευρών έχουν μελετηθεί ενδελεχώς από το Δικαστήριο και είναι καταγεγραμμένες στα επίσημα πρακτικά. Η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με αφετηρία βεβαίως την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση είναι μέτρο κατ΄εξαίρεση. Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο αποφασίζοντας ζήτημα κράτησης υπόπτου προσώπου μέχρι τη δίκη του οφείλει να έχει αφετηρία τη βασική αρχή ότι ο υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος εφόσον όπου τίθενται όροι που συμβάλλουν στην προσέλευση του κατά τη δίκη, αυτός συμμορφώνεται, (Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας

(1997)2 Α.Α.Δ. 109). Κράτηση ατόμου που δεν δικαιολογείται από τους παράγοντες που έχουν καθορισθεί από τη νομολογία αντιβαίνει το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο άλλωστε είναι άρρηκτα συνυφασμένο με την έννοια της δίκαιης δίκης, που, όπως λέχθηκε και στη Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790, αποτελούν δύο καλά θεμελιωμένες αρχές στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας, αλλά και στις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ( Χουσείν v. Δημοκρατίας, Ποινική έφεση 80/19, ημερ. 8.7.19, Ανδρονίκου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 159/18, ημερ. 4.4.18). Το Δικαστήριο κάθε φορά που καλείται να αποφασίσει κράτηση ατόμου ασκεί βέβαια διακριτική ευχέρεια στη βάση του Άρθρου 157
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, τέτοια δε ευχέρεια πρέπει να αποφασίζεται σε συνάρτηση με τα νομολογιακά κριτήρια και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Επειδή διατάγματα αυτής της φύσης επηρεάζουν την ελευθερία του ατόμου, η έκδοσή τους θα πρέπει να δικαιολογείται δικαστικά. Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου
(2001)2 Α.Α.Δ. 373, αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι, κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Ανάγκη περιορισμού του πολίτη πρέπει να διαπιστώνεται δικαστικά σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και να επιβάλλεται από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης (Ανδρέας Καραγιώργης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 92 και Μωϋσίδης ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ, 138 Η κράτηση ή μη ενός κατηγορούμενου εξετάζεται με αναφορά: (α) στον κίνδυνο μη προσέλευσής του στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο, ο οποίος καθορίζεται από τη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης, και το ενδεχόμενο επιβολής αυστηρής ποινής, (β) στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων, και (γ) στην πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Οι τρεις αυτοί λόγοι δεν είναι ανάγκη να συνυπάρχουν, αλλά, δύνανται, ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο, να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογούν την κράτηση (Ανδρονίκου (ανωτέρω)). Χρειάζεται ισοζυγισμένη στάθμιση όλων των παραγόντων και καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά. Προχωρώ να εξετάσω τον πρώτο παράγοντα που επικαλέστηκε η κατηγορούσα αρχή ήτοι τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων από τον κατηγορούμενο 2. Αναφορικά με τη πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων, σημειώνω ότι περί πιθανολόγησης μόνο ο λόγος. Δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί να δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 113/15, ημερ. 2.6.15). Μπορεί να στοιχειοθετηθεί είτε από στοιχεία που αφορούν σε προηγούμενη καταδίκη ή προηγούμενες καταδίκες είτε και από το γεγονός ότι εναντίον του κατηγορούμενου εκκρεμούν προς εκδίκαση ή καταχώρηση άλλες υποθέσεις σε σχέση με την διάπραξη άλλων παρόμοιων αδικημάτων (Νικολάου v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 840, Γενικός Εισαγγελέας v Ρένου Κυριάκου κ.α.
(2001)2 ΑΑΔ 373, Αριστοδήμου v Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 567. Η πλήρης απόδειξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων δεν είναι ούτε και θεωρητικά δυνατή (Νικολάου v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 227). Επίσης Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας V ΓΚ, 5.7.21, ποινική έφεση 88/21, Πιριπίτσης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ, 9. Όπως λέχθηκε στην Ονουφρίου ν. Αστυνομίας
(2014)2(A) ΑΑΔ 406: «Η πιθανότητα αυτή δεν απαιτείται να αποδειχτεί με την αυστηρή έννοια του όρου, αλλά η πιθανολόγηση σε τάση, για τη συγκεκριμένη συμπεριφορά ενός κατηγορούμενου, είναι αρκετή.» Αρκεί να δημιουργείται μια ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα στη βάση του συνόλου του υλικού που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων είναι δυνατό να προκύπτει είτε από στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή της υπόθεσης είτε από εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης (Χ΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ, 45, Φενερίδης
(1998)1(Δ) ΑΑΔ, 2101, Πατατάρης ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ, 46, Σπανού κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ, 89 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 113/15 (Σχ.με115/15), απόφαση ημερομηνίας 02.06.2015, Αργύρη εναντίον Δημοκρατίας, Ποιν.έφεση 195/20 23.12.20, Σάββα v Αστυνομίας, Ποινική έφεση 176/17, 20.9.17, Τσιάκκας ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.
  1. Αναφορικά με το αίτημα της κατηγορούσας αρχής για τον κίνδυνο επανάληψης άλλων αδικημάτων από το τεκμήριο Α' το οποίο παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή διαπιστώνω τα πιο κάτω: ο κατηγορούμενος 2 βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη, δηλαδή την ποινική υπόθεση 3XX7/20, με ημερομηνία καταδίκης την 6.7.20 η οποία αφορούσε κατηγορία για κατοχή εκρηκτικών υλών και καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Επίσης εναντίον του εκκρεμούν 4 ποινικές υποθέσεις στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου δηλαδή η υπ.αριθμό 5XX7/18, η 5XX9/19, η 7XX4/19, η 4XX3/21 καθώς και ο ποινικός φάκελλος Σ΄1X1/
  2. Στην 5XX7/18, την 5XX9/19 και στον ποινικό φάκελλο Σ΄1X1/20 αυτός αντιμετωπίζει ομοειδή αδικήματα, ως του παρόντος κατηγορητηρίου. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ούτε την προηγούμενη καταδίκη αλλά ούτε και τις εκκρεμούσες υποθέσεις εναντίον του κατηγορούμενου
  3. Προκύπτει από τα πιο πάνω μία αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου η οποία κατ' ισχυρισμό εκτυλίσσεται από το 2016 μέχρι και σήμερα η οποία αφορά ομοειδή αδικήματα, ως της παρούσας αλλά και άλλα. Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω στοιχεία τα οποία παρουσιάστηκαν ενώπιον μου, την φύση των αδικημάτων που αυτός αντιμετωπίζει στις εκκρεμούσες υποθέσεις εναντίον του και το ιστορικό του, δημιουργείται στο Δικαστήριο η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τάση και ροπή του κατηγορουμένου 2 στη διάπραξη ομοειδών αδικημάτων, χωρίς βεβαίως να προβαίνω σε οποιοδήποτε εύρημα αναφορικά με τις εκκρεμούσες ποινικές υποθέσεις οι οποίες θα εκδικαστούν από το Δικαστήριο. Εν κατακλείδι με βάση την πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία θεωρώ ότι είναι πέραν από υπαρκτός ο κίνδυνος για διάπραξη άλλων αδικημάτων από αυτόν, είτε ομοειδών ή και άλλων. Προχωρώ τώρα να εξετάσω το δεύτερο παράγοντα για τον οποίο ζητήθηκε η κράτηση του κατηγορουμένου 2 εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής δηλαδή του κινδύνου φυγοδικίας του. Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν την εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του. Όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορούμενου να αποφύγει τη δίκη του. (Θεοδωρίδης κ.α. v Αστυνομίας, 2001, 2 ΑΑΔ, 139). Αναφορικά με τον κίνδυνο μη προσέλευσης, η σοβαρότητα των αδικημάτων προκύπτει από τις ποινές που προβλέπει ο νόμος. Βεβαίως υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες, τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξής τους σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. H πιθανότητα καταδίκης, εξετάζεται μέσα από τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου. «Πιθανότητα» σημαίνει πιθανολόγηση. Το μαρτυρικό υλικό εξετάζεται στην όψη του, χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε αξιολόγησή του και ούτε να προβαίνει σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορούμενου. Θέματα τα οποία σχετίζονται με ισχυρισμούς που αφορούν την νομιμότητα της σύλληψης του υπόπτου ως επίσης και την δεκτότητα της μαρτυρίας που βασίζεται σε δηλώσεις του κατηγορούμενου ή για την λήψη παράνομης ή μη μαρτυρίας εξετάζονται κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο της εξέτασης της αίτησης για την κράτηση ή μη του κατηγορούμενου. Περιορίζεται στην εξέταση της δύναμης του αποδεικτικού υλικού, με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο πιθανολογείται καταδίκη (Ευριπίδου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337, Μαλά v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 135), Αργύρη εναντίον Δημοκρατίας ποινική έφεση 195/20, ημερομ. 23.12.20, Τσεκκούρα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ, 32, Νικήτα ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ, 54, Κουννάς κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ, 790, Στέλιος Καλλή ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 114/15, ημερ. 19.6.2015, Μαυρομιχάλης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 165/20 και 166/20, απόφαση ημερ. 22.10.2020, Κουτσούδη ν. Αστυνομίας, ποιν.εφ.131/20 και 132/20, 20.8.20, Φλεριανός V Δημοκρατίας, ποινική έφεση 13/16, 3.3.16 (παρόμοια αδικήματα ως της παρούσης). Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η νομολογία κατέδειξε ότι η αναφορά στην σοβαρότητα των αδικημάτων και το ύψος της επιβληθεισόμενης ποινής ανεξαρτήτως δηλαδή των υπολοίπων παραμέτρων όπως η πιθανότητα καταδίκης δεν είναι αρκετή για να διαταχθεί κράτηση ενός κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του.Παραπέμπω στην Μιχάλης Ψύλλας v Αστυνομίας
(2007), 2 ΑΑΔ, 444, Θεοχάρους v Αστυνομίας
(2002), 2 ΑΑΔ, 48. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Ρένου Κυριάκου,
(2001), 2 ΑΑΔ, 373 λέχθηκε ότι είναι σταθερά νομολογημένο ότι ο κίνδυνος να μην εμφανιστεί ο κατηγορούμενος εκτιμάται κατ΄εξοχήν όχι μόνο με αναφορά στην φύση του αδικήματος και το ύψος της επιβληθεισόμενης ποινής αλλά και την πιθανότητα καταδίκης. Αναφορικά με το πως αντικρίζεται η τελευταία ένδειξη λέχθηκε στην ίδια υπόθεση ότι το Δικαστήριο που εξετάζει ζήτημα κράτησης υπόδικού λαμβάνει υπόψη την ισχύ της μαρτυρίας που προσφέρεται στην όψη της. Επίσης στο πλέγμα του συνόλου των ενδείξεων συνεκτιμάται και το ότι η διαθέσιμη μαρτυρία δεν αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση (Σάββα και άλλοι v αστυνομίας αρ. 2,
(1977), 2 CLR, 446). Ακόμη παράγοντες που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο μεταξύ άλλων είναι εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με την χώρα στην οποία διώκεται καθώς και γενικότερα θέματα υγείας και οι δεσμοί ενός κατηγορουμένου προσώπου με τη Δημοκρατία έχοντας κατά νου το αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος ή υπόδικος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του, δυνατούς ή χαλαρούς, ανάλογα με τις προσωπικές του συνθήκες. Παρόλον που οι δεσμοί αυτοί δεν επενεργούν από μόνοι τους ως ασπίδα για το κατηγορούμενο πρόσωπο προς υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται, εν τούτοις εξετάζεται η ενδεχόμενη επίπτωση αυτών των δεσμών επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης κατά τη δίκη του. (Μαρκίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 50/17, ημερ.22.3.17, Κρίνος Θεοχάρους κ.α. v Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ, 48, Ψύλλας v Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 444, Γενικός Εισαγγελέας v Λουκάς Σιδερένιος κ.α ποινικές εφέσεις 73 -76/2008, ημερομηνίας 23.4.2008, Abdurrahman Dogan και Οzay Dogan v. Aστυνομίας, Ποιν. Εφ. 311 και 312/15 ημερ. 1.12.15 παραπέμποντας σε σχέση με τον κίνδυνο φυγοδικίας στις Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, Μωυσίδης ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 131, Παρασκευά ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 607, Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 130). Ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής επιχειρηματολογώντας για το δεύτερο παράγοντα του κινδύνου μη προσέλευσης του κατηγορουμένου 2 αναφέρθηκε στο μαρτυρικό υλικό τεκμήριο Α' και παρέπεμψε στις σχετικές καταθέσεις από τις οποίες εμφαίνεται η πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου 2 και είναι ενδεχόμενη η επιβολή αυστηρών ποινών σε αυτόν σε περίπτωση καταδίκης, ως είπε. Ειδικότερα διαπιστώνω ότι στο τεκμήριο Α΄ περιλαμβάνεται η κατάθεση του Λοχ.3XX4 Συμιλλίδη αλλά και το έντυπο της υπόδειξης σκηνής από τον κατηγορούμενο 2 σε αυτόν, αναφέροντας του το σημείο που έκρυψε το όπλο που του έφερε ο κατηγορούμενος 3. Επίσης το ένταλμα σύλληψης εναντίον του (κυανούν 24) στο οποίο απαντά λέγοντας « το όπλο μου το έφερε ο XXX Συμεού που την ΓXX». Επιπλέον η θεληματική κατάθεση του κατηγορούμενου 3 ημερ. 11.4.22 που τον εμπλέκει (κυανούν 18). Πέραν αυτών δεν βρίσκω οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να δημιουργεί εναντίον του πιθανότητα καταδίκης του στα λοιπά αδικήματα που τον αφορούν, ούτε βέβαια και μου υποδείχθηκε κάτι τέτοιο από την Κατηγορούσα Αρχή. Αναφορικά με τους υποκειμενικούς παράγοντες τους σχετιζόμενους με τον Κατηγορούμενο 2 ο κος Νεοκλέους υποστήριξε ότι αυτός κατάγεται από την Γεωργία με την οποία έχει δεσμούς και σε συνάρτηση με την σοβαρότητα των κατηγοριών που αυτός αντιμετωπίζει και την πιθανότητα επιβολής αυστηρών ποινών σε περίπτωση καταδίκης υπάρχει το ενδεχόμενο φυγοδικίας του. Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση ότι τα αδικήματα που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο είναι σοβαρά ούτε και οι επιβληθεισόμενες ποινές σε περίπτωση καταδίκης για τα οποία ο νομοθέτης προνοεί αυστηρές ποινές φυλάκισης. Ούτε και αμφισβητήθηκε το τεκμήριο Α'. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω σε συνάρτηση με το τεκμήριο Α' από αυτό προκύπτει η πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου 2 στο αδίκημα της κατοχής πυροβόλου όπλου και όχι στα λοιπά αδικήματα. Επίσης διαπιστώνω ότι τυχόν ποινή σε αυτό ενδεχομένως να είναι αυστηρή μέχρι και 5 έτη που έχει εξουσία το παρόν Δικαστήριο να επιβάλει. Τα πιο πάνω εκτιμήθηκαν στην όψη τους και μόνο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Η ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχουν σχέση στο στάδιο αυτό (Χολιέφ v.Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 302/18, ημερ.4.2.19 και Ποινική Έφεση 50/2022 Tsonev και άλλη εναντίον Αστυνομίας ημερομηνίας 18.3.2022). Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι ικανοποιούνται τα τρία αναγνωρισμένα από τη νομολογία αντικειμενικά κριτήρια. Όμως το ζήτημα δεν σταματά εδώ. Το Δικαστήριο υπεισέρχεται στην εξέταση υποκειμενικών στοιχείων και δεδομένων του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Αργύρη Παρασκευά v Aστυνομίας
(2000)2 AΑΔ 607 λέχθηκε ότι η σοβαρότητα των κατηγοριών και η εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης στην βάση του μαρτυρικού υλικού ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τα αντικειμενικά κριτήρια τα οποία εφόσον διαπιστωθεί ότι υπάρχουν το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση κατά πόσο συντρέχουν και κάποια άλλα υποκειμενικά στοιχεία και δεδομένα έτσι ώστε κατόπιν συνεκτίμησης όλων των δεδομένων να κριθεί κατά πόσο η περίπτωση είναι κατάλληλη για να διαταχθεί η κράτηση του κατηγορουμένου ή αν θα πρέπει αυτός να αφεθεί ελεύθερος υπό όρους Σε σχέση με τους υποκειμενικούς παράγοντες που συντρέχουν στην περίπτωση του κατηγορούμενου 2 δεν θεωρώ ότι οι δεσμοί του με την Δημοκρατία είναι χαλαροί εφόσον αυτός ευρίσκεται εδώ και χρόνια με την οικογένεια του και διαμένει σε οικία με την συμβία του. Δεν έχει καταδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή συγκεκριμένη θέση ότι αυτός έχει ισχυρούς δεσμούς με την Γεωργία και ότι μπορεί γι΄ αυτό να φυγοδικήσει εκεί. Όλα τα πιο πάνω, είναι άμεσα συναρτημένα με την ύπαρξη κινδύνου μη προσέλευσης του κατηγορούμενου κατά τη δίκη του. Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, ο κίνδυνος δεν είναι ορατός. Κατ΄επέκταση θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν πέτυχε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ως προς τον κίνδυνο φυγοδικίας του, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα αντικειμενικά όσο και τα υποκειμενικά κριτήρια τα οποία έχει εξετάσει. Συνεπώς συνοψίζοντας κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση υπάρχει πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων από τον κατηγορούμενο 2 σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος αλλά δεν υπάρχει ο κίνδυνος φυγοδικίας του. Συνακόλουθα το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την ημέρα της δίκης του κρίνεται δικαιολογημένο και εγκρίνεται ως προς τον πρώτο παράγοντα που υποστήριξε ενώπιον μου. (Υπ.)................................. Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.