Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Choursoulides κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 280/22, 21/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου ‑ Παπά, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 280/22 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου εναντίον
- ΧΧΧ Choursoulides
- ΧΧΧ Kaheel Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 21.04.2022 Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Μ. Παπαδημήτρη Για τον Κατηγορούμενο 2: κος Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν στο παρόν κατηγορητήριο από κοινού κατηγορία συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 1), διάρρηξης κατοικίας (κατηγορία 2 και 4), κλοπής από κατοικία (κατηγορία 3 και 5) και ο Κατηγορούμενος 1 παράνομη κατοχή περιουσίας (κατηγορία 6). Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, οι συνήγοροι των Κατηγορούμενων 1 και 2 εισηγήθηκαν ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Αντίθετη ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής για τον Κατηγορούμενο
- Συμφώνησε όμως, η κυρία Περγαντή, ότι δεν υπάρχει μαρτυρία εναντίον του Κατηγορουμένου
- Οι θέσεις των συνηγόρων είναι καταγεγραμμένες στα επίσημα πρακτικά, έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο, το οποίο έχει διεξέλθει της μαρτυρίας, η οποία έχει δοθεί από τους μάρτυρες 1 μέχρι 3 και το Δικαστήριο θα προβεί σε αναφορά της μαρτυρίας, εκεί που κρίνεται σκόπιμη και αναγκαία. Όπως ανέφερα προς απόδειξη της υπόθεσής της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου 3 μάρτυρες κατηγορίας, ήτοι τον Αστ. 3ΧΧ5, ΧΧ. Σάββα, τον Λοχ. 3144 ΧΧ. Σιμιλλίδη και τον ΧΧΧ Kkamas. Οι αρχές του εκ πρώτης όψεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Κλεάνθους κ.α. (1999, 2 Α.Α.Δ. 320), αφού έγινε αναφορά στη σχετική αγγλική και κυπριακή Νομολογία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε όσα τονίστηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας. Στην υπόθεση Azinas ν. The Republic
(1981)2 C.L.R 9, υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1962, 1 All E. R.448), η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή Κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία δικαιολογείται μόνο όταν: α. Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β. Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του Κατηγορουμένου σε αυτήν. Η κλήση Κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου (1990, 2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, εν όψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου, δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (Βλ. Azinas and another v. Police (πιο πάνω). ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Οι Κατηγορούμενοι με βάση την έκθεση αδικήματος της πρώτης κατηγορίας κατηγορούνται για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος για τις κατηγορίες 2 μέχρι 5. Το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος βασίζεται στο Άρθρο 371. Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991), 2 Α.Α.Δ. 134 «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τοn σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλ. Mulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold (ανωτέρω) σελ. 2035, παράγραφος 28‑4)». Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν, όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας, αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μία παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μία νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνωμοσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. Σύγγραμμα Archbold 2004, παρ. 34‑4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (Βλ. Σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ. 90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν συναντηθεί ποτέ, φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim L.R. 495). H συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης, την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξή της, είτε ότι αυτή τίθεται σε εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea), που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη αδικήματος (βλ. Yip Chieu‑Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L.). Ως αναφέρθηκε, στην παρούσα, η συνωμοσία αφορά τα αδικήματα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής από αυτήν. Από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή καμιά μαρτυρία δεν δόθηκε στο Δικαστήριο, η οποία να αναφέρεται σε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των Κατηγορούμενων 1 και 2 να διαπράξουν είτε το αδίκημα τις διάρρηξης κατοικίας είτε της κλοπής από αυτήν. Ούτε και δόθηκε καμιά μαρτυρία, η οποία να καταδεικνύει ότι οι δύο Κατηγορούμενοι συμμετείχαν σε κάποιο κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim L.R. 495). Επιπλέον, δεν έχει επ' ουδενί αποδειχθεί οποιαδήποτε συμφωνία των δύο Κατηγορούμενων με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξή της είτε ότι αυτή τίθεται σε εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση των Κατηγορούμενων 1 και 2 ή προώθηση υλοποίησης της παράνομης πράξης (η οποία πρόθεση αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea), που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (Yip Chieu ‑ Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Συνεπώς, θεωρώ ότι η πρώτη κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη, καθότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία αυτής. ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας, προκύπτει από τον συνδυασμό των Άρθρων 291 και 292 (α) του Ποινικού Κώδικα. Κάποιος θεωρείται, σύμφωνα με το Άρθρο 291 του ίδιου Νόμου, ότι προβαίνει σε διάρρηξη κτιρίου όταν «διαρρήχνει οποιοδήποτε μέρος κτιρίου, εξωτερικό ή ανοίγει με ξεκλείδωμα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, θύρα, παράθυρο, παραθυρόφυλλο, πόρτα υπογείου ή άλλο πράγμα προορισμένο για το κλείσιμο ή για την κάλυψη ανοίγματος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγμα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα μέρος του κτιρίου σε άλλο». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του Άρθρου 292(α) που πρέπει να αποδειχθούν στην παρούσα, ως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου και τις λεπτομέρειες της επίδικης κατηγορίας, είναι λοιπόν τα ακόλουθα: 1. Η διάρρηξη κτιρίου, το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων. 2. Η είσοδος σε αυτό. 3. Τα πιο πάνω να γίνουν με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος στην κατοικία. Ο σκοπός διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος δεν είναι πάντοτε δεκτικός θετικής και άμεσης μαρτυρίας, αλλά ως αναγόμενος αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του Κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Βλ. και Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 A.A.Δ. 289). Εξετάζονται λοιπόν όλες οι περιστάσεις, ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στο κατά πόσο στοιχειοθετείται ή όχι στον δέοντα βαθμό τέτοιος σκοπός. Ο μάρτυρας κατηγορίας 3 στην κατάθεσή του, Τεκμήριο Ε, αναφέρει ότι στις 4 Ιανουαρίου του 2022, ενώ βρισκόταν στο συγκρότημα Αδάμου είδε ένα διπλοκάμπινο να βρίσκεται σταθμευμένο και εκεί βρίσκονταν δύο άτομα που φόρτωναν διάφορα έπιπλα στην κάσια του διπλοκάμπινου και εκεί ευρισκόταν ο οδηγός του, τον οποίο αργότερα αναγνώρισε και ήταν ο Κατηγορούμενος
- Αυτός πρόλαβε και είδε τους αριθμούς εγγραφής του εν λόγω οχήματος, τους οποίους έδωσε στην Αστυνομία. Το όχημα αυτό διαπιστώθηκε ότι οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο
- Ο μάρτυρας κατηγορίας 3 δεν ανέφερε συγκεκριμένα ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή διέρρηξαν την κατοικία με αριθμό 2 και
- Η απλή αναφορά του και μόνο και χωρίς χρονική τοποθέτηση πότε αυτές διαρρήχθηκαν και από ποιους, απλά μόνο ότι διαπίστωσε ότι οι πόρτες τους ήταν παραβιασμένες, γεγονός που το διαπίστωσε λίγο μετά, δεν είναι αρκετή για να στοιχειοθετήσει τα συστατικά στοιχεία της διάρρηξης κατοικίας 2 και 4 και τη σύνδεση των Κατηγορούμενων 1 και 2 με τα αδικήματα αυτά. Επίσης, δεν κατατέθηκε καμιά μαρτυρία εναντίον τους, ότι αυτοί εισήλθαν στις δύο κατοικίες με αριθμούς 2 και 4 ή ακόμη να θεάθηκαν να εισέρχονται, αλλά και πότε εισήλθαν με σκοπό να διαπράξουν την κλοπή. Επιπλέον, καμιά μαρτυρία δεν εδόθηκε από τον μάρτυρα κατηγορίας 3 πότε χρονικά είχε προβεί σε έλεγχο των επίπλων στην κατοικία αριθμός 2 και συνεπώς στις 4.01.22 διαπίστωσε επακριβώς τι έλειπε. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων 2 και 4 και οι δύο Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται. ΤΡΙΤΗ ΚΑΙ ΠΕΜΠΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Η 3η κατηγορία και η 5η κατηγορία αφορά το αδίκημα της κλοπής από κατοικία, ήτοι της περιουσίας, η οποία αναφέρεται αναλυτικά στις λεπτομέρειες αυτών. Το αδίκημα της κλοπής εδράζεται στα Άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα και αποτελεί κακούργημα. Η σχετική με αυτό νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, από την οποία προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
- Ο Κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
- Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του Κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο Κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
- Ο Κατηγορούμενος να ενέργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη,
- Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
- Ο Κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Περαιτέρω παραπέμπω στη Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, λέχθηκε ότι η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο της κλοπής, ενδιαφέρει ως συστατικό του αδικήματος εφόσον υπήρχε κατά το χρόνο λήψης του αντικειμένου ή όταν η περίπτωση εμπίπτει στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154, εφόσον συνοδεύει την «ιδιοποίησή» του. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν κατατέθηκε καμιά μαρτυρία, η οποία να εμπλέκει τους Κατηγορουμένους στη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος, ήτοι ότι τον επίδικο χρόνο οι ίδιοι έκλεψαν από την κατοικία των δύο προσώπων την περιουσία τους. Η απλή αναφορά του Κατηγορουμένου 1 στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 1, ότι ο Κατηγορούμενος 2 του είπε να πάει εκεί, γιατί ήθελε να φορτώσουν κάποια πράγματα δεν είναι ικανοποιητική μαρτυρία σε αυτό το στάδιο που να υποδηλοί οποιαδήποτε σύνδεσή τους με τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Επίσης, δεν παρουσιάστηκε επαρκής μαρτυρία από τον μάρτυρα κατηγορίας 3 ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα, που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των δύο αδικημάτων, ήταν αυτά τα συγκεκριμένα που ήταν φορτωμένα στο διπλοκάμπινο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 1, και τα οποία κατόπιν κλοπής βρίσκονταν εκεί. Ούτε και είναι επαρκής η αναφορά του μάρτυρα κατηγορίας 3 για την περιουσία της κατηγορίας 5, της οποίας ο ιδιοκτήτης είναι στο εξωτερικό, με την οποία αυτός δεν συνδέεται. Καταλήγω λοιπόν ότι τόσο η κατηγορία 3, όσο και η κατηγορία 5 δεν έχουν αποδειχθεί εναντίον των δύο Κατηγορούμενων, οι οποίες απορρίπτονται και οι Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση θεμελιακών ζητημάτων για την ευθύνη του Κατηγορουμένου μπορεί, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Δράκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπισή του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης». Στο ποινικό μας σύστημα η υπεράσπιση δεν έχει να αποδείξει οτιδήποτε, εκτός κι αν ο νόμος εναποθέτει σε αυτήν τέτοιο βάρος, πράγμα που εν προκειμένω δεν συμβαίνει. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου τον κατήγορο, κενά δε αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοϊζου ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Περαιτέρω, στην υπόθεση Munteanu ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 219/2011 ημερ. 1.7.13 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Στο σύστημα δικαίου που ακολουθείται στην Κύπρο, συχνά λησμονείται άμεσα ή έμμεσα, ότι η υπεράσπιση δεν έχει να αποδείξει οτιδήποτε. Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να υπερπηδήσει πρώτιστα το μέτρο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και στη συνέχεια να αποκόψει και το νήμα της απόδειξης ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά την προσπάθεια της αυτή, η κατηγορούσα αρχή έχει να αντιμετωπίσει τη νόμιμη προσπάθεια της υπεράσπισης να δημιουργήσει εύλογες ρωγμές στο όλο οικοδόμημά της, ούτως ώστε το Δικαστήριο να παραμείνει στο τέλος της ημέρας με εκείνη την αμφιβολία που θα ήταν νομολογιακά λανθασμένο να καταδικάσει. Είναι απόλυτα θεμιτό για την υπεράσπιση να αφήνει τη δίκη να εξελίσσεται και να οικοδομεί επί των λαθών, ανακριβειών και κενών της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Δεν οφείλει να ερωτήσει οτιδήποτε ούτε να εξηγήσει οτιδήποτε». Σε αντίθετη περίπτωση ουσιαστικά θα δινόταν η ευχέρεια στην Κ.Α. να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της, κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας σύστημα. ΕΚΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Αναφορικά με την κατηγορία 6, την οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1, έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας 2 και 3 και τον εντοπισμό του πλυντηρίου ρούχων του σχετιζόμενου με την κατηγορία 6, θεωρώ ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της εν λόγω κατηγορίας εναντίον του Κατηγορουμένου 1. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος 1 καλείται σε απολογία στην 6η κατηγορία. Στις υπόλοιπες και οι δύο Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται. (Υπ.) ........................................ Γ. Ιωαννίδου ‑ Παπά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο