Δημοκρατία ν. A.B., Αρ. Υπόθεσης: 4131/21, 25/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2022:4 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Π. Ε. Δ. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Π.Ε.Δ. Ε. Δημητρίου-Παναγή, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4131/21 Δημοκρατία v. A.B. Κατηγορουμένου ----------------- Ημερομηνία: 25.05.2022 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Χατζηκύρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Η. Σατολιάς Κατηγορούμενος παρών Χρέη μεταφραστή από τα Ελληνικά στα Ρουμάνικα εκτελεί η κα Γαβριέλα Παπαγεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες αφορώσες σε (α) βιασμό, κατά παράβαση του Άρθρου 144 του Κεφ. 154, δηλαδή ότι στις 17.05.2020, στην Πάφο, ήρθε σε παράνομη συνουσία, διά κολπικής διείσδυσης του πέους του, στο σώμα της Oχχχχχχχχ Bχχχχχχ - στο εξής η παραπονούμενη - από τη Βουλγαρία, χωρίς τη συναίνεση της, (β) είσοδο σε κατοικία με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του Άρθρου 293 του Κεφ. 154, δηλαδή ότι στις 17.05.2020 εισήλθε στην κατοικία της παραπονούμενης με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, ήτοι τη διάπραξη του αδικήματος του βιασμού, (γ) επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του Άρθρου 244 του Κεφ. 154, δηλαδή ότι κατά την ίδια προαναφερόμενη ημερομηνία και τοποθεσία προκάλεσε στην παραπονούμενη πραγματική σωματική βλάβη και (δ) κλοπή από κατοικία, κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 266(β) του Κεφ. 154, δηλαδή ότι την ίδια πιο πάνω ημερομηνία και τοποθεσία έκλεψε από την κατοικία της παραπονούμενης το ποσό των €20,00, περιουσία της τελευταίας. Για την απόδειξη των προαναφερόμενων κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας - στο εξής Μ.Κ. - ενώ ο κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε σε απολογία και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ως αυτά προβλέπονται στο Άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, επέλεξε την ένορκη μαρτυρία και δεν παρουσίασε μάρτυρες υπεράσπισης. Χάριν στην αξιόλογη και επαγγελματική συνεργασία των ευπαίδευτων νομικών εκπροσώπων των δύο πλευρών κατατέθηκαν εκ συμφώνου στο Δικαστήριο έντεκα
(11)καταθέσεις προσώπων, μαρτύρων επί του κατηγορητηρίου - Τεκμήρια 20-31 - με παραδεκτό γεγονός, εγκρινόμενο από το Δικαστήριο, κατόπιν σχετικού αιτήματος, ότι το περιεχόμενο των εν λόγω Τεκμηρίων είναι αληθές, καθώς επίσης, κατατέθηκαν περαιτέρω παραδεκτά γεγονότα, στα οποία θα αναφερθούμε σε κατοπινό στάδιο, τα οποία αναμφίβολα προκάλεσαν εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου, εξόδων και αποφυγή ταλαιπωρίας σε μάρτυρες. Μ.Κ.1 κατέθεσε ο αστυφύλακας χχχ2, Ν. Χχχχχχχ, (Τεκμήριο 1 η γραπτή κατάθεση του). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, μέχρι τον Ιούνιο του 2021 υπηρετούσε στο ΤΑΕ Πάφου. Στο πλαίσιο διερεύνησης υπόθεσης με αδικήματα
(1)βιασμό κατά παράβαση του Άρθρου 144 του Κεφ. 154 και
(2)κλοπής από κατοικία, κατά παράβαση του Άρθρου 266(β) του Κεφ. 154 τα οποία είχαν διαπραχθεί στις 17.05.2020 στην Πάφο, συνέλαβε δυνάμει εντάλματος σύλληψης, στις 12.11.2020, στις Κεντρικές Φυλακές, τον κατάδικο, χχχχ χχχχχχ A.B. - στο εξής ο κατηγορούμενος - έχοντας τη βοήθεια της διερμηνέως, της ρουμάνικης γλώσσας, Έ. Μχχχχχχ. Αφού του εξήγησε το λόγο της σύλληψης και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «Δεν ξέρω τίποτα για αυτή την υπόθεση». Ακολούθως την ίδια ημέρα στο χώρο των Κεντρικών Φυλακών, με τη βοήθεια της διερμηνέως, ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, καθώς επίσης γραπτή συγκατάθεση του για λήψη μετρήσεων, δύο παρειακά επιχρίσματα, και γραπτή κατάθεση στην οποία ο κατηγορούμενος δεν έδωσε συγκατάθεση για αναγνωριστική παράταξη. Στις 23.11.2020 ο μάρτυρας παρέδωσε, στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου, τα δύο παρειακά επιχρίσματα στον αστυφύλακα χχχ4 για να τα μεταφέρει στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας για επιστημονικές εξετάσεις. Στις 24.03.2021 και αφού εξασφαλίστηκε άδεια από τις Κεντρικές Φυλακές ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο ΤΑΕ Λευκωσίας όπου ο μάρτυρας, με τη βοήθεια της διερμηνέως, Ι. Πχχχχ, τον πληροφόρησε, ότι στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης, θα διεξαγόταν αναγνωριστική παράταξη στην οποία θα λάμβανε μέρος όταν θα ερχόταν κάποιο πρόσωπο το οποίο θα καλείτο για να τον αναγνωρίσει. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε παρ΄ ότι ο μάρτυρας τον ενημέρωσε ότι η αναγνωριστική παράταξη ήταν προς το συμφέρον του και ότι θα διεξαγόταν νομότυπα. Στη συνέχεια ο μάρτυρας ενημέρωσε τον κατηγορούμενο πως εφόσον αρνιόταν επρόκειτο να κληθεί κάποιο πρόσωπο να τον δει, για σκοπούς αναγνώρισης, μέσω ειδικού μονοδρομικού υαλοπίνακα. Λήφθηκε δε κατάθεση στην οποία ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι αρνιόταν να δώσει γραπτή συγκατάθεση για αναγνωριστική παράταξη. Την ίδια ημέρα, 24.03.2021, αργότερα, στο ΤΑΕ Λευκωσίας η παραπονούμενη, στην παρουσία του μάρτυρα, του λοχία χχχ2 και του αστυφύλακα χχχ6, είδε μέσω ειδικού μονοδρομικού υαλοπίνακα και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που τη βίασε στις 17.05.2020, στο σπίτι της, και έκλεψε χρήματα από το πορτοφόλι της. Προς τούτο η παραπονούμενη έδωσε σχετική κατάθεση - Τεκμήριο 17 και Τεκμήριο 18 η μετάφραση της στην ελληνική γλώσσα. Αναφορικά με τη διαδικασία της αναγνώρισης ο μάρτυρας παρουσίασε ημερολόγιο ενέργειας - Τεκμήριο
- Τέλος ο μάρτυρας κατέθεσε πως ο κατηγορούμενος αρνήθηκε, παρ΄ ότι του ζητήθηκε, ιατροδικαστική εξέταση - Τεκμήριο 15 σχετικό έγγραφο και Τεκμήριο 16 η μετάφραση του στην ελληνική γλώσσα. Μ.Κ.2 κατέθεσε ο αστυφύλακας χχχ3, Τ. Τχχχχχχχ, (Τεκμήριο 32 η γραπτή κατάθεση του) ο οποίος στο πλαίσιο των καθηκόντων του, ως ειδικός φωτογράφος και ειδικός στη διερεύνηση σκηνής εγκλήματος, στις 18.05.2020, στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων, χχχχχ χχχχ, χχχχχχχχ χχχχ, στην Πάφο, έλαβε 25 φωτογραφίες σχετικές με την παρούσα υπόθεση και τότε διερευνόμενη υπόθεση βιασμού. Την ίδια ημέρα παρέλαβε και συσκεύασε αντικείμενα, ως τεκμήρια αστυνομίας, τα οποία περιγράφει σε σχετικό πίνακα επί της κατάθεσης του. Επίσης την ίδια ημέρα με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και συσκευής αντιγραφής cd/dvd, χωρίς να αφαιρέσει ή προσθέσει ή αλλάξει οτιδήποτε από το περιεχόμενο της κάρτας μνήμης, στην οποία βρίσκονταν οι 25 φωτογραφίες, το αντίγραψε σε ένα cd το οποίο υπέγραψε δίδοντας του διακριτικά και στη συνέχεια με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή επέλεξε 25 φωτογραφίες που ήταν στα αρχεία φωτογραφιών του εν λόγω cd. Κατά τον τρόπο που εξήγησε οι φωτογραφίες στάλθηκαν στο Εργαστήριο Φωτογραφίας Εικόνας και Γραφικών όπου εκτυπώθηκαν σε τέσσερα αντίγραφα. Ένα εξ αυτών κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Παρέδωσε τα αντικείμενα - τεκμήρια αστυνομίας, τα οποία συνέλεξε, στην αστυφύλακα χχχ
- Μ.Κ.3 κατέθεσε η αρχιαστυφύλακας χχχ7, Μ. Εχχχχχ, (Τεκμήριο 34 η γραπτή κατάθεση της). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της σήμερα υπηρετεί στην Τροχαία Πάφου, τον Μάϊο του 2020 υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και ήταν τοποθετημένη στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων - ΤΑΕ. Είναι και ειδικός φωτογράφος της Αστυνομίας. Είναι η εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Η διερεύνηση αφορούσε στα αδικήματα του
(1)Βιασμού κατά παράβαση του Άρθρου 144 Κεφ. 154, και
(2)Κλοπή από Κατοικία κατά παράβαση του Άρθρου 266(B) Κεφ. 154 που διαπράχθηκαν την 17.05.2020 στην Πάφο. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, στις 17.05.2020 και ώρα 21:00 ενώ αυτή βρισκόταν στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου τηλεφώνησε η Oχχχχχ Bχχχχχ και της ανάφερε ότι την ίδια ημέρα και ώρα 20:00 ενώ βρισκόταν στην οικία της, μετέβηκε εκεί άγνωστος άντρας, ηλικίας περίπου 25-30 ετών και την ρώτησε στην αγγλική γλώσσα κατά πόσο γνώριζε που διαμένει κάποια κοπέλα με το όνομα Αχχχχ. Αυτή του απάντησε αρνητικά και στη συνέχεια ο άγνωστος άντρας αναχώρησε από το μέρος. Μετά πάροδο είκοσι λεπτών ο άγνωστος άντρας επέστρεψε και εισήλθε εντός της οικίας της από την ανοιχτή πόρτα εισόδου. Στη συνέχεια της επιτέθηκε, την έπιασε από το χέρι και με τη βία την οδήγησε στο υπνοδωμάτιο της. Εκεί ήρθε σε συνουσία μαζί της παρά τη θέληση της. Αφού τη βίασε ο άγνωστος άνδρας πήρε από το πορτοφόλι της το χρηματικό πόσο των 20 ευρώ και τράπηκε σε φυγή προς άγνωστη κατεύθυνση. Ακολούθως την ίδια ημέρα 17.05.2020 και περί ώρα 21:30 η μάρτυρας μετέβηκε, μαζί με τον αρχιαστυφύλακα χχχ4 Χρ. Χχχχχχχχχχχ του ΤΑΕ Πάφου, στο μέρος όπου διέμενε η παραπονούμενη, Oχχχχχχ, για διερεύνηση της καταγγελίας της. Η σκηνή αποκλείστηκε και τέθηκε υπό φρούρηση μέχρι η ώρα 07:50 της 18.05.2020 για σκοπούς διενέργειας περαιτέρω εξετάσεων και παραλαβής τεκμηρίων. Ακολούθως μεταξύ των ωρών 22:00-22:10 η μάρτυρας έλαβε από την Oχχχχχχ, στην αγγλική γλώσσα, γραπτή συγκατάθεση για την ιατροδικαστική εξέταση της. Στις 18.05.2020 μεταξύ των ωρών 00:30-01:00, στο Μακάρειο Νοσοκομείο Λευκωσίας, στην παρουσία της μάρτυρος και στην παρουσία της γυναικολόγου Ν. Λχχχχχ, η ιατροδικαστής Α. Πχχχχχχ διενήργησε ιατροδικαστική εξέταση στην παραπονούμενη. Κατά την εξέταση η ιατροδικαστής έλαβε από την παραπονούμενη δύο κολπικά επιχρίσματα, τα οποία μετά το τέλος της εξέτασης τα παρέδωσε στη μάρτυρα και αυτή τα συσκεύασε ξεχωριστά, σε χάρτινους φακέλους, τα σφράγισε με αστυνομική ταινία τεκμηρίων και αφού υπέγραψε επί της σφράγισης τους έδωσε τα διακριτικά της, Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 (Α/Α1-2). Κατά τη διάρκεια της πιο πάνω εξέτασης η μάρτυρας τηρούσε σχετικό ημερολόγιο ενέργειας. Επίσης καθ' υπόδειξη της ιατροδικαστού την ίδια ημέρα έλαβε αριθμό φωτογραφιών - Τεκμήριο 37 - από την παραπονούμενη, οι οποίες εμφανίστηκαν μετά που τις απέστειλε στο Εργαστήριο Φωτογραφίας, Εικόνας και Γραφικών της ΥΠ.ΕΓ.Ε./Αρχηγείο Αστυνομίας για εκτύπωση οκτώ
(8)βιβλιαρίων φωτογραφιών. Περαιτέρω η μάρτυρας, ως εξεταστής της υπόθεσης, την 20.05.2020 παρέλαβε, στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου, από τον αστυφύλακα χχχ3 αντικείμενα- τεκμήρια τα οποία συλλέχθηκαν από το σπίτι της παραπονούμενης, μαζί με Swab από τέσσερα σημεία, τα οποία η μάρτυρας περιγράφει στην κατάθεση της. Την 21.05.2020 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου, παρέδωσε όλα τα προαναφερόμενα τεκμήρια στον αρχιαστυφύλακα χχχ0, Ν. Πχχχχχχχχχχχχ, για να τα μεταφέρει στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (Ι.Ν.Γ.Κ.). Την 24.05.2020 έλαβε γραπτή συγκατάθεση για λήψη μετρήσεων από την παραπονούμενη ενώ την ίδια ημέρα έλαβε από αυτήν δύο παρειακά επιχρίσματα τα οποία συσκεύασε σε χάρτινο φάκελο, τα σφράγισε με αστυνομική ταινία τεκμηρίων και αφού υπέγραψε επί της σφράγισης έδωσε τα διακριτικά της, Μ.Ε.
- Την 25.05.2020 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου, παρέδωσε τα εν λόγω παρειακά επιχρίσματα στον αστυφύλακα χχχ6, Μ. Κχχχχχχχχχ, για να τα μεταφέρει στο Ι.Ν.Γ.Κ για επιστημονικές εξετάσεις. Μ.Κ.4 ήταν η Oχχχχχχ Bχχχχχχχχ, η παραπονούμενη, (Τεκμήρια 35, 54 και 58 οι καταθέσεις που έδωσε την αστυνομία στην αγγλική γλώσσα - Τεκμήρια 36, 55 και 59 αντίστοιχα τα μεταφρασμένα κείμενα των τριών καταθέσεων στην ελληνική γλώσσα). Προκύπτει από τη μαρτυρία της ότι κατάγεται από τη Βουλγαρία αλλά τα τελευταία πέντε χρόνια ζει και δουλεύει στην Κύπρο, τα τελευταία τρία χρόνια ως ρισέψιονιστ στο ξενοδοχείο Aχχχχ. Τους τελευταίους δύο μήνες πριν τον Μάϊο του 2020 δεν δούλευε επειδή το ξενοδοχείο έκλεισε λόγω του κορωνοιού, έτσι τον περισσότερο χρόνο έμενε στο σπίτι. Δεν έχει συγγενείς στην Κύπρο. Είναι διαζευγμένη εδώ και αρκετό καιρό και από το γάμο της απέκτησε μια θυγατέρα, ηλικίας 27 χρονών, η οποία ζει στη Βουλγαρία. Εκεί όπου μένει η παραπονούμενη έχει κάποιους γείτονες αλλά είναι μακριά από αυτήν, δύο διαμερίσματα απόσταση. Δεν έχει κάποια σχέση και δεν έχει σεξουαλική ζωή εδώ και τρία χρόνια. Στις 17.05.2020 μετά που ξύπνησε το πρωί έμεινε σπίτι μέχρι τις 6:30 μ.μ. οπόταν έστειλε μήνυμα και πήγε στην υπεραγορά lidl, η οποία είναι κοντά στο σπίτι της. Γύρω στις επτά και τριάντα επέστρεψε στο διαμέρισμα της και άρχισε να μαγειρεύει για δείπνο. Ενώ μαγείρευε έπινε μια μπύρα. Κοντά στις οχτώ το βράδυ, καθώς ετοίμαζε το φαγητό της και η μπροστινή πόρτα του διαμερίσματος της ήταν ανοικτή, άκουσε κάποιον, πήγε κοντά στην πόρτα, είδε έναν νεαρό άνδρα να στέκεται έξω από την πόρτα της, ο οποίος την ρώτησε, στα αγγλικά, εάν ήξερε που ζει η Αχχχχ. Αυτή του είπε ότι δεν γνώριζε κάποια Αχχχχ ούτε και που ζει. Ακολούθως ο άνδρας αυτός έφυγε και αυτή συνέχισε το μαγείρεμα της, αφήνοντας την μπροστινή πόρτα του διαμερίσματος ανοικτή επειδή ήταν ζέστη. Σύμφωνα με την εκδοχή της παραπονούμενης μετά από είκοσι λεπτά ο ίδιος άνδρας επέστρεψε, ήταν λιγότερο από 30 χρονών, γύρω στα 25-28, αδύνατος και με αθλητικό κορμί, ύψους 1,75 εκ., είχε μαύρα κοντά μαλλιά με μαύρα μάτια. Μιλούσε άσχημα αγγλικά και όπως κατάλαβε αργότερα, και ως πιστεύει, είναι άραβας. Ο άνδρας αυτός όταν ήρθε τη δεύτερη φορά φαινόταν επιθετικός, όπως που να ήθελε κάτι από αυτήν. Κατά τον πιο πάνω χρόνο κρατούσε ένα μεγάλο κουτί μπύρα στο χέρι του, το οποίο άφησε στο μπροστινό τραπεζάκι της τηλεόρασης δίπλα από την πόρτα. Φορούσε, ο εν λόγω άνδρας, ένα κοντό τζίν και ανοικτόχρωμη γκρίζα φανέλα με σκούρες γραμμές στα χέρια. Κατά το χρόνο αυτό δεν είπε κάτι στην παραπονούμενη και απλώς μπήκε πολύ γρήγορα και έκλεισε την μπροστινή πόρτα. Η παραπονούμενη του ζήτησε να σταματήσει να εισέρχεται στο σπίτι της και τον ρώτησε γιατί το έκανε αυτό. Δεν της είπε κάτι και ενώ στεκότανε μπροστά από αυτόν άρχισαν να παλεύουν. Προσπαθούσε η παραπονούμενη να πάει έξω από την πόρτα και να του ξεφύγει αλλά την έσπρωξε και έπεσε κάτω στο πάτωμα. Ενώ βρισκόταν κάτω στο πάτωμα αυτός την κρατούσε από το αριστερό χέρι, δεν γνώριζε πως, αλλά την κρατούσε και από το μπροστινό μέρος του λαιμού της έτσι ώστε να μην κινηθεί. Η παραπονούμενη κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι, ούτε καν να φωνάξει, επειδή δεν μπορούσε κανένας να την ακούσει. Προσπάθησε να τον ηρεμήσει και του μίλησε για να την αφήσει. Άρχισε να του μιλά και να τον ρωτάει τι θέλει και να μην της κάνει κακό και ότι θα τον υποστηρίξει και θα του δώσει οτιδήποτε θέλει. Τότε τον είδε να ηρεμά, εκείνη την ώρα της είπε ότι δουλεύει στις οικοδομές. Η παραπονούμενη κατάφερε να σηκωθεί αλλά αυτός εξακολουθούσε να την κρατά από το αριστερό της χέρι. Μετά από πέντε λεπτά άρχισε να της ζητά να κάνουν σεξ, αυτή του είπε ότι είναι νεαρός, όπως τον γιο της, και δεν μπορεί επειδή είναι μεγάλη για αυτόν. Αυτός όμως, συνέχισε να την σπρώχνει προς το υπνοδωμάτιο της. Όταν μπήκαν στο υπνοδωμάτιο της, ο κατηγορούμενος συνέχισε να την κρατά από το χέρι, ενώ πήρε μια μικρή πετσέτα από το πίσω μέρος του κρεβατιού της, την άπλωσε πάνω σ΄ αυτό και μετά την έσπρωξε πάνω στην πετσέτα. Τότε της έβγαλε το παντελόνι της, μετά το εσώρουχο της και την μπλούζα της. Η παραπονούμενη δεν του είπε κάτι επειδή φοβήθηκε πολύ και δεν ήθελε να της κάνει περισσότερο κακό. Στη συνέχεια ο άνδρας έβγαλε το παντελόνι του, άνοιξε τα πόδια της και έβαλε το πέος του, το οποίο ήταν σε στύση, μέσα στον κόλπο της. Η παραπονούμενη πρόσθεσε ότι κάτω από το δέρμα του πέους του κατηγορούμενου είχε μια μικρή μπάλα και πως γνωρίζει ότι οι άραβες συνηθίζουν να το κάνουν αυτό. Έχασε τη στύση πολύ γρήγορα, λιγότερο από πέντε λεπτά και αυτός είναι ο λόγος που, ως αισθάνθηκε, σταμάτησε χωρίς να τελειώσει μέσα της. Μετά φόρεσε το παντελόνι του και πήγε στο σαλόνι. Την ώρα αυτή κάπνισε ένα τσιγάρο το οποίο πέταξε αργότερα στο σταχτοδοχείο. Επίσης πήρε την μπύρα, την οποία άφησε προηγουμένως και την άδειασε στον νεροχύτη και μετά την πέταξε στον κάλαθο. Η παραπονούμενη έβαλε την ρόπα της αμέσως χωρίς να φορέσει εσώρουχο και τον ακολούθησε στο σαλόνι. Ενώ ο άνδρας στεκόταν μπροστά από την τηλεόραση είδε τα χρυσαφικά της, μέσα σε ένα μικρό κουτί, τα οποία προσπάθησε να μαζέψει αλλά η παραπονούμενη του είπε ότι δεν έχουν αξία, και πως δεν είναι ασημένια, και του είπε να πάρει τα λεφτά από το πορτοφόλι της το οποίο βρισκόταν στο ίδιο μέρος, οπότε ο εν λόγω άνδρας πήρε το ποσό των €20,00 μέσα από το πορτοφόλι της, που ήταν το μοναδικό ποσό που υπήρχε, και μετά άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Η παραπονούμενη δεν ήξερε τι να κάνει, μετά όμως από είκοσι λεπτά, περίπου, κάλεσε την Αστυνομία και τους είπε ότι την βίασε και την έκλεψε ένα άγνωστο άτομο. Η Αστυνομία πήγε στο διαμέρισμα της και αυτή έδωσε τη γραπτή της συγκατάθεση να εξεταστεί από ιατροδικαστή. Δήλωσε, όταν έδωσε την κατάθεση της, πως αν ξαναέβλεπε αυτόν το νεαρό άνδρα μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Συμπληρωματικά με την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 18.05.2020, η παραπονούμενη ανέφερε - βλέπε Τεκμήριο 54 - ότι στις 19.05.2020 ενώ βρισκόταν στο σπίτι της θυμήθηκε ότι το πρόσωπο που την βίασε της είπε ότι το όνομα του είναι Iχχχχ. Στις 20.05.2020 το πρωί ενώ πάλι βρισκόταν μόνη της στο σπίτι της έψαξε τα προφίλ στο facebook χρησιμοποιώντας το όνομα Iχχχχ. Από τα αποτελέσματα της έρευνας ανακάλυψε το προφίλ με το όνομα Iχχχχ Iχχχχ. Οι φωτογραφίες που υπάρχουν στο προφίλ είναι του προσώπου που την βίασε. Ήταν απόλυτα σίγουρη για αυτό. Επίσης η παραπονούμενη πρόσθεσε ότι το πρόσωπο που την βίασε είχε κάτι σαν εκδορά στο στήθος του με ένα σημάδι σε αυτό. Δεν θυμόταν εάν ήταν στο δεξιό ή στο αριστερό στήθος. Επιπλέον συμπλήρωσε ότι όταν είπε στην πρώτη κατάθεση της ότι ο νεαρός άντρας είχε μια μικρή μπαλίτσα κάτω από το πέος του, εννοούσε ότι την ένιωσε όταν διείσδυσε στον κόλπο της. Τέλος ανέφερε πως δεν γνώριζε αυτό τον άντρα και δεν ήταν φίλοι. Σε άλλη κατάθεση της - Τεκμήριο 56 - η παραπονούμενη αναφέρεται σε διαδικασία όπου στις 23.05.2020 κλήθηκε από την αστυνομία και πήγε για να αναγνωρίσει κάποιο πρόσωπο αν ήταν αυτό που τη βίασε. Αφού είδε το πρόσωπο η παραπονούμενη δήλωσε απόλυτα σίγουρη πως δεν ήταν το πρόσωπο που την βίασε. Ως εξήγησε αμέσως μετά που είδε το εν λόγω πρόσωπο, το πρόσωπο που την βίασε είναι μεγαλύτερο και πιο παχουλός. Επίσης ανέφερε πως το πρόσωπο που κλήθηκε για να αναγνωρίσει έχει περισσότερα μαλλιά και δεν έχει τατουάζ ή σημάδι στο στήθος του, ως έχει το πρόσωπο που την βίασε. Επιπλέον συμπληρωματικά με προηγούμενες της καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία, η παραπονούμενη ανάφερε - βλέπε Τεκμήριο 58 - ότι δεν γνώριζε οποιοδήποτε πρόσωπο με το όνομα χχχχχ χχχχχ A.B., 22 ετών, από τη Ρουμανία. Σχετικά δε με το σημάδι που είχε αναφέρει σε προηγούμενη της κατάθεση, Τεκμήριο 56, διευκρίνισε ότι δεν ήταν σίγουρη εάν είναι τατουάζ ή πραγματικό γδάρσιμο. Περαιτέρω κατά την προφορική της μαρτυρία η παραπονούμενη αναγνώρισε τους χώρους του διαμερίσματος της επί των φωτογραφιών, Τεκμήριο 33, και έδωσε κάποιες εξηγήσεις αναφορικά με διάφορα αντικείμενα όπως αυτά απεικονίζονται στις φωτογραφίες. Υπέδειξε επίσης επί άλλων φωτογραφιών, Τεκμήριο 37, σημάδια στο σώμα της προκληθέντα, ως ανέφερε, από τον κατηγορούμενο όταν ο τελευταίος έκανε χρήση βίας πριν την βιάσει, ήταν όμως ξεκάθαρη πως δεν την κτύπησε. Αρνήθηκε υποβολές ότι η πόρτα του διαμερίσματος της ήταν κλειστή και πως την άνοιξε όταν της κτύπησε ο κατηγορούμενος και ότι ο τελευταίος ήπιε μπύρα την οποία αυτή του πρόσφερε. Τέλος αρνήθηκε υποβολές ότι, ο λόγος που δεν αντέδρασε ή δεν φώναξε ήταν επειδή το σεξ έγινε με τη θέληση της ή ότι είχε έλθει στο παρελθόν ξανά σε συνουσία με τον κατηγορούμενο, τον οποίο γνώριζε, αλλά και πως για δικούς της λόγους την τελευταία φορά αποφάσισε να τον καταγγείλει στην αστυνομία. Κατά την ένορκη του μαρτυρία ο κατηγορούμενος αφού αποδέχθηκε ότι στις 12.11.2020 έδωσε κατάθεση στην αστυνομία - Τεκμήριο 5 - ισχυρίστηκε πως στην αρχή, η αστυνομία δεν του ανέφερε το όνομα της γυναίκας η οποία ισχυριζόταν ότι την βίασε, και έτσι, δεν κατάλαβε για ποιο πράγμα του μιλούσαν οι αστυνομικοί. Κατέθεσε δε ενώπιον μας πως με την παραπονούμενη είχε 6-7 φορές, πριν τις 17.05.2020, σεξουαλική επαφή. Την γνώρισε μέσω κάποιου φίλου του ο οποίος του είχε αναφέρει πως όταν χρειαζόταν σεξ μπορούσε να τον παίρνει τηλέφωνο για να κανονίσει να βρεθεί με την παραπονούμενη. Στις 17.05.2020 πήρε τηλέφωνο τον φίλο του και τον ρώτησε αν μπορούσε να δει την Bχχχχχχ, παραπονούμενη. Ο φίλος του τον ρώτησε αν είχε λεφτά και αυτός του ζήτησε αν μπορούσε να πάει χωρίς λεφτά διότι δεν είχε. Ο φίλος του, αφού τηλεφώνησε στην παραπονούμενη, τον ενημέρωσε ότι μπορούσε να πάει χωρίς λεφτά, οπότε πήγε στο σπίτι της, κτύπησε την πόρτα, αυτή του άνοιξε και του είπε να περάσει μέσα. Επειδή η παραπονούμενη έφτιαχνε φαγητό εκείνη την ώρα του είπε να περιμένει μέχρι να ετοιμάσει το φαγητό. Μιλούσαν και αυτός κάπνισε ένα τσιγάρο. Όταν η παραπονούμενη τέλειωσε με το μαγείρεμα της πήγαν μαζί στο υπνοδωμάτιο και η παραπονούμενη έπιασε έναν ττόρο από το ερμάρι και τον άπλωσε στο κρεβάτι, έβγαλαν και οι δύο τα ρούχα τους και έκαναν σεξ. Μετά το σεξ έκαναν ντους. Στη συνέχεια πήγαν στο τραπέζι που ήταν στην κουζίνα, του πρόσφερε μια μπύρα και ήπιαν από μισή. Μίλησαν ακόμη λίγο και ο κατηγορούμενος την ρώτησε αν μπορούσε να του δανείσει €20,00 μέχρι την επόμενη ημέρα που θα βρισκόταν με το φίλο του και θα του έδινε και τα λεφτά για το σεξ για να της τα δώσει. Τον ρώτησε η παραπονούμενη αν θα ξαναπήγαινε, επειδή ήθελε να έχουν πιο στενή σχέση, και αυτός της απάντησε ότι δεν ήθελε διότι είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά. Τότε η παραπονούμενη του είπε «θα σε κανονίσω». Στην αντεξέταση του ανέφερε επίσης ότι είχε γνωρίσει την παραπονούμενη 4-5 μήνες πριν τις 17.05.
- Δεν είχε το τηλέφωνο της, διότι δεν το είχε καταχωρήσει στο κινητό του για να μην το δει η σύζυγος του, γι΄ αυτό την επισκεπτόταν μέσω επικοινωνίας που είχε με τον φίλο του. Μέσα από τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι νομικοί εκπρόσωποι των δύο πλευρών ανέπτυξαν με πλήρη επάρκεια τις θέσεις και τα επιχειρήματα τους, τα οποία, κατά την άποψη τους, στηρίζουν τις δύο εκατέρωθεν εκδοχές, καλώντας το Δικαστήριο να υιοθετήσει την εκδοχή που η κάθε πλευρά προώθησε. Είναι εύλογα αντιληπτό, μέσα από τις αγορεύσεις, πως προβλήθηκαν ενώπιον μας εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις, με την κατηγορούσα αρχή να εισηγείται ότι αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ενώ η υπεράσπιση εισηγείται την απόρριψη όλων των κατηγοριών. Πυρήνας της εκδοχής του κατηγορούμενου είναι πως ό,τι έγινε στις 17.05.2020, μεταξύ του και της παραπονούμενης, ήταν με τη θέληση της τελευταίας, η οποία εξαιτίας αυτής της περίστασης, περιέπεσε σε αντιφάσεις και ως εκ τούτου η μαρτυρία της δεν είναι αξιόπιστη. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ακούσαμε, με κάθε δυνατή προσοχή, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας, αλλά και τον κατηγορούμενο ο οποίος επέλεξε την ένορκη κατάθεση, ως εκ τούτου είχαμε την ευχέρεια να παρακολουθήσουμε τον τρόπο κατάθεσης και συμπεριφοράς τους (βλέπε ως σχετική την υπόθεση Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας όλων διενεργήθηκε έχοντας κατά νου το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων τους, την πιθανή ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην έκβαση της υπόθεσης, τις δυνατότητες που είχαν να αντιληφθούν τα όποια διαδραματισθέντα, το επίπεδο μνήμης και τους λόγους που είχαν να θυμούνται τα όσα κατέθεσαν. Ακόμη, τη σαφήνεια ή μη των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή μη, είτε αντιφάσεων, τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν ενώπιον μας. Έχουμε επίσης κατά νου τα λεχθέντα στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates ν. Α. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε πως «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας. Δεν είναι νοητός ο διαχωρισμός των κριτηρίων αξιοπιστίας ή αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα από τα πρακτικά της υπόθεσης που περιέχουν τη μαρτυρία του.» Ταυτόχρονα έχουμε επίγνωση πως, η υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων αποτελεί εγχείρημα που προφανώς ενέχει κινδύνους παραπλάνησης, συνεπεία προσποίησης ή υπόκρισης, συνεπώς θα πρέπει να αποφεύγεται. Στην υπόθεση Νικολάου ν Παπαϊωάννου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797 όπου πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, κατά την αξιολόγηση μαρτύρων, σε άμεσο και σταθερό λόγο αλλά και περί ήρεμης συμπεριφοράς μάρτυρα, το Εφετείο έψεξε την αναφορά αυτή και επισήμανε πως «Όσο όμως και αν τέτοια χαρακτηριστικά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους. Χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε αντιπαραβολή ή έστω αναφορά στην ποιότητα της μαρτυρίας του εφεσείοντα-εναγομένου η οποία δυνατόν να εμφορείτο και αυτή από τα ίδια χαρακτηριστικά.» Εμπειρικά αποδεικνύεται πως δεν είναι σπάνιο να προσέρχονται στο Δικαστήριο μάρτυρες, οι οποίοι έχουν την ικανότητα να προβάλλουν διαφορετική εικόνα γεγονότων από την πραγματική. Άλλωστε είναι ενδεχόμενο το περιεχόμενο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, όταν βρίσκεται στο εδώλιο, να είναι τέτοιο ώστε να μην προβάλλει αληθινό, χωρίς αυτός να εκπορεύεται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τέτοια περίπτωση αποτελούν μάρτυρες οι οποίοι χαρακτηρίζονται, λόγω της προσωπικότητας τους, από επιπολαιότητα η οποία δεν τους επιτρέπει να εντείνουν τη μνήμη τους και δεν καταβάλλουν προσπάθεια για ορθή αντίληψη των συμβάντων. Στις πλείστες περιπτώσεις η μαρτυρία τέτοιων μαρτύρων προβάλλει επισφαλής. Πέραν όμως των προαναφερόμενων διατηρούμε επιπλέον στο μυαλό μας ότι διαχρονικά έχει καταδειχθεί πως μια μαρτυρία ενδέχεται να είναι ψευδής ή να εμπεριέχει κινδύνους, αν γίνει αποδεκτή, όταν συνυπάρχουν σχέσεις φιλίας, επιθυμίας για εύνοια, οργής και μίσους, φιλοχρηματία, ιδιοτέλεια, φόβος αντεκδικήσεων ή και άσκηση ψυχολογικής βίας, οπότε απαιτείται ιδιάζουσα προσοχή κατά τη διεργασία της αξιολόγησης ώστε, κατά το ανθρωπίνως δυνατό, να διαπιστώνονται τα πραγματικά περιστατικά, κατά τη μέγιστη εγγύηση. Επιπρόσθετα σημειώνουμε πως ασκήσαμε το έργο της αξιολόγησης έχοντας λάβει υπόψη μας και σχετικές νουθεσίες οι οποίες διατυπώθηκαν στην υπόθεση Χρίστου ν. Ηροδότου
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 όπου, μεταξύ άλλων, επισημάνθηκε πως «Αναμφίβολα, πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατόν να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από την δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Με γνώμονα τις προαναφερόμενες νουθεσίες και κριτήρια αξιολόγησης προβαίνουμε στα πιο κάτω συμπεράσματα αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων και του κατηγορούμενου οι οποίοι, όλοι τους, κατέθεσαν ενώπιον μας ενόρκως. Κατευθύνοντας κατ΄ αρχήν την προσοχή μας στους αστυφύλακες - αστυνομικά όργανα - Μ.Κ.1, 2 και 3 επισημαίνουμε ότι προσεγγίσαμε τη μαρτυρία τους έχοντας κατά νου και σχετικές νουθεσίες τις οποίες από νωρίς η νομολογία μας, (βλέπε υπόθεση Volettos v. The Republic
(1961)1 C.L.R. 169), έχει διατυπώσει ως καθοδήγηση για την αξιολόγηση αστυνομικών οργάνων. Από το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους αποκομίσαμε θετική εικόνα, μας δημιούργησαν την πεποίθηση ότι, οι προαναφερόμενοι μάρτυρες, μετέφεραν στο Δικαστήριο, χωρίς οποιαδήποτε αλλοίωση, τα γεγονότα όπως αυτά περιήλθαν στην αντίληψη τους, κατά τον τρόπο που εξήγησαν, ανάλογα με το βαθμό που συμμετείχαν στις ανακρίσεις που διεξάχθηκαν για τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης ή και στη μεταφορά τεκμηρίων, τα οποία συλλέχθηκαν από την αστυνομία, για σκοπούς εξετάσεων από κρατικά εργαστήρια ή τους εμπειρογνώμονες. Δεν εντοπίζουμε στοιχεία που να μας επιτρέπουν να αμφιβάλλουμε για την αλήθεια των λεγομένων τους ή την αντικειμενικότητα τους ως προς τον τρόπο δράσης και εμπλοκής τους. Άλλωστε ουδείς εξ αυτών γνώριζε την παραπονούμενη ή τον κατηγορούμενο, ούτε και τους αποδόθηκε οποιοδήποτε κίνητρο το οποίο να επηρέασε τον δίκαιο τρόπο εξέτασης της υπόθεσης. Αποδεχόμαστε ότι οι προαναφερόμενοι μάρτυρες με ειλικρίνεια και υπευθυνότητα έθεσαν ενώπιον μας κάθε ουσιώδες πραγματικό γεγονός, στην εξέλιξη του οποίου συμμετείχαν, χωρίς υπερβολή ή αχρείαστο ζήλο, με μόνο σκοπό την εύρεση της αλήθειας, κατ΄ επέκταση την υποβοήθηση του έργου του Δικαστηρίου στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη. Σημειώνουμε εξάλλου πως εκ μέρους του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης δεν τέθηκε ζήτημα αμφισβήτησης της αξιοπιστίας των προαναφερόμενων μαρτύρων. Δεν παραγνωρίσαμε τις θέσεις της υπεράσπισης ότι εκ μέρους των ανακριτικών αρχών υπήρξαν παραλείψεις, ωστόσο, έχουμε αντιληφθεί πως οι εν λόγω θέσεις δεν σχετίζονται με την αξιοπιστία κάποιου συγκεκριμένου μάρτυρα αστυφύλακα, αλλά με τη γενικότερη θέση περί ελλιπούς ή μη δίκαιης διερεύνησης με αποτέλεσμα την πρόκληση βλάβης στα δικαιώματα του κατηγορούμενου. Θα εξετάσουμε το εν λόγω ζήτημα λόγω της φύσης του σε κατοπινό στάδιο. Συνακόλουθα των προλεγόμενων οι Μ.Κ.1, 2 και 3 κρίνονται αξιόπιστοι και η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. H μαρτυρία της παραπονούμενης, Μ.Κ.4, ως είναι προφανές, αποτελεί το βασικό ζητούμενο και το απαιτούμενο θεμέλιο για τη στοιχειοθέτηση της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής. Η αποδοχή ή μη των λεγομένων της, ως η αλήθεια ή όχι για την εξέλιξη των ουσιωδών γεγονότων, έχει καθοριστική σημασία στην έκβαση της υπόθεσης. Αξιολογήσαμε τη μαρτυρία της, έχοντας κατά νου όλες τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές αξιολόγησης. Πέραν των αναφερόμενων ήδη, στη σχετική ενότητα για την αξιολόγηση των μαρτύρων, έχουμε επικεντρωθεί στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας της και όχι επί των λεπτομερειών (βλέπε Ανδρέου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2016:B529) τις οποίες βέβαια δεν παραγνωρίσαμε. Κατ΄ αρχήν η φύση της υπόθεσης, ειδικότερα ως προς την κατηγορία του βιασμού, δημιούργησε την ανάγκη όπως η μαρτυρία της παραπονούμενης αντικρισθεί με ιδιαίτερη και αυξημένη προσοχή, κατά το μέγιστο βαθμό, έχοντας κατά νου, μεταξύ άλλων και τη θέση της υπεράσπισης πως η μαρτυρία της παραπονούμενης δεν είναι αξιόπιστη αλλά προϊόν κατασκευής, προκειμένου να εκδικηθεί τον κατηγορούμενο ο οποίος αρνήθηκε να έχει πιο στενή ή πιο συχνή σεξουαλική σχέση μαζί της. Έχουμε διεξέλθει με τη μέγιστη δυνατή προσοχή τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Όσον αφορά στο ουσιαστικό μέρος των γεγονότων, που η παραπονούμενη παρουσίασε ενώπιον μας, διακρίναμε σταθερότητα και αμεσότητα στο λόγο της, αλλά και διάθεση αποκάλυψης κάθε σχετικού γεγονότος χωρίς δισταγμό ή δυσκολία. Διακρίναμε επίσης κατηγορηματικότητα στα λεγόμενα της διατυπωμένα χωρίς επιφυλάξεις ή ασάφειες. Επρόκειτο, ως κρίνουμε, για καθαρό λόγο με καθαρές απαντήσεις με εμφανή φόβο τουλάχιστον στο αρχικό στάδιο της μαρτυρίας της. Αποδίδουμε το γεγονός στην αναβίωση, στη μνήμη της, των θλιβερών γι΄ αυτήν γεγονότων, που ενώ βρισκόταν στο διαμέρισμα της και μαγείρευε, επειδή έτυχε να αφήσει ανοικτή την πόρτα εισόδου, για το λόγο που εξήγησε, εισήλθε παράνομα ο κατηγορούμενος. Δεν θεωρούμε ότι η στάση της αυτή ενώπιον μας οφειλόταν σε άλλη αιτία και κυρίως επειδή ψευδόταν. Ως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια η παραπονούμενη δεν χρειαζόταν να επικαλεστεί ψευδή γεγονότα ή ψευδή καταγγελία, αφού δεν όφειλε εξηγήσεις σε κανέναν, αν αποφάσιζε να έρθει με τη θέληση της και επί πληρωμή σε συνουσία με τον κατηγορούμενο. Δεν διατηρούμε αμφιβολία για την αλήθεια των λεγομένων της τα οποία έχουμε πεισθεί ότι ήταν η επανάληψη των βιωματικών στιγμών και της απρόσμενης κατάστασης στην οποία βρέθηκε, προσπαθώντας ωστόσο με ψυχραιμία, που ως μας φαίνεται είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητας της, να μεταπείσει τον κατηγορούμενο όταν της ζήτησε σεξ, προφανώς λόγω έλλειψης θέλησης και επιθυμίας της για κάτι τέτοιο, και όχι βέβαια ότι έγινε με τη βούληση της, ως της υποβλήθηκε, κατά την αντεξέταση, και αυτή απέρριψε κατηγορηματικά. Αποδεχόμαστε ως ειλικρινείς τις εξηγήσεις που η παραπονούμενη πρόβαλε ενώπιον μας ενόρκως, σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία της η οποία σε δευτερεύοντα ζητήματα έρχεται σε αντίφαση με ό,τι ανέφερε στην κατάθεση της. Η παραπονούμενη εξήγησε πως όταν έδωσε την κατάθεση της στην αστυνομία ήταν σοκαρισμένη, γεγονός που αποδεχόμαστε αφού ήταν λίγες ώρες μετά το καταγγελλόμενο συμβάν, σημειωτέον δεν αμφισβητήθηκε πως τελούσε σε τέτοια κατάσταση, επομένως ήταν καθόλα εύλογο να αναφέρει εκ λάθους ότι ο κατηγορούμενος την κρατούσε από το αριστερό χέρι και όχι από το δεξί ως κατέθεσε ενώπιον μας. Άλλωστε όταν της υποδείχθηκε η φωτογραφία 6 του Τεκμηρίου 37 αμέσως τοποθετήθηκε, ευθέως και χωρίς περιστροφές, χωρίς διάθεση να αμφισβητήσει την εικόνα που εκπέμπεται, και δη ότι δεν φαίνεται να υπάρχει στο αριστερό της χέρι εμφανής ερυθρότητα, αλλά μόνο στο δεξιό χέρι, κάτι που επιβεβαιώνεται και στην ιατροδικαστική έκθεση. Δεν θεωρούμε εξάλλου πως πρόκειται για μαρτυρία που προσάρμοσε με το περιεχόμενο της ιατροδικαστικής έκθεσης - Τεκμήριο 62 - δεδομένου ότι δεν μαρτύρησε ενώπιον μας οποιοσδήποτε ιατροδικαστής ο οποίος να μας έχει αποκλείσει το γεγονός να μην προκλήθηκε εμφανής ερυθρότητα στο αριστερό χέρι της παραπονούμενης αν ο κατηγορούμενος την κρατούσε από αυτό. Συνεπώς δεν έχουμε βάσιμο λόγο να πιστεύουμε ότι χρειαζόταν η παραπονούμενη να αναπροσαρμόσει τη μαρτυρία της. Άλλωστε με δεδομένο ότι η ύπαρξη ερυθρότητας στο δεξιό της χέρι αποτελεί κοινό τόπο, αφού δεν αμφισβητήθηκε, πολύ περισσότερο όμως δεν δόθηκε κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ότι αυτή προκλήθηκε σε κάποια άλλη περίσταση όταν αυτός βρισκόταν στο διαμέρισμα της παραπονούμενης. Κατ΄ επέκταση δεν έχουμε ενώπιον μας ούτε μαρτυρία αλλά ούτε και εισήγηση ότι η εν λόγω ερυθρότητα ήταν αποτέλεσμα κάποιας κίνησης ή πράξης που προέκυψε από το συναινετικό σεξ, ως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος. Σημασία περισσότερο έχει, ως κρίνουμε, η γενικότερη περιγραφή της παραπονούμενης ως προς την εξέλιξη των γεγονότων, με τον κατηγορούμενο να χρησιμοποιεί κάποια βία, όχι ως κατανοούμε ιδιαίτερα δυνατή, μιας και η παραπονούμενη είναι τόσο μικροκαμωμένη, 1,53 εκατοστά ύψος, ως μαρτύρησε και δεν αμφισβητήθηκε, και δεν έφερε αντίσταση, αφού αντιλήφθηκε την πρόθεση του κατηγορούμενου όταν της ζήτησε να κάνουν σεξ, ενώ αντιλαμβανόμενη ότι δεν θα μπορούσε να αντισταθεί επιχείρησε να τον ηρεμήσει ώστε να τον μεταπείσει. Κρίνουμε συνακόλουθα πως η αναφορά της παραπονούμενης ενώπιον μας ότι την κρατούσε ο κατηγορούμενος από το δεξί χέρι και όχι το αριστερό, ως ανέφερε στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, δεν αποτελεί ουσιώδη αντίφαση, η οποία να περιβάλλεται από τέτοια αδυναμία ικανή, υπό τις περιστάσεις που η παραπονούμενη έχει περιγράψει, να κλονίσει την αξιοπιστία της. Υποστηρίχθηκε η θέση, εκ μέρους της υπεράσπισης, ότι η παραπονούμενη υπέπεσε σε αντιφάσεις σε μία προσπάθεια της να γίνει πειστική για την εκδοχή της, και πως εν πάση περιπτώσει οι αντιφάσεις της δικαιολογούν αμφιβολίες στο Δικαστήριο ως προς την αλήθεια των λεγομένων της. Ειδικότερα υπήρξε εισήγηση ότι, κατά την προφορική της μαρτυρία, σε σύγκριση με ό,τι είπε στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, άλλαξε τις θέσεις της ως προς το τατουάζ ή σημάδι που είδε πάνω στον κατηγορούμενο, ως προς το ότι είδε μία μικρή μπάλα κοντά στα γεννητικά του όργανα και μετά θυμήθηκε να πει ότι δεν την είδε αλλά την ένοιωσε, ενώ παρουσιάστηκε ότι ήταν αγχωμένη και συγχυσμένη λόγω του βιασμού της, ως ισχυρίστηκε, παρά ταύτα βρίσκει τη ψυχραιμία και τη δύναμη να πει στον κατηγορούμενο να μην πάρει τα χρυσαφικά της, διότι δεν ήταν αυθεντικά και του προτείνει να πάρει χρήματα από το πορτοφόλι της, και ακόμη, το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν αντέδρασε πριν τον ισχυριζόμενο βιασμό της φωνάζοντας. Τα προαναφερόμενα δικαιολογούν κατά την υπεράσπιση αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα του παραπόνου της παραπονούμενης. Προβάλλει, θεωρούμε, αναγκαία η τοποθέτηση μας επί των προαναφερόμενων σημείων ξεχωριστά. Έχουμε αξιολογήσει τις θέσεις και εισηγήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης και για τους λόγους που εξηγούμε στη συνέχεια δεν αποδεχόμαστε ότι δικαιολογούν τη δημιουργία αμφιβολιών, είτε ως προς την αξιοπιστία της παραπονούμενης είτε ως προς την αλήθεια των ουσιωδών γεγονότων που αυτή περιέγραψε και τα οποία συνθέτουν τη βασική εκδοχή της. Δεν αποδεχόμαστε κατ΄ αρχήν ότι, ως προς την αναφορά της παραπονούμενης για το σημάδι στο σώμα του και στο οποίο αναφέρθηκε από την αρχή στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, δικαιολογείται η δυναμική που απέδωσε ο συνήγορος υπεράσπισης, και δη ότι η παραπονούμενη είχε αλλότριους σκοπούς. Διαπιστώνουμε πως ό,τι μαρτύρησε η παραπονούμενη αναφερόμενη, από το πρώιμο στάδιο της διερεύνησης, στην κατάθεση της, Τεκμήριο 54 και η μετάφραση Τεκμήριο 55, είναι πως το άτομο που τη βίασε «είχε κάτι σαν εκδορά στο στήθος του με ένα σημάδι σε αυτό. Δεν θυμάμαι αν ήταν στο δεξιό ή στο αριστερό στήθος». Κατά την προφορική της μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε κάποιο σημάδι στο στήθος. Αντίθετα κατά την προφορική του μαρτυρία αυτός συμφώνησε με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία, Τεκμήριο 5 (Τεκμήριο 6 η μετάφραση), όπου στην ερώτηση αριθμός 15 απάντησε πως έχει τατουάζ στο στήθος του με το όνομα της γυναίκας του μαζί με σχέδιο μισής καρδίας. Επομένως ούτε αντίφαση θεωρούμε ότι προκύπτει, αφού η παραπονούμενη ήταν συνεπής σ΄ αυτή τη μαρτυρία της και ενώπιον μας, αλλά ούτε και αμφιβολίες δικαιολογούνται επειδή αυτή αναφέρθηκε σε σημάδι και όχι τατουάζ. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία αυτή σχετίζεται με την περιγραφή της ταυτότητας του τότε δράστη, ζήτημα το οποίο μετά από την αποδοχή του κατηγορούμενου, ενώπιον μας, ότι επισκέφθηκε τη συγκεκριμένη μέρα την παραπονούμενη δίδοντας τη δική του εκδοχή ως προς την εξέλιξη των γεγονότων, δεν θα ήταν δικαιολογημένο να αποδυναμώσει την αξιοπιστία της, αντίθετα την ενισχύει καθ΄ ότι μια φορά που τον είδε, ως είναι η εκδοχή της, δεν είναι παράλογο που δεν αναφέρθηκε με λεπτομέρεια σε τατουάζ, ενώ ταυτόχρονα φρονούμε πως αν είχε μαζί του 6-7 σεξουαλικές επαφές, ως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, θα ήταν σε καλύτερη θέση να περιγράψει τέτοιο σημάδι. Περαιτέρω ως προς την ύπαρξη «μικρής μπάλας», στην οποία η παραπονούμενη αναφέρθηκε, επίσης από την αρχή που υπέβαλε το παράπονο της, σημειώνουμε πως εν τέλει ο κατηγορούμενος πέραν του ότι αποδέχθηκε ότι είχε σεξ με την παραπονούμενη, ανεξάρτητα αν ήταν με τη θέληση της ή όχι, όταν του ζητήθηκε να εξετασθεί από ιατροδικαστή αρνήθηκε, αποδέχθηκε βέβαια ότι έχει μία ελιά στην αριστερή του γάμπα. Η μαρτυρία της παραπονούμενης, από το πρώιμο στάδιο των εξετάσεων (βλέπε Τεκμήριο 54 και η μετάφραση Τεκμήριο 55), ότι δεν είδε αλλά ένοιωσε ότι ο δράστης που τη βίαζε είχε μία μικρή μπαλίτσα κάτω από το πέος του φρονούμε πως δεν δικαιολογεί τη δημιουργία ερείσματος για κλονισμό της αξιοπιστίας της. Το ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία πως υπάρχει κάτι σχετικό ή ανάλογο με αυτό που περιέγραψε η παραπονούμενη κάτω από τα γεννητικά όργανα του κατηγορούμενου, δεν θεωρούμε πως αλλάζει την εικόνα που η παραπονούμενη περιέγραψε από την αρχή στην αστυνομία για το πρόσωπο που τη βίασε. Φρονούμε πως η μαρτυρία της ότι ένιωσε την μικρή μπαλίτσα, αλλά δεν την είδε, δεν δικαιολογεί την όποια αμφιβολία είναι δυνατό να δημιουργείται ως προς την περιγραφή του προσώπου που ισχυρίστηκε ότι την βίασε, με το θέμα να μην έχει τόση σημασία, ως του αποδόθηκε από την υπεράσπιση, αφού υπήρξε αποδοχή πως ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που στις 17.05.2020 είχε σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη, με άλλη βέβαια εκδοχή ως προς τις συνθήκες που αυτή προέκυψε. Διερωτόμαστε γιατί θα πρέπει υπό τις περιστάσεις αυτές να χρεώσουμε με αναξιοπιστία την παραπονούμενη για τέτοιο δευτερεύον ζήτημα. Δεν αποδεχόμαστε τη θέση της υπεράσπισης για τα δύο προαναφερόμενα σημεία και την απορρίπτουμε. Αναφορικά με τη θέση της υπεράσπισης ότι φαίνεται πως η παραπονούμενη ενήργησε αντιφατικά, αφού από τη μια δήλωσε αγχωμένη κατά την εξέλιξη του περιστατικού, ωστόσο την ίδια στιγμή βρήκε τη ψυχραιμία και εισηγήθηκε στον κατηγορούμενο να πάρει χρήματα από το πορτοφόλι της αντί τα χρυσαφικά της, κατανοούμε πως η εν λόγω θέση έχει τη λογική της, ωστόσο δεν μας φαίνεται απολύτως παράδοξο η παραπονούμενη να βρήκε τη δύναμη όταν πλέον ο κατηγορούμενος είχε τελειώσει με την πράξη του, αυτή προκειμένου να διαφυλάξει τα χρυσαφικά, που ήταν δώρο της θυγατέρας της, ως εξήγησε και ήταν συναισθηματικά δεμένη μαζί τους, να τα προστατεύσει λέγοντας του ότι δεν ήταν ασημένια. Είναι σημαντικό δε να τονίσουμε πως μέρος της εκδοχής της παραπονούμενης, ως προς την εξέλιξη των γεγονότων, είναι πως αυτή μιλούσε στον κατηγορούμενο προκειμένου να τον πείσει ότι δεν ήταν ορθό να θέλει σεξ με αυτήν και πως γενικότερα κατάφερε να τον ηρεμήσει κάπως, επομένως μέσα στο ίδιο πνεύμα λειτούργησε και όταν του πρότεινε να πάρει χρήματα, και δεν μας φαίνεται ούτως ή άλλως να ήταν πλήρως αποσυντονισμένη, αντίθετα διέθετε σχετική ψυχραιμία υπό τις περιστάσεις που βρέθηκε. Συνεπώς δεν μας φαίνεται αδύνατο που λειτούργησε κατά τον τρόπο που περιέγραψε. Απορρίπτουμε και αυτή τη θέση της υπεράσπισης ως μη ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της παραπονούμενης. Όσον αφορά στη θέση της υπεράσπισης ότι είναι παράξενο που η παραπονούμενη δεν αντέδρασε, επομένως δικαιολογούνται αμφιβολίες, φρονούμε πως κατά πρώτο λόγο είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε πως κάθε άτομο αντιδρά με το δικό του τρόπο μπροστά σε ένα κίνδυνο ως αυτόν που αντιμετώπισε η παραπονούμενη. Κατά δεύτερο λόγο δεν συμφωνούμε και δεν αποδεχόμαστε πως η παραπονούμενη δεν αντέδρασε, αντίθετα, όταν ο κατηγορούμενος εισήλθε στο διαμέρισμα της και έκλεισε πίσω του την πόρτα εισόδου, η παραπονούμενη τον ρωτούσε γιατί εισερχόταν στο χώρο της και επίσης επιχείρησε να φύγει και αυτός στάθηκε μπροστά της και τότε πάλεψαν, την έριξε στο έδαφος και την κρατούσε από το χέρι. Συνεπώς αντίδραση αυθόρμητη και γνήσια υπήρξε. Το ότι δεν φώναζε δεν μας ξενίζει αφού εντός του διαμερίσματος της δεν υπήρχε άλλο άτομο, το δε διπλανό της διαμέρισμα, ως μαρτύρησε και δεν αμφισβητήθηκε, ήταν ακατοίκητο, κατ΄ επέκταση προκύπτει το ερώτημα, από ποιόν θα ανέμενε να την ακούσει. Επαναλαμβάνουμε πως το κάθε άτομο αντιδρά ξεχωριστά. Υπό τις περιστάσεις που έχουμε περιγράψει πιο πάνω δεν αποδεχόμαστε πως το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν φώναξε, κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος εισήλθε στο διαμέρισμα της ή πριν επιχειρήσει να έχει σεξουαλική επαφή μαζί της, δικαιολογεί αμφιβολίες, για την αξιοπιστία και εκδοχή της, συνδεόμενες με την εκδοχή του κατηγορούμενου πως ό,τι έγινε ήταν με τη θέληση της. Εισηγήθηκε ακόμη ο συνήγορος υπεράσπισης πως κανένα σημάδι πάλης ή σύγκρουσης υπήρξε στο σώμα της παραπονούμενης, και ότι το σημάδι που αυτή υπέδειξε στην περιοχή κάτω από το χείλος της, ήταν ένα σπυράκι το οποίο έσπασε. Με δεδομένο τον σεβασμό μας στο συνήγορο υπεράσπισης κρίνουμε πως δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή η εισήγηση του, καθ΄ ότι, (α) τέτοια μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον μας, (β) κάτι τέτοιο δεν προκύπτει μέσω των κανόνων παρατήρησης εξόφθαλμα από τη φωτογραφία 8 του Τεκμηρίου 37 και (γ) σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα το εν λόγω σημάδι συνιστά εκδορά. Τέλος εισηγήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης ότι ενώ η παραπονούμενη μαρτύρησε πως ο κατηγορούμενος την έπιασε από το λαιμό, τέτοιο σημάδι ή τραύμα δεν εντοπίστηκε στην περιοχή του λαιμού της κατά την ιατροδικαστική εξέταση. Διαφωνούμε και απορρίπτουμε την εισήγηση. Ό,τι παρατηρούμε, ως γενική αναφορά, είναι πως πρώτον, δεν έχουμε μαρτυρία ειδικού πως τέτοιο άγγιγμα στο λαιμό αναπόφευκτά αφήνει σημάδι, κατά δεύτερο λόγο όμως έχουμε μαρτυρία από την παραπονούμενη πως το τραύμα στο λαιμό της όπως και στο πηγούνι της προκλήθηκαν τη στιγμή του περιστατικού, όταν αυτή προσπάθησε να αποδράσει και ο κατηγορούμενος την έσπρωξε για την σταματήσει και έπεσαν και οι δύο στο πάτωμα. Το εύρημα της ιατροδικαστού, επί του Τεκμηρίου 62, περί διαπίστωσης, μεταξύ άλλων, «Γραμμοειδής εκδορά στην πρόσθια τραχηλική χώρα» όπως αναγνωρίστηκε από την παραπονούμενη στην φωτογραφία 7 του Τεκμηρίου 37, θεωρούμε πως είναι σχετικό και συνδεόμενο με τη μαρτυρία της παραπονούμενης και ειδικότερα την περιοχή του λαιμού της. Προχωρώντας ένα βήμα πιο πέρα ως προς τη σημασία της προαναφερόμενης μαρτυρίας και άλλης προερχόμενης από το Τεκμήριο 62, φρονούμε πως αυτή συνιστά υποστηρικτική μαρτυρία. Παραπέμπουμε, σχετικά με την υποστηρικτική μαρτυρία, στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Δ.Α. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B432, Ποινική Έφεση 57/2020, ημερομηνίας 06.10.2021, όπου περιγράφεται η διάκριση της ενισχυτικής μαρτυρίας από την υποστηρικτική μαρτυρία. Παρατηρούμε δε και το γεγονός πως δεν δόθηκε μαρτυρία εκ μέρους του κατηγορούμενου η οποία να δικαιολογεί πως τα διαπιστωθέντα από την ιατροδικαστή τραύματα της παραπονούμενης, όπως, ήπια ερυθρότητα στην αριστερή αγκωνιαία χώρα, ήπια ερυθρότητα στη δεξιά καρπιαία χώρα, και μικροεκδορές στον πυλώνα με ερυθρότητα πέριξ αυτού, προκλήθηκαν κατά την εξέλιξη γεγονότων τα οποία να συνάδουν με την εκδοχή του. Ούτε μαρτύρησε εξάλλου ότι τα τραύματα αυτά προϋπήρχαν της «επίσκεψης» του. Σημειώνουμε ακόμη πως δεν έχει διαλάθει της προσοχής μας ότι η παραπονούμενη, στην ανακριτική της κατάθεση, ανέφερε πως ο κατηγορούμενος δεν είχε ολοκληρώσει μέσα της ωστόσο αποδείχθηκε, είναι κοινό έδαφος, ότι εντοπίστηκε DNA του κατηγορούμενου στον κόλπο της προερχόμενο από σπερματικά κύτταρα του. Κρίνουμε πως ούτε αυτό το γεγονός είναι ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία της παραπονούμενης, αφού η εξήγηση της, ενόρκως, ότι ένοιωσε πως δεν τέλειωσε μέσα της, δεν μπορεί να έχει καταλυτική σημασία για την αξιοπιστία της. Έτσι αισθάνθηκε, ότι δεν τελείωσε μέσα της. Άλλωστε δεν αντιλαμβανόμαστε ποια η σημασία ή ποιος λόγος υπήρχε να μαρτυρήσει ψευδώς για τέτοιο ζήτημα, αφού η ύπαρξη ή ο εντοπισμός σπερματικών κυττάρων του κατηγορούμενου στον κόλπο της δεν προσθέτει ή αφαιρεί από τη δυναμική της εκδοχής των δύο εμπλεκόμενων όπως αυτές προωθήθηκαν κατά τη δίκη. Κατ΄ επέκταση των πιο πάνω προκύπτει πως οι θέσεις της υπεράσπισης, σχετιζόμενες με τη γενικότερη θέση ότι η παραπονούμενη υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται, καθ΄ ότι ελλείπει το αναγκαίο υπόβαθρο ώστε να καταλήξει το Δικαστήριο ότι όντως πρόκειται για ουσιώδεις αντιφάσεις. Η παραπονούμενη αντεξετάστηκε λεπτομερώς επί μεγάλου μέρους του περιεχομένου των καταθέσεων που έδωσε στην αστυνομία, κυρίως για την πρώτη κατάθεση της, στην οποία εξιστορεί στην αστυνομία τα όσα βίωσε. Ό,τι εξάγεται από την αντεξέταση είναι πως η παραπονούμενη παρέμεινε ακλόνητη και συνεπής, απαντώντας με λόγο ξεκάθαρο και συγκεκριμένο, δίδοντας λογικές απαντήσεις, κατά τρόπο που μας έπεισε πλήρως ότι τα όσα ουσιώδη μαρτύρησε ήταν βιωματικά. Σε καμία περίπτωση μας δημιουργήθηκε προβληματισμός ή αμφιβολία για τη γνησιότητα του παραπόνου το οποίο υπέβαλε, 20 λεπτά περίπου, μετά που ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε το διαμέρισμα της. Είναι επίσης σημαντικό να επισημάνουμε πως μέρος της μαρτυρίας της παρέμεινε ανεξερεύνητο, παρ΄ ότι σχετίζεται αφενός με την εκδοχή της αφετέρου και με την εκδοχή του κατηγορούμενου. Πιο συγκεκριμένα η παραπονούμενη μαρτύρησε πως ο κατηγορούμενος πριν την βιάσει στις 17.05.2020, είκοσι λεπτά περίπου προηγουμένως είχε επισκεφθεί το διαμέρισμα της αναζητώντας κάποια Aχχχχ. Αυτή η μαρτυρία της δεν αντικρούστηκε με υποβολές ούτε και διερευνήθηκε η αξιοπιστία της. Πιο συγκεκριμένα δεν της υποβλήθηκε ότι δεν υπήρξε πρώτη επίσκεψη του κατηγορούμενου. Προσμετρήσαμε ακόμη, ως διέποντα την αξιοπιστία της παραπονούμενης, το γεγονός ότι, ως παρουσιάστηκαν ενώπιον μας τα στοιχεία της προσωπικότητας της, αυτή δεν είχε κάποιο λόγο να ήταν αναστατωμένη αν είχε κάνει σεξ με τον κατηγορούμενο με τη θέληση της, και πολύ περισσότερο δεν είχε λόγο είκοσι λεπτά μετά από αυτό να αποφασίσει να τον καταγγείλει στην αστυνομία. Με ιδιαίτερη περίσκεψη, λόγω των ιδιάζοντων περιστατικών και της ταχείας εξέλιξης τους, έχουμε καταλήξει ότι νομιμοποιούμαστε ανεπιφύλακτα να αποδεχθούμε ως αληθινά και αξιόπιστα τα όσα η παραπονούμενη ανέφερε στην καταγγελία της προς την αστυνομία, είκοσι λεπτά μετά που έφυγε ο κατηγορούμενος από το διαμέρισμα της, τηλεφωνώντας η ώρα 09:00 μ.μ. περίπου, λέγοντας στην αστυφύλακα χχχ7, Μ.Κ.3, ότι άγνωστο πρόσωπο την είχε βιάσει, δίνοντας λεπτομέρειες των χαρακτηριστικών του, ότι είχε προηγηθεί επίσκεψη του δράστη στο διαμέρισμα της, ρωτώντας για κάποια Aχχχχ, οπότε έφυγε και επέστρεψε, λεπτομέρειες που αναφέρθηκαν από την αρχή όταν έδωσε κατάθεση στην αστυνομία και επιβεβαίωσε ενώπιον μας. Είναι επίσης σημαντικό να υποδείξουμε πως δεν αμφισβητήθηκε ότι η παραπονούμενη δεν έχει κανένα δικό της πρόσωπο στην Κύπρο. Η θυγατέρα της ζει στη Βουλγαρία, δεν είχε συγκάτοικο ή κάποιο άλλο πρόσωπο που να συνδέεται μαζί του. Συνεπώς η ενέργεια της να αποταθεί στην αστυνομία δεν δικαιολογεί υποψίες ότι είχε σκοπό να αυτοενισχύσει μία ψευδή καταγγελία της. Ό,τι μας προβλημάτισε βέβαια, πλην όμως κρίνουμε πως δεν είναι ικανό στοιχείο, υπό τις περιστάσεις, να διαφοροποιήσει την κατάληξη μας, και το οποίο σχετίζεται με την αμεσότητα των λεγομένων της, είναι πως θεωρητικά θα μπορούσε η παραπονούμενη μέσα στα είκοσι λεπτά που πέρασαν να διαμορφώσει τη θέση της και να ομιλήσει για βιασμό από τον κατηγορούμενο έστω και αν ήταν με τη θέληση της. Ως έχουμε όμως ήδη εξηγήσει τέτοια κατεύθυνση δεν δικαιολογείται. Αν ήταν κάτι σκηνοθετημένο ή κατασκευασμένο θα το έπραττε αμέσως μετά. Με άλλα λόγια δεν έχουμε κάποιο υπόβαθρο ενώπιον μας το οποίο να μας προβληματίσει μήπως είχε κάποιο αλλότριο σκοπό να εξυπηρετήσει και χρησιμοποίησε τον κατηγορούμενο. Ενδεχομένως να κατευθύναμε τη σκέψη μας σε τέτοιους προβληματισμούς αν η παραπονούμενη ήταν σε σχέση με άλλον άνδρα και γινόταν αντιληπτό από αυτόν ότι έφευγε από το σπίτι της ο κατηγορούμενος ή τους εντόπιζε να κάνουν σεξ ή ακόμη αν είχε κάποια ασφάλεια η οποία κάλυπτε κίνδυνο βιασμού ή αν ήταν πολύ νέα και για λόγους προσωπικούς ήθελε να προστατεύσει τη φήμη της, προβάλλοντας τον ισχυρισμό του βιασμού, ωστόσο ελλείπει τέτοιο έρεισμα και ως εκ τούτου θεωρούμε πως περαιτέρω ενασχόληση μας θα αγγίξει το επίπεδο της θεωρητικολογίας επί του θέματος, εγχείρημα ανεπίτρεπτο. Κατ΄ επέκταση των προλεγόμενων η παραπονούμενη δεν είχε λόγο να δώσει εξήγηση σε κανένα πρόσωπο αν με την επιθυμία της ήθελε να κάνει σεξ με τον κατηγορούμενο, συνεπώς δεν είχε λόγο να δημιουργήσει ψευδή ισχυρισμό ή δικαιολογία. Περαιτέρω, κρίνουμε πως δεν είχε η παραπονούμενη, οποιοδήποτε λόγο να ψάχνει για το προφίλ του κατηγορούμενου μέσω facebook, προκειμένου να τον εντοπίσει, μετά που έκανε και την καταγγελία στην αστυνομία, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε ότι έγινε εκ μέρους της, αν ο κατηγορούμενος ήταν γνωστός της και είχαν ξανακάνει σεξ στο διαμέρισμα της, ως ήταν η εκδοχή του κατηγορούμενου. Παρεμβάλλει δε χρήσιμο να επισημανθεί πως κατά την αντεξέταση της παραπονούμενης δεν της υποβλήθηκε ότι είχε, και τι είδους, σχέση με τον κατηγορούμενο ώστε αυτός να είχε ξανακάνει σεξ μαζί της. Το γεγονός αυτό έχει τη δική του σημασία. Οι υποβολές που έγιναν αφορούσαν στο ότι η παραπονούμενη για δικούς της λόγους, σημειωτέον δεν προσδιορίστηκαν, αποφάσισε όπως τον καταγγείλει για ό,τι έγινε μεταξύ τους στις 17.05.2020, και ότι ήταν με τη θέληση της. Η προαναφερόμενη επισήμανση μας πως δεν προσδιορίστηκαν οι λόγοι που τον κατήγγειλε ξεκαθαρίζουμε πως δεν γίνεται για να επιβαρύνουμε την υπεράσπιση με την απόδειξη τους, αφού τέτοιο βάρος θα ήταν ανεπίτρεπτο, άλλωστε της υποβλήθηκε ότι για δικούς της λόγους, συνεπώς η υπεράσπιση δεν θα μπορούσε να τους γνωρίζει. Έχουμε όμως προβεί στην εν λόγω αναφορά μας για να υποδείξουμε ότι προκύπτει αδυναμία στη γραμμή της υπεράσπισης όταν με την ένορκη κατάθεση του ο κατηγορούμενος υποστήριζε πως του είπε ότι «θα τον κανονίσει», άρα γνώριζε το λόγο πλην όμως αυτός δεν υποβλήθηκε στην παραπονούμενη όταν αντεξεταζόταν. Εν τέλει ενώπιον μας δεν τέθηκε οτιδήποτε το οποίο να αποτελεί βάσιμη αιτία ώστε η παραπονούμενη να είχε λόγο να προσφύγει σε ψεύδος για βιασμό της παρ΄ ότι, ως ήταν η θέση της υπεράσπισης, ήταν με τη θέληση της. Θεωρούμε πως πρόκειται για πρόταξη μίας ελλιπούς εκδοχής εκ μέρους του κατηγορούμενου με αρκετά κενά τα οποία αποδυνάμωσαν την όποια προσπάθεια κλονισμού της εκδοχής της παραπονούμενης. Συνακόλουθα όλων των προαναφερόμενων καταγράφουμε την ισχυρή και βέβαιη αντίληψη μας, στο μέτρο βέβαια του ανθρωπίνως δυνατού, ότι η παραπονούμενη ήταν πλήρως ειλικρινής και αυθεντική στη μαρτυρία της, ως εκ τούτου την κρίνουμε αξιόπιστη και αποδεχόμαστε πλήρως τη μαρτυρία και την εκδοχή της. Και οι δύο νομικοί εκπρόσωποι τοποθετήθηκαν για τη σημασία του εντοπισμού γενετικού υλικού, τόσο της παραπονούμενης όσο και του κατηγορούμενου σε διάφορα αντικείμενα τα οποία συλλέχθηκαν από την αστυνομία, ευρισκόμενα στο διαμέρισμα της παραπονούμενης. Η σημασία εντοπισμού γενετικού υλικού που συνδέει κάποιο πρόσωπο έχει διασαφηνιστεί στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 485, γι΄ αυτό κρίνουμε χρήσιμο να παραπέμψουμε σε αυτήν και να παραθέσουμε σχετικά αποσπάσματα τα οποία έχουν ως ακολούθως: «
- Το αναμφισβήτητο συμπέρασμα που οδήγησε στην καταδίκη του εφεσείοντος ότι το γενετικό υλικό εναποτέθηκε κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, δεν δικαιολογείται από τη μόνη μαρτυρία που υπήρχε ότι ο εφεσείων ακούμπησε, ίσως, το χερούλι της πόρτας του αυτοκινήτου. Ούτε όμως και η επιστημονική μαρτυρία σε σχέση με το μεικτό γενετικό υλικό που βρέθηκε στην εσωτερική πλευρά της πόρτας του αυτοκινήτου, δεν βοηθά καθόλου την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής.
- Η κατηγορούσα αρχή, εάν στηρίζει την υπόθεσή της ουσιαστικά σε περιστατική μαρτυρία, θα πρέπει να αποδείξει ότι η εν λόγω μαρτυρία είναι ασυμβίβαστη με οτιδήποτε άλλο εκτός από την ενοχή του κατηγορουμένου. Το δε γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος επέλεξε να μην καταθέσει ενόρκως, δεν οδηγεί στην εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος ή οποιουδήποτε συσχετισμού εν όψει της άσκησης του δικαιώματος αυτού.
- Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει κάθε στοιχείο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι.
- Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση, αφ' ενός, και να μην μπορεί να συμβιβαστεί, αφ' ετέρου, με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη κατηγορουμένου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.
- Στην προκείμενη περίπτωση η ανεύρεση του γενετικού υλικού του εφεσείοντος στο χερούλι της πόρτας του αυτοκινήτου δεν έχει την αμεσότητα και τη σύνδεση με το αδίκημα που υπήρχε στις αποφάσεις Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.746 και Γρηγορίου v. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 571, από τις οποίες και διαφοροποιείται.
- Όσες έντονες ενδείξεις κι' αν δημιουργεί η απομόνωση γενετικού υλικού του εφεσείοντος στο χερούλι της πόρτας, δεν είναι αρκετή για να αποδειχτεί, ελλείψει, ιδίως, έστω και ίχνους άλλης μαρτυρίας εναντίον του, η ενοχή του.» Έχοντας υπόψη τα προαναφερόμενα νομολογηθέντα καθώς και τις εκατέρωθεν εκδοχές κρίνουμε πως εν τέλει ο εντοπισμός του γενετικού προφίλ του κατηγορούμενου ή της παραπονούμενης, σε διάφορα αντικείμενα που συλλέχθηκαν από την αστυνομία κατά την έρευνα στο διαμέρισμα της ή ακόμη και ο εντοπισμός DNA του κατηγορούμενου στον κόλπο της, έχει ουδέτερη σημασία και δεν κλίνει προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, και βεβαίως δεν υποστηρίζει ή καταρρίπτει το ζητούμενο συμπέρασμα, ως προς τη θέληση ή μη της παραπονούμενης, στην πράξη της συνουσίας με τον κατηγορούμενο. Επιθυμούμε σ' αυτό το στάδιο να αποφανθούμε επί της εκδοχής του κατηγορούμενου, και δη πως η εξέλιξη των γεγονότων δεν ήταν όπως την παρουσίασε η παραπονούμενη αλλά ως αυτός την πρόβαλε ενώπιον μας ενόρκως, ειδικότερα ότι υπήρξε συνουσία μεταξύ αυτού και της παραπονούμενης ωστόσο ήταν με τη θέληση της και επί πληρωμή. Με βαθύ προβληματισμό αξιολογήσαμε όλα τα δεδομένα που η υπεράσπιση έθεσε ενώπιον μας. Φρονούμε πως η μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν είναι τέτοιας ποιότητας η οποία να μας παρέχει ασφαλή και στέρεο υπόβαθρο ώστε να τη θεωρήσουμε αξιόπιστη. Την απορρίπτουμε χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό. Για τους λόγους που εξηγούμε στη συνέχεια, το σύνολο της μαρτυρίας του, γενικότερα της εκδοχής του, μας δημιούργησε ξεκάθαρη αντίληψη ότι αυτός δεν κατέθεσε την αλήθεια, αλλά κατασκεύασε την εκδοχή του, σε μία ύστατη προσπάθεια να αποποιηθεί των πράξεων του. Ασφαλώς δεν χρεώσαμε ως αποδυνάμωση στην εκδοχή του κατηγορούμενου καθετί που αυτός κατέθεσε έστω και αν δεν μας ακούστηκε λογικό, και για το οποίο είναι δυνατό να υποστηριχθεί, στη βάση της κοινής λογικής, αντίλογος. Έχουμε επικεντρωθεί στον πυρήνα των περιστατικών είτε αυτά αφορούν στο περιεχόμενο της εκδοχής του είτε αφορούν στην προώθηση αυτής, μέσα από τα οποία αναδεικνύονται πολύ σημαντικές αδυναμίες, οι οποίες είναι τέτοιας σημασίας που δεν μας επιτρέπουν να τις αγνοήσουμε, πολύ δε περισσότερο δεν μας επιτρέπουν να καταλήξουμε με ασφάλεια πως τα αληθινά πραγματικά γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα παρουσίασε ο κατηγορούμενος, κατά την ένορκη μαρτυρία του, ή ακόμη πως είναι δυνατό τα γεγονότα να μην έγιναν όπως τα παρουσίασε η παραπονούμενη. Επειδή η κατάληξη μας για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και εκδοχής του κατηγορούμενου ενδεχομένως να αποβεί να είναι καταλυτικής σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης, θεωρούμε ότι οφείλουμε να εξηγήσουμε επ΄ ακριβώς και με σαφήνεια την κρίση μας, και να παραθέσουμε όσο πιο λεπτομερώς γίνεται τους κύριους και βασικότερους λόγους που μας προκάλεσαν βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια αλλά παρουσίασε ενώπιον μας μια κατασκευασμένη και ψευδή εκδοχή. Μας δημιούργησε πολύ φτωχική και αλγεινή εικόνα κυρίως λόγω του περιεχομένου της μαρτυρίας του. Εξηγούμαστε στη συνέχεια:
- Μας προκάλεσε αρνητική εντύπωση η αναφορά του κατηγορούμενου πως το περιεχόμενο της κατάθεσης του - Τεκμήριο 5 και Τεκμήριο 6 η μετάφραση στην ελληνική γλώσσα - δόθηκε από αυτόν επειδή δεν κατάλαβε για ποια γυναίκα ή για ποιό πράγμα του μιλούσε η αστυνομία. Υπενθυμίζουμε πως στην κατάθεση του αρνείται κάθε ανάμιξη ή επαφή με την παραπονούμενη ή ακόμα ότι την γνώριζε. Διαπιστώνουμε από τα πιο πάνω τεκμήρια (βλέπε ερωτήσεις 7 έως 13) πως δεν είναι δικαιολογημένο να μην κατάλαβε για ποια γυναίκα αφορούσε ο ισχυρισμός για βιασμό της. Ενώπιον μας δεν επικαλέστηκε άγνοια, είτε της περιοχής που έμενε η παραπονούμενη είτε για το όνομα της, ώστε να ήταν δικαιολογημένο να μην αντιληφθεί αυτά που τον ρώτησε ο αστυφύλακας που του πήρε την κατάθεση, δεδομένης και της αποδοχής του ενώπιον μας ότι συμφωνεί με όσα είπε στην κατάθεση του - Τεκμήριο
- Γνώριζε άλλωστε σύμφωνα με τον κατασκευασμένο ισχυρισμό του, την παραπονούμενη προ 4-5 μηνών πριν τις 17.05.2020, και είχε 6-7 φορές σεξ μαζί της προηγουμένως. Δεν ήταν συνεπώς ούτε λογικό ούτε δυνατόν να μην αντιλήφθηκε για ποια γυναίκα αφορούσε το αδίκημα του βιασμού για το οποίο ανακρίθηκε. Ομοίως κρίνουμε πως δεν ήταν δυνατό να μην αντιληφθεί πάλι για ποια γυναίκα τον ανέκριναν όταν, στην ερώτηση 17, του τέθηκε το αποτέλεσμα της έκθεσης που ετοιμάστηκε στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, με το οποίο εντοπίστηκε το γενετικό του υλικό στα κολπικά επιχρίσματα της παραπονούμενης. Σημειωτέον στη δίκη αυτό έγινε και παραδεκτό γεγονός. Κρίνουμε πως η δήλωση του κατηγορούμενου ενώπιον μας ότι δεν αντιλήφθηκε για ποιο πράγμα μιλούσαν οι αστυνομικοί είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμα για να απαλλαγεί από το περιεχόμενο της κατάθεσης του, το οποίο έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την εκδοχή που προωθήθηκε ενώπιον μας ενόρκως.
- Ως σημαντική αδυναμία στην εκδοχή του κατηγορούμενου, όπως την παρουσίασε ενώπιον μας, και την έχουμε προγενέστερα παραθέσει, αποτελεί το γεγονός ότι ουδείς από τους επί μέρους ισχυρισμούς του, υποστηριζόμενος από τη μαρτυρία του, τέθηκαν στην παραπονούμενη για να τοποθετηθεί, όταν αυτή κατέθεσε, γεγονός που αποδυναμώνει την εκδοχή του. Παραπέμπουμε στη υπόθεση Ζαχαρίου ν. Ζαχαρίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 159, καθώς και στην υπόθεση Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R.
- Επισημάνουμε το γεγονός πως δεν δόθηκε κατά τη δίκη κάποια εξήγηση ή λόγος που δεν τέθηκαν εκ μέρους της υπεράσπισης οι εν λόγω ισχυρισμοί, που συνθέτουν την εκδοχή του κατηγορούμενου, κατά την αντεξέταση της παραπονούμενης. Μας προξένησε αρνητική εντύπωση το γεγονός ότι ενώ όταν ανακρίθηκε γραπτώς από την αστυνομία και του τέθηκε συγκεκριμένη μαρτυρία που η αστυνομία είχε στην κατοχή της, και η οποία τον τοποθετούσε στις 17.05.2020, στο σπίτι της παραπονούμενης, αυτός εξέφρασε πλήρη άγνοια αρνούμενος ουσιαστικά ότι είχε μεταβεί οποτεδήποτε στο σπίτι της παραπονούμενης. Φρονούμε πως είναι εντελώς αφύσικο, εκτός και αν υπήρχε κάποιος πειστικός λόγος, ο οποίος όμως δεν προβλήθηκε εκ μέρους του κατηγορούμενου, να μην αποκαλύψει την εκδοχή του από την αρχή όταν ανακρίθηκε, πολύ δε περισσότερο κατά τη διάρκεια της δίκης, όταν αντεξεταζόταν η παραπονούμενη, και να προβάλει άμεσα και ευθέως τη θέση του πως έκανε σεξ με την παραπονούμενη με τη θέληση της και μάλιστα επί πληρωμή.
- Δεν μας έπεισε επίσης ο κατηγορούμενος πως συμφώνησε με την παραπονούμενη να του δανείσει το ποσό των €20,00, μετά το σεξ που είχαν, ως ισχυρίστηκε, το οποίο θα της επέστρεφε την επόμενη ημέρα μέσω του φίλου του. Δεν πεισθήκαμε κατ΄ αρχήν πως είχε λόγο, αφού δεν έδωσε προς τούτο κάποια εξήγηση, να επιστρέψει τα χρήματα μέσω του φίλου του, το όνομα του οποίου δεν ανέφερε, αφού γνώριζε το σπίτι της παραπονούμενης. Κατά δεύτερο λόγο προκύπτει το ερώτημα πώς μπόρεσε και έδωσε τα λεφτά στον φίλο του την επόμενη ημέρα αφού την προηγούμενη δεν τα είχε. Η εξήγηση του πως του είχε στείλει η γυναίκα του €500,00 από τη Ρουμανία, μέσω της Western Union, δεν μας ικανοποιεί αφού δεν παρουσίασε κάποιο σχετικό έγγραφο ότι όντως στις 18.05.2020 παρέλαβε τέτοιο ποσό, αλλά και πως όντως έδωσε €70,00 σε φίλο του για να το δώσει στην παραπονούμενη, υπενθυμίζοντας αναπόφευκτα και το γεγονός ότι ουδέποτε τέθηκε τέτοιος ισχυρισμός στην παραπονούμενη και πως τελικά αυτή εισέπραξε το εν λόγω ποσό. Επιπλέον θεωρούμε πως δεν θα ήταν αναμενόμενο η παραπονούμενη που, υποτίθεται, έκανε σεξ επί πληρωμή, προφανώς λόγω οικονομικών δυσκολιών ή οικονομικού οφέλους, να δανείσει στο τέλος τον κατηγορούμενο και το ποσό των €20,00 παρ΄ ότι δεν πήρε το ποσό της αμοιβής της.
- Δεν αποδεχόμαστε επίσης τη μαρτυρία του κατηγορούμενου με την οποία κατέθεσε πως η παραπονούμενη ήθελε περισσότερη και πιο στενή σχέση μαζί του, και όταν αυτός αρνήθηκε, αμέσως του δήλωσε ότι θα τον «κανονίσει», υπονοώντας έμμεσα ότι θα τον εκδικηθεί και άρα γι΄ αυτό έκανε την καταγγελία εναντίον του. Πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις και κατασκευασμένη εκδοχή. Πέραν του ότι δεν έδωσε τέτοια εκδοχή στην κατάθεση του όταν ανακρίθηκε, αλλά και δεν τέθηκε τέτοια θέση στην παραπονούμενη όταν αυτή αντεξετάστηκε, αντίθετα της υποβλήθηκε γενικά ότι τον κατήγγειλε για δικούς της λόγους. Θεωρούμε πως θα ήταν εντελώς παράλογο μόνο γι΄ αυτό το λόγο η συγκεκριμένη παραπονούμενη, όπως είχαμε την ευκαιρία να την παρακολουθήσουμε και να την αξιολογήσουμε, ως μία ταλαιπωρημένη γυναίκα, να καταγγείλει τον κατηγορούμενο για βιασμό της πριν προλάβει να πάρει τα €70,00 που ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι θα της έδινε μέσω του φίλου του την επόμενη ημέρα. Θα περίμενε τουλάχιστον να πάρει πίσω τα χρήματα που υποτίθεται της όφειλε ο κατηγορούμενος. Θα ήταν επίσης λογικό να προηγηθεί κάποιου είδους εκβιασμός και όχι με αφηρημένη απειλή του τύπου «θα σε κανονίσω», παρά ταύτα όμως του «δάνεισε» και €20,00, ως ήταν η εκδοχή του, αλλά μετά από είκοσι λεπτά η παραπονούμενη προβαίνει σε καταγγελία στην αστυνομία αλλά και στις επόμενες μέρες ψάχνει για το προφίλ του, ώστε να δώσει στοιχεία στην αστυνομία.
- Μια άλλη επίσης σχετική παράμετρος, με την αρνητική εικόνα που άφησε ενώπιον μας ο κατηγορούμενος, είναι και το γεγονός ότι συνεχίζοντας να είναι συνεπής με την αρχική θέση που έδωσε στην ανακριτική κατάθεση του, και δη ότι δεν γνώριζε την παραπονούμενη, αρνείται να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη, ως είχε βέβαια δικαίωμα, όπου και πάλι δεν προώθησε την εκδοχή του, ότι είχε όντως σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη με τη θέληση της. Είναι προφανές πως η γυναίκα που θα τον έβλεπε για να τον αναγνωρίσει δεν ήταν άλλη από την παραπονούμενη για την οποία η αστυνομία του είχε κάνει αναφορά στην ανακριτική του κατάθεση. Προκύπτει το εύλογο ερώτημα προς τι αυτή η στάση του, αφού αν πρόβαλλε από την αρχή την εκδοχή που πρόβαλε ενώπιον μας, θα ήταν αχρείαστη η οποιαδήποτε διαδικασία ή προσπάθεια αναγνώρισης εκ μέρους της αστυνομίας. Η εξήγηση είναι πως, προφανώς, συνεπής με την αρχική του κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, και ελπίζοντας ότι η παραπονούμενη δεν θα τον αναγνώριζε δεν ήγειρε τέτοια εκδοχή. Αναγκάστηκε βέβαια να το πράξει όταν κατά τη δίκη θα «έπρεπε» να δώσει εξήγηση ως προς τα αποτελέσματα των εξετάσεων του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, οπότε η μόνη εκδοχή που, υπό τις περιστάσεις, στην οποία μπορούσε να στηριχθεί, ανεπιτυχώς βέβαια, είναι πως υπήρξε σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη με τη θέληση της, θέση που απορρίπτουμε για τους λόγους που νωρίτερα εξηγήσαμε. Ενόψει όλων των προλεχθέντων δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία πως ο κατηγορούμενος κατασκεύασε, ως προϊόν δεύτερων σκέψεων, την εκδοχή του την οποία απορρίπτουμε ως εντελώς αναξιόπιστη. Νομοθετική απαίτηση για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν υφίσταται στην περίπτωση του αδικήματος του βιασμού, ως έχει όμως καθιερωθεί μέσα από την πρακτική, ως διαβάζουμε στο σύγγραμμα ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ, ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΠΤΥΧΕΣ, των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, έκδοση 2014, στη σελίδα 524 «Οι Δικαστές οφείλουν να αυτοπροειδοποιούνται για τους κινδύνους να καταλήξουν σε εύρημα ενοχής χωρίς ενισχυτική μαρτυρία, όταν η μαρτυρία που προσφέρεται, αναφέρεται - δίχως ο κατάλογος να είναι εξαντλητικός, σε: (i) Σεξουαλικά αδικήματα ...» Προκύπτει από τα προλεγόμενα και καθετί που έχουμε εξηγήσει πως η παραπονούμενη έχει θέσει ενώπιον μας γνήσια και αξιόπιστη εκδοχή η οποία είναι τέτοιας ποιότητας που αισθανόμαστε πλήρως ασφαλείς και δεν νιώθουμε ότι είναι αναγκαίο να αναζητήσουμε ενισχυτική μαρτυρία, αφού έχουμε προηγουμένως προειδοποιήσει εαυτούς για τους κινδύνους αποδοχής της μαρτυρίας της, χωρίς αναζήτηση ενίσχυσης, και για το γεγονός να στηριχθούμε μόνο στη μαρτυρία της, ως προς το αδίκημα του βιασμού. Σε αυτό το στάδιο επιθυμούμε να προσθέσουμε πως έχουμε κατευθύνει τη σκέψη μας, αφού μας απασχόλησε, στο ερώτημα κατά πόσο μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας, παρ΄ ότι δεν αισθανόμαστε την ανάγκη αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, προκύπτουν στοιχεία τέτοιας μαρτυρίας, τα οποία θα είχαν οποιαδήποτε σημασία στην έκβαση της υπόθεσης. Ως έχει κατ' επανάληψη, διακηρυχθεί, δεν αποτελεί σφάλμα η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας έστω και αν το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να καταδικάσει και χωρίς αυτή, αφού τυχόν εντοπισμός της μπορεί να ενδυναμώσει, έστω και εκ του περισσού, το ήδη αξιόπιστο της δικαστικής κρίσης (βλέπε κατ΄ αναλογίαν Brierley ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476). Σημειώνουμε ταυτόχρονα πως ο εντοπισμός ενισχυτικής μαρτυρίας δεν συνεπάγεται ύπαρξη εγγενών ή ενδόμυχων αμφιβολιών στη σκέψη του Δικαστηρίου ως προς την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου (βλέπε Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 221 και Μεϊτανής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 177 ). Ενισχυτική μαρτυρία είναι η ανεξάρτητη και αξιόπιστη εκείνη μαρτυρία, κάθε μορφής που είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και αποδεκτή κατά το δίκαιο, τείνουσα να εδραιώσει ή να επιβεβαιώσει άλλη αξιόπιστη μαρτυρία στην ίδια υπόθεση. Η ενίσχυση δεν είναι απαραίτητο να επιβεβαιώνει με ανεξάρτητη μαρτυρία ολόκληρη την αφήγηση του παραπονούμενου προσώπου. Εκείνο που χρειάζεται είναι μια ανεξάρτητη μαρτυρία η οποία να τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με τα επίδικα αδικήματα, μαρτυρία άμεση ή περιστατική, που να εμπλέκει και να επιβεβαιώνει σε ουσιώδεις σημεία, όχι μόνο τη μαρτυρία του παραπονούμενου προσώπου ότι διαπράχθηκαν τα αποδιδόμενα αδικήματα, αλλά και πως τα αδικήματα αυτά τα διέπραξε ο κατηγορούμενος (βλ. Παρμαξής v Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 224, Saab κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 106, Turner v Blunden
(1986)2 All E.R. 75 και Τοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258). Έχοντας επίγνωση της προσαχθείσας μαρτυρίας, καταγράφουμε τη διαπίστωση μας πως δεν αναδύεται η ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας. Ως έχουμε ήδη αναφέρει, τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων, λαμβανομένων υπόψη των εκατέρωθεν εκδοχών δεν βοήθησαν στην ενίσχυση είτε της μίας είτε της άλλης εκδοχής. Η σημασία τους είναι ουδέτερη. Το γεγονός της μη ύπαρξης ενισχυτικής μαρτυρίας ασφαλώς νομικά δεν μας εμποδίζει να προχωρήσουμε σε ασφαλή διακρίβωση των πραγματικών γεγονότων που διέπουν την υπόθεση, αλλά ούτε στο να προχωρήσουμε σε καταδίκη χωρίς ενισχυτική μαρτυρία, δεδομένης της ικανοποίησης μας ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης έχει τέτοια δυναμική που δεν αισθανθήκαμε την ανάγκη αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας και αφού έχουμε προειδοποιήσει, ως έχουμε ήδη αναφέρει, για τον κίνδυνο κατάληξης σε ενοχή χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Πρόκειται για πολύ ισχυρή αντίληψη μας ως προς την αξιοπιστία της παραπονούμενης με το γεγονός να είναι τέτοιας σπουδαιότητας που δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία για τη γνησιότητα της εκδοχής της και την αλήθεια των λεγομένων της. Θεωρούμε πως η μαρτυρία της παραπονούμενης είναι ικανή να στηρίξει το αδίκημα του βιασμού που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αν αυτή κριθεί επαρκής για την στοιχειοθέτηση των λεπτομερειών του εν λόγω αδικήματος. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης προκύπτει ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα, τα οποία συνθέτουν την παρούσα υπόθεση, έχουν ως αυτά διατυπώνονται στη συνέχεια και αποτελούν τα ευρήματα μας, μαζί βέβαια με οποιαδήποτε μαρτυρία προκύπτει από αξιόπιστο μάρτυρα και την οποία δεν μνημονεύουμε συγκεκριμένα. Η Oχχχχχχ Bχχχχχχχ, παραπονούμενη, κατάγεται από τη Βουλγαρία. Πριν περίπου πέντε χρόνια ήρθε στην Κύπρο. Τα τελευταία τρία χρόνια εργάζεται ως ρισέψιονιστ στο ξενοδοχείο Aχχχχχ στην Πάφο. Τους τελευταίους δύο μήνες πριν τις 17.05.2020 δεν δούλευε επειδή το ξενοδοχείο έκλεισε, λόγω του κορωνοιού, έτσι τον περισσότερο χρόνο έμενε στο σπίτι. Δεν έχει συγγενείς στην Κύπρο. Είναι διαζευγμένη εδώ και αρκετό καιρό και από το γάμο της απέκτησε μια θυγατέρα, ηλικίας 27 χρονών, η οποία ζει στη Βουλγαρία. Εκεί όπου μένει η παραπονούμενη έχει κάποιους γείτονες αλλά είναι μακριά από αυτήν, δύο διαμερίσματα απόσταση. Στις 17.05.2020 η παραπονούμενη, μετά που ξύπνησε το πρωί, έμεινε σπίτι μέχρι τις 6:30 μ.μ. οπόταν έστειλε σχετικό μήνυμα για έξοδο από το σπίτι της λόγω της καραντίνας που ίσχυε, και πήγε στην υπεραγορά lidl, η οποία είναι κοντά από το σπίτι της. Γύρω στις 07:30 μ.μ. επέστρεψε στο διαμέρισμα της και άρχισε να μαγειρεύει για δείπνο. Ενώ μαγείρευε έπινε μια μπύρα. Περί τις οχτώ το βράδυ, καθώς ετοίμαζε το φαγητό της, και η μπροστινή πόρτα του διαμερίσματος της ήταν ανοικτή, λόγω ζέστης, άκουσε κάποιον, πήγε κοντά στην πόρτα και είδε έναν άγνωστο της νεαρό άνδρα ηλικίας 25-28 ετών, να στέκεται έξω από την πόρτα της, αυτός την ρώτησε, στα αγγλικά, εάν ήξερε που ζει η Αχχχχ. Αποτελεί εύρημα μας ότι ο εν λόγω άνδρας είναι ο κατηγορούμενος. Αυτή του είπε ότι δεν γνώριζε κάποια Αχχχχ ούτε και που ζει, οπότε ο κατηγορούμενος έφυγε από το διαμέρισμα της και αυτή συνέχισε το μαγείρεμα, αφήνοντας την πόρτα εισόδου ανοικτή. Μετά από είκοσι λεπτά περίπου ο κατηγορούμενος επέστρεψε, φαινόταν επιθετικός, όπως που να ήθελε κάτι από την παραπονούμενη. Κατά τον εν λόγω χρόνο ο κατηγορούμενος κρατούσε ένα μεγάλο κουτί μπύρα στο χέρι του, το οποίο, εισερχόμενος στο διαμέρισμα της παραπονούμενης, άφησε στο μπροστινό τραπεζάκι της τηλεόρασης που είναι δίπλα από την πόρτα. Δεν είπε κάτι στην παραπονούμενη, μπήκε πολύ γρήγορα και έκλεισε την πόρτα. Η παραπονούμενη του ζήτησε να σταματήσει να εισέρχεται στο σπίτι της και τον ρώτησε γιατί το έκανε αυτό. Ο κατηγορούμενος δεν απάντησε κάτι και ενώ η παραπονούμενη στεκόταν μπροστά από αυτόν άρχισαν να παλεύουν. Η παραπονούμενη προσπάθησε να βγει έξω, από την πόρτα, και να του ξεφύγει, αλλά ο κατηγορούμενος την έσπρωξε και έπεσε κάτω στο πάτωμα. Ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στο πάτωμα ο κατηγορούμενος την κρατούσε από το δεξί της χέρι, αλλά και από το μπροστινό μέρος του λαιμού της έτσι ώστε να μην μπορεί να κινηθεί. Η παραπονούμενη κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι, ούτε καν να φωνάξει, επειδή δεν υπήρχε κάποιος να την ακούσει. Το διπλανό από αυτήν διαμέρισμα ήταν άδειο. Προσπάθησε τότε να ηρεμήσει τον κατηγορούμενο και του μίλησε για να την αφήσει. Άρχισε να τον ρωτάει τι θέλει, να του λέει να μην της κάνει κακό και ότι θα τον υποστηρίξει και θα του δώσει οτιδήποτε θέλει. Ακολούθως τον είδε να ηρεμά και εκείνη την ώρα της είπε ότι δουλεύει στις οικοδομές. Η παραπονούμενη κατάφερε να σηκωθεί από το έδαφος αλλά ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να την κρατά από το χέρι της. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος άρχισε να της ζητά να κάνουν σεξ, η παραπονούμενη του είπε ότι είναι νεαρός, όπως τον γιο της, και δεν μπορεί επειδή είναι μεγάλη για αυτόν. Ο κατηγορούμενος δεν άκουγε και συνέχισε να την σπρώχνει προς το υπνοδωμάτιο της. Αποτελεί επίσης εύρημα μας ότι η παραπονούμενη είναι μικρόσωμη και πιο αδύναμη έναντι του κατηγορούμενου. Όταν μπήκαν στο δωμάτιο ο κατηγορούμενος συνέχισε να κρατά την παραπονούμενη από το χέρι, και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος πήρε μια μικρή πετσέτα από το πίσω μέρος του κρεβατιού της παραπονούμενης, την άπλωσε πάνω στο κρεβάτι και την έσπρωξε πάνω σε αυτή. Της έβγαλε το παντελόνι της, μετά το εσώρουχο της και την μπλούζα της. Η παραπονούμενη δεν του είπε κάτι επειδή φοβήθηκε πολύ και δεν ήθελε να της κάνει περισσότερο κακό. Ακολούθως ο κατηγορούμενος έβγαλε το παντελόνι του, άνοιξε τα πόδια της και έβαλε το πέος του, το οποίο ήταν σε στύση, μέσα στον κόλπο της. Μετά την ολοκλήρωση της σεξουαλικής πράξης ο κατηγορούμενος φόρεσε το παντελόνι του και πήγε στο σαλόνι. Την ώρα αυτή κάπνισε ένα τσιγάρο το οποίο πέταξε αργότερα σε σταχτοδοχείο. Επίσης πήρε την μπύρα, την οποία άφησε προηγουμένως, την άδειασε στον νεροχύτη και μετά την πέταξε στον κάλαθο. Η παραπονούμενη έβαλε την ρόπα της αμέσως χωρίς να φορέσει εσώρουχο και τον ακολούθησε στο σαλόνι. Ενώ ο κατηγορούμενος στεκόταν μπροστά από την τηλεόραση είδε τα χρυσαφικά της, μέσα σε ένα μικρό κουτί, και προσπάθησε να τα μαζέψει αλλά η παραπονούμενη, προκειμένου να τον αποτρέψει, του είπε ότι δεν είναι ασημένια και δεν έχουν αξία, γι΄ αυτό του είπε να πάρει τα λεφτά από το πορτοφόλι της, το οποίο βρισκόταν στο ίδιο μέρος, οπότε ο κατηγορούμενος πήρε από μέσα το μοναδικό ποσό που υπήρχε, 20 ευρώ, και μετά άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Η παραπονούμενη ήταν αναστατωμένη, δεν ήξερε τι να κάνει, μετά όμως από είκοσι λεπτά, περίπου, κάλεσε την Αστυνομία και ανέφερε ότι την βίασε και την έκλεψε ένα άτομο το οποίο δεν γνώριζε. Η Αστυνομία πήγε στο διαμέρισμα της και η παραπονούμενη έδωσε γραπτή συγκατάθεση για να εξεταστεί από ιατροδικαστή. Μεταφέρθηκε ως εκ τούτου, η παραπονούμενη, με όχημα της αστυνομίας, αμέσως μετά, στη Λευκωσία όπου εξετάστηκε από την ιατροδικαστή Α. Πχχχχχ, η οποία έλαβε από την παραπονούμενη και δύο κολπικά επιχρίσματα. Ετοιμάστηκε στη συνέχεια σχετική έκθεση - Τεκμήριο 62 - στην οποία διατυπώνονται τα ευρήματα της ιατροδικαστού, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου και έχουν ως ακολούθως: 1. Ήπια ερυθρότητα στην αριστερή αγκωνιαία χώρα. 2. Ήπια ερυθρότητα στη δεξιά καρπιαία χώρα. 3. Παλαιά γραμμοειδής εκδορά με εφελκίδα στην αριστερή θωρακική χώρα. 4. Γραμμοειδής εκδορά στην πρόσθια τραχηλική χώρα. 5. Μικροεκδορά στον πώγωνα με ερυθρότητα πέριξ. 6. Από τη γυναικολογική εξέταση δεν διαπιστώθηκαν κακώσεις στα γεννητικά όργανα, στην περιγεννητική περιοχή και στην κολπική χώρα. 7. Παλαιά ρήξη παρθενικού υμένα. Στις 18.05.2020 περί ώρα 07:55-08:00 ο αστυφύλακας χχχ1 Κ. Τχχχχχχ, έλαβε γραπτή συγκατάθεση από την παραπονούμενη για διεξαγωγή έρευνας στην οικία της στο χχχχχ χχχχχ, χχχχ, στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων στην Κάτω Πάφο (βλέπε Τεκμήρια 21 και 22 - παραδεκτό γεγονός). Ο αστυφύλακας χχχ6, Γ. Χχχχχχχχχχχχχχχ, στις 18.05.2020 περί ώρα 21:30 μετέβηκε στην οικία-διαμέρισμα της παραπονούμενης και μαζί με τους αστυφύλακες χχχ4 και χχχ7 ανέλαβαν τη φρούρηση και διαφύλαξη της σκηνής, σχετικά με τη διερευνόμενη τότε καταγγελία από την παραπονούμενη για βιασμό της. Περί ώρα 02:50 παραδόθηκε η σκηνή στους αστυφύλακες χχχ2 και χχχ0 οι οποίοι παρέμειναν στο μέρος φυλάσσοντας τη σκηνή (Τεκμήρια 24-27 - παραδεκτό γεγονός). Ο αστυφύλακας χχχ1 την 17.05.2020 περί ώρα 06:05 μετέβηκε στο σπίτι της παραπονούμενης όπου κατόπιν οδηγιών, και αφού αναχώρησαν από τη σκηνή οι αστυφύλακες χχχ2 και χχχ0, ανέλαβε αυτός τη φρούρηση της σκηνής (βλέπε Τεκμήριο 28). Στις 07:20 όταν ανεχώρησε από τη σκηνή ο αστυφύλακας χχχ1 τη φρούρηση της σκηνής ανέλαβε ο αστυφύλακας χχχ9 Μ. Ιχχχχχχ. Περί ώρα 07:50 αφίχθηκαν στη σκηνή οι αστυφύλακες χχχ1 και χχχ3 του ΤΑΕ Πάφου για εξέταση της σκηνής και συνέχιση των εξετάσεων, μετά το πέρας των οποίων, και η ώρα 09:20, η σκηνή απελευθερώθηκε (βλέπε Τεκμήριο 29 - παραδεκτό γεγονός). Η παραπονούμενη στις 19.05.2020 ενώ βρισκόταν στο σπίτι της θυμήθηκε ότι ο κατηγορούμενος της είπε ότι το όνομα του είναι Iχχχχ. Στις 20.05.2020 το πρωί ενώ πάλι βρισκόταν μόνη της στο σπίτι της έψαξε διάφορα προφίλ στο facebook χρησιμοποιώντας το όνομα Iχχχχ. Από τα αποτελέσματα της έρευνας ανακάλυψε το προφίλ με το όνομα Iχχχχ Iχχχχ. Οι φωτογραφίες που υπάρχουν στο εν λόγω προφίλ είναι του κατηγορούμενου, τον οποίο δεν γνώριζε πριν τις 17.05.2020 και δεν ήταν φίλοι. Για τα εν λόγω στοιχεία ενημέρωσε την αστυνομία. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης - Τεκμήριο 2 - στις 12.11.2020, ενώ ήταν στις Κεντρικές Φυλακές, από τον αστυφύλακα χχχ2, Ν. Χχχχχχχ, Μ.Κ.1, ο οποίος στη συνέχεια του έλαβε ανακριτική κατάθεση - Τεκμήριο 5 και η μετάφραση στην ελληνική γλώσσα Τεκμήριο 6 - ενώ την ίδια ημέρα ο Μ.Κ.1, μεταξύ άλλων ενεργειών, έλαβε δύο παρειακά επιχρίσματα από τον κατηγορούμενο - Τεκμήριο 9 το οποίο περιέχει δύο πλαστικά κουτάκια με το ένα εκ των δύο να περιλαμβάνει το ένα παρειακό επίχρισμα, αφού το άλλο έτυχε επιστημονικής εξέτασης - τα οποία συσκεύασε σε χάρτινο φάκελο και στις 23.11.2020 παρέδωσε τον εν λόγω φάκελο στον αστυφύλακα χχχ4 για να τον μεταφέρει στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου για επιστημονικές εξετάσεις. Στις 23.11.2020 αφού ο αρχιαστυφύλακας χχχ4 Γ. Γχχχχχχ παρέλαβε, στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου, από τον Μ.Κ.1, τον χάρτινο φάκελο ο οποίος περιείχε δύο παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου, την ίδια ημέρα και ώρα 09:30 μετέφερε τον φάκελο στο Ι.Ν.Γ.Κ. όπου τον παρέδωσε στην Α. Κχχχχχ για να τύχει επιστημονικών εξετάσεων (Τεκμήριο 30 - παραδεκτό γεγονός). Κατόπιν εξετάσεων και αναλύσεων οι οποίες έλαβαν χώρα στο Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής προέκυψε, μεταξύ άλλων, ο εντοπισμός του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου προερχόμενο από σπερματικά του κύτταρα, στον κόλπο της παραπονούμενης (βλέπε συμπέρασμα αριθμός 2 επί του Τεκμηρίου 60). Νομική πτυχή Σύμφωνα με βασική αρχή του δικαίου μας, σε ποινικές υποθέσεις, η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλέπε υποθέσεις Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 363 και Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1980)2 C.L.R. 102-119). Τα γεγονότα θα πρέπει να αποδειχθούν από την κατηγορούσα αρχή με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία (βλέπε Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 401). Αν στο τέλος της υπόθεσης προκύπτει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου, για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (βλέπε υποθέσεις Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτης Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97). Έχοντας κατά νου τις νομικές διατάξεις επί των οποίων βασίζεται το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, κρίνεται χρήσιμο να παρατεθούν στη συνέχεια τα άρθρα 144, 244, 255, 266(β) και 293 του Κεφ. 154, τα οποία προνοούν τα ακόλουθα: Άρθρο 144 «
- Όποιος έρχεται σε παράνομη συνουσία με γυναίκα, χωρίς τη συναίνεσή της παθούσας ή με τη συναίνεση της εφόσον η συναίνεση γι αυτό δόθηκε υπό το κράτος βίας, ή φόβου σωματικής βλάβης ή προκειμένου για παντρεμένη γυναίκα με την πλαστοπροσωπεία του συζύγου της, είναι ένοχος κακουργήματος που καλείται βιασμός.» Στην υπόθεση Brierley ν. Αστυνομίας, (ανωτέρω), έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Η παραπομπή του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην υπόθεση R. v. Court [1988] 2 All E.R. 221, ως προς το αδίκημα του Άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα είναι ορθή. Σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές που έχουν αναπτυχθεί αναλύοντας το εν λόγω άρθρο, ο βιασμός συντελείται όταν υπάρχει παράνομη συνουσία, χωρίς τη συναίνεση της παραπονούμενης, ή, με τη συναίνεση της εφόσον αυτή δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης. Πρέπει να αποδεικνύεται εισδοχή του πέους στον κόλπο, (όπως και εδώ), έστω και αν είναι ελάχιστου βαθμού. Ο βιασμός συντελείται έστω και εάν δεν τραυματίστηκε ο παρθενικός υμένας ή δεν υπήρξε εκσπερμάτωση, (Archbold: Criminal Pleadings Evidence and Practice, 40η έκδ., σελ. 1410, παρ. 2878 και Russell on Crime, 12η έκδ., σελ. 708-709).» Άρθρο 244 «
- Όποιος— (α) επιτίθεται εναντίον άλλου µε σκοπό διάπραξης κακουργήµατος ή αντίστασης ή µαταίωσης της νόµιµης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκηµα· ή (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεµµένα παρεµποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του ή άλλο που παρέχει συνδροµή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης· ή (γ) επιτίθεται εναντίον άλλου κατά την επιδίωξη παράνοµης συνεργασίας ή συνωµοσίας για την αύξηση των ηµεροµισθίων ή σχετικά µε οποιοδήποτε επάγγελµα, επιχείρηση ή βιοµηχανία ή σχετικά µε οποιοδήποτε πρόσωπο που ενδιαφέρεται ή που απασχολείται µε αυτά· ή (δ) επιτίθεται, αντιστέκεται ή παρεµποδίζει πρόσωπο κατά τη νόµιµη εκτέλεση εντάλµατος ή τη νόµιµη κατάσχεση, µε σκοπό διάσωσης περιουσιακού στοιχείου που κατασχέθηκε νόµιµα δυνάµει τέτοιου εντάλµατος ή τέτοιας κατάσχεσης· ή (ε) επιτίθεται εναντίον άλλου λόγω πράξης που διαπράχτηκε από εκείνο που έγινε η επίθεση, κατά την εκτέλεση σύµφωνα µε το νόµο του επιβεβληµένου καθήκοντός του, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Όσον αφορά στο αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη προκύπτει από τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316, πως ακόμη και μία εκδορά στο μέτωπο ή και αλλού αποτελούν επαρκή στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης. Άρθρο 255 «255.—
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται µε δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκοµίζει οτιδήποτε που µπορεί να καταστεί αντικείµενο κλοπής µε σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη µόνιµα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγµατος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόµιµα, αν είναι θεµατοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, µε δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαµβάνει και το να αποκτά κατοχή— (
- i)µε τέχνασµα· (
- ii)µε εκφοβισµό· (iii) µε συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώµενου αποκτήθηκε µε τέτοιο τρόπο· (
- iv)µε ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης µπορεί να ανακαλυφθεί µε εύλογα διαβήµατα· (β) ο όρος "αποκοµίζει" περιλαµβάνει κάθε µετακίνηση οποιουδήποτε πράγµατος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειµένου όµως για πράγµα προσαρτηµένο, µόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς· (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαµβάνει και τον ιδιοκτήτη µέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγµατος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείµενο κλοπής. .
(3)∆ύναται να είναι αντικείµενο κλοπής κάθε πράγµα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειµένου όµως για πράγµα προσκολληµένο σε ακίνητο µετά το διαχωρισµό του από τέτοιο ακίνητο.» Άρθρο 293 «
- Όποιος εισέρχεται, ή βρίσκεται σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος που χρησιµοποιείται ως κατοικία ανθρώπων ή σε κτίριο που χρησιµοποιείται ως χώρος λατρείας, µε σκοπό διάπραξης κακουργήµατος σε αυτό, είναι ένοχος κανουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Αν το ποινικό αδίκηµα διαπράττεται κατά τη διάρκεια νύχτας, ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων.» Συμπεράσματα: Προτού προχωρήσουμε στα συμπεράσματα μας, περί της στοιχειοθέτησης ή μη των επίδικων κατηγοριών, κρίνουμε ορθό όπως τοποθετηθούμε σε επιμέρους ζητήματα, τα οποία ήγειρε ενώπιον μας ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, τα οποία σχετίζονται με τις θέσεις ότι (α) διαφάνηκε πως υπήρξε μετακίνηση από την αρχική τους θέση, των διάφορων αντικειμένων που συνέλεξε η αστυνομία ως τεκμήρια, από το σπίτι της παραπονούμενης, και (β) δεν δικαιολογείται η καταδίκη στις κατηγορίες 3 και 4 επειδή αυτές αφορούν αδικήματα τα οποία η αστυνομία δεν διερεύνησε, πλην όμως πρόσαψε τις εν λόγω κατηγορίες ενάντια στον κατηγορούμενο απευθείας με το κατηγορητήριο με αποτέλεσμα να παραβιαστεί το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Απαντώντας στο πρώτο ζήτημα (α) και στη θέση της υπεράσπισης ότι τα σημεία που φωτογραφήθηκαν τα διάφορα τεκμήρια, πριν συλλεγούν από την αστυνομία, δείχνουν ότι υπήρξε μετακίνηση, ό,τι οφείλουμε να παρατηρήσουμε είναι πως δεν αντιλαμβανόμαστε, και ούτε μας υποδείχθηκε, τι σημασία θα είχε στο αποτέλεσμα και στην έκβαση της υπόθεσης, ιδιαίτερα ως προς το κύριο ζήτημα της θέλησης - συναίνεσης της παραπονούμενης για σεξ, αν τα αντικείμενα, όπως το κουτί της μπύρας, αλλά και άλλα αντικείμενα, δεν βρίσκονταν στις θέσεις όπου φωτογραφήθηκαν αλλά κάπου αλλού, αφού και έτσι να είναι, ως εισηγείται η υπεράσπιση, πάλι δεν υποστηρίζεται ο πυρήνας της εκδοχής του κατηγορούμενου, και δη ότι η παραπονούμενη ήρθε σε συνουσία μαζί του με τη θέληση της, αλλά ούτε και καταρρίπτεται η εκδοχή γεγονότων που παρουσίασε η παραπονούμενη. Εν πάση περιπτώσει διαφάνηκε από τη μαρτυρία της παραπονούμενης πως αυτή ενδεχομένως είτε να μετακίνησε κάποια αντικείμενα πάνω στη σύγχυση της αμέσως μετά τη σεξουαλική πράξη, είτε να μην θυμόταν ακριβώς πού αυτά βρίσκονταν όταν τα περιέγραψε. Το ζήτημα άπτεται της αξιοπιστίας της παραπονούμενης και ως έχουμε ήδη τοποθετηθεί η αξιοπιστία της δεν είναι επιτρεπτό να κλονισθεί εξαιτίας αυτών των περιστάσεων. Δεν είχε η παραπονούμενη οποιοδήποτε λόγο, ο οποίος να εγείρει υποψίες, ώστε να μετακινήσει σκόπιμα οποιαδήποτε αντικείμενα. Είναι γεγονός πως η παραπονούμενη δεν θυμόταν επ΄ ακριβώς σε ποια θέση βρίσκονταν κάποια αντικείμενα, αυτό όμως δεν δικαιολογεί συμπέρασμα πως η ίδια τα έθεσε στη θέση που φωτογραφήθηκαν προκειμένου να υποστηρίξει μία ψευδή εκδοχή της, καθ΄ ότι φρονούμε πως κάτι τέτοιο δεν επιτυγχάνεται με τέτοια ενέργεια. Προχωρώντας στο δεύτερο ζήτημα (β) αναφορικά με τις κατηγορίες 3 και 4 και δη ότι δεν δικαιολογείται η καταδίκη σε αυτές, καθ΄ ότι περιλήφθηκαν στο κατηγορητήριο απευθείας, χωρίς να διεξαχθεί ανακριτικό έργο σχετικά με αυτές, και ως εκ τούτου παραβιάστηκε θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορούμενου, αφού δεν ανακρίθηκε και στερήθηκε του δικαιώματος να δώσει την εκδοχή του, κρίνουμε πως, αφού έχουμε αξιολογήσει την εν λόγω θέση, αυτή δεν δύναται να γίνει αποδεκτή καθ΄ ότι, κατά την ανάκριση του κατηγορούμενου (βλέπε ερωτήσεις 13 και 14 επί του Τεκμηρίου 5 - Τεκμήριο 6 η μετάφραση στην ελληνική γλώσσα) του υποβλήθηκαν σχετικά ερωτήματα που αντανακλούν σε πράξεις που του αποδίδονται στις κατηγορίες 3 και 4, και έδωσε τη θέση του, επομένως δεν θεωρούμε πως στερήθηκε κάποιου δικαιώματος το οποίο να συνδέεται με τη δίκαιη δίκη, δεδομένου δε και ότι έλαβε γνώση των κατηγοριών και απάντησε σ΄ αυτές έχοντας όλο το σχετικό με αυτές μαρτυρικό υλικό και πρόβαλε την υπεράσπιση του έναντι αυτών κατά τη δίκη. Εισηγήθηκε ακόμη ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης πως η δίκη του κατηγορούμενου δεν ήταν δίκαιη, καθ΄ ότι, η αστυνομία δεν προέβη σε κάποιες εξετάσεις οι οποίες θα φώτιζαν περισσότερο την εικόνα των γεγονότων της υπόθεσης. Αναφέρθηκε ειδικότερα στο γεγονός ότι (α) δεν εξετάστηκε αν υπήρχε DNA του κατηγορούμενου πάνω στην πόρτα εισόδου όταν αυτός κτύπησε την πόρτα και του άνοιξε η παραπονούμενη, ως ήταν η εκδοχή του, (β) η αστυνομία δεν προσκόμισε στην υπεράσπιση το μήνυμα, SMS, το οποίο ισχυρίστηκε η παραπονούμενη ότι απέστειλε πριν πάει στο σούπερ-μάρκετ για ψώνια, οπότε θα φαινόταν η ώρα που πήγε, αφού ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είναι σε διαφορετική ώρα που την επισκέφθηκε από την ώρα που είπε η παραπονούμενη (ο κατηγορούμενος είπε η ώρα 6:00 μ.μ. ενώ η παραπονούμενη λέει η ώρα 8:00 μ.μ.). Έχουμε εξετάσει και αξιολογήσει τις προαναφερόμενες θέσεις και τις σχετικές με αυτές εισηγήσεις της υπεράσπισης. Φρονούμε πως τους προσδόθηκε από την υπεράσπιση δυναμική η οποία δεν δικαιολογείται. Όσον αφορά στο πρώτο ζήτημα, που δεν έγιναν εξετάσεις στην πόρτα εισόδου του διαμερίσματος της παραπονούμενης, φρονούμε πως και αν ακόμη γινόταν οποιαδήποτε εξέταση και εντοπιζόταν DNA του κατηγορούμενου, δεν θα οδηγούσε αναπόδραστα σε στοιχειοθέτηση της εκδοχής του, καθ΄ ότι ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με την παραπονούμενη, μετά που τη βίασε και πήρε και το χρηματικό ποσό των €20,00 από το πορτοφόλι της, άνοιξε την πόρτα και έφυγε, συνεπώς ακούμπησε την πόρτα σύμφωνα με την εκδοχή της παραπονούμενης, οπότε θα ήταν και αυτή μία αιτία να εντοπισθεί το DNA του. Περαιτέρω είναι σημαντικό να υποδείξουμε πως όταν ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε αρνήθηκε ότι είχε επισκεφθεί το διαμέρισμα της παραπονούμενης, επομένως δεν είχε υπόψη της η αστυνομία κάποιον ισχυρισμό σχετικά με την εκδοχή του και δεν τον διερεύνησε, με αποτέλεσμα, ως ήταν η εισήγηση, να μην παρουσιαστεί εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής δίκαιη εικόνα ως προς τη διερεύνηση. Συνακόλουθα δεν θεωρούμε ότι η αστυνομία λειτούργησε κατά τρόπο που επέδρασε αρνητικά στο δικαίωμα του κατηγορούμενου να έχει δίκαιη δίκη. Ερχόμενοι στο (β) ζήτημα, της μη προσκόμισης προς την υπεράσπιση του SMS που η παραπονούμενη απέστειλε πριν μεταβεί σε σούπερ-μάρκετ για ψώνια, δεν αποδεχόμαστε ότι το περιεχόμενο του εν λόγω SMS θα ήταν τέτοιας σπουδαιότητας που θα ανέτρεπε τα συμπεράσματα μας αναφορικά με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της παραπονούμενης ή τα ευρήματα μας. Οφείλουμε δε να επισημάνουμε πως όταν ο συνήγορος υπεράσπισης αντεξέτασε, επί αυτού του ζητήματος την παραπονούμενη, αυτή απάντησε πως ακόμη είχε το εν λόγω μήνυμα στο κινητό τηλέφωνο της, πλην όμως δεν της ζητήθηκε να το αποκαλύψει ή να το παρουσιάσει ενώπιον μας. Θεωρούμε πως αυτή ήταν η ευκαιρία του κατηγορούμενου να υποστηρίξει την εκδοχή του αλλά και να επιχειρήσει να κλονίσει την αξιοπιστία της παραπονούμενης, αν αποδεικνυόταν ότι η ώρα που αυτή είχε πει, ότι επισκέφθηκε το σούπερ-μάρκετ, δεν ήταν αληθινή. Ήταν δικαίωμα βέβαια της υπεράσπισης να ακολουθήσει αυτή την επιλογή, δεν νομιμοποιείται όμως εκ των υστέρων να αμφισβητεί το περιεχόμενο του SMS, το οποίο έχουμε αποδεχθεί, ως το ανέφερε η παραπονούμενη ενώπιον μας αφού την κρίναμε αξιόπιστη. Ούτε και είναι ορθό να αποδίδεται στην αστυνομία οποιαδήποτε μομφή που δεν διερεύνησε ένα τέτοιο δευτερεύον ζήτημα ως προς τη βασική εκδοχή της παραπονούμενης και όταν στην ανακριτική του κατάθεση ο κατηγορούμενος δεν αποδεχόταν καν ότι επισκέφθηκε το σπίτι της. Συνακόλουθα ούτε μέσα από αυτό το ζήτημα αποδείχθηκε οτιδήποτε το οποίο να επέδρασε αρνητικά στα δικαιώματα του κατηγορούμενου οφειλόμενο στον τρόπο που η αστυνομία διερεύνησε την υπόθεση. Υπέδειξε ακόμη ο συνήγορος υπεράσπισης πως ουδείς εκ των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι εξετάστηκε ο κατηγορούμενος ώστε να φανεί αν αυτός είχε κάποια μπάλα κάτω από το γεννητικό του όργανο, ως ανέφερε στην αρχή η παραπονούμενη στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία. Είναι γεγονός πως ο κατηγορούμενος δεν εξετάστηκε για το ζήτημα στο οποίο αναφέρθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης, οφείλουμε όμως να παρατηρήσουμε πως εκ μέρους της αστυνομίας ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο όπως αυτός, όταν συνελήφθηκε, εξετασθεί από ιατροδικαστή πλην όμως αρνήθηκε, ως επιμαρτυρείται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 15 και 16 των οποίων το περιεχόμενο δεν αμφισβητήθηκε. Συνακόλουθα δεν αποδεχόμαστε πως η αστυνομία παρέλειψε να διερευνήσει κάποιον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ή ότι ενήργησε προς κάποια κατεύθυνση η οποία είχε ως αποτέλεσμα να δοθεί πλεονέκτημα στην παρουσίαση της εκδοχής της παραπονούμενης. Κατ΄ επέκταση κρίνουμε πως δεν παραβιάστηκε κάποιο δικαίωμα του κατηγορούμενου σχετιζόμενο με τη δίκαιη δίκη της οποίας έτυχε, ως κρίνουμε. Ερχόμενοι στην κατάληξη μας συνυφασμένη με το γενικότερο ερώτημα κατά πόσο οι επίδικες κατηγορίες αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας κρίνουμε ως ακολούθως: Αναφορικά με το αδίκημα του βιασμού της παραπονούμενης, κατηγορία 1, κρίνουμε πως με βάση τα ευρήματα μας δικαιολογείται συμπέρασμα ενοχής του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία. Περαιτέρω, στη βάση των ευρημάτων μας, καταλήγουμε πως ο κατηγορούμενος διέπραξε και το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, αφού εισήλθε στο διαμέρισμα της παραπονούμενης χωρίς δικαίωμα με σκοπό τη διάπραξη του κακουργήματος του βιασμού, αφού αμέσως μετά την είσοδο του, και στα ερωτήματα της παραπονούμενης τι ήθελε από αυτήν, της ζητούσε να κάνουν σεξ, προχωρώντας στην υλοποίηση της πρόθεσης του χωρίς να μεσολαβήσει οτιδήποτε το οποίο, υπό τις περιστάσεις, να δικαιολογεί αμφιβολίες ότι ήταν άλλη η πρόθεση του. Ομοίως κρίνουμε ότι, στη βάση των ευρημάτων μας, ο κατηγορούμενος διέπραξε και το αδίκημα της κατηγορίας 3, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αφού όταν η παραπονούμενη επιχείρησε να προχωρήσει προς την πόρτα εισόδου-εξόδου και να φύγει από το διαμέρισμα της ο κατηγορούμενος την εμπόδισε, την άρπαξε από το χέρι και το λαιμό και την έριξε στο πάτωμα, προκαλώντας της ήπια ερυθρότητα στην αριστερή αγκωνιαία χώρα, ήπια ερυθρότητα στη δεξιά καρπιαία χώρα, γραμμοειδή εκδορά στην πρόσθια τραχηλική χώρα και μικροεκδορά στον πώγωνα με ερυθρότητα πέριξ αυτού. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στην τρίτη κατηγορία. Τέλος αναφορικά με το αδίκημα της κλοπής του ποσού των €20,00 από την παραπονούμενη, κρίνουμε επίσης πως τα ευρήματα μας δικαιολογούν συμπέρασμα ενοχής, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καθότι αν και η αρχική πρόθεση του κατηγορούμενου ήταν να κλέψει τα κοσμήματα της παραπονούμενης, διαφοροποίησε, έστω την τελευταία στιγμή, την πρόθεση του, την οποία υλοποίησε, αφαιρώντας από το πορτοφόλι της παραπονούμενης το ποσό των €20,00 έναντι του οποίου δεν είχε οποιαδήποτε καλή τη πίστη αξίωση. Δεν έχει διαλάθει της προσοχής μας το γεγονός ότι στην αλλαγή της πρόθεσης του κατηγορούμενου συνέτεινε η υπόδειξη της παραπονούμενης η οποία όμως, ως κρίνουμε, δεν συνιστά συναίνεση, καθ΄ ότι η υπόδειξη της ήταν προϊόν φόβου που θα της έπαιρνε τα χρυσαφικά με τα οποία τη συνέδεε συναισθηματική σχέση, ως δώρο της θυγατέρας της. Παραπέμπουμε, ως προς το θέμα του φόβου σε συνάρτηση με τη συναίνεση, στα όσα σχετικά αναφέρονται στο σύγγραμμα PENAL LAW OF INDIA, 9th EDN in 4 VOLS σελίδα
- Συνεπώς κρίνουμε πως ο κατηγορούμενος απέκτησε το ποσό των €20,00 χωρίς τη συναίνεση της παραπονούμενης και χωρίς καλή τη πίστη αξίωση εκ μέρους του. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στην κατηγορία
- (Υπ).............. Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ. (Υπ).............. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Π.Ε.Δ. (Υπ).................. Ε. Δημητρίου-Παναγή, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο