← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Α. Α., Αρ. Υπόθεσης: 686/22, 13/10/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Α. Α., Αρ. Υπόθεσης: 686/22, 13/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 686/22 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v. Α. Α. Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 13.10.2022 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο : κ. H. Σατολιάς Κατηγορούμενος : παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της παράνομης κατοχής και χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α (κοκαΐνης) (βλ. κατηγορίες 1 και 2). Τα γεγονότα έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και δεν κρίνεται σκόπιμο να τύχουν επανάληψης στην παρούσα απόφαση. Σημειώνεται όμως πως αυτά λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Είναι αρκετό μόνο να αναφερθεί πως σε έλεγχο μελών της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου στην κατοικία του κατηγορούμενου εντοπίστηκε μέσα σε πλαστική γλάστρα ένα νάιλον σακούλι το οποίο περιείχε άσπρη σκόνη. Σε έλεγχο που διενεργήθηκε από το Κρατικό Χημείο διαπιστώθηκε πως επρόκειτο για κοκαΐνη βάρους 9,45 γραμμαρίων για την οποία ο Κατηγορούμενος δήλωσε στα πλαίσια της ανακριτικής του κατάθεσης ότι κατείχε για δική του χρήση. Περαιτέρω αναφέρθηκε πως ο κατηγορούμενος βαρύνετε με μια προηγούμενη καταδίκη στην Υπόθεση [ ] Ε.Δ. Πάφου που αφορούσε παράνομη κατοχή και χρήση ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α & Β στα πλαίσια της οποίας επιβλήθηκαν ποινές άμεσης φυλάκισης με την μεγαλύτερη ποινή αυτή των 18 μηνών και ημερομηνία καταδίκης την 27.06.2019. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ζητήθηκε και ετοιμάστηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Σε αυτήν αναφέρεται πως πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 32 ετών προερχόμενο από διαλυμένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια ήταν πολύ δύσκολα με τον πατέρα του κατηγορούμενου να μην επιδεικνύει ενδιαφέρον για τη οικογένεια ενώ η μητέρα του δεν ήταν σε θέση να τους προσφέρει την κατάλληλη φροντίδα, αγάπη, διαπαιδαγώγηση και προστασία τόσο προς τον ίδιο όσο και προς την αδελφή του με αποτέλεσμα την ανατροφή τους να αναλάβει η γιαγιά του. Μάλιστα αυτός από ηλικία 14 ετών έκανε χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών και ενώ για κάποιο χρονικό διάστημα διέκοψε την χρήση τον τελευταίο χρόνο την άρχισε ξανά ενώ προγραμματίζει να συνεργαστεί με κέντρο απεξάρτησης. Από τον Μάρτιο του 2020 συμβιεί με γυναίκα με την οποία διατηρεί καλή σχέση ενώ μετά την αποφυλάκιση του είναι άνεργος και εξακολουθεί να αναζητά εργασία. Αναφορά έγινε από την συνήγορο του στην άμεση παραδοχή του τόσο στις Αστυνομικές Αρχές όσο και στο Δικαστήριο καθώς και στην απολογία του και στο γεγονός πως πρόκειται για χρήστη ναρκωτικών από νεαρή ηλικία που μάλιστα κατά το έτος 2019 τον οδήγησε και στην φυλακή για περίοδο 18 μηνών. Προσπαθεί σήμερα να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά αλλά και να ανοίξει δικό του εστιατόριο αφού κατέχει την ειδικότητα του μάγειρα με εισήγηση πως η ενδεχόμενη ποινή στερητικής της ελευθερίας ενδεχομένως να επηρεάσει δυσμενώς την προσπάθεια του αυτή. Ζήτησε από το Δικαστήριο να ασκήσει την μέγιστη δυνατή επιείκεια στο πρόσωπο του κατηγορούμενου ενώ σε περίπτωση που προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας αυτή μπορεί να ανασταλεί. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρά και αυτό φαίνεται από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Συγκεκριμένα για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 χρόνια, πέραν της ποινής του προστίμου ή και των δύο αυτών ποινών που προβλέπονται. Για δε το αδίκημα της χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α προνοείται μέχρι και δια βίου φυλάκιση πέραν της ποινής του προστίμου. Βέβαια δεν παραγνωρίζεται ότι το Δικαστήριο αυτό έχει εξουσία επιβολής ποινής φυλάκισης μέχρι 5 χρόνων, όμως οι προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές συνιστούν ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος και το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία v Κυριάκου κ.α.

(1990)2ΑΑΔ 264, Λεβέντης v Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632). Πέραν των πιο πάνω, αντλώ δικαστική γνώση για τη συχνότητα που διαπράττονται τέτοιας φύσεως αδικήματα από τις πολλές υποθέσεις που άγονται καθημερινά ενώπιον του Δικαστηρίου και την ανάγκη που υπάρχει για αποτροπή. Η νομολογία έχει καταδείξει ότι τέτοιας φύσεως αδικήματα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα και την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην Παγιαβλάς v Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240 λέχθηκαν σχετικά τα εξής: Η χρήση ναρκωτικών έχει, όντως, προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, όπως και πρόσφατα διαπιστώθηκε στην Παυλίδης κ.ά. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6161 και 6162, 15/7/96. Η χρήση ναρκωτικών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Αποτελούν τα ναρκωτικά κίνδυνο, τόσο για τη φυσική, όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση, η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών, καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που καθιστά τη φυλάκιση εμφανή επιλογή. Η διαπίστωση που έγινε στην πιο πάνω υπόθεση επιβεβαιώθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Τρύφωνος v Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 197, Beyki v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 60 και Μαρία Ηλιάδη v Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 412). Βέβαια υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα του αδικήματος ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται, είναι μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής. Τόσο ο σχετικός Νόμος όσο και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προβαίνουν σε μια διαφοροποίηση ως προς την μεταχείριση των χρηστών σε αντίθεση με τους εμπόρους ναρκωτικών. Σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β) (iii) αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε οιανδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ναρκωτικών και ότι το παράπτωμα του, σχετίζεται αποκλειστικά με τη χρήση ναρκωτικών. Στην υπόθεση Beyki v Αστυνομίας (ανωτέρω) λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι' αυτό και οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 174, καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίον (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ακόμα όμως και στην περίπτωση των χρηστών, η ποινή φυλάκισης δεν είναι ως θέμα αρχής κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, λανθασμένη. Σε σχέση με την αντιμετώπιση των χρηστών στην Παγιαβλάς v Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240 Παγιαβλάς v Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: Πράγματι, γίνεται διάκριση μεταξύ εμπόρων και χρηστών ναρκωτικών. Στην περίπτωση των πρώτων, η ανάγκη για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι κατάδηλη. Αποζούν από τη διασπορά της καταστροφής. Η διάκριση, όμως, μεταξύ των δύο κατηγοριών παραβατών, αμβλύνεται σε μεγάλο βαθμό, αναλογιζόμενοι ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία ναρκωτικών. Χωρίς τους χρήστες, δε θα υπήρχε αγορά για τα ναρκωτικά. Η καταπολέμηση του κακού στη γένεσή του διέρχεται μέσα από την καταπολέμηση της κατανάλωσης ναρκωτικών. Έτσι, και στην περίπωση των χρηστών, συντρέχουν ισχυροί λόγοι για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι περιστασιακός χρήστης σε συνδυασμό με τη μικρή ποσότητα των ναρκωτικών επενεργεί στη σημαντική μείωση της σοβαρότητας του αδικήματος (βλ. Δημητρίου v Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 502). Η μικρή ποσότητα ναρκωτικών θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Όμως, από μόνο του το γεγονός αυτό, δεν έχει αναγκαία αποφασιστική σημασία. Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να συνδυάζεται με άλλους μετριαστικούς παράγοντες όπως π.χ. η απουσία εμπορίας και η περιστασιακή χρήση (βλ. Τρύφωνος v Αστυνομίας (ανωτέρω) και Σελλής v Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 215). Η προσπάθεια ενός χρήστη να απεγκλωβιστεί από τον εθισμό του αποτελεί ένα επιπρόσθετο μετριαστικό παράγοντα. Τέτοια προσπάθεια σύμφωνα με τη νομολογία, πρέπει να ανταμείβεται ανάλογα, καθ ην έκταση με την ενδεχόμενη απεξάρτηση θα εκλείψει και η ανάγκη διάπραξης αδικημάτων προς εξασφάλιση της δόσης του χρήση (βλ. Χριστοφίδης v Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148, Καρακάννας v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 463 και Χαραλάμπους v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 82). Παρά τα πιο πάνω όμως, η κάθε περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται η εξατομίκευση της έτσι ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία του κατηγορούμενου και των γεγονότων. Η υποχρέωση για εξατομίκευση της τιμωρίας δεν ατονεί ώστε να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Φιλίππου v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 245, Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224 και Κόκκινος v Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 135). Στρεφόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου την ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανευρέθηκε και ότι αυτή ήταν τάξεως Α, που είναι από τις σοβαρότερες κατηγορίες ναρκωτικών του Νόμου. Η ποσότητα επίσης γι' αυτή την τάξη ναρκωτικών αν και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μεγάλη εντούτοις δεν είναι ευκαταφρόνητη και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως πολύ μικρή. Τα πιο πάνω γεγονότα είναι ιδιαίτερα σοβαρά και συγκεκριμένα η κατοχή ναρκωτικών τάξεως Α και συγκεκριμένα κοκαΐνης βάρους 9,45 γραμμαρίων έστω και αν προοριζόταν για προσωπική χρήση του κατηγορούμενου και ελλείπουν στοιχεία που να καταδεικνύουν εμπορία. Το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να πατάξει τέτοιου είδους συμπεριφορές δια της επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Περαιτέρω επιβαρυντικό παράγοντα λαμβάνω υπόψη μου και το γεγονός πως ο κατηγορούμενος ήδη βαρύνετέ με μια προηγούμενη καταδίκη για ίδιας φύσεως αδικήματα μάλιστα εκτίοντας ποινή φυλάκισης 18 μηνών με τον ίδιο αμέσως μετά την αποφυλάκιση του να επιδίδεται στην διάπραξη ίδιας φύσεως αδικημάτων ενώ θα αναμένετο ότι με την αποφυλάκιση του αυτός δεν θα επαναλάμβανε τέτοιες παραβατικές συμπεριφορές. Προς όφελος του κατηγορουμένου, λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: 1) Την ομολογία και συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές. Κατά την ανακριτική του κατάθεση ανέφερε πως οι ναρκωτικές ουσίες ήταν για δική του χρήση. Θα δώσω ιδιαίτερη βαρύτητα στον παράγοντα αυτό και θα τον λάβω σοβαρά υπόψη μου (βλ. Ελ Χαπιρ Ναζιπ v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 6/2014, Ημερ. 21/11/2014 και Στέλιου Νικολάου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 33/2016, Ημερ. 19/10/2017), ECLI:CY:AD:2017:B364. 2) Την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου παράγοντα στον οποίο θα δοθεί η πρέπουσα βαρύτητα (βλ. Χαρτούμπαλος v Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28)). 3) Την απολογία και μεταμέλεια του, όπως εκφράστηκε από το συνήγορο του. 4) Το σύνολο των προσωπικών, οικογενειακών και οικονομικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου όπως αυτές περιγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και ως έχουν αναφερθεί από τον δικηγόρο του. 5) Το ότι τα ναρκωτικά που ανευρέθηκαν προορίζονταν για δική του χρήση. 6) Τον χρόνο που παρήλθε από την ημερομηνία που διαπράχθηκε το αδίκημα μέχρι την ημερομηνία που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. 7) Το ότι ο ίδιος προσπαθεί να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες του κατηγορουμένου, κρίνω ότι αυτοί δεν είναι ικανοί έτσι ώστε να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητικής της ελευθερίας. Τα αδικήματα και οι περιστάσεις διάπραξης τους είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Σε τέτοιες περιπτώσεις σοβαρών αδικημάτων όπου επιβάλλεται η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, επιβάλλονται σε αυτόν οι ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών Στην 2η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία για την αναστολή ποινών φυλάκισης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου, επανεξετάζονται. Παραπέμπω στο κάτωθι απόσπασμα από την Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017, Ημερ. 21/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311: «Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Η σοβαρότητα των αδικημάτων και των περιστάσεων διάπραξης τους έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Ο κατηγορούμενος κατείχε την πιο πάνω αναφερόμενη ποσότητα ναρκωτικών κατηγορίας Α που επρόκειτο για σκληρά ναρκωτικά και από τις σοβαρότερες κατηγορίες ναρκωτικών του Νόμου. Ο ίδιος επίσης είχε προβεί και σε χρήση τέτοιων ναρκωτικών αφού επρόκειτο για χρήστη μάλιστα από την ηλικία των 14 ετών. Μάλιστα αξιοσημείωτο το γεγονός πως ενώ αυτός καταδικάστηκε στις 27.06.2019 σε ποινές άμεσης φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 18 μηνών για παρόμοιας φύσεως αδικήματα αμέσως μετά την αποφυλάκιση του προέβηκε στην διάπραξη νέου αδικήματος. Συνεπώς η σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε και το ποινικό του μητρώο είναι παράγοντες που αποκλίνουν το Δικαστήριο από το να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν σήμερα στον Κατηγορούμενο (βλ. Ποινική Έφεση Αρ. 40/2021 ημερ. 20.07.2021). Επαναλαμβάνω ότι έλαβα σοβαρά υπόψη μου όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά στοιχεία του κατηγορουμένου, αλλά υπό τις περιστάσεις αυτά δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης ιδίως λαμβάνοντας υπόψη την προηγούμενη καταδίκη του Κατηγορούμενου. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος του Κατηγορουμένου για αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που του επιβλήθηκαν. Tα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Πιστόν Αντίγραφον Υπ........... Πρωτοκολλητής Ν. Φακοντής, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.