Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. Α. Β., Αρ. Υπόθεσης: 6006/20, 25/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6006/20 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v. Α. Β. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25 Οκτωβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο: καμία εμφάνιση Κατηγορούμενος: Παρών AΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: Το υπό εξέταση κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 04.08.2020 στο Ε.Δ. Πάφου μέσω του οποίου καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο η διάπραξη του αδικήματος της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91 Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Κατηγορίας καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο ότι την 31ην Δεκεμβρίου 2019 στην οδό [ ] στην Γεροσκήπου προκάλεσε τρόμο ή ανησυχία στην [ ] απειλώντας την με παράνομη πράξη, δηλαδή της είπε <<τώρα να έρτω να σε κάμω άχρηστη>>. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία παρουσιάστηκε από την Παραπονούμενη [ ] (ΜΚ1) ενώ εξ συμφώνου κατατέθηκε η κατάθεση του εξεταστή της υπόθεσης Αστ. [ ] Ν. Καζαντζή[1] καθώς και η ανακριτική κατάθεση[2] και γραπτή κατηγορία[3] που αφορά τον Κατηγορούμενο. Μετά που ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία αυτός επέλεξε να δώσει ενόρκως μαρτυρία ενώ κάλεσε και ως μάρτυρα υπεράσπισης του τον [ ] (ΜΥ1). Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Οι Αγορεύσεις: Τόσο η πλευρά της δικηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής όσο και ο Κατηγορούμενος προσωπικά με τις προφορικές τους εισηγήσεις υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις τους. Έχω μελετήσει επισταμένως τις θέσεις αυτές, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Να υπενθυμιστεί στο στάδιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση σχολιασμού κάθε απόφασης που παρουσιάζεται από διάδικο εκτός και αν αυτή είναι καθοριστική για τα επίδικα ζητήματα. Ακόμη, δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται, το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486.)[4] Η κα. Μανώλη εισηγήθηκε πως το σύνολο της μαρτυρίας που η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε θα πρέπει να κριθεί ως αξιόπιστο από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται το σύνολο των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της απειλής. Από την αντίπερα όχθη ο Κατηγορούμενος περιορίστηκε να αναφέρει απλά ότι δεν της είπε ότι θα την κάνει άχρηστη και εξέφρασε την απολογία του αν προκάλεσε στην παραπονούμενη κάποια αναστάτωση. H μαρτυρία: Η ΜΚ1 παρουσιάζοντας και υιοθετώντας την κατάθεση της ως Τεκμήριο 1 ανέφερε ότι στις 31.12.2019 και περί ώρα 13:20 ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο [ ] από τον χώρο στάθμευσης της Ελληνικής Τράπεζας προσπαθώντας να εισέλθει στην οδό [ ] κτύπησε το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] με αποτέλεσμα να κατεβεί από το αυτοκίνητο της και να ρωτήσει τον οδηγό του γιατί είχε παρκάρει σε διπλή κίτρινη γραμμή. Τότε αυτός ευρισκόμενος στην μηχανή ανάληψης χρημάτων της είπε ''τώρα να έρθω να σε κάμω άχρηστη'' με αποτέλεσμα να τηλεφωνήσει του συζύγου της να έρθει στο μέρος επειδή ήταν και ο ιδιοκτήτης του οχήματος που οδηγούσε ο οποίος και αφίχθηκε 10 λεπτά αργότερα και ανέφερε στον κατηγορούμενο ''αν θέλεις να δέρεις κανέναν έχω μαύρη ζώνη του καράτε''. Ως καταληκτικά αναφέρει στην κατάθεση της δεν λέχθηκε κάτι άλλο και αφίχθηκαν στην σκηνή και οι ασφαλιστικές εταιρείες. Δήλωσε ότι έχει παράπονο και επιθυμεί την ποινική δίωξη του άλλου προσώπου. Τέλος σε ερώτηση για το πώς αυτή ένοιωσε ανέφερε πως φοβήθηκε αφού δεν ξανά τύχε στο παρελθόν να την απειλήσει κάποιος με αυτό τον τρόπο και πως ένοιωσε φόβο ότι θα την κτυπούσε και μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο να παρκάρει ενώ την κυνηγούσαν γιατί νόμιζαν ότι θα έφευγε. Αντεξεταζόμενη από τον Κατηγορούμενο επέμενε πως δεν είχε σταματήσει το αυτοκίνητο της 40 με 50 μέτρα πιο κάτω αλλά σταμάτησε και κατέβηκε κάτω και ο Κατηγορούμενος της είπε αυτά που ανέφερε. Επειδή όμως είχε κίνηση αναγκάστηκε να σταθμεύσει πιο κάτω ενώ νόμισε πώς την ώρα που έρχονταν πίσω της ήταν για να την κτυπήσουν. Κατέβηκε τέλος από το αυτοκίνητο μόλις έφτασε στο μέρος ο σύζυγος της. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως ενώ τραβούσε χρήματα από την μηχανή η παραπονούμενη του κτύπησε το αυτοκίνητο και προσπάθησε να φύγει. Λόγω του ότι αυτός δεν μπορούσε να αφήσει την κάρτα του στη μηχανή φώναξε του φίλου που να την σταματήσει, όμως η παραπονούμενη νόμισε ότι θα την κτυπούσε και κάλεσε τον άντρα της που ήρθε στο μέρος και άρχισε να απειλή ότι έχει μαύρη ζώνη του καράτε και θα τους κάνει κόμπους. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε ότι δεν γνωρίζει από προηγουμένως την παραπονούμενη ούτε και είχε οποιαδήποτε διαφορά μαζί της. Ανέφερε πώς όταν προέβαινε σε ανάληψη χρημάτων από την μηχανή στην Τράπεζα άκουσε ένα ήχο κτυπήματος και διαπίστωσε πώς το αυτοκίνητο του είχε κτυπηθεί από το αυτοκίνητο που οδηγείτο από την παραπονούμενη στην προσπάθεια της να βγει από το πάρκινγκ και όταν τους είδε πήγε να φύγει και την σταμάτησαν γύρω στα 20 με 30 μέτρα πιο κάτω. Συμφώνησε πώς το αυτοκίνητο του το είχε παρκάρει μπροστά από την Ελληνική Τράπεζα σε διπλή κίτρινη γραμμή αλλά αρνήθηκε την θέση πως ο τρόπος με τον οποίο στάθμευσε αυτό εμπόδιζε την παραπονούμενη να βγει από τον χώρο στάθμευσης. Κάλεσε τον φίλο του να κατεβεί από το αυτοκίνητο και να την σταματήσει όπως και έγινε αφού ο ίδιος δεν μπορούσε να φύγει από το μηχάνημα ανάληψης χρημάτων. Δέχθηκε επίσης την θέση ότι ήταν λίγο επιθετικός προς την παραπονούμενη όμως σε καμιά περίπτωση δεν ήταν σε επίπεδο να την απειλήσει ή να την κτυπήσει ενώ αρνήθηκε ότι της είχε πει αυτά που η παραπονούμενη του καταλογίζει. Ο ΜY1 ανέφερε πώς κατά την συγκεκριμένη ημέρα βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενο και ενώ η Παραπονούμενη βγήκε από το πάρκινγκ κτύπησε το αυτοκίνητο τους και προχώρησε αρκετά προσπαθώντας να φύγει αλλά κατέβηκε κάτω της φώναξε και σταμάτησε. Η Παραπονούμενη κατέβηκε κάτω και άρχισε να ωρύεται, έπιασε τον άντρα της ο οποίος ήρθε επί τόπου και ζήτησε να μάθει ποιος ήταν αυτός που φώναζε και ότι έχει μαύρη ζώνη στο καράτε και θα τους έκαμνε κόμπους. Σε ερώτηση του Κατηγορούμενου αν τον άκουσε να απειλεί την παραπονούμενη απάντησε πως δεν είχε ακούσει κάτι τέτοιο. Αντεξεταζόμενος είδε και αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ως Τεκμήριο 6 αφού πήγαν μαζί με τον Κατηγορούμενο για να προβούν σε καταγγελία εναντίον του συζύγου της Παραπονουμένης. Παρά το ότι επέμενε στην θέση ότι αρχικά η Παραπονούμενη κτύπησε το όχημα στο οποίο ο ΜΥ1 επέβαινε και στην συνέχεια συνέχισε την πορεία της χωρίς να σταματήσει κάτι που έγινε μόλις ο μάρτυρας της φώναξε κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνετε από την γραπτή του κατάθεση κάτι που και ο ΜΥ1 αναγνώρισε δίδοντας μετά ως δικαιολογία ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί. Δεν θυμόταν επίσης αν του είχε πει ο Κατηγορούμενος να φωνάξει στην Κατηγορούμενη να σταματήσει το όχημα της. Σημείωσε πώς ο ίδιος βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο και δεν άκουσε τον φίλο του να απειλή την παραπονούμενη και ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ούτε εκνευρισμένος ούτε και επιθετικός μαζί της. Τέλος ενώ επέμενε ότι η Παραπονούμενη ωρυόταν για τον χώρο που είχαν σταθμεύσει επιβεβαίωσε πώς κάτι τέτοιο δεν το αναφέρει ούτε και στην κατάθεση του. Aξιολόγηση Μαρτυρίας: Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων στην παρούσα ποινική υπόθεση είχα υπόψη μου και το εξής σαφές και περιεκτικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στη Monteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459: «Το έργο του Δικαστηρίου στην αναζήτηση της αλήθειας στο μέτρο βεβαίως του ανθρωπίνως δυνατού, είναι έργο περίπλοκο, περίτεχνο και ιδιαίτερα λεπτό. Η ανθρώπινη εμπειρία, την αντικειμενική συνισταμένη της οποίας εκφράζει το κάθε Δικαστήριο, διδάσκει ότι είναι απροσδιόριστα απεριόριστη η περιπτωσιολογία της ανθρώπινης έκφρασης μ' όλες τις εκφάνσεις της. Είναι γι' αυτό που ένα Δικαστήριο, ιδιαιτέρως ποινικής δικαιοδοσίας, οφείλει να διυλίζει, να διηθίζει και να φιλτράρει την όλη μαρτυρία με περισσή επιμέλεια και τέτοια προσοχή έτσι ώστε αν καταλήξει σε ενοχή, αυτή να είναι συμβατή με το διαχρονικό αξίωμα και θεμέλιο στην ποινική δίκη, ότι ουδείς καταδικάζεται εκτός εάν κριθεί ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Επίσης υπενθυμίζεται πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Η Παραπονούμενη μου έκανε καλή εντύπωση παρά το γεγονός ότι αυτή κατά τον χρόνο που έδινε μαρτυρία από το εδώλιο του μάρτυρα φαινόταν ότι ήταν σε έντονη συναισθηματική φόρτιση και στρες, κρίνω όμως ότι είπε τα πραγματικά γεγονότα στο Δικαστήριο. Δεν είμαι διατεθειμένος όμως να δεχθώ το σύνολο της μαρτυρίας της και συγκεκριμένα των αναφορών της ότι σε αυτήν προκλήθηκε φόβος από τα όσα ο Κατηγορούμενος της είχε αναφέρει. Και αυτό γιατί κατά τον χρόνο που έγινε το περιστατικό και προχώρησε και έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία σε καμία αναφορά δεν προέβηκε ότι αυτή φοβήθηκε. Μάλιστα ο λόγος που αναφέρει στην κατάθεση της είναι ότι είχε παράπονο από τον Κατηγορούμενο και επιθυμούσε όπως αυτός διωχθεί ποινικά. Αξιοσημείωτο επίσης το γεγονός πώς οι μόνες αναφορές περί ύπαρξης φόβου για τα όσα ο Κατηγορούμενος της εκστόμισε έγιναν μόλις αυτή κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία κατά την κατάθεση της στο Δικαστήριο με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας 3 σχεδόν χρόνια αργότερα του περιστατικού ενώ κάτι τέτοιο αν πράγματι υφίστατο δηλαδή η ύπαρξη του φόβου όπως τον περιέγραψε κατά την κυρίως εξέταση της θα έπρεπε να είχε συμπεριληφθεί στην γραπτή της κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία αμέσως μετά το περιστατικό. Επιπρόσθετα δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο και το γεγονός πώς αυτή κάλεσε τον σύζυγο της στην σκηνή όχι γιατί ένοιωσε φόβο και είχε ανάγκη προστασίας αλλά γιατί αυτός ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος το οποίο η Παραπονούμενη οδηγούσε και είχε εμπλακεί στο ατύχημα. Συνεπώς για τους λόγους που αναφέρω ανωτέρω δέχομαι το μέρος της μαρτυρίας της ότι πράγματι έγινε το συγκεκριμένο περιστατικό ως η μάρτυρας το περιέγραψε με τον Κατηγορούμενο να την εκστομίζει την φράση ΄΄τώρα να έρτω να σε κάμω άχρηστη'' όμως δεν δέχομαι το μέρος της μαρτυρίας της ότι στην Κατηγορούμενη προκλήθηκε οποιοσδήποτε φόβος. Σε σχέση με τoν Κατηγορούμενο αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση αφού παρά το γεγονός ότι παραδέχθηκε ότι αμέσως μετά το οδικό ατύχημα ο ίδιος είχε στάση επιθετική έναντι της Παραπονούμενης προσπάθησε θεωρώ να αποκρύψει από το Δικαστήριο τα όσα πραγματικά έλαβαν χώρα και σχετίζονταν με τον μεταξύ τους διαπληκτισμό. Μάλιστα τα όσα ο ίδιος υποστήριξε περί της ισχυριζόμενης προσπάθειας της παραπονούμενης να εγκαταλείψει τη σκηνή του ατυχήματος δεν επιβεβαιώνονται από την γραπτή κατάθεση που ο ΜΥ1 έδωσε στην Αστυνομία και ήταν παρόν στο περιστατικό. Ήταν ξεκάθαρη η προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν εκστόμισε την συγκεκριμένη φράση και να υποστηρίξει την δική του καταγγελία εναντίον του συζύγου της Παραπονούμενης. Σε σχέση με την τελευταία υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής προς τον μάρτυρα ότι αυτός ευθύνεται για τον φόβο και την αναστάτωση που προκάλεσε με την φράση που της εκστόμισε στην ουσία παραδέχθηκε με την απάντηση του ότι πράγματι της είχε εκστομίσει την συγκεκριμένη φράση. Το αν φοβήθηκε η προκλήθηκε αναστάτωση στην παραπονούμενη είναι κάτι το οποίο το Δικαστήριο θα αποφανθεί μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ίδιας της μάρτυρος πράγμα το οποίο και έπραξε ανωτέρω. O MY1 δεν άφησε καλή εικόνα στο Δικαστήριο και δεν είμαι διατεθειμένος να αποδεχθώ την μαρτυρία του. Ήταν ξεκάθαρο ότι προσήλθε να δώσει μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων του Κατηγορούμενου και όχι να παρουσιάσει τα αληθινά γεγονότα της υπόθεσης. Τα όσα ο ίδιος υποστήριξε περί της προσπάθειας της παραπονουμένης να διαφύγει από την σκηνή του ατυχήματος δεν επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο της κατάθεσης που ο ίδιος έδωσε στην Αστυνομία. Μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις κατά την αντεξέταση που δεν φαινόταν διατεθειμένος να απαντήσει, έθετε ως δικαιολογία την παρέλευση χρόνου και το ότι δεν θυμόταν ενώ συνέχισε να υποστηρίζει ως βέβαιο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν απείλησε την Παραπονούμενη ενώ στην συνέχεια ανέφερε πώς ένεκα του γεγονότος ότι αυτός βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου δεν θα μπορούσε να ακούσει κάτι τέτοιο. Επιπρόσθετα σημειώνεται και η θέση που εξέφρασε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ούτε εκνευρισμένος ούτε και επιθετικός προς την Παραπονούμενη σε μια ξεκάθαρη προσπάθεια να βοηθήσει την υπεράσπιση πράγμα που όμως έρχεται σε σύγκρουση με την ανακριτική κατάθεση αλλά και θέση του κατηγορούμενου γενικότερα ότι πράγματι ήταν επιθετικός με την Παραπονούμενη. Συνεπώς για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Ευρήματα: Έχοντας υπόψη μου τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα & έγγραφα καθώς και την τεθείσα ενώπιον μου αποδεκτή έγγραφη και δια ζώσης μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση: Η Παραπονούμενη στις 31.12.2019 και περί ώρα 13:00 οδηγώντας το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] στην προσπάθεια της να εξέλθει από χώρο στάθμευσης με σκοπό να εισέλθει στην οδό [ ] κτύπησε το σταθμευμένο σε διπλή κίτρινη γραμμή όχημα που οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο με αρ. εγγραφής [ ] έμπροσθεν του υποκαταστήματος της Ελληνικής Τράπεζας που ευρίσκεται στην Γεροσκήπου της Επαρχίας Πάφου. Κατά τον χρόνο της σύγκρουσης ο Κατηγορούμενος βρισκόταν μπροστά από το μηχάνημα ανάληψης χρημάτων του υποκαταστήματος της τράπεζας και αφού άκουσε το κτύπημα γύρισε προς την κατεύθυνση του οχήματος του στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός ο [ ]. Μετά τη σύγκρουση έλαβε χώρα διαπληκτισμός μεταξύ της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου όπου μεταξύ άλλων αναφέρθηκε από τον Κατηγορούμενο προς την Παραπονούμενη η φράση <<τώρα να έρτω να σε κάμω άχρηστη>>. Στη σκηνή αφίχθηκε τόσο ο σύζυγος της Παραπονούμενης [ ] και ιδιοκτήτης του οχήματος [ ] όπου συμμετείχε και αυτός στον διαπληκτισμό όσο και αντιπρόσωποι των ασφαλιστικών εταιρειών. Στην συνέχεια τόσο η πλευρά του Κατηγορούμενου όσο και της Παραπονούμενης μετέβησαν στην Αστυνομία όπου προέβηκαν σε καταγγελίες τόσο για το μεταξύ τους περιστατικό όσο και για θέματα που αφορούσαν την εμπλοκή του συζύγου της Παραπονούμενης. Νομική Πτυχή: Το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος είναι:
- Ο κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, και
- Η εν λόγω απειλή να προκαλέσει σε άλλο πρόσωπο τρόμο ή ανησυχία. To Aνώτατο Δικαστήριο είχε πρόσφατα την ευκαιρία να ασχοληθεί με το τι συνιστά απειλή και συγκεκριμένα στην Ποινική Έφεση αρ. 41/2021, ημερομηνίας 28.09.2022 μεταξύ ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ.[5] Πρέπει, λοιπόν, για να αποδειχθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί όχι μόνο η απειλή με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, αλλά και ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας σε άλλο πρόσωπο. Υπαγωγή των ευρημάτων επί της νομικής πτυχής & συμπεράσματα: Από την τεθείσα ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ως ασφαλές συμπέρασμα γεγονότων το ατύχημα που έλαβε χώρα με εμπλεκόμενα οχήματα τόσο αυτό της Παραπονούμενης όσο και αυτό του Κατηγορούμενου. Φαίνεται επιπρόσθετα να προκύπτει πως την ευθύνη του ατυχήματος είχε ο Κατηγορούμενος ο οποίος επέλεξε να σταθμεύσει αυτό επί διπλής κίτρινης γραμμής. Στην συνέχεια έλαβε χώρα διαπληκτισμός μεταξύ Παραπονούμενης και Κατηγορούμενου με αποτέλεσμα στα πλαίσια της έντασης της στιγμής ο Κατηγορούμενος να εκστομίζει στην Παραπονούμενη την φράση ''τώρα να έρτω να σε κάμω άχρηστη''. Παρά την φράση αυτή στην Παραπονούμενη δεν προκλήθηκε οποιοσδήποτε φόβος ή τρόμος. Απεναντίας αυτή παρέμεινε ψύχραιμη στην σκηνή του ατυχήματος και κάλεσε και τον σύζυγο της να προσέλθει για χειρισμό του θέματος αφού ήταν και ο ιδιοκτήτης του οχήματος το οποίο αυτή οδηγούσε. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου η κατηγορία είναι καταδικασμένη σε απόρριψη αφού ελλείπει αναγκαίο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τυχόν έξοδα που αφορούν τους μάρτυρες της υπόθεσης να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Τεκμήριο 2 [2] Τεκμήριο 4 [3] Τεκμήριο 3 [4] Μ.Φ. Χ. v. Μ.Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/2018, 28/9/2021 [5] To Άρθρο 91Α του ΚΕΦ. 154 προνοεί ως ακολούθως: «Απειλή 91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» Προκύπτει συνεπώς ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) η απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης ή παράλειψης κατά προσώπου β) που του προκαλεί τρόμο ή ανησυχία. Το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο που απευθύνονται. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού (βλ. Ν. Νετζίηπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1). Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2021, ημερομηνίας 20.1.2022, η οποία αφορούσε το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του Άρθρου 91Α του ΚΕΦ. 154 είναι σχετικό: «Στη Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τα αποφασισθέντα σ΄ εκείνη την υπόθεση εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην παρούσα. Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence» όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος.» Σ' ό,τι αφορά την ένοχη διάνοια παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Sweet v. Parsley [1970] A.C. 132 σελίδα 148: «Ι dealt with this matter at some length in Warner's case [1969] 2 A.C. 256. On reconsideration I see no reason to alter anything which I there said. But I thing that some amplification is necessary. Our first duty is to consider the words of the Act: if they show a clear intention to create an absolute offence that is an end of the matter. But such cases are very rare. Sometimes the words of the section which creates a particular offence make it clear that mens rea is required in one form or another. Such cases are quite frequent. But in a very large number of cases there is no clear indication either way. In such cases there has for centuries been a presumption that Parliament did not intend to make criminals of persons who were in no way blameworthy in what they did. That means that whenever a section is silent as to mens rea there is a presumption that, in order to give effect to the will of Parliament, we must read in words appropriate to require mens rea." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο