Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. Α. Κ., Αρ. Υπόθεσης: 7644/22, 14/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7644/22 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v. Α. Κ. Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 14 Νοεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Γ. Αργυρού Για την Κατηγορούμενη: Η κα. Γ. Παπασάββα Κατηγορούμενη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Το υπό εξέταση κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 11.11.2022 στο Ε.Δ. Πάφου με το οποίο η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει συνολικά 6 κατηγορίες. Οι πρώτες τέσσερις κατηγορίες αφορούν σωρευτικά 1 υπόθεση με την οποία καταλογίζεται στην κατηγορούμενη ότι ενώ αυτή ήταν υπάλληλος περιπτέρου διάπραξε τα αδικήματα της κλοπής από υπαλλήλου, της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της εξασφάλισης χρημάτων και αγαθών με ψευδείς παραστάσεις έχοντας ως επίδικο χρόνο την περίοδο 23.10.2022, 05.11.2022 και 07.11.
- Με τις υπόλοιπες 2 κατηγορίες που αφορούν σωρευτικά άλλη υπόθεση της καταλογίζεται το αδίκημα της κλοπής και της αξιόποινης παράνομης εισόδου σε σχέση με την ισχυριζόμενη κλοπή και παράνομη είσοδο σε κυλικείο ιδιωτικής κλινικής. Η Κατηγορούμενη μέσω της δικηγόρου της ζήτησε χρόνο για να απαντήσει στις Κατηγορίες. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως η κατηγορούμενη παραμείνει υπό κράτηση στηρίζοντας το αίτημα της στον κίνδυνο διάπραξης από μέρους της άλλων αδικημάτων. Προς υποστήριξη του αιτήματος παρέδωσε στο Δικαστήριο αριθμό εγγράφων τα οποία και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 1 στην διαδικασία μέσω των οποίων διαφαίνεται πως εναντίον της Κατηγορούμενης εκκρεμούσαν και ολοκληρώθηκαν δια της επιβολής ποινής στις 09.06.2022 στο Ε.Δ. Λευκωσίας 2 υποθέσεις ήτοι η Ποινική Υπόθεση [] και []. Σε σχέση με την πρώτη υπόθεση αυτή αφορούσε τα αδικήματα της συνωμοσίας δια διάπραξη κακουργήματος, διάρρηξη κατοικίας και κλοπή ενώ σε σχέση με την δεύτερη υπόθεση αυτή αφορούσε τα αδικήματα της διάρρηξης κτιρίου και διάπραξη κακουργήματος, εκβίαση και επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη. Στις υποθέσεις αυτές της επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης με 3ετή αναστολή. Επιπρόσθετα ροπή προς το έγκλημα σύμφωνα με την κα. Αργυρού δείχνει εκτός από το ποινικό της μητρώο και το υπό εξέταση κατηγορητήριο στο οποίο περιλαμβάνονται 2 διαφορετικές υποθέσεις για αδικήματα τα οποία φαίνεται να διαπράττονται σε σύντομο χρόνο μετά τις ποινές που της είχαν επιβληθεί από το Ε.Δ. Λευκωσίας με αποτέλεσμα η πιθανότητα σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερη να διαπράξει άλλα αδικήματα να είναι ορατή. Στο αίτημα αυτό η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορουμένης έφερε ένσταση. Στην ουσία η κα. Παπασάββα τόνισε πως οι υποθέσεις στις οποίες έχει ήδη επιβληθεί ποινή στην Κατηγορούμενη περιλάμβαναν αδικήματα που δεν είναι της ίδιας φύσεως με αυτά που αντιμετωπίζει στην υπό εξέταση υπόθεση με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται η διαταγή για την κράτηση της στην βάση του κινδύνου διάπραξης από μέρους της άλλων αδικημάτων. Για την έκδοση της παρούσας απόφασης έχω λάβει υπόψη τα όσα εισηγήθηκαν από αμφότερες τις πλευρές και έχω μελετήσει επισταμένως τη σχετική Νομολογία, στην οποία αναφέρθησαν αμφότεροι οι συνήγοροι, τόσο της Κατηγορούμενης, όσο και της Κατηγορούσας Αρχής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Η εξουσία του Δικαστηρίου όσον το αφορά αίτημα κράτησης του Κατηγορούμενου μέχρι την ημερομηνία της δίκης του εδράζεται στα άρθρα 48 και 157
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτησή του αποτελεί έναν σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με βάση παγίως καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου. Αυτοί έχουν επαναληφθεί πολύ πρόσφατα και στην Ποινική Έφεση Αρ. 129/20 μεταξύ Ανδρέου v. Αστυνομίας, ημερ. 20.08.2020 καθώς και στην Ποινική Έφεση Αρ. 195/20 μεταξύ Αργύρη v. Δημοκρατίας ημερ. 23.12.2020 και είναι οι ακόλουθοι:
- Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
- Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
- Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι συνεπώς απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Πιθανότητα διάπραξης ίδιου ή άλλου αδικήματος: Υπενθυμίζεται πως το αίτημα για την κράτηση της Κατηγορούμενης περιορίστηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής μόνο στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Ο λόγος αυτός από μόνος του μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση ενός κατηγορούμενο μέχρι την δίκη του. Στο δικαστήριο παραδόθηκαν έγγραφα τα οποία αφορούν την Κατηγορούμενη και συγκεκριμένα έγγραφα μέσα από τα οποία διαφαίνεται πως εναντίον της Κατηγορούμενης εκκρεμούσαν και ολοκληρώθηκαν δια της επιβολής ποινής στις 09.06.2022 στο Ε.Δ. Λευκωσίας 2 υποθέσεις ήτοι η Ποινική Υπόθεση [] και []. Μελετώντας τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι σε σχέση με την πρώτη υπόθεση αυτή αφορούσε τα αδικήματα της συνωμοσίας δια διάπραξη κακουργήματος, διάρρηξη κατοικίας και κλοπή ενώ σε σχέση με την δεύτερη υπόθεση αυτή αφορούσε τα αδικήματα της διάρρηξης κτιρίου και διάπραξη κακουργήματος, εκβίαση και επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη. Στις υποθέσεις αυτές της επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης με 3ετή αναστολή. Επιπρόσθετα ροπή προς το έγκλημα μπορεί να προκύπτει και από το περιεχόμενο της υπό εξέτασης υπόθεσης πέραν του ποινικού μητρώου ενός κατηγορούμενου. Επειδή η επιχειρηματολογία της υπεράσπισης επικεντρώθηκε με το ζήτημα του γεγονότος ότι δεν πρόκειται για τα ίδια αδικήματα όπως αυτά που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη με την υπό εξέταση υπόθεση είναι αρκετό να αναφέρω πως σύμφωνα και με τη νομολογία μας[1] η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν περιορίζεται κατ ανάγκη σε παρόμοιο με το υπό εκδίκαση αδίκημα. Η έννοια της εξέτασης της πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος δεν συνδέεται μόνο με το υπό εξέταση αδίκημα, αλλά και με την επιθυμία προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Ακόμα μπορεί να λεχθεί ότι εξυπηρετούνται και τα συμφέροντα του ίδιου του κατηγορούμενου ο οποίος λόγω του περιορισμού του αποτρέπεται από τη διάπραξη νέων αδικημάτων που επιφέρουν τιμωρία.[2] Τα όσα έχουν λεχθεί από τον Δικαστή κ. Ιωαννίδη στα πλαίσια της Ποινικής Έφεσης Αρ. 195/2020 μεταξύ Αργύρη v. Δημοκρατίας, ημερ. 23.12.2020 είναι απόλυτα σχετικά ως προς την εξέταση του λόγου αυτού. Στη Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130, επαναλαμβάνεται ότι η πιθανότητα διάπραξης ίδιου ή άλλου αδικήματος είναι δυνατό να αποτελέσει τον αποφασιστικό παράγοντα για την απόφαση του Δικαστηρίου, αφού κάθε παράγων εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος κράτησης. Μάλιστα, με αναφορά στη Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7, λέχθηκε ότι η άποψη ότι πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπάρχει συρροή όλων των παραγόντων που καθιέρωσε η Νομολογία, περιλαμβανομένης και της πιθανότητας επανάληψης αδικημάτων, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική ούτε στη Νομολογία. Συνοψίζοντας, αυτό που προκύπτει από τη Νομολογία, είναι ότι δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία σε σχέση με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων. Αρκεί να δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα στη βάση του συνόλου του υλικού που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου (Φενερίδης
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2101, Πατατάρης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 46 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 113/15 (Σχ. με 115/15) απόφαση ημερ. 02.06.2015). Επιπρόσθετα και στην υπόθεση ΙΩΑΝΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 25/2022, 4/2/2022 η Δικαστής κα. Σταματίου ανάφερε τα εξής σχετικά: Ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελεί έναν από τους τρεις αυτοτελείς λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη του. Στη Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45 αναφέρθηκε ότι η πρόβλεψη αναφορικά με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης, είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα για τη διάπραξη άλλου αδικήματος, δεν απαιτείται σύμφωνα με τη Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130, ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν, με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, να δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα. Στην υπό εξέταση υπόθεση κρίνω πως υπάρχει πιθανότητα διάπραξης από μέρους της Κατηγορούμενης σε περίπτωση που αυτή αφεθεί ελεύθερη άλλων αδικημάτων παρόμοιας η ακόμα και άλλης φύσεως από αυτά που αντιμετωπίζει με την υπό εξέταση υπόθεση. Χωρίς σε καμιά περίπτωση να παραγνωρίζεται το τεκμήριο της αθωότητας της Κατηγορούμενης, το ποινικό της μητρώο σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του υπο εξέταση κατηγορητηρίου είναι αρκετά για να δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι σε περίπτωση που αυτή αφεθεί ελεύθερη υπάρχει ο κίνδυνος διάπραξης από μέρους της άλλων αδικημάτων. Η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου από πιθανές παράνομες πράξεις της Κατηγορούμενης θεωρώ ότι στην παρούσα υπόθεση και στη βάση των δεδομένων που μου έχουν δοθεί είναι τέτοια που ικανοποιούν αυτό τον παράγοντα. Λαμβάνοντας λοιπόν σχετική καθοδήγηση από την Νομολογία την οποία έχω παραθέσει ανωτέρω και στην βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου προς υποστήριξη του αιτήματος της κράτησης κρίνω ότι υπάρχει στην παρούσα περίπτωση πιθανότητα διάπραξης ιδίων ή άλλων αδικημάτων αν η Κατηγορούμενη αφεθεί ελεύθερη. Κατά συνέπεια ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια εκδίδω διάταγμα για την κράτηση της Κατηγορούμενης μέχρι τις [] ημερομηνία που έχει οριστεί η παρούσα υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. (Υπ.) ................ Ν. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police
(1961)1 CLR 50 [2] R. v Wharton 1955 Cr. L. R. 565. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο