← Κύπρος

Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. M. S. A., Αρ. Υπόθεσης: 6215/22, 21/11/2022

Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. M. S. A., Αρ. Υπόθεσης: 6215/22, 21/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6215/22 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v. M. S. A. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 21 Νοεμβρίου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Γ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Η. Σατολιάς Κατηγορούμενος: Παρών AΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: O Κατηγορούμενος με το υπό εξέταση κατηγορητήριο ως αυτό έχει διαμορφωθεί με την τροποποίηση ημερομηνίας 04.10.2022 αντιμετώπιζε συνολικά 4 κατηγορίες ως εξής: Με την 1η Κατηγορία του καταλογίζεται το αδίκημα της απώλειας περιουσίας άλλου προσώπου με επέμβαση στη λειτουργία ηλεκτρονικού υπολογιστή, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 20(α)(β) του περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου (Κυρωτικός) Νόμος 22(ΙΙΙ)/2004 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αποδίδεται πως μεταξύ των ημερομηνιών 02-06.10.2020 στην Πάφο εισήλθε στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της εταιρείας Green Forest στην Πάφο με σκοπό να επιφέρει χωρίς δικαίωμα οικονομικό όφελος στον εαυτό του, δηλαδή, ενώ όλες οι συνομιλίες και οι διευθετήσεις μεταξύ του [] και της εταιρίας Green Forest για κηπουρικές εργασίες που θα έκανε η εταιρεία στην οικεία του στην Πέγεια, έγιναν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο κατηγορούμενος παρενέβη στην συνομιλία τους, χρησιμοποιώντας πανομοιότυπο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο με αυτό της εταιρίας Green Forest, [] αντί για [] και αφού ζήτησε από τον [], του απέστειλε το ποσό των €17.850= ως προκαταβολή για τις κηπουρικές εργασίες της Green Forest στον λογαριασμό με στοιχεία [], SWIFT CODE [], IBAN [], [], λογαριασμός ο οποίος ανήκει στον κατηγορούμενο και δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την πιο πάνω εταιρία. Με την 2η Κατηγορία του καταλογίζεται το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αποδίδεται πώς αυτός με ψευδείς παραστάσεις και με πρόθεση δόλου απέσπασε από τον [] το χρηματικό ποσό των €17.850= αφού οι ψευδείς παραστάσεις συνίστατο στο ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στον πιο πάνω, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ως πρόσωπο της εταιρείας Green Forest και αφού του ζήτησε του απέστειλε το πιο πάνω χρηματικό ποσό στον λογαριασμό με στοιχεία [], SWIFT CODE [], IBAN [], [] γνωρίζοντας ότι ο λογαριασμός αυτός του ανήκει και δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την πιο πάνω εταιρία. Με την 3η Κατηγορία του καταλογίζεται το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2,3,4
(1)(ΙΙΙ) και
(2), 5, 6 και 7 του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμος 188
(1)/2007 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αποδίδεται πως αυτός απέκτησε το χρηματικό ποσό των €17.850= ενώ γνώριζε ότι αποτελούσε έσοδα από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και της απώλειας περιουσίας άλλου προσώπου με επέμβαση στην λειτουργία ηλεκτρονικού υπολογιστή και της κλοπής όπως αναφέρεται στις κατηγορίες 1,2 και 4. Με την 4η Κατηγορία του καταλογίζεται το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αποδίδεται πως μεταξύ των ημερομηνιών 06-07.10.2020 στην Πάφο έκλεψε το χρηματικό ποσό των €17.850 περιουσία του Ihde Tobias από την Γερμανία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία παρουσιάστηκε από τον Εξεταστή της υπόθεσης Αστ. [] Γ. Μ. (ΜΚ1) τον κ. Τ. Τ. (ΜΚ2), την κα. Μ. Ά. (ΜΚ3) τον X. Π. (ΜΚ4) και τον [] (MK5). Επιπρόσθετα στις 12.10.2022 έγιναν με την έγκριση του Δικαστηρίου παραδεκτά γεγονότα[1] και κατατέθηκαν εξ συμφώνου έγγραφα.[2] Στις 08.11.2022 το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του (εκ πρώτης όψεως) κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία μόνο σε σχέση με την 4η Κατηγορία καθώς και την 3η Κατηγορία μόνο στον βαθμό και την έκταση που αυτή αφορά το γενεσιουργό (συνδεόμενο) αδίκημα της 4ης Κατηγορίας. Περαιτέρω αυτός αθωώθηκε και απαλλάχθηκε της 1ης & 2ης Κατηγορίας καθώς και το μέρος της 3ης Κατηγορίας που αφορούσε τα γενεσιουργά (συνδεόμενα) αδικήματα της 1ης & 2ης Κατηγορίας. Ο Κατηγορούμενος αφότου κλήθηκε σε απολογία στις κατηγορίες που αναφέρονται ανωτέρω επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση του. Οι Αγορεύσεις: Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων με τις προφορικές τους εισηγήσεις υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις του διαδίκου έκαστος εξ αυτών εκπροσωπεί. Έχω μελετήσει επισταμένως τις θέσεις αυτές, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Να υπενθυμιστεί στο στάδιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση σχολιασμού κάθε απόφασης που παρουσιάζεται από διάδικο εκτός και αν αυτή είναι καθοριστική για τα επίδικα ζητήματα. Ακόμη, δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται, το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486.)[3] O κ. Σατολιάς καταρχάς προέβαλε την θέση πως στην υπό εξέταση υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής ο κανόνας της ειδικότητας και συγκεκριμένα πώς ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχθεί των κατηγοριών που κλήθηκε σε απολογία αφού τέτοιες κατηγορίες δεν περιλαμβάνονταν στο περιεχόμενο του Κυπριακού αλλά και στην συνέχεια Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης στη βάση του οποίου ο Κατηγορούμενος συνελήφθηκε στην Ισπανία και εκδόθηκε στην Κύπρο. Αγορεύοντας παρέπεμψε το Δικαστήριο στη σχετική νομοθεσία και νομολογία προς υποστήριξη των θέσεων του. Ανεξάρτητα και επιπρόσθετα με την ανωτέρω θέση ο συνήγορος αγόρευσε προβάλλοντας και την επιχειρηματολογία πως ακόμα και αν το Δικαστήριο δεν αποδεχθεί την θέση για την εφαρμογή του κανόνα της ειδικότητας σε σχέση με τις εναπομείνασες κατηγορίες τότε ο πελάτης του θα πρέπει να αθωωθεί και επί της ουσίας των Κατηγοριών οι οποίες από την τεθείσα μαρτυρία δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν για τους λόγους που επιμελώς εξήγησε στο Δικαστήριο. Η κα. Αργυρού από την αντίπερα όχθη στην δική της επίσης επιμελή προφορική αγόρευση εισηγήθηκε πως το σύνολο της μαρτυρίας που η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε θα πρέπει να κριθεί ως αξιόπιστο από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα να αποδεικνύονται τα εναπομείναντα ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Σε σχέση μάλιστα με το κατά πόσον στην υπό εξέταση υπόθεση εφαρμόζεται η όχι ο κανόνας της ειδικότητας ήταν της άποψης ότι αυτός δεν τυγχάνει εφαρμογής παραπέμποντας προς τούτο σε σχετικές αποφάσεις αλλά και στα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης. H μαρτυρία: Ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και ο οποίος στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε συνολικά 25 τεκμήρια συμπεριλαμβανομένης και της δικής του κατάθεσης (Τεκμήριο 1). Ως μέλος του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Πάφου στις 07.10.2020 ανέλαβε την διερεύνηση υπόθεσης που είχε ως παραπονούμενο τον Γερμανό Επιχειρηματία [] ο οποίος διατηρούσε κατοικία στην Πέγεια της Επαρχίας Πάφου. Όπως του είχε αναφέρει ο ίδιος είχε έρθει σε επαφή με την εταιρεία Green Forest που δραστηριοποιείται στην Πάφο για την διενέργεια κηπουρικών εργασιών και είχε συνομιλία μαζί τους μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων μέσω της διεύθυνσης []. Για την εκτέλεση των εργασιών αυτών συμφώνησε όπως δώσει προκαταβολή το ποσό των €17.850= και για το οποίο απέστειλε σχετικό τραπεζικό έμβασμα στις 02.10.
  1. Όμως προτού το έμβασμα εκτελεστεί έλαβε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα από την διεύθυνση [] στις 02.10.2020 το οποίο παρουσιαζόταν ότι προερχόταν από την εταιρεία Green Forest και συγκεκριμένα μέσω του υπαλλήλου αυτής [] με το οποίο τον καλούσε να σταματήσει την μεταφορά και ότι θα του αποστελλόταν στοιχεία άλλου τραπεζικού λογαριασμού όπως και έγινε με νέο ηλεκτρονικό μήνυμα στις 04.10.2020 και ώρα 11:45 με το οποίο καλείτο να προχωρήσει στην πληρωμή του συγκεκριμένου ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό ΙΒΑΝ: [] (Σχετικά τα Τεκμήρια 2,3, 4, 7,8 και 15) κάτι το οποίο έπραξε στις 05.10.2020 δίδοντας σχετικές οδηγίες στην Ελληνική Τράπεζα όπου και διατηρούσε τον λογαριασμό του. Στις 06.10.2020 ο παραπονούμενος αντιλαμβανόμενος ότι τα χρήματα είχαν αποσταλεί σε πρόσωπο άλλο από την Green Forest και ότι έγινε παρέμβαση από τρίτους στην συνομιλία του με την συγκεκριμένη εταιρεία έδωσε οδηγίες στις 06.10.2020 για ανάκληση της διενέργειας του τραπεζικού εμβάσματος όμως αυτό δεν κατέστη εφικτό αφού είχε ήδη εκτελεστεί με αποτέλεσμα τα χρήματα να αποσταλούν στον τραπεζικό λογαριασμό ΙΒΑΝ: [] στην Ολλανδία. Για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης ετοιμάστηκε και αποστάλθηκε αίτημα Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας προς τις Δικαστικές Αρχές της Ολλανδίας (Τεκμήριο 10 & 11) οι οποίες ενημέρωσαν ότι ο δικαιούχος του λογαριασμού όπου πιστώθηκε το ποσό των €17.850= ήταν ο Κατηγορούμενος (Τεκμήριο 22 & 23). Στην βάση της πληροφόρησης αυτής ζητήθηκε και εξασφαλίστηκε στις 07.01.2022 Κυπριακό Ένταλμα σύλληψης (Τεκμήριο 12 ) και σε συνέχεια συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Τεκμήριο 13) κατά τον μήνα Ιούνιο 2022 εξασφαλίστηκε και Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (Τεκμήριο 16) εναντίον του Κατηγορούμενου και το οποίο στάλθηκε στην Interpol για εκτέλεση. Αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών ήταν η σύλληψης του Κατηγορούμενου στις 25.08.2022 στο Αεροδρόμιο της Μαδρίτης και η αυθημερόν μεταφορά του στην Κύπρο όπου έδωσε ανακριτικές καταθέσεις (σχετικά τα Τεκμήρια 20 & 21). Η αντεξέταση του μάρτυρα περιορίστηκε σε συγκεκριμένα ζητήματα αφού η υπεράσπιση στην ουσία δεν αμφισβήτησε το γεγονός της επέμβασης στην επικοινωνία του παραπονούμενου με την εταιρεία Green Forest αλλά και το γεγονός πώς το ποσό των €17.850= πράγματι πιστώθηκε σε ευρώ στον λογαριασμό του Κατηγορούμενου που διατηρεί στην Ολλανδία και το οποίο απέσυρε σε μετρητά σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες ήτοι στις 06.10.2020 το ποσό των €10.000 και στις 07.10.2020 το ποσό των €7.
  2. Αυτό για το οποίο ουσιαστικά ο μάρτυρας αντεξετάστηκε εκτενώς είναι το κατά πόσον έγιναν ενέργειες από πλευράς της Αστυνομίας για να διασυνδεθεί η χρήση των 2 emails από τον Κατηγορούμενο ή αν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με την χρήση των 2 αυτών emails με τον μάρτυρα να απαντά πώς τέτοια έρευνα ή μαρτυρία δεν υπάρχει αφού οι Ολλανδικές Αρχές παρά το ότι τους ζητήθηκε να προβούν στην σχετική έρευνα δεν το έπραξαν με πρόσχημα ότι ο Κατηγορούμενος δεν εντοπιζόταν. Παρά το γεγονός αυτό ο μάρτυρας θεώρησε πώς από την στιγμή που απάντηση λήφθηκε ότι τα χρήματα είχαν πιστωθεί στον λογαριασμό του κατηγορούμενου ότι ο Κατηγορούμενος θα είχε κάποια σχέση και με τα emails. Ούτε και γνώριζε αν ο Κατηγορούμενος μπορούσε να δει τα emails που είχαν ανταλλαχθεί και δεν απέκλεισε και το ενδεχόμενο πράγματι ο ίδιος να μην έχει απευθείας σχέση με την επικοινωνία αυτή αλλά κάποιο φιλικό του πρόσωπο ή συνεργάτης του. Επέμενε στην θέση πως με βάση τον νόμο περί νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ακόμα και αν πράγματι δεν γνώριζε για την προέλευση των χρημάτων αυτός όφειλε να γνωρίζει ιδιαίτερα όταν δόθηκε όπως και ο Κατηγορούμενος του ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση και προμήθεια προς τον ίδιο ύψους 15% περίπου €2500 και εξέφρασε την πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα χρήματα αυτά ήταν προϊόν παράνομης πράξης. Όσον αφορά το κομμάτι της αντεξέτασης που αφορούσε την καταλογιζόμενη από τον Κατηγορούμενο εμπλοκή τρίτου προσώπου στην υπόθεση και συγκεκριμένα κάποιου [] για τον οποίο μάλιστα αναφορά κάνει στις ανακριτικές του καταθέσεις αλλά και σε έγγραφα που παρέδωσε για τον εντοπισμό του, δηλαδή πώς ήταν αυτό το πρόσωπο που ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να του δώσει τα στοιχεία του τραπεζικού του λογαριασμού με σκοπό σε αυτόν να εμβαστεί χρηματικό ποσό προϊόν από κρυπτονόμισμα bitcoin και το οποίο στην συνέχεια ο τελευταίος θα ανέσυρε και θα του παρέδιδε σε μετρητά με αντάλλαγμα την πληρωμή ποσοστού προμήθειας και πως αυτό το πρόσωπο θα έπρεπε η Αστυνομία να αναζητήσει για την διάπραξη των καταλογιζομένων στον Κατηγορούμενο αδικημάτων ο ΜΚ1 ανέφερε πώς ήδη η Αστυνομία μέσω της επιστολής της ημερομηνίας 23.09.2022 (Τεκμήριο 24) ζήτησε από την Ιντερπόλ Ολλανδίας τα πλήρη στοιχεία του πιο πάνω προσώπου με σκοπό να διερευνηθεί και η δική του εμπλοκή στην υπόθεση. Ο ΜΚ2 ήταν ο Διευθυντής της εταιρείας Green Forest ο οποίος έδωσε κατάθεση για την υπόθεση και κατέθεσε στην διαδικασία ως Τεκμήριο
  3. Η εταιρεία του διαθέτει φυτώρια με την ίδια ονομασία και ασχολείται μεταξύ άλλων και με την εκτέλεση κηπουρικών εργασιών. Μεταξύ των πελατών της ήταν και ο Γερμανός [] ο οποίος διαθέτει κατοικία στην Πέγεια της Επαρχίας Πάφου όπου και είχαν συμφωνήσει την εκτέλεση κηπουρικών εργασιών για το συνολικό ποσό των €125.000 εκ των οποίων θα δινόταν ως προκαταβολή το ποσό των €17.850 με το υπόλοιπο ποσό να πληρώνεται σταδιακά ανάλογα και με την προόδο των εργασιών. Ο υπάλληλος της εταιρείας [] αρχές Οκτωβρίου 2020 ήρθε σε επικοινωνία με τον [] μέσω email χρησιμοποιώντας το email της εταιρείας με την ονομασία [] για να προχωρήσει σε διαδικτυακή μεταφορά του ποσού της προκαταβολής έτσι ώστε να ξεκινήσουν και οι εργασίες αποστέλλοντας του τα στοιχεία λογαριασμού της εταιρείας στην Alpha Bank όμως στην συνέχεια ο [] τον ενημέρωσε ότι έπεσε θύμα απάτης με αποτέλεσμα τα χρήματα της προκαταβολής να καταλήξουν σε άγνωστο πρόσωπο και να προχωρήσει σε καταγγελία στην Αστυνομία. Ο ίδιος σημείωσε πώς η εταιρεία του διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς μόνο σε 3 Κυπριακές Τράπεζες, και όχι στο εξωτερικό ενώ ποτέ δεν ζητήθηκε από τον [] να αποστείλει το ποσό των €17.850 σε τράπεζα του εξωτερικού. Περαιτέρω επιβεβαίωσε πως η εταιρεία του δεν διαθέτει άλλο email με την ονομασία marketing greenforest το οποίο να φέρει οποιαδήποτε άλλη παραλλαγή στα γράμματα αυτού. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε πώς το μόνο πρόσωπο που χειρίζεται το Email της εταιρείας είναι ο [], ενώ σημείωσε πως δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο ούτε και το πρόσωπο με την ονομασία []. Οι ίδιοι έλεγξαν τα email που χρησιμοποιεί η εταιρεία τους χωρίς να εντοπιστεί οποιοσδήποτε υιός η οτιδήποτε άλλο και επανέλαβε πώς η εταιρεία του δεν παρέλαβε το ποσό των €17.850 και η ενημέρωση που είχε από τον πελάτη τους ήταν ότι έστειλε τα χρήματα σε κάποιο λογαριασμό που του υποδείχθηκε μέσω email και παρίστανε την εταιρεία Green Forest. Η ΜΚ3 ήταν υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας η κατάθεση της οποίας σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  4. H ίδια είχε προσωπική εμπλοκή στην υπόθεση η οποία αφορούσε την ετοιμασία των εγγράφων και πληροφοριών που η Αστυνομία Κύπρου ζητούσε με την επιστολή της ημερ. 30.05.2022 (Τεκμήριο 14) προς την Ελληνική Τράπεζα. Ετοίμασε και απέστειλε την επιστολή ημερ. 31.05.2022 μαζί με τα συνοδευτικά έγγραφα (Τεκμήριο 15) και την οποία προσυπογράφει. Μέσω της κατάθεσης της αλλά και των εγγράφων που ετοίμασε επιβεβαίωσε πώς στην Τράπεζα τους ο [] διατηρεί τον τρεχούμενο λογαριασμό [] (ΙΒΑΝ: []) μέσω του οποίου στις 06.10.2020 εκτελέστηκε εξερχόμενη εντολή πληρωμής με αριθμό αναφοράς [] για το ποσό των €17.850 και το οποίο αποστάλθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό του εξωτερικού με αριθμό λογαριασμού [] και Beneficiary Bank (Αριθμό Swift) [] με την ονομασία FYTORIA TRYFONA LTD GREEN FOREST και λεπτομέρειες συναλλαγής DEPOSIT QUOTE LANDSCAPING OCT 2
  5. Σε σχέση με την Τράπεζα με το πιο πάνω swift ανέφερε πως σύμφωνα με το ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας πρόκειται για την Τράπεζα ING BANK NV NOORD - HOLLAND. Tέλος σημείωσε πως η τράπεζα τους δεν προβαίνει σε συναλλαγές μέσω Bitcoins. Αντεξεταζόμενη επιβεβαίωσε πως αν η μεταφορά των bitcoins γίνει σε ευρώ τότε μπορούν να κατατεθούν στην τράπεζα αφού πρόκειται για κατάθεση ευρώ και όχι bitcoins ενώ σε σχέση με την αναγραφή στα στοιχεία του εμβάσματος για τα Fytoria Tryfona και Green Forest σημείωσε πώς πρόκειται για τα στοιχεία που ο ίδιος ο εντολέας έδωσε στην τράπεζα. Απέκλεισε το ενδεχόμενο τα προγράμματα που χρησιμοποιεί η Τράπεζα για διενέργεια τραπεζικών εμβασμάτων να είχαν κάποιο υιό ενώ σημείωσε πως δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο ούτε αν ήταν ο δικαιούχος του λογαριασμού που πιστώθηκαν τα χρήματα ούτε και γνωρίζει τον []. O ΜΚ4 ήταν ο υπάλληλος της εταιρείας Green Forest ο οποίος στα πλαίσια της υπόθεσης έδωσε γραπτή κατάθεση και την οποία παρουσίασε στην διαδικασία ως Τεκμήριο 29 το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε. Σε αυτήν αναφέρετε ότι μεταξύ των καθηκόντων του είναι και η διαχείριση της ιστοσελίδας του φυτωρίου καθώς και η επικοινωνία μέσω email με τους πελάτες. Κατά τον Φεβρουάριο 2020 έκλεισαν συμφωνία με τον παραπονούμενο ο οποίος κατέχει κατοικία στην Πέγεια για κηπουρικές εργασίες με αποτέλεσμα τον Οκτώβριο του 2020 να του αποστείλει μέσω email αίτημα όπως αποσταλεί το ποσό των €17.850 ως προκαταβολή στον λογαριασμό της εταιρείας στην Alpha Bank τα στοιχεία του οποίου και απέστειλε στον παραπονούμενο. Η επικοινωνία του έγινε μέσω της ηλεκτρονικής διεύθυνσης [] όμως στην συνέχεια ο παραπονούμενος τους ενημέρωσε πώς είχε πέσει θύμα απάτης καθότι κάποιο άγνωστο άτομο παρενέβη στην συνομιλία τους με αποτέλεσμα το ποσό της προκαταβολής να καταλήξει σε άγνωστο πρόσωπο. Μάλιστα επιβεβαίωσε πώς οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις [] και [] δεν ανήκουν στην εταιρεία τους ούτε και η εταιρεία κατέχει οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό εκτός Κύπρου. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε ότι δεν γνωρίζει τον Κατηγορούμενο ούτε και κάποιο πρόσωπο με το όνομα []. Ο ίδιος πληροφορήθηκε ότι ήταν κάποιο πρόσωπο ονόματι Mohamed υποκράτηση για το συγκεκριμένο συμβάν όμως δεν ήταν σε θέση ως ανέφερε να γνωρίζει από ποιον είχαν σταλεί τα ηλεκτρονικά μηνύματα. Ο ΜΚ5 ήταν ο παραπονούμενος στην υπόθεση ο οποίος παρουσίασε κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 30) το περιεχόμενο των οποίων και υιοθέτησε. Είδε επίσης και αναγνώρισε ως τα έγγραφα που ο ίδιος παρέδωσε στην Αστυνομία για την διερεύνηση της υπόθεσης ήτοι τα Τεκμήρια 2 ως 8 τα οποία και επεξήγησε. Πρόκειται ουσιαστικά για Γερμανό υπήκοο και μόνιμο κάτοικο Πέγειας τα τελευταία 2 χρόνια στην οποία διατηρεί κατοικία την οποία κατά τον Φεβρουάριο του 2020 αποφάσισε να ανακαινίσει. Μεταξύ των εργασιών που θα εκτελούνταν ήταν και κηπουρικές εργασίες τις οποίες συμφώνησε να αναλάβει η εταιρεία Green Forest για το συνολικό ποσό των €125.000 για το οποίο θα έδινε ως προκαταβολή το ποσό των €17.850 και το υπόλοιπο ποσό των €107.150 θα πληρωνόταν σταδιακά ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών. Στις 02.10.2020 προχώρησε στην αποστολή μέσω εμβάσματος από τον Τραπεζικό του λογαριασμό που διατηρεί στην Ελληνική Τράπεζα του ποσού των €17.850 με παραλήπτη την εταιρεία Green Forest και συγκεκριμένα τον λογαριασμό που αυτή διατηρεί στην Alpha Bank τα στοιχεία του οποίου του είχαν δοθεί. Με την πάροδο 10 λεπτών έλαβε ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στην δική του διεύθυνση [] από την διεύθυνση [] παριστάνοντας την εταιρεία Green Forest με το οποίο του ζητείτο να ακυρώσει την αποστολή των χρημάτων και ότι θα του αποστελλόταν άλλος τραπεζικός λογαριασμός για την διενέργεια του εμβάσματος όπως και έγινε καλώντας τον να αποστείλει τα χρήματα σε λογαριασμό στην Ολλανδία με αριθμό [] όπως και έπραξε. Στην συνέχεια αυτός έλαβε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα από την ίδια διεύθυνση με το οποίο τον ενημέρωναν και πάλι παριστάνοντας την εταιρεία Green Forest να προχωρήσει σε ακύρωση της μεταφοράς των χρημάτων καθότι ο λογαριασμός που του είχε δοθεί ήταν σε δολάρια ενώ θα του αποστελλόταν λογαριασμός της εταιρείας σε ευρώ στην Ολλανδία όπως και έγινε κοινοποιώντας του τον λογαριασμό με αριθμό []. Αφού προχώρησε τόσο στην ακύρωση του αρχικού εμβάσματος που έγινε στις 02.10.2020 προς την Alpha Bank όσο και του δεύτερου εμβάσματος προς τον λογαριασμό [] στις 05.10.2020 απέστειλε νέο έμβασμα για το ποσό των €17.850 προς τον λογαριασμό [] η εκτέλεση του οποίου ολοκληρώθηκε από την Ελληνική Τράπεζα στις 06.10.2020 αφού προηγουμένως ζητήθηκε από τον μάρτυρα η αποστολή του εγγράφου της προσφοράς των κηπουρικών εργασιών. Στις 06.10.2020 πληροφορήθηκε σε τηλεφωνική του συνομιλία με την Green Forest ότι δεν διατηρούν οποιοδήποτε λογαριασμό στην Ολλανδία και αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για απάτη με αποτέλεσμα να δώσει επείγουσες οδηγίες στην Ελληνική Τράπεζα για μπλοκάρισμα της συναλλαγής πράγμα το οποίο έπραξε όμως η μεταφορά είχε ήδη διενεργηθεί. Τέλος επιβεβαίωσε ότι ουδέποτε έδωσε την συγκατάθεση του στον Κατηγορούμενο να πιάσει αυτά τα χρήματα από τον λογαριασμό του και ότι ο λόγος που είχαν αποσταλεί ήταν καθαρά και μόνο για την έναρξη των κηπουρικών εργασιών αφού ο ίδιος πίστευε ότι επρόκειτο για τραπεζικό λογαριασμό της Green Forest ο οποίος του αποστάλθηκε από την ηλεκτρονική επικοινωνία που είχε με τον αντιπρόσωπο της εταιρείας και δεν περίμενε σε καμιά περίπτωση πως κάποιος θα παρίστανε την ταυτότητα κάποιου άλλου. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε και αυτός ότι δεν γνωρίζει τον Κατηγορούμενο ούτε και κάποιο πρόσωπο με το όνομα []. Δεν ήταν σε θέση επίσης να γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο πίσω από τα emails που του είχαν σταλεί επέμενε όμως πως θα πρέπει ο Κατηγορούμενος ο οποίος έλαβε στον Τραπεζικό του Λογαριασμό στην Ολλανδία τα χρήματα του να του τα επιστρέψει. Τέλος επιβεβαίωσε πώς δεν γνώριζε ούτε για το τι ανέφερε στην Αστυνομία ο Κατηγορούμενος για τον λόγο που βρέθηκαν τα χρήματα στον λογαριασμό του. Aξιολόγηση Μαρτυρίας: Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων στην παρούσα ποινική υπόθεση είχα υπόψη μου και το εξής σαφές και περιεκτικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στη Monteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459: «Το έργο του Δικαστηρίου στην αναζήτηση της αλήθειας στο μέτρο βεβαίως του ανθρωπίνως δυνατού, είναι έργο περίπλοκο, περίτεχνο και ιδιαίτερα λεπτό. Η ανθρώπινη εμπειρία, την αντικειμενική συνισταμένη της οποίας εκφράζει το κάθε Δικαστήριο, διδάσκει ότι είναι απροσδιόριστα απεριόριστη η περιπτωσιολογία της ανθρώπινης έκφρασης μ' όλες τις εκφάνσεις της. Είναι γι' αυτό που ένα Δικαστήριο, ιδιαιτέρως ποινικής δικαιοδοσίας, οφείλει να διυλίζει, να διηθίζει και να φιλτράρει την όλη μαρτυρία με περισσή επιμέλεια και τέτοια προσοχή έτσι ώστε αν καταλήξει σε ενοχή, αυτή να είναι συμβατή με το διαχρονικό αξίωμα και θεμέλιο στην ποινική δίκη, ότι ουδείς καταδικάζεται εκτός εάν κριθεί ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Επίσης υπενθυμίζεται πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Καταρχάς σημειώνεται πώς στην υπό εξέταση υπόθεση τα όσα έτυχαν αμφισβήτησης από πλευράς υπεράσπισης ήταν ιδιαίτερα περιορισμένα και αφορούσαν κυρίως στο κατά πόσον υπήρχε η όχι μαρτυρία ότι ήταν ο Κατηγορούμενος που είχε αποστείλει τα συγκεκριμένα ηλεκτρονικά μηνύματα, ή είχε παρέμβει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της εταιρείας Green Forest ή του παραπονούμενου η αν αυτός γνώριζε ότι τα χρήματα που είχαν πιστωθεί από τον λογαριασμό του ήταν αποτέλεσμα παράνομων δραστηριοτήτων ή χρήματα άλλα από αυτά που το τρίτο πρόσωπο ονόματι [] τον ενημέρωσε ότι θα πιστώνονταν στον λογαριασμό του και στην συνέχεια θα του παρέδιδε. Ούτε ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι οι μάρτυρες κατηγορίας θα πρέπει να κριθούν αναξιόπιστοι για τα όσα ανέφεραν στο Δικαστήριο απεναντίας περιορίστηκε στο ότι από την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η οποιαδήποτε ποινική ευθύνη του Κατηγορούμενου και για τις εναπομείνασες κατηγορίες. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω αλλά και την γενική εικόνα που αποκόμισα κατά την δια ζώσης παράθεση της μαρτυρίας του συνόλου των μαρτύρων κατηγορίας δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ την μαρτυρία τους και συνοπτικά εξηγώ. Η μαρτυρία του ΜΚ1 εξεταστή της υπόθεσης θα γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε με ειλικρινή και σαφή τρόπο στο ιστορικό της υπό διερεύνησης υπόθεσης καθώς και στο σύνολο των ενεργειών που έγιναν από μέρους της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου για τον εντοπισμό των εμπλεκόμενων προσώπων ζητώντας και την συνδρομή των Ολλανδικών Αρχών. Μάλιστα μπορώ να πω ότι οι ειλικρινείς θέσεις του μάρτυρα αυτού επιβεβαιώθηκαν και κατά την αντεξέταση του όταν ο ίδιος συμφώνησε πώς δεν υπήρχε διαθέσιμη μαρτυρία που να δείχνει την εμπλοκή και διασύνδεση του Κατηγορούμενου στην επέμβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή την επίδικη συνομιλία αφού το αίτημα της Αστυνομίας προς τις Ολλανδικές Αρχές για παροχή σχετικής συνδρομής στα θέματα αυτά δεν ικανοποιήθηκε. Φυσικά δεν παραγνωρίζω το γεγονός πως εξέφρασε την θέση πως από την στιγμή που τα χρήματα είχαν πιστωθεί στον λογαριασμό του Κατηγορούμενου στην Ολλανδία τότε κάποια σχέση ο Κατηγορούμενος θα είχε και με το υπόλοιπο μέρος της υπό διερεύνηση υπόθεσης αλλά τέτοιο συμπέρασμα ξεκαθαρίζω ότι δεν αφορά τον μάρτυρα αλλά το Δικαστήριο όταν θα προχωρήσει στα τελικά του συμπεράσματα. Ως εκ τούτου δέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας του δηλαδή τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε για διερεύνηση της καταγγελίας. Ο ΜΚ2 ήταν ο διευθυντής και ιδιοκτήτης της εταιρείας Green Forest o οποίος άφησε πολύ καλή εντύπωση και εικόνα στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του είχε περιορισμένη έκταση και αφορούσε την συμφωνία της εταιρείας του με τον παραπονούμενο για την εκτέλεση κηπουρικών εργασιών στην κατοικία του τελευταίου στην Πέγεια. Τα υπόλοιπα ζητήματα ως ο μάρτυρας ανέφερε τα είχε αναλάβει για λογαριασμό της εταιρείας του ο υπάλληλος αυτής ΜΚ4 ο οποίος είχε και την ηλεκτρονική επικοινωνία με τον Παραπονούμενο για την διενέργεια πληρωμής της προκαταβολής. Η αντεξέταση του ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη και επιβεβαιωτική πως δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσον ήταν ο Κατηγορούμενος που εμπλεκόταν στην υπό διερεύνηση υπόθεση. Συνεπώς δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ την μαρτυρία του. Η μαρτυρία της ΜΚ3 υπαλλήλου της Ελληνικής Τράπεζας ήταν τυπικής φύσεως και είχε να κάνει με την επεξήγηση των συναλλαγών που ο Παραπονούμενος πελάτης τους προέβηκε μέσω του λογαριασμού που διατηρούσε κοντά τους και ιδιαίτερα αυτών μεταξύ των ημερομηνιών 02.10.2020 με 06.10.2020. Ούτως η άλλως και η αντεξέταση ήταν καθαρά για διευκρινιστικής φύσεως ζητήματα συνεπώς δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ την μαρτυρία της η οποία υποστηριζόταν και από τα κατατεθειμένα έγγραφα στην υπόθεση. Επίσης δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ και την μαρτυρία του ΜΚ4 υπαλλήλου της Green Forest και προσώπου το οποίο είχε επικοινωνία με τον Παραπονούμενο για την υλοποίηση των κηπουρικών εργασιών που είχαν συμφωνηθεί. Ο μάρτυρας αυτός απάντησε με ειλικρίνεια για την δική του εμπλοκή στην υπόθεση και το τι είχε διαδραματιστεί μεταξύ της εταιρείας στην οποία εργάζεται και του παραπονούμενου και δεν έχω κανένα λόγο να μην αποδεχθώ την μαρτυρία του αφού και η δική του αντεξέταση ήταν περιορισμένη και αφορούσε το κατά πόσον ήταν σε θέση να πει αν ήταν ο Κατηγορούμενος που εμπλεκόταν στην αποστολή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων κάτι το οποίο δεν μπορούσε να απαντήσει ο μάρτυρας. Στρεφόμενος προς τον Παραπονούμενο (ΜΚ5) αποδέχομαι την μαρτυρία του αφού με σαφήνεια και ειλικρίνεια παράθεσε προς το δικαστήριο τα γεγονότα που είχαν να κάνουν τόσο με την αρχική του συμφωνία για τη διενέργεια των κηπουρικών εργασιών με την εταιρεία Green Forest όσο και τα όσα μεταξύ των ημερομηνιών 02.10.2020 και 06.10.2020 έλαβαν χώρα κατά την ηλεκτρονική του επικοινωνία αρχικά με την εταιρεία αλλά και στην συνέχεια με το τρίτο πρόσωπο που παρουσιαζόταν ότι ενεργούσε ως η εταιρεία Green Forest. Δεν θεωρώ πως η αντεξέταση έχει κλονίσει την αξιοπιστία ή την γενικότερη καλή εικόνα του συγκεκριμένου μάρτυρα αφού αυτή περιορίστηκε μόνο σε σχέση με το κατά πόσον μπορούσε ο παραπονούμενος να γνωρίζει αν ήταν ο κατηγορούμενος που είχε παρέμβει στη συνομιλία κάτι το οποίο δεν μπορούσε να απαντήσει θετικά. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της αφού αυτή επιβεβαιώνεται και από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στην διαδικασία ως Τεκμήρια. Yπενθυμίζεται πως ο Κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση του. Σημειώνεται πώς η ανώμοτη δήλωση (εκεί και όπου πλέον εφαρμόζεται) - όπως και η σιωπή - σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Βλ. Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Ευρήματα: Έχοντας υπόψη μου τα παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα & έγγραφα αλλά και την τεθείσα ενώπιον μου αποδεκτή έγγραφη και δια ζώσης μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση: Kατά τον Φεβρουάριο του 2020 ο [] (στο εξής και ο Παραπονούμενος) από την Γερμανία και κάτοικος Πέγειας ήρθε σε συμφωνία με την εταιρεία Green Forest να εκτελεστούν στην κατοικία του κηπουρικές εργασίες για το συνολικό ποσό των €125.
  1. Αρχές Οκτωβρίου του 2020 ο υπάλληλος της Green Forest [] μέσω του επίσημου email της εταιρείας τους [] ήρθε σε επικοινωνία με τον παραπονούμενο δια αποστολής email στην δική του διεύθυνση [] όπου του ζητήθηκε να γίνει πληρωμή του ποσού της προκαταβολής ήτοι €17.850 δια εμβάσματος στον τραπεζικό λογαριασμό που η εταιρεία διατηρούσε στην Κύπρο και συγκεκριμένα στην Alpha Bank Cyprus Ltd ([]) τα στοιχεία του οποίου είχαν κοινοποιηθεί με τον τελευταίο να δίδει οδηγίες στην Ελληνική Τράπεζα όπου διατηρούσε τον λογαριασμό [] (ΙΒΑΝ: []) για τη διενέργεια του εμβάσματος. Στις 02.10.2020 απεστάληκε στον παραπονούμενο email από την διεύθυνση [] και στο οποίο παρουσιαζόταν και η ηλεκτρονική διεύθυνση [] διευθύνσεις οι οποίες δεν είχαν καμία σχέση με την εταιρεία Green Forest αλλά παρουσιάζονταν ότι αποστέλλονταν από τον [] για λογαριασμό της Green Forest μέσω του οποίου ζητείτο από τον Παραπονούμενο να ακυρώσει την διενέργεια του τραπεζικού εμβάσματος και ότι θα του αποστελλόταν τα στοιχεία νέου τραπεζικού λογαριασμό για να προχωρήσει στην αποστολή του ποσού των €17.
  2. Ο Παραπονούμενος προχώρησε στις 02.10.2020 και ακύρωσε το τραπεζικό έμβασμα και ενημέρωσε σχετικά με απαντητικό email. Στις 02.10.2020 ο Παραπονούμενος έλαβε νέο Email από την διεύθυνση [] μέσω του οποίου του ζητείτο να διενεργήσει την πληρωμή των €17.850 στον κατ ισχυρισμό τραπεζικό λογαριασμό της Green Forest στην Ολλανδία με αριθμό IBAN: [] ενώ στις 04.10.2020 έλαβε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα από την διεύθυνση [] και [] με το οποίο του ζητείτο τελικά να προβεί στην πληρωμή του ποσού των €17.850 σε άλλο κατ ισχυρισμό τραπεζικό λογαριασμό της Green Forest στην Ολλανδία με αριθμό IBAN: [], Swift Code: [], [] [] [] (στο εξής και ο επίδικος λογαριασμός). Σε συνέχεια των πιο πάνω emails ο Παραπονούμενος στις 05.10.2020 έδωσε οδηγίες και απέστειλε μέσω του λογαριασμού του στην Ελληνική Τράπεζα προς τον επίδικο λογαριασμό στην Ολλανδία το ποσό των €17.850 αναγράφοντας ως στοιχεία δικαιούχου κατά την εκτέλεση του τραπεζικού εμβάσματος τις λέξεις FYTORIA TRYFONA LTD GREEN FOREST και στις λεπτομέρειες συναλλαγής τις λέξεις DEPOSIT QUOTE LANDSCAPING OCT 2
  3. H συναλλαγή της αποστολής των χρημάτων ολοκληρώθηκε στις 06.10.2020 αφού η Ελληνική Τράπεζα είχε ζητήσει προηγουμένως από τον Παραπονούμενο την αποστολή του εγγράφου της προσφοράς για τις κηπουρικές εργασίες. Δικαιούχος του επίδικου λογαριασμού ήταν ο Κατηγορούμενος M. S. A. με το ποσό των €17.850 να πιστώνεται σε ευρώ στις 06.10.2020 και την ίδια ημέρα να γίνεται ανάληψη από τον Κατηγορούμενο σε μετρητά το ποσό των €10.000 από την τράπεζα ING, Leyweg 1094 στην Χάγη και στις 07.10.2020 να γίνεται ανάληψη και πάλι σε μετρητά από τον Κατηγορούμενο το ποσό των €7.850 από την τράπεζα ING, Albardastreet 1 στην Χάγη. Ο Παραπονούμενος αντιλήφθηκε σε επικοινωνία του με την εταιρεία Green Forest στις 06.10.2020 ότι πρόκειτο περί εξαπάτησης αλλά παρά τις οδηγίες του προς την Ελληνική Τράπεζα για ακύρωση του τραπεζικού εμβάσματος προς τον επίδικο λογαριασμό αυτό ήδη είχε εκτελεστεί και τα χρήματα πιστωθεί σε αυτόν. Νομική Πτυχή[4]: Το αδίκημα της 3ης Κατηγορίας (νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες) διέπεται από τα άρθρα 2,3,4
(1)(ΙΙΙ) και
(2), 5, 6 και 7 του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμος 188
(1)/2007 που έχουν ως εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)του Ν. 188(Ι)/07: 4.
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες: ....... (iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία˙ .... διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ
(500000)ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ
(50000)ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω. Η λέξη «έσοδο» ερμηνεύεται στο άρθρο 2 ως «οποιασδήποτε μορφής περιουσία ή οικονοµικό όφελος, που προήλθε άµεσα ή έµµεσα από παράνομες δραστηριότητες και περιλαμβάνει κάθε μεταγενέστερη επανεπένδυση ή μετατροπή άμεσων προϊόντων και κάθε σημαντικό όφελος», επομένως ρητώς περιλαμβάνει χρήματα. Γενεσιουργά αδικήματα, σύμφωνα με το άρθρο 2 είναι τα αδικήματα τα οποία περιλαμβάνονται στο άρθρο 5 το οποίο αναφέρει πως <<Γενεσιουργό αδίκημα είναι οποιοδήποτε αδίκημα καθορίζεται ως ποινικό αδίκημα από νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας>> Όπως αναφέρεται στο άρθρο 4
(2)(γ) του Νόμου, η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δύνανται να συναχθούν από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις. Τέλος το αδίκημα της 4ης Κατηγορίας (κλοπής) διέπεται από τα άρθρα 255[5] και 262[6] του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Η σχετική με αυτό νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, από την οποία προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
  1. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
  2. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
  3. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος µε καλή πίστη,
  4. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  5. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Στην υπόθεση Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39. Η έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του Άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αυτός ο ορισμός του ιδιοκτήτη πρέπει να συνδυαστεί και με το Άρθρο 260, όπου καθορίζεται ότι κλοπή μπορεί να γίνει και από πρόσωπο που έχει συμφέρον στο κλοπιμαίο όπως εάν το πρόσωπο αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή είναι μισθωτής του αντικειμένου ή συνιδιοκτήτης του. Αυτή η έννοια της ιδιοκτησίας που καθορίζει το Κεφ. 154, είναι απόρροια της νομολογημένης αντίληψης προερχόμενης από τις έννοιες του κοινοδικαίου ότι η ιδιοκτησία μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο και σε άλλο πρόσωπο ή ο κατηγορούμενος μπορεί να το κατέχει λόγω σχέσης εμπιστοσύνης, από άλλο πρόσωπο. Αυτό καλύπτει και την παρούσα περίπτωση, όπου η εταιρεία απέκτησε το χαρτοφυλάκιο του Ταμείου με τη συγκατάθεση του, αλλά στη συνέχεια το οικειοποιήθηκε («fraudulent conversion»), όπως απαντάται στην επιφύλαξη του Άρθρου 255
(1)και στο Άρθρο 260. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ashworth: Principles of Criminal Law 3η έκδ. σελ. 385, η έννοια της λέξης «property» κάτω από το Άρθρο 4
(1)του Theft Act 1968, είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, όπως ακριβώς καθορίζεται και στην έννοια του «property» του ερμηνευτικού Άρθρου 4 του Κεφ. 154, που περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Στο σύγγραμμα Parry on Offences Against Property, σελ. 11, παρ. 1.21, αναφέρεται ότι μία περιουσία ανήκει όχι μόνο σε κάποιον που είναι απόλυτος ιδιοκτήτης της, αλλά και σε οποιονδήποτε έχει επ' αυτής συμφέρον ή εμπράγματο δικαίωμα. Έτσι, περιουσία, η οποία κατέχεται από κοινού, μπορεί να γίνει αντικείμενο κλοπής από ένα ή περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, ενώ στην παρ. 1.22 καταγράφεται η θέση ότι το συμφέρον στην περιουσία δεν είναι ανάγκη να είναι νομικό («legal»), αλλά μπορεί να είναι και συμφέρον που αναγνωρίζεται στο δίκαιο της επιείκειας («equitable»). Κατά συνέπεια, ένας καταπιστευματοδόχος («trustee») παρόλο που κατά νόμο θεωρείται απόλυτος ιδιοκτήτης, εν τούτοις μπορεί να κλέψει την περιουσία του καταπιστεύματος, διότι οι δικαιούχοι έχουν «equitable interest». Κατά παρόμοιο τρόπο, πρόσωπα που βρίσκονται σε σχέση εμπιστοσύνης με άλλα («fiduciary position») και που λόγω της θέσης αυτής δυνατό να αποκτήσουν μυστικά κέρδη μπορούν να θεωρηθούν ένοχοι κλοπής, ιδιαιτέρως όταν η περιουσία έτυχε εμπίστευσης ως πραγματικό γεγονός. (Attorrney-General's Reference (No. 1 of 1985) [1986] QB 491). Σχετικές αναφορές γίνονται και στο σύγγραμμα του Edward Griew: The Theft Act 1968 2η έκδ., σελ. 11-12 τόσο για την ιδιοκτησία όσο και τη φράση «belonging to another». Το πόσο ευρεία είναι η έννοια «belonging to another», σχολιάζεται και στον Ashworth - πιο πάνω - σελ. 386-390, όπου διακρίνεται η έννοια αυτή από τον παλιό νόμο του Larceny Act ...». Στην υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 CLR 174 λέχθηκε ότι οι λέξεις «με δόλιο τρόπο» (fraudulently) προσθέτουν στις λέξεις «χωρίς αξίωση δικαιώματος» και υποδηλούν απόκτηση κατοχής με πρόθεση (intentionally) και εσκεμμένα (deliberately), δηλαδή, όχι ως εκ λάθους. Στην πιο πάνω υπόθεση και στην βάση των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στο ότι ο εφεσείων είχε πρόθεση να χρησιμοποιήσει τα χρήματα τα οποία οικειοποιήθηκε από το χρηματοκιβώτιο και τα οποία όντως χρησιμοποίησε για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους τα είχε στην κατοχή του και για τους οποίους τα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης τα είχαν καταβάλει. Ήτοι προς οικονομική βοήθεια της χήρας πρώην συναδέλφου τους. Παίρνοντας τα χρήματα και χρησιμοποιώντας τα για δικούς του σκοπούς ο εφεσείων είχε πρόθεση να τα αποστερήσει από την χήρα και πράττοντας έτσι ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος καθότι γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα να τα πάρει αφού γνώριζε ότι τα χρήματα δεν ήταν δικά του. Το γεγονός ότι η κατοχή ή ο έλεγχος της κλαπείσας περιουσίας είναι νόμιμος από το θύμα δεν απαιτείται να αποδειχθεί (Βλ. Archbold 2009, παράγραφοι 21-67). Περαιτέρω ο σκοπός για τον οποίο κλάπηκε μια περιουσία δεν έχει σημασία. Όπως λέχθηκε στην Αγγλική υπόθεση R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, που πιο πάνω μνημονεύεται, τα συστατικά στοιχεία της κλοπής είναι (α) η λήψη της περιουσίας χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, (β) χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και (γ) με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Εξέταση & εφαρμογή του κανόνα της ειδικότητας, Υπαγωγή των ευρημάτων επί της νομικής πτυχής & Συμπεράσματα: (α) Εφαρμογή του Κανόνα της Ειδικότητας στα Περιστατικά της υπόθεσης: Η πλευρά της υπεράσπισης με την τελική της αγόρευση και για πρώτη φορά έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου το ζήτημα της εφαρμογής του κανόνα της ειδικότητας στην υπό εξέταση υπόθεση. Πιο συγκεκριμένα η επιχειρηματολογία αυτή αφορούσε τη θέση ότι το αδίκημα της 4ης Κατηγορίας το οποίο συμπεριλήφθηκε με τροποποίηση στις 04.10.2022 καθώς και το μέρος της 3ης Κατηγορίας που αφορά το γενεσιουργό (συνδεόμενο αδίκημα) της 4ης Κατηγορίας και στα οποία κλήθηκε ο κατηγορούμενος σε απολογία εμπίπτουν στον κανόνα της ειδικότητας και συνεπώς ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαχθεί αυτών αφού τέτοιο αδίκημα δεν είχε συμπεριληφθεί στο Κυπριακό και στην συνέχεια Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του και με τα οποία συνελήφθηκε και εκδόθηκε στην Κύπρο. Μάλιστα ως η υπεράσπιση τόνισε για το σύνολο των αδικημάτων για τα οποία ζητήθηκαν και εξασφαλίστηκαν τα εντάλματα σύλληψης ο Κατηγορούμενος έχει αθωωθεί από το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Όπως είναι γνωστό, τα ζητήματα που αφορούν τη διαδικασία έκδοσης και παράδοσης εκζητουμένων προσώπων στη βάση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, (στη συνέχεια <<το ΕΕΣ>>), ρυθμίζονται από την Απόφαση - Πλαίσιο Αρ. 584/2002 του Συμβουλίου της Ευρώπης ημερομηνίας 13 Ιουνίου, 202 (στη συνέχεια <<η Απόφαση - Πλαίσιο>>). Σε ότι ενδιαφέρει την παρούσα διαδικασία, στην υπό αναφορά Απόφαση - Πλαίσιο, υπάρχει ρητή πρόνοια με βάση την οποία δεν επιτρέπεται η δίωξη εκζητουμένου προσώπου για αδίκημα άλλο από εκείνο για το οποίο εκδόθηκε το ΕΕΣ (Άρθρο 27
(2)). Πρόκειται για τη γνωστή Αρχή της Ειδικότητας (Speciality rule), η οποία ενσωματώθηκε και στην Κυπριακή Εναρμονιστική Νομοθεσία, ήτοι το Νόμο 133
(1)/2004 (Ο Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμος του 2004). Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 36
(1)του Νόμου 133(Ι)/2004, κάτω από τον τίτλο <<Κανόνας Ειδικότητας>> προβλέπει τα ακόλουθα: ''Ο εκζητούμενος που παραδόθηκε στις Κυπριακές Αρχές δεν διώκεται, ούτε καταδικάζεται ούτε στερείται με άλλο τρόπο της ελευθερίας του για αξιόποινη πράξη ή οποία τελέστηκε πριν από την παράδοση του και είναι διαφορετική από εκείνη για την οποία έχει εκδοθεί το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης''. Με βάση το εδάφιο (στ) του άρθρου 36
(2), ο Κανόνας της Ειδικότητας δεν εφαρμόζεται εάν ''ο παραδοθείς είχε παραιτηθεί ρητά από το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας, συγχρόνως με την συγκατάθεση του να παραδοθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία στην αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης του εντάλματος''. Σημειώνεται ότι ανάλογη εξαίρεση εφαρμογής της αρχής υπάρχει και στην Απόφαση - Πλαίσιο (εδάφιο (e) του άρθρου 27). Είναι παραδεκτό ότι το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εκτελέστηκε στην Ισπανία όπου βρισκόταν τότε ο Κατηγορούμενος και στην συνέχεια εκδόθηκε στην Κύπρο. Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης είχε εκδοθεί στην Κύπρο σε συνέχεια έκδοσης και του Κυπριακού Εντάλματος σύλληψης. Τα εντάλματα αυτά αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο τα αδικήματα 1) Της απάτης σχετιζόμενης με ηλεκτρονικό υπολογιστή, 2) Απόσπαση Περιουσίας με Ψευδείς Παραστάσεις και 3) Νομιμοποίηση Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες, τα οποία διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 02-06/10/2020 στην Πάφο (βλέπετε σχετικά Τεκμήρια 12, 13, και 16).[7] Επίσης στο περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης[8] στην σελίδα 6 και επόμενες γίνεται αναλυτική περιγραφή της φύσης και του νομικού χαρακτηρισμού των αξιόποινων πράξεων και της εφαρμοστέας νομικής διάταξης/κώδικα με ρητή και περιοριστική αναφορά στα 3 πιο πάνω περιγραφόμενα αδικήματα και όχι στο αδίκημα της κλοπής στη βάση του άρθρου 255 και 262 του Κεφ. 154 και με χρόνο διάπραξης τις ημερομηνίες 06 και 07.10.2020. Κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ή έγγραφα που να αφορούσαν την διαδικασία που έλαβε χώρα στην Ισπανία σε σχέση με τον Κατηγορούμενο για την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Συνεπώς δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος κατά την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ή μετά, παραιτήθηκε ρητά από το ευεργέτημα του κανόνα της Ειδικότητας. Το γεγονός ότι ο συνήγορος του Κατηγορούμενου δεν έφερε ένσταση στην αιτούμενη τροποποίηση στις 04.10.2022 με την οποία συμπεριλήφθηκε στο κατηγορητήριο ως πρόσθετη νέα κατηγορία αυτή της κλοπής δεν θεωρώ ότι αποτελεί λόγο ή αιτία ο κατηγορούμενος να απωλέσει του ευεργετήματος του κανόνα της ειδικότητας. Ούτε επίσης το γεγονός ότι κατά την αγόρευση του στο εκ πρώτης όψεως στάδιο δεν έθεσε τέτοιο θέμα και εν τέλει κλήθηκε και σε απολογία. Θεωρώ πώς το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει κατά πόσον ο κανόνας αυτός τυγχάνει η όχι εφαρμογής με την τελική του απόφαση. Συνεπώς έχοντας υπόψη ότι το περιεχόμενο των ενταλμάτων σύλληψης δεν περιλαμβάνουν το αδίκημα της κλοπής το οποίο μάλιστα σύμφωνα και με τις λεπτομέρειες της 4ης Κατηγορίας καθορίζει τον χρόνο διάπραξης μεταξύ 06.10.2020 και 07.10.2020 σε αντίθεση με τις τρείς πρώτες κατηγορίες[9] και από την στιγμή που το αδίκημα της κλοπής συνιστά νέο αδίκημα και κατ επέκταση διαφορετικό είδος αξιόποινης πράξης[10] το οποίο καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο από αυτά που ήδη συμπεριλήφθηκαν στο εκδοθεισομένο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης καταλήγω πως ο κανόνας της ειδικότητας τυγχάνει εφαρμογής. Ως εκ τούτου η θέση της Υπεράσπισης για την εφαρμογή του Κανόνα της Ειδικότητας στην 4η Κατηγορία καθώς και στο μέρος της 3ης Κατηγορίας που αφορά το γενεσιουργό (συνδεόμενο) αδίκημα της κλοπής γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που ανωτέρω έχω επεξηγήσει και ο κατηγορούμενος αναπόφευκτα αθωώνεται και απαλλάσσεται των κατηγοριών. Αν όμως ήθελε φανεί ότι η πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου δεν είναι ορθή προχωρώ κατωτέρω και εξετάζω και το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος με την τεθείσα ενώπιον μου μαρτυρία θα καταδικαζόταν η όχι στην 4η και 3η Κατηγορία (στο βαθμό βεβαίως και έκταση που αφορά το αδίκημα της κλοπής). (β) Υπαγωγή των ευρημάτων επί της νομικής πτυχής & Συμπεράσματα Υπενθυμίζεται πως στην υπό εξέταση υπόθεση η πίστωση του ποσού των €17.850 στον τραπεζικό λογαριασμό στην Ολλανδία ο οποίος ανήκει στον Κατηγορούμενο καθώς και η ανάληψη στις 06.10.2020 του ποσού των €10.000 και στις 07.10.2020 του υπόλοιπου ποσού των €7.850 από τον Κατηγορούμενο είναι παραδεκτή. Το ερώτημα που καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει είναι κατά πόσον τα γεγονότα αυτά από μόνα τους πλέον και χωρίς την ύπαρξη οποιουδήποτε άλλου στοιχείου είναι αρκετά στο τέλος της ημέρας να καταδικάσουν τον κατηγορούμενο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο αδίκημα της κλοπής (4η Κατηγορία) αλλά και στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στο βαθμό και την έκταση που αυτό αφορά το γενεσιουργό αδίκημα της κλοπής (μέρος 3ης Κατηγορίας). Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να είναι άλλη παρά αρνητική και εξηγώ κατωτέρω τους λόγους: Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω αλλά και στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου (εκ πρώτης όψεως) ημερ. 08.11.2022 στην υπό εξέταση υπόθεση δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που βρισκόταν πίσω από την αποστολή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων προς τον παραπονούμενο παριστάνοντας του την εταιρεία Green Forest, ή ότι ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε ζητήσει δια παραστάσεων την αποστολή των χρημάτων του παραπονούμενου στον συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό στην Ολλανδία εξου και η αθώωση αυτού από το εκ πρώτης όψεως στάδιο στις αντίστοιχες με τα θέματα αυτά κατηγορίες. Προκύπτει ότι η αποστολή των χρημάτων από τον Παραπονούμενο στον τραπεζικό λογαριασμό στην Ολλανδία έγινε σε συνέχεια της παραπλανητικής αλληλογραφίας που είχε με τρίτο πρόσωπο παριστάνοντας του την εταιρεία Green Forest και μέσω της οποίας του ζητήθηκε να αποσταλεί το χρηματικό ποσό των €17.850 σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό στο εξωτερικό όπως και έπραξε χωρίς όμως την όποια εμπλοκή του Κατηγορούμενου στα γεγονότα αυτά ή τουλάχιστον δεν παρουσιάστηκε τέτοια μαρτυρία. Ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 26.08.2022 (Τεκμήριο 21) αναφέρει στον ανακριτή της υπόθεσης ότι πρόσωπο το οποίο και κατονόμασε ονόματι [] με το οποίο διέμενε κάποιες ημέρες στο σπίτι του, του είχε ζητήσει τον λογαριασμό του έτσι ώστε σε αυτόν να του αποσταλούν από τρίτο πρόσωπο χρήματα προερχόμενα από εξαργύρωση Bitcoins και τα οποία στην συνέχεια θα προέβαινε σε ανάληψη τους και θα παρέδιδε στο συγκεκριμένο πρόσωπο δίδοντας του προμήθεια ύψους 15% όπως και έπραξε λαμβάνοντας το ποσό των €2500 χωρίς να του αναφέρει για ψεύτικο λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή οτιδήποτε άλλο παράνομο. Μάλιστα σε σχέση με το πρόσωπο ονόματι [] ως περαιτέρω σημειώνει στην ανακριτική του κατάθεση κάτι το οποίο επιβεβαίωσε και ο ΜΚ1 εξεταστής της υπόθεσης κατά την μαρτυρία του δόθηκαν στοιχεία από πλευράς Κατηγορούμενου για τον εντοπισμό του όπως μεταξύ άλλων, πλήρες ονοματεπώνυμο, ημερομηνία γέννησης, αριθμός τηλεφώνου, διεύθυνση κατοικίας, αριθμός πινακίδας εγγραφής και στοιχεία του οχήματος του. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως το γεγονός πως στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης η Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου με επιστολή της ημερομηνίας 23.09.2022 (Τεκμήριο 24) απευθύνεται στην Διεύθυνση Ευρωπαϊκής Ένωσης & Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας (Δ.Ε.Ε. & Δ.Α.Σ.) και με την οποία ζητά την συνδρομή της Ιντερπόλ Ολλανδίας για τα πλήρη στοιχεία του Robby Mohamed Peerkhan χωρίς όμως μέχρι και σήμερα να λάβουν οποιαδήποτε απάντηση. Αξιοσημείωτο επίσης το γεγονός πως σύμφωνα και με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 προκύπτει πως πριν την αποστολή του email που καλούσε τον παραπονούμενο να εμβάσει τα χρήματα στον Ολλανδικό Λογαριασμό με αριθμό IBAN: [] που τελικά το ποσό των €17.850 κατέληξε του είχε αποσταλεί προηγουμένως και ο Ολλανδικός λογαριασμός με αριθμό IBAN: [] για τον οποίο όμως παρά το γεγονός ότι αργότερα του ζητήθηκε να μην προχωρήσει και αποστείλει εκεί τα χρήματα αλλά να το πράξει στον λογαριασμό με αριθμό IBAN: [] η Αστυνομία δεν ζήτησε στα πλαίσια της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας[11] να ελεχθεί σε ποιο πρόσωπο άνηκε και αυτός ο λογαριασμός που παρόλο που δεν κατέληξαν σε αυτόν τα χρήματα είχε τεθεί στον παραπονούμενο από το τρίτο πρόσωπο που είχε παρεμβεί στην συνομιλία. Ενδεχόμενα αν μπορούσε να γινόταν η διερεύνηση τόσο για τον εντοπισμό του κατονομαζόμενου τρίτου προσώπου όσο και η έρευνα σε σχέση με τον δικαιούχο του αρχικού λογαριασμού που είχε τεθεί στην διάθεση του Παραπονούμενου αλλά και ιδιαίτερα έρευνες σε σχέση με τον εντοπισμό και διασύνδεση της αποστολής των emails να έριχνε (ίσως και όχι) περισσότερο φως στην υπό διερεύνηση υπόθεση αποκλείοντας ή επιβεβαιώνοντας τις τεθείσες εκδοχές έτσι ώστε να μην παραμένουν και αμφιβολίες οι οποίες να επισκιάζουν την υπόθεση. Φυσικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει ότι οι προσπάθειες στο βαθμό και την έκταση που αφορούσαν την Αστυνομική Δύναμη Κύπρου έγιναν με το να ζητηθούν τουλάχιστον προς διερεύνηση τα ζητήματα αυτά (εξαιρουμένου του δεύτερου λογαριασμού στην Ολλανδία για τον οποίο δεν ζητήθηκε διερεύνηση) όμως δεν υπήρξε μέχρι και κατά τον χρόνο καταχώρησης και εκδίκασης της υπόθεσης η ανάλογη ανταπόκριση από τις αλλοδαπές εμπλεκόμενες αρχές. Συνεπώς δεν προκύπτει κατά την κρίση του Δικαστηρίου και πλέον αφού η μαρτυρία (έγγραφη & δια ζώσης) έχει αξιολογηθεί και μελετηθεί εις βάθος ότι ο Κατηγορούμενος ενέργησε με δόλιο τρόπο ή ότι αυτός προχώρησε σε δόλια ιδιοποίηση των επίδικων χρημάτων για σκοπούς του αδικήματος της κλοπής ούτε και έχει αποδειχθεί ότι το υπό κατηγορία πρόσωπο ενέργησε και απόκτησε κατοχή των επίδικων χρημάτων με τέχνασμα, εκφοβισμό, συνέπεια πλάνης δικών του ενεργειών ή ανεύρεσης αλλά ούτε και μπορεί να αποκλειστεί αφού διερεύνηση δεν κατέστη δυνατό να γίνει το κατά πόσον η εκδοχή του Κατηγορούμενου που έθεσε στα περιστατικά της υπόθεσης ανταποκρίνεται η όχι στην πραγματικότητα. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος επέλεξε να παραμείνει σιωπηλός υπενθυμίζεται ότι δεν δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του και η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποσείσει το βάρος που φέρει στους ώμους της για απόδειξη των κατηγοριών στο υψηλό επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η ανεπάρκεια της μαρτυρίας την οποία παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την πρωταρχική της θέση πώς ο Κατηγορούμενος έκλεψε το επίμαχο ποσό των €17.850 οδηγεί την υπόθεση σε αποτυχία αφού στο μυαλό του Δικαστηρίου δημιουργούνται τέτοιες υποθέσεις και αμφιβολίες με αποτέλεσμα αυτές να πρέπει να αποφασιστούν υπέρ του Kατηγορούμενου και αυτός να απαλλαγεί των Κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Η νομολογία μας είναι σαφέστατη. Το βάρος απόδειξης είναι στην κατηγορούσα αρχή και το επίπεδο απόδειξης αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σχετική είναι η υπόθεση Woolmington v. D.P.P
(1935)A.C. 462 που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Αν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορούμενου τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και ν' απαλλαγεί της κατηγορίας (βλ. Toumba v. The Republic
(1984)2 C.L.R. 110 και Charalambous and another v. The Republic
(1985)2 C.L.R. 97). Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει ν' αποδείξει κάθε στοιχείο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 363 και Παφίτης και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 C.L.R. 102, σελ. 119). Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να αποδείξει με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 401). Στην υπόθεση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 363 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη". Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τυχόν έξοδα που αφορούν τους μάρτυρες της υπόθεσης να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Τα Τεκμήρια της υπόθεσης να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου. (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στις 06.10.2020 εμβάστηκε το χρηματικό ποσό των €17.850 από τον λογαριασμό του παραπονούμενου στον λογαριασμό του Κατηγορούμενου. Στις 06.10.2020 ο Κατηγορούμενος από το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό έκαμε ανάληψη το ποσό των €10.000 και στις 07.10.2020 το ποσό των €7.850. [2] Κατατέθηκε εξ συμφώνου ως Τεκμήριο 28 η κατάθεση του Αστυφύλακα [ ] Σ. Λ. με δήλωση ότι γίνεται παραδεκτή η αλήθεια του περιεχομένου της. Σημειώθηκε επιπρόσθετα πως η ανακριτική κατάθεση στην οποία γίνεται αναφορά, αφορά το Τεκμήριο 20. Δηλώθηκε ότι το περιεχόμενο του συνόλου των εγγράφων του Τεκμηρίου 22 είναι αποδεκτή η αλήθεια του περιεχομένου του. [3] Μ.Φ. Χ. v. Μ.Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/2018, 28/9/2021 [4] Ως αυτή ίσχυε κατά τον χρόνο διάπραξης των καταλογιζομένων αδικημάτων [5] Ορισμός 255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
  1. i)με τέχνασμα (
  2. ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο. [6] Γενική ποινή κλοπής
  1. Αυτός που κλέβει οτιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί, είναι ένοχος του κακουργήματος της κλοπής και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. [7] Επίσης και η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας (Τεκμήρια 10 & 11) αφορούσαν τα συγκεκριμένα 3 αδικήματα [8] Τεκμήριο 16 [9] Αξιοσημείωτο ότι οι κατηγορίες 1 έως 3 καθόριζαν ως χρόνο διάπραξης την 02.10.2020 με 06.10.2020 [10] Σχετική και η απόφαση Leymann and Pustovarov C-388/08 PPU όπου αποκρυσταλλώθηκε η έννοια της διαφορετικής αξιόποινης πράξης από αυτή για την οποία εκδόθηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Το σχετικό μέρος της απόφασης παρατίθεται κατωτέρω. Επί των προδικαστικών ερωτημάτων 40 Εισαγωγικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 13 της παρούσας αποφάσεως, το Δικαστήριο είναι εν προκειμένω αρμόδιο να αποφανθεί επί της ερμηνείας της αποφάσεως-πλαισίου δυνάμει του άρθρου 35 ΕΕ. Επί του πρώτου ερωτήματος 41 Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, βάσει ποιων κριτηρίων μπορεί να προσδιοριστεί αν το παραδιδόμενο άτομο διώκεται για άλλη αξιόποινη πράξη πλην εκείνης η οποία προκάλεσε την παράδοσή του, υπό την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου, οπότε απαιτείται η εφαρμογή της διαδικασίας συγκαταθέσεως περί της οποίας γίνεται λόγος στο ως άνω άρθρο 27, παράγραφοι 3, στοιχείο ζ΄, και
  2. 42 Όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως-πλαισίου και από την πέμπτη, την έκτη, την έβδομη και την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της, σκοπός της αποφάσεως αυτής είναι η αντικατάσταση του πολυμερούς συστήματος εκδόσεως μεταξύ των κρατών μελών από ένα σύστημα παραδόσεως, μεταξύ δικαστικών αρχών, των ατόμων που έχουν καταδικαστεί για αξιόποινη πράξη ή θεωρούνται ύποπτα για την τέλεσή της, με σκοπό την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων ή την άσκηση διώξεως, σύστημα το οποίο βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως. Η απόφαση-πλαίσιο αποσκοπεί ιδίως στο να διευκολύνει και να επιταχύνει τη δικαστική συνεργασία (βλ. απόφαση της 3ης Μαΐου 2007, C-303/05, Advocaten voor de Wereld, Συλλογή 2007, σ. I-3633, σκέψη 28). 43 Το άρθρο 27, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου προβλέπει τον κανόνα της ειδικότητας, σύμφωνα με τον οποίο ένα άτομο που παραδίδεται δεν μπορεί να διωχθεί, να καταδικαστεί ή να στερηθεί την ελευθερία του για αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα πριν από την παράδοσή του διαφορετική από εκείνη η οποία προκάλεσε την παράδοση αυτή. 44 Ο κανόνας αυτός συνδέεται με την κυριαρχία του κράτους μέλους εκτελέσεως και παρέχει στο καταζητούμενο άτομο το δικαίωμα να μη διωχθεί, να μην καταδικαστεί ή να μη στερηθεί την ελευθερία του παρά μόνο για την αξιόποινη πράξη που προκάλεσε την παράδοσή του. 45 Τα κράτη μέλη μπορούν να παραιτούνται από την εφαρμογή του κανόνα της ειδικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου. Πάντως, ο εν λόγω κανόνας περιλαμβάνει πολλές εξαιρέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου. 46 Προκειμένου να εκτιμηθεί το περιεχόμενο του άρθρου 27, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου και, ειδικότερα, των όρων «αξιόποινη πράξη [.] πλην εκείνης» η οποία προκάλεσε την παράδοσή του πρέπει να ληφθεί υπόψη ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει η απόφαση-πλαίσιο. 47 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως-πλαισίου υπογραμμίζει ότι ο σκοπός που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση να αποτελέσει ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης συνεπάγεται την κατάργηση της εκδόσεως μεταξύ κρατών μελών και την αντικατάστασή της με ένα σύστημα παραδόσεως μεταξύ δικαστικών αρχών. 48 Η ίδια αιτιολογική σκέψη προσθέτει ότι οι κλασικές σχέσεις συνεργασίας που υφίστανται μέχρι σήμερα μεταξύ κρατών μελών πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε ένα σύστημα ελεύθερης κυκλοφορίας τόσο των οριστικών ποινικών αποφάσεων όσο και εκείνων που εκδίδονται σε προ της επιβολής ποινής διαδικαστικό στάδιο. 49 Η έκτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως-πλαισίου εκθέτει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως αποτελεί την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής, στον τομέα του ποινικού δικαίου, της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, την οποία το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχει χαρακτηρίσει ως «ακρογωνιαίο λίθο» της δικαστικής συνεργασίας. 50 Κατά τη δέκατη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως-πλαισίου, η εφαρμογή του μηχανισμού του εντάλματος συλλήψεως απαιτεί υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών. 51 Η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, που διέπει την οικονομία της αποφάσεως-πλαισίου, συνεπάγεται επίσης, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, αυτής, ότι τα κράτη μέλη καταρχήν υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως. Πράγματι, τα κράτη αυτά οφείλουν ή μπορούν να αρνούνται την εκτέλεση τέτοιου εντάλματος μόνο στις περιπτώσεις που απαριθμούνται στα άρθρα 3 και 4 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου. 52 Για να αποφασίσουν σχετικά με την παράδοση καταζητούμενου ατόμου προκειμένου αυτό να διωχθεί για αξιόποινη πράξη προβλεπόμενη από την εθνική νομοθεσία που ισχύει εντός του κράτους μέλους το οποίο εκδίδει το οικείο ένταλμα συλλήψεως, οι δικαστικές αρχές του κράτους μέλους εκτελέσεως, στηριζόμενες στις διατάξεις του άρθρου 2 της αποφάσεως-πλαισίου, εξετάζουν την περιγραφή της αξιόποινης πράξεως που περιέχει το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως. Σύμφωνα με το σχετικό υπόδειγμα που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της αποφάσεως-πλαισίου, η περιγραφή αυτή πρέπει να περιλαμβάνει τις πληροφορίες που απαριθμούνται στο άρθρο 8 της αποφάσεως αυτής, ήτοι, ιδίως, τη φύση και τον νομικό χαρακτηρισμό του ποινικού αδικήματος, περιγραφή των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, περιλαμβανομένου του χρόνου, του τόπου τελέσεως και του βαθμού συμμετοχής του καταζητουμένου για την αξιόποινη πράξη, καθώς και την κλίμακα ποινών που προβλέπεται για την οικεία αξιόποινη πράξη. 53 Όπως υποστήριξε η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της, το αίτημα παραδόσεως στηρίζεται σε πληροφορίες που εκθέτουν την κατάσταση των οικείων ερευνών κατά τον χρόνο εκδόσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Επομένως, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας είναι δυνατόν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το αρμόδιο δικαστήριο να μην αντιστοιχούν πλέον ως προς όλα τα σημεία προς την αρχική περιγραφή. Οι συλλεγόμενες αποδείξεις μπορούν να οδηγήσουν σε περαιτέρω διευκρίνιση ή ακόμα και σε τροποποίηση των στοιχείων που συνθέτουν την αξιόποινη πράξη τα οποία είχαν δικαιολογήσει αρχικά την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. 54 Οι όροι «διώκεται», «καταδικάζεται» ή «στερείται της ελευθερίας» που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 27, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου αποτελούν ένδειξη ότι η έννοια της άλλης «αξιόποινης πράξεως πλην εκείνης» η οποία προκάλεσε την παράδοση πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων σταδίων της διαδικασίας και με βάση κάθε διαδικαστική πράξη ικανή να τροποποιήσει τον νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξεως. 55 Λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης υπάρξεως συγκαταθέσεως, για να εκτιμηθεί αν μια διαδικαστική πράξη οδηγεί σε άλλη αξιόποινη πράξη πλην εκείνης που περιλαμβάνει το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως πρέπει να γίνεται σύγκριση της περιγραφής της αξιόποινης πράξεως στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως από εκείνη που περιλαμβάνεται στη μεταγενέστερη διαδικαστική πράξη. 56 Το να απαιτείται η συγκατάθεση του κράτους μέλους εκτελέσεως για κάθε μεταβολή της περιγραφής των πραγματικών περιστατικών υπερβαίνει τα όρια του κανόνα της ειδικότητας και αντιβαίνει προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ο οποίος είναι η επιτάχυνση και η διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών, όπως προβλέπει η απόφαση-πλαίσιο. 57 Για να προσδιοριστεί αν πρόκειται ή όχι για άλλη παράβαση πλην εκείνης η οποία προκάλεσε την παράδοση, πρέπει να εξακριβώνεται αν τα στοιχεία που συνθέτουν την αξιόποινη πράξη, σύμφωνα με τη νομική περιγραφή της εντός του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος, είναι εκείνα για τα οποία παραδόθηκε ο καταζητούμενος και αν υπάρχει επαρκής αντιστοιχία μεταξύ των περιλαμβανομένων στο ένταλμα συλλήψεως στοιχείων και εκείνων της μεταγενέστερης διαδικαστικής πράξεως. Μεταβολές όσον αφορά τον χρόνο και τον τόπο είναι αποδεκτές, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι απορρέουν από στοιχεία συλλεγέντα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κινήθηκε εντός του κράτους εκδόσεως του εντάλματος σχετικά με τις πράξεις που περιγράφονται στο ένταλμα συλλήψεως, ότι δεν αλλοιώνουν τη φύση της αξιόποινης πράξεως και ότι δεν συνεπάγονται λόγο μη εκτελέσεως βάσει των άρθρων 3 και 4 της αποφάσεως-πλαισίου. 58 Εναπόκειται στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει, με γνώμονα τα παρατιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη κριτήρια, αν η αξιόποινη πράξη που περιγράφεται στο κατηγορητήριο αποτελεί διαφορετική αξιόποινη πράξη από εκείνη περί της οποίας γίνεται λόγος στα εντάλματα συλλήψεως κατά των Α. Leymann και Α. Pustovarov. 59 Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, προκειμένου να προσδιοριστεί αν πρόκειται για άλλη αξιόποινη πράξη «πλην εκείνης» η οποία προκάλεσε την παράδοση, υπό την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου, ώστε να απαιτείται η εφαρμογή της διαδικασίας συγκαταθέσεως περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 27, παράγραφοι 3, στοιχείο ζ΄, και 4, της αποφάσεως-πλαισίου, πρέπει να εξακριβωθεί αν τα στοιχεία που συνθέτουν την αξιόποινη πράξη, σύμφωνα με τη νομική περιγραφή της εντός του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος, είναι εκείνα για τα οποία παραδόθηκε ο καταζητούμενος και αν υπάρχει επαρκής αντιστοιχία μεταξύ των περιλαμβανομένων στο ένταλμα συλλήψεως στοιχείων και εκείνων της μεταγενέστερης διαδικαστικής πράξεως. Μεταβολές όσον αφορά τον χρόνο και τον τόπο είναι αποδεκτές, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι απορρέουν από στοιχεία συλλεγέντα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κινήθηκε εντός του κράτους εκδόσεως του εντάλματος σχετικά με τις πράξεις που περιγράφονται στο ένταλμα συλλήψεως, ότι δεν αλλοιώνουν τη φύση της αξιόποινης πράξεως και ότι δεν συνεπάγονται λόγο μη εκτελέσεως βάσει των άρθρων 3 και 4 της αποφάσεως-πλαισίου. [11] Σχετικά τα Τεκμήρια 10 & 11 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.