Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. M. S. A., Αρ. Υπόθεσης: 6215/22, 8/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6215/22 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v. M. S. A. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 08 Νοεμβρίου, 2022. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Γ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Η. Σατολιάς Κατηγορούμενος: Παρών AΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: O Κατηγορούμενος με το υπό εξέταση κατηγορητήριο ως αυτό έχει διαμορφωθεί με την τροποποίηση ημερομηνίας 04.10.2022 αντιμετωπίζει συνολικά 4 κατηγορίες ως εξής: Με την 1η Κατηγορία του καταλογίζεται το αδίκημα της απώλειας περιουσίας άλλου προσώπου με επέμβαση στη λειτουργία ηλεκτρονικού υπολογιστή, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 20(α)(β) του περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου (Κυρωτικός) Νόμος 22(ΙΙΙ)/2004 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αποδίδεται πως μεταξύ των ημερομηνιών 02-06.10.2020 στην Πάφο εισήλθε στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της εταιρείας Green Forest στην Πάφο με σκοπό να επιφέρει χωρίς δικαίωμα οικονομικό όφελος στον εαυτό του, δηλαδή, ενώ όλες οι συνομιλίες και οι διευθετήσεις μεταξύ του [] και της εταιρίας Green Forest για κηπουρικές εργασίες που θα έκανε η εταιρεία στην οικεία του στην Πέγεια, έγιναν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο κατηγορούμενος παρενέβη στην συνομιλία τους, χρησιμοποιώντας πανομοιότυπο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο με αυτό της εταιρίας Green Forest, [] αντί για [] και αφού ζήτησε από τον [], του απέστειλε το ποσό των €17.850= ως προκαταβολή για τις κηπουρικές εργασίες της Green Forest στον λογαριασμό με στοιχεία [], [] [], IBAN [], [], λογαριασμός ο οποίος ανήκει στον κατηγορούμενο και δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την πιο πάνω εταιρία. Με την 2η Κατηγορία του καταλογίζεται το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αποδίδεται πώς αυτός με ψευδείς παραστάσεις και με πρόθεση δόλου απέσπασε από τον [] το χρηματικό ποσό των €17.850= αφού οι ψευδείς παραστάσεις συνίστατο στο ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στον πιο πάνω, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ως πρόσωπο της εταιρείας Green Forest και αφού του ζήτησε του απέστειλε το πιο πάνω χρηματικό ποσό στον λογαριασμό με στοιχεία [], SWIFT CODE [], IBAN [], [] γνωρίζοντας ότι ο λογαριασμός αυτός του ανήκει και δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την πιο πάνω εταιρία. Με την 3η Κατηγορία του καταλογίζεται το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2,3,4
(1)(ΙΙΙ) και
(2), 5, 6 και 7 του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμος 188
(1)/2007 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αποδίδεται πως αυτός απέκτησε το χρηματικό ποσό των €17.850= ενώ γνώριζε ότι αποτελούσε έσοδα από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και της απώλειας περιουσίας άλλου προσώπου με επέμβαση στην λειτουργία ηλεκτρονικού υπολογιστή και της κλοπής όπως αναφέρεται στις κατηγορίες 1,2 και 4. Με την 4η Κατηγορία του καταλογίζεται το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αποδίδεται πως μεταξύ των ημερομηνιών 06-07.10.2020 στην Πάφο έκλεψε το χρηματικό ποσό των €17.850 περιουσία του [] από την Γερμανία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία παρουσιάστηκε από τον Εξεταστή της υπόθεσης Αστ. [] Γ. Μ. (ΜΚ1) τον κ. Τ. Τ. (ΜΚ2), την κα. Μ. Ά. (ΜΚ3) τον X. Π. (ΜΚ4) και τον [] (MK5). Επιπρόσθετα στις 12.10.2022 έγιναν με την έγκριση του Δικαστηρίου παραδεκτά γεγονότα[1] και κατατέθηκαν εξ συμφώνου έγγραφα.[2] Με το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής η πλευρά της υπεράσπισης προέβηκε σε εισήγηση πως ο κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία ενώ αντίθετη ήταν ή θέση της Κατηγορούσας Αρχής με τις δύο πλευρές να αγορεύουν σχετικά. Οι Αγορεύσεις: Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων με τις προφορικές τους εισηγήσεις υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις του διαδίκου έκαστος εξ αυτών εκπροσωπεί. Έχω μελετήσει επισταμένως τις θέσεις αυτές, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Να υπενθυμιστεί στο στάδιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση σχολιασμού κάθε απόφασης που παρουσιάζεται από διάδικο εκτός και αν αυτή είναι καθοριστική για τα επίδικα ζητήματα. Ακόμη, δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται, το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486.)[3] Ο κ. Σατολιάς ο οποίος προέβηκε και στην σχετική εισήγηση για αθώωση του πελάτη του από το στάδιο αυτό υποστήριξε την θέση στη βάση της προφορικής επιχειρηματολογίας που ανέπτυξε στο Δικαστήριο ότι ο πελάτης του θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχθεί από το στάδιο αυτό για το σύνολο των κατηγοριών. Η κα. Αργυρού από την άλλη εισηγήθηκε πως το σύνολο της μαρτυρίας που η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε είναι αρκετή για να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Νομικές Αρχές Εκ Πρώτης Όψεως: Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεση: «Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον τότε Επαρχιακό Δικαστή κ.Γιώργο Νικολάου: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από την μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια <<εκ πρώτης όψεως υπόθεση>> δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητά της και την επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το δικαστήριο οφείλει, ακόμη και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. . Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Για τον σκοπό εξέτασης της εισήγησης του συνηγόρου του Κατηγορούμενου, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. H μαρτυρία: Ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και ο οποίος στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε συνολικά 25 τεκμήρια συμπεριλαμβανομένης και της δικής του κατάθεσης (Τεκμήριο 1). Ως μέλος του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Πάφου στις 07.10.2020 ανέλαβε την διερεύνηση υπόθεσης που είχε ως παραπονούμενο τον Γερμανό Επιχειρηματία [] ο οποίος διατηρούσε κατοικία στην Πέγεια της Επαρχίας Πάφου. Όπως του είχε αναφέρει ο ίδιος είχε έρθει σε επαφή με την εταιρεία Green Forest που δραστηριοποιείται στην Πάφο για την διενέργεια κηπουρικών εργασιών και είχε συνομιλία μαζί τους μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων μέσω της διεύθυνσης []. Για την εκτέλεση των εργασιών αυτών συμφώνησε όπως δώσει προκαταβολή το ποσό των €17.850= και για το οποίο απέστειλε σχετικό τραπεζικό έμβασμα στις 02.10.
- Όμως προτού το έμβασμα εκτελεστεί έλαβε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα από την διεύθυνση [] στις 02.10.2020 το οποίο παρουσιαζόταν ότι προερχόταν από την εταιρεία Green Forest και συγκεκριμένα μέσω του υπαλλήλου αυτής [] με το οποίο τον καλούσε να σταματήσει την μεταφορά και ότι θα του αποστελλόταν στοιχεία άλλου τραπεζικού λογαριασμού όπως και έγινε με νέο ηλεκτρονικό μήνυμα στις 04.10.2020 και ώρα 11:45 με το οποίο καλείτο να προχωρήσει στην πληρωμή του συγκεκριμένου ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό ΙΒΑΝ: [] (Σχετικά τα Τεκμήρια 2,3, 4, 7,8 και 15) κάτι το οποίο έπραξε στις 05.10.2020 δίδοντας σχετικές οδηγίες στην Ελληνική Τράπεζα όπου και διατηρούσε τον λογαριασμό του. Στις 06.10.2020 ο παραπονούμενος αντιλαμβανόμενος ότι τα χρήματα είχαν αποσταλεί σε πρόσωπο άλλο από την Green Forest και ότι έγινε παρέμβαση από τρίτους στην συνομιλία του με την συγκεκριμένη εταιρεία έδωσε οδηγίες στις 06.10.2020 για ανάκληση της διενέργειας του τραπεζικού εμβάσματος όμως αυτό δεν κατέστη εφικτό αφού είχε ήδη εκτελεστεί με αποτέλεσμα τα χρήματα να αποσταλούν στον τραπεζικό λογαριασμό ΙΒΑΝ: [] στην Ολλανδία. Για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης ετοιμάστηκε και αποστάλθηκε αίτημα Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας προς τις Δικαστικές Αρχές της Ολλανδίας (Τεκμήριο 10 & 11) οι οποίες ενημέρωσαν ότι ο δικαιούχος του λογαριασμού όπου πιστώθηκε το ποσό των €17.850= ήταν ο Κατηγορούμενος (Τεκμήριο 22 & 23). Στην βάση της πληροφόρησης αυτής ζητήθηκε και εξασφαλίστηκε στις 07.01.2022 Κυπριακό Ένταλμα σύλληψης (Τεκμήριο 12 ) και σε συνέχεια συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Τεκμήριο 13) κατά τον μήνα Ιούνιο 2022 εξασφαλίστηκε και Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (Τεκμήριο 16) εναντίον του Κατηγορούμενου και το οποίο στάλθηκε στην Interpol για εκτέλεση. Αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών ήταν η σύλληψης του Κατηγορούμενου στις 25.08.2022 στο Αεροδρόμιο της Μαδρίτης και η αυθημερόν μεταφορά του στην Κύπρο όπου έδωσε ανακριτικές καταθέσεις (σχετικά τα Τεκμήρια 20 & 21). Η αντεξέταση του μάρτυρα περιορίστηκε σε συγκεκριμένα ζητήματα αφού η υπεράσπιση στην ουσία δεν αμφισβήτησε το γεγονός της επέμβασης στην επικοινωνία του παραπονούμενου με την εταιρεία Green Forest αλλά και το γεγονός πώς το ποσό των €17.850= πράγματι πιστώθηκε σε ευρώ στον λογαριασμό του Κατηγορούμενου που διατηρεί στην Ολλανδία και το οποίο απέσυρε σε μετρητά σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες ήτοι στις 06.10.2020 το ποσό των €10.000 και στις 07.10.2020 το ποσό των €7.
- Αυτό για το οποίο ουσιαστικά ο μάρτυρας αντεξετάστηκε εκτενώς είναι το κατά πόσον έγιναν ενέργειες από πλευράς της Αστυνομίας για να διασυνδεθεί η χρήση των 2 emails από τον Κατηγορούμενο ή αν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με την χρήση των 2 αυτών emails με τον μάρτυρα να απαντά πώς τέτοια έρευνα ή μαρτυρία δεν υπάρχει αφού οι Ολλανδικές Αρχές παρά το ότι τους ζητήθηκε να προβούν στην σχετική έρευνα δεν το έπραξαν με πρόσχημα ότι ο Κατηγορούμενος δεν εντοπιζόταν. Παρά το γεγονός αυτό ο μάρτυρας θεώρησε πώς από την στιγμή που απάντηση λήφθηκε ότι τα χρήματα είχαν πιστωθεί στον λογαριασμό του κατηγορούμενου ότι ο Κατηγορούμενος θα είχε κάποια σχέση και με τα emails. Ούτε και γνώριζε αν ο Κατηγορούμενος μπορούσε να δει τα emails που είχαν ανταλλαχθεί και δεν απέκλεισε και το ενδεχόμενο πράγματι ο ίδιος να μην έχει απευθείας σχέση με την επικοινωνία αυτή αλλά κάποιο φιλικό του πρόσωπο ή συνεργάτης του. Επέμενε στην θέση πως με βάση τον νόμο περί νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ακόμα και αν πράγματι δεν γνώριζε για την προέλευση των χρημάτων αυτός όφειλε να γνωρίζει ιδιαίτερα όταν δόθηκε όπως και ο Κατηγορούμενος του ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση και προμήθεια προς τον ίδιο ύψους 15% περίπου €2500 και εξέφρασε την πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα χρήματα αυτά ήταν προϊόν παράνομης πράξης. Όσον αφορά το κομμάτι της αντεξέτασης που αφορούσε την καταλογιζόμενη από τον Κατηγορούμενο εμπλοκή τρίτου προσώπου στην υπόθεση και συγκεκριμένα κάποιου [] για τον οποίο μάλιστα αναφορά κάνει στις ανακριτικές του καταθέσεις αλλά και σε έγγραφα που παρέδωσε για τον εντοπισμό του, δηλαδή πώς ήταν αυτό το πρόσωπο που ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να του δώσει τα στοιχεία του τραπεζικού του λογαριασμού με σκοπό σε αυτόν να εμβαστεί χρηματικό ποσό προϊόν από κρυπτονόμισμα bitcoin και το οποίο στην συνέχεια ο τελευταίος θα ανέσυρε και θα του παρέδιδε σε μετρητά με αντάλλαγμα την πληρωμή ποσοστού προμήθειας και πως αυτό το πρόσωπο θα έπρεπε η Αστυνομία να αναζητήσει για την διάπραξη των καταλογιζομένων στον Κατηγορούμενο αδικημάτων ο ΜΚ1 ανέφερε πώς ήδη η Αστυνομία μέσω της επιστολής της ημερομηνίας 23.09.2022 (Τεκμήριο 24) ζήτησε από την Ιντερπόλ Ολλανδίας τα πλήρη στοιχεία του πιο πάνω προσώπου με σκοπό να διερευνηθεί και η δική του εμπλοκή στην υπόθεση. Ο ΜΚ2 ήταν ο Διευθυντής της εταιρείας Green Forest ο οποίος έδωσε κατάθεση για την υπόθεση και κατέθεσε στην διαδικασία ως Τεκμήριο
- Η εταιρεία του διαθέτει φυτώρια με την ίδια ονομασία και ασχολείται μεταξύ άλλων και με την εκτέλεση κηπουρικών εργασιών. Μεταξύ των πελατών της ήταν και ο Γερμανός [] ο οποίος διαθέτει κατοικία στην Πέγεια της Επαρχίας Πάφου όπου και είχαν συμφωνήσει την εκτέλεση κηπουρικών εργασιών για το συνολικό ποσό των €125.000 εκ των οποίων θα δινόταν ως προκαταβολή το ποσό των €17.850 με το υπόλοιπο ποσό να πληρώνεται σταδιακά ανάλογα και με την προόδο των εργασιών. Ο υπάλληλος της εταιρείας [] αρχές Οκτωβρίου 2020 ήρθε σε επικοινωνία με τον [] μέσω email χρησιμοποιώντας το email της εταιρείας με την ονομασία [] για να προχωρήσει σε διαδικτυακή μεταφορά του ποσού της προκαταβολής έτσι ώστε να ξεκινήσουν και οι εργασίες αποστέλλοντας του τα στοιχεία λογαριασμού της εταιρείας στην Alpha Bank όμως στην συνέχεια ο T. τον ενημέρωσε ότι έπεσε θύμα απάτης με αποτέλεσμα τα χρήματα της προκαταβολής να καταλήξουν σε άγνωστο πρόσωπο και να προχωρήσει σε καταγγελία στην Αστυνομία. Ο ίδιος σημείωσε πώς η εταιρεία του διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς μόνο σε 3 Κυπριακές Τράπεζες, και όχι στο εξωτερικό ενώ ποτέ δεν ζητήθηκε από τον T. να αποστείλει το ποσό των €17.850 σε τράπεζα του εξωτερικού. Περαιτέρω επιβεβαίωσε πως η εταιρεία του δεν διαθέτει άλλο email με την ονομασία marketing greenforest το οποίο να φέρει οποιαδήποτε άλλη παραλλαγή στα γράμματα αυτού. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε πώς το μόνο πρόσωπο που χειρίζεται το Email της εταιρείας είναι ο [], ενώ σημείωσε πως δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο ούτε και το πρόσωπο με την ονομασία []. Οι ίδιοι έλεγξαν τα email που χρησιμοποιεί η εταιρεία τους χωρίς να εντοπιστεί οποιοσδήποτε υιός η οτιδήποτε άλλο και επανέλαβε πώς η εταιρεία του δεν παρέλαβε το ποσό των €17.850 και η ενημέρωση που είχε από τον πελάτη τους ήταν ότι έστειλε τα χρήματα σε κάποιο λογαριασμό που του υποδείχθηκε μέσω email και παρίστανε την εταιρεία Green Forest. Η ΜΚ3 ήταν υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας η κατάθεση της οποίας σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- H ίδια είχε προσωπική εμπλοκή στην υπόθεση η οποία αφορούσε την ετοιμασία των εγγράφων και πληροφοριών που η Αστυνομία Κύπρου ζητούσε με την επιστολή της ημερ. 30.05.2022 (Τεκμήριο 14) προς την Ελληνική Τράπεζα. Ετοίμασε και απέστειλε την επιστολή ημερ. 31.05.2022 μαζί με τα συνοδευτικά έγγραφα (Τεκμήριο 15) και την οποία προσυπογράφει. Μέσω της κατάθεσης της αλλά και των εγγράφων που ετοίμασε επιβεβαίωσε πώς στην Τράπεζα τους ο [] διατηρεί τον τρεχούμενο λογαριασμό [] (ΙΒΑΝ: []) μέσω του οποίου στις 06.10.2020 εκτελέστηκε εξερχόμενη εντολή πληρωμής με αριθμό αναφοράς [] για το ποσό των €17.850 και το οποίο αποστάλθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό του εξωτερικού με αριθμό λογαριασμού [] και Beneficiary Bank (Αριθμό Swift) [] με την ονομασία FYTORIA TRYFONA LTD GREEN FOREST και λεπτομέρειες συναλλαγής DEPOSIT QUOTE LANDSCAPING OCT 2
- Σε σχέση με την Τράπεζα με το πιο πάνω swift ανέφερε πως σύμφωνα με το ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας πρόκειται για την Τράπεζα ING BANK NV NOORD - HOLLAND. Tέλος σημείωσε πως η τράπεζα τους δεν προβαίνει σε συναλλαγές μέσω Bitcoins. Αντεξεταζόμενη επιβεβαίωσε πως αν η μεταφορά των bitcoins γίνει σε ευρώ τότε μπορούν να κατατεθούν στην τράπεζα αφού πρόκειται για κατάθεση ευρώ και όχι bitcoins ενώ σε σχέση με την αναγραφή στα στοιχεία του εμβάσματος για τα Fytoria Tryfona και Green Forest σημείωσε πώς πρόκειται για τα στοιχεία που ο ίδιος ο εντολέας έδωσε στην τράπεζα. Απέκλεισε το ενδεχόμενο τα προγράμματα που χρησιμοποιεί η Τράπεζα για διενέργεια τραπεζικών εμβασμάτων να είχαν κάποιο υιό ενώ σημείωσε πως δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο ούτε αν ήταν ο δικαιούχος του λογαριασμού που πιστώθηκαν τα χρήματα ούτε και γνωρίζει τον Robby Mohamed Peerkhan. O ΜΚ4 ήταν ο υπάλληλος της εταιρείας Green Forest ο οποίος στα πλαίσια της υπόθεσης έδωσε γραπτή κατάθεση και την οποία παρουσίασε στην διαδικασία ως Τεκμήριο 29 το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε. Σε αυτήν αναφέρετε ότι μεταξύ των καθηκόντων του είναι και η διαχείριση της ιστοσελίδας του φυτωρίου καθώς και η επικοινωνία μέσω email με τους πελάτες. Κατά τον Φεβρουάριο 2020 έκλεισαν συμφωνία με τον παραπονούμενο ο οποίος κατέχει κατοικία στην Πέγεια για κηπουρικές εργασίες με αποτέλεσμα τον Οκτώβριο του 2020 να του αποστείλει μέσω email αίτημα όπως αποσταλεί το ποσό των €17.850 ως προκαταβολή στον λογαριασμό της εταιρείας στην Alpha Bank τα στοιχεία του οποίου και απέστειλε στον παραπονούμενο. Η επικοινωνία του έγινε μέσω της ηλεκτρονικής διεύθυνσης [] όμως στην συνέχεια ο παραπονούμενος τους ενημέρωσε πώς είχε πέσει θύμα απάτης καθότι κάποιο άγνωστο άτομο παρενέβη στην συνομιλία τους με αποτέλεσμα το ποσό της προκαταβολής να καταλήξει σε άγνωστο πρόσωπο. Μάλιστα επιβεβαίωσε πώς οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις [] και [] δεν ανήκουν στην εταιρεία τους ούτε και η εταιρεία κατέχει οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό εκτός Κύπρου. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε ότι δεν γνωρίζει τον Κατηγορούμενο ούτε και κάποιο πρόσωπο με το όνομα []. Ο ίδιος πληροφορήθηκε ότι ήταν κάποιο πρόσωπο ονόματι Mohamed υποκράτηση για το συγκεκριμένο συμβάν όμως δεν ήταν σε θέση ως ανέφερε να γνωρίζει από ποιον είχαν σταλεί τα ηλεκτρονικά μηνύματα. Ο ΜΚ5 ήταν ο παραπονούμενος στην υπόθεση ο οποίος παρουσίασε κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 30) το περιεχόμενο των οποίων και υιοθέτησε. Είδε επίσης και αναγνώρισε ως τα έγγραφα που ο ίδιος παρέδωσε στην Αστυνομία για την διερεύνηση της υπόθεσης ήτοι τα Τεκμήρια 2 ως 8 τα οποία και επεξήγησε. Πρόκειται ουσιαστικά για Γερμανό υπήκοο και μόνιμο κάτοικο Πέγειας τα τελευταία 2 χρόνια στην οποία διατηρεί κατοικία την οποία κατά τον Φεβρουάριο του 2020 αποφάσισε να ανακαινίσει. Μεταξύ των εργασιών που θα εκτελούνταν ήταν και κηπουρικές εργασίες τις οποίες συμφώνησε να αναλάβει η εταιρεία Green Forest για το συνολικό ποσό των €125.000 για το οποίο θα έδινε ως προκαταβολή το ποσό των €17.850 και το υπόλοιπο ποσό των €107.150 θα πληρωνόταν σταδιακά ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών. Στις 02.10.2020 προχώρησε στην αποστολή μέσω εμβάσματος από τον Τραπεζικό του λογαριασμό που διατηρεί στην Ελληνική Τράπεζα του ποσού των €17.850 με παραλήπτη την εταιρεία Green Forest και συγκεκριμένα τον λογαριασμό που αυτή διατηρεί στην Alpha Bank τα στοιχεία του οποίου του είχαν δοθεί. Με την πάροδο 10 λεπτών έλαβε ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στην δική του διεύθυνση [] από την διεύθυνση [] παριστάνοντας την εταιρεία Green Forest με το οποίο του ζητείτο να ακυρώσει την αποστολή των χρημάτων και ότι θα του αποστελλόταν άλλος τραπεζικός λογαριασμός για την διενέργεια του εμβάσματος όπως και έγινε καλώντας τον να αποστείλει τα χρήματα σε λογαριασμό στην Ολλανδία με αριθμό [] όπως και έπραξε. Στην συνέχεια αυτός έλαβε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα από την ίδια διεύθυνση με το οποίο τον ενημέρωναν και πάλι παριστάνοντας την εταιρεία Green Forest να προχωρήσει σε ακύρωση της μεταφοράς των χρημάτων καθότι ο λογαριασμός που του είχε δοθεί ήταν σε δολάρια ενώ θα του αποστελλόταν λογαριασμός της εταιρείας σε ευρώ στην Ολλανδία όπως και έγινε κοινοποιώντας του τον λογαριασμό με αριθμό []. Αφού προχώρησε τόσο στην ακύρωση του αρχικού εμβάσματος που έγινε στις 02.10.2020 προς την Alpha Bank όσο και του δεύτερου εμβάσματος προς τον λογαριασμό [] στις 05.10.2020 απέστειλε νέο έμβασμα για το ποσό των €17.850 προς τον λογαριασμό [] η εκτέλεση του οποίου ολοκληρώθηκε από την Ελληνική Τράπεζα στις 06.10.2020 αφού προηγουμένως ζητήθηκε από τον μάρτυρα η αποστολή του εγγράφου της προσφοράς των κηπουρικών εργασιών. Στις 06.10.2020 πληροφορήθηκε σε τηλεφωνική του συνομιλία με την Green Forest ότι δεν διατηρούν οποιοδήποτε λογαριασμό στην Ολλανδία και αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για απάτη με αποτέλεσμα να δώσει επείγουσες οδηγίες στην Ελληνική Τράπεζα για μπλοκάρισμα της συναλλαγής πράγμα το οποίο έπραξε όμως η μεταφορά είχε ήδη διενεργηθεί. Τέλος επιβεβαίωσε ότι ουδέποτε έδωσε την συγκατάθεση του στον Κατηγορούμενο να πιάσει αυτά τα χρήματα από τον λογαριασμό του και ότι ο λόγος που είχαν αποσταλεί ήταν καθαρά και μόνο για την έναρξη των κηπουρικών εργασιών αφού ο ίδιος πίστευε ότι επρόκειτο για τραπεζικό λογαριασμό της Green Forest ο οποίος του αποστάλθηκε από την ηλεκτρονική επικοινωνία που είχε με τον αντιπρόσωπο της εταιρείας και δεν περίμενε σε καμιά περίπτωση πως κάποιος θα παρίστανε την ταυτότητα κάποιου άλλου. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε και αυτός ότι δεν γνωρίζει τον Κατηγορούμενο ούτε και κάποιο πρόσωπο με το όνομα []. Δεν ήταν σε θέση επίσης να γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο πίσω από τα emails που του είχαν σταλεί επέμενε όμως πως θα πρέπει ο Κατηγορούμενος ο οποίος έλαβε στον Τραπεζικό του Λογαριασμό στην Ολλανδία τα χρήματα του να του τα επιστρέψει. Τέλος επιβεβαίωσε πώς δεν γνώριζε ούτε για το τι ανέφερε στην Αστυνομία ο Κατηγορούμενος για τον λόγο που βρέθηκαν τα χρήματα στον λογαριασμό του. Νομική Πτυχή[4]: To αδίκημα της 1ης Κατηγορίας (απώλεια περιουσίας άλλου προσώπου με επέμβαση στη λειτουργία ηλεκτρονικού υπολογιστή) διέπεται από τα άρθρα 2 και 10(α) και (β) του Ο περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου (Κυρωτικός) Νόμος του 2004 (Ν. 22(III)/2004) τα οποία διαλαμβάνουν τα ακόλουθα:
- Όποιος µε πρόθεση και χωρίς δικαίωµα και µε σκοπό την καταδολίευση προκαλεί απώλεια στην περιουσία άλλου προσώπου µε - (α) Εισαγωγή, τροποποίηση, διαγραφή ή απόκρυψη δεδοµένων ηλεκτρονικού υπολογιστή· (β) επέµβαση στη λειτουργία ενός συστήµατος υπολογιστή· µε σκοπό να επιφέρει χωρίς δικαίωµα οικονοµικό όφελος στον εαυτό του ή σε άλλο πρόσωπο, διαπράττει αδίκηµα που τιµωρείται µε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή µε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες λίρες ή και µε τις δύο ποινές. Στο άρθρο 2 που αφορά την ερμηνεία σχετικά είναι και τα ακόλουθα: "∆εδοµένα Υπολογιστών" σηµαίνει κάθε αναπαράσταση γεγονότων, πληροφοριών ή εννοιών µε µορφή κατάλληλη για επεξεργασία σε σύστηµα υπολογιστή και συµπεριλαµβάνει πρόγραµµα κατάλληλο να προκαλέσει σ΄ ένα σύστηµα υπολογιστή την εκτέλεση µιας λειτουργίας. "Σύστηµα υπολογιστή" σηµαίνει συσκευή ή οµάδα συσκευών που είναι εσωτερικά συνδεδεµένες µεταξύ τους ή συνδεδεµένες συσκευές, οι οποίες επεξεργάζονται αυτόµατα δεδοµένα, µε τη χρήση προγράµµατος. «χωρίς δικαίωµα» σηµαίνει πρόσβαση ή παρεµβολή µη εξουσιοδοτηµένη από τον ιδιοκτήτη ή άλλο δικαιούχο του συστήµατος υπολογιστή ή µέρος αυτού, ή απαγορευµένη δυνάµει των διατάξεων του παρόντος Νόµου. Το αδίκημα της 2ης Κατηγορίας (απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις) διέπεται από τα άρθρα 297 και 298
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 που έχουν ως εξής: "
- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.
- Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων." Από την ανάγνωση των πιο πάνω προκύπτει ότι για να κριθεί ένοχος κάποιος για τέτοιο αδίκημα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι: (α)με ψευδείς παραστάσεις και (β) με πρόθεση καταδολίευσης (γ) απέκτησε πράγμα το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής Στο στάδιο αυτό χρήζουν ανάλυσης οι νομικές έννοιες της ψευδούς παράστασης, της πρόθεσης καταδολίευσης και της παράνομης απόκτησης περιουσίας, έννοιες που αποτελούν μέρος των συστατικών στοιχείων του υπο κρίση αδικήματος, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον, κατά την αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων, έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Α. Ψευδής παράσταση Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος ως υφιστάμενου, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Δεν είναι απαραίτητο όπως η ψευδής παράσταση γίνεται με λόγια. Η συμπεριφορά και η πράξη του δράστη, χωρίς προφορική ή γραπτή παράσταση, είναι αρκετές. Από την άλλη, η δήλωση με αναφορά σε υφιστάμενο γεγονός είτε γίνεται προφορικά είτε γραπτά, δεν χρειάζεται να είναι ρητά εκπεφρασμένη, αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Νόμου αν η δήλωση λογικά και φυσιολογικά μπορεί να εξαχθεί από τον προφορικό ή γραπτό τρόπο που έγινε. Είναι, όμως, αναγκαίο όπως ο δράστης γνωρίζει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής. Η ερμηνεία του όρου «ψευδής παράσταση» δόθηκε από τον Δικαστή Buckey στην υπόθεση Re London and Globe Finance Corporation Ltd
(1903)1 Ch. 368, 370, ως εξής: «To induce a man to believe that a thing is true which is false and which the person practicing the deceit knows or believes to be false» Περαιτέρω, σύμφωνα με το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, παρά. 5.6, σελ. 328, είναι αρκετό ο κατηγορούμενος με λόγια ή με συμπεριφορά να προκάλεσε στο μυαλό του θύματος μια ψεύτικη προσδοκία. Οι παραστάσεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο δεν είναι αρκετό να είναι ψευδείς, αλλά απαιτείται όπως ο κατηγορούμενος, όταν προέβαινε σε αυτές, να γνώριζε ότι ήταν ψευδείς ή να μην πίστευε στο αληθές τους. Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων, βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία θα πρέπει να τις αποδείξει όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο. Στην υπόθεση Μιχάλη Ζένιου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 65, η ψευδής παράσταση συνίστατο στο γεγονός πως όταν ο παραπονούμενος συμφώνησε στην αγορά διαμερισμάτων και πλήρωσε προκαταβολή, οι κατηγορούμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να παραδώσουν τα δύο διαμερίσματα ενώ γνώριζαν πως η πολυκατοικία δεν μπορούσε να αποπερατωθεί γιατί δεν υπήρχε άδεια οικοδομής ούτε και μπορούσε να εκδοθεί τέτοια άδεια οικοδομής για την υπό ανέγερση πολυκατοικία κάτω από το σχετικό Νόμο. Από την άλλη, η απλή παράβαση σύμβασης, παρά τις υποσχέσεις του κατηγορουμένου για εκπλήρωση των συμφωνηθέντων, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση εντός της εννοίας του Άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα. Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861, τονίστηκε ότι το ψευδές της παράστασης, όπως και η πρόθεση καταδολίευσης για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίνει και όχι στην εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Όπως χαρακτηριστικά τονίστηκαν στη σελίδα 866: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψεύδος της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιστάσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), «The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion». Το ψευδώς περιστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά τον χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη.» Β. Απόκτηση περιουσίας ως αποτέλεσμα ψευδούς παράστασης Είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η περιουσία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ή κάποιο τμήμα της αποκτήθηκε σαν αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης ψευδούς παράστασης. Δηλαδή, θα πρέπει η μαρτυρία να δείξει ότι η ψευδής παράσταση επέδρασε στο μυαλό του εξαπατηθέντος και ότι ήταν αυτή που τον ώθησε είτε πλήρως είτε μερικώς στο να αποξενωθεί από την περιουσία του. Σχετική είναι η υπόθεση R. v. Sullivan, 30 Cr. App. R. 132, όπου αποφασίστηκε πως η απόδειξη ότι η ψευδής παράσταση όντως ενήργησε στο μυαλό του εξαπατηθέντος δεν χρειάζεται σε κάθε περίπτωση να προσφέρεται με άμεση μαρτυρία, εφόσον τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε η ισχυριζόμενη ψευδής παράσταση να εμφανίζεται σαν ο μόνος λόγος, ο οποίος θα μπορούσε να προβληθεί ως ο αποφασιστικός παράγοντας για την τέλεση της πράξης. Είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είτε για τον εαυτό του είτε για κάποιο άλλο πρόσωπο, κατόρθωσε ως αποτέλεσμα των ψευδών του παραστάσεων να αποσπάσει παράνομα οτιδήποτε μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, είτε αυτό είναι χρήματα ή άλλο αντικείμενο, το οποίο πρέπει να περιγράφεται με ικανοποιητικό τρόπο στο κατηγορητήριο.(βλ. R. v. Smith
(1950)2 All E.R. 679). Γ. Πρόθεση καταδολίευσης Η πρόθεση καταδολίευσης κατά κανόνα τεκμαίρεται μέσα από τα γεγονότα της κρινόμενης υπόθεσης. Η πρόθεση δεν είναι πάντοτε δεκτική θετικής και άμεσης μαρτυρίας, αλλά ανευρίσκεται συνήθως ως εξυπακουόμενο γεγονός από τα γεγονότα της υπόθεσης. Επί παραδείγματι, στην περίπτωση όπου λαμβάνονται χρήματα με παραστάσεις που εκ πρώτης όψεως είναι ψευδείς, τότε η πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως. (βλ. R. v. Hammerson, 10 Cr. App. R. 121). H χρήση ψευδών δηλώσεων ή εγγράφων για απόκτηση χρημάτων, παρά το ότι τα χρήματα θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί χωρίς αυτά, είναι μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθεί πρόθεση για καταδολίευση. (βλ. R. v. Kritz
(1949)2 All E.R). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Επίσης χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ.130/2012 και 131/2012, ημερομηνίας 03.07.12, στην οποία έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 και υιοθετήθηκε το πιο πάνω απόσπασμα. Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με το υπό αναφορά αδίκημα, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί αυτό, πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Το αδίκημα της 3ης Κατηγορίας (νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες) διέπεται από τα άρθρα 2,3,4
(1)(ΙΙΙ) και
(2), 5, 6 και 7 του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμος 188
(1)/2007 που έχουν ως εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)του Ν. 188(Ι)/07: 4.
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες: ....... (iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία˙ .... διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ
(500000)ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ
(50000)ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω. Η λέξη «έσοδο» ερμηνεύεται στο άρθρο 2 ως «οποιασδήποτε μορφής περιουσία ή οικονοµικό όφελος, που προήλθε άµεσα ή έµµεσα από παράνομες διαστηριότητες και περιλαμβάνει κάθε μεταγενέστερη επανεπένδυση ή μετατροπή άμεσων προιόντων και κάθε σημαντικό όφελος», επομένως ρητώς περιλαμβάνει χρήματα. Γενεσιουργά αδικήματα, σύμφωνα με το άρθρο 2 είναι τα αδικήματα τα οποία περιλαμβάνονται στο άρθρο 5 το οποίο αναφέρει πως <<Γενεσιουργό αδίκημα είναι οποιοδήποτε αδίκημα καθορίζεται ως ποινικό αδίκημα από νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας>> Όπως αναφέρεται στο άρθρο 4
(2)(γ) του Νόμου, η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δύνανται να συναχθούν από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις. Τέλος το αδίκημα της 4ης Κατηγορίας (κλοπής) διέπεται από τα άρθρα 255[5] και 262[6] του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 που διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: Η σχετική με αυτό νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, από την οποία προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
- Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
- Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
- Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος µε καλή πίστη,
- Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
- Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Στην υπόθεση Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39. Η έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του Άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αυτός ο ορισμός του ιδιοκτήτη πρέπει να συνδυαστεί και με το Άρθρο 260, όπου καθορίζεται ότι κλοπή μπορεί να γίνει και από πρόσωπο που έχει συμφέρον στο κλοπιμαίο όπως εάν το πρόσωπο αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή είναι μισθωτής του αντικειμένου ή συνιδιοκτήτης του. Αυτή η έννοια της ιδιοκτησίας που καθορίζει το Κεφ. 154, είναι απόρροια της νομολογημένης αντίληψης προερχόμενης από τις έννοιες του κοινοδικαίου ότι η ιδιοκτησία μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο και σε άλλο πρόσωπο ή ο κατηγορούμενος μπορεί να το κατέχει λόγω σχέσης εμπιστοσύνης, από άλλο πρόσωπο. Αυτό καλύπτει και την παρούσα περίπτωση, όπου η εταιρεία απέκτησε το χαρτοφυλάκιο του Ταμείου με τη συγκατάθεση του, αλλά στη συνέχεια το οικειοποιήθηκε («fraudulent conversion»), όπως απαντάται στην επιφύλαξη του Άρθρου 255
(1)και στο Άρθρο 260. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ashworth: Principles of Criminal Law 3η έκδ. σελ. 385, η έννοια της λέξης «property» κάτω από το Άρθρο 4
(1)του Theft Act 1968, είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, όπως ακριβώς καθορίζεται και στην έννοια του «property» του ερμηνευτικού Άρθρου 4 του Κεφ. 154, που περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Στο σύγγραμμα Parry on Offences Against Property, σελ. 11, παρ. 1.21, αναφέρεται ότι μία περιουσία ανήκει όχι μόνο σε κάποιον που είναι απόλυτος ιδιοκτήτης της, αλλά και σε οποιονδήποτε έχει επ' αυτής συμφέρον ή εμπράγματο δικαίωμα. Έτσι, περιουσία, η οποία κατέχεται από κοινού, μπορεί να γίνει αντικείμενο κλοπής από ένα ή περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, ενώ στην παρ. 1.22 καταγράφεται η θέση ότι το συμφέρον στην περιουσία δεν είναι ανάγκη να είναι νομικό («legal»), αλλά μπορεί να είναι και συμφέρον που αναγνωρίζεται στο δίκαιο της επιείκειας («equitable»). Κατά συνέπεια, ένας καταπιστευματοδόχος («trustee») παρόλο που κατά νόμο θεωρείται απόλυτος ιδιοκτήτης, εν τούτοις μπορεί να κλέψει την περιουσία του καταπιστεύματος, διότι οι δικαιούχοι έχουν «equitable interest». Κατά παρόμοιο τρόπο, πρόσωπα που βρίσκονται σε σχέση εμπιστοσύνης με άλλα («fiduciary position») και που λόγω της θέσης αυτής δυνατό να αποκτήσουν μυστικά κέρδη μπορούν να θεωρηθούν ένοχοι κλοπής, ιδιαιτέρως όταν η περιουσία έτυχε εμπίστευσης ως πραγματικό γεγονός. (Attorrney-General's Reference (No. 1 of 1985) [1986] QB 491). Σχετικές αναφορές γίνονται και στο σύγγραμμα του Edward Griew: The Theft Act 1968 2η έκδ., σελ. 11-12 τόσο για την ιδιοκτησία όσο και τη φράση «belonging to another». Το πόσο ευρεία είναι η έννοια «belonging to another», σχολιάζεται και στον Ashworth - πιο πάνω - σελ. 386-390, όπου διακρίνεται η έννοια αυτή από τον παλιό νόμο του Larceny Act ...». Στην υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 CLR 174 λέχθηκε ότι οι λέξεις «με δόλιο τρόπο» (fraudulently) προσθέτουν στις λέξεις «χωρίς αξίωση δικαιώματος» και υποδηλούν απόκτηση κατοχής με πρόθεση (intentionally) και εσκεμμένα (deliberately), δηλαδή, όχι ως εκ λάθους. Στην πιο πάνω υπόθεση και στην βάση των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στο ότι ο εφεσείων είχε πρόθεση να χρησιμοποιήσει τα χρήματα τα οποία οικειοποιήθηκε από το χρηματοκιβώτιο και τα οποία όντως χρησιμοποίησε για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους τα είχε στην κατοχή του και για τους οποίους τα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης τα είχαν καταβάλει. Ήτοι προς οικονομική βοήθεια της χήρας πρώην συναδέλφου τους. Παίρνοντας τα χρήματα και χρησιμοποιώντας τα για δικούς του σκοπούς ο εφεσείων είχε πρόθεση να τα αποστερήσει από την χήρα και πράττοντας έτσι ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος καθότι γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα να τα πάρει αφού γνώριζε ότι τα χρήματα δεν ήταν δικά του. Το γεγονός ότι η κατοχή ή ο έλεγχος της κλαπείσας περιουσίας είναι νόμιμος από το θύμα δεν απαιτείται να αποδειχθεί (Βλ. Archbold 2009, παράγραφοι 21-67). Περαιτέρω ο σκοπός για τον οποίο κλάπηκε μια περιουσία δεν έχει σημασία. Όπως λέχθηκε στην Αγγλική υπόθεση R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, που πιο πάνω μνημονεύεται, τα συστατικά στοιχεία της κλοπής είναι (α) η λήψη της περιουσίας χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, (β) χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και (γ) με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Εκτίμηση του Δικαστηρίου αν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου: Τα πράγματα στην υπό εξέταση υπόθεση είναι ιδιαίτερα απλά σε σχέση με την 1η και 2η Κατηγορία καθώς και το μέρος της 3ης Κατηγορίας που αφορά τα γενεσιουργά (συνδεόμενα) αδικήματα της 1ης και 2ης Κατηγορίας. Και αυτό γιατί δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία από πλευράς κατηγορούσας αρχής που να είναι ικανή ακόμα και για σκοπούς του ενδιάμεσου αυτού σταδίου που να υποστηρίζει ή αποδεικνύει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απώλειας περιουσίας άλλου προσώπου με επέμβαση στη λειτουργία ηλεκτρονικού υπολογιστή και της της απόστασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Και αυτό γιατί καμία μαρτυρία δεν υπάρχει διαθέσιμη ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που χειρίστηκε ή απέστειλε ή ενέργησε κατά τρόπο να επέμβει στην επίδικη επικοινωνία του παραπονούμενου με το τρίτο πρόσωπο που παρίστανε την εταιρεία Green Forest ούτε και ότι ήταν ο Κατηγορούμενος που μέσω τέτοιας επικοινωνίας προέβηκε σε τέτοιες παραστάσεις για να αποσταλούν τα χρήματα του παραπονούμενου στον επίδικο λογαριασμό στην Ολλανδία. Απεναντίας ως ο εξεταστής της υπόθεσης επιβεβαίωσε (ΜΚ1) τέτοια έρευνα δεν έλαβε χώρα ούτε και υπάρχει τέτοια μαρτυρία καθότι οι Ολλανδικές Αρχές παρά το ότι κάτι τέτοιο τους ζητήθηκε από την Κυπριακή Αστυνομία δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε άλλη έρευνα πέραν του να επιβεβαιώσουν τα στοιχεία του δικαιούχου του λογαριασμού στον οποίο κατέληξαν τα χρήματα. Δηλαδή καμία μαρτυρία δεν υπάρχει που να διασυνδέει τον Κατηγορούμενο με την επίδικη επικοινωνία που έλαβε χώρα μεταξύ των ημερομηνιών 02.10.2020 και 05.10.2020 μεταξύ Παραπονούμενου και τρίτου προσώπου παριστάνοντας την εταιρεία Green Forest και κατ επέκταση τόσο η 1η όσο και η 2η Κατηγορία αναπόφευκτα θα πρέπει να απορριφθούν από το στάδιο αυτό αφού δεν υπάρχει υποστηρικτική για αυτές μαρτυρία. Στη βάση της κατάληξης αυτής του Δικαστηρίου αναπόφευκτα είναι καταδικασμένη σε απόρριψη και το μέρος της 3ης Κατηγορίας που αφορά τα γενεσιουργά αδικήματα της 1ης και 2ης Κατηγορίας τα οποία δεν έχουν αποδειχθεί. Δεν νοείται λοιπόν η στοιχειοθέτηση ακόμα και για σκοπούς του ενδιάμεσου αυτού σταδίου του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες βασιζόμενο σε γενεσιουργά αδικήματα τα οποία δεν έχουν αποδειχθεί και κατ επέκταση το μέρος της 3ης Κατηγορίας που τα αφορά είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Σε αντίθεση με τα ανωτέρω ο Κατηγορούμενος θα κληθεί σε απολογία σε σχέση με την 4η Κατηγορία δηλαδή του αδικήματος της κλοπής και του μέρους της 3ης Κατηγορίας που αφορά το γενεσιουργό αδίκημα της 4ης Κατηγορίας. Και αυτό γιατί ως προκύπτει από την τεθείσα μαρτυρία αλλά και από τα παραδεκτά γεγονότα φαίνεται να έχει παρουσιαστεί μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Υπενθυμίζεται πώς ο κατηγορούμενος παραδέχεται ουσιαστικά πως στον λογαριασμό του που διατηρεί στην Ολλανδία έχει πιστωθεί στις 06.10.2020 το ποσό των €17.850 που ο Παραπονούμενος απέστειλε από τον Λογαριασμό του στην Ελληνική Τράπεζα σε συνέχεια της παραπλανητικής επικοινωνίας που είχε με τρίτο πρόσωπο μέσω email και το οποίο ποσό ανέσυρε σε μετρητά ο ίδιος ο Κατηγορούμενος σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις στις 06.10.2020 ποσό €10.000 και στις 07.10.2020 ποσό €7.850. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως το γεγονός πώς ο Κατηγορούμενος έδωσε κάποια εξήγηση για την πίστωση του λογαριασμού του των χρημάτων αυτών αλλά και για το λόγο που αυτός προχώρησε στην ανάληψη του είναι αρκετό να αναφέρω όμως πως για τις κατηγορίες στις οποίες θα κληθεί σε απολογία θα κριθεί η ποινική του ευθύνη με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου όπου θα αξιολογηθεί το σύνολο της τεθείσας μαρτυρίας και θα προχωρήσει το Δικαστήριο στην αποκρυστάλλωση των ευρημάτων του. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τoυ Κατηγορούμενου στην 3η Κατηγορία στον βαθμό και την έκταση και μόνο που αφορά το γενεσιουργό αδίκημα της 4ης Κατηγορίας καθώς και στην 4η Κατηγορία και κατά συνέπεια αυτός καλείται σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται της 1ης και 2ης Κατηγορίας ενώ ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται επίσης και το μέρος της 3ης Κατηγορίας που αφορά τα γενεσιουργά αδικήματα της 1ης και 2ης Κατηγορίας. (Επεξηγούνται στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.) (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στις 06.10.2020 εμβάστηκε το χρηματικό ποσό των €17.850 από τον λογαριασμό του παραπονούμενου στον λογαριασμό του Κατηγορούμενου. Στις 06.10.2020 ο Κατηγορούμενος από το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό έκαμε ανάληψη το ποσό των €10.000 και στις 07.10.2020 το ποσό των €7.
- [2] Κατατέθηκε εξ συμφώνου ως Τεκμήριο 28 η κατάθεση του Αστυφύλακα 1300 Σ. Λεωνίδου με δήλωση ότι γίνεται παραδεκτή η αλήθεια του περιεχομένου της. Σημειώθηκε επιπρόσθετα πως η ανακριτική κατάθεση στην οποία γίνεται αναφορά, αφορά το Τεκμήριο
- Δηλώθηκε ότι το περιεχόμενο του συνόλου των εγγράφων του Τεκμηρίου 22 είναι αποδεκτή η αλήθεια του περιεχομένου του. [3] Μ.Φ. Χ. v. Μ.Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/2018, 28/9/2021 [4] Ως αυτή ίσχυε κατά τον χρόνο διάπραξης των καταλογιζομένων αδικημάτων [5] Ορισμός 255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
- i)με τέχνασμα (
- ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο. [6] Γενική ποινή κλοπής 262. Αυτός που κλέβει οτιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί, είναι ένοχος του κακουργήματος της κλοπής και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο