Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ARARAT MNATSAKANIAN, Aρ. Υπόθεσης: 7132/19, 6/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B59 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 7132/19 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - ARARAT MNATSAKANIAN Ημερομηνία: 06.07.22 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ε. Γεωργιάδου Κατηγορούμενος: παρόν Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία). Πιο συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται επί το ότι την 27 Οκτωβρίου στην Πάφο, προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στον Daniel Sandel από την Ρουμανία και τώρα στην Πόλη Χρυσοχούς. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή και έτσι η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κλήθηκαν, έτσι, και έδωσαν μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή συνολικά δύο μάρτυρες κατηγορίας, δηλαδή ο Daniel Sandel (MK1) και ο Αστ. 3136 Κ. Παύλου (ΜΚ2). Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Το Δικαστήριο αφού του επεξήγησε τα δικαιώματα του αυτός επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες προς υπεράσπιση του. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Δηλώθηκε με την σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών ως παραδεκτό γεγονός προς την αλήθεια του περιεχομένου του, το ιατρικό πιστοποιητικό της Δρ. Νεοφύτας Χρυσάνθου ημερ. 27/10/19 (Τεκμήριο 2Α), σύμφωνα με το οποίο την ίδια ημέρα και περί ώρα 22:53 o MΚ1 μεταφέρθηκε από το ΤΑΕΠ Πόλης Χρυσοχούς στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Έγινε αναφορά για άλγος στα αριστερά του πλευρά μετά από γροθιά. Σύμφωνα μάλιστα με τα όσα καταγράφηκαν από την ιατρό Δρ. Χρυσάνθου, η επικοινωνία με τον ΜΚ1 ήταν δύσκολη. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2Β, ο ΜΚ1 εισήχθη τελικά στον χειρουργικό θάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου στις 28/10/19 και περί ώρα 01:45 ενώ διαπιστώθηκε ότι έφερε κατάγματα πλευρών. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε ο ΜΚ1 ο οποίος είναι και ο παραπονούμενος. Αφού υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που του επιτέθηκε και τον χτύπησε την 22/10/19 έξω από το περίπτερο που συναντήθηκαν στην Πόλη Χρυσοχούς όπου και διαμένουν. Ο ΜΚ1 εξήγησε στο Δικαστήριο ότι παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στην Κύπρο μόνο για λίγο καιρό, εντούτοις γνώριζε εξ όψεως τον Κατηγορούμενο καθότι τον είχε συναντήσει κάποιες φορές στην περιοχή που διαμένουν. Ο ΜΚ1 κατά την μαρτυρία του εξήγησε πως εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό. Σύμφωνα με την εκδοχή του, όλα άρχισαν όταν ο ίδιος έκανε παρατήρηση στον Κατηγορούμενο για να σταματήσει να φωνάζει. Αυτή η παρατήρηση σύμφωνα με τον ΜΚ1 ήταν και η αφορμή, να εκνευριστεί ο Κατηγορούμενος, ο οποίος αφού άρχισε να τον βρίζει στην συνέχεια πλησίασαν ο ένας τον άλλο και άρχισαν να σπρώχνονται. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στην συνέχεια έπεσε από μόνος του στο έδαφος και πιο συγκεκριμένα πάνω στο πεζοδρόμιο αλλά δεν τραυματίστηκε από την πτώση. Τουναντίον ήταν η θέση του ότι ο τραυματισμός του επήλθε όταν ο Κατηγορούμενος, κατά την στιγμή που αυτός βρισκόταν στο έδαφος, άρχισε να τον κλωτσά με το πόδι του στην αριστερή πλευρά του σώματος τους, δηλαδή στον κορμό του και πιο συγκεκριμένα όπως υπέδειξε και στο Δικαστήριο κάτω από το στήθος του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 αμφισβητήθηκε για το αληθές της εκδοχής του. Αποτέλεσε θέση της Υπεράσπισης ότι ο οποιοσδήποτε τραυματισμός που έφερε στο σώμα του, προήλθε από την πτώση του στο έδαφος και ότι σε καμία περίπτωση ο Κατηγορούμενος άσκησε οποιουδήποτε είδους βία εναντίον του. Ήταν επίσης η θέση της Υπεράσπισης, ότι ο ΜΚ1 κατά την στιγμή εκείνη βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ σε τέτοιο μάλιστα μεγάλο βαθμό που δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τί πραγματικά συνέβηκε. Ο ΜΚ1 δεν αρνήθηκε ότι ήταν λίγο πιωμένος αφού προηγουμένως είχε καταναλώσει ποτά. Απέρριψε όμως τις θέσεις τις Υπεράσπισης επιμένοντας κατηγορηματικά ότι ο Κατηγορούμενος τον κλώτσησε 3 φορές στα πλευρά με αποτέλεσμα να του προκληθούν τα τραύματα που διαπιστώθηκαν στο Νοσοκομείο. Μάλιστα εξήγησε ότι από τις κλωτσιές που του επέφερε στο σώμα του ο Κατηγορούμενος, πονούσε τόσο πολύ και δεν μπορούσε να αναπνεύσει γι' αυτό και όταν πήγε στο σπίτι του αποφάσισε να πάει στο Νοσοκομείο της Πόλης Χρυσοχούς και αργότερα να μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Σε σχέση με το γεγονός ότι εγκατέλειψε το νοσοκομείου όπου και νοσηλευόταν, ο ίδιος αποδέχθηκε ότι πράγματι ο ίδιος αποφάσισε να φύγει οικειοθελώς αναφέροντας ταυτοχρόνως και τους λόγους που αποφάσισε να το πράξει. Επίσης αρνήθηκε ότι ανέφερε στην Δρ. Χρυσάνθου ότι πονούσε επειδή κάποιος του είχε δώσει γροθιά. Όσον αφορά τους λόγους που προκλήθηκε το περιστατικό, ο ΜΚ1 επέμεινε αντεξεταζόμενος στις ίδιες θέσεις που είχε προβάλει και κατά την κυρίως εξέταση του. Δήλωσε μάλιστα ότι δεν έχει πλέον οποιοδήποτε παράπονο από τον Κατηγορούμενο. Επόμενος μάρτυρας κλήθηκε και κατέθεσε ο Αστ. 3136 Κ. Παύλου (ΜΚ2) . Η κατάθεση του, την οποία ο μάρτυρας υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέταση του, αποτελεί το Τεκμήριο 3. Σε αυτήν περιγράφονται οι ενέργειες στις οποίες προέβηκε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης. Ο ΜΚ2 δεν είναι ο εξεταστής της υπόθεσης αλλά ήταν το πρόσωπο που συνέλαβε τον Κατηγορούμενο μετά από εκτέλεση δικαστικού εντάλματος σύλληψης και στην συνέχεια έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 4). Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε για τις ενέργειες του. Κλήθηκε όμως να διευκρινίσει για ποιο λόγο οι ερωτήσεις που έθετε κατά την λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου ήταν κατά τρόπο τέτοιο που αφήνεται η εντύπωση ότι είχε προαποφασίσει ότι ο Κατηγορούμενος είχε διαπράξει το αδίκημα. Ο ΜΚ2 απαντώντας, εξήγησε ότι σε καμία περίπτωση δεν έπραξε κάτι τέτοιο αλλά ότι ερωτούσε τον Κατηγορούμενο διάφορες ερωτήσεις σε σχέση με το περιστατικό καθότι υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι διέπραξε τα αδικήματα. Η υπεράσπιση υπέβαλε επίσης στον ΜΚ2 την θέση ότι η μητρική γλώσσα του Κατηγορούμενου δεν είναι η Ρωσική όπως έχει καταγράψει στην κατάθεση του (Τεκμήριο 3) αλλά η Αρμενική. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι μιλά την ρωσική γλώσσα εξ' ου και κλήθηκε ο διερμηνέας στην Ρωσική γλώσσα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Από την αντίπερα όχθη ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ανώμοτη δήλωση η οποία κατατέθηκε γραπτώς στο Δικαστήριο και αποτελεί τα Τεκμήρια 5Α και 5Β. Το περιεχόμενο της ανόμωτης του δήλωσης παρατίθεται αυτολεξεί και έχει ως ακολούθως : «Είμαι ο Ararat Mnatsakanian και κατά το 2019 διέμενα στην Π. Χρυσοχούς και είμαι ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, στις 27/10/19 και περί ώρα 21:30 ενώ βρισκόμουν στο περίπτερο "George Kiosk» και έπινα αναψυκτικά, ήρθαν δυο πρόσωπα, ο παραπονούμενος και κάποιος Μιχάλης, ο Μιχάλης μπήκε στο περίπτερο και συζητούσε με την υπάλληλο και κατάλαβα ότι την ενοχλούσε και αυτή φώναξε τον παραπονούμενο να έρθει να τον βγάλει έξω από το περίπτερο, τότε εγώ μπήκα στο περίπτερο και του ζήτησα να βγει, ο Μιχάλης αρνήθηκε να βγει και ήρθε ο παραπνούμενος άρχισαν να φωνάζουν και οι δύο σε μένα και να με βρίζουν, ο παραπονούμενος μου ζήτησε να βγούμε έξω και όταν βγήκαμε άρχισε να με σπρώχνει και αλληλοσπρωχθήκαμε με αποτέλεσμα επειδή ήταν μεθυσμένος να πέσει στο έδαφος πάνω στην τσιμεντένια βάση της ομπρέλας μετά ο παραπονούμενος αμέσως σηκώθηκε και έφυγε από πίσω του έφυγε και ο Μιχάλης και μετά έφυγα και εγώ». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. O MK1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν σαφής και κατηγορηματικός απαντώντας σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με αμεσότητα και χωρίς να διακατέχεται από κανένα δισταγμό. Έχω αντιπαραβάλει την γραπτή του κατάθεση με την δια ζώσης μαρτυρία του και διαπίστωσα ότι εκτός του ότι δεν έχει υποπέσει σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση, ικανή για να κλονιστεί η αξιοπιστία του, η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται και από ιατρική μαρτυρία η οποία αποτελεί παραδεκτό γεγονός ενώπιον του Δικαστηρίου. Η θέση του για το αν δέχτηκε 2 με 3 κλωτσιές ή τελικά 3 στο σύνολο δεν αποτελεί ουσιώδη αντίφαση που να κλονίζει την αξιοπιστία του. Θα αποδεχθώ όμως την αρχική του θέση επί αυτού του ζητήματος η οποία καταγράφηκε στην γραπτή του κατάθεση και ήταν και πρόσφατη στο μυαλό του όταν την έδωσε. Σε σχέση τώρα με την αναφορά της Δρ. Νεοφύτας Χρυσάνθου στο ιατρικό πιστοποιητικό «άλγος αριστερών πλευρών μετά από γροθιά» η οποία αποτελεί παραδεκτό γεγονός, αξίζει να σημειώνεται πρώτον ότι η γιατρός που κατέγραψε την πιο πάνω φράση δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να εξηγήσει το γεγονός αυτό της το είχε αναφέρει ο παραπονούμενος ή αν το κατέγραψε η ίδια από μόνη της επειδή αυτό είχε αντιληφθεί κατά την συνομιλία που είχε μαζί του. Αυτό όμως που καταγράφεται ξεκάθαρα από την ιατρό ήταν ότι η επικοινωνία με τον παραπονούμενο ήταν δύσκολη τόσο λόγω διαφορετικής γλώσσας όσο και συνεργασίας με τον παραπονούμενο. Αυτό που έχει τελικά έχει σημασία και διαδραματίζει ρόλο ως προς την αξιοπιστία του παραπονούμενου είναι ότι ούτε κατά την κυρίως εξέταση του αλλά ούτε και κατά την αντεξέταση του δεν διαφοροποίησε σε καμία περίπτωση τον ισχυρισμό του για τον τρόπο που του προκλήθηκαν τα κατάγματα των πλευρών του. Ο παραπονούμενος ήταν σαφής και κατηγορηματικός ότι τα τραύματα προήλθαν όχι όταν ο ίδιος είχε υποπέσει στο έδαφος από μόνος του αλλά ούτε και από οποιαδήποτε γροθιά, αλλά από τις κλωτσιές που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο. Ο ΜΚ1 ήταν ειλικρινής κατά την μαρτυρία του αφού αυτό διαφάνηκε έντονα όχι μόνο από την σταθερότητα που είχε στις απαντήσεις του αλλά και διότι αποδεχόταν χωρίς κανένα δισταγμό τις θέσεις της υπεράσπισης οι οποίες αδιαμφησβήτητα δεν ήταν προς όφελος του, όπως για παράδειγμα ότι προηγούμενως τόσο ο φίλος του Μιχάλης όσο και ο ίδιος είχαν καταναλώσει αλκοόλ αλλά καθώς και ότι και ο ίδιος είχε ασκήσει βία προς τον Κατηγορούμενος σπρώχνοντας τον. Μάλιστα ο μάρτυρας εξήγησε ότι η πτώση του στο έδαφος δεν οφειλόταν στον Κατηγορούμενο αλλά στον ίδιο αλλά και ότι σήμερα δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο από αυτόν. Επίσης ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής και αποδέχτηκε ότι πράγματι έφυγε από τον νοσοκομείο Πάφου όπου και νοσηλευόταν από μόνος του για τους λόγους που έχει εξηγήσει και δεν έχουν αμφισβητηθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος κρίνεται από το Δικαστήριο αξιόπιστος. Ο ΜΚ2 ήταν τυπικός μάρτυρας. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι έχει παραθέσει επακριβώς στο Δικαστήριο τις ενέργειες που έπραξε κατά την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης αλλά και ότι ενήργησε με πλήρη αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια εντός του πλαισίου των καθηκόντων του. Εξάλλου σημειώνεται ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ο ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αναφορικά με την επιλογή ενός Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός το γεγονός αυτό δεν δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Η ανώμοτη δήλωση - όπως και η σιωπή - σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Βλ. Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97). Έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (Βλ. Ονησιφόρου ν. The Police
(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων. Ωστόσο, μπορεί από το περιεχόμενό της να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στην θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η αξία της είναι πειστική παρά αποδεικτική (Βλ. Μαυρίκιου v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 359). Στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται η ανώμοτη δήλωση κατηγορούμενου: «Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση». Στην ανώμοτή του δήλωση ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν χτύπησε τον παραπονούμενο αλλά η αλήθεια είναι ότι αυτός έπεσε στο έδαφος και χτύπησε πάνω στην τσιμεντένια βάση της ομπρέλας επειδή ήταν μεθυσμένος, κατά την στιγμή που έσπρωχνε ο ένας τον άλλο. Θέση η οποία προβάλλεται ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά. Επίσης ο Κατηγορούμενος υπέδειξε ότι όταν ο παραπονούμενος προηγουμένως εισήλθε στο περίπτερο μαζί με τον φίλο του Μιχάλη, ο τελευταίος ενοχλούσε την υπάλληλο του περιπτέρου. Επειδή σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο αυτός αναγκάστηκε να επέμβει για να σταματήσει ο Μιχάλης να την ενοχλεί, ο παραπονούμενος εισήλθε εντός του περιπτέρου και άρχισε να μαζί με τον Μιχάλη να του φωνάζουν και να τον βρίζουν. Τότε ο παραποπονούμενος σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο του ζήτησε να βγουν έξω και ξαφνικά άρχισε να τον σπρώχνει. Αφού έσπρωχνε ο ένας τον άλλο, ο παραπονούμενος υπέπεσε στο έδαφος και χτύπησε πάνω στην τσιμεντένια βάση της ομπρέλας επειδή ήταν μεθυσμένος. Υπό το φως των αρχών που πιο πάνω υποδείχθηκαν δεν δέχομαι ως αληθή τα όσα ο Κατηγορούμενος υπέδειξε με την ανώμοτή του δήλωση. Πρώτο, γιατί, όπως και πιο πάνω υποδείχθηκε, η ανώμοτη δήλωση δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία και δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων και, δεύτερο, γιατί δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία στην υπόθεση που να συνηγορεί με αυτή και, έτσι, να καθιστά ασφαλή της αποδοχή της. Σε σχέση τώρα με την ανακριτική κατάθεση που έδωσε ο Κατηγορούμενος στην αστυνομία (Τεκμήριο 4) σημειώνονται τα ακόλουθα. Σύμφωνα με το Αγγλικό σύγγραμμα The Modern Law of Evidence, Adrian Keane, 7h έκδοση, σελίδες 177-179 δηλώσεις οι οποίες γίνονται από τον Κατηγορούμενο προς την Αστυνομία (statements made on accusation) και οι οποίες συνιστούν παραδοχή (admission) είναι αποδεκτές ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους νοουμένου ότι ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της αποδεκτότητας. Όσον αφορά στην Κυπριακή Νομολογία ενδεικτική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Καΐμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 662 όπου αναφέρθηκε ότι όταν η κατάθεση ή δήλωση του κατηγορούμενου στην Αστυνομία είναι αυτοενοχοποιητική μπορεί να γίνει αποδεκτή για απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της. Όταν η κατάθεση ή δήλωση προς την Αστυνομία είναι μικτή (mixed) υπό την έννοια ότι περιέχει ουσιωδώς ενοχοποιητικά και αθωωτικά στοιχεία αυτή είναι εξ' ολοκλήρου αποδεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της (Βλ. R v. Duncan
(1981)73 Cr App R. 359, R v. Hamand
(1985)82 Cr App R. 65, R v. Sharp
(1988)1 All E R 65). Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον να εξετάσει την κατάθεση στην ολότητά της για να ανεύρει πού βρίσκεται η αλήθεια. Στην υπόθεση R v. Duncan
(1981)73 Cr App R. 359, που πιο πάνω μνημονεύεται, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα αθωωτικά στοιχεία της κατάθεσης που ο κατηγορούμενος είχε δώσει στην Αστυνομία δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά για τον λόγο ότι ήταν αυτοεξυπηρετικά. Το Εφετείο αποφάσισε ότι η κατάθεση έπρεπε να γίνει αποδεκτή στο σύνολό της τονίζοντας ότι σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να αξιολογούνται τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα υπόλοιπα στοιχεία ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει προσφέρει μαρτυρία. Στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή* Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να απο- McGregor [1967] Cr. App. R. 338,
(1968)1 Q.B. 371 applied. Sparrow [1973] 57 Cr. App. R. 352;
(1973)1 W.L.R. 488; Donaldson and Others [1973] 64 Cr. App. R. 59 and Pearce [1979] 69 Cr. App. R. 365 considered. δώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης». Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει με την προσέγγιση που θα πρέπει το Δικαστήριο να υιοθετεί αναφορικά με γραπτές καταθέσεις κατηγορούμενου υπό το φως πλέον της τροποποίησης που επέφερε στον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, ο Τροποποιητικός Νόμος 32(Ι)/2004. Μετά την πιο πάνω τροποποίηση καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται σε οποιαδήποτε διαδικασία για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ' ακοής (Βλ. άρθρο 24 του Κεφ. 9). Επαφίεται δε στο Δικαστήριο να προσδώσει τέτοια βαρύτητα στην μαρτυρία αυτή ως ήθελε κρίνει σκόπιμο αφού λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία (Βλ. άρθρο 27 του Κεφ. 9). Στην γραπτή του κατάθεση ο Κατηγορούμενος δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε ενοχοποιητική ή απαλλακτική δήλωση. Συναφώς δεν παραδέχεται ότι κλώτσησε τον παραπονούμενο στα πλευρά με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει. Αυτό που αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση είναι ότι έσπρωξε τον Κατηγορούμενο με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος επειδή τον είχε ρωτήσει αν είχε πιάσει το κινητό του τηλέφωνο, θέση η οποία σημειώνεται ότι διαφέρει ουσιωδώς από τα όσα ο ίδιος ο Κατηγορούμενος υπέδειξε μέσα από την ανόμωτη του δήλωση για τον τρόπο που ο παραπονούμενος έπεσε στο έδαφος. Όλες οι πιο πάνω δηλώσεις δεν συνιστούν παραδοχή αφού ουδεμία σχέση έχουν με τον τρόπο που υποστήριξε ο παραπονούμενος ότι τραυματίστηκε αλλά αναφέρονται σε γεγονότα που είχαν προηγηθεί και τα οποία δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Επομένως και υπό το φως των πιο πάνω, το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ο παραπονούμενος κατάγεται από την Ρουμανία και κατά τον επίδικο χρόνο διέμενε στην Πόλη Χρυσοχούς. Ο Κατηγορούμενος επίσης κατάγεται από την Αρμενία και επίσης κατά τον επίδικο χρόνο διέμενε στην Πόλη Χρυσοχούς. Μεταξύ τους γνωρίζονταν εξ όψεως αφού συναντιόντουσαν στο περίπτερο με την ονομασία George Kiosk. Την 27.10.19 το απόγευμα ο παραπονούμενος είχε μεταβεί στο πιο πάνω περίπτερο μαζί με τον φίλο του Μιχάλη αφού προηγουμένως είχε καταναλώσει και αλκοολούχα ποτά, δηλαδή μπύρες. Αφού λοιπόν έφτασε στο περίπτερο συνάντησε εκεί τον Κατηγορούμενο ο οποίος σε κάποια στιγμή άρχισε να φωνάζει. Ο παραπονούμενος του έκανε παρατήρησε και τότε ο Κατηγορούμενος αντέδρασε και άρχισε να τον σπρώχνει. Ο παραπονούμενος άρχισε και αυτός να σπρώχνει το Κατηγορούμενο με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να πέσει από μόνος του στο έδαφος. Τότε ο Κατηγορούμενος άρχισε να τον κλωτσά στην περιοχή που βρίσκονται τα αριστερά του πλευρά με το πόδι του. Συγκεκριμένα τον κλώτσησε 2 με 3 φορές. Ο παραπονούμενος άρχισε να νιώθει έντονους πόνους και να μην μπορεί να αναπνεύσει. Αφού τους χώρισαν άλλοι παρευρισκόμενοι ο παραπονούμενος σηκώθηκε και πήγε στο σπίτι του. Επειδή όμως δεν αισθανόταν καλά μετέβηκε στο Νοσοκομείο της Πόλης Χρυσοχούς για να τύχει εξέτασης από ιατρό αλλά μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Κατά την συνομιλία που είχε με την ιατρό Δρ. Νεοφύτα Χρυσάνθου η επικοινωνία που είχαν μεταξύ τους ήταν δύσκολη λόγω διαφορετικής γλώσσας αλλά και έλλειψης συνεργασίας. Μάλιστα στο ιατρικό πιστοποιητικό καταγράφηκε από την ιατρό αναφέρεται ότι ο παραπονούμενος πονούσε στα αριστερά του πλευρά μετά από γροθιά που δέχτηκε. Η Δρ. Νεοφύτα Χρυσάνθου μετά που εξέτασε τον παραπονούμενο διαπίστωσε ότι αυτός έφερε κατάγματα πλευρών και κρατήθηκε στον χειρουργικό θάλαμο για νοσηλεία. Μετά από την πάροδο όμως τριών ημέρων που παρέμεινε ο παραπονούμενος στο Νοσοκομείο, απολύθηκε κατόπιν δικής του συγκατάθεσης. Ο Κατηγορούμενος συνελήφθηκε κατόπιν Δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού την 30.10.19 στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς. Αφού του επεστήθηκε η προσοχή του στον νόμο από τον ΜΚ2 αυτός του απάντησε «μόνο τον εκούντησα». Στην συνέχεια την ίδια ημέρα λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στην Ρωσική γλώσσα την οποία ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ήταν η μητρική του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα : «Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: η παράνομη ενέργεια η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης ως αποτέλεσμα της παράνομης ενέργειας. Η λέξη «παράνομα» αποδίδει πράξη η οποία γίνεται χωρίς έρεισμα στο Νόμο. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει νόμιμη δικαιολογία για την τέλεση της όπως π.χ. αυτοάμυνα ή προστασία τρίτων προσώπων και περιουσίας (Βλ. Archbold Criminal Evidence & Practice, 2001, παρ. 19 - 210). Το συγκεκριμένο αδίκημα δεν έχει ως συστατικό στοιχείο την ειδική πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, όπως στο άρθρο 228(α) του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο ποινικοποιεί την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης η οποία γίνεται με σκοπό ακριβώς την πρόκληση μιας τέτοιας βλάβης. Είναι αρκετό ο κατηγορούμενος να διενήργησε συνειδητά την παράνομη πράξη που επέφερε την βλάβη. Συναφώς το αδίκημα συντελείται αν η πρόκληση της βλάβης μπορούσε λογικά να προβλεφθεί από τον κατηγορούμενο (Βλ. Blackstone's Criminal Practice 2003, σελ. 177). Συνεπώς ό,τι πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι ο κατηγορούμενος παράνομα και θεληματικά με κάποιας μορφής επίθεση προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη, έστω και αν δεν είχε ειδική πρόθεση να προκαλέσει τέτοια βλάβη. Αρκεί ακόμα και η αδιαφορία για τις συνέπειες της πράξης του που έχουν ως αποτέλεσμα να προκληθεί βαριά σωματική βλάβη. Συστατικό στοιχείο του συγκεκριμένου αδικήματος, ως προσδιορίζεται από το άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, οριοθετούμενο κατά περίπτωση από τις λεπτομέρειες του αποδιδόμενου αδικήματος είναι η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης (Βλ. Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Ο όρος «βαριά σωματική βλάβη» ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο: «βαριά σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη νόμιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης» Στο σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading Evidence and Practice, έκδοση 2015, παράγραφος 19-258, σελ. 2082 αφού καταγράφεται ότι ως βαριά σωματική βλάβη χαρακτηρίζεται η πραγματικά σοβαρή σωματική βλάβη υποδεικνύεται ότι είναι ανεπιθύμητο να επιχειρηθεί οποιοσδήποτε άλλος ορισμός της. Αρκεί η βλάβη να είναι βαριάς μορφής και να συνιστά όντως σοβαρή βλάβη στην υγεία του θύματος. Επίσης, δεν είναι απαραίτητο η βλάβη να είναι μόνιμη ή επικίνδυνη (Βλ. D.P.P. v. Smith
(1960)44 Cr. App. R. 261, Αχτάρ v. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397 και το Αγγλικό σύγγραμμα Smith and Hogan «Criminal Law», 10η έκδοση, σελ. 439). Ούτε και είναι προϋπόθεση το θύμα να χρειάζεται θεραπεία ή η βλάβη να έχει μακροχρόνιες συνέπειες. Το κριτήριο είναι η επίδραση που έχει η βλάβη στο θύμα. Εντός της έννοιας της βαριάς σωματικής βλάβης εμπίπτει και η ψυχιατρική βλάβη, όχι, όμως, η ψυχολογική βλάβη. Το ζήτημα τίθεται ως εξής: «¨Grievous bodily harm¨ should be given its ordinary and natural meaning of really serious bodily harm, and it is undersirable to attempt any further definition of it: DPP v. Smith
(1961)A.C. 290, HL; R. v. Cunningham
(1982)A.C. 566, HL; R. v. Brown (A.)
(1994)1 A.C. 212, HL; R. v. Brown and Stratton
(1998)Crim L.R. 485, CA. It is not necessary that the harm should be either permanent or dangerous: R. v. Ashman
(1858)1 F. & F. 88. Nor is it a precondition that the victim should require treatment or that the harm would have lasting consequences; in assessing whether particular harm was "grievous", account had to be taken of the effect on, and includes psychiatric injury: R. v. Ireland; R. v. Bustow
(1998)A.C. 147, HL; but not psychological injury; R. v. Dhaliwal
(2006)2 Cr.App. R. 24,CA». Στην απόφαση Αχτάρ v. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397, που πιο πάνω μνημονεύεται, υποδεικνύεται στην σελίδα 421 ότι στην έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης αποδίδεται η συνήθης γραμματική της έννοια. Στην Evripides Christou ν. The Police
(1972)2 CLR 38 αποφασίστηκε πως το κάταγμα παγίδας το οποίο ήταν επώδυνο και ανάγκασε το θύμα να παραμείνει στο Νοσοκομείο για δύο ημέρες ήταν σοβαρός τραυματισμός της άνεσης του θύματος και, συνεπώς, βαριά σωματική βλάβη εν τη εννοία του άρθρου 4. Στην υπόθεση Patatinis v. Police
(1985)2 CLR 110 ο κατηγορούμενος όρμισε προς το θύμα και το γρονθοκόπησε στο μέτωπο με αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, να σπάσει κόκαλο του αριστερού χεριού το οποίο έπρεπε να τοποθετηθεί σε γύψο. Κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ορθά ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για το αδίκημα του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα παρά το γεγονός ως και το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το σπάσιμο δεν προκλήθηκε από κτύπημα προορισμένο για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της πτώσης του θύματος μετά την γροθιά. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων κρίθηκε ότι ο δράστης ήθελε την απλή σωματική βλάβη, πλην όμως, αδιαφόρησε για τα παραπέρα αποτελέσματα της πράξης του. Στην υπόθεση Γεώργιος Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 463 το κάταγμα ρινικών οστών, μεταξύ άλλων κακώσεων, κρίθηκε ότι συνιστά βαριά σωματική βλάβη (Βλ., επίσης, Αεροπόρος ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 275). Στρεφόμενος στα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση διαπιστώνω ότι η ενέργεια του Κατηγορούμενου να κλωτσήσει τον παραπονούμενο δεν βρίσκει έρεισμα στον νόμο υπό την έννοια ότι καμία νόμιμη δικαιολογία δεν υπήρχε για την τέλεσή της. Επομένως, ήταν μια παράνομη ενέργεια. Επίσης, ο Κατηγορούμενος, προδήλως, γνώριζε ότι μια τέτοια πράξη ενείχε σοβαρό κίνδυνο για την σωματική ακεραιότητα του παραπονούμενου. Το μέγεθος της προκληθείσας βλάβης που υπέστη ο παραπονούμενος όπως αυτό καταμαρτυρείται μέσα από το ιατρικό πιστοποιητικό της ιατρού Δρ. Νεοφύτας Χρυσάνθου είναι ενδεικτικό του μεγέθους που χαρακτηρίζει την επίθεση που δέχτηκε ο παραπονούμενος από τον Κατηγορούμενο. Πάντως, ενώπιον μου δεν τέθηκε οτιδήποτε που να συνηγορεί με το αντίθετο. Αν μη τι άλλο όφειλε ο Κατηγορούμενος να προβλέψει ότι από την πράξη του αυτή τίθετο σε κίνδυνο η σωματική ακεραιότητα του παραπονούμενου. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος διενήργησε την παράνομη πράξη και επιτέθηκε στον παραπονούμενο επιφέροντας του βλάβη συνειδητά και θεληματικά. Είναι δε αδιάφορο σύμφωνα με την Νομολογία αν δεν είχε ειδική πρόθεση να προκαλέσει την βλάβη που εν τέλει προκάλεσε. Τα κατάγματα των αριστερών πλευρών του παραπονούμενου συνιστά βαριά σωματική βλάβη όπως ο όρος αυτός έχει αναλυθεί από την Νομολογία. Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε και απέδειξε την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία. Πιστό Αντίγραφο (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο