← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ISAAK TATARIDIS κ.α., Aρ. Υπόθεσης 2221/22, 28/7/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ISAAK TATARIDIS κ.α., Aρ. Υπόθεσης 2221/22, 28/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B61 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 2221/22 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - 1. ISAAK TATARIDIS 2. SYULEYMAN ABDIEV Ημερομηνία: 28.07.22 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο 1: κα.Π. Σιαηλή Για τον Κατηγορούμενο 2: κα. Α. Σαββίδου Κατηγορούμενοι: παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν από κοινού, την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως έχει τροποποιηθεί (1η κατηγορία), την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 όπως έχει τροποποιηθεί (4η κατηγορία) και την κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση των άρθρων 20,21 και 309 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 όπως έχει τροποποιηθεί (5η κατηγορία). Περαιτέρω, ο 1ος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων κατά την διάρκεια της νύχτας χωρίς νόμιμη δικαιολογία (2η κατηγορία) ενώ ο 2ος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει επίσης την κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων κατά την διάρκεια της νύχτας επί σκοπώ διάπραξης κακουργήματος (3η κατηγορία). Σε ότι αφορά την 6η κατηγορία, ο 1ος Κατηγορούμενος κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να αλλάξει απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων και οι δυο Κατηγορούμενοι, κατηγορούνται επί το ότι την 27ης Απριλίου του 2022 συνωμότησαν με σκοπό να διαπράξουν κακούργημα, ήτοι να έχουν στην κατοχή τους και εντός του αυτοκινήτου του 1ου Κατηγορούμενου κατά την διάρκεια της νύχτας διαρρηκτικά εργαλεία, δηλαδή τα Τεκμήρια 3 - 4 , 6 - 8 και 17 Επίσης κατηγορούνται και επί το ότι, είχαν στην κατοχή τους παράνομα περιουσία για την οποία υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία, ήτοι τα Τεκμήρια 9 - 16 Α-Η και 18 - 22. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρείς μάρτυρες κατηγορίας. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, ο μεν 1ος Κατηγορούμενος επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής ενώ ο 2ος Κατηγορούμενος προέβηκε σε ανόμωτη δήλωση υιοθετώντας ουσιαστικά το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης. Οι Κατηγορούμενοι δεν κάλεσαν οποιουσδήποτε μάρτυρες προς υπεράσπιση τους. Με την σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός προς την αλήθεια του περιεχομένου του, το Τεκμήριο 25Α το οποίο αποτελεί το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης 2177/21 σύμφωνα με το οποίο ο 2ος Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε την κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά την διάρκεια της νύχτας κατά παράβαση του άρθρου 296(γ)(
  2. i)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 για την οποία και τελικά έχει καταδικαστεί. Επίσης κατατέθηκε από κοινού ως παραδεκτό γεγονός και η ποινή που επιβλήθηκε στον 2ο Κατηγορούμενο στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 2177/21 για το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων κατά την διάρκεια της νύχτας την 19.05.21 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου (Τεκμήριο 25Β). Αδιαμφισβήτητο γεγονός αποτελεί επίσης ότι όλα τα Τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και εντοπίστηκαν στο όχημα του 2ου Κατηγορούμενου κατά το επίδικο βράδυ της 27ης Απριλίου του 2022 είναι αυτά που απεικονίζονται και στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2Β. Αποτελεί λοιπόν εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι και οι δύο Κατηγορούμενοι συνωμότησαν με σκοπό να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή να έχουν στην κατοχή τους διαρρηκτικά εργαλεία κατά την διάρκεια της νύχτας χωρίς νόμιμη δικαιολογία όπως επίσης και ότι συνωμότησαν να διαπράξουν πλημμέλημα δηλαδή να έχουν παράνομα στην κατοχή τους όλα τα αντικείμενα που περιγράφονται στην 5η κατηγορία και εντοπίστηκαν επίσης εντός του οχήματος του 2ου Κατηγορούμενου. Από την αντίπερα όχθη, η πλευρά της Υπεράσπισης δια μέσω της αντεξέτασης προς τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής αμφισβήτησε την πιο πάνω εκδοχή. Πιο συγκεκριμένα ο 1ος Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι, το επίδικο βράδυ, όταν συνελήφθηκε από την αστυνομία βρισκόταν εντός του οχήματος του 2ου Κατηγορούμενου με σκοπό να τον μεταφέρει ο τελευταίος για να συναντήσει κάποιο φίλο του στο κατάστημα με την ονομασία «Mc Donalds» στην Πάφο, ενώ ο 2ος Κατηγορούμενος προέβαλε προς Υπεράσπιση του την θέση ότι όλα τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν εντός του οχήματος του από την αστυνομία είναι δικά του, αφού κάποια από αυτά τα έχει για να φτιάχνει όπως υπέδειξε το αυτοκίνητο του ενώ κάποια άλλα τα έχει εντός του αυτοκινήτου του αφού δεν έχει σπίτι για να διαμένει και ότι πρόκειται δηλαδή για τα υπάρχοντα του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε ο Αστ. 3401 Π Πολυδώρου του ΤΑΕ Πάφου. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και παρουσίασε καταθέτοντας στο Δικαστήριο όλα τα τεκμήρια που εντοπίστηκαν εντός του οχήματος του 2ου Κατηγορούμενου κατά το επίδικο βράδυ. Πρόκειται για τον εξεταστή της παρούσας υπόθεσης. Όπως ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του, όλα τα πιο πάνω αντικείμενα τα παρέλαβε από τον ΜΚ2. Επίσης, ο μάρτυρας αναγνώρισε όλα τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τα ίδια αντικείμενα που είχαν ανευρεθεί εντός του οχήματος του 2ου Κατηγορούμενου και τα οποία απεικονίζονται και στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2Β. Ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος από την συνήγορο του 1ου Κατηγορουμένου, κλήθηκε να απαντήσει στο ερώτημα, κατά πόσο έγιναν οποιεσδήποτε εξετάσεις σε σχέση με την προέλευση των αντικειμένων για τα οποία κατηγορούνται οι Κατηγορούμενοι ότι κατείχαν παράνομα. Ο ΜΚ1 απαντώντας, ανέφερε ότι δεν εξακριβώθηκε η προέλευση των εν λόγω αντικειμένων καθότι δεν διαπιστώθηκε κατά πόσο ήταν αντικείμενα κλοπής και συμφώνησε πράγματι ότι πλην του μαχαιριού που κατείχε ο 1ος Κατηγορούμενος για τα υπόλοιπα αντικείμενα ο 2ος Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ήταν δικά του. Επίσης ο ΜΚ1 συμφώνησε ότι ο 1ος Κατηγορούμενος όταν συνελήφθηκε από τον ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι στο αυτοκίνητο του 2ου Κατηγορούμενου είχε μπει προηγουμένως για να τον μεταφέρει σε κατάστημα για να συναντήσει κάποιο φίλο του. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να γνωρίζει πόση ώρα προηγουμένως είχε επιβιβαστεί ο 1ος Κατηγορούμενος στο όχημα του 2ου Κατηγορούμενου όπως επίσης και ότι δεν διερευνήθηκε ο ισχυρισμός του 1ου Κατηγορουμένου αν θα συναντούσε κάποιο άτομο στο κατάστημα με την ονομασία MCDONALDS στην Πάφο. Τέλος υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι με δεδομένο, ότι τα περισσότερα αντικείμενα βρέθηκαν από τον ΜΚ2 στον χώρο αποσκευών του οχήματος του 2ου Κατηγορούμενου, ο 1ος Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να γνωρίζει τι βρισκόταν στο σημείο αυτό του αυτοκινήτου. Αντεξεταζόμενος από την συνήγορο του 2ου Κατηγορούμενου, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο ισχυρισμός του 2ου Κατηγορούμενο ότι δεν έχει διαμονή και ότι χρησιμοποιεί το όχημα του για να διαμένει δεν έχει διερευνηθεί. Επίσης αποδέχθηκε την θέση ότι δεν προέκυψε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι τα αντικείμενα αυτά ήταν κλοπιμαία καθώς και ότι πράγματι κάποια από τα αντικείμενα ήταν παλιά αφού ήταν αγιωμένα αλλά σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Η Υπεράσπιση κάλεσε τον ΜΚ1 να αναφέρει κατά πόσο έγινε έλεγχος αν αυτά τα αντικείμενα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και ο μάρτυρας απαντώντας ανέφερε ότι δεν έγινε οποιοσδήποτε έλεγχος. Επόμενος μάρτυρας κλήθηκε και κατέθεσε ο Αστ. 4918 Α. Χαπέσιης ο οποίος υπηρετεί στην Τροχαία Πάφου. Η γραπτή κατάθεση του ΜΚ2 η οποία και υιοθετήθηκε από τον ίδιο ως μέρος της κυρίως εξέταση του αποτελεί το Τεκμήριο 24. Ο ΜΚ2 κατά την κυρίως εξέταση του, αναγνώρισε από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2Β όλα τα τεκμήρια που εντοπίστηκαν από τον ίδιο εντός του οχήματος του 2ου Κατηγορούμενου. Σύμφωνα με την γραπτή του κατάθεση, την 27/04/22 και περί ώρα 0330 το πρωί ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία αντιλήφθηκε ένα όχημα να κινείται με τα πισινά του φώτα να βρίσκονται εκτός λειτουργίας. Τότε σύμφωνα με τον ίδιο, ανέκοψε το πιο πάνω όχημα και διαπίστωσε ότι αυτό οδηγείτο από τον 2ο Κατηγορούμενο ενώ συνοδηγός του αυτοκινήτου ήταν, ο 1ος Κατηγορούμενος. Ακολούθησε έλεγχος στα στοιχεία του οχήματος και διαπιστώθηκε ότι αυτό οδηγείτο χωρίς ασφάλεια, χωρίς άδεια κυκλοφορίας και χωρίς πινακίδες εγγραφής στο μπροστινό μέρος. Ο ΜΚ2 επίστησε την προσοχή του στον νόμο και αυτός απάντησε « Τώρα το αγόρασα, θα το κάνω». Ο ΜΚ2 στην συνέχεια εισήλθε εντός του οχήματος για να το οδηγήσει στην ΑΔΕ Πάφου και κατά την στιγμή που κάθισε στην θέση του οδηγού, διαπίστωσε ότι κάτω από το χαλάκι της θέσης του οδηγού του οχήματος υπήρχε ένα κάτερ - πένσα και ένα ρούχινο γάντι χρώματος πράσινου. Το όχημα τελικά οδηγήθηκε στην ΑΔΕ Πάφου και ο ΜΚ2 πληροφόρησε και τους δύο Κατηγορούμενους ότι προτίθεται να διεξάγει έρευνα τόσο εντός του οχήματος όσο και στους ίδιους. Τους πληροφόρησε για τα δικαιώματα του ως ύποπτα πρόσωπα και τους επέδωσε σχετικό έντυπο στην μητρική τους γλώσσα το οποίο αρνήθηκαν και οι δύο να υπογράψουν. Ο ΜΚ1 πληροφόρησε επίσης τους Κατηγορούμενους ότι η μεταφορά του γαντιού και της πένσας συνιστά ποινικό αδίκημα και αφού τους επιστήθηκε η προσοχή τους στον νόμο, ο 1ος Κατηγορούμενος του παρέδωσε ένα μαχαίρι το οποίο του ανέφερε ότι κατείχε για δική του ασφάλεια. Η έρευνα συνεχίστηκε στον χώρο αποσκευών του εν λόγω αυτοκινήτου όπου και εντόπισε μια τσάντα ώμου χρώματος κόκκινου εντός της οποίας υπήρχαν 3 πένσες, 2 πένσες τύπου κάτερ, ένα κοπίδι, 5 κατσαβίδια, ένα σκάρπελο, μία λίμα, ένα κασταβίδι τύπου Alen Key καθώς και διάφορα άλλα εργαλεία. Αφού τα εργαλεία αυτά υποδείχθηκαν πρώτα στους Κατηγορούμενους και τους επιστήθηκε η προσοχή τους στον νόμο, ο 1ος Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν του ανήκουν ενώ ο 2ος Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι είναι δικά του. Τότε ο ΜΚ1 ανέφερε στον 2ο Κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων κατά την διάρκεια της νύχτας και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο αυτός απάντησε «εν για το αυτοκίνητο». Η έρευνα συνεχίστηκε και κάτω από την θέση του συνοδηγού, εντοπίστηκε ένα ζεύγος ρούχινα γάντια χρώματος μαύρου. Ο 1ος Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι είναι δικά του ενώ ο 2ος ανέφερε στον ΜΚ2 ότι είναι δικά του. Η έρευνα συνεχίστηκε επίσης και στον χώρο αποσκευών του οχήματος όπου και ανευρέθηκε από τον μάρτυρα, μια τσάντα μάρκας PUMA εντός της οποίας υπήρχαν 2 σπαθόσεγες με τις μπαταρίες τους καθώς και ένα τσαντάκι με διάφορα εργαλεία χειρός όπως σετ καρυδάκια και διάφορα γερμανικά. Αφού τους επιστήθηκε η προσοχή τους στον νόμο ο 1ος Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι δικά του αναφέροντας ότι έχει απόδειξη για αυτά ενώ ο 2ος Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν είναι δικά του. Ακολούθως ο ΜΚ1 ανέφερε στον 1ο Κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο αυτός απάντησε « θα φέρω απόδειξη». Στον χώρο αποσκευών επίσης εντοπίστηκαν 2 μπαταρίες αυτοκινήτου, 1 φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής, τέσσερα ράδια αυτοκινήτου, 8 μεγάφωνα αυτοκινήτου, μια μαύρη πλαστική θήκη με διάφορα καρυδάκια, ένας δορυφορικός δέκτης, ένα μίξερ μπάνιου, ένα καρούλι με επέκταση καλωδίου, μια ηλεκτρική σκούπα και ένα μηχάνημα εκπομπής φωτός. Αφού υποδείχθηκαν τα πιο πάνω αντικείμενα και στους δύο Κατηγορούμενους και εφόσον δεν έδωσαν ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς την κατοχή τους παραλήφθηκαν από τον ΜΚ2 ως τεκμήρια και αφού τους επιστήθηκε η προσοχή τους στον νόμο ο 1ος Κατηγορούμενος απάντησε « εν του άλλου» ενώ ο 2ος Κατηγορούμενος απάντησε ότι « όλα είναι δικά μου». Ο ΜΚ2 αντεξεταζόμενος από την συνήγορο του 1ου Κατηγορουμένου εξήγησε ότι κατά την ανακοπή του οχήματος του 2ου Κατηγορουμένου ήταν το μοναδικό πρόσωπο που είχε επαφή με τους Κατηγορούμενους και ότι μάλιστα πριν ερευνηθεί το αυτοκίνητο τους δόθηκαν τα δικαιώματα τους τα οποία αρνήθηκαν οι ίδιοι να υπογράψουν. Ο ΜΚ2 ερωτήθηκε από την συνήγορο του 1ου Κατηγορουμένου σε ποια σημεία του οχήματος ανευρέθηκαν τα αντικείμενα για τα οποία γίνεται αναφορά στην γραπτή του κατάθεση. Απαντώντας εξήγησε ότι εντός του οχήματος ανευρέθηκαν αντικείμενα κάτω από το χαλάκι της θέσης του οδηγού, κάτω από την θέση του συνοδηγού καθώς και στον χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου. Υποστήριξε περαιτέρω, ότι κατά την έρευνα, ο 1ος Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι εντός του καπό του αυτοκινήτου υπάρχει μια τσάντα με εργαλεία η οποία είναι δική του. Σύμφωνα επίσης με τον ΜΚ2 κατά την διαδρομή που είχαν προς τον Αστυνομικό σταθμό σε διάλογο που είχαν μεταξύ τους, ο 1ος Κατηγορούμενος του ανέφερε χαρακτηριστικά την φράση «αφού ήρθαν έτσι τα πράγματα, θα πω ότι ήταν δικά μου». Ο ΜΚ2 αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση για την πιο πάνω θέση του υποβάλλοντας του ότι καμία συζήτηση δεν είχε γίνει μεταξύ τους κατά την διαδρομή μέχρι την ΑΔΕ Πάφου και ότι ο 1ος Κατηγορούμενος ουδέποτε του ανέφερε τα όσα υποστήριξε ενόρκως στο Δικαστήριο. Επίσης υποβλήθηκε στον ΜΚ2 ότι αν ήταν αλήθεια αυτά που ανέφερε δια ζώσης θα είχαν καταγραφεί από τον ίδιο και στην γραπτή του κατάθεση. Ο ΜΚ2 επέμεινε ότι αυτά τα οποία ανέφερε στο Δικαστήριο είναι η αλήθεια. Αντεξεταζόμενος από την Υπεράσπιση του 2ου Κατηγορούμενου ο ΜΚ2 συμφώνησε ότι πράγματι ο 2ος Κατηγορούμενος του είχε αναφέρει ότι το όχημα το χρησιμοποιεί για να διαμένει και ότι όλα τα αντικείμενα που έχουν ανευρεθεί σε αυτό είναι όλα τα υπάρχοντα του. Όσον αφορά την κατοχή όλων των αντικειμένων που ανευρέθηκαν στο όχημα του 2ου Κατηγορούμενου, δεν υπήρξε αμφισβήτηση εκ μέρους της Υπεράσπισης του. Τελευταίος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκε και κατέθεσε ο Αστ. 4472 του ΤΑΕ Πάφου, Ανδρέας Αριστοτέλους. Η κατάθεση του αποτελεί το Τεκμήριο 26. Ο ΜΚ3 κατά την κυρίως εξέταση του αναγνώρισε την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον 2ο Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 23). Οι δύο πλευρές μάλιστα δήλωσαν ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί την πιστή μετάφραση των όσων είχαν αναφερθεί από τον ίδιο στην κατάθεση που του είχε ληφθεί στην μητρική του γλώσσα. Ο ΜΚ3 δεν αντεξετάστηκε από την Υπεράσπιση αναφορικά με τις ενέργειες που είχε προβεί κατά την διερεύνηση της υπόθεσης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ Από την αντίπερα όχθη, ο 1ος Κατηγορούμενος τήρησε το δικαίωμα της σιωπής ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες προς Υπεράσπισης του. Ο 2ος Κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση υποστηρίζοντας ότι είναι αθώος. Υιοθέτησε επίσης και το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (Τεκμήριο 23). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής προέρχεται μόνο από τα μέλη της αστυνομίας τα οποία έλαβαν μέρος κατά την διερεύνηση της υπόθεσης. Σε σχέση με τους ΜΚ1 και ΜΚ3, η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε στην ουσία τις ενέργειες στις οποίες προέβηκαν στα πλαίσια των καθηκόντων τους. Και οι δύο μάρτυρες άφησαν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο αφού δεν διαπίστωσα καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι επιχείρησαν να διαστρεβλώσουν ή να αποκρύψουν την αλήθεια. Η μαρτυρία τους ήταν αντικειμενική και την αποδέχομαι ως αληθινή. Σε σχέση όμως με την μαρτυρία του ΜΚ1 υπάρχει μόνο ένα σημείο το οποίο δεν μπορώ να αποδεχτώ. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ1 συμφώνησε με την Υπεράσπιση ότι ο 1ος Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να γνωρίζει αφού ήταν συνοδηγός στο όχημα του 2ου Κατηγορούμενου, τι βρισκόταν εντός του χώρου αποσκευών. Ο ΜΚ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας γεγονότων και η προσωπική του γνώμη δεν μπορεί να γίνει είναι αποδεκτή. Σύμφωνα μάλιστα με την νομολογία η μαρτυρία γνώμης επιτρέπεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις κάτι που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να έχει εφαρμογή. Συνεπώς η μαρτυρία του ως προς την πιο πάνω θέση του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Ο ΜΚ2 είναι ο βασικότερος μάρτυρας, αφού πρόκειται για το πρόσωπο που ανέκοψε το όχημα του 2ου Κατηγορούμενου και διεξήγαγε την έρευνα σε αυτό. Ο ΜΚ2 δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση του 2ου Κατηγορουμένου για τα όσα έχει αναφέρει ως προς τις ενέργειες που διενήργησε. Από την δε Υπεράσπιση του 1ου Κατηγορουμένου αμφισβητήθηκε αναφορικά με την συνομιλία που είχε μαζί με τον 1ο Κατηγορούμενο σχετικά με την προέλευση των αντικειμένων που είχαν ανευρεθεί καθώς και για την θέση του ότι ο 1ος Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι θα πει ότι όλα τα αντικείμενα είναι δικά του. Επίσης αμφισβητήθηκε και για την θέση του ότι ουδέποτε ο 1ος Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι είχε τοποθετήσει στον χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου την τσάντα με τα εργαλεία (Τεκμήριο 8). Εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΚ2, δεν διαπίστωσα να παρουσιάζει ασάφειες και κενά. Τουναντίον ο ΜΚ2 ήταν κατατοπιστικός και κατηγορηματικός στις θέσεις του. Επεξήγησε με πλήρη σαφήνεια και αντικειμενικότητα όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε από την στιγμή του εντοπισμού του οχήματος του 2ου Κατηγορουμένου μέχρι και την στιγμή που οδήγησε τους Κατηγορούμενους στην ΑΔΕ Πάφου και διεξήγαγε την έρευνα στο αυτοκίνητο. Δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση από μέρους του για παραποίηση των γεγονότων που είχαν διαδραματιστεί από την στιγμή του εντοπισμού των Κατηγορουμένων μέχρι και την μεταφορά τους στον αστυνομικό σταθμό. Ούτε και διαπίστωσα ότι ο μάρτυρας κατά την μαρτυρία του διακατεχόταν από οποιοδήποτε κακόβουλο κίνητρο εναντίον των Κατηγορουμένων. Μάλιστα τις δηλώσεις στις οποίες προέβηκαν και οι δύο Κατηγορούμενοι κατά την επίστηση της προσοχής τους στον νόμο σε σχέση με τα αντικείμενα που είχαν εντοπιστεί στο όχημα του 2ου Κατηγορούμενου καταγράφηκαν λεπτομερώς στην γραπτή του κατάθεση και επαναλήφθηκαν από τον ίδιο και προφορικά χωρίς να διαπιστώσω οποιαδήποτε διαφοροποίηση στο όσα είχαν μεταξύ τους λεχθεί. Σημειώνεται ότι η θέση του 2ου Κατηγορούμενου ότι όλα τα αντικείμενα είναι δικής του ιδιοκτησίας δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση του ΜΚ2. Για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας του μάρτυρα έχω επίσης αντιπαραβάλει την γραπτή του κατάθεση με την προφορική του μαρτυρία αλλά και με την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου και δεν έχω διαπιστώσει να έχει υποπέσει σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση. Τώρα όσον αφορά τώρα την θέση του ΜΚ2 ότι ο 1ος Κατηγορούμενος του παραδέχθηκε προφορικά ότι η τσάντα, δηλαδή το Τεκμήριο 8 μαζί με το περιεχόμενο της ήταν δικά του, έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Αδιαμφισβήτητα η πιο πάνω δήλωση του 1ου Κατηγορούμενου αποτελεί εξ ' ακοής μαρτυρία. Υπάρχει πλούσια νομολογία η οποία συνόψισε τις καθιερωμένες αρχές και προσεγγίσεις ως προς τη σπουδαιότητα της ομολογίας ενοχής. Στην υπόθεση Θεόδωρος Κώστα Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 215/2012, ημερ. 6/4/2015, αναφέρονται τα εξής για το θέμα: «Σε αυτή την ενότητα θα πρέπει να τονισθεί ότι η ομολογία ή η παραδοχή στη διάπραξη ή συμμετοχή σε έγκλημα, αποτελεί την κλασσική περίπτωση εξαίρεσης στον εξ ακοής κανόνα. Αυτό διότι η παραδοχή ή η ομολογία γίνεται εναντίον του ιδίου συμφέροντος του ομολογούντος, (Ζακακιώτης ν. Αστυνομίας

(2009)2 Α.Α.Δ. 175 και Κωνσταντίνου ν. Αθανασίου
(2012)1 Α.Α.Δ. 2012). Η ομολογία εν πάση περιπτώσει είτε δίδεται προς αστυνομικό όργανο, είτε σε τρίτο πρόσωπο, πρέπει να είναι το αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης και γενόμενη σε συνθήκες που δεν είχαν δυσμενώς επηρεάσει το ελεύθερο της παραδοχής ή της βούλησης. Παραμένει δε πάντοτε στην κατηγορούσα αρχή, η υποχρέωση της απόδειξης ότι η ομολογία έγινε ελευθέρως, (Ahmad v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 256), ενώ αν η ομολογία γίνει αποδεκτή, με την ένταξη της στην υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία, το Δικαστήριο έχει την περαιτέρω υποχρέωση να εξετάσει και να αποφασίσει για την αλήθεια του περιεχομένου της και κατά πόσο αυτή οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα,(Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 364). Όπως έχω εξηγήσει ανωτέρω, ο ΜΚ2 μου έχει αφήσει θετική εντύπωση. Από την άλλη δεν μου διαφεύγει ότι η Υπεράσπιση έχει αμφισβητήσει ότι ο Κατηγορούμενος προέβηκε προς τον ΜΚ2 σε μια τέτοια ενοχοποιητική δήλωση. Παρόλο όμως που η δήλωση αυτή έχει αμφισβητηθεί, ο Κατηγορούμενος δεν έχει δώσει οποιαδήποτε μαρτυρία ενόρκως για να υποστηρίξει την πιο πάνω θέση του, ότι δηλαδή ουδέποτε προέβηκε σε προφορική ομολογία προς τον ΜΚ2 αναφορικά με την τοποθέτηση του Τεκμηρίου 8 στον χώρο αποσκευών του εν λόγω αυτοκινήτου και συνακόλουθα οι οποιεσδήποτε θέσεις επί του ζητήματος τούτου έχουν υποβληθεί από την Υπεράσπιση έχουν παραμείνει σε επίπεδο απλών υποβολών, δηλαδή ατεκμηρίωτες. Αφής στιγμής λοιπόν ο μάρτυρας μου έχει αφήσει θετική εντύπωση και έχοντας επιπλέον υπόψη μου τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες η δήλωση αυτή έχει γίνει δεν έχω κανένα λόγο να μην την αποδεχτώ και συνεπώς την αποδέχομαι ως αληθινή και εθελούσια δήλωση που έγινε από τον 1ο Κατηγορούμενο προς τον ΜΚ2. Εξάλλου πρόκειται περί ενοχοποιητικής δηλώσεως η οποία στρέφεται ενάντια στα συμφέροντα του Κατηγορούμενου την οποία αυτός δεν θα έκανε εφόσον πράγματι αυτή δεν ήταν και αληθινή. Συνακόλουθα, για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία του μάρτυρα ως αληθινή και αξιόπιστη. Αναφορικά με την επιλογή ενός Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός το γεγονός αυτό δεν δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Η ανώμοτη δήλωση - όπως και η σιωπή - σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Βλ. Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97). Έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (Βλ. Ονησιφόρου ν. The Police
(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων. Ωστόσο, μπορεί από το περιεχόμενό της να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στην θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η αξία της είναι πειστική παρά αποδεικτική (Βλ. Μαυρίκιου v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 359). Στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται η ανώμοτη δήλωση κατηγορούμενου: «Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση». Ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω ο 2ος Κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση υιοθετώντας το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (Τεκμήριο 23). Με την ανώμοτη του δήλωση έδωσε την δική του εκδοχή. Ο 2ος Κατηγορούμενος υπέδειξε ότι δεν έχει σπίτι να διαμένει και ότι τα αντικείμενα που ανευρέθηκαν εντός του αυτοκινήτου είναι δικά του. Επίσης υποστήριξε ότι επειδή δεν έχει χώρο να τα φυλάξει να έχει βάλει εντός του αυτοκινήτου του. Υπέδειξε ακόμη ότι τα εργαλεία αυτά τα είχε στο αυτοκίνητο του για να το φτιάχνει. Όσον αφορά τα υπόλοιπα αντικείμενα που ανευρέθηκαν και αφορούν στην 5η κατηγορία, επίσης υποστήριξε ότι είναι δικά του και ότι ο 1ος Κατηγορούμενος ουδεμία σχέση έχει με αυτά. Για κάποια από αυτά όπως ανέφερε έχει αποδείξεις για να παρουσιάσει ενώ για κάποια άλλα έχει δώσει την δική του εξήγηση αναφορικά με την προέλευση τους. Εν' όψει της Νομολογίας που πιο πάνω αναφέρθηκε και αφ' ης στιγμής η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής έχει κριθεί αξιόπιστη αλλά και επειδή συν τοις άλλοις οι πιο πάνω θέσεις του Κατηγορούμενου δεν υποστηρίχθηκαν ενόρκως για να εξεταστεί και η αξιοπιστία τους καμία βαρύτητα δεν θα προσδώσω στην ανώμοτη του δήλωση. Τονίζεται βεβαίως ότι η βασική θέση που προβλήθηκε από τον 2ο Κατηγορούμενο στην ανακριτική του κατάθεση ότι όλα τα αντικείμενα που ανευρέθηκαν εντός του αυτοκινήτου του ο ίδιος τα είχε μαζί του επειδή δεν έχει σπίτι για να μείνει, δηλαδή ότι είναι άστεγος, καθόλου δεν με έχει πείσει γι' αυτό και δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε ένα τέτοιο ισχυρισμό. Τίποτα από τα όσα ανευρέθηκαν εντός του αυτοκινήτου του δεν αποτελούν τα αναγκαία προς το ζείν, αφού πρόκειται για διάφορα εργαλεία, μεγάφωνα, ραδιόφωνα, φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή κ.α. Σε σχέση τώρα με την κατάθεση του 1ου Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 27) σημειώνονται τα ακόλουθα. Σύμφωνα με το Αγγλικό σύγγραμμα The Modern Law of Evidence, Adrian Keane, 7h έκδοση, σελίδες 177-179 δηλώσεις οι οποίες γίνονται από τον Κατηγορούμενο προς την Αστυνομία (statements made on accusation) και οι οποίες συνιστούν παραδοχή (admission) είναι αποδεκτές ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους νοουμένου ότι ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της αποδεκτότητας. Όσον αφορά στην Κυπριακή Νομολογία ενδεικτική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Καΐμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 662 όπου αναφέρθηκε ότι όταν η κατάθεση ή δήλωση του κατηγορούμενου στην Αστυνομία είναι αυτοενοχοποιητική μπορεί να γίνει αποδεκτή για απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της. Όταν η κατάθεση ή δήλωση προς την Αστυνομία είναι μικτή (mixed) υπό την έννοια ότι περιέχει ουσιωδώς ενοχοποιητικά και αθωωτικά στοιχεία αυτή είναι εξ' ολοκλήρου αποδεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της (Βλ. R v. Duncan
(1981)73 Cr App R. 359, R v. Hamand
(1985)82 Cr App R. 65, R v. Sharp
(1988)1 All E R 65). Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον να εξετάσει την κατάθεση στην ολότητά της για να ανεύρει πού βρίσκεται η αλήθεια. Στην υπόθεση R v. Duncan
(1981)73 Cr App R. 359, που πιο πάνω μνημονεύεται, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα αθωωτικά στοιχεία της κατάθεσης που ο κατηγορούμενος είχε δώσει στην Αστυνομία δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά για τον λόγο ότι ήταν αυτοεξυπηρετικά. Το Εφετείο αποφάσισε ότι η κατάθεση έπρεπε να γίνει αποδεκτή στο σύνολό της τονίζοντας ότι σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να αξιολογούνται τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα υπόλοιπα στοιχεία ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει προσφέρει μαρτυρία. Στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή* Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης». Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει με την προσέγγιση που θα πρέπει το Δικαστήριο να υιοθετεί αναφορικά με γραπτές καταθέσεις κατηγορούμενου υπό το φως πλέον της τροποποίησης που επέφερε στον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, ο Τροποποιητικός Νόμος 32(Ι)/
  1. Μετά την πιο πάνω τροποποίηση καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται σε οποιαδήποτε διαδικασία για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ' ακοής (Βλ. άρθρο 24 του Κεφ. 9). Επαφίεται δε στο Δικαστήριο να προσδώσει τέτοια βαρύτητα στην μαρτυρία αυτή ως ήθελε κρίνει σκόπιμο αφού λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία (Βλ. άρθρο 27 του Κεφ. 9). Εξετάζοντας το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του 1ου Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 27) παρατηρώ ότι κατά τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από την αστυνομία ο ίδιος έχει απαντήσει με την φράση «ότι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο» ως ήταν άλλωστε και δικαίωμα του. Συνακόλουθα είναι και αυτονόητο ότι δεν εμπεριέχονται σε αυτή οποιεσδήποτε δηλώσεις που να συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Αφής στιγμής λοιπόν, ο 1ος Κατηγορούμενος δεν αναφέρει οτιδήποτε στην γραπτή του προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον οποιοδήποτε ισχυρισμό ή θέση που να μπορεί να αξιολογήσει. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Την 27/4/22 και περί η ώρα 0330 το πρωί, ο ΜΚ2 ο οποίος υπηρετεί στην Τροχαία Πάφου ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στην οδό Σωτηράκη Μαρκίδη με κατεύθυνση την Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού, αντιλήφθηκε το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] να κινείται διανύοντας την οδό Γιάννου Κρανιδιώτη και να εισέρχεται στον κυκλικό κόμβο επί της οδού Σωτηράκη Μαρκίδη και να ακολουθεί πορεία προς την Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού. Αφού ο ΜΚ2 ακολούθησε το πιο πάνω όχημα, διαπίστωσε ότι τα φώτα στο πίσω μέρος του οχήματος ήταν εκτός λειτουργίας. Τότε ο ΜΚ2 ανέκοψε το πιο πάνω όχημα στην οδό Σωτηράκη Μαρκίδη και διαπίστωσε ότι αυτό οδηγείτο από τον 2ο Κατηγορούμενο με συνοδηγό τον 1ο Κατηγορούμενο. Μετά από σχετικό έλεγχο που διενεργήθηκε στα στοιχεία του οχήματος, διαπιστώθηκαν τροχαίες παραβάσεις ως επίσης και ότι το όχημα οδηγείτο χωρίς μπροστινές πινακίδες εγγραφής. Αμέσως ο 2ος Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο απάντησε « τώρα το αγόρασα θα τα κάνω». Στην συνέχεια ο 2ος Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ότι θα καταγγελθεί και θα διωχθεί ποινικά και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο απάντησε « Τί να σου πω, αφού εσύ δεν καταλάβεις». Ο ΜΚ2 στην συνέχεια οδήγησε το πιο πάνω όχημα στην ΑΔΕ Πάφου για περαιτέρω έλεγχο με συνεπιβάτες και τους δύο Κατηγορούμενους. Κατά την στιγμή που ο ΜΚ2 εισήλθε εντός του οχήματος διαπίστωσε ότι κάτω από το χαλάκι της θέσης του οδηγού υπήρχε ένα κάτερ - πένσα και ένα γάντι χρώματος πράσινου. Αφού έφθασαν στην ΑΔΕ Πάφου, ο ΜΚ2 πληροφόρησε και τους δυο Κατηγορούμενους ότι προτίθεται να διεξάγει έρευνα τόσο στους ίδιους όσο και στο όχημα τους και στην συνέχεια τους πληροφόρησε για τα δικαιώματα τους ως ύποπτα πρόσωπα τα οποία και αρνήθηκαν να υπογράψουν. Επίσης τους πληροφόρησε ότι η κατοχή τόσο του πράσινου γαντιού όσο και του κάτερ - πένσας συνιστά ποινικό αδίκημα και αφού τους επιστήθηκε η προσοχή τους στον νόμο, ο 1ος Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι στην κατοχή του έχει ένα μαχαίρι το οποίο και του παρέδωσε. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο και συνελήφθηκε για το αδίκημα της μεταφοράς μάχαιρας και της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων κατά την διάρκεια της νύχτας, ο 1ος Κατηγορούμενος απάντησε ότι το έχει για την ασφάλεια του με τόσα που γίνονται. Η έρευνα συνεχίστηκε από τον ΜΚ2 και εντοπίστηκε στον χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου μια τσάντα ώμου χρώματος κόκκινου και μαύρου εντός της οποίας υπήρχαν 3 πένσες, 2 πένσες τύπου κάτερ, ένα κοπίδι, πέντε κατσαβίδια, ένα σκαρπέλο, μια λίμα, ένα κατσαβίδι τύπου Alen Key καθώς και διάφορα άλλα εργαλεία. Αφού ο ΜΚ2 τα υπέδειξε στον 1ο Κατηγορούμενο αυτός του απάντησε ότι αυτά τα αντικείμενα δεν του ανήκουν ενώ ο 2ος Κατηγορούμενος του απάντησε ότι είναι δικά του. Τότε ο 2ος Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων κατά την διάρκεια της νύχτας και αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης απάντησε «εν για το αυτοκίνητο». Η έρευνα συνεχίστηκε και κάτω από την θέση του συνοδηγού εντοπίστηκε ένα ζεύγος ρούχινα γάντια χρώματος μαύρου. Ο 2ος Κατηγορούμενος απάντησε ότι είναι δικά του ενώ ο 1ος Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν είναι δικά του. Επίσης στον χώρο αποσκευών του εν λόγω αυτοκινήτου εντοπίστηκε και μια τσάντα πλάτης με την επιγραφή PUMA εντός της οποίας υπήρχε μια σπαθόσεγα μάρκας INGCO με την μπαταρία και μια σπαθόσεγα μάρκας PARKSIDE επίσης με μπαταρία καθώς και ένα τσαντάκι με διάφορα εργαλεία χειρός όπως σετ καρυδάκια και διάφορα γερμανικά. Ο ΜΚ2 τα υπέδειξε και στους δύο Κατηγορούμενους και για τα οποία κανένας εξ αυτών δεν έδωσαν ικανοποιητικές εξηγήσεις ενώ ο 1ος Κατηγορούμενος ανέφερε « είναι δικά μου και έχω απόδειξη γι' αυτά» ενώ ο 2ος Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν είναι δικά του. Τότε αφού ο ΜΚ2 πληροφόρησε τον 1ο Κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας και του επίστησε την προσοχή του στον νόμο, ο 1ος Κατηγορούμενος του απάντησε «θα φέρω απόδειξη». Ο ΜΚ2 κατά την διάρκεια της έρευνας επίσης εντόπισε στον χώρο των αποσκευών δυο μπαταρίες αυτοκινήτου, ένα φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, τέσσερα ράδια αυτοκινήτου, οκτώ μεγάφωνα αυτοκινήτου, μια μαύρη πλαστική θήκη με διάφορα καρυδάκια, ένα δορυφορικό δέκτη, ένα μίξερ μπάνιου, ένα καρούλι με επέκταση καλωδίου, μια ηλεκτρική σκούπα και ένα μηχάνημα εκπομπής φωτός με την επιγραφή Light Engine R
  2. Ο ΜΚ2 αφού τα υπέδειξε στους Κατηγορούμενους αυτοί δεν έδωσαν ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς την κατοχή τους και αφού τους επιστήθηκε η προσοχή τους στον νόμο, ο 1ος Κατηγορούμενος απάντησε «εν του άλλου» ενώ ο 2ος Κατηγορούμενος απάντησε « εν όλα δικά μου». Ο ΜΚ2 στην συνέχεια πληροφόρησε τον 2ο Κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας και αυτός δεν απάντησε οτιδήποτε. Όλα τα πιο πάνω τεκμήρια που ανευρέθηκαν εντός του συγκεκριμένου αυτοκινήτου παραδόθηκαν από τον ΜΚ2 στον ΜΚ1 ο οποίος εργάζεται στο ΤΑΕ Πάφου. Ο Αστ. 3894 Α. Γερμανός την 09/05/22 στην αποθήκη τεκμηρίων του ΤΑΕ Πάφου στην παρουσία του ΜΚ1 φωτογράφησε όλα τα τεκμήρια που ανευρέθηκαν εντός του οχήματος του 2ου Κατηγορούμενου την 27η Απριλίου του 2022 και στην συνέχεια εκτύπωσε τις 4 φωτογραφίες που απεικονίζονται στο Τεκμήριο 2Β. Ο ΜΚ3 επίσης έλαβε τόσο την ανακριτική κατάθεση του 1ου Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 27) όσο και την ανακριτική κατάθεση του 2ου Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 23). Ο 1ος Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις με την φράση ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο, ενώ ο 2ος Κατηγορούμενος ανέφερε κάποιους ισχυρισμούς αναφορικά με όλα τα αντικείμενα που βρέθηκαν στην κατοχή του και εντός του αυτοκινήτου του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το αδίκημα της 2ης και 3ης κατηγορίας που αφορά στην κατοχή διαρρηκτικών οργάνων κατά την διάρκεια της νύχτας βασίζεται στο άρθρο 296(γ) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
  3. Όποιος ενδέχεται να βρεθεί κάτω από οποιεσδήποτε από τις ακόλουθες περιστάσεις, δηλαδή - .................................. (γ) έχει στην κατοχή του διαρρηκτικό όργανο κατά την διάρκεια νύχτας, χωρίς νόμιμη δικαιολογία γι' αυτό, της οποίας φέρει και το βάρος απόδειξης .................................................. είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται- (i) σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει της παραγράφου (α), (β), (γ), (ε) ή (στ) σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Μάλιστα το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι αν ο υπαίτιος καταδικάστηκε προηγουμένως για κακούργημα που αφορά περιουσία, αυτός υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Παρόμοιο αδίκημα με το επίδικο προβλεπόταν από το άρθρο 28
(2)του Αγγλικού Larceny Act 1916 το οποίο είχε ως εξής: «28. Every person who shall be found by night .
(2)having in his possession without lawful excuse (the proof whereof shall lie on such person) any key, picklock, crow, jack, bit, or other implement of housebreaking . shall be guilty of a misdemeanour .» Η εν λόγω αγγλική διάταξη αναφέρεται μεν συγκεκριμένα σε κάποια διαρρηκτικά όργανα αλλά δεν περιορίζεται σε αυτά εφόσον περιλαμβάνει και «other implement of housebreaking». Έτσι ως έχει η φράση αυτή ερμηνευθεί διαρρηκτικό όργανο θεωρείται οποιοδήποτε όργανο το οποίο από τη φύση του μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς διάρρηξης παρά το ότι η συνήθης χρήση του είναι για νόμιμο σκοπό (βλ. Archbold 35th ed. par. 1851). Όσον αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και το βάρος απόδειξης διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρονται στην R v. Patterson
(1962)1 All E.R 340: «It seems to the court that, in the first instance, the prosecution must prove that the prisoner was found in possession by night of either an implement which can properly be described as one of those specifically named in the section, or of an implement capable in fact of being used as a housebreaking implement from its common though not exclusive use for that purpose or from the particular circumstances of the case in question. Once possession of such an implement has been shown, the burden shifts to the prisoner to prove on the balance of probabilities that there was lawful excuse for his possession of the implement at the time and place in question.» Περαιτέρω στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος δεν απαιτείται να αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή και το ότι ο Κατηγορούμενος είχε πρόθεση να χρησιμοποιήσει το διαρρηκτικό όργανο για σκοπούς διάρρηξης. Όσον δε αφορά την κατοχή αυτή έχει την έννοια της φυσικής κατοχής (βλ. Archbold 35th ed. par. 1851). Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία κατοχή ενός αντικειμένου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. Queiss ν. Republic
(1987)2 CLR 49, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 21). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71 λέχθηκε σχετικά ότι «η κατοχή εξυπακούει φυσικό έλεγχο του αντικείμενου μαζί με γνώση του κατηγορούμενου ότι το έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του. Δυνατόν κάποιος να κατέχει κάποιο αντικείμενο χωρίς να γνωρίζει ή να αντιλαμβάνεται τη φύση του, αλλά δεν το κατέχει υπό τη νομική έννοια, εκτός κι αν γνωρίζει ότι το έχει». Για την απόδειξη της γνώσης της φύσης του αντικειμένου, λόγω του ότι αυτή συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία και κατά κανόνα η γνώση αυτή συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ιδιαίτερα από τη σύνδεση και τις πράξεις του κατηγορούμενου σε σχέση με το παράνομο αντικείμενο (βλ. Queiss ανωτέρω και Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Με άλλα λόγια εξάγεται από περιστατική μαρτυρία, η οποία μπορεί να οδηγήσει εξίσου σε ασφαλές συμπέρασμα και κάποτε μάλιστα με μεγαλύτερη ασφάλεια (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388). Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το γάντι χρώματος πράσινου (Τεκμήριο 4), τα διάφορα εργαλεία που περιλαμβάνονται στην τσάντα (Τεκμήριο 6), δηλαδή οι 3 πένσες τύπου κάτερ, το κοπίδι, τα 5 κατσαβίδια, το σκαρπέλο, η λίμα και το κατσαβίδι τύπου Alen Key καθώς και όλα τα υπόλοιπα εργαλεία, αποτελούν εργαλεία τα οποία από τη φύση τους μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς διάρρηξης παρά το ότι η συνήθης χρήση τους είναι για νόμιμο σκοπό. Δεν υπάρχει επίσης καμία αμφιβολία ότι τα δύο γάντια χρώματος μαύρου (Τεκμήρια 7Α και 7Β) όπως και τα όσα εμπεριέχονται στην τσάντα πλάτης με την επιγραφή PUMA (Τεκμήριο 8), δηλαδή οι δύο σπαθόσεγες με τις μπαταρίες τους όπως και το τσαντάκι με τα διάφορα εργαλεία χειρός, το σετ καρυδάκια και τα διάφορα γερμανικά κλειδιά αποτελούν επίσης εργαλεία που από την φύση τους μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς διάρρηξης παρά το ότι επίσης η συνήθης χρήση τους είναι για νόμιμο σκοπό. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι αυτά εντοπίσθηκαν στο επίδικο αυτοκίνητο, κατά τον έλεγχο που έγινε από τον ΜΚ2 ως αναφέρεται στα ευρήματα του Δικαστηρίου κατά την διάρκεια νύχτας, αφού η ώρα εντοπισμού του από τον ΜΚ2 ήταν περί τις 0330 το πρωί της 27ης Απριλίου του 2022. Συνεπώς έχει αποδειχθεί ότι τα αντικείμενα αυτά εντοπίστηκαν από τον ΜΚ2 κατά την διάρκεια της νύχτας . Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 154 η ερμηνεία που δίδεται για το τί σημαίνει "νύχτα" ή "κατά τη διάρκεια νύχτας" είναι ότι περιλαμβάνεται το χρονικό διάστημα μεταξύ των ωρών έξι και μισή το βράδυ και έξι και μισή το πρωί. Αυτό που απομένει να εξετασθεί στη συνέχεια είναι το κατά πόσο έχει αποδειχθεί η κατοχή των πιο πάνω εργαλείων και από τους δύο Κατηγορούμενους. Αναφορικά με τον 2ο Κατηγορούμενο η κατοχή από μέρους του των πιο πάνω αντικειμένων δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο ίδιος ο 2ος Κατηγορούμενος παραδέχεται εξάλλου ότι πρόκειται για δικά του εργαλεία τα οποία ανευρέθηκαν όλα εντός του αυτοκινήτου του. Συνεπώς γνωρίζει τόσο για την ύπαρξη τους στο αυτοκίνητο του όσο και περί της φύσης τους. Όσον αφορά τα αντικείμενα που βρέθηκαν στην τσάντα (Τεκμήριο 8) την οποία και είχε τοποθετήσει εντός του χώρου αποσκευών του αυτοκινήτου του, προκύπτει επίσης ότι ο 1ος Κατηγορούμενος γνώριζε τόσο περί την ύπαρξης της αφού μάλιστα επιχείρησε να πείσει και τον ΜΚ2 ότι και αυτή η τσάντα ήταν δική του, παρά το γεγονός ότι ο 1ος Κατηγορούμενος είχε ήδη παραδεχθεί στον μάρτυρα ότι επρόκειτο για τσάντα που είχε τοποθετήσει ο ίδιος εντός του χώρου αποσκευών. Συνεπώς η κατοχή εν σχέση με τον 2ο Κατηγορούμενο όλων των αντικειμένων που αφορούν την 3η Κατηγορία έχει δίχως άλλο αποδειχθεί. Σύμφωνα πάντοτε με την μαρτυρία που έχει γίνει αποδεχτή, ο 1ος Κατηγορούμενος την συγκεκριμένη νύχτα και περί ώρα 0330 ήταν ο συνοδηγός στο αυτοκίνητο του 2ου Κατηγορούμενου. Η δε δικαιολογία που προβλήθηκε από τον ίδιο για τον σκοπό της παρουσίας του εντός του εν λόγω οχήματος η ώρα 0330 το πρωί δεν έχει υποστηριχθεί ενόρκως και συνεπώς έχει παραμείνει ατεκμηρίωτη και σε επίπεδο απλών υποβολών. Σύμφωνα μάλιστα με την μαρτυρία που έχω αποδεχθεί το συγκεκριμένο όχημα δεν έφερε μπροστινές πινακίδες εγγραφής αφού αυτές ήταν τοποθετημένες στο ταμπλό του αυτοκινήτου του 2ου Κατηγορούμενου. Επίσης το αυτοκίνητο κινείτο με τα πισινά του φώτα εκτός λειτουργίας, δηλαδή ήταν σβηστά. Πέραν των πιο πάνω στοιχείων διαπιστώθηκε επίσης ότι τόσο κάτω από το χαλάκι της θέσης του οδηγού που καθόταν ο 2ος Κατηγορούμενος όσο και κάτω από την θέση του συνοδηγού που καθόταν ο ίδιος εντοπίστηκαν διαρρηκτικά εργαλεία κρυμμένα, ήτοι γάντια και πένσα - κάτερ. Όσον αφορά τα υπόλοιπα διαρρηκτικά εργαλεία τα οποία είναι μεγάλα σε αριθμό εντοπίστηκαν εντός του χώρου αποσκευών του εν λόγω αυτοκινήτου, σημείο που και ο 1ος Κατηγορούμενος προηγουμένως είχε τοποθετήσει την τσάντα του με το περιεχόμενο της (Τεκμήριο 8). Προκύπτει λοιπόν ότι όλα τα πιο πάνω διαρρηκτικά εργαλεία ήταν τοποθετημένα σε σημεία που δεν ήταν εφικτό να γίνουν ορατά από τον οποιονδήποτε. Οι πιο πάνω περιστάσεις κάτω από τις οποίες οι Κατηγορούμενοι εντοπίστηκαν και ερευνήθηκαν από την αστυνομία, καταδεικνύουν δίχως άλλο ότι και ο 1ος Κατηγορούμενος είχε γνώση της ύπαρξης όλων των διαρρηκτικών εργαλείων που υπήρχαν εντός του αυτοκινήτου του 2ου Κατηγορούμενου πέραν της τσάντας που είχε ο ίδιος τοποθετήσει στο χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου. Επίσης οι πιο πάνω περιστάσεις καταδεικνύουν αναμφίβολα ότι ο 1ος Κατηγορούμενος είχε γνώση και για την φύση τους. Με δεδομένο δε ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι Κατηγορούμενοι κατά τον επίδικο χρόνο δηλ. κατά τη διάρκεια της νύχτας είχαν στην κατοχή τους τα πιο πάνω διαρρηκτικά εργαλεία, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους τους να αποδείξουν στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι υπάρχει νόμιμη δικαιολογία για την κατοχή αυτών των οργάνων. Εφόσον δεν έχω προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανόμωτη δήλωση του 2ου Κατηγορούμενου και μη έχοντας παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να τεκμηριώνει τις θέσεις που προβλήθηκαν από τον 1ο Κατηγορούμενο, κρίνω ότι κανένας εκ των Κατηγορουμένων δεν έχει παράσχει οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολογία για την κατοχή των οργάνων αυτών και συνεπώς απέτυχαν να αποσείσουν το προαναφερόμενο βάρος απόδειξης. Κατ' επέκταση κρίνω πως η 2η κατηγορία έχει αποδειχθεί για τον 1ο Κατηγορούμενο και η 3η κατηγορία για τον 2ο Κατηγορούμενο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σημειώνεται ότι αναφορικά με την 3η κατηγορία έχει κατατεθεί και αποτελεί παραδεκτό γεγονός ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι πράγματι ο 2ος Κατηγορούμενος είχε προηγουμένως καταδικαστεί για το ίδιο αδίκημα στην ποινική υπόθεση 2177/21 την 19.05.21 (Τεκμήριο 25Β). Η δε 1η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα. Αρκούντως διαφωτιστική για το πότε στοιχειοθετείτε αυτό το αδίκημα είναι η υπόθεση (Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134), από την οποία προκύπτουν τα εξής: Το αδίκημα συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία προς επίτευξη οποιουδήποτε από τους προαναφερόμενους στόχους. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή αποτύχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. Αν ένας κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για τη διάπραξη ενός αδικήματος, δεν έπεται ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία με την οποία κατηγορείται για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (για τα πιο πάνω βλ. και την μεταγενέστερη Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (2010 2 Α.Α.Δ 633). Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Έτσι στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να καθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. King and King [1966] Crim. L.R. 280, R. v. Mills 27 Cr. App. R. 49, R. v. Walker [1962] Crim. L.R. 458, R. v. O'Brien 59 Cr. App. R. 222, Archbold σελ. 2039 παρ. 28-9). Σε περίπτωση που οι επίδοξοι συνωμότες διατυπώσουν κάποια επιφύλαξη ως προς την οριστικότητα της συμφωνίας τους, το αποτέλεσμα ενδεχομένως να είναι διαφορετικό. Η επίδραση κάθε επιφύλαξης ρητής ή εξυπακουόμενης είναι και αυτό ζήτημα πραγματικό. Όσον δε αφορά την δυνατότητα διάκρισης μεταξύ της έννοιας της συνωμοσίας και της σύμβασης με τη στενή έννοια του δικαίου των συμβάσεων γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Glanville Williams 2η έκδοση, σελ. 666 παρ. 212. Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold 2004, παρ. 34-4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών. Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Τέλος πέραν της συμφωνίας χρειάζεται και απόδειξη της πρόθεσης στη σκέψη καθενός εκ των επίδοξων συνωμοτών να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (βλ. Λαζάρου ανωτέρω και R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1). Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Έχοντας λοιπόν υπόψη μου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που έχουν αναφερθεί θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει την κατηγορία. Από τα όσα έχω αποδεχθεί, προκύπτει ότι και οι δύο Κατηγορούμενοι κατείχαν από κοινού όλα τα διαρρηκτικά εργαλεία που έχουν ανευρεθεί από την αστυνομία εντός του οχήματος του 2ου Κατηγορουμένου κατά την διάρκεια της νύχτας. Περαιτέρω το εν λόγω όχημα εντός του οποίου ανευρέθηκαν κινείτο περί τις 0330 το πρωί ενώ συνοδηγός σε αυτό επέβαινε ο 1ος Κατηγορούμενος. Μάλιστα εντός του χώρου αποσκευών του αυτοκινήτου στον οποίο και ανευρέθηκε το μεγαλύτερο μέρος των διαρρηκτικών εργαλείων είχε τοποθετήσει και αυτός την τσάντα στην οποία επίσης υπήρχαν διαρρηκτικά εργαλεία. Το αυτοκίνητο επίσης του 2ου Κατηγορούμενου κινείτο έχοντας σβηστά τα πισινά του φώτα και δεν έφερε μπροστινές πινακίδες εγγραφής αφού αυτές βρίσκονταν τοποθετημένες στο ταμπλό του αυτοκινήτου του. Τόσο κάτω από το χαλάκι της θέσης του οδηγού όσο και κάτω από την θέση του συνοδηγού εντοπίστηκαν διαρρηκτικά όργανα δηλαδή γάντια και πένσα τύπου κάτερ. Τα πιο πάνω διαρρηκτικά εργαλεία ήταν σε σημεία μη ορατά από τον οποιονδήποτε ήτοι κρυμμένα. Όπως κρυμμένα εντός του καπό ήταν και τα υπόλοιπα διαρρηκτικά εργαλεία. Οι δε Κατηγορούμενοι δεν έχουν δώσει οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολογία ως προς την κατοχή τους. Υπό το φως των πιο πάνω δοσμένων περιστάσεων όλα τα στοιχεία συνηγορούν στο ότι και οι δυο Κατηγορούμενοι είχαν κοινή δράση και κοινό σκοπό. Συμφώνησαν δηλαδή να κατέχουν κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο διαρρηκτικά όργανα. Συνακόλουθα κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει και την 1η κατηγορία. Το αδίκημα της 5ης κατηγορίας ρυθμίζεται από το άρθρο 309 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, τα συστατικά στοιχεία του οποίου είναι (α) η κατοχή κινητής περιουσίας και (β) η ύπαρξη εύλογης υπόνοιας ότι είναι κλοπιμαία Με την απόδειξη των πιο πάνω, το αποδεικτικό βάρος (evidential burden of proof) μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι απέκτησε νόμιμα την κατοχή της περιουσίας. Η εύλογη υπόνοια ότι η περιουσία είναι κλοπιμαία πρέπει να αποδεικνύεται ως αντικειμενικό γεγονός από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Η έκφραση υποκειμενικής κρίσης και αντίληψης περί τούτου από οποιονδήποτε, περιλαμβανομένων των Αστυνομικών Αρχών δεν αποτελεί τέτοια απόδειξη. Με άλλα λόγια η ύπαρξη εύλογης υπόνοιας από πλευράς των διωκτικών αρχών ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου δεν αποδεικνύει το εν λόγω συστατικό στοιχείο. Αντίθετα πρέπει να προσκομισθεί τέτοια μαρτυρία ώστε αντικειμενικά εξεταζόμενη να κριθεί από το Δικαστήριο ότι στοιχειοθετείται η απαιτούμενη εύλογη υπόνοια περί του κλοπιμαίου της περιουσίας (βλ. Καριπίδης ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ 237). Όσον αφορά λοιπόν την κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στο όχημα του 2ου Κατηγορούμενου στο οποίο επέβαινε συνοδηγός και ο 1ος Κατηγορούμενος, εντοπίστηκε πέραν από τον μεγάλο αριθμό των διαρρηκτικών εργαλείων που υπήρχαν και διάφορα άλλα αντικείμενα τα οποία ο 2ος Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι είναι δικά του και ότι επίσης τα έχει στο αυτοκίνητο του γιατί τον τελευταίο καιρό δεν έχει σπίτι για να διαμένει. Τα αντικείμενα αυτά αποτελούνται από τα Τεκμήρια 9 και 10, δηλαδή τις δύο μπαταρίες αυτοκινήτου, το Τεκμήριο 11 το οποίο είναι ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής, τα Τεκμήρια 12 - 15 τα οποία είναι τα 4 ραδιόφωνα αυτοκινήτου, τα Τεκμήρια 16Α -16Η που αφορούν σε οκτώ μεγάφωνα αυτοκινήτου, το Τεκμήριο 18 που είναι ένας δορυφορικός δέκτης, το Τεκμήριο 19 που είναι ένα μίξερ μπάνιου, το Τεκμήριο 20 που είναι ένα καρούλι επέκτασης καλωδίων, το Τεκμήριο 21 που αφορά σε μια ηλεκτρική σκούπα και τέλος το Τεκμήριο 22 που είναι ένα μηχάνημα εκπομπής φωτός. Στην Ποιν. Έφεση 236/2018 xxx ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ v ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ημερ. 11/01/19 αναφέρθηκαν τα εξής : Συστατικό στοιχείο του αδικήματος κατά το άρθρο 309 είναι η ύπαρξη ευλόγων υπονοιών ότι η περιουσία που κατέχεται είναι κλοπιμαία. Η εμβέλεια του αδικήματος εξηγήθηκε από το Lord Goddard, με αναφορά σε ανάλογη νομοθεσία στην υπόθεση Flatman v. Light and others [1946] 2 All ER, 368, ως το ακόλουθο απόσπασμα που υιοθετήθηκε στην Kamilaris (ανωτ.): «A man is found in very suspicious circumstances in possession of property. He can be called upon to give an account of how he got it. If the police, or whoever start the prosecution, are satisfied that it was stolen and could show it was stolen, there is no need to invoke this section. The section is designed to cover cases in which it is impossible to show at the time of the man's arrest that the property is stolen. It is not necessary to show that it is stolen, because the section deals with property which is 'reasonably suspected of being stolen or unlawfully obtained.' If that is so a man can be brought before the Magistrates and dealt with under this section.» Αποφασίστηκε περαιτέρω ότι για να θεμελιωθεί κατηγορία βάσει του άρθρου 309 η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι «a given date a certain person had in his possession property which some other person reasonably suspected to be stolen property» (Police v. Haralambous & Yianni 14 CLR 109, Police v. Skoufaris 23 CLR 187, Kamilaris, ανωτ.). Η εύλογη υπόνοια πρέπει να προκαλείται σε κάποιο πρόσωπο που βλέπει ή βρίσκει την περιουσία στην κατοχή του κατηγορούμενου, ενόσω η περιουσία παραμένει στην κατοχή του τελευταίου (Economides v. The Police 24 CLR 5, Kamilaris, ανωτ.). Ο Αρχιδικαστής Jackson είχε χαρακτηρίσει στην Kamilaris τη σχετική πρόνοια δυσεξήγητη εκφράζοντας την προσδοκία διευκρίνισης της από τη νομολογία μελλοντικά. Δεν φαίνεται όμως να παράχθηκε νομολογία επί του άρθρου 309. Έχουμε μόνο εντοπίσει την Καριπίδης ν. Δημοκρατίας 2007 2ΑΑΔ 237, όπου ελέχθη ότι το εύλογο των υπονοιών του προσώπου που τις επικαλέστηκε, αστυνομικού, εξεταστή της υπόθεσης, δεν μπορούσε να αποδειχθεί με την έκφραση της υποκειμενικής του κρίσης, αλλά ήταν ζήτημα αντικειμενικό. Προκύπτει ότι το άρθρο 309 βρίσκει εφαρμογή όταν ο κατηγορούμενος κατέχει περιουσία υπό τέτοιες ύποπτες περιστάσεις ώστε, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι είναι κλοπιμαία, εύλογα, εξ αντικειμένου, δημιουργούνται υποψίες στο πρόσωπο που τον βλέπει να κατέχει τέτοια περιουσία, ότι αυτή είναι κλοπιμαία. Όσον αφορά την έννοια της κατοχής, σύμφωνα με την ερμηνεία που δίδεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, κατοχή σημαίνει: (α) "να κατέχει" ή "να έχει στην κατοχή" περιλαμβάνει όχι μόνο το να έχει στη δική του προσωπική κατοχή, αλλ' επίσης και το να έχει σε γνώση του ότι είναι στην πραγματική κατοχή ή τη φύλαξη οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή το να φυλάγει σε οποιοδήποτε χώρο (είτε αυτός ανήκει στον ίδιο ή κατέχεται από αυτό είτε όχι) για χρήση ή όφελος του ίδιου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου (β) σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, αν ένας ή περισσότερα από αυτά έχουν κάποιο πράγμα υπό τη φύλαξη ή στην κατοχή τους σε γνώση και με τη συγκατάθεση των υπολοίπων, το πράγμα αυτό θεωρείται ότι βρίσκεται υπό τη φύλαξη και την κατοχή καθενός και όλων αυτών των προσώπων. Στρεφόμενος στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης έχω διαπιστώσει μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι το όχημα του 2ου Κατηγορούμενου ανακόπηκε από τον ΜΚ2 στις 27 Απριλίου του 2022 και περί ώρα 0330 το πρωί. Εντός του οχήματος και πιο συγκεκριμένα στον χώρο αποσκευών εντοπίστηκαν όλα τα αντικείμενα που περιγράφονται στην 5η κατηγορία. Ο 2ος Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι όλα αυτά τα αντικείμενα είναι δικά του και ότι τα είχε στο αυτοκίνητο δίδοντας προς τούτο τον δικό του ισχυρισμό. Συνεπώς δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι ο 2ος Κατηγορούμενος κατείχε όλα τα αντικείμενα που βρέθηκαν εντός του αυτοκινήτου του και περιγράφονται στην 5η κατηγορία. Το ερώτημα που τίθεται επί τάπητος είναι κατά πόσο τα αντικείμενα αυτά που βρέθηκαν εντός του αυτοκινήτου του 2ου Κατηγορούμενου ήταν και στην κατοχή του 1ου Κατηγορούμενου. Σύμφωνα με την ερμηνεία της λέξης κατοχή στο άρθρο 4 του Κεφ.154 παράγραφος (α) κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ότι κατέχει κάποιο πράγμα παρά το γεγονός ότι αυτό δεν βρίσκεται στην δική του προσωπική κατοχή εφόσον είναι εις γνώση του ότι αυτό το πράγμα αυτό βρίσκεται υπό την κατοχή ή την φύλαξη κάποιου άλλου προσώπου. Μάλιστα σύμφωνα με την παράγραφο (β) του ίδιου άρθρου, σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα αν ένας η περισσότερα από αυτά έχουν στην κατοχή ή την φύλαξη τους κάποιο πράγμα σε γνώση και με την συγκατάθεση των υπολοίπων το πράγμα αυτό θεωρείται ότι βρίσκεται υπό τη φύλαξη και την κατοχή καθενός και όλων αυτών των προσώπων. Με βάση λοιπόν τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο 1ος Κατηγορούμενος κατά την στιγμή της ανακοπής του οχήματος καθόταν ως συνοδηγός στο εν λόγω όχημα ενώ είχε τοποθετήσει την τσάντα του (Τεκμήριο 8) εντός του χώρου αποσκευών του αυτοκινήτου, σημείο που να σημειωθεί ότι ευρίσκοντο και όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα που ανευρέθηκαν και αναφέρονται με λεπτομέρεια στην 5η κατηγορία. Συνεπώς εξάγεται και το συμπέρασμα ότι είχε οπτική επαφή με τα αντικείμενα αυτά όταν τοποθέτησε στον χώρο αποσκευών την τσάντα με τα διαρρηκτικά εργαλεία και επομένως γνώριζε ότι ο 2ος Κατηγορούμενος τα είχε στην κατοχή ή την φύλαξη του. Η παρουσία του στο εν λόγω αυτοκίνητο και οι ύποπτες περιστάσεις που έχουν διαδραματιστεί από την στιγμή που ο ΜΚ2 αντιλήφθηκε το όχημα μέχρι και την στιγμή που αποπερατώθηκε η έρευνα και ανευρέθηκαν εντός του χώρου αποσκευών του αυτοκινήτου όλα τα αντικείμενα της 5ης κατηγορίας, το προχωρημένο της ώρας που κινούνταν εντός του αυτοκινήτου η έλλειψη σαφούς δικαιολογίας από μέρους τους, ο αριθμός των διαρρηκτικών εργαλείων που είχαν παράλληλα στην κατοχή τους πέραν των υπολοίπων αντικειμένων που αφορούν την παρούσα κατηγορία, καταδεικνύουν δίχως άλλο ότι και ο 1ος Κατηγορούμενος γνώριζε ως προς την ύπαρξη των αντικειμένων αυτών εντός του αυτοκινήτου του 2ου Κατηγορούμενου και συνεπώς είχαν κοινή κατοχή των αντικειμένων της 5ης κατηγορίας. Εξετάζοντας τώρα στο συστατικό στοιχείο των εύλογων υπονοιών που θα πρέπει να αποδειχθεί για να στοιχειοθετήσει το αδίκημα του άρθρου 309 του Κεφ. 154, διαπιστώνω ότι οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ανευρέθηκαν τα εν λόγω αντικείμενα είναι πέρα για πέρα ύποπτες. Παρά το ότι δεν χρειάζεται για την στοιχειοθέτηση αυτού του αδικήματος οποιαδήποτε απόδειξη ότι τα αντικείμενα που ανευρέθηκαν ήταν κλοπιμαία εντούτοις εύλογα και εξ αντικειμένου με βάση τις ύποπτες περιστάσεις που αυτά έχουν ανευρεθεί και έχουν αναλυθεί ανωτέρω εύλογα και εξ αντικειμένου δημιουργήθηκαν στον ΜΚ2 εύλογες υπόνοιες ως προς τα πρόσωπα των Κατηγορούμενων όταν τους εντόπισε έχουν στην κατοχή της αυτή την περιουσία. Μάλιστα ο ΜΚ2 κατά την ανεύρεση των αντικειμένων επιστούσε την προσοχή των Κατηγορουμένων στον νόμο καλώντας τους να δώσουν εξηγήσεις αναφορικά με την προέλευση τους. Με την απόδειξη των πιο πάνω συστατικών στοιχείων, το αποδεικτικό βάρος μετατέθηκε στους Κατηγορούμενους να αποδείξουν στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι απέκτησαν νόμιμα την περιουσία αυτή. Αφής στιγμής δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία από τον 1ο Κατηγορούμενο ενώ από την άλλη η ανόμωτη δήλωση του 2ου Κατηγορούμενου για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί ανωτέρω έχει απορριφθεί κρίνω ότι ούτε ο 1ος Κατηγορούμενος αλλά ούτε και ο 2ος δεν έχουν αποσείσει το προαναφερόμενο βάρος απόδειξης. Υπό το φως των πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει και την 5η κατηγορία και για τους δύο Κατηγορούμενους. Τέλος, το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος που αφορά η 4η κατηγορία ρυθμίζεται από το άρθρο 372 του Ποινικού Κώδικα. Κατά τα λοιπά ως προς τις αρχές ισχύουν όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω για την 1η κατηγορία. Ενόψει των όσων αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω και ιδιαίτερα για την 1η και 5η κατηγορία θα επαναλάβω και εδώ ότι όλα μαζί τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου συνηγορούν στην κοινή δράση των Κατηγορούμενων και τη συμφωνία τους να κατέχουν από κοινού παράνομα όλα τα αντικείμενα που έχουν περιγραφεί στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 5ης κατηγορίας. Συνεπώς έχει αποδειχθεί κατά την κρίση μου και η 4η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Τόσο ο 1ος όσο και ο 2ος Κατηγορούμενος κρίνονται ένοχοι και σε αυτή την κατηγορία. (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.