← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. MICHAIL SARIDIS, Αρ. Υπόθεσης: 5048/22, 5/12/2022

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. MICHAIL SARIDIS, Αρ. Υπόθεσης: 5048/22, 5/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5048/22 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. MICHAIL SARIDIS Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 05 Δεκεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Περγαντή Για τον Κατηγορούμενο: κος Σ. Ζαννούπας Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ενοχή σε 16 συνολικά κατηγορίες, για τα ακόλουθα αδικήματα꞉ Στις κατηγορίες αρ. 1, 3, 5, 12, 14, και 16 για το αδίκημα της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές, κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Στη κατηγορία αρ. 7, για το αδίκημα της Απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154. Στις κατηγορίες, αρ. 8 και 20 για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ. 154. Στις κατηγορίες 10 και 22 κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 του περί Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση νόμος 114(Ι)/2021. Στην κατηγορία αρ.18, για το αδίκημα της κακόβουλης βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Στη κατηγορία αρ. 24, για το αδίκημα της μέθης κατά παράβαση του άρθρου 94 του Κεφ.
  2. Στις κατηγορίες αρ. 25, για το αδίκημα της ανησυχίας, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού κώδικα, Κεφ.
  3. Στη κατηγορία αρ. 27, το αδίκημα της επίθεσης κατά οργάνου της τάξεως κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Κεφ.154 Στην κατηγορία αρ. 29, για το αδίκημα της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης του εαυτού του κατά παράβαση του άρ. 244(α) του Κεφ.
  4. Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων φαίνονται επί του κατηγορητηρίου. Επιπλέον η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εξέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα της υπόθεσης τα οποία έχουν ως εξής: Στις 05.08.22 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Πάφου από την Παραπονούμενη ότι στις 15.07.22 γύρω στα μεσάνυχτα και ενώ βρισκόταν στο σπίτι της, ο Κατηγορούμενος μετέβηκε και άρχισε να κτυπά πολύ δυνατά την πόρτα. Μετά, την απείλησε με τη φράση «Εάν δεν ανοίξεις θα μπω μέσα να σε σκοτώσω πουτάνα» και μετά από 20 λεπτά ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από το μέρος. Την 04.08.22 και η ώρα 11:00 το βράδυ ο Κατηγορούμενος μετέβηκε και πάλι στο σπίτι της Παραπονούμενης άρχισε να κτυπά την πόρτα της εξόδου, την απείλησε με την φράση «θα σε σκοτώσω δεν θα σε αφήσω» και διάφορα άλλα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος. Αφού έμεινε εκεί για 2 ‑ 3 λεπτά ο Κατηγορούμενος αποχώρησε και μετά από λίγο επέστρεψε κρατώντας ένα σπασμένο γυάλινο μπουκάλι και με ένα κτύπημα έσπασε το γυαλί του αυτοκινήτου της Παραπονούμενης με αριθμούς εγγραφής [ ] προκαλώντας κακόβουλη ζημιά. Ενημερώθηκε η Αστυνομία από την Παραπονούμενη, η οποία κλήθηκε στο μέρος, όπου ο Κατηγορούμενος συνέχισε να είναι επιθετικός και να προκαλεί φασαρία και ανησυχία. Σύμφωνα με την καταγγελία της Παραπονούμενης ζει με το φόβο και το άγχος από τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Εκδόθηκε σχετικό δικαστικό ένταλμα σύλληψης, συνελήφθηκε, οδηγήθηκε στην Αστυνομία, όπου έδωσε ανακριτική κατάθεση. Στην κατάθεσή του ανέφερε ότι παραδέχεται τις παρακοές του διατάγματος, το οποίο είχε εκδοθεί προγενέστερα, ότι εξύβρισε την Παραπονούμενη και ότι κακόβουλα προκάλεσε ζημιά στο αυτοκίνητό της. Επίσης, παραδέχτηκε ότι προκάλεσε ανησυχία ότι είχε πιει ποτό και αντιστάθηκε κατά τη νόμιμη σύλληψή του. Όπως ανέφερε περαιτέρω η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Στην έκθεση που ετοίμασε Λειτουργός του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών, κατόπιν συνέντευξης του Κατηγορούμενου αναφέρονται τα εξής: Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 32 ετών με καταγωγή από τη Γεωργία. Το 2012 τέλεσε γάμο με ομοεθνή του και το 2016 εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο. Μαζί απέκτησαν δυο παιδία ηλικίας 8 και 4 ετών σήμερα. Το 2020 έλαβαν διαζύγιο και τα παιδία παρέμειναν με τη μητέρα τους. Καταβάλλει μηνιαία διατροφή €600=, σύμφωνα με δικαστικό διάταγμα. Μετά το διαζύγιο διαμένει με τους γονείς του σε διαμέρισμα που τους ανήκει . Ο πατέρας του εργάζεται ως οικοδόμος σε εργοληπτική εταιρεία και η μητέρα του είναι άνεργη. Ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος λυκείου και υπηρέτησε 3 μήνες στρατιωτική θητεία στην Ελλάδα. Εργάστηκε 10 συνολικά χρόνια ως οικοδόμος σε διάφορες εργοληπτικές εταιρείες και από το 2020 εργάζεται ως υπάλληλος σε γραφείο κηδειών και λάμβανε εισόδημα €1000= μηνιαίως. Καταβάλλει €600= μηνιαίως για διατροφή στα παιδιά του και δεν κατέχει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου αρχικά κατέθεσε έγγραφο με συνοπτική αναφορά των μετριαστικών παραγόντων που καλεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τους οποίους στη συνέχεια ανέλυσε. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε στα πιο κάτω:
  5. Εργατικός και οικογενειάρχης
  6. Το νεαρό της ηλικίας του
  7. Η έλλειψη προσχεδιασμού
  8. Δότης αιμοπεταλίων
  9. Το έντιμο παρελθόν
  10. Το λευκό ποινικό μητρώο
  11. Η συνεργασία του με τις αρχές
  12. Η παραδοχή
  13. Η μέθη
  14. Η πνευματική σύγχυση
  15. Η επιπόλαιη συμπεριφορά
  16. Η συναισθηματική φόρτιση
  17. Η μη αποκόμιση οφέλους
  18. Η μη ύπαρξη επιπτώσεων στο θύμα
  19. Η συντρέχουσα ευθύνη του θύματος
  20. Τα κίνητρα του
  21. Οι οικογενειακές και άλλες συνθήκες που έχουν επίδραση σε άλλα πρόσωπα
  22. Προστάτης οικογένειας
  23. Η εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου
  24. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παρέμεινε υπό κράτηση μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης του
  25. Η μεταμέλεια
  26. Το άγχος και η αγωνία για την υπόθεση
  27. Το ενδεχόμενο να υπάρξουν επιπτώσεις στην εργασία του και σταδιοδρομία του
  28. Η απόλυση από την εργασία του
  29. Η πρόθεση για αποκατάσταση και επανόρθωση της ζημιάς που προκάλεσε.
  30. Η αρχή της συνολικότητας - ενιαία συμπεριφορά. Αγορεύοντας περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης παρέπεμψε αρχικά το Δικαστήριο στο ίδιο το κατηγορητήριο, αναφέροντας ότι μπορεί πράγματι οι κατηγορίες να είναι πολλές, αλλά περιορίζονται σε δύο περιστατικά. Η κατηγορία 1 όπως ανέφερε είναι η ίδια με την κατηγορία 3 και την
  31. Η παρακοή που έκανε ο Κατηγορούμενος μία ήταν. Επειδή όπως εξήγησε υπήρχαν διατάγματα σε άλλες υποθέσεις, η αστυνομία ποινικοποίησε, την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Τα διατάγματα της απαγόρευσης όπως ανέφερε, ήταν 3, και έτσι ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος βρέθηκε με τρεις κατηγορίες. Τόνισε ότι μία ενέργεια του Κατηγορούμενου αυτόματα σήμαινε 3 κατηγορίες. Ανέφερε ότι αυτό το οποίο το Δικαστήριο, καλείτε να πράξει δεν είναι να βάλει 3 διαφορετικές ποινές αλλά μια ποινή για τη μια πράξη αφού η 1η , η 3η και η 5η κατηγορία, αφορούν το ίδιο ακριβώς πράγμα. Όσον αφορά την 7η και την 8η κατηγορία, τόνισε ότι αυτές διαπράχθηκαν, πάνω στην ένταση της στιγμής αφού ο Κατηγορούμενος προσπαθούσε να δει τα παιδιά του, τα οποία δεν του επέτρεπε η Παραπονούμενη, γιατί υπάρχει απαγορευτικό διάταγμα να πηγαίνει στο σπίτι και ως εκ τούτου προέκυψαν και αυτά. Όσον αφορά το δεύτερο περιστατικό, που είναι όπως ανέφερε, ο δεύτερος κύκλος κατηγοριών, που είναι οι κατηγορίες, 12, 14, και η 16 που αφορούν πάλι ζήτημα παρακοής, σε 3 διαφορετικά διατάγματα, τόνισε ότι και σε αυτή την περίπτωση έχουμε πάλι να κάνουμε με το ίδιο πράγμα, δηλαδή την ενέργεια του κατηγορούμενου να παραβιάσει απαγορευτικό διάταγμα ανεξαρτήτως ότι ήταν
  32. Η 18η κατηγορία διαπράχθηκε όπως ανέφερε πάνω στα νεύρα του και λόγω της μέθης που βρισκόταν. Επίσης ανέφερε ότι η 20η κατηγορία σχετίζεται με την ένταση της στιγμής και με την επιθυμία του να δει τα παιδία. Όσον αφορά τις υπόλοιπες κατηγορίες , ήτοι τις κατηγορίες 22, 24, 27 και 29, τα γεγονότα ήταν ότι ο κατηγορούμενος είχε δύο ανήλικα παιδιά με την Παραπονούμενη η οποία είχε διάταγμα απαγορευτικό που δεν του επέτρεπε να βλέπει τα παιδιά του. Κακώς όπως ανέφερε ο κατηγορούμενος ήταν μεθυσμένος, πήγε στον χώρο και ακολούθησε αυτό που ακολούθησε. Και είναι ενδεικτικό από τις κατηγορίες, όπως ανέφερε, ότι στην παρούσα περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιον ο οποίος στοχευμένα πήγε να διαπράξει αδίκημα, απλά ενήργησε κάτω από καθεστώς μέθης. Υιοθέτησε επίσης τα όσα αναφέρονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας. Τόνισε περαιτέρω ότι η όλη συμπεριφορά του οφείλεται στο καθεστώς μέθης που βρισκόταν. Ανέφερε περαιτέρω ότι πρόκειται για άτομο εργατικό όπου προσπαθεί με τον τρόπο του να κάνει τη ζωή του και να έχει επαφή με τα παιδιά του. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το νεαρό της ηλικίας του, την παραδοχή του και το ότι ουδέποτε ξανά απασχόλησε την αστυνομία, όπως επίσης και το γεγονός ότι είναι αιμοδότης. Επίσης ανέφερε ότι επειδή βρίσκεται στη φυλακή δεν μπορεί να δίδει τη διατροφή των παιδιών του. Τόνισε την παραδοχή του η οποία βοήθησε στην εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου αλλά και τον κίνδυνο να απωλέσει την εργασία του λόγω της φυλάκισης του. Περαιτέρω προς τιμήν του ο συνήγορος υπεράσπισης αναγνώρισε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις , πολύ δύσκολα μπορεί να αποφευχθεί η ποινή φυλάκισης και αναγνώρισε περαιτέρω ότι στην παρούσα περίπτωση δικαιολογείται ποινή φυλάκισης. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε, η προβλεπόμενη από το νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για τα αδικήματα στα οποία ο Κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στη συνέχεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης ή και ποινή φυλάκισης. Ποινή φυλάκισης, που, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, ως η σοβαρότερη / αυστηρότερη ποινή, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στη διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι η απείθεια σε διάταγμα δικαστηρίου συνιστά πλημμέλημα και επισύρει ποινή φυλάκισης δύο ετών. Στην υπόθεση Krashias Shoes v. Adidas
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 750, τονίσθηκε ότι η υπακοή στα διατάγματα του Δικαστηρίου αποτελεί το θεμέλιο λίθο του κράτους δικαίου. Η νομολογία που υπάρχει επί του θέματος, καταδεικνύει τη σοβαρότητα που πρέπει να αποδίδεται σε υποθέσεις παρακοής δικαστικών διαταγμάτων. Σύμφωνα με τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Safarino v. Sun Shoes
(1964)1 C.L.R. 738, ένα διάταγμα Δικαστηρίου, ισοδυναμεί με διαταγή του ίδιου του Νόμου και είναι ακόμα περισσότερο ακριβές γιατί προσδιορίζει τι πρέπει να γίνει ή τι δεν πρέπει να γίνει. Τονίσθηκε στην ίδια υπόθεση ότι, η συμμόρφωση με διάταγμα του Δικαστηρίου, αποτελεί ένα από τα θεμέλια της σύγχρονης πολιτισμένης κοινωνίας και ότι η ανυπακοή προς αυτό, δυναμιτίζει την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας, με ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται (Βλ. Kay ν. Municipality of Larnaca
(1982)2 Α.Α.Δ. 236 και CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LTD κ.α. -ν.- ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ
(2010)2 Α.Α.Δ. 288). Οι λόγοι για τους οποίους το αδίκημα της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές είναι σοβαρό, που επιβάλλουν και την αυστηρή αντιμετώπιση των καταδικασθέντων για αυτό από το Δικαστήριο, επεξηγήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εταιρεία Rodafinia Imports-Exports Ltd ν Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 282. Στην εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, λέχθηκαν τα πιο κάτω: « Το πρωτόδικο δικαστήριο, πολύ ορθά , έλαβε πολύ σοβαρά υπόψη δύο πτυχές της υπόθεσης. Η πρώτη πτυχή αφορά την αποθάρρυνση της παρακοής Δικαστικών Διαταγμάτων. Εάν η ανυπακοή γίνει ανεκτή και τύχει επιεικούς μεταχείρισης αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα την υπονόμευση αυτής τούτης της απονομής της δικαιοσύνης καθώς και την υπονόμευση της έννομης τάξης. Η υπακοή προς τα δικαστικά διατάγματα αποτελεί μια απόλυτη αναγκαιότητα σε ένα κράτος δικαίου.. .». Το αδίκημα της ανυπακοής σε νόμιμη διαταγή είναι σοβαρό και πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη δέουσα αυστηρότητα. Διαφορετική προσέγγιση θα διαβιβάσει μήνυμα στην κοινωνία ότι επικρατεί παρανομία, αναρχία και ο νόμος της ζούγκλας. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι η τάση που παρατηρείται πρόσφατα για αύξηση κρουσμάτων διάπραξης του αδικήματος αυτού είναι ένας άλλος λόγος που το καθιστά σοβαρό. Η αυστηρότητα με την οποίαν χρήζει η αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων καθιστά την επιβολή ποινής φυλάκισης ως τη μόνη ενδεδειγμένη τιμωρία που διασφαλίζει το κύρος της δικαιοσύνης. Όσον αφορά το αδίκημα της Απειλής, σύμφωνα με το άρθρο 91Α του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, διάπραξη του ποινικού αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας επισύρει ποινή φυλάκισης 3 ετών. Επίσης, η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει πράξεις που δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας στο κοινό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα ατόμων και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Το αδίκημα αυτό θεωρείται ακόμη σοβαρό για τον επιπλέον λόγο της συχνότητας και ευκολίας με την οποία αυτό διαπράττεται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Παράλληλα, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται και το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, διάπραξη του οποίου τιμωρείται, με βάση το άρθρο 99 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης ενός μηνός ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει €128,15 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Το αδίκημα αυτό στρέφεται κατά της έννομης τάξης και κοινωνικής ηρεμίας και ταυτόχρονα προκαλούν αισθήματα ανησυχίας και αναστάτωσης στην κοινωνία. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης διαπράττεται με τόση ανησυχητική συχνότητα που δεν θα ήταν υπερβολή αν κάποιος έλεγε ότι τέτοια περιστατικά έχουν καταντήσει 'τρόπος ζωής' των πολιτών. Ασφαλώς η διάπραξη του αδικήματος αυτού δεν προάγει επίπεδο ευγένειας, ηθικής και ευπρέπειας που πρέπει να χαρακτηρίζει τον κάθε πολίτη ή τουρίστα ή επισκέπτη στο νησί αλλά αντίθετα προκαλεί το αίσθημα της ντροπής και της προσβολής τόσο προς το θύμα όσο και προς τη χώρα στην οποία κάποιος κατοικεί ή επισκέπτεται. Θεώρηση της νομολογίας που αφορά την απειλή βιαιοπραγίας, η οποία όμως βρίσκει έρεισμα και στη δική μας περίπτωση αφού πρόκειται για ομοειδές αδίκημα καταδεικνύει ότι συνήθως επιβάλλεται ποινή φυλάκισης. Στην υπόθεση Ομήρου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 588 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών σε άτομο που κρίθηκε ένοχος στη διάπραξη του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας. Επίσης, στην υπόθεση Βασιλειάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 άτομο που κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα απειλής βιαιοπραγίας καταδικάστηκε σε 4 μήνες φυλάκισης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 σε άτομο ηλικίας 19 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο και που είχε συμφιλιωθεί με τον παραπονούμενο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Πλούσια όμως είναι η νομολογία και για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, δείγμα της οποίας αναφέρω αμέσως πιο κάτω. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154 επιβλήθηκε χρηματική ποινή ύψους Λ.Κ.60,00, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Επίσης, στην υπόθεση Yeates και άλλος v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 320 το Ανώτατο Δικαστήριο αντικαθιστώντας την ποινή που επέβαλε το πρωτόδικο δικαστήριο καταδίκασε πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης σε χρηματική ποινή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Μιχαήλ και άλλη v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362 πρόσωπο που κρίθηκε ένοχο στο αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης δεσμεύτηκε με την υπογραφή εγγύησης. Περαιτέρω σύμφωνα με τις κατηγορίες 10 και 22 ο νόμος αναφέρει τα πιο κάτω: Παρενόχληση 3.-
(1)Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.
(2)Σε περίπτωση κατά την οποία η προβλεπόμενη στο εδάφιο
(1)προκληθείσα παρενόχληση, συνίσταται στην πρόκληση φόβου στο θύμα ότι θα ασκηθεί βία εναντίον του ή/και εναντίον μέλους της οικογένειάς του ή/και εναντίον της περιουσίας του, το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην τοιαύτη συμπεριφορά υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου. Για το αδίκημα της κακόβουλης βλάβης, το άρθρο 324 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ποινή φυλάκισης 2 χρόνων ή χρηματική ποινή ΛΚ1500 (€2562) ή συνδυασμό των δύο ποινών. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη» (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Επιβάλλεται συνήθως ποινή φυλάκισης από τα Δικαστήρια, ακόμη και στις περιπτώσεις νεαρών παραβατών ή και ατόμων με λευκό ποινικό μητρώο (βλ. Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Τούτο, με το σκεπτικό ότι τέτοιας φύσεως αδικήματα διαπράττονται με ανησυχητική συχνότητα, υποδηλώνουν εγκληματική συμπεριφορά η οποία στρέφεται εναντίον όχι μόνο της ιδιωτικής περιουσίας αλλά και της έννομης τάξης γενικότερα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντώνη Χαραλαμπίδη
(2001)2 Α.Α.Δ. 753, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών στο αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς. Επίσης στην υπόθεση Michal Bukowski ν. Αστυνομίας κ.α. Ποινική Έφεση 142/10 και 147/10 ημερομηνίας 04.03.2011 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Για το αδίκημα της μέθης κατά παράβαση του άρθρου 94 του Κεφ. 154, αναφέρεται ότι όποιος σε δημόσια διάβαση ή σε δημόσιο χώρο, είτε είναι κτίριο ή όχι, είναι σε κατάσταση μέθης, συμπεριφέρεται οχλαγωγικά ή χωρίς τάξη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών. Για το αδίκημα της ανησυχίας, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Περαιτέρω το αδίκημα της επίθεσης κατά αστυνομικού επισύρει, με βάση το άρθρο 244(β) του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης μέχρι 2 έτη ενώ το αδίκημα της αντίστασης κατά της νομίμου σύλληψης τιμωρείται, δυνάμει του άρθρου 244(α) του Κεφ.154, επίσης με ποινή φυλάκισης μέχρι 2 έτη. Τα δε αδικήματα της επίθεσης κατά αστυνομικού και της αντίστασης κατά της νομίμου σύλληψης ενέχουν το κοινό στοιχείο της παρεμπόδισης και άσκησης βίας κατά αστυνομικού οργάνου που εκτελεί τα καθήκοντα του σε εντεταλμένη υπηρεσία. Η αστυνομία είναι το καθ' ύλη αρμόδιο σώμα που διατηρεί την ασφάλεια και την έννομη τάξη σε μια δημοκρατική χώρα, όπως είναι η Κύπρος. Ουδείς έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει και να παρεμποδίζει ένα αστυνομικό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Πολύ δε περισσότερο ουδείς έχει δικαίωμα να ασκεί ή να απειλεί ότι θα ασκήσει βία κατά αστυνομικού οργάνου που εκείνη τη στιγμή είναι επιφορτισμένο με τον καθήκον της τήρησης της τάξης. Οτιδήποτε από τα πιο πάνω οδηγεί σε υπονόμευση της αποστολής των αστυνομικών αρχών απέναντι στην κοινωνία. Όπως αναφέρεται στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα "Sentencing in Cyprus" του κ. Γ. Πική, 1η έκδοση στη σελ. 55, σε μετάφραση: "Επιθέσεις κατά αστυνομικών κατά την εκτέλεση του καθήκοντος τους αποτελούν σοβαρά αδικήματα δεδομένης της ανάγκης όπως διατηρείται η εξουσία της Αστυνομίας δηλαδή της αρμόζουσας υπηρεσίας του κράτους που εφαρμόζει τον Νόμο." Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε την σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 245 στο ακόλουθο απόσπασμα: "Οι Αστυνομικές Αρχές στην εκτέλεση του καθήκοντός τους είναι φορείς της εξουσίας του δικαίου. Αντιστράτευση και υπονόμευση του έργου τους κάτω από τις συνθήκες που είχε διαπραχθεί το αδίκημα δε μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως πράξη εξαιρετικής σοβαρότητας." Στις υποθέσεις Rock v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 251 και Zak & Others v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 6, αποφασίστηκε ότι η κατάλληλη ποινή ήταν η ποινή φυλάκισης, πλην όμως στην τελευταία υπόθεση η ποινή αναστάληκε λόγω των δυσμενών επιπτώσεων στη σταδιοδρομία των εφεσειόντων που ήταν άγγλοι στρατιώτες. Επίσης, η σοβαρότητα των υπό εξέταση αδικημάτων αυτών έγκειται στο γεγονός ότι δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας στο θύμα, καταρρακώνουν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια ατόμων, και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών αλλά και υπονομεύουν και δηλητηριάζουν τον θεσμό της οικογένειας. Τα αδικήματα αυτά θεωρούνται ακόμη σοβαρά για τον επιπλέον λόγο της συχνότητας και ευκολίας με την οποία αυτά διαπράττονται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια περιστατικά με τη δέουσα σοβαρότητα και αυστηρότητα σε μια προσπάθεια να διαβιβάσουν το μήνυμα στους παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και δεν έχουν χώρο στην Κυπριακή κοινωνία. Σίγουρα οι παλικαρισμοί και η επίδειξη ισχύος δεν εξυπηρετούν κανένα λογικό σκοπό και ο νόμος οπωσδήποτε δεν τους αποδέχεται. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του, αλλά πρέπει να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v.Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα . Η φύση και η σοβαρότητα που χαρακτηρίζει αυτά τα εγκλήματα, ενισχύονται από το γεγονός ότι τέτοια αδικήματα ολοένα πληθαίνουν με μεγάλη συχνότητα στην κυπριακή κοινωνία, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Περαιτέρω το σύνολο της αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου είναι ένα δεδομένο που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου. Το παρόν κατηγορητήριο περιέχει σοβαρές κατηγορίες και μέσα από το περιεχόμενο τους διαμορφώνεται η εικόνα της εγκληματικής του δραστηριότητα. Σαφώς ο φόβος, ο πανικός και η ψυχολογική αναστάτωση που η πρώην συμβία του κατηγορουμένου υπέστηκε ένεκα της καταδικαστέας συμπεριφοράς του κατηγορουμένου δεν μπορούν να αγνοηθούν. Χωρίς να επιδείξει σεβασμό στην πρώην συμβία του, ο κατηγορούμενος την απείλησε ότι θα την σκοτώσει ενώ ταυτόχρονα την εξύβρισε, καταρρακώνοντας την αξιοπρέπεια της και παραβιάζοντας τα σχετικά διατάγματα. Δεν μπορεί ακόμη να παραγνωριστεί το γεγονός ότι ακολούθως ο κατηγορούμενος συνέχισε την αξιόποινη συμπεριφορά του σε άλλη ημερομηνία παραβιάζοντας τα σχετικά διατάγματα , προκαλώντας ταυτόχρονα ζημιά στο όχημα της πρώην συζύγου του. Το σπάσιμο του παραθύρου του εν λόγω οχήματος φανερώνει ότι ο θυμός του κατηγορουμένου ήταν μεγάλος ενώ ταυτόχρονα έδειξε ασέβεια και προκάλεσε προφανώς ψυχολογική αναστάτωση από τη δημόσια εξύβριση προς τον πρόσωπο της παραπονούμενης με τις φράσεις που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών. Περαιτέρω η όλη συμπεριφορά του απέναντι στην αστυνομία είναι καταδικαστέα. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ουδείς έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει και να παρεμποδίζει ένα αστυνομικό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Πολύ δε περισσότερο ουδείς έχει δικαίωμα να ασκεί ή να απειλεί ότι θα ασκήσει βία κατά αστυνομικού οργάνου που εκείνη τη στιγμή είναι επιφορτισμένο με τον καθήκον της τήρησης της τάξης. Οτιδήποτε από τα πιο πάνω οδηγεί σε υπονόμευση της αποστολής των αστυνομικών αρχών απέναντι στην κοινωνία. Όλα τα πιο πάνω προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του το οποίο φανερώνει ότι πρόκειται για άτομο χωρίς οποιαδήποτε αντικοινωνική συμπεριφορά. Την ίδια στιγμή η συμμετοχή το γεγονός ότι είναι δότης αίματος, δείχνει ότι πρόκειται για άτομο που ενδιαφέρεται για το συνάνθρωπο του. (γ) Την παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο με την οποίαν εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος που αχρείαστα θα αναλωνόταν για την εκδίκαση κάθε μίας περίπτωσης. Αυτή η στάση με βάση τη νομολογία πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15). (δ) Τη συνεργασία του κατηγορουμένου με την αστυνομία στα πλαίσια εξιχνίασης της υπόθεσης, η οποία έμπρακτα καταδεικνύεται με τις παραδοχές που έδωσε στις καταθέσεις που έδωσε σύμφωνα με τα όσα ανέφερε η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής. (ε) Στην περίπτωση με την πρώην συμβία του λαμβάνεται υπόψη η πρόκληση που ο κατηγορούμενος δέχτηκε από την παραπονούμενη αφού δεν του επέτρεπε όπως ανέφερε ο συνήγορος υπεράσπισης να δει τα παιδιά του και δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, γεγονός που θεωρώ ότι συνέτεινε στην προσωρινή απώλεια του αυτοελέγχου του κατηγορουμένου μετατρέποντας τον έρμαιο πάθους και κατ' επέκταση στιγμιαία όχι αφέντη του μυαλού του (master of his mind). Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kyrmizis v. The Republic
(1965)2 C.L.R. 55, Pantazis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 277, Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 και Dofty [1949] 1 All E.R. 932. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και αναφέρθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης. Ειδικότερα το ότι: · Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 32 ετών, διαζευγμένος και πατέρας 2 ανήλικων παιδιών τα οποία διαμένουν με την μητέρα τους και για τα οποία καταβάλλει διατροφή €600 το μήνα και την οποία από την περίοδο που είναι υπό κράτηση αδυνατεί να καταβάλει. · Τα εισοδήματα του τα οποία ανέρχονται σε €1000= από εργασία την οποία διατηρούσε πριν τεθεί υπό κράτηση και τον κίνδυνο όπως αυτή απολεστεί ένεκα της κράτησης του. · Δεν διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία. (η) την δεδηλωμένη πρόθεση του να αποζημιώσει την όποια υλική ζημιά προκάλεσε και τη μη αποκόμιση οποιουδήποτε οφέλους. (θ) Όλα όσα έχει αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης τόσο προφορικά όσο και μέσω του εγγράφου 1 που κατατέθηκε στο Δικαστήριο για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Το γεγονός ότι τουλάχιστον για το περιστατικό ημερομηνίας 04/08/22 βρισκόταν υπό το καθεστώς μέθης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή
(1991)2 Α.Α.Δ. 194 και Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
  1. Περαιτέρω δέχομαι ότι ο κατηγορούμενος, ως πατέρας που είναι, έδρασε στιγμιαία κάτω από συναισθηματική φόρτιση αφού ήθελε να δει τα παιδιά του. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών 3η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή στον κατηγορούμενο , καθότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα της 1ης κατηγορίας. 5η κατηγορία - δεν επιβάλλεται καμία ποινή στον κατηγορούμενο , καθότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα της 1ης κατηγορίας 7η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών 8η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 10 ημερών 10η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών 12η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 14η κατηγορία - δεν επιβάλλεται καμία ποινή στον κατηγορούμενο , καθότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα της 12ης κατηγορίας. 16η κατηγορία - δεν επιβάλλεται καμία ποινή στον κατηγορούμενο , καθότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα της 12ης κατηγορίας 18η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών 20η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 10 ημερών 22η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών 24η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 10 ημερών 25η κατηγορία - καμία ποινή 27η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών 29η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  2. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του δικαστηρίου τέθηκαν σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161. Στην μεταγενέστερη υπόθεση Γεωργίου κ.α. v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 27/2016 ημερ. 19.07.16 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της σύγχρονης προσέγγισης που το Δικαστήριο ακολουθεί όταν εξετάζει ζήτημα αναστολής ποινής φυλάκισης όπου, μεταξύ άλλων, τονίστηκαν τα εξής: "τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή. (Βλ. Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449)." Περαιτέρω παραπέμπω στις υποθέσεις Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449 και Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, οι οποίες κατ' ανάλογο τρόπο πραγματεύονται το θέμα αυτό. Μολονότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, εντούτοις τα αδικήματα που διέπραξε, για όλους τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, με αναφορά, τόσο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή καθώς και στις επιπτώσεις όσο και στη βάση γεγονότων και περιστατικών που το περιβάλλουν αλλά και στην παράνομη συμπεριφορά που επανέλαβε στο ίδιο θύμα σε λιγότερο από ένα περίπου μήνα μετά την αρχική του ποινικά κολάσιμη πράξη τα καθιστούν ιδιαίτερα σοβαρά. Έπειτα, όπως ήδη εξήγησα, τα αδικήματα αυτά παρουσιάζουν ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση οπότε η ανάγκη για αποτροπή προβάλει εντονότερα. Χωρίς να μου διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε αυτά τα αδικήματα και στην προσπάθεια του να δει τα ανήλικα τέκνα του, ως αναφέρθηκε από την υπεράσπιση, θεωρώ ότι θα μπορούσε να επιτύχει το στόχο του αυτό μέσα σε νόμιμα και πολιτισμένα πλαίσια, επιλέγοντας διαφορετικό τρόπο από αυτό που εκδήλωσε με τη διάπραξη των αδικημάτων. Τυχόν άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα εξέπεμπε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα κατά παράβαση της νομολογίας και παραγνωρίζοντας τις ανάγκες και τους σκοπούς των νομοθεσιών. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες, όπως το λευκό ποινικό μητρώο, η άμεση παραδοχή, η απολογία, η προθυμία για έκδοση διατάγματος αποζημίωσης, και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση των ποινών που του επιβλήθηκαν. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η έκτιση της ποινής του κατηγορουμένου θα αρχίσει από τις 05.08.22, δηλαδή από την ημερομηνία που τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. (Υπ.) ................................. Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.