← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. ΑΝΤΡΕΑΣ ΣΥΜΕΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1909/22, 23/12/2022

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. ΑΝΤΡΕΑΣ ΣΥΜΕΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1909/22, 23/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B79 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1909/22 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον

  1. ΤΑLAL AL MΟUSTAFA
  2. GEORGIOS KOTANOV
  3. ΑΝΤΡΕΑΣ ΣΥΜΕΟΥ Κατηγορούμενοι ------------- Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο 3 : κα Π. Σιαηλή Κατηγορούμενος - παρών ------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία για την κατηγορία κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη (23η κατηγορία) κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266 (β) και 272

(1)του Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος, μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 09/04/22 στην Πάφο, έκλεψε από την κατοικία που βρίσκεται στην οδό [ ] αρ.2 στη Γεροσκήπου στην Πάφο, το Φλοπέρ μάρκας ΒΟΙΤΟ με αριθμούς κατασκευής 246717, το ΔΟΚΟ μάρκας PEDRETTI με αριθμό κατασκευής Ρ1439 και ένα ΔΟΚΟ μάρκας SAFARI με αριθμό κατασκευής 192167, περιουσία του πατέρα του, Νικόλα Κυριάκου και πριν από τη διάπραξη της πιο πάνω κλοπής, καταδικάστηκε για κλοπή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στην υπόθεση με αριθμό 7186/
  2. Όσον αφορά τις κατηγορίες 18, 24 και 25 που αφορούν τον κατηγορούμενο 3, αυτές έχουν διακοπεί σε προγενέστερο στάδιο, ενώ όσο αφορά τις κατηγορίες 19, 20, 21 και 22, ο κατηγορούμενος 3 έχει αθωωθεί και απαλλαχθεί από το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τρείς
(3)μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν διάφορα τεκμήρια. ΜΚ1 ήταν ο Αστυφύλακας Γεώργιος Κουρμούζος ο οποίος υπηρετεί στον ΟΠΕ Πάφου. Στην κατάθεση του Τεκμήριο 5, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι την 11/04/22 μετέβει μαζί με άλλους αστυνομικούς προς εντοπισμό και σύλληψη του Κατηγορούμενου 2 εναντίον του οποίου εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης σχετικά με διερευνώμενη υπόθεση. Το συγκεκριμένο πρόσωπο εντοπίστηκε στην κατοικία του την ίδια ημέρα και αφού συνελήφθηκε αυτό ανέφερε : «Το ράδιο και η βαλίτσα εν δικά μου, το όπλο έφερε μου το o Ανδρέας Συμεού από την Γεροσκήπου, ξέρετε». Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 6 το ένταλμα σύλληψης εναντίον του εν λόγω προσώπου στο οποίο αναγράφεται και το τι ανέφερε κατά τη σύλληψη του. Κατέθεσε περαιτέρω ως τεκμήριο 7, την γραπτή συγκατάθεση του συγκεκριμένου προσώπου για έρευνα στο σπίτι του και ως τεκμήριο 8 τα δικαιώματα συλληφθέντων τα οποία υπέγραψε το συγκεκριμένο πρόσωπο. H γραπτή συγκατάθεση για έρευνα αφορούσε την οικία του και συγκεκριμένα το διαμέρισμα με αριθμό 103, στο οποίο διαμέρισμα δεν ανευρέθηκε το οτιδήποτε. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι από την έρευνα στην κατοικία του συγκεκριμένου προσώπου δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο. ΜΚ2 ήταν ο Αστυφύλακας 3616, Χρίστος Επαμεινώνδας, ο οποίος είναι υπεύθυνος φύλαξης των τεκμηρίων του ΤΑΕ Πάφου. Κατέθεσε ως τεκμήριο 9 , τον κατάλογο με τα προτιθέμενα προς κατάθεση τεκμήρια της υπόθεσης που είχε στην κατοχή του. Περαιτέρω κατέθεσε τα πιο κάτω τεκμήρια: . Τεκμήριο 10, κατέθεσε τα παρειακά επιχρίσματα του Κατηγορούμενου
  1. . Τεκμήριο 11, κατέθεσε φλοπέρ μάρκα Boito μαζί με διόπτρα . Τεκμήριο 12 μέχρι Τεκμήριο 18 κατατέθηκαν δειγματοληψίες Swab. . Τεκμήρια 19, 19Α,19Β,19Γ, 19Δ και 19Ε τα οποία αφορούσαν διάφορα φυσίγγια . Τεκμήριο 20, 4 κάλυκες φυσιγγίων κυνηγετικού όπλου. .Τεκμήριο 21, φάκελο με παρειακά επιχρίσματα που αφορούν τον Κατηγορούμενο 2 . Τεκμήριο 22, παρειακά επιχρίσματα του Κατηγορουμένου
  2. . Τεκμήριο 23, ένας μετασχηματιστής. . Τεκμήριο 24, τσάντα πλάτης. . Τεκμήριο 24Α, ένα μεταλλικό κουτί με σφαιρίδια αεροβόλου. . Τεκμήριο 24Β, μια σακούλα με διάφορα φυσίγγια ως περιγράφονται στο πρακτικό του Δικαστηρίου. . Τεκμήριο 25, 4 φυσίγγια. . Τεκμήριο 26, ένα κυνηγετικό όπλο με αριθμό P
  3. Όσον αφορά το εν λόγω τεκμήριο ανέφερε ότι αυτό βρέθηκε αργότερα κατά την 06/05/22 και του παραδόθηκε για να το έχει υπό την φύλαξη του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν έχει κάνει την οποιαδήποτε άλλη ενέργεια σε σχέση με την εν λόγω υπόθεση. Κατατέθηκαν περαιτέρω από κοινού τα τεκμήρια 27 και 28 που αφορούν φωτογραφίες που απεικονίζουν τη φωτογράφιση του περιεχομένου που βρέθηκε σε συγκεκριμένο διαμέρισμα και την φωτογράφιση ενός ΔΟΚΟ, Ρ1439 την 06/05/2022 που βρέθηκε σε συγκεκριμένο συγκρότημα διαμερισμάτων, χωρίς όμως να προσδιορίζεται κατά πόσο αυτό βρέθηκε εντός κάποιου συγκεκριμένου διαμερίσματος και εάν αυτό σχετίζεται με οποιοδήποτε από τα αντικείμενα τα οποία αναφέρει ο κατηγορούμενος 3 στην κατάθεση του. Ο Μ.Κ.3 Λοχίας 3144 Πλαστήρας Σιμιλλίδης υιοθέτησε επίσης ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 43). Σε αυτήν αναφέρεται σε διάφορα περιστατικά τα οποία διερευνούσε, μεταξύ των οποίων και την περίπτωση της παρούσας υπόθεσης. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 3, αναφέρει ότι την 11/04/22 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου, μετά από επιθυμία του κατηγορούμενου 3, και αφού του επέστησε γραπτώς την προσοχή κατέγραψε θεληματική κατάθεση σχετικά με υπόθεση κλοπής από κατοικία και παράνομη κατοχή και μεταφορά ΔΟΚΟ και κυνηγετικών φυσιγγίων. Περαιτέρω μεταξύ άλλων αναφέρει ότι την 13/04/22 ερεύνησε το διαμέρισμα 102, σε συγκεκριμένο συγκρότημα κατοικιών του κατηγορούμενου 2 χωρίς να εντοπιστεί κάτι το επιλήψιμο. Κατά τη διάρκεια της έρευνας εντός του πιο πάνω διαμερίσματος του κατηγορούμενου 2, ο συγκεκριμένος υπέδειξε σημείο κάτω από τον πάγκο της κουζίνας και ανέφερε ότι «το όπλο που μου έφερε ο Αντρέας Συμεού έχωσα το πουκάτω που τον πάγκο που σας δείχνω». Ανέφερε περαιτέρω κατά την κυρίως εξέταση του, ότι η διερεύνηση της υπόθεσης αυτής εναντίον του κατηγορούμενου 3, ξεκίνησε αφού υπήρξε καταγγελία στο ΤΑΕ Πάφου προηγουμένως από τον πατέρα του, ότι κλάπηκαν δυο ΔΟΚΟ και ένα φλοπέρ από την κατοικία του. Ανέφερε ότι στις 11/04/22 ο κατηγορούμενος 3 συνελήφθηκε μαζί με άλλο πρόσωπο, ήτοι τον Κατηγορούμενο 2, στα πλαίσια άλλης διερευνώμενης υπόθεσης. Κατά τη σύλληψη του ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι «το όπλο έφερε μου το ο Αντρέας Συμεού, ξέρετε». Ένεκα των πιο πάνω και της δήλωσης που είχε από τον κατηγορούμενο 2, θεώρησε τον κατηγορούμενο ύποπτο για την υπόθεση. Όπως ανέφερε ο κατηγορούμενος 3 στη συνέχεια εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση την οποία κατέθεσε, χωρίς ένσταση, ως τεκμήριο
  4. Ταυτόχρονα κατέθεσε ως τεκμήριο 44 τα δικαιώματα τα οποία είχαν δοθεί στον Κατηγορούμενο 3 και τα οποία αυτός υπέγραψε. Επίσης κατέθεσε το Τεκμήριο 47 το οποίο είναι έντυπο σχετικά με την υπόδειξη σκηνής από τον Κατηγορούμενο 2, στο οποίο αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος 2 υπέδειξε σε συγκεκριμένο διαμέρισμα το όπλο που του έφερε ο Κατηγορούμενος 3 το οποίο βρισκόταν κάτω από πάγκο κουζίνας, πράγμα το οποίο ανέφερε και στην κατάθεση του. Αντεξεταζόμενος, αμφισβητήθηκε από την υπεράσπισης κατά πόσο υπήρχε καταγγελία για την κλοπή των όπλων από τον πατέρα του κατηγορούμενου
  5. Η συνήγορος υπεράσπισης, αφού υπέδειξε την κατάθεση του εν λόγω προσώπου προς το μάρτυρα, ζήτησε όπως αυτή κατατεθεί ως τεκμήριο προς αναγνώριση και ο οποίος εν τέλει δεν ήρθε ενώπιον του δικαστηρίου για να καταθέσει. Υποδείχθηκε στο μάρτυρα ότι ουσιαστικά στην εν λόγω κατάθεση δεν φαίνεται πουθενά η οποιαδήποτε καταγγελία. Ο μάρτυρας προς απάντηση αυτής της θέσης της υπεράσπισης και αφού είχε ενώπιον του την εν λόγω κατάθεση, υποστήριξε ότι αναφέρεται στη συγκεκριμένη κατάθεση ότι λείπουν όπλα από το σπίτι του προσώπου που έδωσε κατάθεση. Ρώτησε τον ένα του γιο κατά πόσο αυτός τα πήρε με αρνητική απάντηση, ενώ ταυτόχρονα αναζήτησε και τον άλλο του γιο χωρίς να τον εντοπίσει. Αναφέρει στην εν λόγω κατάθεση του, όπως ο ΜΚ3 υποστήριξε, ότι «η τελευταία φορά που έλεγξα τα όπλα ήταν περίπου πριν 2 χρόνια και ήταν και τα πέντε στο τόπο τους, δεν υποψιάζομαι οποιονδήποτε. Δεν θυμούμαι να είχαμε φυσίγγια σπίτι, έχει πολλά χρόνια να πάω κυνήγι». Στη συνέχεια σε υπόδειξη ότι δεν ειδοποίησε ο ίδιος την αστυνομία, και διαβάζοντας εκ νέου τη συγκεκριμένη κατάθεση, ανέφερε ότι είναι η αστυνομία που του τηλεφώνησε, αφού λογικά όπως ισχυρίστηκε, μετά τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος 2 για το όπλο που του έφερε ο κατηγορούμενος 3, διαπίστωσε η αστυνομία ότι αυτό είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του συγκεκριμένου Νικόλα Κυριάκου και η αστυνομία ως ήταν λογικό επικοινώνησε με τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη να τον ρωτήσει που είναι τα όπλα του. Σε επιμονή της πλευράς της υπεράσπισης κατά πόσο στην εν λόγω κατάθεση, βλέπει πουθενά ότι το εν λόγω πρόσωπο είχε το οποιοδήποτε παράπονο ή ότι αναφέρει ότι έγινε κλοπή και αφού τον κάλεσε να υποδείξει σε αυτήν τα πιο πάνω, ανέφερε ότι όταν κάποιο πρόσωπο δίνει κατάθεση στην Αστυνομία ότι λείπουν τα όπλα, αυτό αποτελεί την αρχή της διερεύνησης. Ήταν όπλα όπως ανέφερε που ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα του και συνεπώς έπρεπε να προβούν σε διερεύνηση. Έπιασε, όπως ισχυρίστηκε, η αστυνομία το συγκεκριμένο πρόσωπο ως ιδιοκτήτη ουσιαστικά ενός όπλου που βρέθηκε, το οποίο σύμφωνα με την κατάθεση του, όπως ο ΜΚ3 αναφέρει, αφού την είχε ενώπιον του, «.έλεγξα για να δω αν είναι εκεί τα υπόλοιπα όπλα και διαπίστωσα ότι έλειπαν ακόμα δυο ΔΟΚΟ , δηλαδή το ΔΟΚΟ μάρκας PEDRETTI με αριθμό κατασκευής Ρ1439 και το ΔΟΚΟ μάρκας Safari, με αρ. κατασκευής
  6. Το σπίτι δεν είχε οποιαδήποτε παραβίαση ούτε διαρρήχθηκε καμιά φορά τα τελευταία 20 χρόνια.». Δηλαδή όπως ανέφερε πήραν κατάθεση από το εν λόγω πρόσωπο για διάρρηξη και κλοπή και τους ανέφερε ότι δε έχει παραβίαση το σπίτι και δεν υποψιάζεται οποιονδήποτε. Τους ανέφερε ότι «δεν υποψιάζομαι οποιοδήποτε» , χωρίς φυσικά να αναφέρεται οτιδήποτε για συγκεκριμένο παράπονο. Παραπέμποντας στη συνέχεια ξανά στη εν λόγω κατάθεση, αναφέρει ότι σε αυτή αναγράφεται : « Να σου πω ότι κάποιες φορές που θα φύγουμε από το σπίτι για πολύ λίγη ώρα αφήνουμε ξεκλείδωτη την πόρτα της κουζίνας και αν μπήκε κάποιος στο σπίτι, πιθανόν να μπήκε από εκεί», διερωτώμενος κατά πόσο αυτό δεν αποτελεί καταγγελία, αναγνωρίζοντας όμως ότι στην εν λόγω κατάθεση δεν αναφέρεται πουθενά η λέξη κλοπή. Σε υπόδειξη ότι στη εν λόγω κατάθεση λέει ότι «δεν κατάφερε να μιλήσει με τον ένα του γιο» το επιβεβαίωσε και επιβεβαίωσε ότι δεν αναγράφεται σε αυτήν κατά πόσο ο ένας γιός είτε ο άλλος δεν είχαν την συγκατάθεση του για τα πάρουν, ούτε επίσης στην εν λόγω κατάθεση να υπάρχει οποιοδήποτε παράπονο, όμως με την αναφορά ότι λείπουν όπλα η αστυνομία πρέπει να διερευνήσει την υπόθεση. Ανέφερε επανεξεταζόμενος ότι ο κατηγορούμενος 3, δεν ανέφερε πουθενά ότι είχε ή δεν είχε τη συγκατάθεση για να πάρει τα όπλα από τον πατέρα του ενώ ταυτόχρονα στην κατάθεση του, ανέφερε ότι τα έκλεψε. Όσον αφορά το τεκμήριο 45, το οποίο αποτελεί την θεληματική κατάθεση του κατηγορούμενου 3, σε αυτή αναφέρονται τα πιο κάτω: Εγώ ο Ανδρέας Συμεού από τη Γεροσκήπου θέλω να κάμω μια κατάθεση. Πληροφορήθηκα ότι μπορώ να γράψω ιδιοχείρως την κατάθεσή μου αλλά επιθυμώ όπως κάποιος γράψει ό,τι λέγω. Πληροφορήθηκα ότι δεν είμαι υπόχρεος να πω οτιδήποτε εκτός και αν θέλω και οτιδήποτε πω δυνατό να δοθεί ως μαρτυρία. Για την υπόθεση μου με ρωτήσετε για τα όπλα του παπά μου του Νικόλα θέλω να σας πω την αλήθκεια. Κάποτε μεινίσκω σπίτι του παπά μου στη Γεροσκήπου τζιαί κάποτε στο σπίτι της γιαγιάς μου στην Κάτω Πάφο. Πριν έξι μήνες περίπου επήγα σπίτι του παπά μου στη Γεροσκήπου τζιαί έκλεψα που το ερμάρι του ένα σσιηπέττο μονοσκάνταλο τζιαί πριν έναν μήνα περίπου έκλεψα ακόμα ένα σσιηπέττο διπλοσκάνταλο που το ίδιο ερμάρι. Πριν μια εφτομά περίπου έκλεψα τζιαί ένα φλοπέρ που τον παπά μου. Τον σσιηπέττο τον διπλοσκάνταλο επήρα τον του Γιώρκου του Κοτάνοβ στην Χλώρακα πριν έναν μήνα περίπου τζιαί έβαλεν τον μεσ' στο διαμέρισμα το ακατοίκητο δίπλα που το δικό του. Πριν μια εφτομά επήρα του τζιαί το φλοπέρ τζιαί έβαλλεν το μεσ' στο ίδιο διαμέρισμα. Τα όπλα επήρα του τα για €200 ευρώ που του χρωστούσα. Τον άλλο τον σσιηπέττο εν αθυμούμαι τι τον έκαμα. Ότι ήβραν μεσ' στο διαμέρισμα του που έβαλε τους σιηπέττους ο Κοτάνοβ εγώ δεν έχω καμία σχέση εκτός με αυτά που σας είπα. Τωρά του αθυμούμαι καλύττερα έκλεψα τζιαί κάτι φουσιέκκια τζιαί πήρα του Κοτάνοβ μαζί με τα όπλα. Έχω διαβάσει και μου έχεις διαβάσει την πιο πάνω κατάθεση και έχω πληροφορηθεί ότι μπορώ να κάνω οποιεσδήποτε προσθέσεις, αφαιρέσεις ή διορθώσεις θέλω στο περιεχόμενο της. Αυτή η κατάθεση είναι αληθινή και την έκανα με την ελεύθερη βούληση μου και χωρίς να μου ασκηθεί οποιαδήποτε μορφή βίας απειλής ή υπόσχεσης. Σας είπα όλη την αλήθεια και εκτός από τα όπλα και τα φουσιέκκια δεν έχω καμία σχέση με τα άλλα πράγματα που ήβρατε στο διαμέρισμα του Κοτάνοβ. Η μαρτυρία που κατατέθηκε υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων για την αλήθεια του περιεχομένου της, με την έγκριση του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα τα Τεκμήρια 29 έως 42, γίνεται πλήρως και ανεπιφύλακτα αποδεκτή από το Δικαστήριο, εφόσον δεσμεύει και τις 2 πλευρές. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ.
  1. Αναφορά στο πρόσωπο του Κατηγορούμενου 3 γίνεται στο Τεκμήριο 30, όπου στην κατάθεση του ο Αστ. 2120, Γ. Κουρμούζου, αναφέρει ότι όταν συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 στην οικία του, του ανέφερε ότι «το ράδιο και η βαλίτσα εν δικά μου, το όπλο μου το έφερε ο Αντρέας Συμεού από τη Γεροσκήπου, ξέρετε». Ο Κατηγορούμενος όπως ήδη λέχθηκε άσκησε το δικαίωμα της σιωπής χωρίς να καλέσει μάρτυρα υπεράσπισης. Τελικές Αγορεύσεις: Προβαίνοντας σε συνοπτική ανασκόπηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε την καταδίκη του κατηγορουμένου
  2. Αναφέρθηκε ειδικότερα στη μαρτυρία του ΜΚ3, ο οποίος εξήγησε πως άρχισε η διερεύνηση της υπόθεσης, για το που βρέθηκαν τα τεκμήρια και ειδικότερα ότι βρέθηκαν σε ένα διαμέρισμα και μετά από διερεύνηση για το σε ποιον ανήκουν τα όπλα, κατέληξε η αστυνομία στο πρόσωπο του πατέρα του κατηγορουμένου 3, ο οποίος ανέφερε ότι δεν γνώριζε καν ότι αυτά τα όπλα έλειπαν από το ερμάρι του σπιτιού του. Αφού το συγκεκριμένο πρόσωπο, όπως ο ΜΚ3 ανέφερε, δεν ήξερε ότι έλειπαν αυτά τα όπλα από την οικία του, τεκμαίρεται ουσιαστικά ότι δεν έδωσε τη συγκατάθεση του ή τη συναίνεση του για να φύγουν από την κατοχή του. Τόνισε ότι μέσα από τη μαρτυρία του ΜΚ3, αλλά και από την κατάθεση του κατηγορούμενου αποδεικνύεται η κατηγορία της κλοπής. Όσον αφορά την κατάθεση του κατηγορούμενου, ανέφερε ότι σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, ανέφερε ότι έκλεψε διάφορα αντικείμενα από τον πατέρα του και τα έδωσε σε τρίτο πρόσωπο, ήτοι τον κατηγορούμενο 2, διότι του χρωστούσε €200=, τονίζοντας ότι μόνο από αυτό προκύπτει ότι υπήρχε αξία για τα εν λόγω αντικείμενα. Υπήρχε όπως ανέφερε σκοπός μόνιμης αποστέρησης τους αφού τα έδωσε διότι χρωστούσε €200, ενώ το άλλο δεν γνώριζε καν τι το έκανε σύμφωνα με την κατάθεση του. Τόνισε επίσης ότι δεν έχει προσαχθεί η οποιαδήποτε μαρτυρία από την πλευρά της υπεράσπισης, ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε οποιοδήποτε πρόβλημα αντίληψης που να μην καταλαβαίνει τι λέει ή ότι πάσχει από οποιοδήποτε πνευματικό όπως χαρακτηριστικά ανέφερε πρόβλημα. Ως προς την κατάθεση του ανέφερε ότι δεν αμφισβητήθηκε η θεληματικότητα αυτής τονίζοντας ότι η ομολογία είναι η κορωνίδα της μαρτυρίας που το δικαστήριο μπορεί να έχει ενώπιον του. Δεν έχει, τόνισε προσαχθεί από την πλευρά της υπεράσπισης οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο ο κατηγορούμενος 3, θα έλεγε ψέματα στην κατάθεση του. Αναφορικά με αφορά την μη κλήτευση του πατέρα του κατηγορουμένου για να καταθέσει παρέπεμψε σε νομολογία εξηγώντας ουσιαστικά ότι ο λόγος που αυτό δεν έγινε, ήταν διότι η μαρτυρία του δεν θα μπορούσε να γίνει πιστευτή, διότι θα δινόταν η ευκαιρία στην υπεράσπιση να επιτεθεί εναντίον της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας. Στη δική της νομική επιχειρηματολογία η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε αρχικά στα συστατικά στοιχεία της κλοπής και ανέλυσε το ζήτημα της ομολογίας ενός κατηγορουμένου για την οποία ανέφερε ότι η αποδεικτική αξία αυτής δεν είναι απεριόριστη. Τίθενται όπως ανέφερε περιορισμοί τόσο σε σχέση με τον τρόπο λήψης της όσο και σε σχέση με την αποδεικτική της ποιότητα. Θα ήταν, άλλωστε όπως υποστήριξε με παραπομπή σε νομολογία, αντίθετο στην λογική και στην αρχή του Κράτους Δικαίου το οποίο διασφαλίζεται από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ να δεχόμασταν και να καταδικάζαμε έναν κατηγορούμενο με βάση μια κατάθεση η οποία είτε δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή είναι αποτέλεσμα κακής μεταχείρισης, βιαιοπραγίας, ψυχικής πίεσης ή υπόσχεσης παροχής ανταλλαγμάτων. Επίσης τόνισε, ότι όσο θεληματική και αν είναι η κατάθεση ενός κατηγορούμενου, είναι επιβεβλημένο να αναζητηθεί επιβεβαίωση του περιεχομένου της στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό. Εν ολίγοις, το έργο του Δικαστηρίου δεν εξαντλείται στη διαπίστωση της δεκτότητας της μαρτυρίας αλλά επεκτείνεται στην ουσιαστική αξιολόγηση του συνόλου της και στη διακρίβωση της αλήθειας του περιεχομένου της ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο η ενοχή του κατηγορούμενου αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Περαιτέρω με παραπομπή στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 203, παρέπεμψε στο ακόλουθο απόσπασμα από αυτήν: «Όσο θεληματική κι αν είναι η κατάθεση του κατηγορούμενου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές αρχές να επιδιώκουν ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της». Αναφέρθηκε στη θέση της υπεράσπισης ως προς το ζήτημα των ψευδών ισχυρισμών του κατηγορούμενου, και ανέφερε ότι το γεγονός ότι κάποιος κατηγορούμενος προβάλλει ψευδείς ισχυρισμούς δεν σημαίνει αυτόματα πως πράττει με αυτόν τον τρόπο προς τον σκοπό να αποκρύψει την αλήθεια, αντιθέτως, οι κατηγορούμενοι όπως ανέφερε μπορούν να αναφέρουν ψέματα για διάφορους σκοπούς, είτε για να προστατεύσουν κάποιον άλλο ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Ανέφερε περαιτέρω ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί τη θεληματικότητα της κατάθεσης του κατηγορουμένου, ούτε τη διαδικαστική ορθότητα αυτής στην λήψη της. Ωστόσο κάλεσε το Δικαστήριο, στα πλαίσια αναζήτησης της αλήθειας να λάβει ουσιαστικά υπόψη, ότι ο Κατηγορούμενος δεν είναι νομικός, ούτε το πνευματικό - μορφωτικό του επίπεδο του επιτρέπει να γνωρίζει τη νομική υπόσταση της κλοπής. Επίσης ανέφερε ότι ο ίδιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει ως κλοπή την πράξη αφαίρεσης ενός αντικειμένου για μικρό χρονικό διάστημα και την επιστροφή του, πράγμα που κατά το δίκαιο μας δεν συνιστά κλοπή εφόσον η κλοπή απαιτεί την πρόθεση μόνιμης αποστέρησης. Επίσης ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να δώσει μαρτυρία που να εγγίζει τη βεβαιότητα ως προς την έλλειψη συναίνεσης του ιδιοκτήτη, εφόσον ο μόνος που μπορεί να προσφέρει μαρτυρία σε σχέση με αυτό το ζήτημα είναι ο ίδιος ο ιδιοκτήτης. Ουδέποτε όπως ανέφερε εμφανίστηκε στο Δικαστήριο κάποιο πρόσωπο που να ισχυρίζεται ότι το αντικείμενο ήταν δικής του ιδιοκτησίας, ως εκ τούτου, δεν προκύπτει επαρκής μαρτυρία για να χαρακτηριστεί το αντικείμενο ως ξένο. Υποστήριξε ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ως προς τη συναίνεση ή όχι του ιδιοκτήτη και διερωτήθηκε γιατί αυτός τελικά δεν κλητεύθηκε. Η εξέλιξη αυτή όπως ανέφερε, θα μπορούσε να συντείνει είτε στο γεγονός ότι πρόκειται για αντικείμενο που ο ιδιοκτήτης του το πέταξε και δεν ήθελε, είτε στο ότι δεν έλλειπε η συναίνεση προς την αφαίρεση του, είτε στο ότι αυτός δεν έχει παράπονο κατά του Κατηγορουμένου. Συνεπώς προς τούτα, δεν φαίνεται όπως υποστήριξε, η ομολογία του κατηγορουμένου να είναι επαρκής για να καλύψει το συστατικό στοιχείο του «χωρίς συναίνεση» αλλά και ως προς το στοιχείο «του ιδιοκτήτη». Επίσης ανέφερε ότι δεν προσφέρθηκε κανενός είδους μαρτυρία ως προς την αξία του αντικειμένου που φέρεται να έχει αφαιρεθεί από τον κατηγορούμενο. Τέλος υποστήριξε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν εισέφερε καθόλου μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τα ζητήματα που θίγονται στην κατάθεση ομολογία του Κατηγορούμενου, συνεπώς υπάρχει ενδεχόμενο εν όψει της τελικής μη παραδοχής του, αυτή να μην ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ανέφερε περαιτέρω ότι αυτό που θέλει να τονίσει η υπεράσπιση είναι ότι δεν προέκυψε το οποιοδήποτε αδίκημα για να μπορεί θα θεωρηθεί η οποιαδήποτε ομολογία ως ικανή να θεμελιώσει αδίκημα, δεν προέκυψε επίσης η οποιαδήποτε μαρτυρία ότι το τεκμήριο που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο, έχει κάποια αξία (έλλειψη συστατικού στοιχείου) και δεν έχει προκύψει ότι ο ιδιοκτήτης του αντικειμένου που αφαιρέθηκε διαφωνούσε και σε κάθε περίπτωση , «δεν συναινούσε» στην αφαίρεση ή απεμπόλησε εθελούσια την κατοχή. Τέλος τόνισε ότι ακόμα και να υποτεθεί πως τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία συντρέχουν, δεν προκύπτει κατά πόσον ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να διατηρήσει στην κατοχή του το αντικείμενο για πάντα, ή να πράξει με τέτοιο τρόπο που η αποστέρηση του αντικειμένου από τον ιδιοκτήτη να είναι «μόνιμη» (ζήτημα συστατικού στοιχείου) . Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνδυασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ο ΜΚ1 είναι ένας μάρτυρας ο οποίος μου έκανε θετική εντύπωση. Οι αναφορές του και οι ενέργειες του ουσιαστικά δεν έχουν αμφισβητηθεί . Ούτε επίσης και τα όσα του ανέφερε ο Κατηγορούμενος 2 κατά τη σύλληψη του, πράγμα που άλλωστε αποτελεί και παραδεκτό γεγονός αφού το τεκμήριο 30, ήτοι η κατάθεση του με την εν λόγω αναφορά αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός. Η μαρτυρία του ΜΚ1 παρέμεινε αναντίλεκτη και ως εκ τούτου χωρίς δεύτερη σκέψη γίνεται αποδεκτή ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 5 που αποτελεί μέρος αυτής. Ειδικότερα από τη μαρτυρία του ΜΚ1 αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Ο ΜΚ1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 στην κατοικία του σε συγκεκριμένο διαμέρισμα με αριθμό 103 και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός τους ανέφερε ότι «Το ράδιο και η βαλίτσα εν δικά μου, το όπλο έφερε μου το Ανδρέας Συμεού που την Γεροσκήπου, ξέρετε». (β) Στα πλαίσια γραπτής συγκατάθεσης του Κατηγορούμενου 2, έγινε έρευνα στο διαμέρισμα του με αριθμό 103 στο οποίο δεν είχε ανευρεθεί οτιδήποτε το παράνομο. (γ) Ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος 2, υπέγραψε τα δικαιώματα συλληφθέντα/Κρατουμένων ως στο Τεκμήριο 8 αναφέρεται. Ο ΜΚ2 ήταν ο μάρτυρας ο οποίος είχε στην κατοχή του διάφορα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, αφού είναι το υπεύθυνο πρόσωπο της αστυνομίας το οποίο τα είχε στην κατοχή του. Αποδέχομαι τις ενέργειες τις οποίες έχει κάνει ως προς τη φύλαξη των τεκμηρίων τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 9 το οποίο κατέθεσε τα οποία εν τέλει δεν αμφισβητήθηκαν. Περαιτέρω η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε επί της ουσίας της μαρτυρίας του με αποτέλεσμα αυτή να καταστεί αναντίλεκτη. Όσον αφορά ειδικότερα το Τεκμήριο 26, για το οποίο αναφέρει ότι αυτό βρέθηκε αργότερα, ήτοι κατά την 06/05/22 και του παραδόθηκε για να το έχει υπό την φύλαξη του, διαπιστώνω ότι τίποτα δεν αναφέρθηκε κατά πόσο ήταν ένα από τα αντικείμενα τα οποία ανέφερε ο Κατηγορούμενος 2 στην κατάθεση του, ούτε προέκυψε η οποιαδήποτε μαρτυρία, η οποία να αναφέρει ότι είναι το συγκεκριμένο όπλο το οποίο ο κατηγορούμενος 3 παρέδωσε στον κατηγορούμενο
  1. Παρά το γεγονός ότι αναφέρεται ο εν λόγω αριθμός του συγκεκριμένου όπλου στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να συνδέει το εν λόγω τεκμήριο με τον κατηγορούμενο
  2. Ακόμα και οι φωτογραφίες του τεκμηρίου 28, δεν κατατέθηκαν με αναφορά ότι οι συγκεκριμένες φωτογραφίες ενός ΔΟΚΟ με συγκεκριμένο αριθμό, είναι το συγκεκριμένο αντικείμενο το οποίο ο Κατηγορούμενος 3, αναφέρει στην κατάθεση του ότι παρέδωσε στον Κατηγορούμενο
  3. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως προς τις ενέργειες τις οποίες έχει κάνει και ως προς τα καθήκοντα του για φύλαξη των τεκμηρίων τα οποία κατέθεσε με τις πιο πάνω διευκρινήσεις, ότι ειδικά ως προς το Τεκμήριο 26, ο αριθμός του οποίου φαίνεται να ταυτίζεται με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 23 που αφορά το πρόσωπο του κατηγορουμένου 3, ωστόσο ουδεμία μαρτυρία κατατέθηκε ενώπιον μου από το εν λόγω πρόσωπο ως προς το εάν αυτό ήταν το όπλο το οποίο ο κατηγορούμενος 3 παρέδωσε στον κατηγορούμενο 2 , σύμφωνα με τις αναφορές του κατηγορούμενο
  4. Η ειδική αναφορά μου στο συγκεκριμένο τεκμήριο 26 γίνεται καθώς το εν λόγω τεκμήριο είναι τον αριθμό ενός εκ των τριών όπλων τα οποία αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Τα υπόλοιπα όπλα τα οποία καταχωρήθηκαν ως τεκμήρια ήτοι το τεκμήριο 11, δεν φαίνεται να περιγράφεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ούτε οποιαδήποτε σύνδεση φαίνεται να υπάρχει του συγκεκριμένου με τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ3 ήταν ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης. Η μαρτυρία του εστιάζει σε διάφορες ενέργειες που προέβηκε για τη διερεύνηση του επιδίκου περιστατικού. Οι ενέργειες του αυτές δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο 3 και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτές. Η μαρτυρία του ΜΚ3 γίνεται αποδεκτή ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 43 που αποτελεί μέρος αυτής στο βαθμό που αφορά τη διερεύνηση του επίδικου αδικήματος με τις πιο κάτω όμως διευκρινήσεις όσον αφορά μέρος των όσων κατέθεσε. Όσον αφορά περαιτέρω τις υπόλοιπες ενέργειες τις οποίες έκανε και δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, δεν προσδίδω καμιά σημασία σε αυτές. Ειδικότερα δέχομαι από τη μαρτυρία του τα πιο κάτω: (α) Αποδέχομαι τα όσα ανέφερε ως προς τη σύλληψη του κατηγορούμενου 2 και 3, όπου ο κατηγορούμενος 2 κατά τη σύλληψη του ανέφερε στο πρόσωπο που τον συνέλαβε ότι το «το όπλο έφερε μου το Αντρέας Συμεού, ξέρετε». Ένεκα των πιο πάνω και της δήλωσης που είχε από τον κατηγορούμενο 2, θεώρησε τον κατηγορούμενο ύποπτο για την υπόθεση. Τον πληροφόρησε γραπτώς για τα δικαιώματα του (τεκμήριο 44) και ο κατηγορούμενος 3 στη συνέχεια εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση την οποία και του έλαβε την 11/04/22 και η οποία καταχωρήθηκε ως τεκμήριο 45 το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται ανωτέρω και θα αξιολογηθεί στη συνέχεια. (β) Την 13/04/22 ερεύνησε το διαμέρισμα 102, σε συγκεκριμένο συγκρότημα κατοικιών του κατηγορούμενου 2 χωρίς να εντοπιστεί κάτι το επιλήψιμο. Κατά τη διάρκεια της έρευνας εντός του πιο πάνω διαμερίσματος του κατηγορούμενου 2, ο συγκεκριμένος υπέδειξε σημείο κάτω από τον πάγκο της κουζίνας και ανέφερε ότι «το όπλο που μου έφερε ο Αντρέας Συμεού έχωσα το πουκάτω που τον πάγκο που σας δείχνω». Το συγκεκριμένο γεγονός αποτελεί και παραδεκτό γεγονός. Περαιτέρω υποδείχθηκε στον ΜΚ3, από τη συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 3, η κατάθεση του πατέρα του Κατηγορούμενου 3 ημερομηνίας 09/04/22 , η οποία με την συγκατάθεση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο προς αναγνώριση Α. Για σκοπούς έκδοσης της απόφασης μου δεν έλαβα υπόψη μου το εν λόγω Τεκμήριο προς Αναγνώριση που δεν κατατέθηκε ως κανονικό Τεκμήριο αφού ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. Δημοκρατία ν Epco Cyprus Ltd
(2007)1Β ΑΑΔ 883, 889, Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1B ΑΑΔ 826, 833, Lefkaritis Bros Ltd v Tanya Shipping Office
(1987)1 CLR 47, 49, Demeco Company Ltd v Beckhoff Gasellchaft MBH
(1988)1 CLR 82, 85 και Galip v Suleyman
(1963)2 CLR 129, 138). Όπως επισημάνθηκε ιδιαίτερα στην Μελάς (ανωτέρω) , η κατάθεση ενός εγγράφου σαν τεκμήριο για αναγνώριση, γίνεται όταν δεν μπορεί να κατατεθεί κανονικά στα πρώτα στάδια της ακροαματικής διαδικασίας από το πρόσωπο που το υπέγραψε ή το είχε στη κατοχή του. Η μαρτυρία αυτή καταγράφεται αλλά παραμένει ανενεργή, μέχρις ότου υπάρξει αναγνώριση και κατάθεση του εγγράφου από το πρόσωπο που το υπέγραψε ή το είχε στη κατοχή του για να καταστεί πλέον κανονικό τεκμήριο και η μαρτυρία που έχει προκύψει από τις απαντήσεις που έχουν δοθεί ως προς το περιεχόμενο του, να καταστεί ενεργή. Συνεπώς δεν μπορώ να αποδεχθώ με βάση τα πιο πάνω οτιδήποτε έχει προκύψει από την αντεξέταση του μάρτυρα ως προς τις απαντήσεις που δόθηκαν σχετικά με το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου προς αναγνώριση Α. Άλλωστε όπως και ο ίδιος ανέφερε, δεν ήταν ο ίδιος το πρόσωπο το οποίο έλαβε την κατάθεση από τον πατέρα του κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος, όπως ήδη λέχθηκε, άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Η επιλογή ενός Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός όπως και εν προκειμένω δεν δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Με αυτό το δεδομένο, το πλαίσιο μαρτυρίας του περιορίζεται στη θεληματική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται ανωτέρω. Η θεληματικότητα αυτής και ότι ουσιαστικά τηρήθηκαν όλες οι ενδεδειγμένες διαδικασίας λήψης της δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και αυτή καταχωρήθηκε ως τεκμήριο 45 στην υπόθεση. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ομολογία του εγκλήματος, εφόσον γίνεται δεκτή ως εκούσια, μπορεί αφ' εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του κατηγορουμένου. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δεν διέπραξαν (Παναγή (Καυκαρής) v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203). Μάλιστα η ομολογία ενοχής έχει αποκαλεστεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο τρόπος αξιολόγησης μιας ομολογίας περιλαμβάνει δύο στάδια: πρώτον την εξέταση της θεληματικότητας αυτών των δηλώσεων και δεύτερον τη βαρύτητα και αποδεικτική σημασία που μπορεί να αποδοθεί στο περιεχόμενο τους. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα αποτελεί νομική αρχή ότι είναι καθήκον του Δικαστηρίου να επαναξιολογήσει τη θεληματικότητα μιας κατάθεσης κατηγορούμενου η οποία περιέχει ομολογία υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας η οποία έχει δοθεί με την ολοκλήρωση της δίκης. Το ζήτημα έχει τεθεί με σαφήνεια στην παλαιά υπόθεση Demetriades v. R.
(1956)2 C.L.R. 180, όπου χαρακτηριστικά τονίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: A Court which has admitted a confession as voluntary may, at the conclusion of the trial on considering all the evidence, decide that the confession was improperly obtained, or may disregard it or attach little weight to it in whole or in part for some other reason." Τον πιο πάνω κανόνα πραγματεύονται και οι αγγλικές υποθέσεις R. v. Murray
(1950)2 All ER 925 και R. v. Watson
(1980)2 All ER 293. Το δεύτερο ζήτημα είναι αυτό της βαρύτητας που θα πρέπει να δοθεί στην κατάθεση-ομολογία του κατηγορούμενου έχοντας κατά νου το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας συμπεριλαμβανομένων και τυχόν ισχυρισμούς που έδωσε ο κατηγορούμενος. Όσο θεληματική και αν είναι η κατάθεση ενός κατηγορούμενου είναι φρόνιμο να αναζητηθεί επιβεβαίωση του περιεχομένου της στο βαθμό βέβαια που αυτό είναι δυνατό. Το έργο του Δικαστηρίου δεν εξαντλείται στη διαπίστωση της δεκτότητας της μαρτυρίας αλλά επεκτείνεται στην αξιολόγηση της στο σύνολο της και στη διακρίβωση της αλήθειας και αποτελεσματικότητας της ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο η ενοχή του κατηγορουμένου αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από τη μαρτυρία (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 180/07, ημερ. 29.06.12). Γραπτές καταθέσεις και προφορικές δηλώσεις που περιέχουν το στοιχείο ομολογίας και που κρίνονται ως αποδεκτή μαρτυρία δεν εξαιρούνται του κανόνα αυτού. Στην υπόθεση Μάρτιν v. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Είναι καθιερωμένη νομολογιακή αρχή πως έστω και αν μια κατάθεση - ομολογία δόθηκε θεληματικά, το Δικαστήριο προχωρεί να βεβαιωθεί κατά πόσο το περιεχόμενο της συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων, όπως αυτά έχουν διακριβωθεί. Η υιοθέτηση της αρχής αυτής γίνεται για αυταπόδεικτους λόγους προκειμένου η καταδίκη να ακολουθεί πάντοτε τη διαπίστωση από το Δικαστήριο πως η ενοχή αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας." Περαιτέρω, στην υπόθεση Ανδρέου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 τονίστηκαν τ' ακόλουθα: ". Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης." Σαφή καθοδήγηση για το πώς αντιμετωπίζεται το ζήτημα αυτό έχουμε και από την υπόθεση Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 μέσα από την οποίαν εκτίθεται το πιο κάτω απόσπασμα: ". Όσο θεληματική κι΄ αν είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ΄ αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της." Πιο συγκεκριμένη όμως καθοδήγηση παρέχεται μέσα από την υπόθεση R. v. Sfongaras
(1957)2 C.L.R. 113, της οποίας το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα ομιλεί από μόνος του: ". the first question you ask when you are examining the confession of a man is, is there anything outside it to show that it was true ? is it corroborated ? are the statements made in it of fact so far as we can test them true ? was the prisoner a man who had the opportunity of committing the (offence) ? is his confession possible ? is it consistent with other facts which have been ascertained and which have been, as in this case, proved before us?" Οι πιο πάνω νομικές αρχές συγκεφαλαιώθηκαν και εφαρμόστηκαν στην υπόθεση Γρηγορίου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 364, της οποίας το σκεπτικό είναι άξιο αναφοράς. Σχετικές είναι ακόμη οι κυπριακές υποθέσεις Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 168 και Rodney v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 476 καθώς και η αγγλική υπόθεση R. v. Mallinson [1977] Crim. L.Rev. 161. Στην υπόθεση Θεόδωρος Κώστα Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 215/2012, ημερ. 6/4/2015, αναφέρονται τα εξής για το θέμα: «Σε αυτή την ενότητα θα πρέπει να τονισθεί ότι η ομολογία ή η παραδοχή στη διάπραξη ή συμμετοχή σε έγκλημα, αποτελεί την κλασσική περίπτωση εξαίρεσης στον εξ ακοής κανόνα. Αυτό διότι η παραδοχή ή η ομολογία γίνεται εναντίον του ιδίου συμφέροντος του ομολογούντος, (Ζακακιώτης ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 175 και Κωνσταντίνου ν. Αθανασίου
(2012)1 Α.Α.Δ. 2012). Η ομολογία εν πάση περιπτώσει είτε δίδεται προς αστυνομικό όργανο, είτε σε τρίτο πρόσωπο, πρέπει να είναι το αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης και γενόμενη σε συνθήκες που δεν είχαν δυσμενώς επηρεάσει το ελεύθερο της παραδοχής ή της βούλησης. Παραμένει δε πάντοτε στην κατηγορούσα αρχή, η υποχρέωση της απόδειξης ότι η ομολογία έγινε ελευθέρως, (Ahmad v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 256), ενώ αν η ομολογία γίνει αποδεκτή, με την ένταξη της στην υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία, το Δικαστήριο έχει την περαιτέρω υποχρέωση να εξετάσει και να αποφασίσει για την αλήθεια του περιεχομένου της και κατά πόσο αυτή οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα, (R. v. Sfoggaras 22 C.L.R. 13, Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 168 και Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 364). Στο σύγγραμμα Murphy on Evidence 8η έκδ. σελ. 268 κ.ε., εξηγείται η αξία της ομολογίας κατά το Κοινοδίκαιο ως την πιο σημαντική και συχνή εξαίρεση στον κανόνα της εξ ακοής μαρτυρίας στις ποινικές υποθέσεις. Και, περαιτέρω, ότι δεν έχει σημασία πλέον κατά πόσο η ομολογία γίνεται σε πρόσωπο που βρίσκεται σε θέση εξουσίας σε σχέση με τον παραδεχόμενο ή όχι. Η ομολογία, όπως και κάθε άλλη παραδοχή, μπορεί να γίνει προφορικά, εγγράφως, διά συμπεριφοράς ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο από τον οποίο μπορεί να εξαχθεί αρνητικό συμπέρασμα εναντίον του συμφέροντος του ατόμου που προβαίνει στην ομολογία. Όπως εξηγείται στη σελ. 272 του συγγράμματος, η παραδοχή μπορεί να γίνει όχι μόνο σε ανακριτές ποινικής υπόθεσης, συνήθως αστυνομικά όργανα, αλλά ακόμη και στο ίδιο το θύμα του αδικήματος, σε ένα φίλο, σε ένα συγγενή ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Και έχει λεχθεί στην R. v. Mallinson
(1977)Crim. L.Rev. 161, ότι η ομολογία, όταν αποδεικνύεται, αποτελεί την καλύτερη διαθέσιμη μαρτυρία. Η αξία της όμως θα πρέπει να εξετάζεται με μεγάλη προσοχή ώστε το Δικαστήριο να πείθεται πραγματικά ότι η ομολογία είναι και εθελούσια και αληθής. Η ομολογία έχει και άλλη προέκταση, όταν λόγω αυτής, η αστυνομία ανακαλύπτει έγγραφο ή άλλο υλικό που συνδέεται με το έγκλημα. Σ΄ αυτή την περίπτωση, η ομολογία, ακόμη και αν δεν γίνει αποδεκτή ως εθελούσια, εξακολουθεί να έχει αποδεικτική αξία διότι μέσω της φανερώνεται ότι ήταν ο δράστης που παρείχε την πληροφόρηση ανεύρεσης σχετικών γεγονότων ή που δείχνουν την ευρύτερη γνώση του. Στο σύγγραμμα των Cross & Tapper on Evidence 10η έκδ. σελ. 532-534, εξηγούνται τα ανωτέρω με παραπομπή στο s. 76
(4)του Police and Criminal Evidence Act 1984, το οποίο διατήρησε σε ισχύ τη νομολογία που ανέκυπτε από την παλιά υπόθεση R. v. Warickshall
(1783)1 Leach 263, που επιβεβαιώθηκε στην R. v. Berriman
(1854)6 Cox CC 388. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι ανεξάρτητα από την μη δεκτότητα της ομολογίας, τα δεδομένα που προέκυψαν ως εξ αυτής, (η ανεύρεση κλοπιμαίων στα διαμερίσματα της κατηγορούμενης, όπως ή ίδια αποκάλυψε), ήταν υπαρκτά. Πρέπει μόνο να εξηγούνται από μόνα τους πλήρως και ικανοποιητικά χωρίς αναφορά στο μέρος της σχετικής ομολογίας. Η ομολογία επίσης μπορεί να δείχνει τον τρόπο που ο ομολογών ομιλεί, γράφει ή συμπεριφέρεται ώστε να αναγνωρίζεται ο ίδιος ως ο δράστης (R. v. Voisin
(1918)1 K.B. 531). Στην υπόθεση XXXXX ΕΥΘΥΜΙΟΥ και ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 191/2016 ημερομηνίας 6 Νοεμβρίου, 2018, λέχθηκε ότι «το Κακουργιοδικείο παρόλο που έκρινε ότι οι δηλώσεις - ομολογίες του εφεσείοντα ήταν εθελούσιες και αληθινές και ότι από μόνες τους μπορούσαν να θεμελιώσουν καταδίκη εν τούτοις έκρινε φρόνιμο να αναζητήσει ενίσχυση του περιεχομένου τους, αχρείαστα μπορούμε να πούμε, εφόσον δεν ήταν νομικά απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας για να θεμελειωθεί η καταδίκη, ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων του.» Ερχόμενος στην υπόθεση αυτή με γνώμονα ότι η εγκυρότητα του περιεχομένου του τεκμηρίου 45 σε κανένα στάδιο της δικαστικής διαδικασίας αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο 3 και κατόπιν προσεκτικής μελέτης του εν λόγω εγγράφου που περιέχει ομολογίες του κατηγορούμενου για ανάμιξη του στην υπόθεση αυτή στο βαθμό και την έκταση που ο ίδιος περίγραψε υπό το φως του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας, καταλήγω ότι δεν υπάρχει το παραμικρό που θα μπορούσε να ανατρέψει ή ακόμη να θέσει σε αμφιβολία το στοιχείο της θεληματικότητας που υπάρχει και κυριαρχεί σε αυτό. Επιπλέον αξιολογώντας και συνεκτιμώντας το περιεχόμενο της πιο πάνω κατάθεσης (τεκμήριο 45) με την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία κρίνω ότι το περιεχόμενο της συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων ως προς το αδίκημα της κλοπής, όπως αυτά έχουν διακριβωθεί ότι διαδραματίστηκαν καθιστώντας το έτσι ορθό και αληθές. Κατ' αρχήν σε ένα βαθμό το περιεχόμενο της θεληματικής κατάθεσης του κατηγορουμένου 3 υποστηρίζεται από τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 30 το οποίο έχει καταχωρηθεί ως παραδεκτό γεγονός και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του στο οποίο ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος 3 του έφερε ένα όπλο, επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά την ύπαρξη του. Επίσης η αναφορά του κατηγορούμενου 3, ότι ο κατηγορούμενος 2, έβαλε το όπλο που του πήρε ο κατηγορούμενος 3 σε ακατοίκητο διαμέρισμα δίπλα από το δικό του, συνάδει και με την υπόδειξη σκηνής (τεκμήριο 47) την οποία έκανε ο κατηγορούμενος 2 στην αστυνομία σε συγκεκριμένο διαμέρισμα , για το χώρο που είχε κρύψει το όπλο που του πήρε ο κατηγορούμενος
  1. Συγκεκριμένα φαίνεται το περιγραφόμενο διαμέρισμα στην υπόδειξη σκηνής να βρίσκεται στο ίδιο συγκρότημα διαμερισμάτων με αυτό που βρίσκεται η κατοικία του κατηγορούμενου 2, ως προκύπτει και από το ένταλμα σύλληψης του, τεκμήριο 6, και τα δυο αυτά διαμερίσματα στην αρίθμηση τους να έχουν διαφορά ένα αριθμό. Επίσης με αναφορά στα όσα ο ΜΚ3 αναφέρει στην κατάθεση του, ότι ο Κατηγορούμενος 3, ουσιαστικά, με δική του επιθυμία ζήτησε να δώσει θεληματική κατάθεση σε αυτόν «για την υπόθεση που με ρωτήσατε για τα όπλα του παπά μου» όπως χαρακτηριστικά του ανέφερε πράγμα που έγινε και προέκυψε το τεκμήριο
  2. Επιπροσθέτως η αλήθεια του περιεχομένου της θεληματικής του κατάθεσης ενισχύεται από το γεγονός ότι αντικείμενα που ο κατηγορούμενος 3 περιγράφει μέσα από τη θεληματική του κατάθεση ότι κλάπηκαν από την οικία του πατέρα του, συνάδουν με το αντικείμενο που ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενου 2 ότι του ανέφερε ο κατηγορούμενος
  3. Δεν ενδιαφέρει εδώ το γεγονός κατά πόσο τα συγκεκριμένα όπλα αποτελούν πυροβόλα ή μη πυροβόλα όπλα. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στη θεληματική κατάθεση του ο κατηγορούμενος 3 αναφέρει ότι έκλεψε όπλα από το σπίτι του πατέρα του τα οποία τα πήρε στον κατηγορούμενο 2, διότι του χρωστούσε €
  4. Περαιτέρω στο συγκεκριμένο έγγραφο, ο κατηγορούμενος προσδιορίζει τον χρόνο αλλά και τον τόπο στον οποίο προέβηκε στις επιλήψιμες ενέργειες του, ήτοι το σπίτι του πατέρα του, μια δήλωση που παραπέμπει απευθείας στον πατέρα του ως ιδιοκτήτη των όπλων και στην κατοικία του πατέρα του ως τόπο διάπραξης. Επιπλέον στο τεκμήριο 45, ο κατηγορούμενος δηλώνει πως εισήλθε εντός της συγκεκριμένης κατοικίας του πατέρα του και χρησιμοποιεί την λέξη «έκλεψα» συγκεκριμένα αντικείμενα τα οποία περιγράφει με το δικό του τρόπο. Η ανάγκη εξέτασης του στοιχείου της εθελούσιας ομολογίας για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων από τον κατηγορούμενο επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης επίδειξης επιλήψιμης συμπεριφοράς από μέρους της ανακριτικής αρχής καλύπτοντας έτσι οποιουσδήποτε άλλους παράγοντες που δυνατό να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η θεληματική κατάθεση δεν είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης του κατηγορουμένου. Διαφορετικά ο κατηγορούμενος παραμένει εκτεθειμένος για παράδειγμα σε πιέσεις, απειλές, φόβους, διάφορες δυσκολίες και προβλήματα τα οποία ο ίδιος αντιμετωπίζει και εξαναγκασμούς προερχόμενους από διάφορες πηγές χωρίς έτσι από τη μια αυτός να προστατεύεται και από την άλλη να διασφαλίζεται ο σκοπός και η σημασία της ομολογίας. Τυχόν αντίθετη προσέγγιση από αυτό κατά άποψης μου θα δώσει τη λανθασμένη εντύπωση πως κάθε ομολογία είναι εθελούσια εκτός όταν η ανακριτική αρχή επιδείξει επιλήψιμη συμπεριφορά, πράγμα που φυσικά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μία τέτοια παράμετρος που χρήζει εξέτασης είναι η θέση της υπεράσπισης η οποία προβλήθηκε μέσω των αγορεύσεων είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι νομικός αλλά και το πνευματο-μορφωτικό του επίπεδο δεν του επέτρεπε να γνωρίζει τη νομική υπόσταση της κλοπής. Έχοντας εξετάσει όλη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, διαπιστώνω πως ο πιο πάνω ισχυρισμός τέθηκε για πρώτη φορά από την υπεράσπιση στα πλαίσια των αγορεύσεων. Ένας τόσος σοβαρός ισχυρισμός δεν μπορεί να προβάλλεται για πρώτη φορά προς το τέλος της υπόθεσης αλλά θα πρέπει να τίθεται ενώπιον των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής έτσι ώστε αυτοί να μπορέσουν να τοποθετηθούν. Αυτό δεν έγινε. Εναλλακτικά αναμενόταν από τον κατηγορούμενο να παρουσιάσει επιπρόσθετη μαρτυρία η οποία να ενισχύει τη δική του στο θέμα αυτό μαρτυρία για να δώσει έτσι την ευκαιρία στην κατηγορούσα αρχή να την αντικρούσει μέσω της αντεξέτασης. Ούτε αυτό έγινε. Ως προς το ζήτημα της συναίνεσης ή όχι του ιδιοκτήτη, παρά το γεγονός ότι ο παραπονούμενος δεν κλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή να εμφανιστεί και να καταθέσει για τους λόγους που η Κατηγορούσα Αρχή εξήγησε, η παραδοχή του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος, που περιέχεται στη θεληματική του κατάθεση, τεκμήριο 45, κρίνω ότι είναι αρκετή από μόνη της για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο
  5. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του, τρείς φορές χρησιμοποιεί την λέξη «έκλεψα». Περαιτέρω έκλεψε όπως αναφέρει και παρέδωσε τα δυο
(2)από τα
(3)όπλα στον κατηγορούμενο 2, διότι του χρωστούσε €
  1. Κρίνω ότι εάν υπήρχε η οποιαδήποτε συναίνεση του πατέρα του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος θα το ανέφερε ρητά σε αυτή, ενόψει του ότι ο ίδιος αποφάσισε να δώσει θεληματική κατάθεση και κατά δεύτερο, φαίνεται να προέβη στην πράξη αυτή αφού χρωστούσε στον κατηγορούμενο €
  2. Προφανώς και το χρέος αυτό προς τον κατηγορούμενο 2, εφόσον φαίνεται να διευθετήθηκε με την παράδοση στον κατηγορούμενο 2,
(2)δύο όπλων, φανερώνει και την πρόθεση μόνιμης αποστέρησης των αντικειμένων αυτών. Εάν υπήρχε η οποιαδήποτε συναίνεση του πατέρα του, αυτά να παραδοθούν σε τρίτο πρόσωπο , ήτοι τον κατηγορούμενο 2, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος ή προς εξόφληση οποιουδήποτε χρέους, δεν βλέπω τον λόγο που αυτό να μην μπορούσε να αναφερθεί στην θεληματική του κατάθεση, ούτε οποιαδήποτε ουσιαστική δικαιολογία δόθηκε προς αυτή την κατεύθυνση. Η παραδοχή του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος, που περιέχεται στη θεληματική του κατάθεση, Τεκμήρια 45, επαναλαμβάνω, είναι αρκετή από μόνη της για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Οι πιο πάνω αναφορές που περιγράφονται ιδιαίτερα ως προς την εξόφληση χρέους προς τον κατηγορούμενο 2, και αφού «έκλεψε» καταδεικνύουν την ένοχη του σκέψη και πρόθεση μόνιμης αποστέρησης αυτού από τον ιδιοκτήτη του. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Costas Michael Platritis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 174 και Zisimides v. The Republic
(1978)2 C. L.R. 382. Όπως αναφέρθηκε και στην Παναγή άλλως Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ203, η ομολογία του εγκλήματος - εφόσον γίνεται δεκτή ως εκούσια - μπορεί αφεαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Περαιτέρω ως προς το θέμα της αξίας των αντικειμένων όπως το θέτει η πλευρά της υπεράσπισης, εδώ επιθυμώ απλώς να σημειώσω ότι η αξία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της κλοπής, και από την στιγμή που το αντικείμενο είναι κάποιας αξίας, αυτό είναι αρκετό. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Issa and another v. The Republic
(1989)2 C.L.R. 39 και Κυριάκου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.
  1. Εδώ, βέβαια, καταλήγω ότι η κλαπείσας περιουσίας έχει κάποια αξία ιδιαίτερα ένεκα της αναφοράς του Κατηγορούμενου 3 στην κατάθεση του ότι έκλεψε τα όπλα και τα πήρε του κατηγορούμενου 2 διότι του χρωστούσε €
  2. Δεν μου διαφεύγει ότι ο Κατηγορούμενος 3, έχει αθωωθεί σε συγκεκριμένες κατηγορίες (κατηγορίες 19-22) από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, όμως θα πρέπει να υποδείξω ότι σε ότι αφορά την «ομολογία» του για τα συγκεκριμένα αδικήματα, πέραν του ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσκόμισε μαρτυρία ως προς την απόδειξη των συστατικών στοιχείων εκείνων των αδικημάτων, η «ομολογία» του αυτή καθ' εαυτή ήταν και συν τοις άλλης κενή. Σε σχέση τώρα με το αδίκημα της κλοπής μελετώντας την ομολογία του κατά πόσο έκλεψε όπλα αυτή ήταν ρητή, ξεκάθαρη και εθελούσια και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αναφερόμενες αρχές της νομολογίας, την αποδέχομαι ως αληθή και προϊόν ελεύθερης βούλησης του κατηγορουμένου σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής το οποίο αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Η μη κλήση όλων των μαρτύρων του κατηγορητηρίου από την κατηγορούσα αρχή Θα εξετάσω τώρα αν από την ενέργεια της κατηγορούσας αρχής να μην παρουσιάσει ως μάρτυρες στην εκδίκαση της υπόθεσης όλα τα άτομα, τα ονόματα των οποίων παρουσιάζονται στο κατηγορητήριο, δημιουργούνται οποιεσδήποτε συνέπειες. Η δίκη της υπόθεσης αυτής είναι συνοπτικής μορφής όπου σε αντίθεση με υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον κακουργιοδικείου δεν υπάρχει υποχρέωση στην κατηγορούσα αρχή που να της επιβάλλει την αναφορά και καταγραφή ονομάτων προσώπων που θα κληθούν ως μάρτυρες κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Το ζήτημα του περιεχομένου του κατηγορητηρίου σε σχέση με συνοπτικής δίκης ρυθμίζεται από το άρθρο 38 του Κεφ.155 και προκύπτει ότι τέτοια υποχρέωση δεν επιβάλλεται. Εφόσον η κατηγορούσα αρχή δεν έχει υποχρέωση να αναφέρει οποιοδήποτε όνομα μάρτυρος στο κατηγορητήριο συνοπτικής δίκης είναι αυτονόητο ότι δεν απαιτείται τέτοια ενημέρωση από την κατηγορούσα αρχή προς την υπεράσπιση σε σχέση με τους μάρτυρες που τελικά θα χρησιμοποιήσει. Συνεπώς, οποτεδήποτε παρατηρείται αναφορά ονόματος μάρτυρα στο κατηγορητήριο συνοπτικής δίκης αυτό είναι απλά τυπικού χαρακτήρα. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι μέσα από μία τέτοια καταγραφή επιτρέπεται η πρόσθεση ή η αφαίρεση ονομάτων μαρτύρων καθώς και η επιλεκτική χρήση τέτοιων ατόμων ως μάρτυρες, ζητήματα που επίσης είναι τυπικά. Παρά την τυπικότητα του θέματος, όπως έχει αναλυθεί πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή εξήγησε ότι δεν επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένο πρόσωπο, ήτοι τον πατέρα του Κατηγορούμενου επειδή ουσιαστικά δεν τον θεωρούσε μάρτυρα αλήθειας, προφανώς ένεκα και της σχέσης του που έχει με τον κατηγορούμενο 3, αφού είναι ο πατέρας του. Αν από την άλλη ο κατηγορούμενος θεωρούσε ότι η μαρτυρία του ατόμου αυτού βοηθούσε την εκδοχή του θα μπορούσε να τον καλέσει ως μάρτυρα υπεράσπισης, έχοντας εις γνώση του το πλήρες ονοματεπώνυμο του καθώς και τη διεύθυνση διαμονής του. Η κρίση του κατηγορουμένου να μην ακολουθήσει ούτε αυτήν την οδό του στερεί το δικαίωμα δικαιολογημένου παραπόνου επί ενός τέτοιου θέματος. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Την 11/04/22 ο κατηγορούμενος 3 συνελλήφθηκε στα πλαίσια άλλης διερευνόμενης υπόθεσης μαζί με τον κατηγορούμενο 2 στην παρούσα υπόθεση. Όταν ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθηκε από τον Αστ. 2110 Γ. Κουρμούζο, στην παρουσία του ΜΚ3, και αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι και του έγινε επίστηση στο νόμο απάντησε: «Το ράδιο και η βαλίτσα εν δικά μου, το όπλο έφερε μου το Αντρέας Συμεού που την Γεροσκήπου, ξέρετε. Ενόψει αυτής της απάντησης που υπήρξε από τον κατηγορούμενο 2, ο ΜΚ3 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο 3 ότι θεωρείται ύποπτος για την παρούσα υπόθεση και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του ως κρατούμενος και ότι μπορούσε να τύχει των υπηρεσιών δικηγόρου, με δική του επιθυμία προέβη σε θεληματική κατάθεση (τεκμήριο 45) . Σύμφωνα με αυτή, και σύμφωνα με τα όσα αποδέχομαι ότι αναφέρει ο κατηγορούμενος 3 σε αυτή σε σχέση πάντα με την υπό εκδίκαση κατηγορία, ο κατηγορούμενος 3 αναφερόμενος σε όπλα του πατέρα του, για τα οποία εξέφρασε την επιθυμία να αναφέρει όλη την αλήθεια, παραδέχθηκε ότι πριν έξι μήνες μπήκε στο σπίτι του πατέρα του και έκλεψε από το ερμάρι του ένα «σιιηπέττο μονοσκάνταλο» και πριν ένα μήνα περίπου έκλεψε ακόμα ένα «σσιηπέττο διπλοσκάνταλο» από το ίδιο ερμάρι. Επίσης έκλεψε ακόμα ένα «φλοπέρ» από τον πατέρα του. Αρχικά όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, οι πιο πάνω περιγραφές του κατηγορούμενου, αναφέρονται σε όπλα, τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει ενώπιον μου η οποιαδήποτε μαρτυρία, κατά πόσο αυτά αποτελούν πυροβόλα ή μη πυροβόλα όπλα ή κατά πόσο αυτά βρίσκονται σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Συνεπώς πρόκειται για όπλα άγνωστης κατηγορίας. Περαιτέρω αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι όσον αφορά τα
(2)δυο από αυτά τα όπλα, ιδιοκτησίας του πατέρα του κατηγορούμενου 3, κλάπηκαν από το σπίτι του εν λόγω προσώπου από τον κατηγορούμενο 3 σε δυο διαφορετικούς χρόνους και δόθηκαν στον κατηγορούμενου, καθώς ο κατηγορούμενος 3 χρωστούσε στον κατηγορούμενο 2, €200. Όσον αφορά το τρίτο όπλο, το οποίο επίσης κλάπηκε από το σπίτι του πατέρα του κατηγορούμενου 3 από τον ίδιο τον κατηγορούμενο 3, αυτό ο ίδιος δεν θυμάται τι το έκανε. Σε υπόδειξη σκηνών που έγιναν από τον κατηγορούμενο 2, αυτός υπέδειξε σε συγκεκριμένο διαμέρισμα, το σημείο στο οποίο είχε κρύψει το όπλο που του έφερε ο κατηγορούμενος 3, χωρίς ωστόσο να προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία κατά πόσο τελικά βρέθηκε στο σημείο ή όχι το συγκεκριμένο όπλο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής. Το αδίκημα αυτό διέπεται από το άρθρο 255 του Κεφ.154, οι διατάξεις του οποίου προνοούν ρητά τα εξής: "
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή— (
  1. i)με τέχνασμα· (
  2. ii)με εκφοβισμό· (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο· (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα· (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς· (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) ο κατηγορούμενος να αποκτήσει κατοχή και να αποκομίσει περιουσία και (β) η περιουσία να είναι τέτοια που να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (γ) η απόκτηση κατοχής της περιουσίας να γίνει χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη και (δ) ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε με δόλιο τρόπο ή (ε) αν ο κατηγορούμενος κατέχει την περιουσία του ιδιοκτήτη νόμιμα και με δόλιο τρόπο σφετερίζεται τη χρήση της για λογαριασμό του ιδίου ή άλλου προσώπου εκτός από τον ιδιοκτήτη και (στ) ότι κατά τον χρόνο απόκτησης κατοχής ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη. Η 'απόκτηση κατοχής περιουσίας' με βάση το άρθρο 255
(2)του Κεφ.154 περιλαμβάνει τις ακόλουθες περιπτώσεις: (
  1. i)με τέχνασμα, (
  2. ii)με εκφοβισμό, (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο· (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα· Ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. Ο δε όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής. Στο άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του κυπριακού ποινικού κώδικα παρέχεται ο όρος 'περιουσία', ο οποίος καλύπτει κάθε έμψυχο ή άψυχο που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Αντικείμενο δε κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο [άρθρο 255
(3)Κεφ.154]. Τροποποίηση Κατηγορητήριου Μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος έχει κλέψει 3 (τρία) όπλα τα οποία ανήκουν στο πατέρα του, άγνωστης μάρκας, αξίας και μοντέλου. Υπό το φως των πιο πάνω και εφόσον λοιπόν από την προσαχθείσα μαρτυρία έχει αποδειχτεί η διάπραξη από τον Κατηγορούμενο 3 του αδικήματος της κλοπής και όχι της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη αλλά ούτε και της κλοπής από κατοικία αφού δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία περί της αξίας των όπλων, κρίνω ότι το αδίκημα που έχει αποδειχθεί είναι το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση του άρθρου 255 του Κεφ. 154. Η αναφορά απλά στο ποσό των €200 που χρωστούσε ο κατηγορούμενος 3 στο κατηγορούμενο 2 δεν αποδεικνύει την ακριβή αξία αυτών αλλά το ποσό για την εξόφληση της οφειλής. Ως εκ τούτου , κρίνω πως είναι η κατάλληλη περίπτωση να τροποποιήσω το κατηγορητήριο με την προσθήκη κατηγορίας δυνάμει του άρθρου 85
(4)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, ώστε στις λεπτομέρειες του να μην αναφέρονται οι λεπτομέρειες που περιγράφονται στην κατηγορία 23 αλλά να αναφέρεται ότι η περιουσία που κλάπηκε ήταν 3 όπλα άγνωστης μάρκας, αξίας και μοντέλου περιουσίας του πατέρα του Νικόλα Κυριάκου. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω λοιπόν ότι μπορώ να διατάξω την τροποποίηση του κατηγορητηρίου αφ' ης στιγμής: Ο Κατηγορούμενος 3 δεν δύναται να καταδικασθεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την τροποποίηση του κατηγορητηρίου ο Κατηγορούμενος δεν θα υπόκεινται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του κατηγορητηρίου. Ο Κατηγορούμενος 3 δεν θα επηρεαζόταν με την τροποποίηση δυσμενώς στην υπεράσπισή του. Καταρχήν τονίζω ότι η νέα κατηγορία που θα προστεθεί αφορά στο ίδιο αδίκημα που ήδη αντιμετώπιζε και μάλιστα υπόκειται σε ελαφρύτερη ποινή. Συνακόλουθα κρίνω ότι η τροποποίηση του κατηγορητηρίου δεν θα επιφέρει οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό στην υπεράσπιση του. Στην υπόθεση Charalambous v. Municipality of Nicosia
(1965)2 C.L.R. 63, αναφέρθηκε ότι η πιθανότητα επηρεασμού της υπεράσπισης του Κατηγορουμένου δεν μπορεί να αποκλειστεί όπου υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση των λεπτομερειών της υφιστάμενης κατηγορίας, συγκρινόμενη με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας που προστίθεται από το Δικαστήριο, κάτι που στην παρούσα περίπτωση δεν υφίσταται. Το άρθρο 85
(4)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, διαλαμβάνει ως ακολούθως: «Αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχτεί με μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία δεν δύναται να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία καταδικαζόμενος δεν θα υπόκειτο σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και ότι ο κατηγορούμενος δεν θα επηρεαζόταν με αυτό δυσμενώς στην υπεράσπισή του, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατηγορίας ή κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου για τέτοιο ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα, και το Δικαστήριο αποφασίζει για αυτά ωσάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο». Στην υπόθεση Georghios Chr. Leonidou v. The Police
(1987)2 CLR 96 κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο που δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο να τροποποιήσει το κατηγορητήριο μετά την ολοκλήρωση της δίκης είναι το άρθρο 85. Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πρόνειες του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155 και θεωρώντας ότι συντρέχουν όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις για εφαρμογή του άρθρου αυτού διατάσσεται η τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την προσθήκη μιας νέας κατηγορίας ως πιο κάτω: Κατηγορία 32 Κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε. Λεπτομέρειες αδικήματος Ο κατηγορούμενος μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 11/04/22 στην Πάφο, έκλεψε 3 όπλα άγνωστης μάρκας, αξίας και μοντέλου ,περιουσία του πατέρα του Νικόλα Κυριάκου. Ο Κατηγορούμενος επομένως κρίνεται ένοχος στη νέα κατηγορία 32 και αθωώνεται στην κατηγορία 23. (Υπ.) ................................. Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.