Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. MALEK AWADA, Αρ. Υπόθεσης: 1527/22, 22/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1527/22 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. MALEK AWADA Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Περγαντή Για Κατηγορούμενο: κος Ν. Νικήτα Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε
(2)δυο κατηγορίες διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση του άρθρου 292(α) (Κατηγορίες 1 και 5) του Κεφ.154, δύο κατηγορίες κλοπής από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266(β) (Κατηγορίες 2 και 6), 3 κατηγορίες κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ.154 (κατηγορίες 3, 4 και 7), και μια κατηγορία κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 266 του Κεφ.154 (Κατηγορίες 8). Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων εκτίθενται αναλυτικά μέσα από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ξεκίνησε με τα γεγονότα που αφορούν τις κατηγορίες 1, 2 και
- Υιοθέτησε τις λεπτομέρειες των εν λόγω αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και περαιτέρω ανάφερε ότι στις 18.03.21 και η ώρα 07:30 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Πάφου από τον μάρτυρα 1, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 17 ‑ 18.03.21 και μεταξύ των ωρών 23:00 ‑ 06:00 αντίστοιχα, διαρρήχθηκε η κατοικία του και κλάπηκαν από αυτήν διάφορα αντικείμενα τα οποία όπως ανέφερε είναι συνολικής αξίας €32.
- Επίσης, κλάπηκε συγκεκριμένο αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο μπροστά από την οικία και για το οποίο υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη συνολικής αξίας €7.
- Επιπρόσθετα ο μάρτυρας 2, πατέρας του μάρτυρος 1, ο οποίος διαμένει στην ίδια κατοικία, βρήκε στο αυτοκίνητό του, το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο έξω από την πιο πάνω οικία δύο κοσμήματα στα κουτιά τους τα οποία δεν ανήκαν στους ενοίκους της οικίας. Την σκηνή επισκέφθηκαν μέλη του ΤΑΕ Πάφου και από εξετάσεις που διενεργήθηκαν διαπιστώθηκε ότι η είσοδος επιτεύχθηκε από πορτοπαράθυρο του σαλονιού στον κάτω όροφο, το οποίο ήταν κλειστό, αλλά ανασφάλιστο και το οποίο παραβιάστηκε με την χρήση σωματικής βίας. Στην οικία δεν υπήρχε σύστημα συναγερμού ή κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Έγινε δακτυλοσκοπικός έλεγχος, και επίσης παραλήφθηκαν διάφορα τεκμήρια από την σκηνή. Την ίδια ημέρα, 18.03.21 και ενώ ο μάρτυρας 4, περπατούσε στην οδό Αλεξανδρουπόλεως εντόπισε μέσα σε πάρκο δύο κλειδιά αυτοκινήτων μάρκας, τα οποία παρέδωσε στην Αστυνομία, όπου και διαφάνηκε στην πορεία ότι ανήκαν στους ενοίκους της οικίας και αναγνωρίστηκαν από τον μάρτυρα
- Στις 21.03.21 μετά από πληροφορία ο μάρτυρας 9, Αστυφύλακας 3396, εντόπισε εγκαταλελειμμένα σε ανοικτό υπόγειο χώρο οικίας στην οδό [ ] 3 τσαντάκια, τα διαβατήρια της οικογένεια και άλλα έγγραφα, ένα ψεύτικο κόσμημα και διάφορα κέρματα, τα οποία αναγνωρίστηκαν από τη μάρτυρα 2, ως μέρος της πιο πάνω κλαπείσας περιουσίας. Επίσης, στις 04.04.21 η μάρτυρας 6, ενημέρωσε το ΤΑΕ ότι συγγενικό της πρόσωπο εντόπισε το κλοπιμαίο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ] μάρκας Mercedes ML εγκαταλελειμμένο και κλειδωμένο σε χώρο στάθμευσης στην οδό [ ] στην Πάφο. Αφού εξετάστηκε δακτυλοσκοπικά παραδόθηκε στο νόμιμο δικαιούχο του, δηλαδή στους Μ.Κ 1 και
- Στην πορεία εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης για τον Κατηγορούμενο και συνελήφθηκε στις 13.04.21 ως ύποπτος σε σχέση με διερευνόμενες υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών, όπου στα πλαίσια της σύλληψης και της διερεύνησης αυτών των υποθέσεων, που είναι άλλες από της παρούσας και δυνάμει γραπτής του συγκατάθεσης λήφθηκαν τα αποτυπώματα δακτύλων και παλάμης, τα οποία στάλθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις και επίσης, του λήφθηκαν τα παρειακά του επιχρίσματα επίσης, με τη γραπτή του συγκατάθεση. Αφού εξετάστηκαν τα αποτυπώματα που παραλήφθηκαν από τη σκηνή της διάρρηξης της οικίας, διαπιστώθηκε ότι ταυτίζετο με τα αποτυπώματα δακτύλων και παλάμης του Κατηγορούμενου και ως εκ τούτου, στις 14.05.21 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης για την παρούσα υπόθεση. Λήφθηκε στις 09.09.21 ανακριτική κατάθεση για τα διερευνόμενα αδικήματα και αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη σε αυτά. Το ίδιο ακολούθησε και στην πορεία στην γραπτή του κατηγορία ότι δεν έχει καμιά σχέση. Τα πιο πάνω γεγονότα αφορούν τις κατηγορίες 1, 2 και
- Όσον αφορά τα γεγονότα που αφορούν τις κατηγορίες 5, 6, 7 και 8 η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής επίσης υιοθέτησε τις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών και αναφέρε περαιτέρω ότι στις 15.03.21 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Πάφου από συγκεκριμένα πρόσωπα, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 14 ‑ 15.03.21 και μεταξύ των ωρών 12:30 ‑ 09:05 διαρρήχθηκε η κατοικία τους και κλάπηκε από αυτήν, ένα γυναικείο πορτοφόλι που περιείχε το Κυπριακό δελτίο ταυτότητας με αριθμό [ ], 2 τραπεζικές κάρτες και το κλειδί αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής [ ], το οποίο ήταν πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Επίσης, κλάπηκε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ] αξίας €5.000, το οποίο ήταν σταθμευμένο στο γκαράζ της οικίας. Μέσα στο αυτοκίνητο υπήρχε ένα κινητό τηλέφωνο και ένας χαρτοφύλακας που περιείχε διάφορα προσωπικά έγγραφα. Αμέσως μετά την καταγγελία και η ώρα 10:40 μέλη του ΤΑΕ Πάφου μετέβηκαν στην εν λόγω οικία, όπου από εξετάσεις διαφάνηκε ότι η είσοδος στην κατοικία επιτεύχθηκε από το παράθυρο του αποχωρητηρίου στο ισόγειο της κατοικίας, το οποίο ήταν κλειστό και ανασφάλιστο. Επίσης, πάνω στο πεζούλι του παραθύρου η Παραπονούμενη 2 εντόπισε το πορτοφόλι της χρώματος καφέ, το οποίο ήταν άδειο. Παραλήφθηκαν τεκμήρια από την σκηνή τα οποία, στάλθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις. Στις 17.03.21 και ώρα 20:00 ο μάρτυρας 4 ενημέρωσε την Αστυνομία ότι η ώρα 14:00 της ίδιας ημέρας, εντόπισε στο χώρο στάθμευσης του γείτονά του, ένα αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής, [ ]. Μετέβηκαν στην σκηνή, έγιναν εξετάσεις και διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για το προαναφερόμενο κλοπιμαίο όχημα. Ο Κατηγορούμενος σε γραπτή του κατηγορία και ανακριτική του κατάθεση δεν παραδέχτηκε εν τέλει τη διάπραξη των αδικημάτων Όσον αφορά τα γεγονός της 4ης Κατηγορίας, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, υιοθέτησε τις λεπτομέρειες του εν λόγω αδικήματος, και ανέφερε περαιτέρω, ότι στις 18.03.21 και ώρα 18:40 καταγγέλθηκε στις μικροπαραβάσεις από τη μάρτυρα 1, ότι την ίδια ημέρα κλάπηκαν από το αυτοκίνητό της, με αριθμούς εγγραφής [ ], το οποίο ήταν σταθμευμένο έξω από την οικία της τρία κοσμήματα συνολικής αξίας €
- Ερχόμενη στο ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι αυτός βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Σε σχέση με το θέμα αυτό κατατέθηκε δέσμη εγγράφων ως Τεκμήριο 1, επί του περιεχομένου των οποίων αμφότερα τα μέρη συμφωνούν στο σύνολο του. Με βάση το Τεκμήριο 5 ο κατηγορούμενος στην:
(1)Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 2017/21 στις 23/06/2021 καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου σε κατηγορίες στις οποίες του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη τους 12 μήνες που αφορούσε κατηγορίες διάρρηξης κατοικίας και κλοπής.
(2)Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 410/20 στις 10/03/2020 καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου σε κατηγορίες στις οποίες του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 2 μηνών για τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β'.
(3)Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 3944/19 στις 28/11/2019 καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου σε κατηγορίες στις οποίες του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 4 για τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β'. Στην επιβολή των ποινών λήφθηκε υπόψη η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 4479/19, που αφορούσε επίσης αδικήματα παράβασης του Ν.29/77.
(4)Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 4318/19 στις 14/11/2019 καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου σε κατηγορίες στις οποίες του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 16 μηνών για τη διάπραξη του αδικήματος της κλεπταποδοχής.
(5)Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 3268/18 στις 07/12/2018 καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στη κατηγορία της διάρρηξης κατοικίας εν καιρό νυκτός και κλοπής σε φυλάκιση 2 μηνών με αναστολή
(3)τριών ετών. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο τους (Τεκμήριο 2) ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 23 ετών, γεννημένος στην Κύπρο. Είναι μοναχοπαίδι και σε ηλικία 2 ετών μετέβηκε με τη μητέρα του στη Ρουμανία, ενώ ο πατέρας του έμεινε στη Κύπρο. Ο πατέρας του είναι 60 ετών με καταγωγή από το Λίβανο και διαμένει στην Κύπρο εδώ και πολλά χρόνια, όπου εργάζεται. Η μητέρα του, ηλικίας 42 ετών, γεννήθηκε στη Ρουμανία. Τους τελευταίους μήνες εργάζεται στην Ολλανδία. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν μικρός και μεγάλωσε μόνο με τη μητέρα του, ενώ με το πατέρα του επικοινωνούσε μόνο μέσω διαδικτύου. Από κοντά γνώρισε τον πατέρα του το
- Διατηρεί όπως ανέφερε πολύ καλές σχέσεις και με τους δυο γονείς του. Ο κατηγορούμενος ολοκλήρωσε τη βασική του εκπαίδευση στη Ρουμανία το 2012 και μετέβη στη Γερμανία όπου απέκτησε τριετή δίπλωμα στον Κλάδο των Επιχειρήσεων. Το 2015 ήρθε στην Κύπρο και εγκαταστάθηκε με τον πατέρα του στη Πάφο. Στην αρχή οι σχέσεις του με τον πατέρα του ήταν συγκρουσιακές ενώ στην πορεία αποκαταστάθηκαν. Συμβίωνε με κοπέλα από τη Σερβία με την οποία χώρισε το
- Δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, ενώ παραδέχθηκε χρήση ουσιών και δεν έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης μέχρι τώρα. Συντηρείται αποκλειστικά από τους γονείς του και μετά την αποφυλάκιση του επιθυμεί να επιστρέψει στη Ρουμανία. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Την παραδοχή του στο Δικαστήριο που δείχνει τη μεταμέλεια του.
(2)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης (τεκμήριο 2).
(3)Το γεγονός ότι τελεί ήδη υπό κράτηση και ότι έχει εν μέρη τιμωρηθεί για τα αδικήματα τα οποία έχει διαπράξει.
(4)Το ότι ουσιαστικά έχει μετανιώσει και συνειδητοποιήσει τις πράξεις του και την υπόσχεση του ότι δεν θα διαπράξει ξανά το οποιοδήποτε αδίκημα.
(5)Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του, ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν κατά την περίοδο του Μαρτίου του 2021 όπως τα αδικήματα στην υπόθεση 2017/21 όπου αντιμετώπιζε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπής από κατοικία συνολικής αξίας €1400. Η παρούσα υπόθεση που αντιμετωπίζει είναι πιο σοβαρή από την 2017/21 και εισηγήθηκε ότι αυτό θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη υπό την έννοια ότι η εγκληματική του δραστηριότητα ήταν για εκείνη την περίοδο. Εάν όπως εισηγήθηκε, τα αδικήματα της 2017/21, βρισκόταν στη σημερινή υπόθεση, σίγουρα δεν θα επιβαλλόταν δεύτερη ποινή για την 2017/21 που ήταν 12 μήνες.
(6)Την απολογία του κατηγορούμενου προς το Δικαστήριο.
(7)Το νεαρό της ηλικίας του
(8)Το ότι έχει παρασυρθεί από κακές παρέες.
(9)Παρασύρθηκε από την χρήση ναρκωτικών τα οποία μείωσαν την κρίση του.
(10)Ο πατέρας του αυτή την περίοδο δεν τον στηρίζει ούτε ψυχολογικά ούτε οικονομικά, ενώ η μητέρα του που τον στηρίζει βρίσκεται στο εξωτερικό.
(11)Όσον αφορά την κατηγορία 3 και 7 και τα αυτοκίνητα που περιγράφονται σε αυτές, υποστήριξε ότι τα άφησε σε σημείο πιο κάτω από το χώρο διάπραξης των αδικημάτων σε πολύ μικρή απόσταση και αυτά επιστράφηκαν στους ιδιοκτήτες τους, χωρίς καμιά ζημιά.
(12)Παρά το ότι δεν παραδέχθηκε στην Αστυνομία, συνεργάστηκε τελικώς με αυτή για διαλεύκανση της υπόθεσης, δίνοντας τα παρειακά του επιχρίσματα.
(13)Τη διαβεβαίωση ότι είναι η τελευταία φορά που απασχολεί το Δικαστήριο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Η διάρρηξη κατοικίας, αν δεν διαπραχτεί τη νύχτα, τιμωρείται, με βάση το άρθρο 292(α) του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης
(7)εφτά ετών. Στην περίπτωση που η διάρρηξη κατοικίας πραγματοποιηθεί το βράδυ, ο υπαίτιος υπόκειται, σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, σε ποινή φυλάκισης δέκα ετών. Το δε αδίκημα της κλοπής τιμωρείται γενικά, δυνάμει του άρθρου 262 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης τριών ετών. Ειδικότερα όσον αφορά την κλοπή από κατοικία σύμφωνα με το άρθρο 266(β) ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. To γεγονός της παραπομπής της υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου, μετά από συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, o οποίος, [Γενικός Εισαγγελέας], προφανώς και θεωρεί, ένεκα της προαναφερόμενης συγκατάθεσης του, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, είναι, φυλάκιση μέχρι πέντε έτη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129), αποτελεί επαρκή τιμωρία για την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει πρόσφατα επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνας, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών» Τα αδικήματα αυτά θεωρούνται αρκετά σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η συνδυασμένη διάπραξη τους παρουσιάζει σήμερα ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις οι οποίες συχνά καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου, μάλιστα πολλές από αυτές υπό την μορφή των εκτάκτων περιπτώσεων αναγκάζοντας το Δικαστήριο να διακόπτει το βαρυφορτωμένο πρόγραμμα του προκειμένου να τις επιληφθεί. Ιδιαίτερα πρόσφατα στην επαρχία Πάφου η ραγδαία αύξηση της συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων της διάρρηξης, κλοπής καθώς και άλλων ομοειδών αδικημάτων έλαβε πολύ ανησυχητικές διαστάσεις (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Πρόκειται για αδικήματα που φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Επίσης, είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Οι πολίτες της Πάφου είναι ιδιαίτερα αναστατωμένοι και ταυτόχρονα προβληματισμένοι από τα σχεδόν καθημερινά κρούσματα διαρρήξεων κατοικιών και επιχειρήσεων τους και κλοπών από αυτές αντικειμένων τους καθώς και πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς στις περιουσίες τους που παρατηρούνται στην επαρχία τους. Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση διαρρήξεων και κλοπών στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά που διέπουν τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε καλούν την επιβολή αυστηρών ποινών με αποτρεπτικό χαρακτήρα. Είναι γι' αυτό που τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για τα αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών και συνήθως στερητικής της ελευθερίας στα αδικήματα διάρρηξης και κλοπής είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158 και Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Στην υπόθεση Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013 ημερ. 26.03.13, ποινή φυλάκισης 3 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ηλικίας 23 ετών που διέπραξε 3 διαρρήξεις κατοικίας και 3 κλοπές από κατοικία σε διάστημα περίπου 6 μηνών μέσα από την οποία εγκληματική συμπεριφορά ερασιτέχνη αποκόμισε περιουσία σε τιμαλφή και μετρητά αξίας περίπου €64.000 χωρίς οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο να επιστραφεί στους δικαιούχους, κατόπιν παραδοχής, λευκού ποινικού μητρώου, απολογίας και συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές και που στο μεταξύ δημιούργησε δεσμό και απέκτησε παιδί ηλικίας 2 ετών κατά την επιβολή της ποινής, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η ποινή σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυστηρή, όχι όμως έκδηλα υπερβολική υπό τις περιστάσεις. Στην υπόθεση Hussein v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/2019, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε την ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), -ηλικίας τότε 47 ετών και πατέρα πέντε ανήλικων παιδιών, λευκού ποινικού μητρώου-, των τεσσάρων χρόνων (σε κάθε μία από τις δέκα κατηγορίες που αντιμετώπισε, οι οποίες διατάχθηκε να ήταν συντρέχουσες), για δεκαέξι συνολικά διαρρήξεις που έλαβαν χώρα σε διάστημα τριών χρόνων περίπου, από τις οποίες ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος €30.000, χωρίς αποζημίωση των θυμάτων της παράνομης δράσης του, εφόσον τα κλαπέντα δεν ανευρέθηκαν. Στην υπόθεση Nteni Bezanidis ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 57 και 58/2013 ημερ. 5/12/2013 επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 3 ½ ετών σε υποθέσεις διαρρήξεων και μετά από παραδοχή και την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου για αντικείμενα που αφορούσαν €45.134,17 εκ των οποίων ανακτήθηκε το μεγαλύτερο μέρος αυτών. Περαιτέρω στην υπόθεση Ilie κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 180-182/2011 ημερ. 16.05.12, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ετών και 18 μηνών που επιβλήθηκαν σε 3 εφεσείοντες ηλικίας 54 ετών, πατέρα 2 παιδιών εκ των οποίων το ένα ανήλικο και με τη σύζυγο του να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, 21 ετών, πατέρα δύο ανήλικων παιδιών και με τη σύντροφο του να εγκυμονεί και 33 ετών που εκ γενετής αντιμετωπίζει πρόβλημα με το δεξί του αυτί και πατέρα 3 ανηλίκων παιδιών, που διέπραξαν τα αδικήματα της παράνομης κατοχής περιουσίας, διάρρηξης κατοικίας και κλοπής από αυτής το χρηματικό ποσό των €680 καθώς ρολόγια και χρυσαφικά αξίας περίπου €220, στην κατοχή των οποίων εντοπίστηκαν μερικά από τα κλοπιμαία αντικείμενα, κατόπιν παραδοχής, δεν κρίθηκαν υπερβολικές από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης στην υπόθεση Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 ποινή φυλάκισης 2 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ηλικίας 32 ετών που διέπραξε 2 διαρρήξεις κατοικιών και κλοπές από αυτές όταν οι ιδιοκτήτες τους απουσίαζαν προσωπικών αντικειμένων και χρημάτων με μικρό μέρος των κλαπέντων αντικειμένων να ανευρίσκεται, λευκού ποινικού μητρώου, κατόπιν παραδοχής, μεταμέλειας, συνεργασία με τις ανακριτικές αρχές, με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, άθλια οικονομική κατάσταση, χρήστη σκληρών ναρκωτικών που διέπραξε τα αδικήματα για να εξασφαλίσει χρήματα για τη δόση του ενεργώντας κάτω από τη φόρτιση συναισθημάτων, επικυρώθηκε από το Εφετείο. Επιπλέον στην υπόθεση Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104 ποινές φυλάκισης 2 ετών και 2,5 ετών αντίστοιχα που επιβλήθηκαν στους εφεσείοντες ηλικίας 18 ετών και 38 ετών που μαζί με άλλους ομοεθνείς τους διέρρηξαν κατοικία εν καιρώ νυκτός από την οποία έκλεψαν Λ.Κ.£2.070 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κύπρου), $6.700 δολάρια Η.Π.Α. και άλλα χρηματικά ποσά σε νόμισμα Κίνας, Ινδονησίας και Βιετνάμ, από τα οποία κλαπέντα ποσά ανευρέθηκε μόνο το ποσό των Λ.Κ.£2.070, με λευκό ποινικό μητρώο, κατόπιν παραδοχής και χωρίς να είχε διωχθεί ο εγκέφαλος της διάπραξης των αδικημάτων, επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπροσθέτως στην υπόθεση Petrica v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 159/12 ημερ. 28.03.13 ποινή φυλάκισης 2 ετών που επιβλήθηκε σε 2 κατηγορίες διάρρηξης κτιρίου κατά τη διάρκεια νύχτας και κλοπής μειώθηκε κατόπιν προβληματισμού από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 15 μήνες. Μείωση ποινής φυλάκισης από δύο χρόνια σε δεκαπέντε μήνες, επί τω ότι, ο εφεσείων ενδεχόμενα να αντιμετωπιζόταν με μεγαλύτερη επιείκεια εάν η υπόθεση στην υπό κρίση έφεση, λαμβανόταν υπόψη σε εκδίκαση προηγούμενης ποινικής υπόθεσης από Επαρχιακό Δικαστήριο. Μετά που απολύθηκε από τις κεντρικές φυλακές, όπου είχε εκτίσει ποινή φυλάκισης, η οποία όμως δεν αποτελούσε προηγούμενη καταδίκη, σύμφωνα με τη δήλωση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, συνελήφθηκε και αντιμετώπισε τα αδικήματα που αφορούν την παρούσα έφεση. Το Ανώτατο Δικαστηριο ανέφερε ότι ο εφεσείων ενδεχόμενα να αντιμετωπιζόταν με μεγαλύτερη επιείκεια εάν η παρούσα υπόθεση λαμβανόταν υπόψη στην Υπόθεση 3470/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση ( HUSEYIN VEDAT v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Π.Ε. 142/12 ημερ. 22.11.12 2ΑΑΔ 787) επικύρωσε την επιβολή ποινής φυλάκισης ύψους 18 μηνών που είχε επιβληθεί πρωτόδικα στον Εφεσείοντα για το αδίκημα της κλοπής χρηματικού ποσού ύψους €370 ευρώ. Η προβλεπόμενη από το νόμο ποινή ήταν αυτή των 3 ετών. Στην απόφαση του, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφέρθηκε στην προηγούμενη διαγωγή του Εφεσείοντα και ότι αυτός ουσιαστικά δεν είχε ανταποκριθεί στην επιείκια που του είχε δοθεί αφού βαρύνετο με τρείς προηγούμενες καταδίκες για παρόμοιας φύσης αδικήματα εκ των οποίων στη μία του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης ύψους 12 μηνών για το αδίκημα της απόπειρας διάρρηξης καταστήματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε επίσης στην απόφαση του, ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντα ο οποίος είχε οικογενειακές υποχρεώσεις αφού είχε αποκτήσει 5 παιδιά δεν μπορούσαν από μόνες να καθορίσουν υπερβολικότητα στην ποινή. Όσον αφορά το γεγονός ότι τα κλαπέντα είχαν επιστραφεί, αυτό σύμφωνα με το Εφετείο δεν αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία με αναφορά στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων αφού στη μία περίπτωση ο Εφεσείων είχε συλληφθεί από την αστυνομία επ' αυτοφώρο. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα την καθιστούν όντως σοβαρή. Κατ' αρχήν η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν περιορίστηκε σε ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά την επανέλαβε και σε διάφορες άλλες περιπτώσεις, γεγονός που δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Η δράση του κατηγορουμένου δείχνει στοιχεία του μεγέθους του θράσους, της ψυχρότητας και της αποφασιστικότητας που χαρακτηρίζουν την παράνομη αυτή επιχείρηση του. Αυτά είναι στοιχεία που προσμετρούν εις βάρος του κατηγορουμένου. Δεν αγνοείται επίσης η ποσότητα, η ποικιλία των ειδών που συνθέτουν την κλαπείσα περιουσία καθώς και η μεγάλη αξία αυτής. Σε όλες τις περιπτώσεις λαμβάνεται υπόψη η ταλαιπωρία και ανησυχία που προκλήθηκε στους παραπονούμενους ως αποτέλεσμα της δράσης του κατηγορουμένου. Ακόμη σε όλες τις περιπτώσεις λαμβάνεται υπόψη η ζημιά που όλοι οι παραπονούμενοι επωμίστηκαν από την στέρηση της κατοχής και χρήσης της περιουσίας που κλάπηκε συνεπεία της αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Βεβαίως μέρος της ανευρέθηκε στην πορεία όπως τα κλοπιμαία οχήματα. Ωστόσο η μη επιστροφή όλης της κλαπείσας περιουσίας δείχνει ότι η ζημιά αυτή στους εν λόγω παραπονούμενους θα είναι μόνιμης φύσεως. Παράλληλα λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μέσα από την πιο πάνω παράνομη δραστηριότητα και συμπεριφορά του απέκτησε όφελος εις βάρος των ιδιοκτητών της κλαπείσας περιουσίας που τελικά δεν επιστράφηκε. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος καταπάτησε κατάφωρα το συνταγματικό δικαίωμα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας των ιδιοκτητών των υποστατικών που διέρρηξε και της περιουσίας που έκλεψε επιδεικνύοντας ασέβεια και θράσος. Τέτοια συμπεριφορά μόνο καταδικαστέα μπορεί να είναι. Λαμβάνεται επίσης υπόψη το γεγονός ότι, στην προσοχή του Δικαστηρίου, δεν ετέθη, η πρόθεση, ή έστω, η διάθεσης του Κατηγορουμένου , αποζημίωσης των Παραπονουμένων των προαναφερόμενων υποθέσεων (βλ. Savva v Director of Social Insurance Services
(1980)2 Α.Α.Δ. 126, Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ. α. ν Ορφανίδη κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014 και 115/2014, 25/02/2016, Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Και τούτο, εφόσον, ως έχει προαναφερθεί, η κλοπιμαία περιουσία, στο μεγαλύτερο μέρος της, δεν έχει ανευρεθεί για να μπορεί να επιστραφεί. Η ανάκτησης των κλοπιμαίων ή μέρος αυτών, είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη του Δικαστηρίου ως μετριαστικό της ποινής που θα επιβληθεί σε ένα κατηγορούμενο, αναλόγως πάντοτε των περιστάσεων που οδήγησαν στην ανάκτηση, και δη, εάν η συνδρομή του κατηγορουμένου προς επίτευξη αυτού του αποτελέσματος ήταν ουσιαστική (βλ. Bezanidis v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 785, Σωκράτους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 311/2014, 22/02/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, το μεγαλύτερο μέρος της κλαπείσας περιουσίας, δεν ανευρέθηκε από την Αστυνομία και ο Κατηγορούμενος , δεν φαίνεται να έχει υποδείξει στην Αστυνομία που μπορεί να ανευρεθεί ή ότι μπορεί να ανευρεθεί. Η εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου καταγράφεται να είναι πλούσια και ποικιλόμορφη. Την ίδια στιγμή καταδεικνύει στενή σχέση με διάφορα αδικήματα που σχετίζονται με αυτά της παρούσας υπόθεσης όπως και με υποθέσεις ναρκωτικών. Συνεπώς, σύμφωνα με το ποινικό του μητρώο παρατηρείται από τον κατηγορούμενο μία συστηματική και κατ' εξακολούθηση εγκληματική συμπεριφορά ποικιλόμορφης και συνάμα σοβαρής μορφής με στοιχεία επικινδυνότητας, δεδομένα που επιβαρύνουν τη θέση του. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής:
(1)Την παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο με την οποίαν εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος που αχρείαστα θα αναλωνόταν για την εκδίκαση κάθε μίας περίπτωσης. Αυτή η στάση με βάση τη νομολογία πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15).
(2)Την υπόσχεση που δίδει ότι δεν θα διαπράξει στο μέλλον παρόμοιας φύσεως αδικήματα.
(3)Τη μεταμέλεια του, όπως αυτή επιδεικνύεται εμπράκτως με την παραδοχή του στο Δικαστήριο στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Επίσης λαμβάνω υπόψη σε μειωμένο όμως βαθμό την συνεργασία του με την αστυνομία στο κομμάτι τουλάχιστον της παροχής των παρειακών του επιχρισμάτων.
(4)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, στο βαθμό που αυτές μπορούν να ληφθούν υπόψη σε τέτοιου είδους κατηγορίες, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και αναφέρθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης · Σε ηλικία 2 ετών βίωσε το χωρισμό των γονιών του και μεγάλωσε με τη μητέρα του. · Την απουσία του πατέρα του τον οποίο γνώρισε από κοντά το 2015 όταν ήρθε στην Κύπρο. · Στο παρόν στάδιο βρίσκεται κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές. · Το νεαρό της ηλικίας του αφού είναι ηλικίας 23 ετών. · Δεν διαθέτει τόσο κινητή όσο και ακίνητη περιουσία στη Κύπρο. 5) Ιδιαίτερα θα λάβω υπόψη μου τη διαφαινόμενη έλλειψη καθοδήγησης από την οικογένεια του και τα πολλαπλά προβλήματα που αντιμετώπιζε καθώς επίσης και τα δύσκολα παιδικά χρόνια του κατηγορουμένου, κάτι που σίγουρα τον έκανε ευάλωτο με αποτέλεσμα αυτά προφανώς να συμβάλουν στο να παρασυρθεί στη διάπραξη των αδικημάτων και από τις κακές παρέες τις οποίες είχε. 6) Το ότι τουλάχιστον τα οχήματα που περιγράφονται στις κατηγορίες 3 και 7 έχουν ανευρεθεί και επιστραφεί στους ιδιοκτήτες τους χωρίς οποιαδήποτε ζημιά. Ταυτόχρονα όμως δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε ως προς την επιστροφή των υπόλοιπων κλοπιμαίων για τα οποία προφανώς οι ιδιοκτήτες έχουν υποστεί ζημιά με τη μόνιμη αποστέρηση αυτών. 7) Τα όσα γενικότερα έχει αναφέρει ο συνήγορος υπεράσπισης προς μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου. Περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι τα αδικήματα διαπράχτηκαν ενώ ο κατηγορούμενος τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών. Ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα σε χρόνο που τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, χωρίς, ωστόσο, να μου διαφεύγει ότι, ως χρήστης, έπρεπε να γνωρίζει ότι, βασική επίπτωση της χρήσης ναρκωτικών είναι και η μείωση των αναστολών και των αντιστάσεων, οι οποίες, υπό διαύγεια πνεύματος, ενδεχομένως να αποτελούσαν τροχοπέδη στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Πλην όμως η κατάσταση αυτή του κατηγορουμένου δεν μπορεί να υποβιβάσει τη σοβαρότητα των εγκλημάτων και την αναγκαιότητα για αυστηρή μεταχείριση του. Ταυτόχρονα κατανοώ ότι ο κατηγορούμενος ήταν αντιμέτωπος και με οικονομικά προβλήματα και στερήθηκε και της στήριξης του πατέρα του όπως ο συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε. Αλοίμονο όμως όποιος βρίσκεται σε άσχημη ψυχολογική και/ή οικονομική κατάσταση να προβαίνει σε διαρρήξεις και κλοπές περιουσίας συμπολιτών του. Όπως τονίστηκε στις υποθέσεις Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013, ημερ. 26.03.13, Mixaylov και άλλοι v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 94-96/2011 ημερ. 30.03.12 και Μακρή v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 42, τα οικονομικά προβλήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και/ή αντιμετωπίζει δεν μπορεί να θεωρηθούν ως ελαφρυντικός παράγοντας που θα δικαιολογούσε παρέκκλιση από την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σε υποθέσεις αδικημάτων, όπως στην παρούσα, εναντίον περιουσίας και τούτο με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών. Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές έχουν εκτεθεί αναλυτικά πιο πάνω, είναι ελαφρυντικοί παράγοντες που μαζί με άλλες παραμέτρους λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Την ίδια στιγμή πρέπει να σημειωθεί ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438 και Μιχαήλ. Ψύλλος v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430). Εξετάζω επίσης τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ουσιαστικά εάν τα αδικήματα της 2017/21 Ε.Δ Πάφου βρίσκονταν στη παρούσα υπόθεση, σίγουρα δεν θα επιβαλλόταν δεύτερη ποινή όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στην συγκεκριμένη υπόθεση, αφού ήταν αδικήματα τα οποία αφορούσαν την ίδια περίοδο ήτοι τον Μάρτιο του
- Στη συγκεκριμένη υπόθεση αντιμετώπιζε κατηγορίες για διάρρηξη και κλοπή από κατοικία συνολικής αξίας €1400=. Αναγνώρισε ότι η παρούσα υπόθεση είναι πιο σοβαρή, όμως εισηγήθηκε ότι αυτή θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη με την έννοια ότι η εγκληματική του δραστηριότητα ήταν ενιαία εκείνη την περίοδο. Ως προς το είδος των κατηγοριών , τον χρόνο διάπραξης τους αλλά το ύψος της ποινής που επιβλήθηκε στα πλαίσια της 2017/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Άλλωστε τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται και από το Τεκμήριο 1 που αφορά το ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου. Σε κάθε περίπτωση δεν δόθηκε η όποια εξήγηση γιατί δεν τέθηκε η εν λόγω υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου στην 2017/21, είτε γιατί δεν είχε καταχωρηθεί η εν λόγω υπόθεση στα πλαίσια της οποίας θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη και η 2017/
- Φυσικά όπως προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση, το ένταλμα σύλληψης για την παρούσα υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, φαίνεται να εκδόθηκε την 14.05.21, ενώ ημερομηνία καταδίκης για την 2017/21 Ε.Δ Πάφου φαίνεται να ήταν η 23.06.
- Συνεπώς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ήταν υπό διερεύνηση όταν ήδη εκκρεμούσε η 2017/
- Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής συμφώνησε ότι η παραβατική συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν την ίδια χρονική περίοδο σε κάθε όμως περίπτωση ανέφερε ότι τα πιο πάνω μόνο ως μετριαστικός παράγοντας μπορούν να θεωρηθούν και τόνισε ότι η αρχή της συνολικότητας της ποινής δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Δεν αμφισβήτησε επίσης το ότι σε περίπτωση που στην παρούσα υπόθεση, λαμβανόταν υπόψη η 2017/21 Ε.Δ Πάφου, το Δικαστήριο ενδεχομένως να έβαζε ποινή στις σοβαρότερες κατηγορίες, ήτοι αυτές τις παρούσας περίπτωσης που αφορούν προφανώς και κλοπιμαία πολλαπλάσιας αξίας. Είναι γεγονός ότι στην εν λόγω υπόθεση 2017/21 Ε.Δ Πάφου, ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε της ίδιας φύσης με την παρούσα αδικήματα . Θα πρέπει να αναφερθεί επίσης, ότι η παρούσα υπόθεση δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου να ληφθεί υπόψη στην πιο πάνω υπόθεση κατά το στάδιο της επιβολής ποινής, ούτε και προκύπτει για ποιο λόγο η παρούσα δεν είχε καταχωρηθεί κατά τον ίδιο χρόνο έτσι ώστε στα πλαίσια αυτής ενδεχομένως λόγω και της σοβαρότητας της, να ληφθεί υπόψη η 2017/21 Ε.Δ Πάφου. Παρόλα αυτά όμως, φαίνεται ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει με την παρούσα ο κατηγορούμενος διαπράχθηκαν κατά την ίδια χρονική περίοδο ήτοι τον Μάρτιο του 2021 όπως και τα αδικήματα της ποινικής υπόθεσης 2017/21 και αυτά είναι αδικήματα ίδια φύσεως. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης που είναι σοβαρότερη από την 2017/21, εάν αυτή είχε καταχωρηθεί θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη η 2017/21 για σκοπούς επιβολής της ποινής στην παρούσα αν ζητείτο κάτι τέτοιο. Βασικό στοιχείο της αρχής της συνολικότητας της ποινής είναι ο κατηγορούμενος να τιμωρείται μια φορά για όλη την εγκληματική του συμπεριφορά που έλαβε χώρα κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ή περίοδο και η ποινή στην περίπτωση που αυτή θα είναι διαδοχική με ποινή που επιβλήθηκε σε άλλη υπόθεση να μην καταλήγει να είναι πάνω από το κανονικό επίπεδο των ποινών που επιβάλλονται για το πιο σοβαρό αδίκημα (βλ. Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Παναγιώτης Γ. Δημητρίου (Μιχαήλ) v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 27, Θεοδώρου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφεση Αρ. 72/2010, ημερ. 19/09/2011, Κέρκης v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 433 και Μιχάλης Παραρε v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 46/2013, Ημερομηνίας 20/03/2013). Παραπέμπω επίσης, στην Δημήτρης Βέλιου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 99/12, Ημερ. 22/01/2013 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος. Ωστόσο, όπως η νομολογία επισημαίνει, θέση που μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους, δεν είναι βέβαιο σε μια τέτοια περίπτωση ποια θα ήταν η ποινή που θα επιβαλλόταν στην προηγούμενη υπόθεση αν είχε ζητηθεί η μεταγενέστερη υπόθεση να ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε.» Θα πρέπει να διευκρινιστεί όμως, ότι με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου ο κατηγορούμενος έχει εκτίσει την ποινή που του επιβλήθηκε στην πιο πάνω υπόθεση. Ως εκ τούτου, η όποια ποινή επιβληθεί στην παρούσα υπόθεση δεν είναι δυνατό να συντρέχει με την ποινή που επιβλήθηκε στην άλλη υπόθεση. Απλώς θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και θα ληφθεί υπόψη ότι ενδεχομένως στα πλαίσια της παρούσα υπόθεση που είναι σοβαρότερη της 2017/21 Ε.Δ Πάφου θα μπορούσε να είχε ληφθεί η εν λόγω υπόθεση και το γεγονός αυτό θα αποτελέσει μετριαστικό παράγοντα και θα παίξει ρόλο στο ύψος της ποινής που θα επιβληθεί. Επομένως, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλει τέτοια ποινή έτσι ώστε να μην καταλήγει αυτή να είναι υπέρμετρα δυσανάλογη με την όλη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, με δεδομένο όμως ότι στην παρούσα περίπτωση ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει επίσης πολύ σοβαρές κατηγορίες και βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Επαναλαμβάνω, ότι στην παρούσα ο κατηγορούμενος έχει ήδη εκτίσει την ποινή φυλάκισης 12 μηνών που του είχε επιβληθεί στην άλλη υπόθεση , στοιχείο που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, αφού δεν τίθεται θέμα συνολικής ποινής που θα εκτίσει αλλά ουσιαστικά η παραπομπή του εκ νέου στη φυλακή. Θα λάβω υπόψη μου όλα τα ανωτέρω σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Παραμένει όμως ως γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει ενώπιον του την υπόθεση αυτή στην οποία θα πρέπει να επιβάλει ποινές για τις αξιόποινες πράξεις του κατηγορουμένου λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, που αν δεν υπήρχαν το Δικαστήριο θα επέβαλε ακόμα πιο μεγάλη ποινή. Όσον αφορά την προηγούμενη παραβατική συμπεριφορά του κατηγορουμένου όπως έχει τεθεί στο Δικαστήριο από τις προηγούμενες καταδίκες που έχουν εκτεθεί δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος είναι επιρρεπής σε τέτοιου είδους παραβατικές συμπεριφορές και καθιστούν επιτακτικότατη την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Σε ότι αφορά τις προηγούμενες καταδίκες σημειώνω ότι κανένας βέβαια δεν τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη κατηγορηθεί και τιμωρηθεί. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό ανάλογα με τον αριθμό τον χρόνο και τη φύση των αδικημάτων, την επιείκεια που μπορεί να επιδείξει το Δικαστήριο αφού αποτελούν κυρίως ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των Νόμων. Σχετική είναι υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ.
- Η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου καταδεικνύει ότι αυτός ουδόλως επηρεάζεται από την προσαγωγή του ενώπιον Δικαστηρίων ούτε και την επιβολή ποινών. Επιβλήθηκαν σε αυτόν προγενέστερα πολύμηνες άμεσες ποινές φυλάκισης για πολύ μεγάλο αριθμό σοβαρών αδικημάτων, πλην όμως τίποτε από αυτά δεν τον έχει επηρεάσει σε βαθμό ώστε να έχει την υποχρέωση να τηρεί τους Νόμους. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητική της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3,5 ετών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 ετών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2,5 ετών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 20 μηνών 5η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 ετών 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 20 μηνών 7η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 20 μηνών 8η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο να συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου, όπως αυτή αναδύεται από το βαθμό και έκταση της ποικιλόμορφης συστηματικής και ταυτόχρονα επαναλαμβανόμενης παράνομης δράσης του κατηγορουμένου μέσα από τη διάπραξη επικίνδυνων αδικημάτων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, επιτάσσει την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Τυχόν αναστολή των ποινών φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα εξέπεμπε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα κατά παράβαση της νομολογίας και παραγνωρίζοντας τις ανάγκες και τους σκοπούς της νομοθεσίας. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Νοείται ότι στην έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε στην παρούσα ποινική υπόθεση λαμβάνεται υπόψη η περίοδος που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, ήτοι από τις 06/04/22. (Υπ.) ...................................... Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο