← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΝΤΡΕΑΣ ΣΥΜΕΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1909/22, 21/11/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΝΤΡΕΑΣ ΣΥΜΕΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1909/22, 21/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B70 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1909/22 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον

  1. ΤΑLAL AL MUSTAFA
  2. GEORGIOS KOTANOV
  3. ΑΝΤΡΕΑΣ ΣΥΜΕΟΥ Κατηγορούμενοι ------------- Ημερομηνία: 21 Νοεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο 3 : κα Π. Σιαηλή Κατηγορούμενος - παρών ------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τα ακόλουθα αδικήματα: Κατοχή Πυροβόλων όπλων της Κατηγορίας Γ8, χωρίς άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5

(1), 44, 51
(1)και ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, Μέρος Ι, του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/2004 όπως έχει τροποποιηθεί. (19η κατηγορία) Μεταφορά πυροβόλων όπλων κατηγορίας Γ8 χωρίς άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 28
(1), 51
(1)και ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, Μέρος Ι, του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/2004 όπως έχει τροποποιηθεί. (20η κατηγορία) Μεταφορά εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, όπως έχει τροποποιηθεί (21η κατηγορία). Κατοχή εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, όπως έχει τροποποιηθεί (22η κατηγορία). Κλοπή μετά από προηγούμενη Καταδίκη, κατά παράβαση των άρθρων 255, 266(β) και 272
(1)του Κεφ.
  1. (23η κατηγορία) Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων (κατηγορίες 19 και 20), ο Κατηγορούμενος 3 στις 09/04/2022 είχε στην κατοχή του και μετέφερε πυροβόλα όπλα Γ8, δηλαδή το Φλοπέρ μάρκας ΒΟΙΤΟ με αριθμούς κατασκευής 246717, το ΔΟΚΟ μάρκας PEDRETTI με αριθμό κατασκευής Ρ1439 και ένα ΔΟΚΟ μάρκας SAFARI με αριθμό κατασκευής 192167, χωρίς να είναι κάτοχος άδειας από τον Αρχηγό Αστυνομίας. Επίσης σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων (κατηγορίες 21 και 22), ο Κατηγορούμενος 3 στις 09/04/2022 είχε στην κατοχή του και μετέφερε εκρηκτικές ύλες οι οποίες φαίνονται στο κατηγορητήριο, χωρίς άδεια του Επιθεωρητή εκρηκτικών υλών. Όσον αφορά τις λεπτομέρειες της 23ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος, μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 09/04/22 στην Πάφο, έκλεψε από την κατοικία που βρίσκεται στην οδό Ομόνοιας αρ.2 στη Γεροσκήπου στην Πάφο, το Φλοπέρ μάρκας ΒΟΙΤΟ με αριθμούς κατασκευής 246717, το ΔΟΚΟ μάρκας PEDRETTI με αριθμό κατασκευής Ρ1439 και ένα ΔΟΚΟ μάρκας SAFARI με αριθμό κατασκευής 192167, περιουσία του πατέρα του, Νικόλα Κυριάκου και πριν από τη διάπραξη της πιο πάνω κλοπής, καταδικάστηκε για κλοπή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στην υπόθεση με αριθμό 7186/
  2. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης κάλεσε τρείς μάρτυρες, ήτοι τον Αστ. 2110, Γιώργο Κούρμουζο (Μ.Κ.1), τον Αστ. 3616 Χρίστο Επαμεινώνδα (Μ.Κ.2) και τον Λοχία 3144 Πλαστήρα Σιμιλλίδη. Περαιτέρω κατατέθηκαν από κοινού διάφορα τεκμήρια ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία. Η εισήγηση της κας Σιαηλή ουσιαστικά στηρίχθηκε στο ότι η Κατηγορούσα Αρχή, δεν έχει προσφέρει ικανοποιητική μαρτυρία για να καλύψει τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών τις οποίες τελικά αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
  1. Αναφέρθηκε στις νομικές Αρχές που διέπουν το ζήτημα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Αναφερόμενη στα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων τα οποία τελικά κατηγορείται ο κατηγορούμενος 3, υποστήριξε ότι για τις κατηγορίες 19 και 20, επιβάλλεται η απόδειξη της ιδιότητας του πυροβόλου όπλου και της ταξινομήσεως του ως όπλου κατηγορίας Γ8 και δεδομένης της παντελούς έλλειψης μαρτυρίας σε σχέση με την φύση των τεκμηρίων ως «πυροβόλων όπλων Κατηγορίας Γ8», ανέφερε ότι δεν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία των εν λόγω κατηγοριών. Ανέφερε περαιτέρω ότι η ταξινόμηση ενός όπλου στη σχετική κατηγορία αποτελεί τεχνικό έργο εφόσον για να επιτευχθεί θα πρέπει να γίνουν σε αυτό σχετικές μετρήσεις, αφού ένα όπλο για να χαρακτηριστεί ως κατηγορίας Γ8 θα πρέπει να είναι «μακρύκαννο πυροβόλο όπλο μιας βολής με λεία κάννη του οποίου ο αριθμός των καννών δεν υπερβαίνει τις δυο και το μήκος των καννών δεν είναι μικρότερο των 60 εκατοστών ή 24ων ιντσών. Στην προκειμένη περίπτωση όπως εξηγεί η Κατηγορούσα Αρχή, απέτυχε να παρουσιάσει οποιοδήποτε πιστοποιητικό ή έγγραφο που να αποδεικνύει την ιδιότητα του τεκμηρίου 26 ως «πυροβόλου όπλου» που εμπίπτει στην «κατηγορία Γ8». Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να αθωώσει από το στάδιο αυτό τον κατηγορούμενο, ένεκα του ότι δεν έχει αποδειχθεί πως το τεκμήριο 26 συνιστά «όπλο κατηγορίας Γ8», αλλά ελλείψη μαρτυρίας εμπειρογνώμονα , δεν κατέστη δυνατή η εξαγωγή ασφαλούς και αναμφίβολου συμπεράσματος πως το τεκμήριο είναι «πυροβόλο όπλο», αναφέροντας ότι η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία δεν θα εξυπηρετήσει κανέναν σκοπό παρά να συμπληρώσει τα θεμελιώδη κενά στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Ως προς τις κατηγορίες της κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών, αναφέρθηκε στο άρθρο 2 του Κεφ. 54 για το τι συνιστά «εκρηκτική ύλη». Σύμφωνα με την σχετική ερμηνεία, "εκρηκτική ύλη" σημαίvει πυρίτιδα όπλoυ, vιτρoγλυκερίvη, δυvαμίτιδα, βαμβακoπυρίτιδα, εκρηκτική πυρίτιδα, βρovτώδη υδράργυρo ή άλλα μέταλλα, έγχρωμες φλόγες και κάθε άλλη ύλη, είτε παρόμoια με εκείvα πoυ αvαφέρθηκαv πιo πάvω ή όχι, τα oπoία χρησιμoπoιoύvται ή κατασκευάζovται με σκoπό vα παράγoυv πρακτικό απoτέλεσμα με έκρηξη ή πυρoτεχvικό απoτέλεσμα, και περιλαμβάvει φωτειvά σήματα oμίχλης, πυρoτεχvήματα, θρυαλλίδες, ρoυκέττες, καψύλια, πυρoκρoτήρες, φυσίγγια, πυρoμαχικά κάθε περιγραφής, και κάθε πρoσαρμoγή ή παρασκεύασμα με oπoιαδήπoτε εκρηκτική ύλη όπως καθoρίστηκε πιo πάvω . Θα πρέπει δηλαδή όπως ανέφερε να αποδειχθεί , σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο άρθρο πως το αντικείμενο που έχει κάποιος στην κατοχή του είναι «εκρηκτική ύλη» συμφώνως προς τον ορισμό που δίδεται στο άρθρο
  2. Αφ' ης στιγμής δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία για το γεγονός αυτό, ουσιαστικά δεν υπάρχει μαρτυρία σε σχέση με συστατικό στοιχείο του αδικήματος και ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί από το παρόν στάδιο. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι ουσιαστικά και η μη αμφισβήτηση ότι ένα αντικείμενο συνιστά φυσίγγιο, ήτοι ότι περιλαμβάνεται στην έννοια της εκρηκτικής ύλης, δεν αφαιρεί από την Κατηγορούσα Αρχή την υποχρέωση να παρουσιάσει μαρτυρία περί του ότι αυτό ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Όσον αφορά την κλοπή μετά από προηγούμενη καταδίκη, (Κατηγορία 23) , τόνισε μέσω των αγορεύσεων της, την απουσία του ιδιοκτήτη των σχετικών τεκμηρίων από το να δώσει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ανέφερε ότι ο παραπονούμενος δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο έτσι ώστε να προσφέρει μαρτυρία σε σχέση με τον τρόπο που έφυγαν από την κατοχή του τα εν λόγω αντικείμενα, δεν προσφέρθηκε καμιά μαρτυρία αναφορικά με το πρόσωπο του ανθρώπου που τα αφαίρεσε, ούτε σε σχέση με το εάν αυτός που τα αφαίρεσε ήταν όντως ο κατηγορούμενος 3, ή κάποιο τρίτο πρόσωπο. Τόνισε ότι με τον να μην παρουσιαστεί ο παραπονούμενος να καταθέσει, δεν φαίνεται να προκύπτει εάν υπήρχε συναίνεση ή όχι στην αφαίρεση των αντικειμένων ή εάν αυτή έγινε με τη συγκατάθεση του. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής από την άλλη απέρριψε τα όσα ανέφερε η συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου 3, και ανέφερε ότι το τεκμήριο 26, αναφέρεται ως κυνηγετικό ΔΟΚΟ και ότι από όλο το μαρτυρικό υλικό φαίνεται ξεκάθαρα ότι πρόκειται για πυροβόλο όπλο, που βρίσκεται αυτούσιο κατατεθειμένο στο Δικαστήριο. Επίσης ανέφερε ότι η λέξη ΔΟΚΟ σημαίνει Δίκαννο Οπισθογεμές Κυνηγετικό Όπλο. Ως προς την κατηγορία της κλοπής, ανέφερε ότι υπήρχε αντάλλαγμα και υπήρχε σκοπός αποστέρησης από τον κάτοχο του και αυτό φαίνεται από την ίδια την κατάθεση του κατηγορουμένου το οποίο το πήρε σε άλλο πρόσωπο διότι του χρωστούσε €200= αποκομίζοντας του ουσιαστικά όφελος. Ανέφερε ότι με τη λέξη «σιιηπέτος», που χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη στην Κύπρο, δεν εννοούμε τίποτα περισσότερο από πυροβόλο όπλο όπως αναφέρεται στο νόμο. Ανέφερε επίσης ότι δεν υποβλήθηκε ποτέ στο μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής ότι το τεκμήριο 26 δεν είναι κυνηγετικό πυροβόλο όπλο και εφόσον αυτό δεν αμφισβητήθηκε δεν μπορεί το θέμα αυτό να τίθεται εκ των ύστερων για πρώτη φορά. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, συνοψίζεται ως εξής: Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, τη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 5). Σε αυτήν αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι μετά από τη σύλληψη συγκεκριμένου προσώπου στην οικία του και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμου του απάντησε ότι «το ράδιο και η βαλίτσα εν δικά μου, το όπλο έφερε μου το Αντρέας Συμεού από τη Γεροσκήπου, ξέρετε». Αναφέρθηκε σε διάφορα γεγονότα τα οποία αφορούν άλλο κατηγορούμενο της υπόθεσης η οποία ολοκληρώθηκε σε προγενέστερο στάδιο. Όσον αφορά τη συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορούμενου 3, δεν αντεξετάσε επί οποιουδήποτε θέματος αυτός αναφέρθηκε στην κατάθεση του. Ο Μ.Κ.2 είναι ο αστυφύλακας ο οποίος όπως ανέφερε υπηρετεί στην κατοχή τεκμηρίων του ΤΑΕ Πάφου και είναι ουσιαστικά υπεύθυνος της φύλαξης τεκμηρίων του ΤΑΕ Πάφου. Κατέθεσε ως τεκμήριο 9 κατάλογο με τα προτιθέμενα προς κατάθεση τεκμήρια της υπόθεσης για τα οποία ανέφερε ότι είναι υπεύθυνος φύλαξης. Όσον αφορά τα τεκμήρια αυτά οι συνήγοροι υπεράσπισης δήλωσαν ότι αποδέχονται την κατάθεση αυτών ως τεκμήρια τα οποία ο μάρτυρας έχει στην κατοχή του, όχι όμως ως προς την περιγραφή τους ως φαίνεται στο τεκμήριο
  3. Κατέθεσε τα εν λόγω περιγραφόμενα τεκμήρια ως περιγράφονται στον κατάλογο του τεκμηρίου 9 τα οποία μεταξύ άλλων αφορούσαν ένα αντκείμενο (τεκμήριο 11) το οποίο περιγράφεται ως ΔΟΚΟ Φλοπέρτ Μάρκας ΒΟΙΤΟ , διάφορα φυσίγγια ως περιγράφονται στον κατάλογο τεκμηρίων, όπως επίσης και το Τεκμήριο 26 το οποίο χαρακτήρισε ως ένα κυνηγετικό ΔΟΚΟ . Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι σε σχέση με την παρούσα υπόθεση δεν έκανε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια εκτός από το ότι παρέλαβε τα τεκμήρια στο αρχείο φύλαξης. Ο Μ.Κ.3 υιοθέτησε επίσης ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, τη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 43). Ανέφερε ότι η διερεύνηση της υπόθεσης αυτής εναντίον του κατηγορούμενου 3, ξεκίνησε αφού υπήρξε καταγγελία στο ΤΑΕ Πάφου προηγουμένως από τον πατέρα του, ότι κλάπηκαν δυο ΔΟΚΟ και ένα φλοπέρ από την κατοικία του. Ανέφερε ότι στις 11/04/22 ο κατηγορούμενος 3 συνελήφθηκε μαζί με άλλο πρόσωπο, ήτοι τον Κατηγορούμενο 2, στα πλαίσια άλλης διερευνώμενης υπόθεσης. Κατά τη σύλληψη του ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι «το όπλο έφερε μου το Αντρέας Συμεού, ξέρετε». Ένεκα των πιο πάνω και της δήλωσης που είχε από τον κατηγορούμενο 2, θεώρησε τον κατηγορούμενο ύποπτο για την υπόθεση. Όπως ανέφερε ο κατηγορούμενος 3 στη συνέχεια εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση την οποία κατέθεσε, χωρίς ένσταση, ως τεκμήριο
  4. Αντεξεταζόμενος, αμφισβητήθηκε από την υπεράσπισης κατά πόσο υπήρχε καταγγελία για την κλοπή των όπλων από τον πατέρα του κατηγορούμενου
  5. Η κατάθεση του πατέρα του κατηγορούμενου 3 καταχωρήθηκε ως τεκμήριο προς αναγνώριση και ο ίδιος σε κάθε περίπτωση δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Ανέφερε ότι την κατάθεση του το συγκεκριμένο πρόσωπο την έδωσε μετά που του τηλεφώνησε η αστυνομία μετά την ανέυρεση του όπλου στην κατοχή του κατηγορούμενου 2 και είδαν ότι ήταν γραμμένο στο όνομα του παραπονούμενου πατέρα του κατηγορούμενου
  6. Αναγνώρισε ότι δεν αναφέρετε πουθενά στα όσα ανέφερε ο πατέρας του κατηγορούμενου 3 , ότι δεν είχε την συγκατάθεση του για να του πάρουν τα όπλα. Ανέφερε επανεξεταζόμενος ότι ο κατηγορούμενος 3, δεν ανέφερε πουθενά ότι είχε ή δεν είχε τη συγκατάθεση για να πάρει τα όπλα από τον πατέρα του ενώ ταυτόχρονα στην κατάθεση του, ανέφερε ότι τα έκλεψε. Όσον αφορά το τεκμήριο 45, το οποίο αποτελεί την κατάθεση του κατηγορούμενου 3, σε αυτή φαίνεται να αναφέρεται συνοπτικά ότι έκλεψε από το σπίτι του πατέρα του, «σιιπέτους» και ένα «φλοπέρ» . Τα δυο από αυτά τα κλοπιμαία τα πήγε στο χχχχχχχ ο οποίος τα έβαλε σε διπλανό ακατοίκητο διαμέρισμα από το δικό του διότι του χρωστούσε €200=. Όσον αφορά το τρίτο «σιιηπέτο» δεν θυμάται τι τον έκανε. Σε σχέση με τα υπόλοιπα αντικείμενα που βρέθηκαν στο διαμέρισμα του χχχχχχ ανέφερε ότι δεν έχει καμιά σχέση εκτός από αυτά που αναφέρει στην κατάθεση του. Όπως ανέφερε περαιτέρω έκλεψε και κάτι «φουσσιέκια» και τα πήγε του χχχχχχ. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτη και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες τους αδικήματος της 19ης και της 20ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 3, εκείνο που του η Κατηγορούσα Αρχή του αποδίδει είναι ότι την 09/04/2022, στην Χλώρακα κατείχε και μετέφερε , αντίστοιχα πυροβόλα όπλα Κτηγορίας Γ8, χωρίς να κατέχει την σχετική προς τούτο άδεια. Ως προκύπτει από το άρθρο 4 του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου του 2004 (Ν.113
(1)/04), το οποίο περιέχει πρόνοιες σε σχέση με την απόκτηση, κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων των Κατηγοριών Α, Β και Γ, απαγορεύεται η κατοχή και μεταφορά, μεταξύ άλλων και πυροβόλου όπλου κατηγορίας Γ8, ενώ, σύμφωνα με το εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου, πρόσωπο που επιθυμεί να κατέχει ή μεταφέρει τέτοιο πυροβόλο όπλο, θα πρέπει να υποβάλει γραπτή αίτηση στον Αρχηγό Αστυνομίας, για χορήγηση σχετικής άδειας απόκτησης και κατοχής του συγκεκριμένου όπλου. Παράλειψη συμμόρφωσης με τις προαναφερθείσες διατάξεις, σύμφωνα με το άρθρο 51
(1)του ίδιου, πάντοτε, Νόμου, αποτελεί ποινικό αδίκημα. Τα συστατικά στοιχεία των δυο αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, λοιπόν, είναι, πρώτον, η κατοχή και μεταφορά, αντίστοιχα, και δεύτερον, πυροβόλου όπλου κατηγορίας Γ8. Επί τούτου δε να σημειωθεί ότι με δεδομένες τις πρόνοιες του άρθρου 45 του Ν. 113(Ι)/2004, σύμφωνα με τις οποίες «σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία που αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο για αδίκημα με βάση τον παρόντα Νόμο, στην οποία εγείρεται θέμα περί του κατά πόσον εξεδόθη οποιαδήποτε άδεια σε αυτό βάσει του παρόντος Νόμου, αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο εάν αποδείξει ότι ήταν κάτοχος άδειας κατά τον επίδικο χρόνο». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.113
(1)/04, το οποίο περιέχει τις ερμηνευτικές διατάξεις, «πυροβόλο όπλο» σημαίνει «οποιοδήποτε φορητό όπλο με κάννη, το οποίο εξακοντίζει, είναι σχεδιασμένο να εξακοντίζει ή μπορεί να μετατραπεί ώστε να εξακοντίζει σφαίρα, βολίδα ή βλήμα μέσω της ενέργειας εκρηκτικής ύλης και το οποίο εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο σημείο Ι του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου, εκτός εάν εξαιρείται για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο σημείο ΙΙΙ του εν λόγω Παραρτήματος». Επιπρόσθετα, στο ίδιο άρθρο «όπλο» σημαίνει «μηχανισμό, συσκευή ή αντικείμενο, το οποίο με ωστική δύναμη, που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτοξεύει βλήμα και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπο ή βλάβη σε πράγμα ή περιουσία ή να προκαλέσει πυρκαγιά, περιλαμβανομένων φλογοβόλου, αγωνιστικού τόξου και ηλεκτροφόρου ροπάλου, και περιλαμβάνει τα εξαρτήματα αυτών». Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε μαρτυρία σε σχέση με τα θέματα αυτά, με τρόπο ώστε να στοιχειοθετείται ότι τα αντικείμενα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια ήταν πυροβόλα όπλα για τους σκοπούς του Νόμου. Σχετική επί του θέματος είναι η υπόθεση Ibrahim Mahmood Ajlali ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 337, όπου ο εφεσείοντας κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας για τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1), 51 και 55 του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/2004 και για το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54. Βασιζόμενο αποκλειστικά στη μαρτυρία εμπειρογνώμονα της αστυνομίας, το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το πιστόλι που βρέθηκε στην κατοχή του εφεσείοντα, από αθλητικό πιστόλι που ήταν υπέστη τροποποίηση στο εσωτερικό της κάννης και μετατράπηκε σε πυροβόλο όπλο Κατηγορίας Β
(2), σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων πρόνοιες του Νόμου. Ως εκ τούτου το δικαστήριο καταδίκασε τον εφεσείοντα ο οποίος άσκησε έφεση προβάλλοντας ότι το εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι το ανευρεθέν πιστόλι ήταν πυροβόλο όπλο εντός της εννοίας του νόμου ήταν λανθασμένο. Κατ' έφεση υποστηρίχθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει ουσιώδες στοιχείο του αδικήματος και συγκεκριμένα απέτυχε να αποδείξει ότι το πιστόλι είχε μετατραπεί από μη πυροβόλο όπλο σε πυροβόλο. Το Ανώτατο Δικαστήριο επέτρεψε την έφεση κρίνοντας ότι από τη στιγμή που ο εμπειρογνώμονας αδυνατούσε να τοποθετηθεί, με τη βεβαιότητα που απαιτείται στις ποινικές υποθέσεις, επί του κατά πόσον η τροποποίηση στο εσωτερικό της κάννης με την αφαίρεση μέρους του διαφράγματος, ήταν τέτοιου βαθμού και έκτασης, που κατέστησε το πιστόλι ικανό να εκτοξεύει βλήματα, υπήρχε κενό στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και πιο συγκεκριμένα σε σχέση με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούσαν και αποδείκνυαν τα αδικήματα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με δεδομένα τα πιο πάνω, λοιπόν, και ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας ότι τα τεκμήρια 11 και 26 είναι πυροβόλα όπλα εν τη εννοία του Ν. 113(Ι)/2004, κρίνεται ότι η Κατηγορούσα αρχή απέτυχε να παρουσιάσει μαρτυρία ως προς το συστατικό αυτό στοιχείο αναφορικά με τις κατηγορίες 19 και 20 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 3. Το γεγονός ότι αναφέρθηκε για παράδειγμα ότι το τεκμήριο 26 είναι κυνηγετικό όπλο δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο ότι αυτό είναι και πυροβόλο όπλο, ούτε τέθηκε μαρτυρία από την πλευρά της κατηγορούσας Αρχής η οποία να αναφέρει ότι οι «σιιηπέτοι» και το φλοπέρ του επικαλείται ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του ήταν πυροβόλα όπλα εν τη έννοια του νόμου. Ούτε περαιτέρω ότι αυτά ήταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες τους αδικήματος της 21ης και της 22ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 3, εκείνο που του η Κατηγορούσα Αρχή του αποδίδει είναι ότι την 09/04/2022, στην Χλώρακα κατείχε και μετέφερε , εκρηκτικές ύλες, χωρίς να κατέχει την σχετική προς τούτο άδεια από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών. Σε ότι αφορά τώρα τα πιο πάνω, σχετικό είναι το άρθρο 4
(4)(δ) του Κεφ.54 το οποίο έχει ως ακολούθως: «
(4)Πρόσωπο το οποίο - (α). (δ) μεταφέρει ή έχει στην κατοχή του (ζ) χρησιμοποιεί ή αποπειράται να χρησιμοποιήσει, οποιαδήποτε εκρηκτική ύλη χωρίς να είναι κάτοχος άδειας ή έγκρισης (το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει ο ίδιος), είναι ένοχο αδικήματος, και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. Οποιαδήποτε εκρηκτική ύλη σχετικά με την οποία υπάρχουν εύλογες υποψίες ότι διαπράχθηκε αδίκημα με βάση τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, δύναται να κατάσχεται από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών και να καταστρέφεται, από αυτό με τη συγκατάθεση του προσώπου που θεωρείται ύποπτο για τη διάπραξη του αδικήματος ή να δημεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12Α.» Με βάση δε τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου στο άρθρο 2, «"εκρηκτική ύλη" σημαίvει πυρίτιδα όπλoυ, vιτρoγλυκερίvη, δυvαμίτιδα, βαμβακoπυρίτιδα, εκρηκτική πυρίτιδα, βρovτώδη υδράργυρo ή άλλα μέταλλα, έγχρωμες φλόγες και κάθε άλλη ύλη, είτε παρόμoια με εκείvα πoυ αvαφέρθηκαv πιo πάvω ή όχι, τα oπoία χρησιμoπoιoύvται ή κατασκευάζovται με σκoπό vα παράγoυv πρακτικό απoτέλεσμα με έκρηξη ή πυρoτεχvικό απoτέλεσμα, και περιλαμβάvει φωτειvά σήματα oμίχλης, πυρoτεχvήματα, θρυαλλίδες, ρoυκέττες, καψύλια, πυρoκρoτήρες, φυσίγγια, πυρoμαχικά κάθε περιγραφής, και κάθε πρoσαρμoγή ή παρασκεύασμα με oπoιαδήπoτε εκρηκτική ύλη όπως καθoρίστηκε πιo πάvω·» Αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία που το Δικαστήριο έχει ενώπιον του, είναι ότι τα τεκμήρια που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικά τα φυσίγγια τα οποία έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι έγινε δήλωση ότι η υπεράσπιση αποδέχεται την κατάθεση τους ως αντικείμενα τα οποία είχε στην κατοχή του ο ΜΚ2 και παρά το γεγονός ότι αναφέρθηκαν ως φυσίγγια, η κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε ουδεμία μαρτυρία ότι αυτά, βρίσκονται σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Ακόμα και η μη αμφισβήτηση ότι αυτό τα αντικείμενα αυτά συνιστούν φυσίγγια, ήτοι περιλαμβάνεται στην έννοια της εκρηκτικής ύλης, δεν αφαιρεί από την Κατηγορούσα Αρχή την υποχρέωση να παρουσιάσει μαρτυρία περί του ότι αυτό ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση, ότι δηλαδή, σύμφωνα με το άρθρο 2, «τα oπoία χρησιμoπoιoύvται ή κατασκευάζovται με σκoπό vα παράγoυv πρακτικό απoτέλεσμα με έκρηξη ή πυρoτεχvικό απoτέλεσμα». Το ότι τα φυσίγγια αποτελούν εκρηκτική ύλη εν τη εννοία του νόμου προκύπτει ευθέως από το άρθρο 2 του Κεφ.54. Παρά ταύτα ουδεμία μαρτυρία τέθηκε περί του ότι αυτό ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Ελλείψει συστατικού στοιχείου και αυτές οι κατηγορίες είναι καταδικαστέες σε απόρριψη. Το γεγονός επίσης ότι ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του τεκμήριο 45 αναφέρει ότι έκλεψε και κάτι «φουσίεκκια» επίσης κρίνω ότι αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό προς απόδειξη των συστατικών στοιχείων της κατηγορίας, ενόψει του ότι πρώτον ο ίδιος δεν είναι σε θέση ως ειδικός με μόνη αυτή την αναφορά για να θεωρηθεί ότι αυτά εμπίπτουν στην έννοια της εκρηκτικής ύλης, αλλά και ούτε έχει αναφερθεί οτιδήποτε ότι αυτά ήταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Επίσης και σε αυτή την περίπτωση και όσα αναφέρθηκαν αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία πληρούσα όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Το γεγονός αυτό έχει επίδραση στην απόδειξη της κατηγορίας καθότι στερεί από το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο τα εν λόγω φυσίγγια αποτελούν εκρηκτική ύλη εντός της έννοιας του Νόμου. Δηλαδή, κατά πόσο μπορούσαν να παράξουν πρακτικό αποτέλεσμα με έκρηξη και γενικά κατά πόσο ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση και αποτελούσαν εκρηκτική ύλη εντός της εννοίας του Νόμου. Επομένως, δεν έχει υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία ότι τα φυσίγγια που ανευρέθηκαν στο όχημα του κατηγορουμένου αποτελούν εκρηκτική ύλη εντός της έννοιας του Νόμου, συστατικό στοιχείο προς απόδειξη των εν λόγω κατηγοριών. Περαιτέρω στην παρούσα υπόθεση τα φυσίγγια που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια στο Δικαστήριο, δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία τα συνδέει με τα όσα ο κατηγορούμενος 3 αναφέρει στην κατάθεση του. Πως τα εν λόγω «φουσίεκκια» τα οποία αναφέρει ο κατηγορούμενος 3 στην κατάθεση του συνδέονται με τα φυσίγγια τα οποία έχουν καταχωρηθεί στο Δικαστήριο. Επομένως, δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε στην προσωπική του κατοχή τα εν λόγω φυσίγγια και είχε τον φυσικό τους έλεγχο, στοιχείο απαραίτητο για την απόδειξη της κατοχής τους. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71 η οποία αφορούσε κατηγορίες κατοχής ιχνών εκρηκτικής ύλης αναφέρθηκαν τα εξής: «Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία η κατοχή εξυπακούει φυσικό έλεγχο του αντικείμενου, μαζί με γνώση του κατηγορούμενου ότι το έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του.» Η 23η Κατηγορία σχετίζεται με το αδίκημα της κλοπής. Το αδίκημα αυτό διέπεται από τα άρθρα 255 και 262 του Κεφ.
  1. Συνδυασμένη μελέτη των εν λόγω άρθρων καθιστούν σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι τα πιο κάτω: (α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή και αποκόμισε περιουσία του παραπονούμενου και (β) η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (γ) ότι αυτό έγινε χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη και (δ) ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε με δόλιο τρόπο ή (ε) αν ο κατηγορούμενος κατέχει την περιουσία της παραπονούμενης νόμιμα με δόλιο τρόπο σφετερίζεται τη χρήση της για λογαριασμό του ιδίου ή άλλου προσώπου εκτός από την παραπονούμενη και (στ) ότι κατά τον χρόνο απόκτησης κατοχής ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να αποστερήσει μόνιμα την περιουσία από την παραπονούμενη. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής που φέρεται να συνδέει τον κατηγορούμενο με την υπόθεση αυτή είναι το τεκμήριο 45, ήτοι η θεληματική κατάθεση την οποία έδωσε στο ΜΚ3 ο Κατηγορούμενος
  2. Η εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης του Κατηγορούμενο 3 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και αυτό γιατί με το Τεκμήριο 45 προκύπτει ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος 3 παραδέχεται ότι έκλεψε από το σπίτι του πατέρα του τα αναφερόμενα στην κατάθεση του αντικείμενα τα δύο από τα οποία τα έδωσε σε τρίτο πρόσωπο για €200= που του χρωστούσε. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ομολογία του εγκλήματος, εφόσον γίνεται δεκτή ως εκούσια, μπορεί αφ' εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του κατηγορουμένου. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δεν διέπραξαν (Παναγή (Καυκαρής) v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203). Μάλιστα η ομολογία ενοχής έχει αποκαλεστεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο τρόπος αξιολόγησης μιας ομολογίας περιλαμβάνει δύο στάδια: πρώτον την εξέταση της θεληματικότητας αυτών των δηλώσεων και δεύτερον τη βαρύτητα και αποδεικτική σημασία που μπορεί να αποδοθεί στο περιεχόμενο τους. Ως εκ τούτου κρίνεται ότι υπάρχει μαρτυρία η οποία χρήζει αξιολόγησης. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 3 αναφορικά τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου 19, 20, 21 και 22. Περαιτέρω η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι εξόφθαλμα ανεπαρκής και αντικειμενικά αδύνατη σε βαθμό τέτοιο που να μην μπορεί από αυτό το στάδιο να στηρίξει καταδίκη του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τυχόν κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία θα είναι όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις αδυναμίες, τις ατέλειες και τα κενά που εξόφθαλμα παρατηρούνται στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος 3 απαλλάσσεται και αθωώνεται στις κατηγορίες αυτές που αντιμετωπίζει. Όσον αφορά την 23η κατηγορία, ο κατηγορούμενος 3 καλείται να προβάλει την υπεράσπιση του. (Υπ.) ................................. Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.