Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. BORIS ATANASOV, Αρ. Υπόθεσης: 6898/22, 11/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Μ. Παπαλλά Αρ. Υπόθεσης: 6898/22 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v BORIS ATANASOV Ημερομηνία: 11 Οκτωβρίου 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Μ. Παπαγεωργίου Για τον Κατηγορούμενο: κος. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 3 κατηγορίες οι οποίες αφορούν:
- Κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ νυκτός επί σκοπώ την διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 296(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (1η κατηγορία).
- Παράνομη κατοχή περιουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία).
- Αλήτες και Πλάνητες, κατά παράβαση του άρθρου 189(ε) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (3η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος την 10/10/2022 απάντησε στο κατηγορητήριο μη παραδεχόμενος τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Στη συνέχεια, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε αίτημα όπως ο Κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την έναρξη της δίκης του. Πιο συγκεκριμένα στήριξε το αίτημα κράτησης του Κατηγορούμενου στον κίνδυνο διάπραξης ιδίων ή άλλων αδικημάτων. Προς υποστήριξη του αιτήματος του μάλιστα ζήτησε και κατέθεσε ως Τεκμήριο Α, δέσμη εγγράφων αποτελούμενη μεταξύ άλλων με 3 καταχωρημένες υποθέσεις ήτοι την 127/19 και 3339/21, υποθέσεις οι οποίες είναι ήδη ορισμένες για ακρόαση και την ποινική υπόθεση 4387/22 η οποία είναι ορισμένη για επίδοση. Επίσης καταχωρήθηκαν ως μέρος του Τεκμηρίου Α οι 3 προηγούμενες καταδίκες με τις οποίες ο Κατηγορούμενος βαρύνεται στις υποθέσεις 1904/19, 5478/18 και 5184/
- Ήταν η θέση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ότι ο Κατηγορούμενος με βάση το όλο ιστορικό του το οποίο προκύπτει από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, παρουσιάζει τάση και ροπή προς το έγκλημα ιδιαίτερα δε, σε αδικήματα που στρέφονται κατά της περιουσίας. Αποτέλεσε εν κατακλείδι θέση του κ. Παπαγεωργίου ότι αν ο Κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος υπάρχει κίνδυνος να διαπράξει άλλα νέα αδικήματα. Το αίτημα για κράτηση του Κατηγορουμένου προσέκρουσε στην ένσταση της υπεράσπισης. Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου δεν αμφισβήτησε ούτε τον αριθμό των εκκρεμούσων υποθέσεων που παρουσιάστηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή εναντίον του, αλλά ούτε και τις 3 προηγούμενες καταδίκες με τις οποίες βαρύνεται. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου όμως υπέδειξε ότι όσον αφορά τις προηγούμενες καταδίκες που παρουσιάστηκαν, αυτές αφορούν αδικήματα του 2017 μέχρι το 2020 και ανέφερε ότι αυτό από μόνο του δεν δείχνει ροπή προς το έγκλημα. Σε σχέση με τις εκκρεμούσες υποθέσεις, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ανέφερε ότι σε σχέση με την υπόθεση υπ. αρ. 4387/22 τα αδικήματα με τα οποία ο Κατηγορούμενος βρίσκεται αντιμέτωπος, είναι εντελώς διαφορετικής φύσης. Όσον αφορά την ποινή που ενδεχομένως να επιβληθεί στην παρούσα περίπτωση ανέφερε ότι δεν μπορεί να συγκριθεί με τις ποινές που επιβάλλονται σε διαρρήξεις και ότι πρόκειται για κατηγορίες ήσσονος σημασίας. Εν κατακλείδι ο συνήγορος του Κατηγορουμένου υποστήριξε ουσιαστικά ότι από το όλο ιστορικό του πελάτη του, δεν καταδεικνύεται ούτε η τάση του αλλά ούτε και η ροπή του προς το έγκλημα και συνακόλουθα το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής πρέπει να απορριφθεί. Το Δικαστήριο εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης Κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των Κατηγορουμένων στο δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή, εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
- Η πιθανότητα μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο.
- Η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων.
- Η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι λοιπόν απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω λόγων για να διαταχθεί τέτοια κράτηση (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Ως έχει προαναφερθεί, το αίτημα της Κατηγορούσας αρχής στην παρούσα εδράζεται μόνο στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων και έτσι δεν τίθεται θέμα εξέτασης άλλων λόγων. Ως λέχθηκε στην Τσιάκκας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164, η προέλευση του κανόνα που επιτρέπει την κράτηση Κατηγορουμένου, όπου διαφαίνεται κίνδυνος επανάληψης ή διάπραξης άλλου αδικήματος, εντοπίζεται στην πολιτική του δικαίου για την πρόληψη του εγκλήματος. Η δε νομολογία μας είναι εναρμονισμένη, σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα, με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. Clooth v. Belgium A225, para 40 [1991] και Matznetter v. Austria, A10, p. 33 [1969]). Περαιτέρω στην ίδια υπόθεση με παραπομπή στην Σιακκαλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130 λέχθηκε ότι η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον, δεν μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Αρκεί εάν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Δεν απαιτείται δε ακριβής μαρτυρία για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος. Ως λέχθηκε περαιτέρω στη Σιακκαλής (ανωτέρω) πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξ άλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου στο μέλλον, συμπεριφορά για την οποία το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, με βάση το σύνολο του υλικού που βρίσκεται ενώπιον του συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού του κατηγορουμένου ή άλλων περιστάσεων (βλ επίσης και Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 503). Η πρόβλεψη λοιπόν για την ύπαρξη και αποτίμηση κινδύνων, οι οποίοι σταθμίζονται κατά την εξέταση θέματος κράτησης, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τέτοια στοιχεία είναι η συμπεριφορά του υποδίκου σε προηγούμενες περιπτώσεις ή οι προηγούμενες καταδίκες του και μάλιστα όχι κατ' ανάγκη για παρόμοια αδικήματα, η πιθανολόγηση περί της ήδη διάπραξης στο μεταξύ άλλων αδικημάτων αλλά και τάσεις που επιδεικνύει και ανάγονται στο μέλλον και για τις οποίες μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα βασιζόμενο μεταξύ άλλων στο ιστορικό του ή σε άλλες περιστάσεις (βλ. Χ" Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 ). Στη Μιχαηλίδης ν. Αστυνομία (Αρ.2)
(2006)2 Α.Α.Δ 255 λέχθηκε δε ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών αλλά μπορεί να συνσταθμιστούν και άλλοι παράγοντες όπως η εκκρεμότητα άλλων ποινικών υποθέσεων. Το ίδιο ουσιαστικά κρίθηκε και στην Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 567 όπου λέχθηκε ότι η ύπαρξη άλλων ποινικών υποθέσεων που εκκρεμούν μπορεί ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης να οδηγήσουν σε κατάληξη ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων ανεξαρτήτως της ύπαρξης προηγούμενων καταδικών. Σχετική με το υπό εξέταση θέμα είναι και η ύπαρξη υποθέσεων υπό διερεύνηση (βλ. Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 432). Στη Σιακαλλής ανωτέρω λέχθηκε επίσης ότι «η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν περιορίζεται κατ' ανάγκη σε παρόμοιο με το υπό εκδίκαση αδίκημα». Η έννοια της εξέτασης της πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος δεν συνδέεται μόνο με το υπό εξέταση αδίκημα, αλλά και με την επιθυμία προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Ακόμα μπορεί να λεχθεί ότι εξυπηρετούνται και τα συμφέροντα του ίδιου του Κατηγορούμενου ο οποίος λόγω του περιορισμού του αποτρέπεται από τη διάπραξη νέων αδικημάτων που επιφέρουν τιμωρία». Στην Κωνσταντινίδης ανωτέρω λέχθηκε ότι η διασφάλιση της απρόσκοπτης πορείας της δικαιοσύνης και η αποτροπή διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελούν ζητήματα υψίστου δημοσίου συμφέροντος έναντι των οποίων πρέπει να υποχωρούν τα συμφέροντα των κατηγορουμένων περιλαμβανομένου και εκείνου της ατομικής ελευθερίας. Στην υπόθεση Ιωσήφ Ιωσήφ v Aστυνομίας Ποιν. Εφεση 73/2017 ημερ.20/03/17 ο εφεσείοντας βαρύνετο με δύο προηγούμενες καταδίκες. Στην μία εξ αυτών είχαν ήδη διαρρεύσει 13 χρόνια ενώ στην άλλη 6 από την ημερομηνία της καταδίκης μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία διατάχθηκε η κράτηση του Εφεσείοντα μέχρι τη δίκη του αφού έκρινε ότι το ιστορικό του, με βάση μεταξύ άλλων την ύπαρξη των δύο προηγούμενων καταδικών καθώς και των κατηγοριών που αντιμετώπιζε στην προκείμενη περίπτωση ήταν ικανό να αποκαλύψει την τάση του εφεσείοντα στο να επιδίδεται σε εγκληματική δράση. Κρίθηκε μάλιστα ότι ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων εκτιμάται από το όλο ιστορικό και την όλη συμπεριφορά που αποδίδεται σε κάποιο πρόσωπο αφού συνυπολογιστούν ορθά όλοι οι σχετικοί παράγοντες. Μάλιστα στη συγκεκριμένη υπόθεση το ιστορικό του Εφεσείοντα περιλάμβανε διαφορετικής φύσεως αδικήματα όπως τροχαίες παραβάσεις, αδικήματα που στρέφονταν ενάντια στην περιουσία αλλά και αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικές ουσίες. Στρεφόμενος τώρα στην παρούσα υπόθεση και έχοντας κατά νού τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο το ιστορικό του Κατηγορούμενου με βάση πάντοτε τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου μπορεί να δικαιολογήσει το αίτημα που έχει υποβληθεί από την Κατηγορούσα Αρχή για κράτηση. Χωρίς φυσικά σε καμιά περίπτωση να παραγνωρίζεται το τεκμήριο της αθωότητας του Κατηγορούμενου. Εξετάζοντας το Τεκμήριο Α διαπιστώνω ότι ο Κατηγορούμενος εκτός από την παρούσα υπόθεση, αντιμετωπίζει ακόμη 3 στον αριθμό υποθέσεις. Η υπόθεση 127/2019 αφορά αδίκημα που έγινε το 2017 και αφορά κλοπή από κλειδωμένο κιβώτιο, η υπόθεση 3339/21 αφορά αδικήματα που έγιναν το Σεπτέμβριο του 2020 και αφορούν τις κατηγορίες της κλοπή μετά από προηγούμενη καταδίκη και της έκθεσης επί οχήματος διακριτικών σημείων άλλου οχήματος και η 4387/22 αφορά αδικήματα από έγιναν την περίοδο Ιουνίου με Ιούλιο του 2022 και αφορούν μεταξύ άλλων αδικήματα βίας στην οικογένεια. Μάλιστα τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται στις πρώτες δυο υποθέσεις είναι αδικήματα τα οποία στρέφονται κατά περιουσίας. Στο σημείο αυτό οφείλω να αναφερθώ και στο ίδιο το κατηγορητήριο που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με αυτό, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ νυκτός , αδίκημα το οποίο του αποδίδεται ότι το διέπραξε τον Οκτώβριο του 2022, όπως επίσης και το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας. Έχοντας υπόψη αυτά και λαμβάνοντας υπόψη και την σχετική νομολογία, ειδικότερα αναφερόμενος και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου
(2001)2 Α.Α.Δ. 373, θεωρώ ότι η εκκρεμότητα υποθέσεων εναντίον του κατηγορούμενου αποτελεί παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη σε αιτήματα για κράτηση, όπως επίσης και οι προηγούμενες καταδίκες και προς τούτο μπορεί να σταθμιστούν αυτά τα δεδομένα σε συνάρτηση προς τα υπόλοιπα. Ειδικότερα όσον αφορά τις προηγούμενες καταδίκες, σύμφωνα με το Τεκμήριο Α, αυτές αφορούν καταδίκες για δόλια ιδιοποίηση τρεχούμενου ύδατος, κακόβουλης ζημιάς, διαρρήξεις και κλοπές. Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα αυτά και σημειώνοντας ότι κατ' ουσία αυτός ο λόγος, ο κίνδυνος δηλαδή διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μεσοδιάστημα σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου από πιθανές παράνομες πράξεις του κατηγορούμενου, θεωρώ ότι στην παρούσα υπόθεση τα δεδομένα τα οποία μου έχουν τεθεί είναι τέτοια που ικανοποιούν αυτό τον παράγοντα. Θεωρώ δηλαδή ότι δημιουργείται στη βάση των δεδομένων που έχω μπροστά μου η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων από τον κατηγορούμενο, σε περίπτωση που αυτός παραμείνει ελεύθερος. Προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος συν τοις άλλοις, παρουσιάζει τάση και ροπή προς τη διάπραξη και παρόμοιας φύσης αδικημάτων, όπως δηλαδή στη διάπραξη αδικημάτων που στρέφονται κατά της περιουσίας. Λαμβάνοντας λοιπόν σχετική καθοδήγηση από τη Νομολογία την οποία έχω παραθέσει ανωτέρω κρίνω ότι υπάρχει στην παρούσα περίπτωση πιθανότητα διάπραξης ιδίων ή άλλων αδικημάτων σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Κατά συνέπεια ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια εκδίδω διάταγμα για την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την........, που είναι ορισμένη η παρούσα υπόθεση για εκδίκαση. (Υπ) .............. Χρ. Μ. Παπαλλάς , Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο