← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2687/22, 2/12/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2687/22, 2/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. M. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2687/22 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ημερομηνία: 02 Δεκεμβρίου 2022 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Μ. Παπαγεωργίου. Για τον Κατηγορούμενο: κα. Ε. Χρ. Γεωργιάδου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ενοχή σε οκτώ

(8)κατηγορίες που αφορούν αδικήματα τα οποία διέπραξε κατά παράβαση των διατάξεων του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977. (Κατηγορίες 1 μέχρι 8) . Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α', δηλαδή κοκαΐνης συνολικού βάρους 45,33 γραμμαρίων, η 2η κατηγορία παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α', με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα , δηλαδή κοκαΐνης συνολικού βάρους 45,33 γραμμαρίων, η 3η κατηγορία αφορά παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α', δηλαδή ζυγαριά ακριβείας USA στην οποία ανιχνεύθηκαν ίχνη κοκαΐνης, η 4η κατηγορία αφορά παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α', δηλαδή κοκαΐνης, η 5η κατηγορία παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', δηλαδή κάνναβη συνολικού βάρους 39,78 γραμμαρίων, 6η κατηγορία παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα , δηλαδή κάνναβης συνολικού βάρους 39,78 γραμμαρίων, 7η κατηγορία αφορά παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', δηλαδή ζυγαριά ακριβείας USA στην οποία ανιχνεύθηκαν ίχνη κάνναβης και 8η κατηγορία αφορά παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', δηλαδή κάπνισε κάνναβη. Σύμφωνα με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης και καταχωρήθηκαν από κοινού ως Τεκμήριο 1, την 13/05/2022, κατόπιν πληροφορίας για κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών από τον κατηγορούμενο, μέλη της ΥΚΑΝ, κατόπιν σχετικής παρακολούθησης εντόπισαν τον κατηγορούμενο να οδηγεί αυτοκίνητο με συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής και να σταθμεύει στο χώρο στάθμευσης του διαμερίσματος όπου διαμένει. Μόλις ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την παρουσία των μελών της ΥΚΑΝ, τράπηκε πεζός σε φυγή. Η κίνηση αυτή του κατηγορουμένου, προκάλεσε την εύλογη υπόνοιά των μελών της ΥΚΑΝ ότι πιθανόν να έχει οτιδήποτε παράνομο στην κατοχή του και έγινε προσπάθεια ανακοπής του καταδιώκοντας τον, πράγμα που τελικώς επιτεύχθηκε. Ανέφερε ο κατηγορούμενος, μετά την επιτυχή ανακοπή του, ότι δεν έχει οτιδήποτε παράνομο στην κατοχή του, αλλά έχει στο διαμέρισμα του «κάνναβη και κόκα» και τους ανέφερε «Να πάμε να σας τα δώκω». Μετά από έρευνα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε, δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε. Στη συνέχεια διενεργήθηκε έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου. Πριν από την έναρξη της έρευνας , ο κατηγορούμενος άνοιξε ένα συρτάρι της κουζίνας της οικίας του και παρέδωσε μια μαύρη ρούχινη θήκη όπου όταν ανοίχθηκε διαπιστώθηκε ότι εντός αυτής υπήρχαν διάφορες ουσίες. Περαιτέρω εντοπίστηκε μια ζυγαριά ακριβείας μάρκα USA πάνω στην οποία υπήρχαν ίχνη ποσότητας άσπρης σκόνης και πράσινης ξηρής φυτικής ύλης. Σε υπόδειξη του ΜΚ4 ότι η ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης που εντοπίστηκε ως πιο πάνω, ομοιάζει με κοκαΐνη η κατοχή και χρήση των οποίων απαγορεύεται, απάντησε «εν ούλα δικά μου». Από τις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους και την εξέταση των τεκμηρίων , εντοπίστηκαν συνολικά 45,33 γραμμάρια κοκαΐνης και 39,78 γραμμάρια κάνναβης. Ερχόμενος στο ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι αυτός βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Σε σχέση με το θέμα αυτό κατατέθηκε δέσμη εγγράφων ως Τεκμήριο 5, επί του περιεχομένου των οποίων αμφότερα μέρη συμφωνούν στο σύνολο του. Με βάση το Τεκμήριο 5 ο κατηγορούμενος στην:
(1)Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 3402/12 στις 15/11/12 καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου σε 10 κατηγορίες στις οποίες του επιβλήθηκαν ποινές με μεγαλύτερη 2,5 χρόνια που αφορούσε τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β. Στην επιβολή των ποινών λήφθηκαν υπόψη οι ποινικές υποθέσεις υπ' αριθμό 6172/12, 4292/11 και 3776/12.
(2)Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 6677/17 στις 16/02/2018 καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα όπου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 30 μηνών . Στην επιβολή των ποινών λήφθηκαν υπόψη οι ποινικές υποθέσεις υπ' αριθμό 7180/17, 6681/17 και 6676/17 που αφορούσαν επίσης αδικήματα μεταξύ άλλων που αφορούν παράβαση του Ν.29/
  1. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο τους (Τεκμήρια 3 και 4) ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 31 ετών, παντρεμένος και πατέρας δυο ανήλικων παιδιών ηλικίας 8 ετών το πρώτο από σχέση που διατηρούσε στο παρελθόν και το άλλο 1 έτους σήμερα από την σχέση του με την τωρινή του σύζυγο. Στο στάδιο αυτό βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές και έτσι δεν διαθέτει εισοδήματα. Πριν από τη σύλληψη του ο κατηγορούμενος είχε ανοίξει δική του επιχείρηση και συγκεκριμένα περίπτερο μαζί με τον αδελφό του. Μετά από σχέση με γυναίκα από τη Βουλγαρία απέκτησε το πρώτο του παιδί που αναφέρεται ανωτέρω, 8 ετών σήμερα. Λόγω των προβλημάτων που προέκυψαν στις διαπροσωπικές τους σχέσεις χώρισαν όταν το παιδί ήταν περίπου 1,5 έτους. Ο κατηγορούμενος μετά το χωρισμό, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 30 μηνών. Το παιδί διέμενε με την εκ πατρός γιαγιά μέχρι την απόλυση του. Έκτοτε διέμενε με τον κατηγορούμενο μέχρι την σύλληψη του τον Μάϊο του
  2. Όπως ανέφερε μετά τη σύλληψη του, την ευθύνη του παιδιού ανέλαβε ο αδελφός του κατηγορούμενου, ο οποίος φροντίζει το παιδί και το βράδυ κοιμάται στη μητέρα. Το 2020 συνήψε γάμο με γυναίκα από τη Ρουμανία και μαζί απέκτησαν ένα παιδί ηλικίας σήμερα 1 έτους. Με τη σύζυγο του διατηρεί πολύ καλή σχέση η οποία τον στηρίζει μέχρι σήμερα. Ο κατηγορούμενος προέρχεται από διασπασμένη πολυμελή οικογένεια χαμηλής κοινωνικό-οικονομικής κατάστασης. Είναι ο δεύτερος από τα έξι συνολικά παιδιά της πατρικής του οικογένειας. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο κατηγορούμενος ήταν σε ηλικία 18 ετών. Επίσης δεν επιθυμούσε να αναφέρει οτιδήποτε γιατί σήμερα δεν έχει την οποιαδήποτε σχέση με τους γονείς του. Η μητέρα του σύναψε νέο γάμο από τον οποίον απέκτησε άλλα δύο παιδιά. Ο κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι τη Β' Τάξη Γυμνασίου όπου και διέκοψε για να εργαστεί. Από 13 χρονών άρχισε να κάνει χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Στο παρελθόν όπως αναφέρεται, εξέτισε ποινές φυλάκισης για αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά. Περαιτέρω σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στο Γραφείο Ευημερίας, τα εισοδήματα τα οποία είχε από το περίπτερο ήταν €868= μηνιαίως και με τα χρήματα που λαμβάνει συντηρεί τα παιδιά του. Στην αγόρευση της (Τεκμήριο 2), η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Την παραδοχή του κατηγορουμένου στην Αστυνομία και στο Δικαστήριο εκφράζοντας τη μεταμέλεια του.
(2)Τη συνεργασία του κατηγορουμένου με την Αστυνομία. Σύμφωνα με τη συνήγορο υπεράσπισης ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε στους αστυνομικούς ότι τα ναρκωτικά δεν ήταν στο αυτοκίνητο και ήταν στην οικία του, δίνοντας την συγκατάθεση του για την έρευνα στην οικία του. Άνοιξε το συρτάρι της κουζίνας και έβγαλε το τσαντάκι που περιείχε τα ναρκωτικά και το παρέδωσε στην αστυνομία.
(3)Τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου και ειδικότερα την δύσκολη παιδική ηλικία που είχε. Ο κατηγορούμενος όπως αναφέρει σταμάτησε το σχολείο και έγινε χρήστης ναρκωτικών από πολύ νεαρή ηλικία. Έχει δυο ανήλικά παιδία, ένα γιο 8 χρονών από τον προηγούμενη του σχέση και μια θυγατέρα 1 έτους, από τον γάμο του. . Η σύζυγος του δεν εργάζεται για να είναι με το βρέφος. Ο κατηγορούμενος δυσκολευόταν για χρόνια να βρει σταθερή εργασία λόγω κυρίως του μητρώου του. Μερικούς μήνες πριν τη σύλληψη του, άνοιξε επιχείρηση περιπτέρου με τον αδελφό του και έπαιρνε μισθό 800 ευρώ. Επίσης ανέφερε ότι όπως αναφέρει στην έκθεση του και το γραφείο ευημερίας, είναι ένας ευγενικός χαρακτήρας, πρόθυμος και συνεργάσιμος.
(4)Την προσπάθεια απεξάρτησης αφού όπως ανέφερε ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται πλέον ότι η εξάρτηση του από τα ναρκωτικά τον οδήγησε στη θέση που βρίσκεται σήμερα και έχει πάρει την απόφαση να κάνει μια σοβαρή προσπάθεια απεξάρτησης, αφού ήδη έκανε αίτηση στο συμβουλευτικό σταθμό της Αγίας Σκέπης.
(5)Τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, όπου δεν προκύπτουν όπως αναφέρει περιστατικά που καθιστούν τα αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά αφού δεν προκύπτουν οι επιβαρυντικοί παράγοντες του άρθρου 30
(4)του νόμου. Επίσης αναφέρθηκε στη ποσότητα που έχει εντοπιστεί, στην προχειρότητα και την έλλειψη οργάνωσης και προγραμματισμού αφού διατηρούσε τα ναρκωτικά σε τσαντάκι που είχε σε συρτάρι της κουζίνας μέσα στην οικία του, δεν είχε οποιοδήποτέ αξιοσημείωτο ποσό χρημάτων και δεν υπήρξε η ανάμιξη άλλων προσώπων.
(6)Επίσης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το χρόνο που έμεινε υπό κράτηση. Αναφορικά με τα πιο πάνω η ευπαίδευτη συνήγορος παρέπεμψε σε σχετική νομολογία. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε, η προβλεπόμενη από το νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για τα αδικήματα στα οποία ο Κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στη συνέχεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης ή και ποινή φυλάκισης. Ποινή φυλάκισης, που, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, ως η σοβαρότερη / αυστηρότερη ποινή, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στη διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Είναι συνεπώς, ένεκα των προαναφερόμενων αρχών, αναγκαίο να αναφερθεί, ποια είναι η προνοούμενη από τον Νόμο, μέγιστη ποινή, για τα προαναφερόμενα αδικήματα. Σημειώνοντας ασφαλώς εδώ, λόγω της σημασίας που αυτό έχει, στα της ποινής, και το γεγονός της παραπομπής της υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου, μετά από οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ο Γενικός Εισαγγελέας, προφανώς και θεωρεί, ένεκα της προαναφερόμενης συγκατάθεσης του, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, ήτοι, φυλάκιση μέχρι πέντε ετών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129), αποτελεί επαρκή τιμωρία για την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνάς, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών». Σύμφωνα με τα Άρθρα 2, 3, 6[
(1)και
(2)], 30[
(1)και
(3)] του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977, Νόμος 29/1977 ,το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α', τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δώδεκα χρόνων ή με πρόστιμο ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. (Κατηγορίες 1 και 3) Περαιτέρω , σύμφωνα με τα Άρθρα 2, 3, 5[
(1)(β)
(2), 6
(3), 30, 30Α, 31, 31Α Πρώτος Πίνακας Μέρος Ι και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977, Νόμος 29/1977 , το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α', με σκοπό την προμήθεια την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, τιμωρείται με δια βίου φυλάκιση ή με πρόστιμο ή και τις δυο αυτές ποινές. (Κατηγορία 2) Επίσης, σύμφωνα με τα άρθρα 2, 3, 10(α), 30 και 31 του Νόμου 29/1977, το αδίκημα της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α και Β, τιμωρείται με διά βίου φυλάκιση ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές (Κατηγορία 4, 8) Περαιτέρω σύμφωνα με τα άρθρα 2, 3, 6
(1)
(2), 30, 31, 31Α Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977, Νόμος 29/1977 , το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 8 ετών ή πρόστιμο ή και τις δυο ποινές. (Κατηγορία 5 ,7) Τέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 2, 3, 5
(1)(β), 6
(3), 30, 30Α, 31, 31Α Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977, Νόμος 29/1977 , το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια, τιμωρείται με διά βίου φυλάκιση ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. (Κατηγορία 6) Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύουν οι πρόνοιες του άρθρου 30
(2)του Ν.29/77 που περιορίζουν μέχρι δύο χρόνια το ύψος της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε νεαρά άτομα που διέπραξαν αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά επειδή δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις αφού αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι κατά τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης ο κατηγορούμενος είχε ήδη συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο (25ο) έτος της ηλικίας του. Από τον καθορισμό του ύψους των πιο πάνω ποινών μέσω της θέσπισης της προαναφερόμενης νομοθεσίας καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά. Η σοβαρότητα των αδικημάτων του προαναφερόμενου Νόμου 29/1977 γενικά, και η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους, μέσω της ποινής, από τα Δικαστήρια, έχει επισημανθεί από το Ανώτατο σε πάρα πολλές αποφάσεις του. Η εξάπλωση των ναρκωτικών στην Κύπρο είναι διαχρονική και έλαβε τρομακτικές διαστάσεις. Η συχνότητα διάπραξης αυτών των αποτρόπαιων εγκλημάτων έχει ξεφύγει από τα όρια της λογικής, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον μου. Στην υπόθεση Λαζάρου ν Αστυνομίας, κ. α.
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Α. Πασχαλίδη, ανέφερε τα εξής -η έμφασης φυσικά, ήταν στο αδίκημα της εμπορίας ναρκωτικών-: « τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικό λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί οι έμποροι των ναρκωτικών θα πρέπει να κατανοήσουν ότι δεν μπορούν να αποφύγουν τις συνέπειες των απεχθών πράξεων τους. Θα πρέπει να υπολογίζουν τις επιπτώσεις της σύλληψης και καταδίκης τους.». Στην υπόθεση Ναζιπ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2014, 21/11/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκε γενικότερα στη σοβαρότητα των αδικημάτων του προαναφερόμενου Νόμου 29/1977, και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σημειώνοντας τα εξής: « πρέπει να υπομνησθεί η νομολογία που υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις ναρκωτικών ουσιών. Η ενασχόληση με ναρκωτικά είτε για ιδία χρήση, είτε κατά μείζονα λόγο, για εμπορία με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των τεραστίων προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση από τις ουσίες αυτές. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που τα Δικαστήρια συνδράμουν έστω κατασταλτικά, στον πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών με την επιβολή αυστηρών και συνάμα αποτρεπτικών ποινών». Στην υπόθεση Στυλιανού ν Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 268/2015, 13/12/2018, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Λ. Παραπαρίνου, στον ίδιο τόνο, σημείωσε τα εξής: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων της καλλιέργειας, κατοχής και εμπορίας ναρκωτικών ουσιών δεν μπορεί να υποβαθμιστεί ή να αμφισβητηθεί. Οι προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές και η νομολογία μας δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Ούτε και η εξατομίκευση της ποινής θα πρέπει να υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν από τον Εφεσείοντα αλλ' ούτε και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων της φύσης υπό εξέταση. Οι ανησυχητικές διαστάσεις που έχουν προσλάβει τα συγκεκριμένα αδικήματα, τα οποία προκαλούν την καταστροφή στους συνανθρώπους για εύκολο κέρδος, χρήζουν και την ανάλογη αντιμετώπιση για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου πάντοτε στο ορθό πλαίσιο και συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Η αποτροπή είναι το κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό και την έκταση της ποινής. ». Όπως προαναφέρθηκε, τα αδικήματα που σχετίζονται με τις ναρκωτικές ουσίες, είναι σε έξαρση, έχουν πάρει ανησυχητικές διαστάσεις και για αυτό τον λόγο, η εφαρμογή από το Δικαστήριο του Νόμου, κατασταλτικά, δηλαδή, κατά τρόπο που να αποτρέπεται η διάπραξης τους, πρέπει, ως στοιχείο, να κυριαρχεί στον καθορισμό και την έκταση της ποινής. Η έξαρσης αυτή των αδικημάτων, επιβάλλει την ανάγκη, η ποινή που επιβάλλεται για αυτά από το Δικαστήριο, να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Λόγος για τον οποίο, ως πολύ συχνά αναφέρεται, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής του, λαμβάνονται υπόψη, στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής (βλ. Balampanidis v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018, 10/05/2019) Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». Χαρακτηριστικά, εν προκειμένω, είναι τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 124: «Όπως τονίστηκε επανειλημμένως από τα Δικαστήρια και ορθά επισημάνθηκε από το Κακουργιοδικείο, αν επιθυμούμε η εκστρατεία των Δικαστηρίων για πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, να μην περιοριστεί σε φραστικές αποδοκιμασίες, θα πρέπει οι ποινές που επιβάλλονται να συνάδουν απόλυτα με τις εξαγγελμένες πάγιες θέσεις της νομολογίας, μέσα από τις οποίες διακηρύσσεται η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να πατάξουν το πρόβλημα. Όπως τονίστηκε στη Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, αν η αυξητική τάση του εγκλήματος συνεχίσει θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, με την περαιτέρω αύξηση των ποινών.». Όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται, αποκλειστικά, από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειες του (βλ. Μιχαηλίδης v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019). Στην υπόθεση Ghοli v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 30, 33 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα δικαστήρια της Κύπρου, όπως και σχεδόν κάθε πολιτισμένης χώρας, επιβάλλουν ποινές προορισμένες να αποθαρρύνουν την εισαγωγή, κατοχή και διάθεση ναρκωτικών. Τα ναρκωτικά πλήττουν και συχνά ανεπανόρθωτα είναι μάλιστα που πλήττουν την υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου. Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται και από το ύψος τους, αποτελεί το κύριο γνώρισμα τους. Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων σε αυτού του είδους των υποθέσεων λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη. Και η εξατομίκευση έχει τη θέση της. Αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας: βλ. Παυλίδης και Άλλος ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 6161 και 6162, ημερομηνίας 15 Ιουλίου 1996. Η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για τη μεταφορά ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου.» Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για τα αδικήματα που σχετίζονται με την κατοχή, εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών, όπως είναι η παρούσα υπόθεση, η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής της φυλάκισης. Ως προς το είδος και ύψος της αρμόζουσας ποινής, πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνεται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσης που διέπραξε ο κατηγορούμενος. Θα αναφερθώ σε ορισμένες από αυτές, γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, παρότι δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν καθώς και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει - όσο είναι δυνατό -, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια ποινή (βλ. Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 17/2016, ημερ. 22.5.2017), ECLI:CY:AD:2017:D183, ECLI:CY:AD:2017:D183. Καμιά υπόθεση δεν είναι ακριβώς όμοια με άλλη, οπότε, κατ' ακολουθία της νομολογίας δεν είναι απόλυτα σχετικές οι ποινές που επιβάλλονται σε άλλες υποθέσεις (βλ. Ιορδάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 152/2014, ημερ. 19.4.2016). Στην υπόθεση Ναζίπ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6/2014 ημερ. 21.11.14 επιβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε άτομο που διέπραξε τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως 'Β' με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο ποσότητας 42,1773 γραμμαρίων φυτού κάνναβης καθώς επίσης προμήθεια ποσότητας τριών περίπου γραμμαρίων φυτού κάνναβης σε άγνωστο πρόσωπο και ήταν ηλικίας 23 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο, μετά από παραδοχή, με αυτόβουλη αποκάλυψη του γεγονότος ότι προμήθευσε μικρή ποσότητα ναρκωτικής ουσίας σε τρίτο πρόσωπο, χρήστης εξαρτησιογόνων ουσιών από την ηλικία των 15 ετών, με συγκεκριμένες προσπάθειες απεξάρτησης μέσω διευθέτησης συνάντησης με σύμβουλο της Αγίας Σκέπης και με καθυστέρηση στην προσαγωγή του ενώπιων του Δικαστηρίου, ποινές φυλάκισης 18 μηνών. Στην υπόθεση GRAIG WHEETON v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ημερ. 22.01.13 Ποιν. Έφεση 154/2012 , το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον Εφεσείοντα των 12 και 18 μηνών αντίστοιχα μετά από δική του παραδοχή στην κατηγορία της κατοχής κάνναβης 3 ½ γραμμαρίων και για την κατοχή της ίδιας ποσότητας με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα. Το Εφετείο στην απόφαση του αρνήθηκε να επέμβει στην πρωτόδικη κρίση και να μειώσει την ποινή που είχε επιβληθεί τονίζοντας μάλιστα ότι η ποινή που επιβλήθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως επιεικής. Σημειώνεται βεβαίως ότι στην πιο πάνω υπόθεση ο Εφεσείοντας - Κατηγορούμενος είχε υποκινήσει την συγκατηγορούμενη του στην διάπραξη των αδικημάτων για να προωθήσει την προμήθεια των ναρκωτικών που κατείχε εμπλέκοντας έτσι άλλο τρίτο πρόσωπο καθώς και ότι βαρύνετο με μια προηγούμενη καταδίκη για παρόμοιας φύσεως αδίκημα. Επιπλέον στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος σε αντιδιαστολή με την υπόθεση (Wheeton) αντιμετωπίζει και την κατηγορία για κατοχής ναρκωτικών φαρμάκων Τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Sak
(2005)2 AAΔ.377, το Εφετείο αύξησε την ποινή φυλάκισης σε 8 χρόνια για κατοχή ηρωΐνης βάρους 391,25 γραμμαρίων, με σκοπό την προμήθεια, στη Ρεσλάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 127, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 8 χρόνων σε παρόμοια κατηγορία για ποσότητα 199,1013 γραμμαρίων ηρωΐνης, στην Hassan v. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 356, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 χρόνων για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 227,82 γραμμαρίων ηρωΐνης, στην Tomatari v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 169, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 χρόνων σε σχέση με 498,6158 γραμμάρια οπίου και στη Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 59, το Εφετείο μείωσε την ποινή φυλάκισης σε 10 χρόνια για 1.045,06 γραμμάρια κοκαΐνης. Στην υπόθεση Ghassem ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 196, στον εφεσείοντα, μετά από παραδοχή, επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών στις κατηγορίες της εισαγωγής, χρήσης και κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή 0,84 γραμμαρίων οπίου. Ο εφεσείων, ηλικίας 32 ετών, κατείχε τα ναρκωτικά για δική του χρήση. Κατ' έφεση, η ποινή αυτή μειώθηκε σε 6 μήνες, λόγω της διαπιστωθείσας πλάνης του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την ποσότητα του εν λόγω ναρκωτικού που κατείχε ο εφεσείοντας - 84 γραμμάρια αντί 0,84 γραμμάρια. Στην υπόθεση Afroughi v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 174 το Εφετείο μείωσε την ποινή φυλάκισης 3 ετών που είχε επιβληθεί για κατοχή ναρκωτικών τάξεως Α, δηλαδή 22.243 γραμμαρίων οπίου, σε φυλάκιση 18 μηνών. Ο εφεσείων ήταν επίσης Ιρανός, ηλικίας 24 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο, χρήστης ναρκωτικών ο ίδιος, ο οποίος παραδέχθηκε ενοχή και βοήθησε στη διερεύνηση των εγκλημάτων. Στην υπόθεση εκείνη το Εφετείο έκαμε αναφορά και στην προηγούμενη απόφαση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240, στην οποίαν υπογραμμίστηκε η διάκριση μεταξύ της σοβαρότητας των εγκλημάτων κατοχής και χρήσης ναρκωτικών, από τη μια, και εμπορίας ναρκωτικών, από την άλλη, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία ναρκωτικών. Στην Beyki ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 60, επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα, ηλικίας 41 ετών, λευκού ποινικού μητρώου ο οποίος ήταν νυμφευμένος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού 6 ½ χρόνων και χρήστης ναρκωτικών ο οποίος δεχόταν ψυχιατρική και ψυχολογική στήριξη για να ξεπεράσει το στερητικό σύνδρομο που αντιμετώπιζε στη φυλακή, μετά από παραδοχή, ποινή φυλάκισης 3 χρόνων σε κατηγορία παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α' , δηλαδή 12,1311 γραμμαρίων οπίου και ποινή φυλάκισης 9 μηνών στη δεύτερη κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου, τάξεως Β 2.0659 γραμμάρια ρητίνης κάνναβης. Μειώνοντας την ποινή στα δύο χρόνια αναφέρθηκαν στην απόφαση τα πιο κάτω: «Η τριετής ποινή φυλάκισης στην πρώτη κατηγορία κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και μειώθηκε κατ' έφεση σε ποινή φυλάκισης 2 ετών, ενόψει του είδους και της μικρής ποσότητας των ναρκωτικών, του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος είναι χρήστης υποβαλλόμενος σε ψυχιατρική και ψυχολογική στήριξη για να ξεπεράσει το στερητικό σύνδρομο που αντιμετωπίζει στη Φυλακή, της άμεσης παραδοχής και της συνεργασίας του με τις Αστυνομικές αρχές και του λευκού του μητρώου». Στην υπόθεση Hijazi v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 99, ο εφεσείων, ηλικίας 33 ετών παντρεμένος με τέσσερα παιδιά, βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε κατηγορία που αφορούσε σε κατοχή σκευασμάτων βάρους 9,9 γραμμαρίων που περιείχαν 98% κοκαΐνη με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλο πρόσωπο το οποίο θα του εξασφάλιζε βίζα για να μεταφέρει το παιδί του για σκοπούς θεραπείας στη Σουηδία. Το Κακουργιοδικείο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι οποιοσδήποτε και αν είναι ο σκοπός της εμπορίας ναρκωτικών, ο σκοπός αυτός δεν αγιάζει τα μέσα και οποιοσδήποτε ανθρωπιστικός λόγος δε δικαιολογεί την εμπορία ναρκωτικών. Στην Θεμιστοκλέους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 96/2015, ημερ.19.2.2016, ECLI:CY:AD:2016:B102, ECLI:CY:AD:2016:B102, ο εφεσείοντας, μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος σε κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή 10,7921 γραμμαρίων κοκαΐνης (1η κατηγορία) και χρήσης κοκαΐνης (3η κατηγορία), ενώ μετά από ακροαματική διαδικασία κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή 10,7741 γραμμαρίων κοκαΐνης, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (2η κατηγορία). Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε σ' αυτόν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών στην 1η κατηγορία, 2½ χρόνων στην 2η κατηγορία και 9 μηνών στην 3η κατηγορία. Η έφεση κατά της ποινής απορρίφθηκε. Τονίζεται βέβαια ότι στην συγκεκριμένη υπόθεση είχε ληφθεί υπόψη προς όφελος του Εφεσείοντα η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε από τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και την επιβολή της ποινής αφού είχε ήδη διαρρεύσει χρονικό διάστημα 5 ετών. Στην ΧΧΧ Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 138/2020, ημερομηνίας 27 Απριλίου 2021, ο Εφεσείων παραδέχτηκε πέντε κατηγορίες για αδικήματα κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 (Ν.29/1977) όπως έχει τροποποιηθεί. Σοβαρότερο ήταν το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α', δηλαδή 53 γρ. κοκαΐνης, με σκοπό την προμήθεια (Κατηγορία 3), για το οποίο του επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο ποινή φυλάκισης τεσσάρων χρόνων. Δεν του επιβλήθηκε ποινή για την κατοχή της κοκαΐνης (Κατηγορία 2), ούτε για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', δηλαδή 100 γρ. κάνναβης (Κατηγορία 4), αφού του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο χρόνων για την κατοχή της με σκοπό την προμήθεια (Κατηγορία 5). Τέλος, ποινή φυλάκισης ενός μηνός του επιβλήθηκε για την κατοχή άλλων 3 γρ. κάνναβης (Κατηγορία 6). Όλες οι ποινές διατάχτηκε να συντρέχουν. Ο Εφεσείων είχε μια προηγούμενη καταδίκη όπου του είχαν επιβληθεί συντρέχουσες ποινές φυλάκισης για κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α' και Β', με μεγαλύτερη αυτή των 18 μηνών, που αποκαθίστατο την επομένη της επιβολής της ποινής στην παρούσα. Επίσης ο Εφεσείων, ακολούθησε, εκκρεμούσης της δίωξης του, προσπάθεια απεξάρτησης και είχε ενταχτεί στο σχετικό πρόγραμμα των φυλακών «Δανάη», γεγονός που, όπως αναφέρθηκε, επίσης προσμέτρησε προς όφελος του. Κατά την επιμέτρηση της ποινής ο Εφεσείων ζήτησε και λήφθηκαν υπόψη τρείς άλλες υποθέσεις που εκκρεμούσαν εναντίον του. Οι δύο αφορούσαν αδικήματα σε σχέση με ναρκωτικά. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση, ανέφερε ότι η ποινή της φυλάκισης για τέσσερα χρόνια για το αδίκημα της κατοχής της συγκεκριμένης ποσότητας δηλαδή (53 γρ. κοκαΐνης) ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α' με σκοπό την προμήθεια, δεν μπορεί, κάτω από τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, με κανένα τρόπο να θεωρηθεί ως υπερβολική, ούτε καν αυστηρή. Βρισκόταν εντός του μέτρου και στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία. Ιδιαίτερα, λαμβανομένου υπόψη ότι ο Εφεσείων βαρύνετο με προηγούμενη καταδίκη για αδικήματα σε σχέση με ναρκωτικά, παρά το ότι αυτή θα παραγραφόταν την επομένη και ότι άλλες τρείς υποθέσεις, δύο παρόμοιας φύσης, είχαν ληφθεί υπόψη. Στην υπόθεση Νίκη Τσιάκκα ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ σελ. 282 όπου η κατηγορούμενη βαρύνετο με μια μόνο προηγούμενη καταδίκη και αφορούσε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α, συγκεκριμένα ηρωίνη, ειδικότερα 48,0943 γραμμάρια, όπου πρωτόδικα επιβλήθηκε 5 ½ χρόνια φυλάκιση στην κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια και κατ' έφεση μειώθηκε σε 4. Η Εφεσείουσα στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρά το γεγονός ότι προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης, ανέπτυξε παραβατική συμπεριφορά από την εφηβική της ηλικία. Διέκοψε μετά την Γ΄ τάξη γυμνασίου την περαιτέρω φοίτηση της λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος και η προσπάθεια της να εργαστεί σε διαφορετικού τύπου εργασίες (πωλήτρια, εργάτρια, σε τυπογραφείο), δεν είχε αποτέλεσμα λόγω της εξάρτησης της από τις τοξικές ουσίες. Η εφεσείουσα από το γάμο της απέκτησε ένα παιδί ηλικίας εννέα ετών το οποίο λόγω των προβλημάτων με το σύζυγο της ο οποίος επίσης εκτίει ποινή φυλάκισης και της εξάρτησης τους από τις ναρκωτικές ουσίες διαμένει και μεγαλώνει στην Κρατική Παιδική Στέγη. Στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σημειώνεται πρόσθετα η επιθυμία της, μετά την απόλυση της από τις φυλακές, να συνεχίσει πρόγραμμα απεξάρτησης στο θεραπευτικό πρόγραμμα «Πυξίδα», ώστε να δυνηθεί να εργοδοτηθεί και να αναλάβει εκ νέου τη φροντίδα του παιδιού της. Στην Mohsen Jokarbozorgi ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 726, όπου αφορούσε πάλι κατηγορία κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φάρμακου τάξεως Α, η ποσότητα ήταν 12,266 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 4 χρόνων, παρόλο που κρίθηκε αυστηρή, δεν ανατράπηκε. Στην Βασίλης Λάμπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ σελ. 662, όπου αφορούσε κατοχή με σκοπό την προμήθεια τάξεως Α, συγκεκριμένα 17,3655 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 5 χρόνων, αλλά σε εκείνη την περίπτωση υπήρχε ποσότητα κάνναβης 326,14 γραμμάρια. Όπως εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί από την καθοδήγηση που παρέχει η νομολογία ως προς το ύψος της ποινής σε κατηγορίες αυτής της μορφής και, ιδίως, με αναφορά σε ναρκωτικές ουσίες Τάξεως Α΄, κατά κανόνα επιβάλλονται μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης, σε μια προσπάθεια περιορισμού ή εξάλειψης παρόμοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινού. Οι πιο πάνω προσεγγίσεις είναι ενδεικτικές ως προς το ύψος της ποινής προς αντιμετώπιση των παρανομιών αυτής της μορφής, χωρίς βεβαίως να εκλαμβάνεται ότι, με τις ποινές που κατά καιρό επιβάλλονται, καθορίζεται με οποιοδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση. Τονίζω ότι η ανάγκη για επιβολή ποινών αποτρεπτικής μορφής είναι ακόμα πιο επιτακτική στη σημερινή εποχή, με δεδομένες τις τρομακτικές διαστάσεις που εκλαμβάνει η χρήση ναρκωτικών ουσιών και τις ολέθριες συνέπειες που αυτό ενέχει στη ζωή ιδίως των νεαρών προσώπων. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα την καθιστούν όντως σοβαρή. Η συνολική εικόνα της αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου διαμορφώνεται όχι μόνο από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αλλά και από τη φύση και το είδος των υποθέσεων για τις οποίες διατηρεί ποινικό μητρώο. Η εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου καταγράφεται να είναι πλούσια και ποικιλόμορφη. Την ίδια στιγμή καταδεικνύει στενή σχέση με διάφορα αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά τόσο τάξεως 'Α' όσο και τάξεως 'Β'. Επομένως παρατηρείται από τον κατηγορούμενο μία συστηματική και κατ' εξακολούθηση εγκληματική συμπεριφορά ποικιλόμορφης και συνάμα σοβαρής μορφής με στοιχεία επικινδυνότητας, δεδομένα που επιβαρύνουν τη θέση του. Όσο αφορά το είδος των ναρκωτικών είναι ένας παράγοντας τον οποίο στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ως επιβαρυντικό παράγοντα. Ο διαχωρισμός των ναρκωτικών σε τάξεις Α, Β και Γ από το Νομοθέτη έχει την σημασία του, καθ' ότι συμπεριέλαβε τα σκληρά, άρα πιο επιβλαβή και επικίνδυνα ναρκωτικά στην Α' τάξη, και τα λιγότερο επιβλαβή στις τάξεις Β και Γ. Στην Ποινική έφεση Αρ. 6357, Ημερομηνίας 14/07/1998, (Vali Bagher Pour Chokami v. Δημοκρατίας, λέχθηκε ότι για ναρκωτικά τάξεως Α, οι ποινές είναι βαρύτερες. Από την απόφαση: «Αποτελεί κοινοτοπία πως το όποιο είναι από τα σκληρότερα ναρκωτικά. Γι' αυτό και ο νόμος το κατατάσσει στην τάξη Α' για την οποία επιφυλάσσει τις βαρύτερες ποινές» To θέμα της ποσότητας προσεγγίζεται με την λογική ότι όσο μεγαλύτερη είναι η ποσότητα, τόσο περιορίζονται τα περιθώρια επίδειξης επικείκιας από το Δικαστήριο. Στη Ποινική Έφεση Αρ. 52/2007, ημερομηνίας 23/01/2008, (Mahrad Mohamad Reza Beyki v. Αστυνομίας( ανωτέρω), επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 3 χρόνων όταν αυτός παραδέχθηκε ενοχή σε κατηγορία παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή 12,1311 γραμμαρίων οπίου. Μειώνοντας την ποινή, το Εφετείο έλαβε υπόψη του μεταξύ άλλων και το γεγονός ότι η ποσότητα των ναρκωτικών ήταν μικρή. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα, ότι «η τριετής ποινή φυλάκισης στην πρώτη κατηγορία κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και μειώθηκε κατ' έφεση σε ποινή φυλάκισης 2 ετών, ενόψει του είδους και της μικρής ποσότητας των ναρκωτικών, του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος είναι χρήστης υποβαλλόμενος σε ψυχιατρική και ψυχολογική στήριξη για να ξεπεράσει το στερητικό σύνδρομο που αντιμετωπίζει στη Φυλακή, της άμεσης παραδοχής και της συνεργασίας του με τις Αστυνομικές αρχές και του λευκού του μητρώου». Να προστεθεί βέβαια ότι η νομολογία έχει καθορίσει ότι αν και το γεγονός της μικρής ποσότητας ναρκωτικών πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, αυτό από μόνο του δεν έχει αναγκαστικά και αποφασιστική σημασία. (Σελλάς ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ.215 και Τρύφωνος ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 197, η οποία αφορούσε κατοχή 0,1866 γρ. ηρωίνης). Ο κατηγορούμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση κατείχε, μια ποσότητα απαγορευμένων ουσιών, ήτοι 45,33 γραμμάρια κοκαΐνης ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α΄, όπως επίσης και 39,79 γραμμαρίων κάνναβης Ελεγχόμενου Φαρμάκου Τάξεως Β'. Σε κάθε περίπτωση κρίνω ότι η οργάνωση του Κατηγορουμένου, η δράση και οι επιδιώξεις του, φαίνονται ειδικότερα, από την συνολική ποσότητα των ελεγχόμενων φαρμάκων που βρέθηκε στην κατοχή του (85,12 γραμμαρίων), και από την ζυγαριά ακριβείας που είχε στην οικία του. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι αδικήματα όπως αυτά που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος, αποτελούν δυστυχώς, μάστιγα της κοινωνίας στις μέρες μας, όπου παρατηρείται η αυξανόμενη εισαγωγή, κατοχή και χρήση απαγορευμένων ουσιών, παρά τις αυστηρές πρόνοιες του Νόμου. Ως εκ τούτου αποτελεί επιτακτική ανάγκη η επιβολή αυστηρών αλλά και αποτρεπτικών ποινών. Επιπλέον η ανάμιξη του κατηγορουμένου με την κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών είναι σοβαρός παράγοντας που προσμετρά εναντίον του. Παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος , το καθήκον του Δικαστηρίου προς εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί, χωρίς να εξουδετερώνεται η σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Τη συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές, αφού αναγνωρίζω ότι η συμβολή του κατηγορουμένου στην διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης ήταν θετική και βοηθητική. (β) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο με την οποίαν εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος που αχρείαστα θα αναλωνόταν για την εκδίκαση κάθε μίας περίπτωσης. Αυτή η στάση με βάση τη νομολογία πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15). (γ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας (Τεκμήριο 3 και 4) αλλά και αναφέρθηκαν από τη συνήγορο υπεράσπισης στον βαθμό που αυτές λαμβάνονται υπόψη σε υποθέσεις ναρκωτικών αφού σύμφωνα με τη νομολογία υπερισχύει το σκεπτικό ότι προέχει η διαφύλαξη της κοινωνίας από τη μάστιγα των ναρκωτικών και δεν θα πρέπει να εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Marius v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 155/2014 ημερ. 27.05.15, Ναζίπ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6/2014 ημερ. 21.11.14 και Γενικός Εισαγγελέας v. Παπαχαραλάμπους
(2007)2 Α.Α.Δ. 11). Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη ότι: · Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 31 ετών, χωρίς να παραγνωρίζω το σκεπτικό στην υπόθεση Marius v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 155/2014 ημερ. 27.05.15 όπου λέχθηκε ότι ειδικά σε ότι αφορά τον τομέα των ναρκωτικών οι νεαροί παραβάτες θα πρέπει να αναπτύξουν ιδιαίτερες αντιστάσεις, σκεπτόμενοι ότι αυτά προορίζονται κυρίως για συνομήλικους τους, στην εξαθλίωση των οποίων συμβάλλουν με την εμπλοκή στη διακίνηση τους. · Ο κατηγορούμενος είναι δεσμευμένος και πατέρας 2 ανήλικων παιδιών για τα οποία προφανώς έχει υποχρεώσεις απέναντι τους. · Στο στάδιο αυτό βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές και έτσι δεν διαθέτει εισοδήματα για να στηρίξει οικονομικά την οικογένεια του. · Ο κατηγορούμενος προέρχεται από διασπασμένη πολυμελή οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. · Σε ηλικία 18 ετών οι γονείς του χώρισαν. · Από μικρή ηλικία βίωσε σοβαρές δυσκολίες εντός της οικογένειας του λόγω δυσλειτουργίας της πατρικής οικογένειας. Μετά το χωρισμό των γονιών του αρχικά διέμενε με την μητέρα του και αργότερα έφυγε από το σπίτι και φιλοξενείτο σε φίλους του. · Ο κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι τη Β' Τάξη Γυμνασίου όπου και διέκοψε για να εργαστεί. · Σε ηλικία των 13 ετών ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να προβαίνει σε χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. (δ) Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε επιβαρυντικός παράγοντας του άρθρου 30
(4)(α) του Νόμου 29/77, αλλά και όσα στο σύνολο ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος τα οποία μπορούν να αποτελέσουν μετριαστικούς παράγοντες. Σε κάθε περίπτωση, το ότι δεν βρέθηκαν χρήματα στην κατοχή του, δεν αναιρεί όμως το ότι ο κατηγορούμενος κατέχοντας μια τέτοια ποσότητα όπως ο ίδιος έχει παραδεχθεί με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, συνέβαλε στη διακίνηση αυτών τα οποία θα κατέληγαν προφανώς σε άλλα πρόσωπα. Παράλληλα είναι η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος που είναι εθισμένος στα ναρκωτικά εκφράζει την επιθυμία του και την πρόθεση του να απεξαρτηθεί, αφού προς τούτο έχει υποβάλει σχετική αίτηση στον συμβουλευτικό σταθμό Αγίας Σκέπης. Δεν αμφισβητώ τη θέση αυτή την οποίαν και δεν αγνοώ. (Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 513, Καρακάννας v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 463 και Τσιάκκα κ.α. v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282). Επίσης κατανοώ και αντιλαμβάνομαι ότι τα ανήλικα τέκνα του θα επηρεαστούν αρνητικά από την απουσία του πατέρα τους. Ωστόσο όπως λέχθηκε στις υποθέσεις Marius v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 155/2014 ημερ. 27.05.15, Ναζίπ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6/2014 ημερ. 21.11.14 και Γενικός Εισαγγελέας v. Παπαχαραλάμπους
(2007)2 Α.Α.Δ. 11, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου διαδραματίζουν μικρό ρόλο σε τέτοιες υποθέσεις επειδή προέχει η διαφύλαξη της κοινωνίας από τη μάστιγα των ναρκωτικών και δεν θα πρέπει να εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση όλες οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές έχουν εκτεθεί αναλυτικά πιο πάνω, έχουν ληφθεί υπόψη μαζί με άλλες παραμέτρους από το Δικαστήριο, πλην όμως στον περιορισμένο βαθμό βαρύτητας που τους αποδίδεται για το λόγο που έχει ήδη εξηγηθεί. Σε ότι αφορά το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου θα πρέπει να λεχθεί ότι εάν διαπιστωθούν προηγούμενες καταδίκες ο κατηγορούμενος απλά στερείται του ευεργετήματος που θα τύγχανε αν διέθετε λευκό ποινικό μητρώο, χωρίς ωστόσο σε καμία περίπτωση το εν λόγω γεγονός να εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικός παράγοντας εις βάρος του στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι ο κατηγορούμενος δεν διαθέτει λευκό ποινικό μητρώο και προς τούτο κατατέθηκε το Τεκμήριο 5 όπου φαίνεται το ποινικό μητρώο που διαθέτει ο κατηγορούμενος ως πιο πάνω αναλύθηκε. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 ετών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3,5 ετών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 12 μηνών 5η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 μηνών 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 22 μηνών 7η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών 8η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 10 μηνών Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Τα τεκμήρια της υπόθεσης να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου, όπως αυτή αναδύεται από το βαθμό και έκταση της ποικιλόμορφης συστηματικής και ταυτόχρονα επαναλαμβανόμενης παράνομης δράσης του κατηγορουμένου μέσα από τη διάπραξη επικίνδυνων αδικημάτων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, επιτάσσει την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Τυχόν αναστολή των ποινών φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα εξέπεμπε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα κατά παράβαση της νομολογίας και παραγνωρίζοντας τις ανάγκες και τους σκοπούς της νομοθεσίας. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Νοείται ότι στην έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε στην παρούσα ποινική υπόθεση λαμβάνεται υπόψη η περίοδος που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, ήτοι από τις 19/05/22. (Υπ.) ...................................... Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.