← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. GEORGIOS KESIDIS, Αρ. Υπόθεσης: 6217/22, 14/12/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. GEORGIOS KESIDIS, Αρ. Υπόθεσης: 6217/22, 14/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:B75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. M. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6217/22 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. GEORGIOS KESIDIS Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου 2022 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Περγαντή Για τον Κατηγορούμενο: κος Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ενοχή σε τέσσερις

(4)κατηγορίες που αφορούν αδικήματα τα οποία διέπραξε κατά παράβαση των διατάξεων του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977 όπως επίσης και άλλες κατηγορίες οι οποίες αναφέρονται στη συνέχεια. · Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', δηλαδή κάνναβη συνολικού βάρους 82 γραμμαρίων, · Η 2η κατηγορία παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα , δηλαδή κάνναβη συνολικού βάρους 82 γραμμαρίων, · Η 3η κατηγορία αφορά παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', δηλαδή ίχνη κάνναβης που ανιχνεύθηκαν σε μια ζυγαριά ακριβείας. · Η 4η κατηγορία αφορά παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', ήτοι κάπνισε κάνναβη, · Η 5η κατηγορία αφορά την εσκεμμένη παρεμπόδιση οργάνου της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του, · Η 6η κατηγορία αφορά την αντίσταση κατά της νόμιμης σύλληψης του κατηγορούμενου για ποινικό αδίκημα, · Η 7η κατηγορία αφορά την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, δηλαδή, απέκτησε το χρηματικό ποσό των €1.170 ενώ γνώριζε ότι αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. · Η 8η κατηγορία αφορά την παράνομη κατοχή περιουσίας για την οποία υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαία, ήτοι ένα APPLE IPAD με μαύρη θήκη. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπισης είναι τα πιο κάτω: Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, αρχικά υιοθέτησε τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Περαιτέρω ανέφερε ότι στις 26.08.22 και η ώρα 17:30 μέλος της τροχαίας Πάφου ανέκοψε σε συγκεκριμένη οδό στην Κάτω Πάφο το αυτοκίνητο, το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο για λόγους που αφορούν την τροχαία. Ο μάρτυρας 2, ο οποίος είχε υπό τη διακριτική του παρακολούθηση τον ύποπτο και κατόπιν πληροφορίας για κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, αμέσως επενέβηκε για έλεγχο του Κατηγορούμενου και ταυτόχρονα ενημερώθηκαν και άλλα μέλη της ΥΚΑΝ. Τον πλησίασε, του αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα και την πρόθεσή του να τον ερευνήσει. Στη συνέχεια ο μάρτυρας 2 προχώρησε στη σωματική έρευνα, όπου ο Κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει μεγαλοφώνος και να ζητά να φύγει από το μέρος, αρνούμενος να ερευνηθεί, δείχνοντας έντονα την πρόθεσή του να φύγει. Ο μάρτυρας 2 κάλεσε τον Κατηγορούμενο να σταματήσει να προκαλεί αντίσταση και να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις του. Πράγμα το οποίο αρνείτο να πράξει και αντιδρούσε έντονα. Στις 17:35 ο μάρτυρας 2 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα της παρεμπόδισης αστυνομικού, κατά τη νόμιμη εκτέλεση του καθήκοντός του, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός συνέχισε την ίδια συμπεριφορά. Ακινητοποιήθηκε με την ανάλογη χρήση βίας και προέβαλε αντίσταση, μέχρι που του τοποθετήθηκαν χειροπέδες. Ακολούθως, και η ώρα 17:40 σε σωματική έρευνα που διενήργησε ο μάρτυρας 8 στον Κατηγορούμενο, εντόπισε και παράλαβε από το εσώρουχό του ένα νάιλον διαφανές σακούλι, εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, βάρους 80 γραμμαρίων περίπου. Υποδείχθηκε στον Κατηγορούμενο, όπου απάντησε ότι είναι δικό του και συνελήφθηκε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β. Στη συνέχεια της σωματικής έρευνας και η ώρα 17:45 ανευρέθηκε στη τσέπη του παντελονιού του ένα τεμάχιο νάιλον διαφανές σακούλι εντός, του οποίου υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, βάρους 2 γραμμαρίων περίπου. Περαιτέρω εντοπίστηκαν στην κατοχή του μία ζυγαριά ακριβείας χρώματος ασημένιου και μαύρου που φέρει την επιγραφή «USA» και το χρηματικό ποσό €1.170. Αφού του το υπέδειξε, ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε καμιά απάντηση. Ακολούθως, σε έρευνα που διενεργήθηκε στο όχημα του Κατηγορούμενου και στην παρουσία του, ανευρέθηκε και παραλήφθηκε από τα πίσω καθίσματα ένα tablet μάρκας apple IPAD, για το οποίο ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς την κατοχή του και συνελήφθηκε επίσης για το αναφερόμενο αδίκημα. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 18:27 ‑ 18:29 διενεργήθηκε έλεγχος με ειδικό tester στην ανίχνευση κάνναβης, στα Τεκμήρια 1 και 2 με θετική ένδειξη ότι πρόκειται για κάνναβη. Οδηγήθηκε τόσο ο ίδιος, όσο και τα τεκμήρια στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου, όπου λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον ίδιο και παραδέχτηκε τη διάπραξη όλων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Ερχόμενη στο ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι αυτός βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Σε σχέση με το θέμα αυτό κατατέθηκε δέσμη εγγράφων ως Τεκμήριο 1, επί του περιεχομένου των οποίων αμφότερα τα μέρη συμφωνούν στο σύνολο του. Με βάση το Τεκμήριο 1 ο κατηγορούμενος στην:
(1)Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 6102/20 στις 12/01/21 καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου σε κατηγορίες στις οποίες του επιβλήθηκαν ποινές με μεγαλύτερη τα 2 χρόνια που αφορούσε τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα.
(2)Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 320/19 στις 22/12/21 καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου σε κατηγορίες στις οποίες του επιβλήθηκαν ποινές με μεγαλύτερη τους 3 μήνες που αφορούσε τη παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' με σκοπό τη προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Οι ποινές διατάχθηκε να συντρέχουν με τις ποινές που είχαν επιβληθεί στην 6102/20. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της (Τεκμήριο 2) ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 23 ετών, άγαμος και άτεκνος με καταγωγή από τη Ρωσία και τη Μικρά Ασία. Είναι το μοναδικό τέκνο που απέκτησαν οι γονείς του. O πατέρας του αντιμετώπιζε χρόνια προβλήματα ουσιοεξάρτησης, γεγονός που οδήγησε στο χωρισμό των γονέων του, όταν ο ίδιος ακόμα ήταν βρέφος. Τον πατέρα του τον γνώρισε σε επίσκεψη του στη Ρωσία σε ηλικία 17 ετών, ουδέποτε όμως κράτησε συστηματική επαφή. Από ενός έτους εγκαταστάθηκε μαζί με τη μητέρα του στην Κύπρο. Σε ηλικία 15 ετών περίπου, ο κατηγορούμενος άρχισε την χρήση κάνναβης, ενώ περιστασιακά έκανε χρήση κοκαϊνης και άλλων ουσιών. Σε ηλικία 17 ετών συμμετείχε σε ανοικτό πρόγραμμα απεξάρτησης, το οποίο όμως δεν ολοκλήρωσε. Κατά την περίοδο που βρισκόταν στη φυλακή συμμετείχε στο πρόγραμμα απεξάρτησης του Τμήματος Φυλακών. Μετά την αποφυλάκιση του τον 03/2022 δεν κατέστη δυνατή η εξεύρεση εργασίας, με αποτέλεσμα να υποτροπιάσει στην χρήση κάνναβης, γεγονός το οποίο τον οδήγησε σε νέα παραβατική συμπεριφορά. Πέραν του ιστορικού ουσιοεξάρτησης, ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε σε προβλήματα ψυχικής υγείας για τα οποία όμως δεν λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Περαιτέρω αναφέρθηκε σε ορθοπεδικά προβλήματα τα οποία δεν του επιτρέπουν να αναλαμβάνει βαριές εργασίες. Μετά την αποφοίτηση του από γυμνάσιο, ο κατηγορούμενος εντάχθηκε στην Τεχνική σχολή Πάφου στον κλάδο Μηχανολογίας, όμως διέκοψε προτού λάβει απολυτήριο. Ακολούθως εργάστηκε εποχιακά σε ξενοδοχεία και για 1,5 χρόνο ως διανομέας σε ταχυφαγεία. Δεν διαθέτει εισοδήματα καθώς δεν εργάζεται και τα προσωπικά έξοδα καλύπτονται από την οικογένεια του, ούτε διαθέτει ακίνητη ιδιοκτησία. Έχει ένα αυτοκίνητο μικρής αξίας και δεν αναφέρθηκαν αποταμιεύσεις ή χρέη. Στην αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 2. Σημείωσε τα δύσκολα παιδικά χρόνια του κατηγορούμενου αφού ο πατέρας του τον εγκατέλειψε σε νηπιακή ηλικία και η απουσία του ουσιαστικά του στέρησε μια ουσιαστικότερη προστασία, με αποτέλεσμα να πέσει θύμα ανθρώπων οι οποίοι τον οδήγησαν στην χρήση και την εξάρτηση από τα ναρκωτικά. Ανέφερε περαιτέρω ότι όταν βρισκόταν στις Κεντρικές φυλακές είχε παρακολουθήσει πρόγραμμα απεξάρτησης και είχε βγει καθαρός από αυτές. Δυστυχώς όμως δεν κατάφερε να μείνει καθαρός μετά την αποφυλάκιση του, αφού αποτάθηκε για να βρει δουλειά χωρίς αποτέλεσμα, πράγμα που τον οδήγησε και πάλι στα ναρκωτικά αφού αυτοί που τον προμήθευαν κατάφεραν σιγά - σιγά να τον εμπλέξουν και πάλι. Είναι όπως ανέφερε κάτω από αυτές τις συνθήκες που διαπράχθηκαν τα εν λόγω αδικήματα, αφού κατάφεραν και τον έκαναν βαποράκι για να εξασφαλίζει τη δόση του.
(2)Εκφράζει την πρόθεση του να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης και με την αποφυλάκιση του να ενταχθεί εκ νέου στην κοινωνία.
(3)Αναφέρθηκε στο πολύ νεαρό της ηλικίας του, ήτοι ότι είναι 23 ετών.
(4)Το γεγονός ότι τα ναρκωτικά που εντοπίστηκαν στην κατοχή του είναι τάξεως Β', και δεν εντάσσονται στην κατηγορία των πιο σκληρών ναρκωτικών.
(5)Την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, πράγμα που δείχνει την έμπρακτη μεταμέλεια του.
(6)Ανέφερε ότι παρά τις προηγούμενες καταδίκες του, θα πρέπει να του επιβληθεί μια ποινή η οποία να του δίνει ελπίδες έτσι ώστε το συντομότερα να επανενταχθεί στην κοινωνία, ιδιαίτερα από το γεγονός ότι πρόκειται για νεαρό άτομο.
(7)Έχει την στήριξη της οικογένειας του στην οποία έχει δώσει την υπόσχεση ότι αυτή είναι η τελευταία φορά που εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε, η προβλεπόμενη από το νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για τα αδικήματα στα οποία ο Κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στη συνέχεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης ή και ποινή φυλάκισης. Ποινή φυλάκισης, που, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, ως η σοβαρότερη / αυστηρότερη ποινή, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στη διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Είναι συνεπώς, ένεκα των προαναφερόμενων αρχών, αναγκαίο να αναφερθεί, ποια είναι η προνοούμενη από τον Νόμο, μέγιστη ποινή, για τα προαναφερόμενα αδικήματα. Σημειώνοντας ασφαλώς εδώ, λόγω της σημασίας που αυτό έχει, στα της ποινής, και το γεγονός της παραπομπής της υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου, μετά από οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ο Γενικός Εισαγγελέας, προφανώς και θεωρεί, ένεκα της προαναφερόμενης συγκατάθεσης του, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, ήτοι, φυλάκιση μέχρι πέντε ετών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129), αποτελεί επαρκή τιμωρία για την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνάς, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών». Σύμφωνα με τα άρθρα 2, 3, 6
(1)
(2), 30, 31, 31Α Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977, Νόμος 29/1977 , το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 8 ετών ή πρόστιμο ή και τις δυο ποινές. (Κατηγορία 1 και 3) Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 2, 3, 5
(1), 6
(3), 30, 30Α, 31, 31Α, Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977, Νόμος 29/1977 το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, τιμωρείται με δια βίου φυλάκιση ή με πρόστιμο ή και τις δυο αυτές ποινές. (Κατηγορία 2) Επίσης, σύμφωνα με τα άρθρα 2, 3, 10(α), 30 και 31 του Νόμου 29/1977, το αδίκημα της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α και Β, τιμωρείται με διά βίου φυλάκιση ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές (Κατηγορία 4) Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 244(β) και 244(α) του Κεφ. 154, το αδίκημα της παρεμπόδισης οργάνου της τάξεως κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του, και το αδίκημα της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης τιμωρούνται με φυλάκιση δύο χρόνων. (Κατηγορία 5 και 6) Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 2, 3, 4
(1)(iii)
(2), 5, 7 και 8 του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμος 188
(1)/2007, πρόσωπο που διαπράττει αδίκημα τιμωρείται με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (500.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση. (Κατηγορία 7) Τέλος το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας , κατά παράβαση του άρθρου 309 του Κεφ. 154, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έξι μηνών. (Κατηγορία 8) Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι στην προκειμένη περίπτωση παρά το ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει συμπληρώσει το 25 έτος της ηλικίας του, δεν ισχύουν οι πρόνοιες του άρθρου 30
(2)του Ν.29/77 που περιορίζουν μέχρι δύο χρόνια το ύψος της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε νεαρά άτομα που διέπραξαν αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά επειδή δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις αφού αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι έχει προηγούμενη καταδίκη για αδίκημα που αφορά ναρκωτικά ως πιο πάνω αναφέρθηκε ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει και κατηγορία που αφορά κατοχή με σκοπό την προμήθεια. Από τον καθορισμό του ύψους των πιο πάνω ποινών μέσω της θέσπισης της προαναφερόμενης νομοθεσίας καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά. Η σοβαρότητα των αδικημάτων του προαναφερόμενου Νόμου 29/1977 γενικά, και η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους, μέσω της ποινής, από τα Δικαστήρια, έχει επισημανθεί από το Ανώτατο σε πάρα πολλές αποφάσεις του. Η εξάπλωση των ναρκωτικών στην Κύπρο είναι διαχρονική και έλαβε τρομακτικές διαστάσεις. Η συχνότητα διάπραξης αυτών των αποτρόπαιων εγκλημάτων έχει ξεφύγει από τα όρια της λογικής, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον μου. Στην υπόθεση Λαζάρου ν Αστυνομίας, κ. α.
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Α. Πασχαλίδη, ανέφερε τα εξής -η έμφασης φυσικά, ήταν στο αδίκημα της εμπορίας ναρκωτικών-: « τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικό λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί οι έμποροι των ναρκωτικών θα πρέπει να κατανοήσουν ότι δεν μπορούν να αποφύγουν τις συνέπειες των απεχθών πράξεων τους. Θα πρέπει να υπολογίζουν τις επιπτώσεις της σύλληψης και καταδίκης τους.». Στην υπόθεση Ναζιπ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2014, 21/11/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκε γενικότερα στη σοβαρότητα των αδικημάτων του προαναφερόμενου Νόμου 29/1977, και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σημειώνοντας τα εξής: « πρέπει να υπομνησθεί η νομολογία που υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις ναρκωτικών ουσιών. Η ενασχόληση με ναρκωτικά είτε για ιδία χρήση, είτε κατά μείζονα λόγο, για εμπορία με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των τεραστίων προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση από τις ουσίες αυτές. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που τα Δικαστήρια συνδράμουν έστω κατασταλτικά, στον πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών με την επιβολή αυστηρών και συνάμα αποτρεπτικών ποινών». Στην υπόθεση Στυλιανού ν Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 268/2015, 13/12/2018, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Λ. Παραπαρίνου, στον ίδιο τόνο, σημείωσε τα εξής: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων της καλλιέργειας, κατοχής και εμπορίας ναρκωτικών ουσιών δεν μπορεί να υποβαθμιστεί ή να αμφισβητηθεί. Οι προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές και η νομολογία μας δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Ούτε και η εξατομίκευση της ποινής θα πρέπει να υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν από τον Εφεσείοντα αλλ' ούτε και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων της φύσης υπό εξέταση. Οι ανησυχητικές διαστάσεις που έχουν προσλάβει τα συγκεκριμένα αδικήματα, τα οποία προκαλούν την καταστροφή στους συνανθρώπους για εύκολο κέρδος, χρήζουν και την ανάλογη αντιμετώπιση για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου πάντοτε στο ορθό πλαίσιο και συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Η αποτροπή είναι το κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό και την έκταση της ποινής. ». Όπως προαναφέρθηκε, τα αδικήματα που σχετίζονται με τις ναρκωτικές ουσίες, είναι σε έξαρση, έχουν πάρει ανησυχητικές διαστάσεις και για αυτό τον λόγο, η εφαρμογή από το Δικαστήριο του Νόμου, κατασταλτικά, δηλαδή, κατά τρόπο που να αποτρέπεται η διάπραξης τους, πρέπει, ως στοιχείο, να κυριαρχεί στον καθορισμό και την έκταση της ποινής. Η έξαρσης αυτή των αδικημάτων, επιβάλλει την ανάγκη, η ποινή που επιβάλλεται για αυτά από το Δικαστήριο, να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Λόγος για τον οποίο, ως πολύ συχνά αναφέρεται, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής του, λαμβάνονται υπόψη, στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής (βλ. Balampanidis v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018, 10/05/2019) Όσο αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, μπορεί αριθμητικά το μέγιστο ύψος ποινής που ο Ποινικός Κώδικας προνοεί να είναι χαμηλότερο σε σχέση με προβλεπόμενες ποινές άλλων αδικημάτων του Κεφ.154 κατατάσσοντας το ως πλημμέλημα, αλλά δεν παύει από του να είναι ένα σοβαρό αδίκημα, η διάπραξη του οποίου σε καμία περίπτωση πρέπει να υποτιμηθεί αφού επισύρει, με βάση το άρθρο 309 της κείμενης νομοθεσίας, ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια η εγκληματικότητα στην Κύπρο όχι μόνο δεν έχει υποχωρήσει αλλά αντίθετα παρουσιάζει αυξητική στάση (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πληγεί το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη και συνάμα να δημιουργηθεί ρήγμα στην πίστη που αυτός εναποθέτει στις αρμόδιες αρχές και εξουσίες της πολιτείας που είναι υπεύθυνες για την προστασία του ιδίου αλλά και της περιουσίας του. Η παρατηρούμενη δραματική άνοδος των κρουσμάτων κλοπών, διαρρήξεων και άλλων ομοειδών αδικημάτων σε βαθμό τέτοιο που να τα καθιστά στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς σημάδια κάμψης, οδήγησε κατακόρυφα στην αύξηση διάπραξης του αδικήματος της παράνομης κατοχής περιουσίας. Αυτή η αυξητική συχνότητα και ευκολία με την οποία το αδίκημα αυτό διαπράττεται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον μου, είναι ένα επιπλέον στοιχείο που καθιστά το αδίκημα αυτό σοβαρό. Επίσης, το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας θεωρείται σοβαρό επειδή ενέχει το στοιχείο της παράνομης στέρησης κατοχής και απόλαυσης περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη της. Η πολιτεία οφείλει μέσω της θέσπισης και εφαρμογής ποινικών νομοθεσιών αλλά και άλλων κατάλληλων μηχανισμών να διασφαλίσει το δικαίωμα σεβασμού της απρόσκοπτης κατοχής και απόλαυσης περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη της, το οποίο κατοχυρώνεται συνταγματικά από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Τέτοιας φύσεως αδικήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα. Τα δε αδικήματα της αντίστασης κατά της νομίμου σύλληψης και της παρεμπόδισης οργάνου της τάξεως κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος τους, ενέχουν το κοινό στοιχείο της παρεμπόδισης κατά αστυνομικού οργάνου που εκτελεί τα καθήκοντα του σε εντεταλμένη υπηρεσία. Η αστυνομία είναι το καθ' ύλη αρμόδιο σώμα που διατηρεί την ασφάλεια και την έννομη τάξη σε μια δημοκρατική χώρα, όπως είναι η Κύπρος. Ουδείς έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει και να παρεμποδίζει ένα αστυνομικό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε την σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 245 στο ακόλουθο απόσπασμα: "Οι Αστυνομικές Αρχές στην εκτέλεση του καθήκοντός τους είναι φορείς της εξουσίας του δικαίου. Αντιστράτευση και υπονόμευση του έργου τους κάτω από τις συνθήκες που είχε διαπραχθεί το αδίκημα δε μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως πράξη εξαιρετικής σοβαρότητας." Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». Χαρακτηριστικά, εν προκειμένω, είναι τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 124: «Όπως τονίστηκε επανειλημμένως από τα Δικαστήρια και ορθά επισημάνθηκε από το Κακουργιοδικείο, αν επιθυμούμε η εκστρατεία των Δικαστηρίων για πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, να μην περιοριστεί σε φραστικές αποδοκιμασίες, θα πρέπει οι ποινές που επιβάλλονται να συνάδουν απόλυτα με τις εξαγγελμένες πάγιες θέσεις της νομολογίας, μέσα από τις οποίες διακηρύσσεται η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να πατάξουν το πρόβλημα. Όπως τονίστηκε στη Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, αν η αυξητική τάση του εγκλήματος συνεχίσει θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, με την περαιτέρω αύξηση των ποινών.». Όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται, αποκλειστικά, από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειες του (βλ. Μιχαηλίδης v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019). Στην υπόθεση Ghοli v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 30, 33 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα δικαστήρια της Κύπρου, όπως και σχεδόν κάθε πολιτισμένης χώρας, επιβάλλουν ποινές προορισμένες να αποθαρρύνουν την εισαγωγή, κατοχή και διάθεση ναρκωτικών. Τα ναρκωτικά πλήττουν και συχνά ανεπανόρθωτα είναι μάλιστα που πλήττουν την υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου. Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται και από το ύψος τους, αποτελεί το κύριο γνώρισμα τους. Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων σε αυτού του είδους των υποθέσεων λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη. Και η εξατομίκευση έχει τη θέση της. Αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας: βλ. Παυλίδης και Άλλος ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 6161 και 6162, ημερομηνίας 15 Ιουλίου 1996. Η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για τη μεταφορά ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου.» Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για τα αδικήματα που σχετίζονται με την κατοχή, εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών, όπως είναι η παρούσα υπόθεση, η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής της φυλάκισης. Ως προς το είδος και ύψος της αρμόζουσας ποινής, πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνεται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσης που διέπραξε ο κατηγορούμενος. Θα αναφερθώ σε ορισμένες από αυτές, γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, παρότι δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν καθώς και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει - όσο είναι δυνατό -, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια ποινή (βλ. Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 17/2016, ημερ. 22.5.2017), ECLI:CY:AD:2017:D183, ECLI:CY:AD:2017:D183. Καμιά υπόθεση δεν είναι ακριβώς όμοια με άλλη, οπότε, κατ' ακολουθία της νομολογίας δεν είναι απόλυτα σχετικές οι ποινές που επιβάλλονται σε άλλες υποθέσεις (βλ. Ιορδάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 152/2014, ημερ. 19.4.2016). Στην υπόθεση Ναζίπ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6/2014 ημερ. 21.11.14 επιβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε άτομο που διέπραξε τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως 'Β' με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο ποσότητας 42,1773 γραμμαρίων φυτού κάνναβης καθώς επίσης προμήθεια ποσότητας τριών περίπου γραμμαρίων φυτού κάνναβης σε άγνωστο πρόσωπο και ήταν ηλικίας 23 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο, μετά από παραδοχή, με αυτόβουλη αποκάλυψη του γεγονότος ότι προμήθευσε μικρή ποσότητα ναρκωτικής ουσίας σε τρίτο πρόσωπο, χρήστης εξαρτησιογόνων ουσιών από την ηλικία των 15 ετών, με συγκεκριμένες προσπάθειες απεξάρτησης μέσω διευθέτησης συνάντησης με σύμβουλο της Αγίας Σκέπης και με καθυστέρηση στην προσαγωγή του ενώπιων του Δικαστηρίου, ποινές φυλάκισης 18 μηνών. Στην υπόθεση GRAIG WHEETON v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ημερ. 22.01.13 Ποιν. Έφεση 154/2012 , το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον Εφεσείοντα των 12 και 18 μηνών αντίστοιχα μετά από δική του παραδοχή στην κατηγορία της κατοχής κάνναβης 3 ½ γραμμαρίων και για την κατοχή της ίδιας ποσότητας με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα. Το Εφετείο στην απόφαση του αρνήθηκε να επέμβει στην πρωτόδικη κρίση και να μειώσει την ποινή που είχε επιβληθεί τονίζοντας μάλιστα ότι η ποινή που επιβλήθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως επιεικής. Σημειώνεται βεβαίως ότι στην πιο πάνω υπόθεση ο Εφεσείοντας - Κατηγορούμενος είχε υποκινήσει τη συγκατηγορούμενη του στη διάπραξη των αδικημάτων για να προωθήσει την προμήθεια των ναρκωτικών που κατείχε εμπλέκοντας έτσι άλλο τρίτο πρόσωπο καθώς και ότι βαρύνετο με μια προηγούμενη καταδίκη για παρόμοιας φύσεως αδίκημα. Στην υπόθεση Χ΄ Πέτρου v. Δημοκρατίας, 1998
(2)ΑΑΔ 123, επικυρώθηκε η επιβληθείσα από το Κακουργιοδικείο ποινή φυλάκισης των 3 χρόνων για κατοχή ρητίνης κάνναβης 228,11γρ. Επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Παπαχαραλάμπους
(2007)2 Α.Α.Δ. 11 το Ανώτατο Δικαστήριο επέβαλε σε άτομο που διέπραξε τα αδικήματα παράνομης κατοχής 419,96 γραμμαρίων φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί ρητίνη, κατοχής της πιο πάνω παράνομης ουσίας με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα και χρήση κάνναβης για ίδιους σκοπούς, το οποίο ήταν ηλικίας 23 ετών, παραδέχτηκε ενοχή, απολογήθηκε, με δύσκολες προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις, ποινές φυλάκισης ενός έτους, δύο χρόνια και έξι μήνες αντίστοιχα. Περαιτέρω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Elgathi
(2007)2 Α.Α.Δ. 199 το Ανώτατο Δικαστήριο επέβαλε σε άτομα που διέπραξαν αδικήματα κατοχής ποσότητας 179,1817 γραμμαρίων ρητίνης κάνναβης χωρίς άδεια από τον Υπουργό Υγείας και της ίδιας ποσότητας ρητίνης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλο άτομο, με παραδοχή μετά από μερική ακρόαση, και λευκό ποινικό μητρώο, ποινές φυλάκισης 15 μηνών και 30 μηνών σε έκαστο από αυτούς. Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΣΤΕΛΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ Ποινική Έφεση Αρ. 71/2022, ημερομηνίας 1 Δεκεμβρίου, 2022, ο Εφεσίβλητος, ηλικίας 37 περίπου ετών, κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής, σε κατηγορία κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α΄, δηλαδή 0,15 γρ. κοκαίνης, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (2η κατηγορία), σε κατηγορία κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β΄, δηλαδή 2272,1 γρ. κάνναβης (3η κατηγορία) και σε κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων, δηλαδή ποσού €1500, από παράνομες δραστηριότητες (7η κατηγορία). Το Κακουργιοδικείο στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής, έλαβε υπόψη του την άμεση παραδοχή του Εφεσίβλητου, τη συνεργασία του με την Αστυνομία, το λευκό ποινικό του μητρώο, την καλή διαγωγή του εντός των φυλακών, και την συμμετοχή του σε πρόγραμμα απεξάρτησης το οποίο είχε ολοκληρώσει. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στη 2η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2 ετών, στην 3η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών και στην 7η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 3 ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι η επιβληθείσα για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας ποινή είναι έκδηλα ανεπαρκής, δεν υποστηρίζεται από τη Νομολογία στην οποία το Κακουργιοδικείο παρέπεμψε, και στέλνει λανθασμένα μηνύματα σε αυτούς οι οποίοι επιθυμούν να πάρουν στα χέρια τους ναρκωτικά για να τα προμηθεύσουν σε τρίτα πρόσωπα και σκορπίσουν έτσι τον θάνατο. Επιβάλλετο εν προκειμένω η απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, την οποία αύξησε σε ποινή φυλάκισης επτά
(7)ετών στην 3η κατηγορία. Όπως εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί από την καθοδήγηση που παρέχει η νομολογία ως προς το ύψος της ποινής σε κατηγορίες αυτής της μορφής και, ιδίως, με αναφορά σε ναρκωτικές ουσίες Τάξεως Β΄, κατά κανόνα επιβάλλονται μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης, σε μια προσπάθεια περιορισμού ή εξάλειψης παρόμοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινού. Οι πιο πάνω προσεγγίσεις είναι ενδεικτικές ως προς το ύψος της ποινής προς αντιμετώπιση των παρανομιών αυτής της μορφής, χωρίς βεβαίως να εκλαμβάνεται ότι, με τις ποινές που κατά καιρό επιβάλλονται, καθορίζεται με οποιοδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση. Τονίζω ότι η ανάγκη για επιβολή ποινών αποτρεπτικής μορφής είναι ακόμα πιο επιτακτική στη σημερινή εποχή, με δεδομένες τις τρομακτικές διαστάσεις που εκλαμβάνει η χρήση ναρκωτικών ουσιών και τις ολέθριες συνέπειες που αυτό ενέχει στη ζωή ιδίως των νεαρών προσώπων. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα την καθιστούν όντως σοβαρή. Όσον αφορά το είδος των ναρκωτικών είναι ένας παράγοντας τον οποίο στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη. Ο διαχωρισμός των ναρκωτικών σε τάξεις Α, Β και Γ από το Νομοθέτη έχει τη σημασία του, καθ' ότι συμπεριέλαβε τα σκληρά, άρα πιο επιβλαβή και επικίνδυνα ναρκωτικά στην Α' τάξη, και τα λιγότερο επιβλαβή στις τάξεις Β και Γ. Στην Ποινική έφεση Αρ. 6357, Ημερομηνίας 14/07/1998, (Vali Bagher Pour Chokami v. Δημοκρατίας, λέχθηκε ότι για ναρκωτικά τάξεως Α, οι ποινές είναι βαρύτερες. Από την απόφαση: «Αποτελεί κοινοτοπία πως το όποιο είναι από τα σκληρότερα ναρκωτικά. Γι' αυτό και ο νόμος το κατατάσσει στην τάξη Α' για την οποία επιφυλάσσει τις βαρύτερες ποινές» To θέμα της ποσότητας προσεγγίζεται με την λογική ότι όσο μεγαλύτερη είναι η ποσότητα, τόσο περιορίζονται τα περιθώρια επίδειξης επικείκιας από το Δικαστήριο. Στη Ποινική Έφεση Αρ. 52/2007, ημερομηνίας 23/01/2008, (Mahrad Mohamad Reza Beyki v. Αστυνομίας( ανωτέρω), επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 3 χρόνων όταν αυτός παραδέχθηκε ενοχή σε κατηγορία παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή 12,1311 γραμμαρίων οπίου. Μειώνοντας την ποινή, το Εφετείο έλαβε υπόψη του μεταξύ άλλων και το γεγονός ότι η ποσότητα των ναρκωτικών ήταν μικρή. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα, ότι «η τριετής ποινή φυλάκισης στην πρώτη κατηγορία κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και μειώθηκε κατ' έφεση σε ποινή φυλάκισης 2 ετών, ενόψει του είδους και της μικρής ποσότητας των ναρκωτικών, του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος είναι χρήστης υποβαλλόμενος σε ψυχιατρική και ψυχολογική στήριξη για να ξεπεράσει το στερητικό σύνδρομο που αντιμετωπίζει στη Φυλακή, της άμεσης παραδοχής και της συνεργασίας του με τις Αστυνομικές αρχές και του λευκού του μητρώου». Να προστεθεί βέβαια ότι η νομολογία έχει καθορίσει ότι αν και το γεγονός της μικρής ποσότητας ναρκωτικών πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, αυτό από μόνο του δεν έχει αναγκαστικά και αποφασιστική σημασία. (Σελλάς ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ.215 και Τρύφωνος ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 197, η οποία αφορούσε κατοχή 0,1866 γρ. ηρωίνης). Η σχέση του κατηγορουμένου με ναρκωτικά τάξεως 'Α' και 'Β' είναι κάτι που επίσης δεν μπορεί να παραγνωριστεί όπως προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αλλά και από το ποινικό του μητρώο. Επιπλέον η ανάμιξη του κατηγορουμένου με την κατοχή με σκοπό την προμήθεια και διακίνηση ναρκωτικών είναι σοβαρός παράγοντας που προσμετρά εναντίον του. Η ποσότητα κάνναβης, ήτοι σύνολο 82 γραμμάρια που εντοπίστηκε, και ο εντοπισμός ζυγαριάς ακριβείας και το χρηματικό ποσό των €1.170 είναι στοιχεία που αποκαλύπτουν ότι ο κατηγορούμενος δεν περιορίστηκε σε παράνομη κατοχή και χρήση κάνναβης για προσωπική του χρήση αλλά επεκτάθηκε σε εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών προφανώς έναντι οικονομικού ανταλλάγματος. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι αδικήματα όπως αυτά που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος, αποτελούν δυστυχώς, μάστιγα της κοινωνίας στις μέρες μας, όπου παρατηρείται η αυξανόμενη εισαγωγή, κατοχή και χρήση απαγορευμένων ουσιών, παρά τις αυστηρές πρόνοιες του Νόμου. Ως εκ τούτου αποτελεί επιτακτική ανάγκη η επιβολή αυστηρών αλλά και αποτρεπτικών ποινών. Επιπλέον η ανάμιξη του κατηγορουμένου με την κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών είναι σοβαρός παράγοντας που προσμετρά εναντίον του. Παρά το ότι όπως αναφέρθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης η προμήθεια των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα δεν γινόταν προς αποκόμιση κέρδους αλλά για να καλύψει ο Κατηγορούμενος τα έξοδα για την εξασφάλιση της δόσης του, δεν αλλάζει το γεγονός ότι ο τελευταίος υπήρξε «εργαλείο» δια του οποίου διοχετεύονταν ναρκωτικά σε τρίτα πρόσωπα. Με αυτόν τον τρόπο κατέστησε τον εαυτό του μέρος ενός μηχανισμού που σπείρει τον θάνατο. Σε κάθε περίπτωση, γεγονός παραμένει ότι, έστω και υπό τις κακές προσωπικές και οικονομικές του περιστάσεις ως περιγράφονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, αποδέχθηκε να λειτουργήσει ως μεταφορέας ναρκωτικών τάξεως Β', , με σκοπό να διασπείρει το λευκό θάνατο στη χώρα μας. Για να αποδώσω κάπως διαφορετικά όσα αναφέρθηκαν και από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας στην υπόθεση Kablawi & Others ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 494, ο κατηγορούμενος έπρεπε να είχε σκεφτεί πριν αποφασίσει να διαπράξει τα αδικήματα που παραδέχθηκε και μάλιστα έναντι οφέλους. Έπρεπε να είχε προβληματιστεί καλύτερα πριν προχωρήσει στη διάπραξη των εγκλημάτων που παραδέχθηκε, ζυγίζοντας προσεκτικότερα τα επακόλουθα των ενεργειών του, τόσο για τον ίδιο και την οικογένεια του όσο και για άλλους συνανθρώπους μας που έχουν εμπλακεί στην ολέθρια δίνη της χρήσης των ναρκωτικών. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466, ειδικότερα στη σελίδα 469 όπου αναφέρθηκε πως: «Θεωρούμε όμως, ούτως ή άλλως, ότι ο ισχυρισμός είναι άνευ ουσιαστικής σημασίας, γιατί, στο κάτω-κάτω δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο λόγος προώθησης των ναρκωτικών. Είτε τα ναρκωτικά προωθούνται με σκοπό το άμεσο χρηματικό κέρδος, είτε για οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος η κατάληξη παραμένει η ίδια. Η διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.» Σε κάθε περίπτωση, τέτοιου είδους κατακριτέες και απορριπτέες κοινωνικές συμπεριφορές είναι απαράδεκτο να λαμβάνουν χώρα κατ΄ επίκληση οικονομικών προβλημάτων, όπως εύστοχα τόνισε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Jovanovic ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 635. Παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος , το καθήκον του Δικαστηρίου προς εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί, χωρίς να εξουδετερώνεται η σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο αλλά και στις ανακριτικές Αρχές με την οποίαν εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος που αχρείαστα θα αναλωνόταν για την εκδίκαση κάθε μίας περίπτωσης. Αυτή η στάση με βάση τη νομολογία πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15). Έχοντας υπόψη την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου, αναγνωρίζω ότι η παραδοχή ενοχής πρέπει να ανταμείβεται με έκπτωση στην ποινή καθότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης και είναι απτό στοιχείο της ειλικρινούς μεταμέλειας του. Στην υπόθεση Ανδρέας Ανδρέου ν Δημοκρατίας Π.Ε. 163/2015, ημερομηνίας 11.7.2016 το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι «η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να «μεταφερθεί» στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι΄ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Περαιτέρω, στην υπόθεση Δημήτρης Βασιλείου ν Δημοκρατίας (ανωτέρο) τονίστηκε για άλλη μια φορά ότι η παραδοχή έχει τη σημασία της, ακόμα και στην περίπτωση που κάποιος συλλαμβάνεται επ' αυτοφώρω να διαπράττει αδίκημα που αφορά σε ναρκωτικές ουσίες, δεν μπορούμε να την παραγνωρίσουμε. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται: «. Αφετέρου όμως δεν πρέπει να παραγνωρίσουμε το πάντοτε ευπρόσδεκτο μιας παραδοχής ως απτού στοιχείου μεταμέλειας αλλά και τη σημασία της.» (β) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας (Τεκμήριο 2) αλλά και αναφέρθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης στο βαθμό που αυτές λαμβάνονται υπόψη σε υποθέσεις ναρκωτικών αφού σύμφωνα με τη νομολογία υπερισχύει το σκεπτικό ότι προέχει η διαφύλαξη της κοινωνίας από τη μάστιγα των ναρκωτικών και δεν θα πρέπει να εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Marius v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 155/2014 ημερ. 27.05.15, Ναζίπ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6/2014 ημερ. 21.11.14 και Γενικός Εισαγγελέας v. Παπαχαραλάμπους
(2007)2 Α.Α.Δ. 11). Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων σε αυτού του είδους των υποθέσεων λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη. Και η εξατομίκευση έχει τη θέση της. Αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας. (Βλ. Παυλίδης και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220. Η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για τη μεταφορά ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου''. » Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη ότι: · Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 23 ετών, χωρίς να παραγνωρίζω το σκεπτικό στην υπόθεση Marius v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 155/2014 ημερ. 27.05.15 όπου λέχθηκε ότι ειδικά σε ότι αφορά τον τομέα των ναρκωτικών οι νεαροί παραβάτες θα πρέπει να αναπτύξουν ιδιαίτερες αντιστάσεις, σκεπτόμενοι ότι αυτά προορίζονται κυρίως για συνομήλικους τους, στην εξαθλίωση των οποίων συμβάλλουν με την εμπλοκή στη διακίνηση τους. · Ο κατηγορούμενος μεγάλωσε από πολύ μικρός χωρίς την παρουσία του πατέρα του, αφού οι γονείς του χώρισαν και με τον οποίο δεν διατηρεί ιδιαίτερη επικοινωνία. · Τα δύσκολα παιδικά χρόνια. Σε κάθε όμως περίπτωση, η δυστυχία που πλήττει ένα άνθρωπο στην παιδική του ηλικία δεν αποτελεί μόνιμη ασπίδα κατά της συνέχισης της παρανομίας με ατιμωρησία (βλ. Ανδρέας Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 77) · Στο στάδιο αυτό βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές και δεν διαθέτει εισοδήματα. · Ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε το σχολείο χωρίς να λάβει απολυτήριο. · Τα προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετωπίζει. · Ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να προβαίνει σε χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών από την ηλικία των 15 ετών. · Συμμετείχε σε πρόγραμμα απεξάρτησης κατά την περίοδο που βρισκόταν για τις προηγούμενες καταδίκες του στις Κεντρικές φυλακές. (γ) Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε επιβαρυντικός παράγοντας του άρθρου 30
(4)(α) του Νόμου 29/77, αλλά και όσα στο σύνολο ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος τα οποία μπορούν να αποτελέσουν μετριαστικούς παράγοντες. (δ) Παράλληλα είναι η θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος που είναι εθισμένος στα ναρκωτικά εκφράζει την επιθυμία του και την πρόθεση του να απεξαρτηθεί, μέσω προγράμματος απεξάρτησης των φυλακών. Δεν αμφισβητώ τη θέση αυτή την οποίαν και δεν αγνοώ. (Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 513, Καρακάννας v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 463 και Τσιάκκα κ.α. v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282). (ε) Το είδος των ανευρεθέντων ναρκωτικών ήταν κάνναβης, η οποία με βάση τον Νόμο κατατάσσεται ως ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β' και δεν θεωρείται από τα σκληρότερα είδη ναρκωτικών, χωρίς βέβαια αυτό να υποβαθμίζει το στοιχείο της σοβαρότητας που ενέχεται στα αδικήματα. Σε ότι αφορά το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου θα πρέπει να λεχθεί ότι εάν διαπιστωθούν προηγούμενες καταδίκες ο κατηγορούμενος απλά στερείται του ευεργετήματος που θα τύγχανε αν διέθετε λευκό ποινικό μητρώο, χωρίς ωστόσο σε καμία περίπτωση το εν λόγω γεγονός να εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικός παράγοντας εις βάρος του στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι ο κατηγορούμενος δεν διαθέτει λευκό ποινικό μητρώο και προς τούτο κατατέθηκε το Τεκμήριο 1 όπου φαίνεται το ποινικό μητρώο που διαθέτει ο κατηγορούμενος ως πιο πάνω αναλύθηκε. Στην GRAIG WHEETON v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ημερ. 22.01.13 Ποιν. Έφεση 154/2012 (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: Η περαιτέρω πτυχή της υπόθεσης, η οποία περιόριζε και περιορίζει τα περιθώρια επιείκειας του Δικαστηρίου, έγκειται στο ότι ο εφεσείων είχε μια προηγούμενη καταδίκη η οποία, μάλιστα, αφορούσε τα ίδια αδικήματα και η οποία ήταν χρονικά τοποθετημένη πολύ πλησίον της υπόθεσης αυτής. Μόλις στις 21.11.11 ο εφεσείων είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση οκτώ μηνών και αποφυλακίστηκε την 1.3.
  1. Τρεις μήνες αργότερα προέβη στη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει σήμερα. Η έλλειψη παντελούς μεταμέλειας η οποία προκύπτει είναι εμφανής και περιόριζε ουσιαστικότατα τα περιθώρια επιείκειας τα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο θα μπορούσε να έχει. Έδειχνε δε ότι όχι μόνο ο εφεσείων δεν έδωσε στον εαυτό του το όφελος το οποίο μπορούσε να έχει πάρει από την αποφυλάκισή του και την επιεική ποινή η οποία του είχε επιβληθεί, αλλά προχώρησε βαθύτερα στη δραστηριότητά του αυτή. Εάν δεν υπήρχε αυτό το προηγούμενο, ασφαλώς τα περιθώρια επιείκειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου θα μπορούσαν να ήσαν μεγαλύτερα και η ποινή να ήταν, αν όχι της τάξης που εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον εφεσείοντα, τουλάχιστον χαμηλότερη εκείνης η οποία έχει επιβληθεί. Υπό τις συνθήκες όμως οι οποίες έχουν εξηγηθεί, η ποινή η οποία επεβλήθη, όχι μόνο δεν ήταν εκδήλως υπερβολική αλλά ήταν και επιεικής, ούτως ώστε να αφήνει ερώτημα κατά πόσο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν θα έπρεπε να ασκείται και έφεση εναντίον της ποινής ως εκδήλως ανεπαρκούς. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινής στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά να αναφέρω ότι η κατάρα των ναρκωτικών έχει για τα καλά ριζώσει στη χώρα μας. Όλο και περισσότερα πρόσωπα, και δυστυχώς νεαρά, ακόμη και ανήλικοι, εμπλέκονται στην κατοχή, χρήση και διακίνηση ναρκωτικών. Οι συνέπειες ολέθριες. Όχι μόνο για τους παραβάτες αλλά και για την ίδια την κοινωνία. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 14 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 24 μηνών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών 5η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών 7η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 22 μηνών 8η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Τα τεκμήρια της υπόθεσης να κατασχεθούν και να καταστραφούν εκτός του χρηματικού ποσού των €1.170= το οποίο να κατασχεθεί και να δοθεί στον ΠΑΣΥΚΑΦ. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  2. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου, όπως αυτή αναδύεται από το βαθμό και έκταση της ποικιλόμορφης συστηματικής και ταυτόχρονα επαναλαμβανόμενης παράνομης δράσης του κατηγορουμένου μέσα από τη διάπραξη επικίνδυνων αδικημάτων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, επιτάσσει την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Τυχόν αναστολή των ποινών φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα εξέπεμπε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα κατά παράβαση της νομολογίας και παραγνωρίζοντας τις ανάγκες και τους σκοπούς της νομοθεσίας. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Νοείται ότι στην έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε στην παρούσα ποινική υπόθεση λαμβάνεται υπόψη η περίοδος που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, ήτοι από τις 30/08/22. (Υπ.) ...................................... Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.